"copyrightHolder": { "@type": "Person", "name": "Sophia Drekou" }, "potentialAction": { "@type": "ReadAction", "target": "https://www.sophia-ntrekou.gr/2014/09/o-kazantzidis-ws-symvolo-lygeros.html" } }

Σελίδες

Ο Στέλιος Καζαντζίδης ως σύμβολο Ελληνισμού και ταξικής αγωνιστικότητας


Κοινωνιολογική και πολιτισμική ανάγνωση της στάσης ζωής του Στέλιου Καζαντζίδη απέναντι στο χρήμα και την εξουσία

✍🏻 Σοφία Ντρέκου - Αρθρογράφος

🎤 Στέλιος Καζαντζίδης – Λαϊκή φωνή, ταξική αγωνιστικότητα και ηθική της τέχνης
Με τη μοναδική υφή της φωνής του, ο Στέλιος Καζαντζίδης κατόρθωσε να συμπυκνώσει τις αγωνίες, τους φόβους αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν αυτονόητη, αλλά καθημερινός αγώνας. Η φωνή του δεν υπήρξε απλώς αισθητικό γεγονός· υπήρξε κοινωνικό γεγονός. Έφερε μέσα της τον μόχθο του εργάτη, τον ξεριζωμό του μετανάστη, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου που αρνείται να γονατίσει.

Η σπουδαιότερη παρακαταθήκη που άφησε δεν ήταν μόνο το ρεπερτόριο, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιλήφθηκε και έζησε τη ζωή ορθόπρακτα. Εναντιώθηκε στην εξουσία του χρήματος και στην ηδονιστική επίδειξη που κυριάρχησε στη μεταπολεμική βιομηχανία του θεάματος. Αρνήθηκε προτάσεις υπέρογκων αμοιβών από νυχτερινά κέντρα, όχι από ιδιοτροπία, αλλά από ηθική επιλογή: δεν δέχτηκε να μετατρέψει τη φωνή του σε εμπόρευμα αποσπασμένο από το κοινωνικό της νόημα. Η στάση του αυτή συγκροτεί μια έμπρακτη ταξική αγωνιστικότητα, όπου η αξιοπρέπεια προηγείται του κέρδους.

Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και η σφοδρή του κριτική προς τη δισκογραφική βιομηχανία της εποχής. Ο Καζαντζίδης κατήγγειλε τον ασφυκτικό έλεγχο του μεγάλου κεφαλαίου στη μουσική παραγωγή και την επιβολή ευτελούς, αποπροσανατολιστικής ύλης στη νεολαία. Η τοποθέτηση αυτή, ειπωμένη μέσα στα ιστορικά συμφραζόμενα των δεκαετιών του εξήντα και εβδομήντα, αποτυπώνει την αντίσταση ενός λαϊκού δημιουργού απέναντι στη μαζικοποίηση και την αλλοτρίωση της τέχνης. Δεν είναι σύνθημα μίσους· είναι κραυγή κοινωνικής αυτοάμυνας ενός ανθρώπου που είδε την τέχνη να υποτάσσεται στην αγορά.

Ο Καζαντζίδης «κέρδισε» τη ζωή όχι με συσσώρευση, αλλά με απλότητα και απόσυρση, με τη θέα του απέραντου γαλάζιου ως αντίβαρο στην ασφυξία της εμπορικής σκηνής. Η άρνησή του να συνεχίσει όπως «επέβαλλε το σύστημα» δεν ήταν φυγή· ήταν πολιτική πράξη ήθους. Γι’ αυτό και παραμένει σύμβολο: όχι επειδή τραγούδησε τον πόνο, αλλά επειδή δεν τον εξαργύρωσε.

🧭 Ιστορικό πλαίσιο & κριτική ανάγνωση
Η στάση του Στέλιου Καζαντζίδη δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκομμένη από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της μεταπολεμικής Ελλάδας. Πρόκειται για μια περίοδο βαθιών τραυμάτων: Κατοχή, Εμφύλιος, μαζική φτώχεια, εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Η λαϊκή μουσική δεν λειτουργεί τότε ως ψυχαγωγία με τη σύγχρονη έννοια, αλλά ως φορέας συλλογικής μνήμης και κοινωνικής επιβίωσης. Ο τραγουδιστής δεν είναι «σταρ», αλλά ενδιάμεσος λόγος ανάμεσα στον πόνο και την αξιοπρέπεια.

Στο πλαίσιο αυτό, η σύγκρουση του Καζαντζίδη με τη δισκογραφική βιομηχανία αποκτά δομικό χαρακτήρα. Η μουσική βιομηχανία της εποχής, σε διαδικασία ταχείας εμπορευματοποίησης, επιδίωκε τη μαζική παραγωγή εύπεπτου ακροάματος και τη μετατροπή του καλλιτέχνη σε αναλώσιμο προϊόν. Η άρνηση του Καζαντζίδη να συμμορφωθεί -είτε μέσω της αποχής του από τα νυχτερινά κέντρα είτε μέσω της αποστασιοποίησής του από το εμπορικό κύκλωμα- συνιστά πράξη αντίστασης στην πολιτισμική αλλοτρίωση.

Οι δημόσιες καταγγελίες του, συχνά ωμές και φορτισμένες, πρέπει να αναγνωσθούν κριτικά και ιστορικά, όχι αποσπασματικά. Ανήκουν στη ρητορική ενός λαϊκού ανθρώπου που αντιλαμβάνεται το κεφάλαιο όχι ως αφηρημένη οικονομική έννοια, αλλά ως βιωμένη εξουσία που καθορίζει ποια φωνή ακούγεται και ποια σιωπά. Η γλώσσα του δεν είναι ακαδημαϊκή· είναι γλώσσα εμπειρίας, με όλες τις εντάσεις, τις υπερβολές και τα όριά της. Η κριτική ανάγνωση οφείλει να διαχωρίζει την κοινωνική καταγγελία από κάθε μορφή συλλογικής στοχοποίησης, χωρίς όμως να εξουδετερώνει το περιεχόμενο της καταγγελίας.

Από αυτή τη σκοπιά, ο Καζαντζίδης δεν υπήρξε απλώς τραγουδιστής της εργατικής τάξης, αλλά υποκείμενο ταξικής συνείδησης. Η άρνησή του να «πουλήσει» τη φωνή του συνδέεται με μια βαθύτερη αντίληψη περί τέχνης ως ηθικής σχέσης και όχι ως συναλλαγής. Η επιλογή της απόσυρσης, συχνά παρεξηγημένη ως ιδιοτροπία ή μελαγχολία, μπορεί να ιδωθεί ως συνειδητή πολιτισμική στάση: μια μορφή σιωπηλής απεργίας απέναντι σε έναν μηχανισμό που ζητούσε συνεχή παραγωγή χωρίς νόημα.

Τέλος, η κληρονομιά του Καζαντζίδη μας καλεί σε μια σύγχρονη αναστοχαστική ερώτηση:
σε ποιον ανήκει η φωνή; Στην αγορά ή στην κοινότητα που τη γέννησε; Η απάντηση που έδωσε ο ίδιος δεν ήταν θεωρητική. Ήταν βιογραφική, ηθική και έμπρακτη και γι’ αυτό παραμένει επίκαιρη.

Οι παρακάτω Βιβλιογραφικές νύξεις αντλούνται από τη κοινωνιολογία της μουσικής και τις πολιτισμικές σπουδές, όχι για να θεωρητικοποιήσει τον Στέλιο Καζαντζίδη, αλλά για να φωτίσει τη βιωμένη του στάση ως ιστορικό και ηθικό γεγονός.

📖 Βιβλιογραφικές νύξεις
(Κοινωνιολογία της μουσικής – Πολιτισμικές σπουδές – Λαϊκός πολιτισμός)

💿 Κοινωνιολογία της μουσικής & πολιτισμική θεωρία
𝄞 Theodor W. Adorno, On Popular Music
– Θεμελιώδες κείμενο για την εμπορευματοποίηση της μουσικής και τη βιομηχανία του πολιτισμού. Χρήσιμο για την κριτική στη δισκογραφική λογική που αντιπαρατίθεται στη στάση του Καζαντζίδη.

𝄞 Pierre Bourdieu, Distinction: A Social Critique of the Judgement of Taste
– Για την έννοια του γούστου ως ταξικού και κοινωνικού μηχανισμού. Εφαρμόζεται άμεσα στη διάκριση λαϊκού/εμπορικού ακροάματος.

𝄞 Simon Frith, Music and Identity
– Αναλύει τη μουσική ως φορέα ταυτότητας, συλλογικής μνήμης και κοινωνικής ένταξης.

💿 Πολιτισμικές σπουδές – λαϊκός πολιτισμός
𝄞 Stuart Hall, Cultural Identity and Diaspora
– Χρήσιμο για την ανάγνωση της λαϊκής μουσικής ως φωνής μετακίνησης, τραύματος και κοινωνικής εμπειρίας.

𝄞 Raymond Williams, Culture and Society
– Για τη σχέση πολιτισμού, τάξης και κοινωνικών μετασχηματισμών στη νεωτερικότητα.

𝄞 Antonio Gramsci, Τετράδια της Φυλακής (επιλεγμένα αποσπάσματα)
– Για την έννοια της πολιτισμικής ηγεμονίας και της λαϊκής αντίστασης μέσω του πολιτισμού.

💿 Ελληνική βιβλιογραφία – λαϊκό τραγούδι & κοινωνία
𝄞 Ηλίας Πετρόπουλος, Ρεμπέτικα Τραγούδια
– Για το λαϊκό τραγούδι ως κοινωνικό ντοκουμέντο και βιωματική αφήγηση.

𝄞 Λίλιαν Βουδούρη, Μουσική και κοινωνία στην Ελλάδα του 20ού αιώνα
– Συστηματική προσέγγιση της σχέσης μουσικής, κράτους και κοινωνικών τάξεων.

𝄞 Γιώργος Λιάνης, Στέλιος Καζαντζίδης – Η ζωή μου όλη
– Πρωτογενές υλικό για τη βιογραφική και ηθική στάση του Καζαντζίδη (χρήση με κριτική απόσταση).

💿 Διαθεματικές προσεγγίσεις (ψυχολογία – ηθική – τέχνη)
𝄞 Erich Fromm, To Have or To Be?
– Για τη στάση ζωής απέναντι στο χρήμα, την κατοχή και το νόημα· ιδανικό για την ηθική επιλογή της απόσυρσης.

𝄞 Walter Benjamin, The Work of Art in the Age of Mechanical Reproduction
– Για την απώλεια της «αύρας» της τέχνης στη μαζική παραγωγή.

💿 Θεωρητικό Πλαίσιο
(Κοινωνιολογία της μουσικής – Πολιτισμικές σπουδές – Ηθική της τέχνης)

Η παρούσα ανάλυση εντάσσεται στο πεδίο της κοινωνιολογίας της μουσικής και των πολιτισμικών σπουδών, όπου η μουσική προσεγγίζεται όχι ως ουδέτερο αισθητικό προϊόν, αλλά ως κοινωνική πρακτική, φορέας νοημάτων, ταυτοτήτων και σχέσεων εξουσίας. Η λαϊκή φωνή, ιδιαίτερα σε μεταπολεμικές κοινωνίες όπως η ελληνική, λειτουργεί ως μέσο συλλογικής έκφρασης τραύματος, επιβίωσης και αξιοπρέπειας, και όχι απλώς ως ψυχαγωγικό θέαμα.

Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της εμπορευματοποίησης της τέχνης αποτελεί κεντρικό άξονα. Η πολιτισμική βιομηχανία, όπως έχει αναλυθεί στη σύγχρονη κοινωνική θεωρία, τείνει να αποσπά το καλλιτεχνικό έργο από το κοινωνικό του υπόβαθρο και να το επανεντάσσει ως ανταλλάξιμο προϊόν στην αγορά. Απέναντι σε αυτή τη διαδικασία, αναπτύσσονται μορφές αντίστασης που δεν εκφράζονται απαραίτητα με πολιτικά συνθήματα, αλλά με στάσεις ζωής, αποσύρσεις, αρνήσεις και ηθικές επιλογές.

Η τέχνη, σε αυτή την ανάγνωση, δεν ορίζεται μόνο από την παραγωγή έργων, αλλά από τη σχέση του υποκειμένου με το νόημα, το χρήμα και το κοινό. Η άρνηση της υπαγωγής στους όρους της αγοράς μπορεί να ιδωθεί ως μορφή πολιτισμικής πράξης, όπου η σιωπή, η αποχή ή η απλότητα αποκτούν πολιτικό και ηθικό βάρος. Πρόκειται για μια ορθόπρακτη ηθική, όπου το βίωμα προηγείται της θεωρίας.

Τέλος, το θεωρητικό αυτό πλαίσιο αντλεί και από την έννοια της συλλογικής μνήμης: οι λαϊκές φωνές δεν επιβιώνουν μόνο μέσα από τα αρχεία ή τη δισκογραφία, αλλά μέσα από την κοινωνική ανάμνηση και την αναγνώριση. Η μουσική, ως φωνή της κοινότητας, γίνεται έτσι πεδίο όπου συναντώνται η τάξη, η ταυτότητα, η ηθική και η ιστορία — όχι ως αφηρημένες έννοιες, αλλά ως ζωντανή εμπειρία.

🎤 Από το θεωρητικό πλαίσιο στο παράδειγμα Καζαντζίδη

Το παραπάνω θεωρητικό πλαίσιο βρίσκει εμβληματική ενσάρκωση στην περίπτωση του Στέλιος Καζαντζίδης. Η φωνή του δεν μπορεί να ιδωθεί ως απλό καλλιτεχνικό προϊόν, αλλά ως κοινωνικός λόγος ενσαρκωμένος... μια μορφή λαϊκής αφήγησης που γεννήθηκε μέσα από τις ιστορικές συνθήκες της φτώχειας, της μετανάστευσης και της ταξικής επισφάλειας. Ο Καζαντζίδης δεν εξέφρασε απλώς το συλλογικό βίωμα· το βίωσε ο ίδιος και το μετέτρεψε σε ηθική στάση απέναντι στη ζωή και την τέχνη.

Η σύγκρουσή του με τη δισκογραφική βιομηχανία, η αποστασιοποίησή του από τα νυχτερινά κέντρα και η άρνηση υπέρογκων οικονομικών ανταλλαγμάτων δεν αποτελούν περιθωριακές βιογραφικές λεπτομέρειες, αλλά συνεπείς επιλογές που φωτίζουν τη σχέση τέχνης και εξουσίας. Μέσα από αυτές τις επιλογές, ο Καζαντζίδης συγκροτεί ένα υπόδειγμα ορθόπρακτης ηθικής, όπου η καλλιτεχνική φωνή δεν αποσπάται από την κοινωνική ευθύνη, αλλά παραμένει δεμένη με την κοινότητα που τη γέννησε.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάλυση που ακολουθεί δεν στοχεύει στην εξιδανίκευση ενός προσώπου, αλλά στην κατανόηση ενός κοινωνικού φαινομένου: πώς μια λαϊκή φωνή μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας ταξικής συνείδησης, αντίστασης στην εμπορευματοποίηση και συλλογικής μνήμης. Ο Στέλιος Καζαντζίδης γίνεται έτσι όχι απλώς αντικείμενο μελέτης, αλλά παράδειγμα μέσα από το οποίο το θεωρητικό σχήμα αποκτά ιστορική και βιωματική πυκνότητα.

🎤 Η φωνή ως κοινωνικό γεγονός

Επιστρέφοντας στο θεωρητικό πλαίσιο της κοινωνιολογίας της μουσικής και των πολιτισμικών σπουδών, καθίσταται σαφές ότι η τέχνη δεν μπορεί να αναλυθεί αποκομμένη από τις κοινωνικές συνθήκες παραγωγής και πρόσληψής της. Η μουσική, ως κοινωνική πρακτική, ενσωματώνει σχέσεις εξουσίας, ταξικές εντάσεις και ηθικές στάσεις ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση του Στέλιος Καζαντζίδης λειτουργεί ως προνομιακό παράδειγμα, όπου η καλλιτεχνική φωνή μετατρέπεται σε κοινωνικό γεγονός με ιστορική διάρκεια.

Η στάση του απέναντι στην εμπορευματοποίηση της τέχνης αναδεικνύει μια μορφή αντίστασης που δεν εκφράζεται μέσω θεωρητικών διακηρύξεων, αλλά μέσω ορθόπρακτων επιλογών: άρνηση του εύκολου κέρδους, απόσυρση από τους μηχανισμούς μαζικής κατανάλωσης, προσήλωση στην ηθική σχέση ανάμεσα στον δημιουργό και την κοινότητα. Η φωνή, εδώ, δεν ανήκει στην αγορά αλλά στην κοινωνία που τη συγκρότησε και τη νοηματοδότησε.

Υπό αυτό το πρίσμα, η ανάλυση επιβεβαιώνει ότι οι λαϊκές φωνές δεν επιβιώνουν επειδή ενσωματώνονται επιτυχώς στο σύστημα, αλλά επειδή αρνούνται να αποσπαστούν από το κοινωνικό τους έδαφος. Η πολιτισμική αξία δεν προκύπτει από την εμπορική επιτυχία, αλλά από τη διαρκή αναγνώριση μιας φωνής ως αυθεντικού φορέα συλλογικής εμπειρίας. Η τέχνη, έτσι, καθίσταται χώρος όπου η ηθική, η τάξη και η μνήμη συναντώνται.

Τελικά, η επιστροφή στο θεωρητικό πλαίσιο δεν λειτουργεί ως αφηρημένη επιβεβαίωση, αλλά ως εμπειρική δικαίωση: η περίπτωση Καζαντζίδη δείχνει ότι η μουσική μπορεί να παραμείνει πράξη κοινωνικής ευθύνης και όχι απλώς πολιτισμικό προϊόν. Και σε έναν κόσμο όπου η φωνή τείνει να απογυμνώνεται από νόημα, η δική του υπενθυμίζει πως η τέχνη αντέχει μόνο όταν παραμένει δεμένη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

🎤 Η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη ως κοινωνικό γεγονός: ταξική αγωνιστικότητα, άρνηση εμπορευματοποίησης και ηθική της λαϊκής τέχνης.

Η ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ

14 Σεπτεμβρίου, την ημέρα της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού το 2001, έφυγε ο μεγάλος λαϊκός τραγουδοποιός, Στέλιος Καζαντζίδης. Η σπουδαιότερη παρακαταθήκη που άφησε, είναι ο τρόπος αντίληψης που είχε για την ζωή και την βίωσε ορθόπρακτα. Εναντιώθηκε στην εξουσία του χρήματος και της ηδονιστικής ζωής. Κέρδισε την ζωή, με την απλότητα και την θέα του απέραντου γαλάζιου.

† Αθάνατη η μνήμη του και η καλλιτεχνική αγωνιστική πορεία του, ενάντια στην εξουσία του κεφαλαίου.

✒️ Είπαν και έγραψαν για τον Στέλιο Καζαντζίδη

Απόσπασμα από Διάλεξη του Καθηγητή Νίκου Λυγερού «Ο ελληνικός πυρήνας των ευρωπαϊκών γλωσσών» Σέρρες, 27 Σεπτεμβρίου 2008: «Η σωστή ερώτηση, όμως, είναι: Υπάρχουν; Διότι πριν, δεν υπήρχαν καν. Άρα δεν είχαμε το πρόβλημα του ποσοστού, είχαμε το πρόβλημα της ύπαρξης. Το σημαντικό για μας είναι αυτό που είπε ο Καζαντζίδης: Υπάρχω... Άρα έχω προβλήματα.»

δεν είναι μόνο τραγουδιστής
αλλά αντιπρόσωπος μιας εποχής,
μιας ιστορίας που ανήκει πια
στο παρελθόν και το μέλλον
διότι είναι κομμάτι του Ελληνισμού
που αγγίζει κάθε πατριώτη
που δεν μπορεί να ξεχάσει την Ελλάδα
όπου και να βρίσκεται στον κόσμο
γιατί αποτελεί στοιχείο σχέσης
κι όχι απόστασης. [Ν. Λυγερός]

Σχόλιο Konstantinos Konstantinidis: Το να έχεις υψηλό IQ (Ν. Λυγερός), καλό είναι αλλά δεν είναι και το άπαν. Συνήθως τέτοιοι άνθρωποι επικεντρώνονται σε ένα τομέα και αρκετές φορές ο συναισθηματικός τους κόσμος είναι φτωχός. Η περίπτωση όμως του Νίκου Λυγερού είναι ιδιάζουσα, είναι απλωμένος εξ ίσου σε πάρα πολλούς τομείς, χωρίς να ξεχωρίζει κάποιον ιδιαίτερα και όπως λέει γι' αυτόν όλα τα δάκτυλα είναι ίδια. Ταυτόχρονα είναι πάμπλουτος σε συναισθηματικό κόσμο και αγάπη για τον συνάνθρωπο και γνωρίζει το πως και γιατί είναι πιστός Χριστιανός, πράγμα μη σύνηθες σε ανθρώπους με υψηλό IQ, που τοποθετούν εαυτούς υπεράνω Θεού. Γι' αυτό και τα χαρίσματά του είναι δώρο Θεού. 22 Σεπ 2014 στις 1:40 π.μ. και Θεολογία, Επιστήμη και Λογοτεχνία 1 Φεβ 2015

Σπάνια φωτογραφία του Στέλιου

Τα τραγούδια στα οποία ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγούδησε σε πρώτο πρόσωπο, με θέμα το τραγούδι ή τον τραγουδιστή. Όπως πολύ εύστοχα τόνισε το 1981 ο Διονύσης Σαββόπουλος, στη «Μουσική βραδιά» του Γιώργου Παπαστεφάνου, που ήταν αφιερωμένη στο μεγάλο λαϊκό τραγουδιστή, όταν τραγουδά ο Καζαντζίδης πείθει τον ακροατή πως είναι εκείνος ο ήρωας των στίχων του τραγουδιού. Όταν δηλαδή τραγουδά για τον μετανάστη, τον εργάτη ή τον κατάδικο, ο ακροατής είναι πεπεισμένος πως ο Καζαντζίδης είναι ο μετανάστης, ο εργάτης ή ο κατάδικος. Πόσο περισσότερο λοιπόν, είναι πειστικός, όταν τραγουδά για τον τραγουδιστή εαυτό του.

Ανέκδοτο: - Γιατρέ, γράψτε μου κάτι για τον πόνο...
- Θα σου γράψω ένα διπλό cd του Στέλιου Καζαντζίδη.


Ο ΚΑΖΑΝΖΙΔΗΣ ΤΗΣ ΨΑΛΤΙΚΗΣ

Ο Καζαντζίδης σε όλα του τα τραγούδια βγάζει ένα πόνο, 
ένα λυγμό, όπως ευστόχως επεσήμανε και ο Διονύσης*:
«την ώρα που το μέσα μας κοβόταν σαν διαμάντι
στου Καζαντζίδη το λυγμό και του Παπαδιαμάντη

Ο Φιρφιρής, ο Αγιορείτης Ιεροδιάκονος Διονύσιος Φιρφιρής,
που από βαθειά ταπείνωση μέχρι τα γεράματα του
δεν δέχτηκε να γίνει ιερέας και παρέμεινε Διάκονος,
βγάζει έναν πόνο, που θυμίζει τα μακρόσυρτο Αχ του Καζαντζίδη.

Στην υποδοχή του Χριστού από τον Συμέων,
δείτε πως λικνίζεται ο λυγμός του, καθώς ανακρίνει
ψαλτικώς τον Συμεών και του ζητά να μας μιλήσει
για την ανεκλάλητη χαρά και ελευθερία
που έζησε υποδεχόμενος τον Σωτήρα: 

Λέγε Συμεών, τίνα φέρων ἐν ἀγκάλαις, 
ἐν τῷ ναῷ ἀγάλλῃ; τίνι κράζεις καὶ βοᾷς; 
Νῦν ἠλευθέρωμαι· εἶδον γὰρ τὸν Σωτῆρά μου· 
Οὗτός ἐστιν, ὁ ἐκ Παρθένου τεχθείς, 
οὗτός ἐστιν ὁ ἐκ Θεοῦ Θεὸς Λόγος, 
ὁ σαρκωθεὶς δι' ἡμᾶς, καὶ σώσας τὸν ἄνθρωπον· 
Αὐτὸν προσκυνήσωμεν. 8 Σεπτεμβρίου 2016 ·


*Πατήρ Διονύσιος Φιρφιρής (1912 - † 1990) Aγιορείτης μοναχός
(σε Κελί στις Kαρυές), περισσότερο γνωστός στο Όρος
ως διακο-Διονύσιος (κατά κόσμον Δημήτριος Kούκος)

Efthymios Anagnostou: «Όταν μετάλαβα ζωή διψοῦσα τη φωνή σου» Στίς φυλακισμένες χρωματικές τῆς περιούσιας φωνῆς του ~καύσιμα μικρασιατικά, βυζαντινά μακάμια, σμυρνέικα σπασίματα, πολίτικη χροιά~ με τήν ἐρωτική αἰσθαντικότητά της, ἀναπαύονται τά σπαραγμένα ὂνειρα ὃσων ἐπιμένουν στό άντίδωρο τῆς μπέσας καί τῆς λεβεντιᾶς. Μιά ~μικρή~ σταγόνα αἷμα ἁγιασμένο στό δισκοπότηρο τῆς ἐρωτικῆς τράπεζας κάτω ἀπό θόλους τοῦ πόνου καί τῆς ἐγκατάλειψης, κάτω ἀπό θεσπέσια, προδομένα φεγγαρόφωτα, πού ἒλιωσαν στό κῦμα. ...ὃσο οἱ ἂντρες τραγουδοῦν, ἐρωτεύονται, ξενιτεύονται, δέν θἆναι ὃλα ἓνα ψέμα. [Ομάδα «Μονοπάτι Φωτός» Efthymios Anagnostou 14 Σεπ 2016]

Efthymios Anagnostou 14 Σεπτεμβρίου 2018 ·
Νά πῶ νά πῶ τόν πόνο σάν μιά καινούρια ἀλήθεια

Νά πῶ νά πῶ τόν πόνο
σάν μιά καινούρια ἀλήθεια
Γ.Σ
Δέν ἒχει κανόνες γι αὐτήν. Δέν ἀναλύεται. Χάρισμα εἶν᾽ ἡ ὑπομονή.
Μόνο ὁ Θεός μπορεῖ νά σοῦ τήν κάνει δῶρο.
Αποκαλύπτει μοναχά πόσο μον~Αχ~ικός εἶναι ὁ ἂνθρωπος.
῝Οσοι βαθειά μοναχικοί ἒχουν ἀκονισμένη ὑπομονή. Σπλάγχνα γαλβανισμένα.
Ὑπομονή θέλει τό ῍Αχ . ῾Υπομονή καί προσευχή.
Δέν τό καταλαβαίνει αὐτό ἡ μυαλουδίλα καί τό περιφρονεῖ τό ῍Αχ.
Δέν ἒχει τό κάτι παραπάνω. Τό παρά τῷ πόνῳ. Τό ἂγγιγμα τῆς Ἀνατολῆς!
῝Οσοι νογᾶνε, σιωποῦν. Χείλι σφιχτό, βλέμμα ὑγρό.
῝Υστερα ντύνονται ~μέ ἀναπάντεχη ἱλαρότητα~ τό πάθος, τό μεράκι, τόν καημό, τόν λυγμό, τόν σπαραγμό, τόν ´γύφτικο´ ἀπόηχο τῆς λαϊκῆς αἰσθαντικότητας καί βρίσκουν ἂσυλο, ἂπ᾽ ὃσα τούς πονᾶνε ἐκεῖ ἒξω, σέ μιά ἀνάσα ἂνασσα, σέ μιά ὀμφή πονετική πού ξεριζώνει τά καρφιά ἀπ᾽ τό θολωμένο τους μυαλό.
Ἂσπρο πουκάμισο στεγνό μές στή νεροποντή…
(…)

Τότε ἦρθες καί μοῦ ᾽μαθες μ᾽ ἓνα σου <<ἂχ>> τόν τρόπο
πέτρα πού γίνονται οἱ καρδιές στῆς μοναξιᾶς τά μέρη.
Πῶς νά φοράω ροῦχο μου αὐτόν ἐδῶ τόν τόπο,
πῶς πιάνουνε τό δίκοπο τῆς μνήμης τό μαχαίρι. Κ.Τ

Ευθύμιος Αναγνώστου | Καρδιολόγος στην Θεσσαλονίκη

«Stelios-Kazantzidhs: Τι ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης για το ελληνικό τραγούδι έχουν ήδη αποφανθεί οι ειδικοί και η Ιστορία… Πάνω απ’ όλα το έχει αποφασίσει ο ελληνικός λαός, που ακόμη και σήμερα τραγουδά και σιγοψιθυρίζει τα τραγούδια, τα οποία έμειναν ως ανεπανάληπτες ερμηνείες από την μεγάλη φωνή του Στέλιου.

◐ Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που ήταν ο Στέλιος, λιγότερο γνωστά
Οι γονείς του Στέλιου Καζαντζίδη, Χαράλαμπος και Γεσθημανή, ήταν πρόσφυγες. Στη δεκαετία του 1930 η ζωή ήταν δύσκολη, για τους περισσότερους, και ειδικότερα για τους πρόσφυγες, που εγκαταστάθηκαν μετά το 1923 στα αστικά κέντρα (μεγάλα ή μικρά) σε όλη την ελληνική επικράτεια.

Γεννημένος από πρόσφυγες γονείς στην Ν. Ιωνία, βιώνει από τα πρώτα του χρόνια την κοινωνική αδικία, την φτώχεια και την εκμετάλλευση, αυτά δηλαδή που εξέφρασε με τα τραγούδια του. Ζούσε κοινωνικοπολιτικά ορθόπρακτα. Τα πιστεύω του, τα έκανε πράξη γι' αυτό τα τραγούδια του είχαν τόση απήχηση στον λαό. 

Η οικογένεια Καζαντζίδη, λοιπόν, δε θα μπορούσε παρά να βιοπορίζεται με δυσκολία. Πολλές άλλες οικογένειες ζούσαν σε παρόμοιες συνθήκες. Στα χρόνια της κατοχής οι συνθήκες έγιναν δυσχερέστερες και η οικογένεια Καζαντζίδη αναγκάστηκε να μεταβεί στα Πλατανάκια Σερρών και έπειτα στη Ροδώνα Κιλκίς. Αργότερα επέστρεψαν πάλι στην Αθήνα.

Ο πατέρας του χτίστης στο επάγγελμα, ήταν στα χρόνια της κατοχής, ενεργός στην Εθνική Αντίσταση όπου και οργανώθηκε στον ΕΛΑΣ προσφέροντας τις υπηρεσίες του στην Επιμελητεία του Αντάρτη (ΕΤΑ). Στα χρόνια του εμφυλίου δολοφονήθηκε από παρακρατικούς δοσίλογους αντικομμουνιστές.

Ως έφηβος ο Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει πολλές δουλειές για να βγάλει το μεροκάματο. Δουλεύει στην οικοδομή, σε εργοστάσια, υφαντουργεία, πουλάει τσιγάρα και κρύο νερό σε κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας. Κατά τη στρατιωτική του θητεία ορίστηκε υπεύθυνος σε τάγμα μουλαράδων και εκεί μια κλωτσιά στα γεννητικά του όργανα, του στέρησε τη δυνατότητα τεκνοποίησης.

Μετά τον εμφύλιο τον στέλνουν φαντάρο στην Μακρόνησο, γνωρίζοντας εκεί την φρίκη του κολαστηρίου.
➤ Δείτε επίσης σχετικό: Μακρόνησος και Ψυχικός Πόνος - Διλήμματα και αδιέξοδα

Αναφέρει σχετικά, στον Βασίλη Βασιλικό, ο Στέλιος Καζαντζίδης Από το βιβλίο «Υπάρχω», Βασιλικός Βασίλης, σελ. 253 Εκδόσεις Νοέμβριος 2000, απόσπασμα:
«Του έριξαν ένα ξύλο, που ταίρι του δεν πρέπει να υπάρχει στον κόσμο. Ούτε στην ΕΣΑ δεν χτύπαγαν έτσι. Με ένα σιδερένιο μπαστούνι τον σκότωσαν, στην κυριολεξία. Τον είχαν μελανιάσει, αιμορραγούσε… Τότε το '47 πέθανε ο πατέρας μου. Είχε προλάβει να γεννηθεί ο Στάθης. Λίγο πριν πεθάνει τον ξαναπιάσανε, έφαγε πάλι ξύλο. Τους τέσσερις πέντε μήνες που επέζησε μετά τα βασανιστήρια δεν είχε κουράγιο για τίποτα, όλο αιμοπτύσεις έκανε, είχαν σαπίσει οι πνεύμονες, είχε φθαρεί τελείως, δεν είχε κουράγιο ούτε να αναπνεύσει. Το κόμμα έστειλε κάποιο γιατρό. «Δεν έχει ζωή» μας λέει. Ο πατέρας μου έτρωγε σε πεπιεσμένα χαρτόνια για να μην τρώει απ’ το πιάτο που θα τρώγαμε και εμείς, μη μας κολλήσει το μικρόβιο της φυματίωσης. Τρεις μέρες παιδευόταν ο φουκαράς…»

ΔΕΙΤΕ: Ένας Θεολόγος: όταν ακούω Καζαντζίδη είναι λες και διαβάζω το Ευαγγέλιο

𝄞 💿 Μαντουμπάλα Η θρυλική Ινδή πρωταγωνίστρια που πέθανε νέα και έγινε τραγούδι από τον Καζαντζίδη.

Η κόντρα για την πατρότητα των στίχων και της μουσικής. 
Παρέμεινε πρώτο σε πωλήσεις για μια δεκαετία!...

Η ινδική ταινία «Ο αλήτης της Βομβάης» ήταν η αφορμή να γραφτεί το τραγούδι «Μαντουμπάλα» του Στέλιου Καζαντζίδη, το οποίο όταν κυκλοφόρησε ως Μαντουβάλα, έγινε τεράστια λαϊκή επιτυχία. Η ιστορία της δημιουργίας του ξεκίνησε από τον Καζαντζίδη, αλλά συνέβαλαν άλλοι δύο καλλιτέχνες στην ολοκλήρωση του.

Καθώς ο Καζαντζίδης παρακολουθούσε την συγκεκριμένη ταινία ενθουσιάστηκε με το τραγούδι και τις μουσικές συνθέσεις του θρυλικού Ραβί Σανκάρ και θέλησε να το διασκευάσει στα ελληνικά.

Τότε ζήτησε από την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου να τον βοηθήσει να γράψουν ελληνικούς στίχους πάνω στο ινδικό ρυθμό. Η Παπαγιαννοπούλου, που ήταν λάτρης του ινδικού κινηματογράφου βρήκε τον τίτλο πριν ξεκινήσει να γράφει τους στίχους. Ο τίτλος σήμαινε «γλυκό κορίτσι» και ήταν το όνομα της μεγάλης Ινδής πρωταγωνίστριας της δεκαετίας του ’50, της Μαντουμπάλα.

Με μάτια κλαμένα στους δρόμους γυρνώ, 
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω, 
μια χαμένη αγάπη ζητάω να βρω. 
Να σε δω κι ας πεθάνω, καλή μου. 
Αυτό μόνο ζητάει η ψυχή μου. 
Από τότε που σ’ έχασα λιώνω, 
τ’ όνομά σου φωνάζω με πόνο, 
Μαντουμπάλα, Μαντουμπάλα. 

Στο τραγούδι η Μαντουμπάλα είναι η χαμένη αγάπη του τραγουδιστή, την οποία αναζητά και καλεί σπαρακτικά να γυρίσει κοντά του. Η Παπαγιαννοπούλου, έγραψε τους στίχους για την κόρη της, που είχε πεθάνει εκείνη τη χρονιά.

Η κόντρα για τους στίχους και τη μουσική 

Η περιπέτεια του κομματιού δεν έληξε εκεί. Ο Καζαντζίδης αντιμετώπισε δυσκολίες στην προσαρμογή της μουσικής με τους στίχους και μαζί με την Μαρινέλλα απευθύνθηκαν στον συνθέτη Θόδωρο Δερβενιώτη. Ο συνθέτης δέχτηκε να τους βοηθήσει και αφού έκανε τις κατάλληλες προσθαφαιρέσεις, παρέδωσε το κομμάτι έτοιμο στον Καζαντζίδη. Πλέον δεν έμοιαζε με το ινδικό τραγούδι «Aajao tarapt hai arman» του βιρτουόζου του σιτάρ Ραβί Σανκάρ, αλλά είχε αποκτήσει δικό του χαρακτήρα.

Στο άκουσμά του ο Καζαντζίδης ενθουσιάστηκε. Η Μαντουβάλα κυκλοφόρησε το 1959 και πούλησε συνολικά 96 χιλιάδες δίσκους. Μάλιστα παρέμεινε πρώτο σε πωλήσεις για μια δεκαετία. Η τεράστια επιτυχία του τραγουδιού ήταν η αιτία που ο Καζαντζίδης πήγε στα δικαστήρια την εταιρεία Κολούμπια και διεκδίκησε ποσοστά επί των πωλήσεων. 

Οι στίχοι ήταν της Παπαγιαννοπούλου και η μουσική του Δερβενιώτη, ωστόσο στον δίσκο στιχουργός και συνθέτης αναφέρθηκε ο Καζαντζίδης. Αυτό προκάλεσε εντάσεις μεταξύ των δημιουργών και του τραγουδιστή. Σύμφωνα με το βιβλίο του Νέαρχου Γεωργιάδη και της Τάνια Ραχματούλινα «Ο Θόδωρος Δερβενιώτης και το μεταμφυλιακό τραγούδι» οφειλόταν στη συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του τραγουδιστή και της εταιρίας του. 

Την περίοδο εκείνη, ο Καζαντζίδης βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του και πίεζε την «Κολούμπια» να του κάνει αύξηση. Ο ιδιοκτήτης Τάκης Λαμπρόπουλος δέχτηκε να το κάνει αλλά με έμμεσο τρόπο ώστε να μην δημιουργηθούν προβλήματα με τους υπόλοιπους καλλιτέχνες. Θα δήλωνε τη σύνθεση και τον στίχο στο όνομα του Καζαντζίδη ώστε να εισπράξει αυξημένη αμοιβή. Η συμφωνία τηρήθηκε αφού κάμφθηκαν οι αρχικές αντιρρήσεις του τραγουδιστή.

Καζαντζίδης - Μαντουβάλα: Από την ονομαστική
του εορτή σε ταβέρνα στους Θρακομακεδόνες










💿 Ποιά ήταν η Μαντουμπάλα
Η Μαντουμπάλα ήταν λαϊκό ίνδαλμα στην Ινδία. Γεννήθηκε το 1933 στο Δελχί ήταν το πέμπτο παιδί από τα συνολικά έντεκα μιας φτωχής μουσουλμάνικης οικογένειας. Εξαιτίας της άσχημης οικονομικής κατάστασης και του πρόωρου θανάτου των έξι αδερφών της, ξεκίνησε να δουλεύει από μικρή ηλικία. Η πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε σε ηλικία εννέα ετών. Το εντυπωσιακό παρουσιαστικό της, τη βοήθησε να αναλάβει πετυχημένους ρόλους που την καθιέρωσαν στο κινηματογραφικό στερέωμα.

Στην Ινδία την αντιμετώπιζαν ως σταρ και την σύγκριναν με την Μέριλιν Μονρόε εξαιτίας της δημοτικότητας της. Έγινε θρύλος στα λαϊκά στρώματα και αυτό συνετέλεσε ο πρόωρος θάνατός της. Η όμορφη ηθοποιός έπασχε από μια καρδιακή πάθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της. Η διάγνωση έγινε το 1950 και η κατάστασή της επιδεινώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60. Την εποχή εκείνη οι επεμβάσεις στην καρδιά δεν ήταν ακόμα διαδεδομένες και δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει την ασθένεια. Πέθανε το 1969 σε ηλικία μόλις 36 ετών.

Αντλήθηκαν πληροφορίες από το βιβλίο «Μια ιστορία.. ένα τραγούδι» του Ηρακλή Ευστρατιάδη. Εκδόσεις Μ. Τούμπης Α.Ε

«Ήταν καλοκαίρι του '80 ή του '81, στο νησί μου, τη Θάσο, κι εκεί ο Στέλιος ήταν πανευτυχής, γιατί μαζί με τους κατοίκους του νησιού, που τον αγαπούσαν, βρήκε και στις θάλασσές του άφθονα ψάρια που σπεύδανε να αγκιστρωθούν στο τσαπαρί του, σαν να έψαχναν και αυτά, τα άφωνα, τη μεγάλη φωνή. Πρωί και απόγευμα, σούρουπο, βγαίναμε για ψάρεμα με τη βάρκα του Αντώνη και τα μεσημέρια, κάτω από τα πεύκα, καθόμασταν οι δυο μας μπροστά σ' ένα μαγνητοφωνάκι και μιλούσαμε. Γεμίσαμε έτσι κάπου είκοσι κασέτες της μιάμισης ώρας».

Από το βιβλίο «Υπάρχω», Βασιλικός Βασίλης, 2000

Σύντομη Βιογραφία

Ο Στέλιος Καζαντζίδης (29 Αυγούστου 1931 - 14 Σεπτεμβρίου 2001) υπήρξε ένας από τους λίγους τραγουδιστές, που κέρδισαν αδιαφιλονίκητα τον τίτλο του λαϊκού ερμηνευτή, αγαπήθηκε φανατικά, μπήκε στις καρδιές και στα σπίτια των ανθρώπων, τραγουδήθηκε όσο λίγοι και χάρισε το αίσθημα της οικειότητας σε όσους ένιωσαν ότι τραγουδά για εκείνους.

Με τη μοναδική υφή της φωνής του κατάφερε να εκφράσει τις αγωνίες, τους φόβους, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης γενιάς ανθρώπων, για τους οποίους η επιβίωση δεν ήταν και τόσο αυτονόητη. Οικονομικά και κοινωνικά αποκλεισμένοι, πρόσφυγες, εργάτες, όλοι αγωνιστές της καθημερινότητας αναζητούσαν στα τραγούδια του παρηγοριά για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν καθημερινά. Και το κοινό του, βέβαια, δεν σταματούσε μόνο σε αυτούς.

Γεννήθηκε στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία Αττικής και ήταν γιος Χαράλαμπου Καζαντζίδη με καταγωγή από τα Κοτύωρα (σημ. Ορντού) του Πόντου και της Γεσθημανής (Χατζίδαινας) με καταγωγή από την Αλάγια της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας. Ο έφηβος Καζαντζίδης (13 ετών) αναγκάστηκε να εργαστεί σε διάφορες δουλειές.

Η μητέρα του ήταν πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Από εκείνη άκουγε ως παιδί τα λαϊκά τραγούδια που έφεραν οι πρόσφυγες και από τη γιαγιά του -όπως έλεγε ο ίδιος- πήρε τις τεχνικές, τις αναπνοές, το κλάμα στη φωνή… Ως τη στιγμή που τον ανέλαβε ο μεγάλος δάσκαλος Στέλιος Χρυσίνης.

Το 1950 εμφανίστηκε για πρώτη φορά επαγγελματικά στην Κηφισιά. Δύο χρόνια αργότερα έκανε και την πρώτη ηχογράφησή του στην Columbia, με το τραγούδι του Απόστολου Καλδάρα «Για μπάνιο πας», που όμως δεν πούλησε. Το δεύτερο τραγούδι, «Οι βαλίτσες» του Γιάννη Παπαϊωάννου, έγινε μεγάλη επιτυχία. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μία σειρά επιτυχιών και συνεχής άνοδος, με εμφανίσεις σε γνωστά λαϊκά κέντρα της εποχής.

Τo 1965 κι ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα νυχτερινά κέντρα. Τήρησε την επιλογή του αυτή ως το τέλος της ζωής του και η μόνη επαφή με το κοινό ήταν μέσω των δίσκων του. Για κάποιο διάστημα και αυτή η επικοινωνία διακόπηκε, λόγω προβλημάτων που είχε με τη δισκογραφική εταιρεία «Μίνως».

Στη δισκογραφία επανήλθε, έπειτα από 12 χρόνια απουσίας, το 1987, συνεργαζόμενος με τους Τάκη Σούκο, Λευτέρη Χαψιάδη, Θανάση Πολυκανδριώτη, Θοδωρή Καμπουρίδη, Μάκη Ερημίτη, Αντώνη Βαρδή, Σώτια Τσώτου και άλλους άξιους δημιουργούς. Το κύκνειο άσμα του ήταν ο δίσκος «Έρχονται Χρόνια Δύσκολα».

Κοιμήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού του 2001, σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από πολύχρονη μάχη με τον καρκίνο.

by Αέναη επΑνάσταση | Sophia-Ntrekou.gr






🎞️ Video Αφιέρωμα 👇


























«Στα Χνάρια ενός Μύθου» (ή συχνότερα «Τ’ αχνάρια ενός μύθου») είναι μια εμβληματική σειρά-αφιέρωμα για τη ζωή και το έργο του Στέλιου Καζαντζίδη. Μια συλλογική μουσική και εκδοτική δουλειά (3 βιβλία + 4 DVD), εστιάζοντας στην τελευταία δεκαετία της καριέρας του, από το 1987 και μετά. Παρουσιάζει τον ώριμο λαϊκό βάρδο με τραγούδια των Χρήστου Νικολόπουλου, Θανάση Πολυκανδριώτη και Τάκη Σούκα.

Η συλλογή περιλαμβάνει κοινωνικά, ερωτικά και αυτοβιογραφικά τραγούδια, αναδεικνύοντας τη μοναδική φωνή του Καζαντζίδη. Καλύπτει τη λεγόμενη «δεύτερη καριέρα» του, με πιο σύγχρονες φόρμες αλλά σταθερή βάση στο γνώριμο λαϊκό ύφος.

Θεωρείται θησαυρός για τη νεώτερη ελληνική μουσική, παρουσιάζοντας μια πιο ώριμη πτυχή του μεγάλου ερμηνευτή.

Περιλαμβάνει:

Σειρά Ντοκιμαντέρ: Τέσσερα επεισόδια (περίπου 55 λεπτών το καθένα) με σπάνια ιστορικά ντοκουμέντα και ανέκδοτο υλικό από το προσωπικό αρχείο του καλλιτέχνη.

Βιβλία/Λευκώματα: Συνήθως συνοδεύεται από τρεις τόμους που καταγράφουν την πορεία του από το 1931 έως το 2001, περιλαμβάνοντας πλήρη δισκογραφία και σπάνιες φωτογραφίες.

Μουσικό Υλικό: Περιέχει δεκάδες τραγούδια-σταθμούς, εστιάζοντας συχνά και στην «δεύτερη καριέρα» του μεγάλου ερμηνευτή μετά το 1987.

















Αποσπάσματα











🎞️ Video Tribute Μηχανή του χρόνου - Στέλιος Καζαντζίδης (Η ζωή του όλη) Εκπομπή της «Μηχανής του χρόνου» αφιερωμένη στο θρυλικό λαϊκό ερμηνευτή Στέλιο Καζαντζίδη



















Βρισκόμαστε στα τέλη του 1994, όταν κυκλοφορεί το άλμπουμ «Και πού Θεός», με τα οκτώ από τα δέκα τραγούδια του να έχουνε μουσική Σούκα και στίχους Σώτιας Τσώτου (εκτός από ένα). Από αυτά, πιο γνωστά είναι τα «Έϊ καπετάνιε» (με τον Καζαντζίδη να λέει στο κλείσιμο «Αυτά είναι τραγούδια κύριοι») και «Ξέρω νεκρούς».

Στέλιος Καζαντζίδης - Και Που Θεός (Άλμπουμ, 1994)











🎞️ Video Στέλιος Καζαντζίδης: Έρχονται χρόνια δύσκολα γεμάτα καταιγίδες, έλεγε το 2000 το τελευταίο τραγούδι που ηχογράφησε σε μουσική και στίχους του Μάκη Ερημίτη. Κι αποδείχτηκε, δυστυχώς, τραγικά προφητικό...






















Εισαγωγή ερωτήσεων για διάλογο

Ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν υπήρξε απλώς μια μεγάλη φωνή.
Υπήρξε κοινωνικό γεγονός.

Μέσα από το τραγούδι του εκφράστηκε ο πόνος, η μετανάστευση, η φτώχεια, η αξιοπρέπεια μιας ολόκληρης γενιάς. Όχι ως θέαμα, αλλά ως βίωμα. Και ίσως αυτό εξηγεί γιατί η στάση ζωής του ...η άρνηση του εύκολου χρήματος, η απόσταση από τη βιομηχανία της διασκέδασης... παραμένει τόσο επίκαιρη σήμερα.

Η φωνή του δεν ανήκε στην αγορά.
Ανήκε στους ανθρώπους που δεν είχαν άλλη φωνή.

Στο κείμενο που ακολουθεί, επιχειρώ μια κοινωνιολογική και πολιτισμική ανάγνωση της πορείας και της στάσης του, όχι για να τον εξιδανικεύσω, αλλά για να κατανοήσουμε τι σημαίνει τέχνη με ηθική ευθύνη.

Ερωτήσεις διαλόγου

Μπορεί μια καλλιτεχνική φωνή να λειτουργήσει ως κοινωνική συνείδηση;
Ή η τέχνη σήμερα έχει αποκοπεί οριστικά από αυτόν τον ρόλο;

Η άρνηση του εύκολου χρήματος είναι πράξη ηθικής ή πολυτέλεια;
Θα μπορούσε να υπάρξει αντίστοιχη στάση στον σημερινό πολιτιστικό χώρο;

Πότε η λαϊκή τέχνη παύει να είναι φωνή του λαού και γίνεται προϊόν;
Υπάρχει σαφές όριο ή είναι μια σταδιακή μετάβαση;

Η σιωπή και η απόσυρση μπορούν να θεωρηθούν μορφές αντίστασης;
Ή ερμηνεύονται πάντα ως ήττα και παραίτηση;

Τι σημαίνει σήμερα «λαϊκός καλλιτέχνης»;
Κοινωνική καταγωγή, θεματολογία ή στάση ζωής;






Keywords: Στέλιος Καζαντζίδης, λαϊκό τραγούδι, κοινωνιολογία της μουσικής, ταξική αγωνιστικότητα, ηθική της τέχνης, εμπορευματοποίηση της μουσικής, λαϊκή φωνή, πολιτισμικές σπουδές, ελληνικός λαϊκός πολιτισμός, φωνή και κοινωνία, μεταπολεμική Ελλάδα, Σοφία Ντρέκου

#ΣτέλιοςΚαζαντζίδης #ΛαϊκήΦωνή #ΤαξικήΑξιοπρέπεια #ΗθικήΤέχνης #ΛαϊκόΤραγούδι #Κοινωνία #Πολιτισμός #SophiaDrekou




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου