12 Νοε 2019

Τα μαύρα, ορφανά περιστέρια στο Σύνταγμα με τα απαγορευμένα φτερά - Ν. Λυγερός

 Atelier of Olive
φώτο: του Atelier of Olive

Κείμενα Νίκος Λυγερός
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου


- Τα περιστέρια στο Σύνταγμα, τα θυμάσαι;
- Όχι, γιατί;
- Διότι αυτά μας κοίταζαν περισσότερο...
- Από ποιον;
- Από τα αδιάφορα άτομα.
- Και γιατί τους δίνεις σημασία;
- Δεν δίνω καμιά.
- Και τα περιστέρια;
- Είναι πληγωμένα.
- Από ποιον;
- Από τα ίδια άτομα.
- Για ποιο λόγο;
- Διότι δεν θέλουν την ειρήνη.
- Αλλά τι;
- Την ευτυχία.
- Και ποιος μπορεί να το πιστέψει;
- Κι εσύ θα αγωνιστείς;
- Ακόμα και για ένα περιστέρι.
- Αρκεί να κρατά κλαδί ελιάς.



Χωρίς αγάπη και χαρά 
τα τέρατα δεν πεθαίνουν 
για ν’ αντέξουν τις φωτιές 
και τις πληγές της κοινωνίας 
που φτύνει τα νεκρά περιστέρια.

Ακόμα και δίχως φτερά 
θα παλέψουν για να φέρουν 
την ανθρωπιά του μέλλοντος. 



Δεν πειράζει,
αυτό δεν έλεγες πάντα;
Και τώρα,
τι έχεις να πεις
μπροστά στα νεκρά περιστέρια;
Τέλος πάντων;
Γιατί τους άφησες 
να τα χτυπήσουν αλύπητα,
δεν ήταν άδικο;
Έτσι δεν είναι;
Ή τα ξέχασες ήδη;



Ο καθένας ζούσε τον δικό του θάνατο 
μέσα στην κοινωνία της αδιαφορίας. 

Κι όταν πεθάναμε μαζί για πρώτη φορά, 
δεν κατάλαβαν την ανθρώπινη επανάσταση. 

Τα νεκρά περιστέρια δεν τους συγκίνησαν, 
τα φτερά τους ήταν σπασμένα. 

Μόνο όταν μας είδαν όρθιους και πάλι 
με τους επόμενους ανθρώπους, φοβήθηκαν.



Ήταν άπονη η ζωή και γλυκός ο θάνατος 
για τα μαύρα περιστέρια 
κι όμως πετούσαν πάνω 
στην πόλη της μοναξιάς. 
Δεν ήθελαν αγάπη ούτε στοργή 
μόνο κομμάτι ψυχής 
για να δουν και πάλι 
τον απαγορευμένο ουρανό. 
Με σπασμένα φτερά 
άντεχαν τα βάσανα της κοινωνίας 
για να ζήσουν οι άνθρωποι 
την ελευθερία του πάθους. 



Γεννηθήκαμε μέσα στη φτώχεια και τα παλιά, 
δεν είχαμε βαμμένα κόκκινα μαλλιά 
όπως οι ομορφιές του λιμανιού. 
Τα πλούτη μας ένα κοντό παντελόνι. 
Τα λούσα μας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. 
Η κοινωνία μάς ήθελε με σπασμένα φτερά 
πριν την καταδίκη μας. Έτσι τα παιδιά του Πειραιά 
έσβησαν μέσα στην ανθρωπιά. 



Κανείς δεν πρόσεχε τα μαύρα περιστέρια στη μεγάλη πλατεία.
Ποιος κοίταζε τη φτώχεια όταν ήταν τόσο κοντά δίπλα στο σπίτι του.
Κι όμως ήταν ελεύθερα ακόμα και χωρίς χρώμα μες στον ουρανό.
Ενώ οι άλλοι δεν ήξεραν ότι εκτός από αθάνατοι ήταν και σκλάβοι. 



(Ασπρόμαυρο): Σ'ένα μικρό δωμάτιο γεμάτο, ο Χρήστος γράφει όλη τη νύχτα με μια λευκή πένα.) (Medium Long shot)

(Μία μία βλέπουμε τις λεπτομέρειες του γραφείου του, μια εικόνα της γλυκοφιλούσας, λεξικά, το βιβλίο του Νίτσε, του Ουγκώ,...) (Extreme close up)

(Από το παράθυρο βλέπουμε τη θάλασσα, ασπρόμαυρη σαν μια παλιά φωτογραφία.) (Point of view)

(Ένας μοναδικός αλμπατρός διασχίζει τον ουρανό που παίρνει σιγά σιγά το χρώμα του.)

(Περιστέρια σε μια πλατεία) (Close up) -> (Full shot)

(Σ'όλη τη διάρκεια της σκηνής, ο Αντρέας κι η Εύα διασχίζουν την πλατεία και πάνε στην παλιά πόλη)


Εύα: (Κοιτάζοντας τον ουρανό) Ξέρεις τι λείπει εδώ;
Αντρέας: (Κοιτάζοντας τα περιστέρια) Λείπει κάτι;
Εύα: Ένας αλμπατρός !
Αντρέας: (Ξαφνιασμένος) Τί πράγμα; (Medium shot)
Εύα: Εκείνο το λευκό άνοιγμα μες στον ουρανό...
Αντρέας: Δεν υπάρχει θέση για ουρανό πάνω στη γη...
Εύα: Δεν είναι κρίμα που είναι έτσι τα πράγματα;
Αντρέας: Μα γιατί;
Εύα: Δεν θα ήθελες να'χεις φτερά;
Αντρέας: Τι να τα κάνεις τα φτερά; (Χρόνος) Ζούμε ο ένας πάνω στον άλλο...
Εύα: Κι όμως υπάρχουν άνθρωποι με φτερά...
Αντρέας: Αν δεν τα κρύψουν θα τους τα κόψουν! (Χρόνος) Είναι απαγορευμένα τα φτερά!
Εύα: Γι'αυτό ο ουρανός μας είναι τόσο άδειος...
Αντρέας: Δεν μας αρέσουν οι πληγές. (Χρόνος) Τα φτερά είναι λευκές πληγές πάνω στο γαλάζιο.
Εύα: Έτσι δεν είναι και τα σύννεφα;
Αντρέας: Ποιος αγαπά όμως τις συννεφιασμένες Κυριακές;
Εύα: Αυτή είναι η διαφορά...
Αντρέας: Ποια διαφορά;
Εύα: Ο Χρήστος τις αγαπούσε!
Αντρέας: (Χαμογελώντας) Εύα...
Εύα: Ξέρω, ξέρω... (Χρόνος) Δεν είναι καλό παράδειγμα! (Χρόνος) Υπάρχει όμως.
Αντρέας: Σωστά! (Σιωπή) Πώς να περπατήσεις όταν έχεις μόνο φτερά;
Εύα: Πώς να πετάξεις με σπασμένα φτερά;
Αντρέας: Πώς να ζήσεις δίχως ουρανό;
Εύα: Κουτσά-στραβά. (Σιωπή) Όσοι δεν μπορούν να πετάξουν, σακατεύουν τους άλλους...
Αντρέας: Τί θες, αγάπη μου; (Χρόνος) Θέλεις ν'αλλάξεις την κοινωνία;
Εύα: Όχι...
Αντρέας: Τότε;
Εύα: Θέλω μόνο να τους αφήσει να πετάξουν...
Αντρέας: Κι αν δεν θέλουν πια; Κι αν αγάπησαν τη γη;
Εύα: Δεν ξέχασαν όμως τον ουρανό... (Χρόνος) Εμείς τον ξεχάσαμε... (Χρόνος) Πόσες φορές κοίταξες τον ουρανό στη ζωή σου;
Αντρέας: Η ζωή μας δεν έχει ουρανό...
Εύα: Βλέπεις, εμείς ανήκουμε στον κόσμο τους... Κι όμως δεν τους θέλουμε... Η ύπαρξη τους είναι μια πληγή...
Αντρέας: (αλλαγή ύφους) Δεν το είχα σκεφτεί...
Εύα: Την πληγή;
Αντρέας: Όχι, όχι...
Εύα: Τι δεν είχες σκεφτεί;
Αντρέας: Τις πένες του Χρήστου...
Εύα: Τα σπασμένα φτερά...
Αντρέας: Έγραφε με τα ίδια του τα φτερά... (Σιωπή)
(Η Εύα τον αγκαλιάζει τρυφερά. Κλαίει...) (Medium close shot)
Εύα: Σώπα...
Αντρέας: Εσύ, δεν ήθελες φτερά;
Εύα: Δεν ήξερα πόσο βαριά είναι... (Χρόνος)
Αντρέας: Ξέρω... (Την αγκαλιάζει)
Εύα: Με τα σπασμένα τους φτερά έβαλαν στα βιβλία τον απαγορευμένο ουρανό.
INSERT: Ο ουρανός παίρνει σιγά σιγά το χρώμα ενός βιβλίου... (Ασπρόμαυρο)


Δείτε σχετικά:

Δεν υπάρχουν σχόλια: