Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Παναγία η Πορταΐτισσα [Αφιέρωμα] Υπό το βλέμμα της Πορταϊτίσσης

Τι ζωντανή Εικόνα ! Ωσάν να προτρέπει σε ό,τι χρειάζεσαι... 
είναι η «Φοβερά Προστασία». Είναι αδύνατον, 
το θείον βλέμμα της, να μη προκαλέσει ιερόν δέος !

«Χαῖρε τῶν Ἀγγέλων ᾑ χαρμονή,
καὶ Μονῆς Ἰβήρων, Πορταΐτισσα ἀρωγή, 
καὶ παντὸς τοῦ κόσμου ἐξαίρετος Προστάτις,
καὶ κηδεμὼν καὶ σκέπη Θεογεννήτρια.»

Η Παναγία η Πορταΐτισσα ΕΙΝΑΙ 
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ του ιστολογίου «αέναη επΑνάσταση»

Παναγία Πορταΐτισσα
Αφιέρωμα/Έρευνα Σοφία Ντρέκου
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

Περιεχόμενα
1. Πρόλογος
2. Το ιστορικό της Αγίας Εικόνας
3. Θεόκλητος Διονυσιάτης: Υπό το βλέμμα της Πορταϊτίσσης
4. Βίντεο: Λιτανεία της Παναγίας της Πορταΐτισσας στην Ιερά Μονή Ιβήρων 27/08/2011
5. Βίντεο: «Κυρά μου Πορταΐτισσα» παραδοσιακό τραγούδι από την Αστυπάλαια σε ερμηνεία Νεκταρίας Καραντζή.
6. Βίντεο: ΚΥΡΑ ΜΟΥ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑ - Το ίδιο παραδοσιακό τραγούδι το ακούμε αγαπητοί αναγνώστες από φωνή που προέρχεται από μια τυφλή τραγουδίστρια. (σπάνιο)
7. Βίντεο: Το κάστρο της Αστροπαλιάς από ένα πανέμορφο παραδοσιακό τραγούδι των Δωδεκανήσων κι αγαπημένο μου, όπου στο τέλος αναφέρεται ως παράκληση στην Πορταΐτισσα!*
8. Κείμενο: Ολόκληρος ο Παρακλητικός Κανών Παναγίας Πορταΐτισσας της Μονής Ιβήρων.
9. Βίντεο: Ο Παρακλητικός Κανών Παναγίας Πορταΐτισσας ψαλλόμενος στην Μ. Ιβήρων.
10. ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ (ἐκ χειρογράφου τῆς Μονῆς Ἰβήρων)
11. Βίντεο: Το Απολυτίκιο και τα Μεγαλυνάρια της Παναγίας Πορταΐτισσας

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς
1. Πρόλογος

Η Παναγία μας η Πορταΐτισσα εορτάζει την Λαμπροτρίτη, Τρίτη Διακαινησίμου του Πάσχα στην Ι.Μ. Ιβήρων του Αγίου Όρους. Η εφέστιος θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Πορταϊτίσσης, αποτελεί τον πολυτιμότερο θησαυρό της Ιεράς Μονής Ιβήρων του Αγίου Όρους και μία από τις εξέχουσες ιερές εικόνας της Θεοτόκου. Πλήθη πιστών από τον Ορθόδοξο Κόσμο προσέρχονται ευλαβικά να την προσκυνήσουν και να αποθέσουν τα δάκρυα της ικεσίας, της αγάπης και των ευχαριστιών στο πανσεβάσμιο πρόσωπό Της.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

2. Το ιστορικό της Αγίας Εικόνας 
Η θαυματουργή εικόνα Παναγία Πορταΐτισσα της Ιεράς Μονής Ιβήρων

Η θαυματουργή Πορταΐτισσα, ή εξέχουσα μεταξύ των θεομητορικών εικόνων του "Αθω, ήταν αρχικά φυλαγμένη, καθώς διασώζει ή παράδοση, στη μικρασιατική Νίκαια. Μια ευσεβής γυναίκα με τον μοναχογιό της την είχαν τοποθετήσει μέσα στην ιδιόκτητη εκκλησία τους και την τιμούσαν.

Στα χρόνια της δεύτερης εικονομαχίας Βασιλικοί κατάσκοποι ανακάλυψαν την εικόνα και απείλησαν τη γυναίκα πώς θα τη σκοτώσουν αν δεν τους δωροδοκήσει. Εκείνη υποσχέθηκε ότι την επομένη θα τους έδινε τα χρήματα. και τη νύχτα, αφού προσευχήθηκε μπροστά στην εικόνα, τη σήκωσε με ευλάβεια, κατέβηκε στην παραλία και την έριξε στη θάλασσα λέγοντας:

- Δέσποινα Θεοτόκε, εσύ έχεις τη δύναμη κι εμάς να διασώσεις από τη οργή του Βασιλιά, αλλά και την εικόνα σου από τον καταποντισμό.

Τότε πραγματικά έγινε κάτι θαυμαστό. Ή θαυματουργή εικόνα στάθηκε όρθια στα κύματα και κατευθύνθηκε προς τη δύση. Συγκινημένη ή γυναίκα από το γεγονός γυρίζει στον γιο της και του λέει:

- Εγώ, παιδί μου, για την αγάπη της Παναγίας είμαι έτοιμη να πεθάνω. Εσύ να φύγεις. Να πάς στην Ελλάδα.

Χωρίς αργοπορία το παιδί ετοιμάστηκε και ξεκίνησε για τη Θεσσαλονίκη, κι από κει για τον Άθωνα, όπου εμόνασε. Σάν μοναχός ασκήτεψε στον τόπο πού αργότερα ιδρύθηκε ή μονή των Ιβήρων. Αυτό ήταν οικονομία Θεού, γιατί έτσι πληροφορήθηκαν οί άλλοι μοναχοί το ιστορικό της θαυματουργής εικόνας.

Πέρασε καιρός. Ο μοναχός από τη Νίκαια πέθανε, και το μοναστήρι των Ιβήρων ιδρύθηκε και ολοκληρώθηκε. Ήταν βράδυ, όταν οι μοναχοί αντίκρισαν ένα παράξενο θέαμα: Ένα πύρινο στύλο πού ξεκινούσε από τη θάλασσα κι έφθανε στον ουρανό.

Το όραμα συνεχίστηκε ήμερες και νύχτες. Κατεβαίνουν οι αδελφοί στην παραλία και βλέπουν με θαυμασμό στη βάση του πύρινου στύλου μία εικόνα της Θεοτόκου. Όσο όμως την πλησίαζαν εκείνη απομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στην εκκλησία και παρακάλεσαν με δάκρυα τον Κύριο να χαρίσει στο μοναστήρι τους τον ανεκτίμητο αυτό θησαυρό. Μεταξύ των μοναχών υπήρχε ένας ευλαβής ασκητής, πού λεγόταν Γαβριήλ. Σ' αυτόν παρουσιάζεται ή Παναγία και του λέει:

- Να πεις στον ηγούμενο και στους αδελφούς ότι θα σας παραδώσω την εικόνα μου, για να σας προστατεύει. Θα μπεις κατόπιν στη θάλασσα, θα περπατήσεις πάνω στα κύματα, κι έτσι θα καταλάβουν όλοι την εύνοια μου για το μοναστήρι σας.

Έτσι κι έγινε. Ό π. Γαβριήλ περπάτησε πάνω στη θάλασσα σαν σε στερεά γη, παρέλαβε με ευλάβεια τη θαυματουργή εικόνα και επέστρεψε στην παραλία. Εκεί συγκεντρωμένοι όλοι οι μοναχοί της επιφύλαξαν τιμητική υποδοχή. Ύστερα την παρέλαβαν και την τοποθέτησαν στο Ιερό βήμα του καθολικού.

Όταν την επομένη ό εκκλησιαστικός πήγε ν' ανάψει τα καντήλια, ή εικόνα έλειπε. Ερεύνησε παντού και την ανακάλυψε στο τείχος, πάνω από την πύλη της μονής. Την επανέφεραν στο καθολικό, αλλά ή εικόνα έφυγε και πάλι. Αυτό επαναλήφθηκε πολλές φορές. Τέλος ή Παναγία παρουσιάζεται στον γέροντα Γαβριήλ και του λέει:

- Να πεις στους αδελφούς να μη μ' ενοχλούν. Δεν ήρθα εδώ νια να φυλάγομαι από σας, αλλά να σας φυλάω. Όσοι ζείτε στο Όρος τούτο ενάρετα, να ελπίζετε στην ευσπλαχνία του Υιού μου. Γιατί, όσο υπάρχει ή εικόνα μου μέσα στη μονή σας, ή χάρη και το έλεος Του θα σας επισκιάζουν πάντοτε.

Ύστερα άπ' αυτό οί μοναχοί έχτισαν παρεκκλήσι κοντά στην πύλη κι εκεί τοποθέτησαν την ιερή εικόνα.

Πράγματι ή Πορταΐτισσα, καθώς υποσχέθηκε, προστατεύει τη μονή και οικονομεί κάθε της ανάγκη Ή θεραπεία της πριγκίπισσας. Το 1651 οί 365 Ιβηρίτες μοναχοί δοκίμαζαν οικονομική στενότητα, γι' αυτό ανέθεσαν στη Θεοτόκο να μεριμνήσει για τη συντήρηση τους. Αμέσως ή φιλόστοργη Μητέρα έτρεξε νια εξεύρεση πόρων με το ακόλουθο χαριτωμένο θαύμα.

Εκείνη την περίοδο ήταν βαριά άρρωστη ή κόρη του τσάρου της Ρωσίας Αλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τα πόδια της ήταν παράλυτα και για τους γιατρούς αθεράπευτα.

Τη θλίψη της πριγκίπισσας και των Βασιλέων γονέων της έρχεται τώρα να μεταβάλει σε χαρά ή θαυματουργή Πορταίτισσα. Παρουσιάζεται μια νύχτα στον ύπνο της, κι αφού της έδωσε θάρρος και υποσχέθηκε να τη θεραπεύσει της λέει:

- Να πεις στον πατέρα σου να φέρει από τη μονή των Ιβήρων την εικόνα μου την Πορταϊτισσα.

Το πρωί ή άρρωστη διαβίβασε την εντολή κι αμέσως ξεκίνησε έκτακτη αποστολή, για να μεταφέρει στους Ιβηρίτες μοναχούς την επιθυμία του τσάρου. Εκείνοι φοβήθηκαν μήπως ή εικόνα δεν επιστραφεί, και αποφάσισαν να στείλουν ένα πιστό αντίγραφο με τιμητική συνοδεία τεσσάρων ιερομόναχων.

Μόλις μαθεύτηκε ό ερχομός της σεπτής εικόνας στη Μόσχα, ή πόλη άδειασε. Όλοι, βασιλείς και λαός, έτρεξαν να την προϋπαντήσουν. Στ' ανάκτορα όμως ή πριγκίπισσα κειτόταν στο κρεβάτι, χωρίς να γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμή ζήτησε τη μητέρα της και τότε πληροφορήθηκε το μεγάλο γεγονός.

- Τί; φώναξε. Έρχεται ή Παναγία, κι έμενα με άφησαν εδώ;

Πηδά αμέσως από το κρεβάτι, ντύνεται και τρέχει να υποδεχθεί κι εκείνη την Παναγία. Ό κόσμος είδε την παράλυτη πριγκίπισσα να τρέχει και τα έχασε. Ή συγκίνηση κορυφώθηκε, όταν από την άλλη μεριά έφθασε ή αγία είκόνα κι έγινε ή τελετή της υποδοχής και της προσκυνήσεως.

- Μεγαλειότατε, είπαν οί απεσταλμένοι, προσφέρουμε τη σεπτή αυτή είκόνα σαν δώρο στο ευσεβές ρωσικό έθνος.

- Σας ευχαριστώ, είπε συγκινημένος ο τσάρος. Σέ ένδειξη της ευγνωμοσύνης μου σας παραχωρώ μία από τις καλύτερες μονές της πρωτεύουσας, τον άγιο Νικόλαο. Επίσης ετήσιο επίδομα από 2.500 ρούβλια, ατέλεια σε ό,τι εισάγετε και εξάγετε από τη χώρα μου, καθώς και δωρεάν μετακίνηση των απεσταλμένων σας.

Το μετόχι αυτό παρέμεινε στην κυριότητα της μονής Ιβήρων μέχρι το 1932 και της εξασφάλιζε τόσες προσόδους, ώστε κάλυπτε όλες σχεδόν τίς υλικές της ανάγκες.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς


3. Υπό το βλέμμα της Πορταϊτίσσης
μοναχός Θεοκλήτος Διονυσιάτης †

...Μετά πορείαν μιας σχεδόν ώρας επεστρέψαμεν εις Καρυάς. Μας εδόθη η ευκαιρία να θαυμάσωμεν πάλιν τας υπερόχους συνθέσεις των τοιχογραφιών του ιερού Ναού του Πρωτάτου και να προσευχηθώμεν εις την παλαιάν αυτήν Βασιλικήν. Δεν θα λησμονήσω τας εντόνους μορφάς και τας κινήσεις των αγίων.

Ο Πανσέληνος, αν και έτεμε διάφορον οδόν, εν σχέσει προς την μακράν βυζαντινήν αγιογραφικήν παράδοση, την οποίαν διακρίνει το ασκητικόν πνεύμα, εν τούτοις επέτυχε με τα σαρκώδη και πλαστικά σώματα να δώσει δυναμικήν τόσον φυσικήν όσον και πνευματικήν έκφρασιν. Υπήρξεν αληθώς μέγας αγιογράφος και μόνον δια το γεγονός της πρωτοτυπίας του εντός της ορθοδόξου πνευματικότητος...

Εξήλθομεν από τον Ναόν, δια να πάρωμεν την οδόν προς την Ιεράν Μονήν των Ιβήρων. Ανέλαβεν ένας σεβάσμιος γέρων Μοναχός να μας δείξη την ατραπόν. Κατά το μέσον της πλατείας ήσαν δύο Μοναχοί συνομιλούντες, ενδεδυμένοι μάλλον ευπρεπώς. Διερχόμενοι πλησίον των ηκούσαμεν μίαν λέξιν υπερήφανον. Ο φίλος μου εστράφη προς εμέ εν εκπλήξει. Ο ευγενής συνοδός μας το αντελήφθη και είπε:

Μη σας κάμνει εντύπωσιν. Είναι άνθρωποι, τέκνα του παλαιού Αδάμ. Ο άνθρωπος, γενικώς, είναι δυστυχές πλάσμα, έαν δε ζη απολύτως πνευματικήν ζωήν. Μη δυνάμενος να εξουδετερώση το δηλητήριον της Εδέμ, όπου ρέει εις τας φλέβας μας, με την ταπείνωσιν, επιδιώκει να εκδηλωθεί, ν' ακουσθή, να φανή, παθαινόμενος ως νήπιον, και εκεί, όπου μόνον το γελοίον υπάρχει. Αρκεί να εκδηλωθή η υπεροχή του, έστω και με ένα πράσον, ολίγον χονδρότερον από εκείνο όπου τρώγει ο ομοτράπεζος εν Χριστώ αδελφός του... Μη εκπλήττεσθε, αδελφοί μου. Ανθρώπινα, πολύ ανθρώπινα πράγματα... Και εμειδίασε θλιβερώς.

-Ανθρώπινα, πάτερ, παρετήρησεν ο φίλος μου, αλλ' όχι χριστιανικά. Ο χριστιανός χωρίς ταπείνωσιν αποτελεί αντινομίαν.

-Ο χριστιανός, είπατε, αδελφέ, παρετήρησεν ο Μοναχός, χωρίς ταπείνωσιν δεν έχει νόημα; Αλλ' εγώ σας λέγω και κάτι πλέον: Ότι ο χριστιανός είναι όλος μυστήριον. Πιστεύεις ότι είσαι ενάρετος; Είσαι φαύλος. Κλαίεις ως αμαρτωλός; Είσαι πλησίον του Θεού. Συνάγεις αγαθά; Σκορπίζεις. Σκορπίζεις επ' αγαθώ; Πλουτίζεις. Πιστεύεις ότι είσαι εξουθένημα; Είσαι μέγας. Πιστεύεις ότι είσαι διάσημος; Είσαι άσημος. Σιωπάς; Eίσαι εμβριθής. Πολυλογείς; Είσαι κύμβαλον. Πιστεύεις ότι είσαι σκότος; Τότε ευρίσκεσαι εν απλέτω φωτί.

Διότι όλα τα καλά είναι έλεος Θεού και τίποτε το καλόν εξ ημών. Εις την σφαίραν της ηθικής, ό,τι φρονείς δεν είσαι. Διότι «το οίεσθαι ούκ έα γενέσθαι το οίόμενον...»

-Αυτά που είπατε, πάτερ, παρετήρησεν ο φίλος μου, είναι κανόνες Μοναχικού βίου, είναι καρποί βιώσεως εν πνεύματι...

-Τω Θεώ δόξα, απήντησεν ο γέρων Μοναχός, και ελαφρώς μειδιάσας μας εχαιρέτισεν, ευχηθείς άνωθεν φωτισμόν. Και εχάθη απο εμπρός μας...

Κατήλθομεν εις την Μονήν και παρηκολουθήσαμεν τον εσπερινόν εις τον ιερόν Ναόν της «Πορταϊτίσσης». Εξήλθομεν αναβαπτισμένοι από την έντονον προσευχήν και τον κλαυθμόν.

-Τι ζωντανή Εικών, είπεν ο φίλος μου. Ωσάν να προτρέπη εις ό,τι χρειάζεται ο κάθε προσκυνητής...

-Πράγματι, απήντησα. Είναι η «Φοβερά Προστασία» Είναι αδύνατον, το θείον βλέμμα της, να μη προκαλέση ιερόν δέος...

Εις τον μεγάλον περίβολον της Μονής μας επλησίασεν ένας γέρων Μοναχός. Ήτο χαρούμενος και προσηνής.

-Φαίνεσθε σεμνοί και ευλαβείς νέοι, είπε. Δεν ξεύρω αν σφάλλω, νομίζω ότι ήλθατε δια να μονάσετε.

-Ναι, Γέροντα, απηντήσαμε.

-Α, πόσον ωραία και αγία είναι η Μοναχική ζωή! Πρέπει να είσθε ευγνώμονες εις τον Θεόν, δια τον Μοναχικόν σας πόθον. Μη νομίσετε δε, ότι εδώ ευρίσκεσθε τυχαίως. Ουδέν γίνεται αθεεί. Η Παναγία, η οποία έχει το άγιον Όρος υπό την ιδίαν της προστασίαν, αυτή σας έφερε. Και καλά εκάματε να έλθετε να την ευχαριστήσετε... Σας έβλεπα εις τον Ναόν της με πόσην ευλάβειαν και κατάνυξιν προσηύχεσθε...

Ο Μοναχός εσιώπησεν. Έκλινε προς το έδαφος την κεφαλήν του. Εφόρει ακόμη το επανωκαλύμμαυχον των Μοναχών. Μετ' ολίγον μας προσέβλεψεν επίμονα. Τα μάτια του ήσαν δακρυσμένα.

-Δεν ξεύρετε τι δώρον είναι η ύπαρξίς σας, είπεν. Δια να το αντιληφθήτε, πλησιάσατε εκείνον εκεί τον ημίονον. Και έδειξεν ένα ζώον. Σταθήτε να τον παρατηρήσετε επ' αρκετήν ώραν. Έπειτα να σκεφθείτε, τι περισσότερον έχετε προσφέρει από το ζώον τούτο εις τον Θεόν, ώστε εκείνο να το δημιουργήση ημίονον και σας να πλάση ανθρώπους, «κοινωνούς θείας φύσεως»; Εκείνο θνητόψυχον, παροδικόν, βασανιζόμενον, και σας δι' άληκτον βασιλείαν καί μακαριότητα; Να παραμείνετε πλησίον του αλόγου σας υπηρέτου τούτου, να σκέπτεσθε την διαφοράν μεταξύ σας και να κλαίετε, δια την ιδιαιτέραν πρόνοιαν του Θεού. Εάν δεν κλαύσετε, να μη φύγετε εκείθεν...

Ο Μοναχός διέκοψε τον λόγον. Είχε πολύ κατανυγή...

...Δια να κατανοήσετε πόσον οφειλέται είσθε εις τον Πλάστην σας, φαντασθήτε - αν δυνηθήτε -το αβυσσαλέον παρελθόν του χρόνου πριν γεννηθήτε. Που είσαστε, κατά το χρονικόν διάστημα εκείνο; Έπειτα· ίδετε τι είσθε σήμερον. Όχι ένα ον, από την απειρίαν του ζωϊκοϋ βασιλείου, εξαφανιζόμενον, «καιρώ φαινόμενον και καιρώ λυόμενον», αλλ' ένα είδος λογικόν, αθάνατον, δυνάμενον να λέγη προς τον κτίστην του σύμπαντος· «Εγώ και συ!» Δόξα, δόξα, δόξα... Και ο γέρων ανελύθη εις σιωπηλόν κλαυθμόν...

Εμείς από τον θαυμασμόν και την κατάνυξιν εκλαίομεν σχεδόν μαζί του. Δεν είχε δύσει ακόμη ο ήλιος και είχαμε σκύψει τα πρόσωπα, δια να μη φαινώμεθα από τους διερχόμενους Μοναχούς και τους προσκυνητάς...

...Ο Γέρων πάλιν συνέχισε. Κατανοήσατε, αδελφοί μου, από οποίας αβύσσους ανυπαρξίας έρχεσθε και εις οποίας αβύσσους αιωνιότητος εν Θεώ πορεύεσθε... Και ύστερα από άπειρα δεκάκις εκατομμύρια έτη φωτός, να διατηρήτε την συνείδησιν ότι υπήρξατε εις την γην σαρκοφόροι, που εζήσατε, πότε και πώς επολιτεύθητε!.. Δύνασθε να το φαντασθήτε; Τι φρονείτε; Βιούντες εντόνως αυτάς τας απολύτους και υπερκοσμίους εννοίας, πώς είναι δυνατόν να μη κλαίετε από φλογεράν ευγνωμοσύνην δια τον ποιητήν σας και να μη θυσιάζεσθε δια την αγάπην Του;

-Ω, άγιε Γέροντα, είπεν αναστενάξας ο φίλος μου. Πόσον θεία και απείρου σημασίας θέματα μας προβάλλετε! Πώς καίονται από τον πόθον αι καρδίαι μας, δια να υπηρετήσωμεν τον Θεόν, δια να ζήσωμεν εν Θεώ, δια να παραταθώμεν εν Θεώ «μέχρι τερμάτων αιώνων», εις ανέκφραστον εν φωτί μακαριότητα...

-Χαίρομαι εκ βάθους καρδίας, είπεν ο γέρων, που αι καρδίαι σας, ως γη αγαθή, δέχονται τον θείον σπόρον. Πιστεύω εις τον Κύριον, ότι θα γίνετε δόκιμοι μοναχοί προς δόξαν Του. Σας συνιστώ πατρικώς να αγωνισθήτε, μεθ' όλων των δυνάμεων σας να αποβήτε σκεύη της χάριτος. Μη λησμονείτε να προσεύχεσθε πάντοτε μετά κατανύξεως και ταπεινώσεως. Ο Κύριος θέλει να κρούωμεν, να ζητώμεν Πνεύμα Άγιον, όπως είπεν εις τους Αποστόλους Του.

-Ευχαριστούμεν, άγιε Πάτερ, είπα, δια τας πατρικάς νουθεσίας σας. Ενθυμούμαι, ότι ο άγιος Αυγουστίνος προσηύχετο λέγων: «Κύριε, συ που μου έδωκες το αιτείν, δος μοι και το αιτούμενον». Νομίζω ότι είναι μία από τας πειστικωτέρας προσευχάς, αν και διαφαίνεται εις την προσευχήν αυτήν η ιδέα του απολύτου προορισμού.

-Να σας απαντήσω, είπεν ο Γέρων. Βεβαίως η Ορθόδοξος Εκκλησία μας απορρίπτει τον απόλυτον προορισμόν, αναγνωρίζουσα την ανθρωπίνην ελευθερίαν. Αλλά είναι τόσον περιωρισμένα τα πλαίσια της ηθικής ελευθερίας, ώστε να αποτελεί μυστηριώδη πραγματικότητα η σχέσις χάριτος και ελευθερίας. Ας σκεπτώμεθα μετά δέους τα περί Θεού. Ο Θεός, τέκνα μου, είναι όλος έκπληξιν και θαυμασμόν.

Ενθυμηθήτε τι έλεγεν ο Μ. Βασίλειος: «Δεν είναι εκπληκτικόν ότι ο Θεός είναι μέγας. Είναι μέγας, διότι είναι μέγας. Εκπληκτικόν είναι ότι εγένετο τόσον μικρός, ώστε να χωρέση εις ένα ανθρώπινον κέλυφος, να γίνει άνθρωπος. Και ακόμη εκπληκτικώτερον είναι ότι γίνεται ολόκληρος ένα ψίχουλο δια να γίνει ένα με ημάς...»

Και εκλαίομεν...

Από το βιβλίο «Μεταξύ Ουρανού και Γης» του Θεοκλήτου Διονυσιάτου μοναχού, Ημ. Έκδοσης: 01/01/1990. εκδ. Παπαδημητρίου, 1999. Σελίδες: 279. Ηλ. πηγή: proskynitis.blogspot.gr

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

♫♪ 4. Βίντεο: Λιτανεία της Παναγίας της Πορταΐτισσας στην Ιερά Μονή Ιβήρων 27/08/2011. Περιφορά της αγίας και θαυματουργικής εικόνας της Παναγίας της Πορταϊτίσσης, από το εκκλησάκι που υπάρχει δίπλα στην πύλη της μονής στο ναό, για την τέλεση της πανηγυρικής αγρυπνίας.



Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

♫♪ 5. Βίντεο: «Κυρά μου Πορταΐτισσα» Τραγούδι με προέλευση από την Αστυπάλαια Δωδεκανήσων. Ο ρυθμός του κομματιού είναι 2/4. Τραγούδι Νεκταρία Καραντζή.

ΚΥΡΑ ΜΟΥ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑ

«Ε! Κυρά μου Πορταΐτισσα άιντε έβγα από το θρονί σου,
να ιδείς χαρές που γίνονται άιντε έξω από την αυλή σου.

Παναγιά Παναγιά Παρηγορήτρα παρηγό… παρηγόρα και βοήθα,
Παναγιά Παναγιά Παρηγορήτρα παρηγό… παρηγόρα κάθε πίκρα.

Ε! Κυρά μου Πορταΐτισσα άιντε με το μεγάλο δρόμο,
να μ’ αξιώσει η χάρη σου άιντε να ‘ρχομαι κάθε χρόνο.

Παναγιά Παναγιά μου Παναγιά μου παρηγό… παρηγόρα την καρδιά μου,
Παναγιά Παναγιά μου Παναγιά μου δώσ’ αγέ… δώσ’ αγέρα στην καρδιά μου.»



Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

♫♪ 6. Βίντεο: «ΚΥΡΑ ΜΟΥ ΠΟΡΤΑΪΤΙΣΣΑ» - Το ίδιο παραδοσιακό τραγούδι το ακούμε αγαπητοί αναγνώστες από φωνή που προέρχεται από μια τυφλή τραγουδίστρια. (σπάνιο)



Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

♫♪ 7. Βίντεο: «Το κάστρο της Αστροπαλιάς(Τούρνα)» ...κι εδώ ένα βίντεο από ένα πανέμορφο παραδοσιακό τραγούδι των Δωδεκανήσων κι αγαπημένο μου, όπου στο τέλος αναφέρεται ως παράκληση στην Πορταΐτισσα!

Το κάστρο της Αστροπαλιάς (Τούρνα)

Το κάστρο της Αστροπαλιάς έχει κλειδί κλειδώνει, τούρνα, έχει κλειδί κλειδώνει.
Έχει κορίτσια έμορφα μα δεν τα φανερώνει, τούρνα, μα δεν τα φανερώνει.
Στον Καστελάνο σύννεφα κι η Μαλτεζάνα βρέχει τούρνα, κι η Μαλτεζάνα βρέχει.
Και στου Καράη τα στενά έμορφες κόρες έχει, τούρνα, έμορφες κόρες έχει.
Έλα πουλί μου γρήγορα και μην αργείς στα ξένα, τούρνα, και μην αργείς στα ξένα.
Κι ανθίσαν τα γαρύφαλλα που σου 'χω φυλαμένα, τούρνα, που σου 'χω φυλαμένα.
Άλλος σε λέει μέλισσα κι άλλος σε λέει σφήκα, τούρνα, κι άλλος σε λέει σφήκα.
Έχεις της σφήκας το κεντρί της μέλισσας τη γλύκα, τούρνα, της μέλισσας τη γλύκα.
Με διαβατάρικα πουλιά έρωτες να μην πιάνεις, τούρνα, έρωτες να μην πιάνεις.
Γιατί 'ναι διαβατάρικα και γρήγορα τα χάνεις τούρνα, και γρήγορα τα χάνεις.
Κυρά μου Πορταΐτισσα με τα πολλά καντήλια, τούρνα, με τα πολλά καντήλια.
Βλέπε τα, τα ξενάκια μας να σου τα κάμω χίλια, τούρνα, να σου τα κάμω χίλια.



Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

8. ΚΑΝΩΝ ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΙΠΑΡΘΕΝΟΣ ΜΑΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗΣ ΠΟΡΤΑ·Ι·ΤΙΣΣΗΣ

Ψαλλόμενος τὴν Τρίτην τῆς Διακαινησίμου.
Εὐλογήσαντος τοῦ Ἱερέως λέγομεν τό:

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ Σου, ἐπάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου. Καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου Σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν Σου πᾶς ζῶν. Ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου· ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου. Ἐκάθισέν με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος· καὶ ἠκηδίασεν ἐπ’ ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. Ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων καὶ ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις Σου, ἐν ποιήμασιν τῶν χειρῶν Σου ἐμελέτων.  Διεπέτασα πρὸς Σέ τὰς χεῖράς μου· ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός Σοι. Ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου. Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν Σου ἀπ’ ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. Ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός Σου, ὅτι ἐπὶ Σοὶ ἤλπιςα. Γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς Σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου. Ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κατέφυγον· δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά Σου, ὅτι Σὺ εἶ ὁ Θεός μου. Τὸ πνεῦμά Σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ· ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός Σου, Κύριε, ζήσεις με. Ἐν τῇ δικαιοσύνῃ Σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου. Καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου, καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου· ὅτι ἐγώ δοῦλός Σού εἰμι.
Θεὸς Κύριος …, καὶ εὐθὺς τὰ ἑπόμενα Προσόμοια.
Ἦχος Δ΄.
Τῇ θαυμαστῇ σου Πορταΐτισσα σκέπῃ δι' ἡς λυτροῦται ἡμᾶς πάσης ἀνάγκης προστρέχομεν ἑκάστοτε κραυγάζοντες θερμῶς· ὥσπερ πάλαι ἔδειξας, ἐφ᾽ ἡμῖν τὴν σὴν χάριν, οὕτω καὶ νῦν Δέσποινα, μὴ ἐλλείπῃς εἰς τέλος, ὡς ἐπηγγείλω σκέπειν καὶ φρουρεῖν, τοὺς ἀδιστάκτῳ ψυχῇ, προσιόντάς σοι.
Δόξακαὶ νῦν῞Ομοιον.
 εὐκλεὴς καὶ παναγία Εἰκών σουὥσπερ ἐχέγγυον ἡμῖν σωτηρίαςτῇ σῇ προνοίᾳ ῎Αχραντε δεδώρηται῞Ηνπερ θησαυρίσασα ἡ Μονὴ τῶν ᾽Ιβήρωνπάσης ἀπαλλάττεταιδιὰ σοῦ ἐπηρείαςκαὶ σὺν αὐτῇ ἐλπίδος ἀρραγοῦς, πληροῦται Κόρη, καὶ πᾶς ὁ προστρέχων σοι.
Ψαλμὸς 50
λέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου. Ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. Ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστιν διὰ παντός. Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν Σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις Σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί Σε. Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήμφθην, καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέν με ἡ μήτηρ μου. Ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας, τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας Σου ἐδήλωσάς μοι. Ραντιεῖς με ὑσσώπῳ, καὶ καθαρισθήσομαι· πλυνεῖς με, καὶ ὑπὲρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ἀκουτιεῖς με ἀγαλλίασιν καὶ εὐφροσύνην, ἀγαλλιάσονται ὀστᾶ τεταπεινωμένα. Ἀπόστρεψον τὸ πρόσωπόν Σου ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν μου καὶ πάσας τὰς ἀνομίας μου ἐξάλειψον. Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου. Μὴ ἀπορρίψῃς με ἀπὸ τοῦ προσώπου Σου καὶ τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιόν μὴ ἀντανέλῃς ἀπ’ ἐμοῦ. Ἀπόδος μοι τὴν ἀγαλλίασιν τοῦ σωτηρίου Σου καὶ πνεύματι ἡγεμονικῷ στήρισόν με. Διδάξω ἀνόμους τὰς ὁδούς Σου, καὶ ἀσεβεῖς ἐπὶ Σὲ ἐπιστρέψουσιν. Ρῦσαί με ἐξ αἱμάτων, ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου· ἀγαλλιάσεται ἡ γλῶσσά μου τὴν δικαιοσύνην Σου. Κύριε, τὰ χείλη μου ἀνοίξεις, καὶ τὸ στόμα μου ἀναγγελεῖ τὴν αἴνεσίν Σου. Ὅτι εἰ ἠθέλησας θυσίαν, ἔδωκα ἄν· ὁλοκαυτώματα οὐκ εὐδοκήσεις. Θυσία τῷ Θεῷ πνεῦμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξ ουθενώσει.  Ἀγάθυνον, Κύριε, ἐν τῇ εὐδοκίᾳ Σου τὴν Σιών, καὶ οἰκοδομηθήτω τὰ τείχη Ιερουσαλημ.  Τότε εὐδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ἀναφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα· τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν Σου μόσχους.
Καὶ εὐθὺς ψάλλομεν τὸν Κανόνα.
Ἦχος πλ. Δ΄.
ᾨδὴ Α΄. Ἁρμστηλάτην Φαραώ.
Τὰ μεγαλεῖα τῆς σεπτῆς εἰκόνος σου, ἀνευφημεῖσαι τολμῶν, ἐν ὑλικῇ γλώσσῃ, καὶ ρυπῶσι χείλεσι· τῆς πυριμόρφου δέομαι καθαρσίου λαβίδος ἧς ῾Ησαΐας ἡξίωται, Μήτηρ τοῦ Θεοῦ ἀπειρόγαμε.
Ρῶσιν καὶ χάριν ἀληθῆ καὶ ἔλεος, ἡ σὴ ἁγία Εἰκών, δαψιλῶς βλυστάνει, ὡς πηγὴ ἀκένωτος, καὶ θλίψεων τοὺ; ἄνθρακας, καταπαύει Παρθένε, δρόσῳ τῆς σῆς ἀγαθότητοτ πάντων τὰς καρδίας εὐφραίνουσα.
δυγηρῶν ἐπιφορῶν ἀπάλλαξον, καὶ νοσημάτων δεινῶν, καὶ τῶν ἐν βίῳ Κόρη περιστάσεων, τοὺς εὐλαβῶς προστρέχοντας, τῇ σεπτῇ σου Εἰκόνι, τῇ δοξασθείσῃ Πανάχραντε, τῇ ἐπισκιάσει τῆς δόξης σου.
περθεν Κόρη τῶν πυλῶν ηὐδοκήσας, τῆς τῶν Ἰβήρων Μονῆς, τὸ θεοειδές σου σωθῆναι Ἐκτύπωμα· ἐντεῦθεν ΙΙορταΐτισσα, φερωνύμως ἐκλήθης, ὡς θυρωρὸς αὐτεπάγγελτος, ταύτης σου τῆς ποίμνης καὶ πρόμαχος.
ᾨδὴ Γ'. Οὐρανίας ἁψίδος.
Ρῦσαι πάσης ἀνάγκης, καὶ προβολῆς Ἄχραντε, ταύτην σου τὴν ποίμνην Παρθένε, ἀνακειμένην σοι, καὶ πᾶσαν ἄδικον βουλὴν διάλυε τάχος κατ' αὐτῆς δεόμεθα, ὢ Πορταΐτισσα.
ν τῇ σῇ προστασίᾳ καὶ μητρικῇ χάριτι, καὶ συμπαθεστάτῃ προνοίᾳ καὶ ἀντιλήψει σου, ἀεὶ προστρέχοντες, οἱ τὸν σὸν κλῆρον οἰκοῦντες Κόρη Πορταΐτισσα, διασωζόμεθα.
λαστήριον θεῖον, ὡς ἀληθῶς ἔδειξας, ἡμῖν Πορταΐτισσα Κόρη, τὸ σὸν Ἐκτύπωμα, ὧ προσπελάζοντες, ψυχῶν ὁμοῦ καὶ σομάτων, ἴασιν λαμβάνομεν, τῇ σῇ χρηστότητι.
Παραδόξως ἀφῖκται, ἡ σὴ Εἰκὼν Ἄχραντε, πάλαι ἐκ Νικαίας ἐν Ἄθῳ τῇ εὐδοκίᾳ σου, καὶ ὑπὲρ ἥλιον, τῆς ἀρωγῆς σου ἀστράπτει, πᾶσι τὰ δωρήματα, τοῖς σὲ δοξάζουσι.
Διάσωσον ὦ Πορταΐτισσα Πάναγνε Θεοτόκε, πάσης βλάβης καὶ ἀναγκῶν τε καὶ θλίψεων, τοὺς ὁλοψύχως προστρέγοντας τῇ σῇ σκέπῃ.
πίβλεψον ἐν εὐμενείᾳ, Πανύμνητε Θεοτόκε, ἐπὶ τὴν ἐμὴν χαλεπὴν τοῦ σώματος κάκωσιν, καὶ ἴασαι τῆς ψυχῆς μου τὸ ἄλγος.
Αἴτησις παρὰ τοῦ Ἱερέως. Κύριε ἐλέησον ιε΄ καὶ μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τὸ παρὸν Κάθισμα.
Ἦχος Β΄. Πρεσβεία θερμή.
Προστάτις θερμή, καὶ μέγα καταφύγιον, καὶ σκέπη στερρά, καὶ σύμμαχος καὶ ἔφορος, ὑπάρχεις Πορταΐτισσα, τῶν τὴν σὴν ἐκζητούντων βοήθειαν διὸ λύτρωσαι πάσης ἀπειλῆς, ὡς ὑπέσχου Πανάμωμε.
ᾨδὴ Δ', Σύ μου ἰσχύς.
λῃ ψυχῇ, καὶ διανοίᾳ προστρέχομεν, Θεοτόκε τῇ ἀγαθότητι, καὶ ἐκβοῶμεν σοι ἐν κλαυθμῷ κλῖνόν σου τὰ ὦτα, εἰς τὰς φωνὰς ἡμῶν Ἄχραντε, καὶ πλήρου τὰς αἰτήσεις, Πορταΐτισσα Κόρη, τὰς ἡμῶν ὡς Θεοῦ Μήτηρ εὔσπλαγχνος.
Ρήσεις τὰς σάς, ἃς ἀπεφήνω,Πανάχραντε, περὶ ταύτης, τῆς κληρονομίας σου, πλήρου Παρθένε ὡς συμπαθής, καὶ μὴ ἀποστήσῃς, ἐκ ταύτης τὴν προστασίαν σου· ἡμάρτομεν γὰρ Κόρη, ἀλλὰ σοὶ καθ' ἑκάστην, τὰς ἐλπίδας ἡμῶν ἀναφέρομεν.
Τὰς ψυχικάς, ἡμῶν ὀδύνας θεράπευσον, καὶ τὰς νόσους, πάσας τὰς τοὺς σώματος, τὰς δυσφορήτους καὶ χαλεπάς, ἴασαι Παρθένε, καὶ θείῳ φόβῳ στοιχείωσον, ἡμῶν τὰς διανοίας, Πορταΐτισσα Κόρη πρὸς Θεοῦ θελημάτων ἐκπλήρωσιν.
Νόμοι ἐν σοί, φύσεως κεκαινοτόμηνται, Θεομῆτορ, πάντα ὑπὲρ φῦσιν γὰρ, τὰ κατὰ σὲ καὶ καινοπρεπῆ· καὶ γὰρ παραδόξως, ἡ θάλασσα τὴν Εἰκόνα σου, Μονῇ τῇ τῶν Ἰβήρων, ἀσινῆ ἐξαισίως, παρέδωκε φέρουσα Δέσποινα.
ᾨδὴ Ε΄. Ἵνα τί με  ἀπώσω;
να τὶ ἐλαμπρύνθη, ἡ δεδοξασμένη Εἰκὼν τοῦ προσώπου σου, καὶ ἐμεγαλύνθη, ὑπὲρ, λόγον Ἁγνὴ Πορταΐτισσα; ξένως γὰρ ὡς ἦκεν, ἡμιῖν ποτὲ διὰ θαλάσσης οὕτω ξένα ἐργάζεται θαύμιατα.
Τῶν δαιμόνων τὰ θράση, καθ' ἡμῶν κατάβαλε Θεοχαρίτωτε, καὶ τῶν μελετώντων, πονηρὰ καὶ κενὰ Πορταΐτισσα, κατὰ τοῦ σοῦ Ὄρους, ὃ ἠρετίσω ὡς οἰκεῖον, τὰς δεινὰς σκευωρίας ματαίωσον.
εράν σε κρηπῖδα, καὶ ἀπεριδόνητον ἱερὰν ἄγκυραν, κεκτημένοι Κόρη, οἱ σοὶ δοῦλοι, πρὸς σὲ καταφεύγομεν· διὸ τὰς σπιλάδας τῶν πειρασμῶν, καὶ καταιγίδας, ὡς ἀφροὺς θαλαττίους διάλυσον.
Σωτηρίας πρὸς τρίβον, καὶ πρὸς μετανοίας ὁδὸν τὴν σωτήριον, ἴθυνον Παρθένε, τοὺς θερμῶς πρθσιόντας τῇ σκέπῇ σου, καὶ μετὰ τὸ τέλος ὑπὲρ ἡμῶν ὡς ἐπηγγείλω, ἀγαθὰ τῷ Θεῷ ἡμῶν λάλησον.
ᾨδὴ ΣΤ΄. Τὴν δέησιν ἐκχεῶ πρὸς Κύριον.
Σωμάτων σε, ἰατῆρα ἄμισθον, τῶν ψυχῶν θεραπευτὴν κεκτημένοι, ὡς ἀληθῶς Πορταΐτισσα Κόρη, τῇ εὐκλεεῖ σου εἰκόνι προστρέχομεν, καὶ ἐξ αὐτῆς τὰς δωρεάς, τῆς εὐνοίας σου πίστει λαμβάνομεν.
κύμαντος τῶν κυμάτων ὕπερθεν, διαπλεύσασα ἡ θεια Εἰκών σου, ἧκεν ἡμῖν ὡς λιμὴν σωτηρίας, καὶ τῶν δεινῶν κατευνάζει τὰ κύματα, γαλήνην δὲ τὴν ἀληθῆ, πρυτανεύει ἡμῖν Πορταίτισσα.
Τὴν πύλην μοι, τῆς ζωῆς ὑπάνοιξον, ἀφαρπάζουσα πυλῶν με τοῦ Ἅδου, ἡ Πυλωρὸς τῆς Μονῆς τῶν Ἰβήρων, ὀνομασθῆναι θελήσασα Δέσποινα, ἀποκοπήν μοι τῶν χρεῶν, τῶν πολλῶν μου εὐσπλάγχνως βραβεύθυσα.
γίασται, ἀληθῶς ἡ θάλασσα, διαπλεύσει τῆς ἁγιας Μορφῆς σου, ἡ δὲ Μονὴ τῶν Ἰβήρων ὡς πλοῦτον, τῆς ἀρωγῆς σου αὐτὴν ὑπεδέξατο, ἅπας ὁ Ἄθως δὲ αὐτήν, ὡς ἐλπίδος πυρσὸν κατεπλούεησε.
Διάσωσον ὦ Πορταίτισσα Πάναγνε Θεοτόκε, πάσης βλάβης καὶ ἀναγκῶν τε καὶ θλίψεων, τοὺς ὁλοψὶχως προστρέχοντας τῇ σῇ σκέπῃ.
χραντε ἡ διὰ λόγου τὸν λόγον ἀνερμηνεύτως, ἐπ' ἐσχάτων τῶν ἡμερῷν τεκοῦσα δυσώπησον, ὡς ἔχουσα μητρικην παρρησιαν.
Αἴτησις παρὰ τοῦ Ἱρέος. Κύριο ἐλέησον ιε', καὶ τὸ παρὸν Κοντάκιον.
Ἦχος β΄. Τοῖς τόν αἱμάτων σου.
ς προστασίαν καὶ σκέπην καὶ ἔφορον, ὁ περιώνυμος κλῆρός σου Ἄχραντε, ὑμνεῖ σε ἀεὶ Πορταΐτισσα, καὶ ἐκ βαθέων ψυχῆς ἀνακράζει σοι· ἀπαύστως με φύλαττε Δέσποινα.

Καὶ εὐθὺς τὸ Προκείμενον.
Μνησθήσομαι τοῦ ὀνόματός σου ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ.
Στίχ. Τὸ πρόσωπόν σου λιτανεύσουσιν οἱ πλούσιοι τοῦ λαοῦ.



Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ 
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν ἁγίου Εὐαγγελίου, τὸ Ἀνάγνωσμα.

ν ταῖς ἡμέαις ἐκείναις, ἀναστᾶσα Μαριὰμ, ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς, εἰς πόλιν Ἰούδα, καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου, καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. Καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τὴ κοιλίᾳ Αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος  Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ, καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη Σῦ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας Σου. Καὶ πόθεν μοὶ τοῦτο, ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς μέ; Ἰδοὺ γάρ, ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ Σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. Καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα, ὅτι  ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, καὶ ἠγαλλίασε τὸ πvεύμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτήρι μου. Ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴv ταπείvωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ· ἰδοὺ γάρ, ἀπὸ τοῦ νῦv μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γεvεαί. Ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ Δυvατός, καὶ ἅγιοv τὸ τὸ ὄvομα Αὐτού. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺv αὐτῇ ὡσεὶ μῆvας τρεῖς, καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκοv αὐτῆς.
Δόξα. Ἦχος Β΄.
Ταὶς τῆς Θεοτόκου, πρεσβείαις, Ἐλεῆμον, ἐξάλειψον τὰ πλήθη, τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
Καὶ νῦν.
Τῆς Πορταϊτίσσης ταῖς θείαις ἱκεσίαις, ἐξάλειφον τὰ πλήθη τῶν ἐμῶν ἐγκλημάτων.
( Ἔπειτα). Ἐλέησον μέ, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου.
Ἦχος πλ. Β΄. Ὅλην άποθέμενοι.
χει σε Πανάχραντε, τὸ μέγα Ὄρος τοῦ Ἄθω, μέγα καταφύγιον, οἰκείᾳ χρηστότητι καὶ διάσωσμα· διὰ σοῦ πάσης γάρ, θλίψεως λυτροῦται· Πορταΐτισσαν δὲ ἄγρυπνον, ὥσπερ ηὐδόκησας Μάνδρα τῶν Ἰβήρων τί ἔνδοξος. Ἀλλ' ὦ θεοχαρίτωτε, δίδου ἡμῖν πᾶσιν τὴν χάριν σου, καὶ μὴ ἀποστρέψῃς, τὸ πρόσωπόν σου Κόρη ἀφ' ἡμῶν, ἄχρι τερμάτων αἰῶνος δέ, φύλαττε τοὺς δούλους σου.
Εῖτα ὁ Ιερεύς: Σῶσον ὸ Θεὸς τὸν λαόν σου κ.τ.λ. Κύριε ἐλέησον ιβ', καὶ εὐθὺς, αἱ λοιπαὶ ὠδαί.
῎Ωδὴ Ζ'. Παίδες Ἑβραίον ἐν καμίνῳ.
Νόσους ποικίλας θεραπεύει, καὶ ἀκάθαρτα πνεύματα διώκει, τῆς Εἰκόνος τῆς σῆς ἡ χάρις Θεοτόκε· ἐντεῦθεν Πορταΐτισσα, πᾶσα γλῶσσα σὲ δοξάζει.
Δύναμιν δίδου Θεοτόκε, τοῦ πατεῖν ἡμᾶς ἐχθροῦ τὰς πανουργίας, καὶ συμμάχει ἡμῖν, ἀεὶ ὡς καθυπέσχου, κατὰ τοῦ πολεμήτορος, καθ' ἡμῶν ὠρυομένου.
λαιον ἄλευρον καὶ οἶνον, ὡς ἐπλήθυνάς ποτε ἐν τῇ Μονῇ σου, οὕτω δίδου Ἁγνή, τοῖς σοῖς ἱκέταις πᾶσι, τῆς μητρικῆς εὐνοίας σου, τὰς πλουσίας εὐλογίας.
Σκέπε τὴν σὴν κληοονομίαν, Πορταΐτισσα ἐκ πάσης ἐπηρείας· ὅτι ἅπας πρὸς σέ, ὁ Ἄθως ἀτενίζει, ἐν εὐκαιρίαις Ἄχραντε, καὶ ἐν θλίψεσι τοῦ βίου.
ᾨδὴ Η΄. Τῦν ἐν Ὄρει ὰγθῳ δοξασθέντα.
ν ἑσπέρᾳ πρωῖ, καὶ μεσημβρίᾳ· ἐν ἡμέρᾳ, νυκτὶ καὶ πάσῃ ὥρᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ καθικετεύῳ σε, στένων καὶ δακούων, ἀσπάζομιαι φόβῳ σὴν σεπτὴν Εἰκόνα.
ασαί μου τὰ πάθη τῆς καρδίας φώτισόν μου τὸν νοῦν ἐσκοτισμένον ὄντα, καὶ τὴν ψυχήν μου τεθνηκυῖαν ζώωσον, καὶ υἱὸν ἡμέρας, καὶ φωτός με δεῖξον, Δέσποινα κληρονόμον.
Σὲ αἰνοῦσιν, ἀγγέλων πανηγύρεις, καὶ ὑμνοῦσιν ἀνθρώπων ὁμηγηρεις· καὶ οὐρανὸς καὶ γῆς καὶ θάλασσα, πάναγνε κυρίως ἀνυμνολογοῦσι τὴν σὴν σεπτὴν Εἰκόνα.
Χαῖρε, πύλη, καὶ γέφυρα καὶ κλίμαξ, ἐκ θανάτου προς την αθανασίαν, δι' ἧς χωροῦμεν διαπεραιούμενοι, τὴν ὑγρὰν τοῦ βίου θάλασσαν καὶ γῆθεν, ὑψούμεθα πρὸς πόλον.
ᾨδὴ Θ΄. Ἐξεστη ἐπὶ τούτῳ ὁ οὐρανός.
ς θάλαμον ὡραίον καὶ φαεινόν, ὡς εὐώδη νυμφῶνα Πανάμωμε, ὡς εὐανθῆ, κῆπον καὶ παράδεισον εὐθαλῆ, ὡς νοητὸν ἁγίασμα, ὡς χρυσοπορφύρωτον κιβωτόν, ὡς ἔμψυχον χωρίον, καὶ πύρινον ὡς θρόνον, τὴν σὴν Εἰκόνα ὀνομάζομεν.
σχὺν καὶ θυμηδίαν ἐν τοῖς δεινοῖς, καὶ παράκλησιν Κόρη ἐν θλίψεσι, δίδου ἡμῖν, τοῖς ὑπὸ τὴν σκέπην σου τὴν σεπτήν, Παρθένε Πορταΐτισσα, πίστει καταφεύγουσιν ἀκλινεῖ, συγχώρησιν πταισμάτων, ἡμῖν ἐξαιτουμένη, καὶ μετοχὴν ζωῆς τῆς κρείττονος.
Μὴ παύσῃ περισκέπουσα ἐν παντί, τὸ περίβλεπτον Ὄρος Ἄχραντε, τὸ εὐλαβῶς, Κόρη ἐν ἡμέρᾳ τε καὶ νυκτί, τὸ Ἅγιόν σου ὄνομα, φέρον ἐν τῷ στόματι καὶ νοΐ, παρέχουσα ἐν τούτῳ τῆς σῆς ἐπιστασίας, χειρὶ πλουσίᾳ τὰ γνωρίσματα.
Ναμάτων ψυχοτρόφων καὶ γλυκερῶν, ὡς πηγὴ σωτηρίου ἀκένωτος, βλύζεις ἀεί, ρεῖθρα τα θεόβρυτα μυστικῶς, καὶ ἅπασαν, τὴν Ποίμνην σου, ἄρδεις καὶ εὐφραίνεις προφητικῶς ἀλλὰ καὶ μετὰ τέλος, ἡμᾶς ἀκατακρίτους, τῷ σῷ Υἱῷ Ἁγνὴ παράστησον.
 ἄχραντος Εἰκών σου καὶ εὐκλεής, ὥσπερ ἥλιος Κόρη ὑπέρλαμπρος, αἴγλῃ τῇ σῇ, ἐκ τῶν Ἰβήρων σεπτῆς Μονῆς, ἀστράπτει ἐν τῷ Ὄρει σου, καὶ εἰς πάντα κόσμον ὑπερφυῶς, καὶ λύει παθημάτων, τὴν νύκτα Θεοτόκε, ταῖς τῶν θαυμάτων ἀναλάμψεσι.
Νοός μου τὴν ὁμίχλην τὴν χαλεπήν, τῷ φωτὶ τοῦ προσώπου σου δέομαι, λῦσον Ἁγνη, καὶ τα τῆς ψυχῆς μου πάθη δεινά, θεράπευσον καὶ σῶσον με, ἐκ τῆς δυναστείας τοῦ πονηροῦ, καὶ ὥρᾳ τοῦ θανάτου, ἐξάρπασόν με Κόρη, ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ κοσμοκράτορος.
ξιον ἐστὶν ὡς άληθῶς… καὶ τὰ Μεγαλυνάρια.
Πρόσδεξαι τοὺς ὕμνους Μῆτερ Ἁγνή, οὓς ἐν τῷ Ναῷ Σου, Σοὶ προσφέρομεν εὐλαβῶς, καὶ δὸς ἡμῖν χάριν, τοῦ προσκυνεῖν ἀξίως, τὴν πάνσεπτον Εἰκόνα Σου Πορταίτισσα.
κε ξενοτρόπως ἡ σὴ Εἰκών, ἐν τῷ Ὄρει Ἄθω, καὶ έδόθη ὡς θησαυρός, τῇ Μονῇ Ἰβήρων, Ἁγνὴ θεογεννῆτορ· διὸ ὑμνολογοῦμεν τὰ σὰ θαυμάσια.
Χαῖρε τῶν Ἀγγέλων ᾑ χαρμονή, καὶ Μονῆς Ἰβήρων, Πορταΐτισσα ἀρωγή, καὶ παντὸς τοῦ κόσμου ἐξαίρετος Προστάτις, καὶ κηδεμὼν καὶ σκέπη Θεογεννήτρια.
Στήλη θεοτύπωτος ἐμφανής, τῆς περὶ ἡμᾶς σου, προστασίας ἡ σὴ Εἰκών, πελει Θεοτόκε· διὸ ἅπας ὁ Ἄθως καὶ μεγαλύνει σὲ Πορταΐτισσα.
Σκέπε τὴν Μονήν σου πάσης ὀργῆς, καὶ βλάβης Παρθένε, καὶ μανίας τοῦ δυσμενοῦς, καὶ ἐν ὥρᾳ δίκης, ἡμᾶς ἀκατακρίτους, φύλαξον Θεοτόκε τοὺς πεποιθότας σοι.
Τοὺς τοῦ Ὄρους Ἄθω Καθηγητάς, Μοναστὰς Μιγάδας, Ἱεραρχας καὶ Ἀθλητάς, Ὁμολογητάς τε, Ποιμένας καὶ Ὁσίους, τῶν Μοναστῶν τὰ πλήθη, ὕμνοις τιμήσωμεν.
Πᾶσαι τῶν, Ἀγγέλων αἱ στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Ἀποστόλων ἡ δωδεκάς, οἱ ἅγιοι πάντες, μετὰ τῆς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν, εἰς τὸ σωθῆναι ἡμᾶς.
Τὸ Τρισάγιον κ.λ.π.
Καὶ τὰ Τροπάρια.
Ἦχος Β΄. Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου σε νεκρόν.
Πάντας τοὺς προστρέχοντας πιστῶς, τῇ σῇ κραταιᾷ προστασίᾳ, τὴν Εἰκόνα σου, χάριν τε καὶ ἔλεος, ἡμῖν πηγάζουσαν, μετὰ φόβου καὶ πίστεως, Ἁγνὴ προσκυνοῦντας, σῶζε Πορταΐτισσα, πάσης στενώσεως πάσης προσβολῆς ἐναντίας καὶ ὁδυνηρῶν συμπτωμάτων, καὶ τῶν ἐν βίῳ περιστάσεων.
Ἦχος πλ. Δ΄
Δέσποινα, πρόσδεξαι τὰς δεήσεις τῶν δούλων σου, καὶ λύτρωσαι ἡμᾶς, ἀπὸ πάσης ἀνάγκης καὶ θλίψεως.
Ἦχος Β΄
Τὴν πάσαν ἐλπίδα μου εἰς σὲ ἀνατίθημι, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ, φύλαξον μὲ ὑπὸ τὴν σκέπην Σου.
Δι' εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.

Ἀπολυτίκιον τῆς Πορταϊτίσσης.
Ἦχος Α΄. Τοῦ λίθου σψραγισθέντος.
Τὴν θείαν Σου Εἰκόνα δεδεγμένοι ἐν θαύματι, Πυλωρὸν Παρθένε καὶ σκέπην καὶ Προστάτιδα ἔχομεν, τοῦ κλήρου σου οἱ τρόφιμοι ἀεί, καὶ Σοῦ ὡς ἀφομείωμα ἡμεῖς, τὴν Αὐτήν Σου προσκυνοῦντες ἀπὸ ψυχῆς, βοῶμεν σοι Θεοτόκε· δόξα τῇ παναγάθῳ Σου βουλῇ, δόξᾳ τῇ προστασίᾳ Σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς Ἁγνὴ θείᾳ προνοίᾳ Σου.
Κοντάκιον.
Ἦχος πλ. Δ΄. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς.
Τῶν μοναστῶν ἡ πληθὺς δεῦτε τοῦ Ἄθω, ἀνευφημήσωμεν πιστῶς ἐν θείοις ὕμνοις, τὴν Πανάχραντον Παρθένον καὶ Θεοτόκον, Ἰβήρων τῆς σεβασμίας θείας Μονῆς τὴν μόνην κηδεμονίαν καὶ θυρωρόν, καὶ τοῦ Ὄρους τὴν Ἔφθρον, ἀναβοῶντες ἐκτενῶς, χριστιανῶν τὸ στήριγμα, Χαῖρε Κόρη Μητρόθεε.

Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

♫♪ 9. Βίντεο 2:36:29'': Ο Παρακλητικός Κανών Παναγίας Πορταΐτισσας της Μονής Ιβήρων, τὴν Τρίτην τῆς Διακαινησίμου, ψαλλόμενος στη Μονή Ιβήρων. Ηχογραφήθηκε από τον αδελφό Νεκτάριο, από εδώ.



Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

10. ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ (ἐκ χειρογράφου τῆς Μονῆς Ἰβήρων)

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ'. Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς.

Τῶν μοναστῶν ἡ πληθὺς δεῦτε τοῦ Ἄθω, ἀνευφημήσωμεν πιστῶς ἐν θείοις ὕμνοις, τὴν πανάχραντον Παρθένον καὶ Θεοτόκον, Ἰβήρων τῆς σεβασμίας θείας Μονῆς, τὴν μόνην κηδεμονίαν καὶ θυρωρόν, καὶ τοῦ Ὄρους τὴν ἔφοδον, ἀναβοῶντες ἐκτενῶς· Χριστιανῶν τὸ στήριγμα, χαῖρε Κόρη μητρόθεε.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ΄. Τῇ Ὑπερμάχῳ Στρατηγῷ.

Τὴν Θεοτόκον οἱ πιστοὶ ἀνευφημήσωμεν, Ἁγίου Ὄρους τὸ στεῤῥὸν σαφῶς προπύργιον, ἀσφαλῆ τε θυρωρὸν τῆς Μονῆς Ἰβήρων, ἐκβοῶντες πρὸς αὐτήν· τοὺς προσκυνοῦντάς Σου, τὴν Εἰκόνα εὐλαβῶς κινδύνων λύτρωσαι, ἵνα κράζομεν· χαῖρε Κόρη Μητρόθεε.

Οἱ Οἶκοι.

Ἀρχομένῳ τῷ ὕμνῳ, Παναγία Παρθένε, παράσχου μοι ἐξ ὕψους Σὴν χάριν (γ')· ἵν’ ἰσχύσω τῆς Σῆς ἐξειπεῖν, σεβασμίας Εἰκόνος τὴν ἔλευσιν, ἐν τῇ Ἰβήρων ἱερᾷ Μονῇ, καὶ ἐκβοᾶν Σοι ταῦτα·

Χαῖρε, τοῦ Ἄθω ἡ εὐκοσμία·
χαῖρε, Σῶν δούλων ἡ προστασία.
Χαῖρε, τῆς Ἰβήρων Μονῆς Σου ἡ ἔφορος·
χαῖρε, μοναζόντων ἁπάντων ἐπίκουρος.
Χαῖρε, Κόρη τὸ τεράστιον, οὐρανοῦ τε καὶ γῆς·
χαῖρε, μόνη Μητροπάρθενε, ἣν ὑμνοῦσι γηγενεῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις τοῦ ἐλέους ἡ θύρα·
χαῖρε, ὅτι πηγάζεις ἰαμάτων τὰ μῦρα.
Χαῖρε, ναοῦ τοῦ Σοῦ ἡ εὐπρέπεια·
χαῖρε, Σῶν ὑμνητῶν καλλιέπεια.
Χαῖρε, δι’ ἧς κατοικεῖται ὁ Ἄθως·
χαῖρε, δι’ ἧς πᾶν ἐλαύνεται πάθος.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Βλέπων βροτείου γένους, ὁ ἐχθρὸς ὁ ἀρχαῖος, ἐξ ὕψους ὁ πεσὼν Ἑωσφόρος, τὴν σεπτὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ ἀυξανομένην, εἰς τέλος ἐμήνισε, καὶ κατ’ αὐτῆς διήγειρε, τοὺς μὴ Θεῷ εἰδότας κράζειν·
Ἀλληλούϊα.


Γνώμην δείλαιος ἄναξ, πονηρὰν κεκτημένος, Θεόφιλος Θεοῦ ὁ διώκτης, κατ’ Εἰκόνων σεπτῶν διωγμόν, συμβουλίᾳ Βελίαρ ἐκίνησε, πιστοὶ δ’ Εἰκόνα σέβοντες τὴν Σὴν ἁγνή, ἐβόων οὕτω·

Χαῖρε, Θεοῦ αἰωνίου Μήτηρ·
χαῖρε, ναὲ καὶ κιβωτὲ καὶ πύλη.
Χαῖρε, ἡ χαρίτων ἡμᾶς ἀξιώσασα·
χαῖρε, ὄρος Ἄθω δεινῶν διασώζουσα.
Χαῖρε, Δέσποινα, ἀντίληψις Ὀρθοδόξων κραταιά·
χαῖρε, τῶν εἰκονομάχων τε, ὀλεθρία συμφορά.
Χαῖρε, Μονῆς Ἰβήρων, θυρωρός τε καὶ φύλαξ·
χαῖρε, τῶν θαυμασίων ὁ ἀκένωτος ῥύαξ.
Χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἡ σώτειρα·
χαῖρε, καλῶν ἁπάντων ἡ δότειρα.
Χαῖρε, πασῶν Μονῶν τοῦ Ἄθω τὸ κλέος·
χαῖρε, ἐχθρῶν τε παντοίων τὸ δέος.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Διαμείβοντες πόλεις, στρατιῶται καὶ χώρας, εἰκόνας ἐξηφάνιζον θείας, ἐκπληροῦντες σκαιὰν προσταγήν, βασιλέως δυσσεβοῦς καὶ παράφρονος, καὶ πάντας τιμωροῦντες ἀπανθρώπως, τοὺς τῷ Θεῷ βοῶντας·
Ἀλληλούϊα.

Ἐν τοῖς τόποις Νικαίας, γυνὴ ᾤκει τις χήρα, φιλόθεος καὶ σφόδρα πλουσία, υἱὸν ἔχουσα μονογενῆ, καὶ Χριστοῦ προσκυνοῦσα τὴν Εἰκόνα τε, Ἁγίων καὶ τῆς Θεομήτορος, πρὸς ἣν ἐβόα ταῦτα·

Χαῖρε, κρηπὶς Προφητῶν ἁπάντων·
χαῖρε, πιστῶν πορφυρὶς ἀνάκτων.
Χαῖρε, τῶν πλεόντων λιμὴν ἀκλυδώνιστε·
χαῖρε, ἀσθενούντων ἀκέστωρ πανάριστε.
Χαῖρε, ῥίζα ἡ ἀπότιστος, ἡ βλαστήσασα Χριστόν·
χαῖρε, τράπεζα ἐκτρέφουσα, Ὀρθοδόξους μυστικῶς.
Χαῖρε, κλέος Εἰκόνα, τῶν τὴν Σὴν προσκυνούντων·
χαῖρε, αὖθις αἰσχύνη, τῶν αὐτὴν ἀθετούντων.
Χαῖρε, πιστῶν ἁπάντων προσφύγιον·
χαῖρε, χρυσῆ λυχνία τῆς χάριτος.
Χαῖρε, ψυχῶν εὐσεβῶν θυμηδία·
χαῖρε, πασῶν ἀρετῶν θημωνία.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Ζητηταὶ θηριώδεις, δι’ ὀπῆς κατιδόντες, Εἰκόνα τῆς ἁγνῆς Θεοτόκου, τὴν ῥηθεῖσαν γυναῖκα εὐθύς, ἀγαγόντες εἰς μέσον ὡς μαινόμενοι, χρυσίου ὄγκον ᾔτουν παρ’ αὐτῆς, Θεῷ βοώσης οὕτως·
Ἀλληλούϊα.

Ἡ δὲ σώφρων ἐκείνη, αὐτοῖς ἔφη τοιαῦτα· χρῆμα δώσω μὲν ὅσον, ὑμεῖς βούλεσθε, ὅμως τὴν αὔριον· ὧδε γὰρ οὐχ ὑπάρχει μοι· οἳ καὶ πεισθέντες αὐτῇ ἀπῆλθον, ἡ δὲ πρὸ τῆς Εἰκόνος σὺν υἱῷ ἐβόα·

Χαῖρε, χηρῶν προστασία μόνη·
χαῖρε, Θεὸν συλλαβοῦσα Κόρη.
Χαῖρε, ἱκετῶν Σου ἁγνὴ παραμύθιον·
χαῖρε, ἡ τεκοῦσα Ζωὴν τὴν ἀΐδιον.
Χαῖρε, ἥλιον ἐκλάμψασα, τοῖς ἐν σκότει νοητόν·
χαῖρε, ζόφον φυγαδεύουσα, ἀγνωσίας τὸν δεινόν.
Χαῖρε, διηνθισμένος, τοῦ παντάνακτου κῆπος·
χαῖρε, ἀποσοβοῦσα, τῶν αἱρέσεων σμῆνος.
Χαῖρε, φυτὸν Παρθένε ἀείζωον·
χαῖρε, Χριστοῦ καθέδρα περίβλεπτος.
Χαῖρε, παθῶν ἐκμειοῦσα ὀμίχλην·
χαῖρε, Θεοῦ ἡ ἀπείρανδρος Μήτηρ.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Θείαν ὅθεν Εἰκόνα, εὐλαβῶς καὶ ἐν φόβῳ, λαβοῦσα ἡ γυνὴ σὺν υἱῷ τε, ἐν νυκτὶ πρὸς τὸν αἰγιαλόν, προσεχώρει ταχύ, ἀφ’ οὗ πρῶτον ηὔξατο, Θεὸν ἱκετεύουσα, καὶ ἐκτενῶς Αὐτῷ βοῶσα·
Ἀλληλούϊα.

Ἵνα γένος ἀνθρώπων, ἐκ χειρὸς διαβόλου, Θεὸς ἐλευθερώσῃ Παρθένε, ἐσαρκώθη ἀῤῥήτως ἐκ Σοῦ, ὅνπερ ἵλεων ἡμῖν νῦν ἀπέργασαι, καὶ ῥῦσαι τῆς ὀργῆς τοῦ Ἅνακτος, ἵνα βοῶμέν Σοι ταῦτα·

Χαῖρε, λειμὼν ἀρετῶν εὐώδης·
χαῖρε, βροτῶν τῆς χαρᾶς αἰτία.
Χαῖρε, Θεοῦ Λόγου παλάτιον ἔμψυχον·
χαῖρε, Θεονύμφευτε, κάλλος πολύευκτον.
Χαῖρε, στάχυν ἡ βλαστήσασα, ἀνηρότως τῆς ζωῆς·
χαῖρε, ὄρος ἀλατόμητον, ὃ προεῖδε Δανιήλ.
Χαῖρε, ἡ τετοκυῖα τὴν πηγὴν τοῦ ἐλέους·
χαῖρε, ἡ ἐμπιμπλῶσα χαρμονῆς τοὺς Ἀγγέλους.
Χαῖρε, Θεοῦ παντάνακτος ὄχημα·
χαῖρε, Ὁσίων πάντων τὸ καύχημα.
Χαῖρε, στολὴ εὐλαβῶν ἱερέων·
χαῖρε, φωτὸς ἀπροσίτου δοχεῖον.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Κατὰ νώτων θαλάσσης, ἐπαφίησιν εἶτα, Εἰκόνα ἡ γυνὴ τὴν ἁγίαν· ἥπερ ὀρθίῳ σχήματι σαφῶς, θαυμασίως ἐποιεῖτο τὴν ἔλευσιν, κατὰ δυσμὰς ἡλίου· διὸ ἡ μήτηρ σὺν υἱῷ ἐβόα·
Ἀλληλούϊα.

Λυμεὼν οὖν εἰς τέλος, κατ’ εἰκόνω λυττήσας, Θεόφιλος ὡς ἄλλος Ἡρώδης, βρεφοκτόνος, εἰς ᾅδου κλεινά, κολαστήρια θανὼν κατενήνεκται· οἱ δὲ πιστοὶ σκιρτῶντες ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Η Παναγία η Πορταΐτισσα στην Μονή Ιβήρων

Χαῖρε, ἡ βάσις τῆς εὐσεβείας·
χαῖρε, ἡ σβέσις κακοδοξίας.
Χαῖρε, ἡ τὸ κέρας πιστῶν ἀνυψώσασα·
χαῖρε, ἡ ὀφρὺν δυσσεβῶν ταπεινώσασα.
Χαῖρε, πορφυροχρυσόμικτε τοῦ Χριστοῦ μου ἐπωμίς·
χαῖρε, χρυσοπορφυρόστρωτε κλίνη σολομωνική.
Χαῖρε, τοῦ Παραδείσου τὸ ἡδύπνοον κρῖνον·
χαῖρε, ἐξ ἧς προῆλθε ζωηφόρον τε ὕδωρ.
Χαῖρε, ἀρᾶς μεσότειχον λύσασα·
χαῖρε, χαρὰν τῷ κόσμῳ πηγάσασα.
Χαῖρε, χρυσῆ μανναδόχε στάμνε·
χαῖρε, ἁγνὴ ἀκατάφλεκτε βάτε.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Μακαρίων πατέρων, ἐν Μονῇ τῶν Ἰβήρων, ποτὲ καθεζομένων τῇ θείᾳ, καὶ λαλούντων ὑπὲρ ψυχικῆς, σωτηρίας θεωροῦσιν ὡς πύρινον, στῦλον ἐν τῇ θαλάσσῃ οὐρανόμηκη· ὅθεν ἐβόων·
Ἀλληλούϊα.

Νῦξ ἐπῆλθε καὶ πάλιν, τὸ φαινόμενον θαῦμα, ἐξέπληττε τοὺς ἐν Ἄθῳ πατέρας· ἐφολκίοις δραμόντες οὖν ἐν σπουδῇ, τῆς πανάγνου κατεῖδον πόῤῥωθεν, Εἰκόνα τὴν σεβάσμιον· διὸ χαρμονικῶς ἐβόων·

Χαῖρε, τὸ θαῦμα ἁγνὴ θαυμάτων·
χαῖρε, ἡ κρήνη τῶν ἰαμάτων.
Χαῖρε, σωτηρίας ἡμῶν παντευλόγητε·
χαῖρε, εὐσεβῶν ἱλασμὸν παναμώμητε.
Χαῖρε, ῥῦπον ἡ ἐκπλύνασα, ἁμαρτίας τοῦ Ἀδάμ·
χαῖρε, δόξῃ ἡ ἐκλάμπουσα, θεϊκῇ ὦ Μαριάμ.
Χαῖρε, ἡ χαλινοῦσα τρικυμίαν τῆς πλάνης·
χαῖρε, ὅτι ἀπόρων παρακλήτωρ τυγχάνεις.
Χαῖρε, ἡ φῶς τεκοῦσα ἀνέσπερον·
χαῖρε, πιστοῦ στρατοῦ σου τὸ τρόπαιον.
Χαῖρε, δεινῶν κατευνάζουσα σάλον·
χαῖρε, Χριστοῦ μυστηρίων τὸ βάθος.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Ξενοτρόπως πεζεύσας, Γαβριὴλ ὁ θεόφρων, τὴν θάλασσαν κατ’ ὄναρ ὡς ἔφη, ἡ Θεοτόκος αὐτῷ, πανευλαβῶς τὴην Εἰκόνα αὐτῆς ὑποδέχεται, ἥνπερ λαβὼν γηθόμενος, ἐξῆλθε τῷ Θεῷ βοῶν οὕτως·
Ἀλληλούϊα.

Οἰκουρὸς Θεοτόκε, τῆς Μονῆς καὶ προστάτις, Ἰβήρων ᾑρετίσω γενέσθαι, δι’ Εἰκόνος τῆς Σῆς ἀγαθή, καὶ παντὸς τοῦ Ὄρους σαφῶς ὑπέρμαχος· διὸ οἱ ἐν αὐτῷ μονάζοντες, βοῶμέν Σοι ταῦτα·

Χαῖρε, ἀμνὰς τοῦ Θεοῦ ἁγία·
χαῖρε, ἡμῶν κυβερνῆτις θεία.
Χαῖρε, τῶν βροτῶν ἡ τελεία ἀνάῤῥωσις·
χαῖρε, τῶν δαιμόνων Παρθένε ἡ ἔξωσις.
Χαῖρε, πύλη ἀδιόδευτε, ἣν διώδευσε Θεός·
χαῖρε, πάντας ὁδηγήσασα, ἐκ τοῦ σκότους πρὸς τὸ φῶς.
Χαῖρε, τῶν προσκυνούντων τὸ εὖχος·
χαῖρε, Μονῶν ἁγίων, ἀκατάλυτον ἕρκος.
Χαῖρε, δι’ ἧς θνητοὶ ἀφθαρτίζονται·
χαῖρε, δι’ ἧς ἐχθροὶ τραυματίζονται.
Χαῖρε, βαλβὶς τῶν κλεινῶν Ἀθλοφόρων·
χαῖρε, ἀνδρῶν χαρμονὴ θεοφόρων.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Πυλωρὸς τῆς Μονῆς Σου, ἡ Εἰκὼν ἀνεδείχθη, πολλῶν ἐκ συμφορῶν λυτρουμένη, Θεοτόκε, αὐτὴν ἐσαεί, καὶ τοὺς ἐν αὐτῇ μονάζοντας Δέσποινα, πιστῶς Σε λιτανεύοντας, καὶ τοὺς Θεῷ βοῶντας ἀσιγήτως·
Ἀλληλούϊα.

Ῥέουσιν ὡς ἐκ κρήνης, πολυχεύμονος ῥεῖθρα, θαυμάτων πολυθρύλητα ὄντως, ἐκ τῆς θείας Εἰκόνος τῆς Σῆς, καταρδεύοντα τοῦ κόσμου τὰ πέρατα, ἐξ ὧν νῦν κορεννύμενοι, βοῶμέν Σοι Παρθένε ταῦτα·

Χαῖρε, Ἀγγέλων τιμιωτέρα·
χαῖρε, ἡλίου καθαρωτέρα.
Χαῖρε, βασιλέων κλεινῶν τροπαιούχημα·
χαῖρε, τῶν Μαρτύρων Χριστοῦ τὸ ἐνίσχυμα.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἡ μετάρσιος, ἣν προεῖδεν Ἰακώβ·
χαῖρε, κάλλει ὑπεράσασα, δίσκον τὸν ἡλιακόν.
Χαῖρε, τῶν μισοχρίστων τὰς πλεκτάνας συνθλῶσα·
χαῖρε, τῶν φιλοθέων τὰς αἰτήσεις πληροῦσα.
Χαῖρε, λαῶν βαρβάρων ἀπώλεια·
χαῖρε, χωλῶν πολλῶν ἠ ποδώκεια.
Χαῖρε, ἁγνή, εὐσεβῶν συμμαχία·
χαῖρε, τῶν Σὲ ἀνυμνούντων πρεσβεία.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Συντριβῇ τῶν βαρβάρων, τὰ πολύσπερμα φῦλα, ἀγρίως ἐπελθόντων Παρθένε, διά τε θαλάσσης καὶ ξηρᾶς, κατὰ τῆς Μονῆς Σου καὶ τῆς Σῆς Πόλεως, τελείᾳ παραδέδωκας, ὡς μὴ Θεῷ εἰδότα κράζειν·
Ἀλληλούϊα.

Τρώσαντος ἐν μαχαίρᾳ, τοῦ βαρβάρου Παρθένε, κατὰ τὴν παρειὰν Σὴν Εἰκόνα, ἐξεπήδησεν αἷμα εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἔλεγχον τὸν ἄθεον, πιστοὶ δὲ ἐξιστάμενοι τῷ τέρατι, ἐβόων Σοι ταῦτα·

Χαῖρε, τὸ κῦδος τῶν μοναζόντων·
χαῖρε, χαρὰ τῶν Σὲ δοξαζόντων.
Χαῖρε, στολισμὸς νοητοῦ στερεώματος·
χαῖρε, ἡ αὐγὴ θεϊκοῦ ἀπαυγάσματος.
Χαῖρε, ὅτι προετύπου Σε, μαρτυρίου ἡ σκηνή·
χαῖρε, Σὲ γὰρ προεικόνιζε, κάμινος ἡ περσική.
Χαῖρε, πανωλεθρίᾳ δυσμενεῖς παραδοῦσα·
χαῖρε, ἡ χιλιάρχους νοητοὺς ἐκνικῶσα.
Χαῖρε, Μονῆς τῆς Σῆς φυλακτήριον·
χαῖρε, ἐχθρῶν πολλῶν διωκτήριον.
Χαῖρε, σεμνὴ χαριτώνυμε Κόρη·
χαῖρε, δι’ ἧς ὁ Θεὸς βροτοῖς ὤφθη.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Ὑπὲρ νοῦν τε καὶ λόγον, τὰ τεράστια πέλει, τὰ Σὰ θεοκυῆτορ Μαρία· τῷ γὰρ πλήθει τὴν ψάμμον σαφῶς, καὶ τὰ ἄστρα οὐρανοῦ ὑπερβαίνουσιν· ἀλλ’ οὖν ὡς οἷον ταῦτα νῦν, ἐν ὕμνοις ἐκθειάζοντες, βοῶμεν·
Ἀλληλούϊα.

Φαεινότατος στῦλος, ἐπεφάνης ἐν Ἄθῳ, τὸν νέον Ἰσραὴλ καταυγάζων, καὶ καθοδηγοῦσα πρὸς γῆν, τῆς ἐπαγγελίας θεοχαρίτωτε· διὸ εὐχαριστοῦντές Σοι, κραυγάζομεν θερμῶς ταῦτα·

Χαῖρε, ἁγνή, νοητὴ σελήνη·
χαῖρε, ψυχῶν τῶν ἡμῶν, γαλήνη.
Χαῖρε, ἡ Θεὸν τοῖς βροτοῖς σωματώσασα·
χαῖρε, ἡ ἐχθροὺς νοητοὺς ταρταρώσασα.
Χαῖρε, κέντρον ἡ ἀμβλύνασα, τοῦ θανάτου τόκῳ Σῷ·
χαῖρε, πάντων τὸ διάσωσμα, τῶν φοιτώντων Σῷ ναῷ.
Χαῖρε, πιστούς, λοιμώδους ἀπαλλάττουσα νόσου·
χαῖρε, λεκάνη πλήρης, οὐρανίου ἐκ δρόσου.
Χαῖρε, πιστῶν ἁπάντων ἐχέγγυον·
χαῖρε, σεπτῶν Ἀγγέλων ἐφύμνιον.
Χαῖρε, πολλοὺς πειρασμῶν λυτρουμένη·
χαῖρε, σεισμοῦ τὴν Μονὴν ῥυομένη.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Χριστὸν ἄχραντε Κόρη, τὸν Υἱὸν καὶ Θεόν Σου, ὃν ξένῳ ἀπεκύησας τρόπῳ, καὶ ἀγκάλαις συνέσχες ταῖς Σαῖς, καὶ βρεφοπρεπῶς ἁγνὴ ἐγαλούχησας, ἵλεων νῦν ἀπέργασαι τῇ ποίμνῃ Σου, Αὐτῷ βοώσῃ·
Ἀλληλούϊα.

Ψαλμοσύνθετον ὕμνον, ἐκ χειλέων Παρθένε, προσφέρομέν Σοι νῦν ἀναξίως· ὃν ὥσπερ λεπτὰ χηρακά, δεξαμένη τὴν Σὴν χάριν ἡμῖν πρυτάνευσον, καὶ πάντας δίδαξον βοᾶν Σοι εὐσεβῶς τοιαῦτα·

Χαῖρε, Πατρὸς τοῦ ἀνάρχου Νύμφη·
χαῖρε, Υἱοῦ συνανάρχου Μήτηρ.
Χαῖρε, ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου τε Πνεύματος·
χαῖρε, καθαρὸς τῆς Τριάδος τε θάλαμος.
Χαῖρε, πάσας ἡ ἀπείργουσα, τῶν δεινῶν ἐπιφοράς·
χαῖρε, αἴσχους τῶν δαιμόνων τε, ἡ πληροῦσα τὰς μορφάς.
Χαῖρε, τῶν δυστυχούντων πλουτισμὸς Θεοτόκε·
χαῖρε, τῆς Οἰκουμένης τὸ ἐντρύφημα ὄντως.
Χαῖρε, δι’ ἧς παρθένοι ἀγάλλονται·
χαῖρε, δι’ ἧς μητέρες εὐφραίνονται.
Χαῖρε, ἁγνή, γηραιῶν βακτηρία·
χαῖρε, ἡμῶν ψυχικὴ εὐρωστία.
Χαῖρε, Κόρη μητρόθεε.

Ὢ Θεοῦ Λόγου Μῆτερ, Παναγία Παρθένε, τοῦ Ἄθω εὐκλεὴς πολιοῦχε (γ')· καὶ Ἰβήρων Μονῆς θυρωρέ, τοὺς θερμῶς Σε Θεοτόκε γεραίροντας, παντοίων ῥῦσαι θλίψεων, ἵνα τῷ Σῷ Υἱῷ βοῶμεν·
Ἀλληλούϊα.
Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

12. Βίντεο: Το Απολυτίκιο και τα Μεγαλυνάρια της Παναγίας Πορταΐτισσας



Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς

Η Πορταΐτισσα λούζεται 
στον αρσανά της Ιβήρων
Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης

Ήτανε μεσημέρι κι η Παναγιά
βαρέθηκε να φυλάει
την πόρτα και τ’ αβγά

Έφαγε μούρα στο καλντερίμι
και κοκκίνισαν τα χείλη της

Ήπιε νερό στη φιάλη
και δρόσισαν τα χείλη της.

Άφησε το στέμμα, τα ναπολεόνια, τα φλουριά
έβγαλε τα ρολόγια, τις χάντρες, τα χαϊμαλιά
κι έπεσε να βουτηχτεί στο πέλαγο

Μα σαν την είδανε
τα μικρά καλογέρια
τ’ αναιμικά και δυστυχισμένα
τα τρία καλογέρια
που φόρτωναν χαλίκια
και σκοτωμένα όνειρα
χάθηκε στα νερά
Η Κυρά Παναγιά
με τα χρυσά και τ’ αργυρά.

«Τ’ Αγιονορείτικα», 
Εκδόσεις Φιλιππότη, 
Αθήνα 1993, σ. 19

Τέλος και τω Θεώ δόξα 

Δείτε και...

Δεν υπάρχουν σχόλια: