Το φως των Θεοφανείων ως αποκάλυψη και κρίση: η εικονογραφική
γραφή του Γιώργος Κόρδης συνομιλεί με τον παπαδιαμαντικό λόγο,
όπου το φως δεν εξαλείφει το σκοτάδι, αλλά το καθιστά ορατό.
Θεολογική και υπαρξιακή ανάγνωση του διηγήματος «Φώτα ολόφωτα»: το φως, το νερό και η ανθρώπινη δοκιμασία ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο
🟠 Εισαγωγή
Μια βάρκα παλεύει με τη θάλασσα κι ένας τοκετός παλεύει με τη ζωή. Στο διήγημα «Φώτα ολόφωτα», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης τοποθετεί τη γέννηση και τον κίνδυνο στο ίδιο χρονικό και υπαρξιακό επίπεδο, υφαίνοντας μια αφήγηση όπου η σωτηρία και η απώλεια δεν διαχωρίζονται καθαρά. Η σκηνή φωτίζεται μέσα από τη ματιά της Πλανταρούς, της μητέρας του βαρκάρη, μιας μορφής βαθιά ανθρώπινης, σκληρής και ταυτόχρονα εύθραυστης, στην οποία ο συγγραφέας επιτρέπει ακόμη και την ειρωνεία να «σφάξει» αθόρυβα: πίσω από τη φαινομενική φιλόστοργη αγωνία, διαφαίνεται η ψυχρή μέριμνα για την προίκα και την κληρονομία, υπενθυμίζοντας ότι η ανθρώπινη αγάπη συχνά συγκατοικεί με τον φόβο της απώλειας και το συμφέρον.
Ο Παπαδιαμάντης δεν γράφει μόνο με θεολογικό και υπαρξιακό βάθος, αλλά και με λεπτή γλωσσική συνείδηση. Το κλάμα του νεογέννητου, που ζητά «βρυν», λειτουργεί ως παιγνιώδες, σχεδόν υπόγειο νεύμα προς την αρχαία κωμωδία, ενώ λέξεις όπως το «τεθηπός» -με την ενεστωτική ακινησία του παρακειμένου- αποδίδουν όχι απλώς μια κατάσταση, αλλά μια στιγμή καθαρής έκπληξης απέναντι στο θαύμα και το βάρος της ύπαρξης. Έτσι, το διήγημα κινείται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα: κοινωνικό, γλωσσικό, υπαρξιακό και θεολογικό, χωρίς ποτέ να θυσιάζει το ένα στο όνομα του άλλου.
Η ανάλυση που ακολουθεί επιχειρεί να προσεγγίσει αυτό το πολυεπίπεδο κείμενο όχι ως εορταστικό αφήγημα, αλλά ως οριακή εμπειρία φωτός, όπου τα Θεοφάνεια δεν λειτουργούν ως εύκολη παρηγοριά, αλλά ως αποκάλυψη της ανθρώπινης συνθήκης μέσα στον κόσμο.
🔵 Θεολογική υπαρξιακή ανάλυση
1. Το διήγημα ως οριακό γεγονός
Το «Φώτα ολόφωτα» δεν είναι χριστουγεννιάτικο ή θεοφανικό διήγημα με τη συμβατική έννοια. Είναι ένα οριακό συμβάν, όπου η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν χωρίς διαχωριστική γραμμή. Ο Παπαδιαμάντης δεν αφηγείται μια ευλαβική ιστορία· στήνει μια σκηνή κρίσης, όπου κανένα πρόσωπο δεν βρίσκεται σε ασφαλή θέση.
Η αφήγηση εκτυλίσσεται ταυτόχρονα σε δύο χώρους:
– στο πέλαγος, όπου ο πατέρας παλεύει με τον θάνατο,
– στο σπίτι, όπου η μητέρα γεννά μέσα στον φόβο, την εγκατάλειψη και την απελπισία.
Αυτή η διπλή σκηνή δεν είναι απλώς τεχνικό εύρημα. Είναι η δραματουργική έκφραση της ανθρώπινης συνθήκης: η ζωή γεννιέται μέσα στον κίνδυνο, όχι μετά από αυτόν.
2. Το ύδωρ ως όριο ζωής και αφανισμού
Το νερό στο διήγημα δεν έχει εξιδανικευμένο χαρακτήρα. Δεν είναι «ευλογημένο» από μόνο του. Είναι άβυσσος, απειλή, στοιχείο που καταπίνει. Ο πατέρας δεν δοκιμάζεται απλώς· κινδυνεύει πραγματικά να χαθεί. Ο θάνατος δεν λειτουργεί ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως φυσική πιθανότητα.
Κι όμως, το ίδιο στοιχείο που απειλεί τη ζωή του πατέρα είναι εκείνο που θα δεχθεί το νεογέννητο παιδί στο βάπτισμα. Ο Παπαδιαμάντης τολμά να τοποθετήσει την ίδια ύλη στη θέση της απώλειας και της σωτηρίας. Το ύδωρ γίνεται έτσι μεθοριακό πεδίο: ούτε καθαρά σωτήριο ούτε απλώς καταστροφικό.
Η θεολογική ένταση του διηγήματος γεννιέται ακριβώς εδώ: όχι στο θαύμα, αλλά στο γεγονός ότι η σωτηρία δεν καταργεί τον κίνδυνο.
3. Η μητέρα: από την κατάρα στη σιωπηλή μετάνοια
Η μορφή της Πλανταρούς είναι από τις πιο σκληρές και αληθινές της παπαδιαμαντικής γραφής. Δεν παρουσιάζεται ως «αγία μητέρα». Είναι γυναίκα εξαντλημένη, μόνη, φοβισμένη. Μέσα στον πόνο της λοχείας ξεσπά σε λόγο βίαιο, σκοτεινό, σχεδόν βλάσφημο.
Αυτός ο λόγος δεν καταδικάζεται από τον αφηγητή. Ο Παπαδιαμάντης δεν σπεύδει να τον διορθώσει. Τον καταγράφει. Γιατί η κατάρα εδώ δεν είναι ηθικό σφάλμα· είναι κραυγή ύπαρξης. Η γυναίκα δεν αρνείται τον Θεό· αρνείται την αντοχή της.
Η καθοριστική στιγμή έρχεται αθόρυβα. Όχι με θεαματική μεταστροφή, αλλά με μια φράση αυτογνωσίας: η παραδοχή ότι ο λόγος της «αστόχησε».
Η μετάνοια στον Παπαδιαμάντη δεν είναι συναισθηματική έξαρση. Είναι αναγνώριση ορίου.
4. Το φως: όχι παρηγοριά, αλλά αποκάλυψη
Ο τίτλος «Φώτα ολόφωτα» θα μπορούσε να παραπλανήσει. Το φως εδώ δεν έρχεται για να διαλύσει το σκοτάδι. Δεν λειτουργεί ως συναισθηματική λύτρωση. Αντιθέτως, φωτίζει τα πάντα: τον φόβο, την ενοχή, τη σκληρότητα, την ανθρώπινη γύμνια.
Το φως των Θεοφανείων δεν αναιρεί τη νύχτα· την καθιστά ορατή. Ο Παπαδιαμάντης γράφει έναν κόσμο όπου ο Θεός δεν απομακρύνει τον πόνο, αλλά εισέρχεται σε αυτόν χωρίς εγγυήσεις.
Γι’ αυτό και το τέλος δεν είναι θριαμβευτικό. Είναι ήσυχο, εύθραυστο, ανοιχτό. Η ζωή συνεχίζεται, όχι επειδή νίκησε τον θάνατο, αλλά επειδή δεν σταμάτησε μπροστά του.
5. Συμπέρασμα: η θεολογία της ευθύνης
Το «Φώτα ολόφωτα» δεν προσφέρει παρηγορητικό μήνυμα.
Προτείνει έναν τρόπο θέασης της ζωής:
να ζεις χωρίς να απαιτείς εγγυήσεις,
να μιλάς γνωρίζοντας ότι ο λόγος μπορεί να αστοχήσει,
να βαδίζεις μέσα στο φως χωρίς να κρύβεις το σκοτάδι.
Η θεολογία του Παπαδιαμάντη δεν είναι θεωρητική. Είναι ενσαρκωμένη. Και η πίστη του δεν είναι καταφύγιο από τον κόσμο, αλλά τρόπος να παραμένεις μέσα σε αυτόν χωρίς ψευδαισθήσεις.
Γιατί στον Παπαδιαμάντη, το Φως δεν έρχεται για να γλυκάνει... έρχεται για να αποκαλύψει. Το φως, όταν είναι αληθινό, δεν κολακεύει... αποκαλύπτει.
Διαβάστε το Διήγημα και μετά την ανάλυσή του 👇
🔴 ΘΕΟΦΑΝΙΑ - Φώτα Ολόφωτα (1894) - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ἐκινδύνευε νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα ἡ μικρὴ βάρκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, πλέουσα ἀνάμεσα εἰς βουνὰ κυμάτων, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἤρκει διὰ νὰ ἀνατρέψῃ πολλὰ καὶ δυνατὰ σκάφη καὶ νὰ μὴ ἀποκάμῃ, καὶ εἰς ἀβύσσους, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ καταπίῃ ἑκατὸν καράβια καὶ νὰ μὴ χορτάσῃ. Ὀλίγον ἀκόμη καὶ θὰ κατεποντίζετο. Ἄγριος ἐφύσα βορρᾶς, ὀργώνων βαθέως τὰ κύματα, καὶ ἡ μικρὰ φελούκα, διὰ νὰ μὴν ἀρμενίζῃ κατεπάν᾽ τὸν ἀέρα, εἶχε μαϊνάρει* τὸ πανί της, καὶ εἶχε μείνει ξυλάρμενη* καὶ ὠρτσάριζε* κ᾽ ἐδοκίμαζε νὰ κάμῃ βόλτες*. Τοῦ κάκου. Μετ᾽ ὀλίγον ἡ θάλασσα ἐπῆρε τὸν ἐλεεινὸν φελλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν της, καὶ ὁ ἄνεμος τὸν ἔσυρεν ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, καὶ ὁ Κωνσταντὴς ὁ Πλαντάρης ἐξέμαθεν εἰς τὴν στιγμὴν ὅσας βλασφημίας ἤξευρε καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του, ἐνῷ ὁ μικρὸς σύντροφός του, ὁ ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτὰ χρόνων, ἐγδύνετο καὶ ἡτοιμάζετο νὰ πέσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, ἐλπίζων νὰ σωθῇ κολυμβῶν, καὶ ὁ μόνος ἐπιβάτης των, ὁ ζῳέμπορος Πραματής, ἔκλαιε καὶ εὕρισκεν ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον ν᾽ ἀρμενίσῃ τις τόσην θάλασσαν διὰ νὰ πνιγῇ, ἀφοῦ ἡ γῆ ἦτο ἱκανὴ νὰ σκεπάσῃ μὲ τὸ χῶμά της τόσους καὶ τόσους.
Ἐκινδύνευε ν᾽ ἀποθάνῃ ἀπὸ τοὺς πόνους ἡ Μαχώ, ἡ γυναίκα τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, νεόγαμος, πρωτάρα. Ἡ Πλανταρού, ἡ πενθερά της, εἶχε καλέσει ἀπὸ τὸ βράδυ τῆς προλαβούσης ἡμέρας τὴν μαμμὴν τὴν Μπαλαλίναν καὶ τὴν ἐμπροσθινὴν τὴν Σωσάνναν. Αἱ δύο γυναῖκες, τεχνίτισσαι εἰς τὸ εἶδός των καὶ ἡ μήτηρ τοῦ συζύγου τῆς κοιλοπονούσης, φιλόστοργος, ὡς πᾶσα πενθερὰ ἥτις δὲν ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον τῆς νύμφης της, ὅταν αὕτη εἶναι πρωτάρα, πρὶν βεβαιωθῇ ὅτι θὰ ἐπιζήσῃ τὸ παιδίον διὰ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ κληρονομία τῆς προικός, ἐπροσπάθουν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀνακουφίσουν τοὺς πόνους τῆς ὠδινούσης. Καὶ εἶχεν ἀνατείλει ἤδη ἡ ἄλλη ἡμέρα καὶ ἀκόμη ἡ γυνὴ ἐκοιλοπόνει, καὶ ἡ μαμμή, ἡ ἐμπροσθινὴ καὶ ἡ πενθερὰ συνεπόνουν μὲ αὐτήν, καὶ ὁ καλογερόπαπας τοῦ Μετοχίου τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος εἶχε λάβει ἐντολὴν νὰ ψάλῃ μικρὰν καὶ μεγάλην Παράκλησιν πρὸς βοήθειαν τῆς ὠδινούσης.
Τὸ σπιτάκι ἔκειτο ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μικροῦ νησιδίου πρὸς μεσημβρίαν. Τὴν πρωίαν τῆς Παρασκευῆς, ἡ βάρκα τοῦ Πλαντάρη εἶχε φανῆ ἀντικρὺ ἀγωνιῶσα εἰς τὰ κύματα, καὶ δύο παιδία τοῦ γιαλοῦ, ἀπ᾽ ἐκεῖνα ποὺ περνοῦν τὸν καιρόν των κάτω ἀπὸ τὸν ἀρσανάν, μὴ γνωρίζοντα ἐπὶ τῆς ξηρᾶς ἄλλην διατριβὴν ἀπὸ τὰς συρμένας ἔξω φελούκας, οὔτε ἄλλο παιγνίδι ἀπὸ τὴν θάλασσαν, ἦλθαν νὰ πάρουν τὰ συχαρίκια τῆς Πλανταροῦς, ἀκούσαντα τὴν εἴδησιν ἀπὸ πορθμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναγνωρίσει μακρόθεν τὴν βάρκαν. Καὶ τότε ἡ Πλανταροὺ εἶδε κ᾽ ἐκατάλαβεν ἀπὸ τὴν τρικυμίαν ὁποὺ ἦτο εἰς τὸ πέλαγος, ὅτι ἡ βάρκα ἀνεβοκατέβαινεν εἰς τὰ κύματα κ᾽ ἐκινδύνευε νὰ βουλιάξῃ, καὶ τότε ἐνόησε τί θὰ ᾽πῇ νά ᾽χῃ κανεὶς «δυὸ χαρὲς καὶ τρεῖς τρομάρες». Διότι διπλῆ μὲν χαρὰ θὰ ἦτο νὰ ἔφθανεν αἰσίως ὁ υἱός της, νὰ ἐγέννα μὲ τὸ καλὸν καὶ ἡ νύμφη της· τριπλῆ δὲ τρομάρα ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ υἱοῦ της, ὁ κίνδυνος τῆς νύμφης της καὶ ὁ κίνδυνος τοῦ προσδοκωμένου νεογνοῦ. Ἴσως δὲ θὰ ἦτο τετραπλῆ ἡ τρομάρα, ἂν προσετίθετο καὶ ὁ φόβος μήπως τυχὸν ἡ νύμφη της γεννήσῃ αἰσίως… θῆλυ.
˗ˏˋ✞ˎˊ˗
Ἐπάνω εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ λόφου, εὑρίσκετο μονῆρες τὸ σπιτάκι, καὶ κάτω εἰς τὴν ἀκρογιαλιὰν ἦτο κτισμένον τὸ χωρίον. Διακόσια σπίτια ἁλιέων, πορθμέων καὶ ναυτῶν. Ἓν μίλιον ἀπεῖχε τὸ σπιτάκι ἀπὸ τὸ χωρίον. Ὑπῆρχε μικρὸς ἐπισφαλὴς ὅρμος, ἀλλὰ δὲν ἦτο λιμήν. Ἔβλεπε μόνον πρὸς μεσημβρίαν. Ἡ ἀγωνία τῆς βάρκας τοῦ Πλαντάρη ἦτο ὁρατὴ ἀπὸ τὴν πολίχνην, ὁρατὴ καὶ ἀπὸ τὸν μεμονωμένον οἰκίσκον.
Ἡ Πλανταροὺ ἤρχισε τότε νὰ μέμφεται πικρῶς τὸν υἱόν της διὰ τὴν τόλμην καὶ τὴν ἀποκοτιά του. Τί ἤθελε, τί γύρευε, τέτοιες μέρες, νὰ κάμῃ ταξίδι; Δὲν ἄκουε, ὁ βαρυκέφαλος, τὴ μάννα του, τί τοῦ ἔλεγε. Ἀκόμη τὰ Φῶτα δὲν εἶχαν ἔλθει. Ὁ Σταυρὸς δὲν εἶχε πέσει στὸ γιαλό. Τὸν ἀβάσταχτο* εἶχε; Δὲν ἐκαρτεροῦσε ὁ ἀπόκοτος δύο τρεῖς ἡμέρες, νὰ φωτισθοῦν τὰ νερά, ν᾽ ἁγιασθοῦν οἱ βρύσες καὶ τὰ ποτάμια, νὰ φύγουν τὰ σκαλικαντζούρια; Καλὰ νὰ πάθῃ, γιατὶ δὲν τὴν ἄκουσε.
Ὅσον ὑψώνετο ὁ ἥλιος πρὸς τὸ μεσουράνημα, τόσον ηὔξανε καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς. Ἡ νύμφη της ὑποστηριζομένη ὄπισθεν ἀπὸ τὴν Μπαλαλοὺ καὶ κρεμαμένη ἔμπροσθεν ἀπὸ τὸν τράχηλον τῆς Σωσάννας, ἐμούγκριζεν ὡς ἀγελάδα. Ὁ ἄνεμος ἐκεῖ κάτω, εἰς τὸ πέλαγος, ἐφαίνετο ὅτι ἀπεμάκρυνε τὸ πλοιάριον ἀντὶ νὰ τὸ προσεγγίσῃ εἰς τὴν ἀκτήν. Ἡ βάρκα ὁλονὲν ἐξέπεφτε μακρύτερα, αἰσθητῶς εἰς τὸ βλέμμα. Εἰς τὴν νύμφην της ἡ Πλανταροὺ ἐφυλάχθη νὰ εἴπῃ τίποτε. Μόνον ἐξήρχετο συχνὰ εἰς τὸν ἐξώστην, προσποιουμένη ὅτι ἤθελε νὰ κουβαλήσῃ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἔμενεν ἐπὶ μακρὸν κ᾽ ἐκοίταζε. Δὲν ἐπανήρχετο εἰμὴ ἂν τὴν ἀνεκάλει ἡ μαμμὴ ἡ Μπαλαλού.
Ἐπλησίαζεν ἤδη μεσημβρία, καὶ ἡ ἀγωνία τῆς Πλανταροῦς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον. Δὲν ἐφαίνετο πλέον νὰ ὑπάρχῃ ἐλπίς. Ὁ υἱός της θὰ ἐπνίγετο ἐκεῖ εἰς τὸ ἄσπλαγχνον πέλαγος, καὶ τὴν νύμφην της ὁμοῦ μὲ τὸ ἔμβρυον θὰ τὴν ἐσκέπαζεν ἡ «μαύρη γῆς».
Τέλος, ἡ γραῖα ἀπέκαμε. Ἡ βάρκα ἔγινεν ἄφαντη… Καὶ ἡ σύζυγος τοῦ υἱοῦ της ἐγέννησεν… ἄρρεν. Ὤ! τὸ στρίγλικο, τὸ κακοπόδαρο, ὤ! τὸ γρουσούζικο, ὁποὺ ψωμόφαγε τὸν πατέρα του! Πνῖξτέ το! Σκοτῶστέ το! Τί τὸ φυλᾶτε; Πετᾶτέ το στὸ γιαλό, νὰ πᾷ νὰ βρῇ τὸν πατέρα του. Κι αὐτή, ἡ γουρουνοποδαρούσα ἡ μάννα του, αὐτὴ ἡ πρωτάρα, ἡ στερεμένη*, αὐτὴ ἡ λεχώνα ἡ λοχεμένη*!… Ἠμπορεῖς, μαμμή, νὰ τὴν καρυδοπνίξῃς, κειδὰ ποὺ θὰ ψοφολογήσῃ, στὸ κρεβάτι της, νὰ στραμπουλίξῃς μὲ τὴ χεράρα σου καὶ τῆς κλήρας* τὸ λαιμό, νὰ ποῦμε πὼς ἐγεννήθηκε πεθαμένο τὸ παιδί, καὶ πὼς ἡ μάννα ἐτελείωσε, καθὼς κάθισε στὰ σκαμνιά*, ἠμπορεῖς;
˗ˏˋ✞ˎˊ˗
Δὲν τὴν ἐσκέπασεν ἡ μαύρη γῆς τὴν ταλαίπωρον μητέρα ὁμοῦ μὲ τὸν καρπὸν τῶν σπλάγχνων της, καὶ τὸ πέλαγος ἵλεων δὲν ἔπνιξε τὸν πατέρα. Ὁ Πλαντάρης εἶχε τελειώσει πρὸ πολλοῦ τὴν προσευχήν του, καὶ ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχε φορέσει ἐκ νέου τὸ ὑποκάμισον καὶ τὴν περισκελίδα του. Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς ἐπείσθη ὅτι ἦτο καλὸς χριστιανὸς καὶ ὅτι ἦτο προωρισμένος νὰ ταφῇ εἰς εὐλογημένον χῶμα. Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει περὶ τὸ δειλινόν, καὶ ὁ κυβερνήτης ἀνέλαβε τὸ κράτος του ἐπὶ τοῦ μικροῦ σκάφους. Ἔπιασε δυνατὰ τὸ τιμόνι καὶ μὲ τὰ πολλὰ ὀρτσαρίσματα* ἦλθεν ἡ φελούκα εἰς μέρος ἀπαγκερόν, δίπλα εἰς τὴν ξηράν, ὀλίγα μίλια ἀπώτερον τοῦ μικροῦ ὅρμου. Διὰ τοῦτο ἡ βάρκα εἶχε γίνει ἄφαντος εἰς τὰ ὄμματα τῆς Πλανταροῦς, ἥτις δὲν εἶχε παύσει ν᾽ ἀγναντεύῃ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἐξώστου. Ἔφθασε δὲ ἀσφαλῶς εἰς τὸν ὅρμον, εὐθὺς ὡς ἔπεσεν ἐντελῶς ὁ ἄνεμος, βασίλευμα ἡλίου.
Δεύτερα συχαρίκια ἐπῆραν τῆς Πλανταροῦς. Ὁ υἱός της, ἀποστάζων ἅλμην, κατάκοπος, θαλασσοπνιγμένος, ἔφθασεν εἰς τὸ σπιτάκι ἅμα ἐνύκτωσε, κ᾽ ἐκεῖ μόνον ἔμαθε τὴν εὐτυχῆ εἴδησιν, ὅτι ἡ συμβία του τοῦ εἶχε γεννήσει κληρονόμον.
Τὴν ἐπαύριον ἦσαν Φῶτα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν Ὁλόφωτα. Τὴν ἑσπέραν τῆς μεγάλης ἑορτῆς, ἅμα τῇ τριημερεύσει τῆς λεχοῦς καὶ τοῦ παιδίου, ἔβαλαν τὴν σκαφίδα κάτω εἰς τὸ πάτωμα καὶ τὴν ἐγέμισαν μὲ χλιαρὸν νερὸν βρασμένον μὲ δάφνας καὶ μὲ μύρτους. Ἐπρόκειτο νὰ τελέσουν τὰ «κολυμπίδια»* τοῦ παιδίου.
Ἡ καλὴ μαμμή, ἡ Μπαλαλού, ἐξήπλωσε τὸ βρέφος μαλακὰ ἐπὶ τῶν ἡπλωμένων κνημῶν της καὶ ἤρχισε νὰ λύῃ τὰ σπάργανα. Εἶχε νυκτώσει. Μία λυχνία καὶ δύο κηρία ἔκαιον ἐπὶ χαμηλῆς τραπέζης. Τὸ παιδίον, παχύ, μεγαλοπρόσωπον, μὲ ἀόριστον ροδίζοντα χρῶτα, μὲ βλέμμα γαλανίζον καὶ τεθηπός, ἀνέπνεε καὶ ᾐσθάνετο ἄνεσιν, καθ᾽ ὅσον ἀπηλλάσσετο τῶν σπαργάνων. Ἐμειδία πρὸς τὸ φῶς τὸ ὁποῖον ἔβλεπε, κ᾽ ἔτεινε τὴν μικρὰν χεῖρα διὰ νὰ συλλάβῃ τὴν φλόγα. Τὴν ἄλλην χεῖρα τὴν εἶχε βάλει εἰς τὸ στόμα του, κ᾽ ἐπιπίλιζεν, ἐπιπίλιζε. Τί ᾐσθάνετο; Ἀπερίγραπτον.
Ἡ καλὴ μαμμὴ ἀφῄρεσεν ὅλα τὰ σπάργανα, ἀπέσπασεν ἁβρῶς τὴν φουστίτσαν καὶ τὸ ὑποκάμισον τοῦ βρέφους καὶ τὸ ἔρριψεν ἁπαλῶς εἰς τὴν σκαφίδα. Ἤρχισε νὰ τὸ πλύνῃ καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὰ ἅλατα, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ εἶχε πιτυρίσει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς γεννήσεως, ἀφοῦ τὸ εἶχεν ἀφαλοκόψει. Ἀφῄρεσε καὶ τὸ βαμβάκιον, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε περιβάλει τὰς παρειὰς καὶ τὴν σιαγόνα τοῦ παιδίου, διὰ νὰ κάμῃ ἄσπρα γένεια.
Ἔλαβε τὴν «μασά», τὴν σιδηρᾶν λαβίδα ἀπὸ τὴν ἑστίαν, καὶ τὴν ἔβαλε μέσα εἰς τὴν σκάφην διὰ νὰ γίνῃ τὸ παιδίον σιδεροκέφαλον.
Τὸ βρέφος ἤρχισε νὰ κλαυθμυρίζῃ, ἐνῷ ἡ μαμμὴ ἐξηκολούθει νὰ τὸ πλύνῃ μαλακά, καὶ νὰ τὸ ὑποκορίζεται ἅμα: «Ὄχι, χαδούλη μ᾽, ὄχι, χαδιάρη μ᾽! ὄχι κεφαλά μ᾽, πάπο* μ᾽, χῆνό μ᾽!» Καὶ συγχρόνως ὁ πατήρ, ἡ μήτηρ, ἡ μάμμη ἡ Πλανταροὺ καὶ ἄλλοι συγγενεῖς καὶ φίλοι παρόντες, ἔρριπτον ἀργυρᾶ νομίσματα, διὰ ν᾽ ἀσημώσουν τὸ παιδίον. Τὰ ἐπέθετον ἁβρῶς ἐπὶ τοῦ στέρνου καὶ τῆς κοιλίας τοῦ βρέφους, καὶ ὀλισθαίνοντα ἔπιπτον εἰς τὸν πάτον τῆς σκάφης.
Τὸ παιδίον δὲν ἔπαυε νὰ κλαίῃ, καὶ ἡ μαμμὴ τὸ ἐκολύμβιζεν ἀκόμη, τὸ ἐκολύμβιζε. Κολύμβα, τέκνον μου, εἰς τὴν σκάφην σου, κολύμβα, καὶ ἀπόβαλε τὴν ἅλμην σου εἰς τὸ γλυκὸν νερόν. Θὰ ἔλθῃ καιρὸς ὅτε θὰ κολυμβᾷς εἰς τὸ ἁλμυρὸν κῦμα, καθὼς ἐκολύμβησεν ὅλος, χθὲς ἀκόμη, ὁ πατήρ σου μὲ τὴν σκάφην του. «Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων, ὁ Θεὸς τῆς δόξης ἐβρόντησε, Κύριος ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν».
˗ˏˋ✞ˎˊ˗
Τὴν ἐπαύριον, ἑορτὴν τῆς Συνάξεως τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ἔμελλε νὰ βαπτισθῇ τὸ παιδίον, ἐπειδὴ εἶχε συμβῆ νὰ γεννηθῇ οὕτω τὰς παραμονὰς τῆς ἑορτῆς, πρὶν περάσουν ὅλως τὰ Φῶτα. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν, μετὰ τὰ κολυμπίδια, δεῖπνον παρετέθη εἰς τὴν οἰκίαν. Ἡ μαμμὴ ἐμάζωξε μετὰ προσοχῆς ὅλα τὰ ἀργυρᾶ κέρματα, ἡμιτάλληρα καὶ σβάντζικα* καὶ δραχμάς, τὰ ἐκομβόδεσεν εἰς τὸ μανδήλιόν της, ἐνῷ οἱ παρεστῶτες ἐφώναζαν γύρωθεν: «Νὰ ζήσῃ! σιδεροκέφαλος!» καὶ ἐπηύχοντο εἰς τὴν μαμμὴ «καλὴ ψυχή».
Εἶτα ἡ Μπαλαλοὺ ἐσπόγγισε καλῶς τὸ παιδίον μὲ μέγα λευκὸν προσόψιον, τοῦ ἐφόρεσε καινούργιο καθαρὸν ὑποκαμισάκι καὶ ποδίτσαν, τὸ ἀνέκλινεν ἐπὶ τῶν κνημῶν της, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιβάλλῃ μὲ τὰ σπάργανα.
Ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς εἶχεν ἔλθει εἰς τὰ κολυμπίδια, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἐπεθύμει νὰ γίνῃ ἀνάδοχος τοῦ βρέφους, εἰς μνήμην τοῦ προχθεσινοῦ ἐν θαλάσσῃ κινδύνου καὶ τῆς διασώσεως.
Ὁ μικρὸς ναύτης ὁ Τσότσος εἶχεν ἔλθει ἕως τὴν θύραν, καὶ ἵστατο θεωρῶν μακρόθεν τὴν τελετὴν τοῦ κολυμβήματος. Ὁ γείτων ὁ Δημήτρης ὁ Σκιαδερός, πρωτεξάδελφος τοῦ Κωνσταντῆ τοῦ Πλαντάρη, δὲν εἶχε φανῆ εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ πέρυσι, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τοῦ γάμου. Ἀλλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπῆρε τὴν γυναῖκά του τὴν Δελχαρὼ καὶ τὰ παιδιά του, ἐκ τῶν ὁποίων δύο ἐκράτει αὐτὸς ἁρμαθιαστὰ ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα, τὸ ἓν πενταετὲς καὶ τὸ ἄλλο τετραετές, τρίτον διετὲς ἔφερεν ὑπὸ τὴν μασχάλην, ἓν πενταμηνίτικον βρέφος ἐβύζανεν εἰς τοὺς κόλπους της ἡ γυνή του, καὶ δύο ἄλλα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ ἐτῶν τὴν ἠκολούθουν κρατούμενα ἀπὸ τὸ φουστάνι της, κ᾽ ἐπαρουσιάσθη χαμογελῶν, χαίρων διὰ τὴν χαρὰν τοῦ συγγενοῦς του, γεμᾶτος ἀπὸ εὐχὰς καὶ συγχαρητήρια.
Ἐκάθισαν ὅλοι εἰς τὴν τράπεζαν. Δεξιὰ ἡ Μπαλαλοὺ ἡ μαμμή, ἀριστερὰ ἡ μπροσθινὴ ἡ Σωσάννα, καταμεσῆς ὁ πατὴρ τοῦ νεογνοῦ. Δεξιόθεν τῆς Σωσάννας ἡ Πλανταρού, κατόπιν ὁ ζῳέμπορος ὁ Πραματὴς καὶ δύο τρεῖς ἄλλοι. Τὸ λοιπὸν τοῦ χώρου κατείχετο ἀπὸ τὸν Δημήτρην τὸν Σκιαδερὸν καὶ ἀπὸ τὴν φαμελιά του.
Ἤρχισαν νὰ τρώγουν. Τὰ παιδιὰ τοῦ Δημήτρη τοῦ Σκιαδεροῦ δὲν ἐταιριάζοντο εὔκολα. Ἐφώναζαν, ἐγρίνιαζαν, κ᾽ ἐθορυβοῦσαν. Τὸ ἕνα ἤθελε τσιτσί, δὲν ἤθελε μαμμά. Τὸ τρίτον κλαυθμυρίζον ἐζήτει βρῦ*. Τὸ τέταρτον ἤθελε γλυκό, δὲν τοῦ ἤρεσκε τὸ τυρί. Ἡ ταλαίπωρος ἡ λεχὼ ὑπέφερε κάπως ἀπὸ τὸν θόρυβον. Ἤρχισαν αἱ προπόσεις. Ηὔχοντο εἰς τὸν πατέρα νὰ τοῦ ζήσῃ καὶ εἰς τὴν λεχὼ «καλὴ σαράντιση». Πρώτη ἔπιεν ἡ μαμμή, δεύτερος ὁ πατήρ, τρίτη ἡ γραῖα Σωσάννα ἡ μπροσθινή.
Ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς Πλανταροῦς νὰ πίῃ εἰς τὴν ὑγείαν τῆς νύμφης της, εὐχήθη μὲ τρεῖς διαφόρους τόνους φωνῆς:
- Ἐβίβα, νύφη, μὲ καλὸ νὰ σαραντίσῃς… Κι ὅ,τ᾽ εἶπα, παιδάκι μ᾽… ἀστοχιὰ στὸ λόγο μου!
* ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Άπαντα, Τόμος 3,
κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δομος, 1984.
🔴 Αναγνωστική Ανάλυση – Θεολογική και Υπαρξιακή Προσέγγιση
Το διήγημα που προηγήθηκε δεν διαβάζεται ως εορταστικό αφήγημα, αλλά ως οριακή σκηνή ζωής, όπου το φως των Θεοφανείων δεν έρχεται να εξαλείψει το σκοτάδι, αλλά να το αποκαλύψει. Ακολουθεί μια σύντομη αναγνωστική ανάλυση.
⬛ Φώτα ολόφωτα: όταν το φως αποκαλύπτει το όριο
Το «Φώτα ολόφωτα» δεν είναι διήγημα παρηγοριάς. Είναι ένα κείμενο οριακό, όπου η ζωή και ο θάνατος συνυπάρχουν χωρίς ασφαλή διάκριση. Ο Παπαδιαμάντης στήνει μια διπλή σκηνή: στο πέλαγος ο πατέρας παλεύει με την απώλεια, στο σπίτι η μητέρα γεννά μέσα στην αγωνία, τη μοναξιά και την εξάντληση. Η αφήγηση κινείται ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα, όχι για λόγους τεχνικής αρτιότητας, αλλά για να καταδείξει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη γεννιέται πάντοτε εν μέσω κινδύνου.
Το ύδωρ λειτουργεί ως μεθοριακό στοιχείο. Δεν εξιδανικεύεται ούτε αγιοποιείται από μόνο του. Είναι άβυσσος, απειλή, χώρος πιθανής εξαφάνισης· και ταυτόχρονα το ίδιο υλικό που θα δεχθεί το νεογέννητο παιδί στο βάπτισμα. Ο συγγραφέας δεν διαχωρίζει αυθαίρετα τη φύση σε «καλή» και «κακή». Το ίδιο στοιχείο που απειλεί τη ζωή γίνεται και τόπος σωτηρίας, χωρίς να ακυρώνεται ο κίνδυνος.
Κεντρική μορφή του διηγήματος είναι η μητέρα. Η φωνή της δεν εξιδανικεύεται. Μέσα στον πόνο της λοχείας και την αγωνία για τον άντρα της, ξεσπά σε λόγο σκληρό, σκοτεινό, ακόμη και βίαιο. Ο Παπαδιαμάντης δεν τη διορθώνει, ούτε τη λογοκρίνει. Καταγράφει την κραυγή της ως ανθρώπινη αλήθεια. Η κατάρα δεν παρουσιάζεται ως ηθική παρέκκλιση, αλλά ως όριο αντοχής.
Η μεταστροφή δεν έρχεται θεαματικά. Έρχεται αθόρυβα, με την παραδοχή ότι ο λόγος της «αστόχησε». Η μετάνοια εδώ δεν είναι συναισθηματική έξαρση· είναι αναγνώριση μέτρου και ευθύνης.
Το φως των Θεοφανείων, όπως το αποδίδει ο Παπαδιαμάντης, δεν λειτουργεί ως εύκολη λύτρωση. Δεν διαλύει το σκοτάδι· το καθιστά ορατό. Το φως αποκαλύπτει την ανθρώπινη γύμνια, τον φόβο, την ευθραυστότητα, χωρίς να τα εξωραΐζει. Γι’ αυτό και το τέλος του διηγήματος δεν είναι θριαμβευτικό. Είναι εύθραυστο, σιωπηλό, ανοιχτό.
Η θεολογία του «Φώτα ολόφωτα» δεν είναι θεωρητική. Είναι ενσαρκωμένη και απαιτητική. Δεν υπόσχεται ασφάλεια, αλλά καλεί σε παραμονή μέσα στον κόσμο χωρίς ψευδαισθήσεις. Το φως δεν χαρίζεται για να καθησυχάσει· χαρίζεται για να φανερώσει.
Ίσως γι’ αυτό το διήγημα παραμένει τόσο επίκαιρο: γιατί μας θυμίζει ότι η πίστη δεν είναι καταφύγιο από τον κίνδυνο, αλλά τρόπος να τον διασχίζεις χωρίς να χάνεις την ευθύνη του λόγου και της ζωής.
Η εμπειρία του φωτός που δεν αναιρεί αλλά φανερώνει το σκοτάδι θυμίζει τον λόγο του Αγίου Ισαάκ του Σύρου, σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός δεν αφαιρεί τον πειρασμό, αλλά «δίδει δύναμιν ἐν αὐτῷ». Το φως, έτσι, δεν λειτουργεί ως άρση της δοκιμασίας, αλλά ως παρουσία μέσα σε αυτήν... γεγονός που διατρέχει σιωπηλά ολόκληρη την παπαδιαμαντική θεολογία.
Το φως που αποκαλύπτει χωρίς να καταργεί το σκοτάδι μπορεί να διαβαστεί ως συνάντηση του ενιαίου Λόγου με τους επιμέρους λόγους της κτίσης. Η ύλη δεν αναιρείται ούτε εξιδανικεύεται· γίνεται διαφανής, ικανή να φανερώσει το νόημά της μέσα από το ρίσκο της ύπαρξης και όχι έξω από αυτό.
Το φως δεν επιβάλλεται πάνω στον κόσμο, αλλά εισέρχεται σε αυτόν χωρίς να αλλοιώνει τη φύση του. Έτσι, ακόμη και το πιο εύθραυστο στοιχείο της κτίσης μπορεί να γίνει τόπος φανέρωσης νοήματος, όχι επειδή μεταβάλλεται, αλλά επειδή σχετίζεται.
...γιατί όταν η πατερική σκέψη ψιθυρίζει,
δεν επισκιάζει τον λόγο... τον βαθαίνει.
⬛ 🔵 Κατακλείδα
Θεοφάνεια, ύδωρ και το ασυνείδητο της ανθρώπινης δοκιμασίας
Στο «Φώτα ολόφωτα», το ύδωρ των Θεοφανείων δεν λειτουργεί μόνο ως θεολογικό σύμβολο, αλλά και ως καθρέφτης του ανθρώπινου ασυνείδητου: ένας τόπος όπου αναδύονται φόβοι, ενοχές, επιθυμίες και λέξεις που «αστοχούν» πριν βρουν μέτρο. Η κατάδυση στο νερό και η γέννηση μέσα στον πόνο συγκροτούν μια κοινή εμπειρία μετάβασης, όπου το υποκείμενο έρχεται αντιμέτωπο με το όριο της παντοδυναμίας του. Το φως δεν καταπραΰνει το τραύμα· το καθιστά ορατό και, άρα, αναγνώσιμο. Έτσι, η θεοφανική εμπειρία στον Παπαδιαμάντη δεν αναιρεί το σκοτάδι της ψυχής, αλλά το εντάσσει σε μια διαδικασία νοηματοδότησης, όπου η ζωή δεν σώζεται με την άρνηση του κινδύνου, αλλά με την αποδοχή της ευθύνης να τον διασχίσει.
🟢 Ο Παπαδιαμάντης υπήρξε ένας μεγάλος συγγραφέας και μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, που έζησε μία ζωή στα πλαίσια της αγιοσύνης, έχοντας για συντροφιά την απέραντη αγάπη του για τούς φτωχούς ανθρώπους του νησιού του και της πόλης, τον άσβεστο έρωτά του προς τη φύση, και τη θρησκευτική λατρεία του προς τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα της πατρίδας μας. 👉🏽 (Βλ. αφιέρωμα εδώ)
3 Ιανουαρίου 1911, φεύγει από την ζωή ο μεγάλος λογοτέχνης Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, έχοντας στα χείλη το δοξαστικό της ενάτης ώρας των Θεοφανείων:
«Τὴν χεῖρά σου τὴν ἁψαμένην, τὴν ἀκήρατον κορυφὴν τοῦ Δεσπότου, Μεθ' ἧς καὶ δακτύλῳ αὐτόν, ἡμῖν καθυπέδειξας, Ἔπαρον ὑπὲρ ἡμῶν, Βαπτιστά, ὡς παῤῥησίαν ἔχων πολλήν, Καὶ γὰρ μείζων τῶν Προφητῶν ἁπάντων, ὑπ' αὐτοῦ μεμαρτύρησαι· Τοὺς ὀφθαλμούς σου πάλιν δέ, τοὺς τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατιδόντας, ὡς ἐν εἴδει περιστερᾶς κατελθόν, Ἀναπέτασον πρὸς αὐτὸν Βαπτιστά, ἵλεων ἡμῖν ἀπεργασάμενος· Καὶ δεῦρο στῆθι μεθ' ἡμῶν, Ἐπισφραγίζων τὸν ὕμνον, καὶ προεξάρχων τῆς πανηγύρεως.»
🌿.✟. Αιωνία η μνήμη του ανθρώπου που έζησε ενάντια στο ρεύμα της εποχής του και που δεν ήθελε παρά να «ομοιάζει μόνο με τον εαυτόν του» και να «ασχολείται με το Ωραίον».
Περισσότερα: Παπαδιαμάντης, Θεοφάνια
🎞️ video : η Σαπφώ Νοταρά διαβάζει Παπαδιαμάντη
3.1.2001 Ομιλία Αρχιμανδρίτη π. Ανανία Κουστένη
⬛ 🔵 Εισαγωγή Ερωτήσεων για διάλογο με Αναγνώστες
Φώτα ολόφωτα δεν σημαίνει απουσία σκοταδιού. Στον Παπαδιαμάντη, το φως των Θεοφανείων αποκαλύπτει το όριο: τη γέννα μέσα στον φόβο, το ύδωρ ως άβυσσο και βάπτισμα, τον λόγο που αστοχεί πριν βρει μέτρο.
Θεοφάνεια, ύδωρ και ψυχικό βάθος. Το φως ως αποκάλυψη, όχι ως παρηγοριά. Στον Παπαδιαμάντη, το ύδωρ των Θεοφανείων δεν είναι σύμβολο ασφάλειας αλλά μετάβασης. Και το φως δεν καταργεί το σκοτάδι· το καθιστά ορατό.
Η υπαρξιακή λογοτεχνία του Παπαδιαμάντη δεν προσφέρει εύκολη παρηγοριά. Προσφέρει διάκριση. Φώτα ολόφωτα ≠ απουσία σκοταδιού. Στον Παπαδιαμάντη, το φως αποκαλύπτει το όριο: ύδωρ, γέννα, φόβος, λόγος που αστοχεί.
Μια πολιτισμική και ψυχολογική ανάλυση στο διήγημα «Φώτα ολόφωτα» - θεολογική, υπαρξιακή και με ψυχαναλυτικό βάθος. Όχι για να παρηγορηθούμε εύκολα, αλλά για να δούμε καθαρότερα. Το ύδωρ και το φως λειτουργούν ως οριακές εμπειρίες: γέννηση, κίνδυνος, λόγος, ευθύνη. Υπάρχουν κείμενα που δεν μας «αγκαλιάζουν». Μας φωτίζουν... και αυτό πονά. Για όσους αντέχουν να σταθούν στο όριο.
Φώτα ολόφωτα δεν σημαίνει άγνοια του σκοταδιού
Στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, το φως δεν λειτουργεί ως παρηγορητική αφήγηση.
Λειτουργεί ως αποκάλυψη. Και η αποκάλυψη είναι πάντοτε πολιτική πράξη.
Στο διήγημα «Φώτα ολόφωτα», το ύδωρ δεν είναι ρομαντικό σύμβολο. Είναι όριο: ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στη γέννηση και την απώλεια, στον λόγο που αντέχει και στον λόγο που αστοχεί. Το φως των Θεοφανείων δεν σβήνει τον κίνδυνο· τον καθιστά ορατό. Και αυτό ακριβώς ενοχλεί κάθε εξουσία που προτιμά το σκοτάδι της σύγχυσης από τη διαύγεια της ευθύνης.
Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος εργαλειοποιείται, η πληροφορία αντικαθιστά τη διάκριση και η τεχνολογία διεκδικεί ρόλο σωτήρα, ο Παπαδιαμάντης υπενθυμίζει κάτι ριζοσπαστικό:
ότι το φως δεν νομιμοποιεί την ισχύ, αλλά την κρίνει. Και ότι το ύδωρ, πριν γίνει πόρος, δεδομένο ή μέσο ελέγχου, είναι κοινό πεδίο ζωής και ευαλωτότητας.
Η ανάλυση δεν διαβάζει το κείμενο ως εορταστικό ανάγνωσμα, αλλά ως κριτήριο. Γιατί χωρίς διάκριση, το φως γίνεται προπαγάνδα. Και χωρίς ευθύνη, κάθε «αγιασμός» μετατρέπεται σε τελετουργική κενότητα.
Το ερώτημα δεν είναι αν πιστεύουμε στο φως.
Το ερώτημα είναι αν αντέχουμε να μας εκθέσει.
❓ Ερωτήσεις Διαλόγου
• Μπορεί το φως να λειτουργεί ως αποκάλυψη χωρίς να προσφέρει παρηγοριά;
• Πώς διαβάζουμε σήμερα το ύδωρ ως όριο ανάμεσα στη ζωή και την απώλεια;
• Είναι η «αστοχία του λόγου» ένδειξη αποτυχίας ή απαρχή ευθύνης;
• Τι σημαίνει γέννηση όταν συνυπάρχει με τον κίνδυνο;
• Μπορεί η λογοτεχνία να φωτίζει το ασυνείδητο χωρίς να το εξηγεί;
Ερώτηση ειδική
• Πώς θα διάβαζες το ύδωρ στον Παπαδιαμάντη ως πεδίο όπου η ύλη, η μνήμη και ο χρόνος συναντώνται χωρίς να συγχωνεύονται;
Οι Αναγνώστες και Αναγνώστριες σχολιάζουν στο Facebook
• Πώς διαβάζουμε σήμερα το ύδωρ ως όριο ανάμεσα στη ζωή και την απώλεια;
• Είναι η «αστοχία του λόγου» ένδειξη αποτυχίας ή απαρχή ευθύνης;
• Τι σημαίνει γέννηση όταν συνυπάρχει με τον κίνδυνο;
• Μπορεί η λογοτεχνία να φωτίζει το ασυνείδητο χωρίς να το εξηγεί;
Ερώτηση ειδική
• Πώς θα διάβαζες το ύδωρ στον Παπαδιαμάντη ως πεδίο όπου η ύλη, η μνήμη και ο χρόνος συναντώνται χωρίς να συγχωνεύονται;
Οι Αναγνώστες και Αναγνώστριες σχολιάζουν στο Facebook
Keywords: Παπαδιαμάντης, Φώτα ολόφωτα, ανάλυση διηγήματος, Θεοφάνεια, ύδωρ, φως, βάπτιση, ελληνική λογοτεχνία, θεολογική ανάγνωση, υπαρξιακή λογοτεχνία



εξαιρετικό!!! τιποτε άλλο!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή