"copyrightHolder": { "@type": "Person", "name": "Sophia Drekou" }, "potentialAction": { "@type": "ReadAction", "target": "https://www.sophia-ntrekou.gr/2026/01/agios-athanasios-alexandreias-vios-theologia-exoria.html" } }

Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας ο Μέγας: Βίος, Θεολογία και Εξορία - Ο αγώνας για την ελευθερία της πίστης απέναντι στην πολιτική εξουσία (Άπαντα τα έργα του)

Ο Άγιος Αθανάσιος τιμάται σε μνημείο βυζαντινής παράδοσης στη Ρώμη, υποδηλώνοντας την υπερεθνική και διαχρονική εμβέλεια του αγώνα του για την ελευθερία της πίστης.
Νωπογραφία (1608-1610) από το Παρεκκλήσι των Αγίων Κτητόρων της Σάντα 
Μαρία της Γκροταφερράτα· μια σιωπηλή μαρτυρία της αδιάκοπης παρουσίας 
του Αγίου Αθανασίου στην εκκλησιαστική μνήμη της Ανατολής και της Δύσης. 
(Fresco Cappella dei Santi Fondatori, Abbazia di Santa Maria, Grottaferrata.]

Ιστορική, θεολογική και πολιτική προσέγγιση του Μεγάλου Αθανασίου μέσα από τις εξορίες, τους αγώνες και τη σύγκρουσή του με την αυτοκρατορική εξουσία

Εισαγωγή

Ο βίος του Μεγάλου Αθανασίου δεν είναι απλώς η ιστορία ενός Πατέρα της Εκκλησίας, αλλά η αφήγηση μιας παρατεταμένης σύγκρουσης ανάμεσα στην πίστη και την εξουσία. Οι αλλεπάλληλες εξορίες του δεν υπήρξαν προσωπική δοκιμασία, αλλά θεολογικό γεγονός. Μέσα από αυτές, διαμορφώθηκε η αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας απέναντι στην ιδεολογική εργαλειοποίηση της πίστης. Η γραφή του Αθανασίου υπήρξε πράξη αντίστασης και θεολογικής ευθύνης απέναντι στην αυτοκρατορική επιβολή.

Δοκιμιακή μελέτη ιστορικής, θεολογικής και πολιτικής ερμηνείας
✍🏻 Σοφία Ντρέκου (Sophia Drekou, Columnist in Psychology)


🟤 Ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας - ο λεγόμενος Μέγας ή Άγιος Αθανάσιος

(Η παρούσα ενότητα σκιαγραφεί τη μορφή του Μεγάλου Αθανασίου μέσα στο ιστορικό και εκκλησιαστικό πλαίσιο του τέταρτου αιώνα, αναδεικνύοντάς τον όχι απλώς ως διοικητικό επίσκοπο, αλλά ως πρόσωπο που σφράγισε τη δογματική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας. Η πρώιμη ένταξή του στη διακονία, η εμπειρία των διωγμών, η επαφή του με τον ασκητικό κόσμο και η συμμετοχή του στα μεγάλα εκκλησιαστικά ρήγματα της εποχής -το Μελιτιανό σχίσμα και κυρίως η αρειανική έριδα- διαμόρφωσαν μια προσωπικότητα θεολογικά ώριμη και εκκλησιολογικά αποφασιστική. Η στενή του συνεργασία με τον αρχιεπίσκοπο Αλέξανδρο και η ανάδειξή του σε διάδοχό του δεν αποτελούν απλώς βιογραφικά δεδομένα, αλλά μαρτυρούν τη σταδιακή ανάληψη ευθύνης σε μια Εκκλησία που αγωνιζόταν να διατυπώσει με ακρίβεια την πίστη της στο πρόσωπο του Χριστού, μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων ιδεολογικών, θεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων.)

Ο Αθανάσιος της Αλεξανδρείας, γνωστός στην εκκλησιαστική παράδοση ως Μέγας Αθανάσιος, υπηρέτησε ως επίσκοπος της πόλεως από το 328 ως το 373. Αναδείχθηκε σε μία από τις κορυφαίες μορφές του τέταρτου αιώνα, όχι μόνο λόγω της επισκοπικής του θέσης, αλλά κυρίως εξαιτίας των μακρών, επίμονων και συχνά οδυνηρών αγώνων του υπέρ της ορθόδοξης πίστης, απέναντι στην αίρεση του Αρειανισμού. Η παρουσία του σημάδεψε βαθιά τόσο την εκκλησιαστική ζωή όσο και τον δημόσιο χώρο της αυτοκρατορίας, ενώ το συγγραφικό και θεολογικό του έργο καθόρισε τη μετέπειτα πορεία της εκκλησιαστικής διδασκαλίας. Γι’ αυτό και η θέση του στη συνολική πνευματική και δογματική παράδοση της Εκκλησίας παραμένει εξέχουσα και αδιαμφισβήτητη.

Για τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν διαθέτουμε σαφείς μαρτυρίες. Οι πηγές σιωπούν τόσο για την παιδική όσο και για την εφηβική του ηλικία. Ωστόσο, θεωρείται βέβαιο ότι προερχόταν από χριστιανικό περιβάλλον. Η γέννησή του τοποθετείται στην Αλεξάνδρεια, μετά το έτος 295 μ.Χ.. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από τις κατηγορίες των αντιπάλων του, οι οποίοι υποστήριξαν ότι κατά την εκλογή του σε επίσκοπο, το 328, δεν είχε ακόμη συμπληρώσει το κανονικό όριο ηλικίας των τριάντα ετών. Ακόμη κι αν η κατηγορία αυτή δεν ήταν απολύτως ακριβής, δεν φαίνεται να απείχε ουσιαστικά από την πραγματικότητα, διαφορετικά δύσκολα θα είχε βρει απήχηση.

Οπωσδήποτε, η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του συντελέστηκε σε μια εξαιρετικά ταραγμένη εποχή για τον χριστιανισμό. Οι διωγμοί που εξαπέλυσε ο Διοκλητιανός, γύρω στο 305, έπληξαν και την Αίγυπτο, αφήνοντας έντονα ίχνη στη συλλογική μνήμη της Εκκλησίας και σφραγίζοντας το κλίμα μέσα στο οποίο ανδρώθηκε ο νεαρός Αθανάσιος.

Η μαρτυρία ότι χειροτονήθηκε αναγνώστης περίπου το 312 φανερώνει έναν πρώιμο και σταθερό προσανατολισμό προς την εκκλησιαστική διακονία. Παράλληλα, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά τον ασκητικό τρόπο ζωής και να συνδεθεί με τον μεγάλο αναχωρητή άγιο Αντώνιο. Η σχέση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, καθώς ο Αντώνιος στάθηκε αργότερα στο πλευρό του Αθανασίου, όταν οι συγκρούσεις με αιρετικούς και σχισματικούς κορυφώθηκαν και η παρουσία του αγίου στην Αλεξάνδρεια λειτούργησε ως έμπρακτη στήριξη.

Η μόρφωση, η ευσυνειδησία και η αφοσίωσή του στην Εκκλησία εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Αλέξανδρο, ο οποίος τον χειροτόνησε διάκονο μεταξύ 318 και 320 και του ανέθεσε το αξίωμα του γραμματέα της αρχιεπισκοπής. Η θέση αυτή υπήρξε κομβική για την πορεία του, καθώς συνέπεσε με την ανάδυση σοβαρών θεολογικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας.

Το Μελιτιανό σχίσμα, που ήδη από τις αρχές του 4ου αιώνα είχε διχάσει την Εκκλησία της Αιγύπτου, η εμφάνιση του Αρειανισμού γύρω στο 318, καθώς και οι έντονες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στον Άρειο και τους θεολογικούς του αντιπάλους, αποτέλεσαν βασικά στοιχεία της εκκλησιαστικής εμπειρίας του νεαρού Αθανασίου. Από τη θέση του στενού συνεργάτη και συμβούλου του αρχιεπισκόπου, ο οποίος δεν διέθετε ιδιαίτερο θεολογικό βάθος, ο Αθανάσιος ήρθε σε άμεση επαφή με τα μεγάλα ερωτήματα της εποχής και ωρίμασε μέσα σε ένα περιβάλλον έντασης και ευθύνης.

Μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Αλεξάνδρου, ο Αθανάσιος βρέθηκε στο προσκήνιο. Η σύνοδος των επισκόπων της Αιγύπτου, με τη σαφή υποστήριξη του λαού, τον εξέλεξε διάδοχό του. Ο Αλέξανδρος εκοιμήθη στις 17 Απριλίου του 328, και ο Αθανάσιος ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο στις 8 Ιουνίου του ίδιου έτους.

🟤 Τα πρώτα χρόνια της αρχιερατείας του

(Η ενότητα αυτή αποτυπώνει την πρώτη, ιδιαίτερα ταραγμένη φάση της αρχιερατείας του Μεγάλου Αθανασίου, όπου η ποιμαντική ευθύνη συναντά ευθέως τη σύγκρουση δογματικής αλήθειας και εκκλησιαστικής πολιτικής. Η αναγνώριση της κανονικής δικαιοδοσίας του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας από τη Νίκαια συνοδεύεται από την έμπρακτη μέριμνα του Αθανασίου για την ενότητα των τοπικών Εκκλησιών και τη σύνδεσή του με τον ασκητικό κόσμο, γεγονός που φανερώνει τη σύνθεση θεολογίας και πνευματικής πράξης. Παράλληλα, η μεταστροφή της αυτοκρατορικής πολιτικής προς τον συμβιβασμό, η ενίσχυση αρειανιζόντων κύκλων και η τακτική σύμπραξη ετερόδοξων ομάδων εναντίον του, αναδεικνύουν τον Αθανάσιο ως πρόσωπο που αρνείται να υποκαταστήσει τη δογματική αλήθεια με διοικητική ειρήνευση. Οι συκοφαντίες, οι πολιτικές πιέσεις και η προσφυγή σε αυτοκρατορικές και συνοδικές διαδικασίες αποκαλύπτουν ότι η σύγκρουση δεν αφορά απλώς προσωπικές αντιπαραθέσεις, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία καλείται να σταθεί μέσα στην Ιστορία, χωρίς να αλλοιώσει το περιεχόμενο της πίστης της στο όνομα της εξωτερικής ομαλότητας.)

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νικαίας (325), είχε κατοχυρώσει με τον έκτο (6ο) κανόνα της μια παγιωμένη εκκλησιαστική πρακτική: ότι η Αίγυπτος, η Λιβύη και η Πεντάπολη υπάγονταν διοικητικά και κανονικά στη δικαιοδοσία του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Ο νεαρός Αθανάσιος, έχοντας πλήρη συνείδηση της ευθύνης που αναλάμβανε, έκρινε απαραίτητο αμέσως μετά την εκλογή του να επισκεφθεί τις τοπικές Εκκλησίες της εκτεταμένης αυτής περιοχής. Κατά την ποιμαντική αυτή περιοδεία ήρθε σε προσωπική επαφή με τον Παχώμιο, τον μεγάλο ασκητή και θεμελιωτή του κοινοβιακού μοναχισμού, με τον οποίο συνδέθηκε έκτοτε με δεσμούς αμοιβαίας εκτίμησης και στενής πνευματικής σχέσης.

Δείτε ► Η Πρώτη Σύνοδος της Νίκαιας η Α' Οικουμενική της Χριστιανικής Εκκλησίας

Απεικόνιση του Αγίου Αθανασίου στη Σύνοδο της Νίκαιας σε χειρόγραφα του 13ου αιώνα του Γουλιέλμου της Τύρου.
Ο Άγιος Αθανάσιος στη Σύνοδο της Νίκαιας, όπως απεικονίζεται σε χειρόγραφα 
του 13ου αιώνα που αποδίδονται στον αρχιεπίσκοπο Γουλιέλμο της Τύρου, 
ο κυριότερος χρονογράφος των μεσαιωνικών Σταυροφοριών. 
Η μεσαιωνική εικονογραφία αναδεικνύει τον Αθανάσιο ως κεντρικό πρόσωπο 
της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και υπέρμαχο της ομοουσιότητας του Υιού. 
Saint Athanasius at the Council of Nicea, William of Tyre manuscripts.

Την ίδια περίοδο, όμως, το εκκλησιαστικό τοπίο άρχισε να μεταβάλλεται. Η πολιτική του Μεγάλου Κωνσταντίνου στα θρησκευτικά ζητήματα οδηγήθηκε σταδιακά σε μια πιο ουδέτερη και συμβιβαστική κατεύθυνση, ενώ στην αυτοκρατορική αυλή απέκτησε ιδιαίτερη επιρροή ο μετριοπαθώς αρειανίζων μητροπολίτης Καισαρείας της Παλαιστίνης, Ευσέβιος, γνωστός και ως εκκλησιαστικός ιστορικός. Οι εξελίξεις αυτές ενθάρρυναν τόσο τους οπαδούς του Αρείου όσο και τους Μελιτιανούς να ανασυνταχθούν και να επιχειρήσουν την επανάκτηση της παλαιάς τους ισχύος.

Παρά τη βαθιά θεολογική τους διάσταση, οι δύο αυτές ομάδες βρήκαν κοινό έδαφος στην αντιπαράθεσή τους με τον Αθανάσιο, ο οποίος επέμενε στην πιστή εφαρμογή των αποφάσεων της Νικαίας και αρνούνταν κάθε υποχώρηση. Η συμμαχία αυτή είχε σαφή στόχο: την αποδυνάμωση και τελικά την απομάκρυνση του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας.

Οι προσπάθειες των φίλων του Αρείου να πείσουν τον αυτοκράτορα υπέρ μιας πολιτικής συμβιβασμού απέδωσαν. Οι ισχυροί μητροπολίτες Νικομηδείας Ευσεβίος και Καισαρείας Ευσεβίος κατόρθωσαν να παρουσιάσουν στον Μέγα Κωνσταντίνο την ιδέα ότι μια τέτοια στάση θα συνέβαλλε στην ειρήνευση της Εκκλησίας και στη σταθερότητα της αυτοκρατορίας.

Ο Αθανάσιος, ωστόσο, αρνήθηκε κατηγορηματικά να αποδεχθεί την αυτοκρατορική πρόταση για την επανένταξη του Αρείου στην Εκκλησία της Αλεξανδρείας. Στη στάση του αυτή δεν επικαλέστηκε μόνο τις συνοδικές αποφάσεις της Νικαίας, αλλά και την έλλειψη ειλικρίνειας που διέκρινε τις κατά καιρούς προφορικές ή γραπτές ομολογίες πίστεως του Αρείου, τις οποίες θεωρούσε τακτικισμούς χωρίς αληθινή δογματική μεταστροφή.

Η σύγκρουση ήταν πλέον αναπόφευκτη. Οι αντίπαλοί του φρόντισαν να την οξύνουν, κατασκευάζοντας, με τη συνεργασία Αρειανών και Μελιτιανών, βαριές συκοφαντίες εις βάρος του. Ο Αθανάσιος παρουσιάστηκε ως υποκινητής εχθρών του αυτοκράτορα, ως καταπιεστής του λαού μέσω υπέρμετρων οικονομικών επιβαρύνσεων, ακόμη και ως βίαιος ιεράρχης που δήθεν είχε φονεύσει τον επίσκοπο Αρσένιο.

Το 331 κλήθηκε από τον ίδιο τον αυτοκράτορα να απολογηθεί για τις κατηγορίες αυτές. Ο Αθανάσιος μετέβη στη Νικομήδεια και κατόρθωσε να τις αντικρούσει. Ωστόσο, η επιρροή του Ευσεβίου Νικομηδείας στον Κωνσταντίνο αποδείχθηκε και πάλι καθοριστική. Ο αυτοκράτορας μεταπείστηκε εκ νέου και διέταξε τη σύγκληση συνόδου στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, το 334, προκειμένου να εξεταστούν εκ νέου οι κατηγορίες.

🟤 Οι εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου και ο αγώνας για την αλήθεια

(Η διαδοχική αλυσίδα των εξοριών του Μεγάλου Αθανασίου δεν αποτελεί απλώς βιογραφικό επεισόδιο ή αποτέλεσμα προσωπικών αντιπαραθέσεων, αλλά αποκαλύπτει τον βαθύτατο δεσμό θεολογίας και πολιτικής εξουσίας στον 4ο αιώνα. Ο Αθανάσιος δεν διώχθηκε επειδή υπήρξε «αδιάλλακτος χαρακτήρας», αλλά επειδή η ομολογία της Νίκαιας -η ακέραιη πίστη στην ομοουσιότητα του Υιού προς τον Πατέρα- δεν μπορούσε να εργαλειοποιηθεί από την αυτοκρατορική εξουσία ως παράγοντας διοικητικής ομοιομορφίας. Κάθε εξορία του σηματοδοτεί μια προσπάθεια επιβολής συμβιβαστικής θεολογίας χάριν πολιτικής ειρήνευσης, και κάθε επιστροφή του μια υπενθύμιση ότι η Εκκλησία δεν συγκροτείται από αυτοκρατορικά διατάγματα, αλλά από την αλήθεια της πίστεως και τη μαρτυρία των προσώπων. Η στάση του Αθανασίου αναδεικνύει ότι η ορθοδοξία δεν είναι θεωρητική διατύπωση, αλλά βιωμένη ευθύνη, που συχνά οδηγεί στη σύγκρουση με την εξουσία, στην απομόνωση και στην εξορία. Μέσα από τις διώξεις του, η Εκκλησία μαθαίνει να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην ειρήνη ως συμβιβασμό και την ειρήνη ως καρπό της αλήθειας.)

Ο Μέγας Αθανάσιος εξορίστηκε συνολικά πέντε φορές κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπικής του θητείας, από τους εχθρούς του στην Αλεξάνδρεια λόγω της αδιάλλακτης υπεράσπισης της Ορθοδοξίας ενάντια στον Αρειανισμό, με τις εξορίες να διαρκούν από το 335 έως το 366 μ.Χ. (π.χ. στη Θηβαΐδα, τη Γαλατία), περνώντας περίπου 17 χρόνια στην εξορία. Οι εξορίες οφείλονταν κυρίως στη σθεναρή του αντίσταση κατά του Αρειανισμού και στις πολιτικές ίντριγκες της εποχής. Όμως επέστρεφε πάντα θριαμβευτής, καταγράφοντας σημαντικό θεολογικό έργο και εδραιώνοντας την πίστη στην Αγία Τριάδα.

Παρά τις αλλεπάλληλες εξορίες (περισσότερο από 17 χρόνια συνολικά), ο Άγιος Αθανάσιος παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του, επιστρέφοντας πάντα για να υπερασπιστεί το δόγμα της Ομοουσίου του Πατρός και του Υιού και αναδεικνύοντας το ρόλο του Αγίου Πνεύματος, κάτι που τον καθιέρωσε ως «Πατέρα της Ορθοδοξίας».

🌗 Οι Πέντε Εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου:

⬛ Η πρώτη Εξορία (Ιούλιος 335 μ.Χ. - Νοέμβριος 337 μ.Χ.): Μετά την Α' Οικουμενική Σύνοδο, ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος τον εξόρισε στο Τρεβήρους (σημερινή Τριρ (Γαλατία) της Γερμανίας) και αργότερα στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου, ως υποστηρικτής του Αρείου για τον Κωνστάντιο... με την κατηγορία της παρεμπόδισης της αποστολής σίτου και της συνωμοσίας.

Η σύνοδος της Τύρου συγκροτήθηκε με πρόδηλη μεροληψία, καθώς τα μέλη της είχαν επιλεγεί προσεκτικά από τους αντιπάλους του Μεγάλου Αθανασίου. Το κατηγορητήριο επανέλαβε τις ήδη γνωστές κατηγορίες, στις οποίες προστέθηκαν νέες, όπως η ανυπακοή του προς τον αυτοκράτορα για την αποδοχή του Αρείου στην Εκκλησία, καθώς και η υποτιθέμενη παρεμπόδιση αποστολής σίτου προς την Κωνσταντινούπολη. Η κλήση του Αθανασίου στη σύνοδο συνοδευόταν μάλιστα από απειλή βίαιης προσαγωγής. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας μετέβη στην Τύρο συνοδευόμενος από 49 επισκόπους της δικαιοδοσίας του· ωστόσο, η ουσιαστική συμμετοχή του στις εργασίες της συνόδου δεν του επετράπη.

Παρά ταύτα, ο Αθανάσιος κατόρθωσε να αντικρούσει πειστικά κάθε κατηγορία, αποδεικνύοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο επίσκοπος Αρσένιος ήταν ζωντανός και ακέραιος, ότι δεν είχε χρηματοδοτήσει εχθρούς του αυτοκράτορα και ότι ουδέποτε παρεμπόδισε τη μεταφορά σίτου. Όμως η έκβαση της υπόθεσης ήταν προειλημμένη. Η σύνοδος ακολουθούσε απλώς τις τυπικές διαδικασίες για την επιβολή αποφάσεων που είχαν ήδη ληφθεί. Αντιλαμβανόμενος το αδιέξοδο, ο Αθανάσιος κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, επιδιώκοντας να διαμαρτυρηθεί αυτοπροσώπως στον αυτοκράτορα. Η ακρόαση καθυστερούσε επί μακρόν και, όταν τελικά πραγματοποιήθηκε, δεν οδήγησε σε μεταστροφή της αυτοκρατορικής στάσης.

Ως αποτέλεσμα, ο Αθανάσιος εξορίστηκε στους Τρεβήρους της Γαλατίας, ενώ η σύνοδος της Τύρου τον καθαίρεσε από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας. Οι Αρειανοί και οι Μελιτιανοί αποκαταστάθηκαν στις θέσεις τους, παρά τις έντονες αντιδράσεις του λαού της Αλεξανδρείας, οι οποίες δεν εισακούστηκαν. Ο Αθανάσιος παρέμεινε στην εξορία έως τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, το 337.

Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα, οι διάδοχοί του Κώνστας και Κωνστάντιος συναίνεσαν στην αποκατάσταση του Αθανασίου. Η επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια, στις 23 Νοεμβρίου του 337, συνοδεύτηκε από ενθουσιώδη υποδοχή του λαού. Το επόμενο έτος (338) συγκάλεσε σύνοδο στην Αλεξάνδρεια, η οποία ακύρωσε τις αποφάσεις της Τύρου, ενώ ο Μέγας Αντώνιος προσήλθε στην πόλη για να δηλώσει δημόσια τη συμπαράστασή του στον υπέρμαχο της ορθοδοξίας. Οι Αρειανοί βρέθηκαν και πάλι σε δύσκολη θέση και αναζήτησαν νέες μεθόδους αντίδρασης.

⬛ Η δεύτερη Εξορία (Μάρτιος 340 μ.Χ. - Οκτώβριος 346 μ.Χ.): Κατέφυγε στη Ρώμη, όπου τον δέχτηκαν με τιμές, μετά την απόφαση της Συνόδου της Αντιοχείας να τον καθαιρέσει. Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίνου, επέστρεψε, αλλά εξορίστηκε ξανά, αυτή τη φορά από τον Κωνστάντιο.
Ο μητροπολίτης Νικομήδειας Ευσέβιος κατόρθωσε να επηρεάσει εκ νέου τον αυτοκράτορα Κωνστάντιο, ο οποίος άλλωστε έβλεπε με ευνοϊκό μάτι τη διδασκαλία του Αρείου. Με την κατηγορία ότι ο Αθανάσιος προκάλεσε αιματηρές ταραχές κατά την επάνοδό του στην Αλεξάνδρεια, συγκλήθηκε σύνοδος αρειανόφρονων επισκόπων στην Αντιόχεια, στις αρχές του 339, η οποία τον καθαίρεσε εκ νέου. Παρά την έντονη αντίδραση του λαού της Αλεξανδρείας, στάλθηκε ως αντικαταστάτης του ο Γρηγόριος ο Καππαδόκης. Οι βιαιοπραγίες που ακολούθησαν, με τη στήριξη της πολιτικής εξουσίας, κατέστησαν αδύνατη την παραμονή του Αθανασίου στην πόλη.

Ο Αθανάσιος κατέφυγε στη Ρώμη, συνοδευόμενος από άλλους ορθόδοξους επισκόπους και μοναχούς. Πριν από την αναχώρησή του απέστειλε την περίφημη Εγκύκλιο Επιστολή, η οποία αποτελεί πολύτιμο φιλολογικό και ιστορικό τεκμήριο της περιόδου. Ο επίσκοπος Ρώμης Ιούλιος τον υποδέχθηκε με τιμές και, γνωρίζοντας ήδη την κατάσταση στην Ανατολή, ανέλαβε πρωτοβουλίες για την αποκατάστασή του. Σύνοδος περίπου 50 επισκόπων στη Ρώμη, το 340, αναγνώρισε τον Αθανάσιο ως κανονικό αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας και κοινοποίησε την απόφαση αυτή στους επισκόπους της Ανατολής.

Η παραμονή του Αθανασίου στη Ρώμη αποδείχθηκε ευεργετική και για τη Δύση, καθώς μέσω των Αιγυπτίων μοναχών γνώρισε τον ασκητικό τρόπο ζωής και τις βασικές αρχές του μοναχισμού. Οι συνεχιζόμενες ταραχές στην Αίγυπτο και ο κίνδυνος διάσπασης της Εκκλησίας ώθησαν τους αυτοκράτορες Κώνστα και Κωνστάντιο να αναζητήσουν κοινή λύση, οδηγώντας στη σύγκληση συνόδου στη Σαρδική, το φθινόπωρο του 343. Εκεί, οι δυτικοί επίσκοποι υποστήριξαν την επανεξέταση της υπόθεσης, ενώ οι ανατολικοί αρνήθηκαν, αποχωρώντας τελικά στη Φιλιππούπολη. Οι δυτικοί, παραμένοντας στη Σαρδική (σημερινή Σόφια), διακήρυξαν ότι ο Αθανάσιος ήταν ο μόνος νόμιμος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.

Μετά τον θάνατο του αρειανόφρονος Γρηγορίου του Καππαδόκη, στις 25 Ιουνίου του 345, ο Κωνστάντιος κάλεσε τον Αθανάσιο να επιστρέψει. Ο Μ. Αθανάσιος επισκέφτηκε τον Κωνστάντιο στην Αντιόχεια, από τον οποίο εφοδιάστηκε με επιστολές στις οποίες τονιζόταν η πλήρης αμνήστευση του εξόριστου ιεράρχη. Η επιστροφή του συνοδεύτηκε από πρωτοφανή λαϊκή υποδοχή και τα επόμενα δέκα χρόνια (346-356) αποτέλεσαν την πιο ειρηνική και δημιουργική περίοδο της αρχιερατείας του.

⬛ Η τρίτη Εξορία (356 μ.Χ. - 361 μ.Χ.): Διέφυγε στην έρημο της Αιγύπτου και κρύφτηκε μεταξύ των μοναχών, ενώ ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος Β' είχε διατάξει τη σύλληψή του. Η πιο σκληρή περίοδος, όπου κρύφτηκε για χρόνια, γράφοντας σπουδαία έργα, ενώ ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Αποστάτης προσπάθησε να τον επαναφέρει με ειδωλολατρικά σχέδια.

Οι πολιτικές ανακατατάξεις της δεκαετίας του 350 επηρέασαν καθοριστικά την πορεία του Μεγάλου Αθανασίου. Το 350 δολοφονήθηκε ο αυτοκράτορας της Δύσης Κώνστας, θερμός υποστηρικτής της ορθόδοξης παράταξης. Τρία χρόνια αργότερα, ο σφετεριστής Μαξέντιος νικήθηκε και φονεύθηκε από τον Κωνστάντιο (353), ο οποίος παρέμεινε πλέον μοναδικός αυτοκράτορας και επιχείρησε να επιβάλει τον Αρειανισμό ως επίσημη πίστη της αυτοκρατορίας. Η νέα αυτή πολιτικοθρησκευτική στρατηγική σήμαινε αναπόφευκτα και τη σύγκρουση με τον υπέρμαχο της Νίκαιας, Αθανάσιο.

Το 353 ο Κωνστάντιος συγκάλεσε σύνοδο στην Αρελάτη της Γαλατίας, ζητώντας από τους επισκόπους να καθαιρέσουν τον Αθανάσιο. Όσοι αρνήθηκαν, εξορίστηκαν. Την ίδια χρονιά ακολούθησε νέα σύνοδος στα Μεδιόλανα (Μιλάνο), η οποία, υπό έντονες αυτοκρατορικές πιέσεις, επικύρωσε την καθαίρεση του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας. Η αντίσταση ορισμένων επισκόπων τιμωρήθηκε με εξορία, γεγονός που καταδεικνύει το κλίμα εκφοβισμού και αυταρχισμού της περιόδου.

Μπροστά στον άμεσο κίνδυνο σύλληψης και θανάτωσής του, ο Μέγας Αθανάσιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αλεξάνδρεια τη νύχτα της 6ης Φεβρουαρίου 356. Παρά την απουσία του, ο λαός της πόλης παρέμεινε πιστός στον νόμιμο ποιμένα του. Ο αρειανός σφετεριστής του θρόνου, Γεώργιος, λειτουργούσε σε σχεδόν άδειους ναούς, γεγονός που μαρτυρεί τη βαθιά αποδοκιμασία του από το εκκλησιαστικό σώμα.

Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας ή Μέγας Αθανάσιος 295-373 επισκέπτεται τα μοναστήρια της Αιγύπτου. Χαλκογραφία του 1846 στους «Βίους των Αγίων» Ιδιωτική συλλογή
Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας (Μέγας Αθανάσιος) (295-373) επισκέπτεται τα μοναστήρια 
της Αιγύπτου. Χαλκογραφία του 1846 στους «Βίους των Αγίων». Ιδιωτική συλλογή.
 Saint Athanasius of Alexandria (Athanasius the Great) (295-373) visiting 
the solitaries of Egypt. Engraving from 1846 in 'Lives of the saints'. Private collection.

Ο Αθανάσιος κατέφυγε στην Άνω Αίγυπτο, κοντά στα μεγάλα μοναστικά κέντρα της ερήμου. Εκεί, με τη στήριξη και τη μέριμνα των μοναχών, κατόρθωσε να παραμείνει κρυμμένος για χρόνια. Η οργάνωση της απόκρυψής του ήταν τόσο αποτελεσματική, ώστε όχι μόνο διέφυγε της σύλληψης, αλλά συνέχισε αδιάλειπτα το συγγραφικό του έργο και τη διαποίμανση της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, δίνοντας οδηγίες και ενισχύοντας τους πιστούς από τα διάφορα κρησφύγετά του. Δεν αποκλείεται μάλιστα ότι κατά την περίοδο αυτή (356-362) επισκέφθηκε κρυφά και την ίδια την Αλεξάνδρεια.

Ο θάνατος του Κωνστάντου, στις 11 Δεκεμβρίου 361, άλλαξε εκ νέου τις συνθήκες. Ο διάδοχός του, Ιουλιανός, στο πλαίσιο της πολιτικής του ανεξιθρησκείας, ανακάλεσε από την εξορία όλους τους εξόριστους επισκόπους. Λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του Κωνστάντιου, ο αρειανός «επίσκοπος» Αλεξάνδρειας Γεώργιος φονεύθηκε βίαια από το εξαγριωμένο πλήθος (25 Δεκεμβρίου 361). Ο Μέγας Αθανάσιος επέστρεψε τελικά στην Αλεξάνδρεια στις 21 Φεβρουαρίου 362, επαναλαμβάνοντας το ποιμαντικό του έργο μέσα σε ένα νέο, αλλά εξίσου ασταθές, πολιτικό τοπίο.

⬛ Η τέταρτη Εξορία (362 - 363 μ.Χ.): Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός (ο Αποστάτης) τον εξόρισε ξανά για σύντομο διάστημα, καθώς ο Αθανάσιος συνέχιζε να εδραιώνει την Ορθοδοξία και να βαπτίζει πιστούς.

Μετά τον θάνατο του Κωνσταντίου, τον Δεκέμβριο του 361, ο νέος αυτοκράτορας Ιουλιανός (ο παραβάτης) ανακάλεσε από την εξορία όλους τους εξόριστους επισκόπους, στο πλαίσιο της πολιτικής του περί ανεξιθρησκείας. Ο Μέγας Αθανάσιος επέστρεψε έτσι στην Αλεξάνδρεια στις 21 Φεβρουαρίου 362 και ανέλαβε εκ νέου το ποιμαντικό του έργο. Η επιστροφή του, ωστόσο, δεν άργησε να προκαλέσει τη δυσφορία του αυτοκράτορα, ο οποίος, αν και προέβαλλε την ανεκτικότητα ως αρχή, στην πράξη επιδίωκε την αποδυνάμωση του χριστιανισμού και την αναβίωση της εθνικής λατρείας.

Η έντονη ιεραποστολική δράση του Αθανασίου και η επιρροή του στον λαό της Αλεξάνδρειας θεωρήθηκαν από τον Ιουλιανό απειλή για τη θρησκευτική του πολιτική. Ιδιαίτερα τον ενόχλησε το γεγονός ότι ο αρχιεπίσκοπος βάπτιζε γυναίκες από τις τάξεις των επιφανών ειδωλολατρών, γεγονός που, κατά τον αυτοκράτορα, αναιρούσε την υποτιθέμενη ουδετερότητα της κρατικής εξουσίας. Ο Ιουλιανός κατηγόρησε τον Αθανάσιο ότι «ετόλμησεν ελληνίδας γυναίκας των επισήμων βαπτίσαι» και δεν δίστασε να τον χαρακτηρίσει περιφρονητικά «ανθρωπίσκον», τόσο λόγω του μικρού του αναστήματος όσο και λόγω της αδιάλλακτης στάσης του απέναντι στο ειδωλολατρικό πανθέο, το οποίο ο αυτοκράτορας προσπαθούσε να ανασυστήσει.

Με αυτοκρατορικό διάταγμα, στις 24 Οκτωβρίου 362, ο Μέγας Αθανάσιος εξορίστηκε εκ νέου. Κατέφυγε στη Θηβαΐδα, συνεχίζοντας για άλλη μια φορά τον βίο του διωκόμενου ποιμένα. Κατά την αναχώρησή του, απευθύνθηκε στους συγκεντρωμένους πιστούς με λόγια παρηγορητικά και προφητικά: «Θαρσείτε· νεφύδριον εστί καὶ θάττον παρελεύσεται», εκφράζοντας τη βεβαιότητά του ότι η δοκιμασία αυτή θα ήταν σύντομη και παροδική.

Πράγματι, οι εξελίξεις δικαίωσαν τα λόγια του. Στις 26 Ιουνίου 363 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός (ο παραβάτης) φονεύθηκε κατά τη διάρκεια εκστρατείας εναντίον των Περσών. Τον διαδέχθηκε ο Ιοβιανός, ο οποίος ήταν ορθόδοξος στην πίστη και έσπευσε να ανατρέψει την αντιχριστιανική πολιτική του προκατόχου του. Μεταξύ των πρώτων του ενεργειών ήταν η άμεση ανάκληση του Μεγάλου Αθανασίου από την εξορία.

Ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας επέστρεψε θριαμβευτικά στην έδρα του στις 5 Σεπτεμβρίου 363, για να συνεχίσει το έργο του μέσα σε συνθήκες πρόσκαιρης ειρήνης, έχοντας πλέον εδραιώσει ακόμη περισσότερο το κύρος του ως ομολογητή της πίστεως και ακατάβλητου υπερασπιστή της ελευθερίας της Εκκλησίας.

⬛ Η πέμπτη Εξορία και τα τελευταία χρόνια (Οκτώβριος 365 μ.Χ. - Ιανουάριος 366 μ.Χ.): Η τελευταία του εξορία έγινε με εντολή του αυτοκράτορα Ουάλη. Ήταν σύντομη, καθώς ο Ουάλης ανακάλεσε την απόφασή του φοβούμενος λαϊκές αντιδράσεις. Η τελευταία του εξορία, από τον Ουαλεντινιανό, αρχικά ήταν υπέρ του Αρειανισμού, αλλά σύντομα ανακάλεσε την απόφαση.

Τον Φεβρουάριο του 364 πέθανε αιφνιδίως ο αυτοκράτορας Ιοβιανός, θερμός υποστηρικτής του Μεγάλου Αθανασίου και της ορθόδοξης πίστης. Την εξουσία στην Ανατολή ανέλαβε ο Ουάλης, συνάρχων του αυτοκράτορα της Δύσης Ουαλεντινιανού Α΄, ο οποίος είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ της αρειανικής παρατάξεως των λεγόμενων «Ομοίων». Η αλλαγή αυτή στην αυτοκρατορική πολιτική προδιέγραψε εκ νέου δυσμενείς εξελίξεις για τον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας, καθώς η απομάκρυνσή του αποτελούσε πλέον σχεδόν πάγια πρακτική των αυτοκρατόρων που αντιτίθεντο στις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου.

Στις 5 Μαΐου 365 ο Ουάλης εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επανέφερε σε ισχύ τις παλαιότερες αποφάσεις του Κωνστάντιου περί εκθρονίσεως και εξορίας των ορθοδόξων επισκόπων. Με βάση το διάταγμα αυτό αποφασίστηκε και η εξορία του Μεγάλου Αθανασίου. Η είδηση προκάλεσε έντονη αναστάτωση στην Αλεξάνδρεια· ο λαός εξεγέρθηκε και απείλησε με γενικευμένη στάση. Ο έπαρχος της Αιγύπτου, φοβούμενος τις συνέπειες, προσπάθησε να καθησυχάσει τα πνεύματα διαβεβαιώνοντας ότι το διάταγμα δεν θα εφαρμοζόταν ειδικά για το πρόσωπο του Αθανασίου.

Ωστόσο, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους έφθασαν νέες, αυστηρότερες εντολές από τον αυτοκράτορα. Παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις, η απειλή εξορίας επανήλθε με μεγαλύτερη ένταση. Ο Μέγας Αθανάσιος, για να αποτρέψει αιματοχυσία και νέα βίαιη σύγκρουση, επέλεξε να αποσυρθεί προσωρινά και να κρυφτεί, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την περιοχή της Αλεξάνδρειας. Από την αφάνεια αυτή συνέχισε να καθοδηγεί πνευματικά το ποίμνιό του, αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι η ποιμαντική του παρουσία δεν εξαρτιόταν από τη δημόσια εξουσία ή τον επίσημο θρόνο.

Οι επίμονες αντιδράσεις του λαού, η απειλή γενικής εξέγερσης και ο φόβος αποσταθεροποίησης της περιοχής ανάγκασαν τελικά τον Ουάλη να αναθεωρήσει τη στάση του. Στις αρχές του 366 (1 Φεβρουαρίου) ο αυτοκράτορας αποδέχθηκε την οριστική αποκατάσταση του Μεγάλου Αθανασίου στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αλεξανδρείας. Από τη στιγμή αυτή και έως το τέλος της ζωής του, ο Αθανάσιος παρέμεινε ανενόχλητος, ασκώντας απρόσκοπτα το ποιμαντικό και θεολογικό του έργο.

Ο Μέγας Αθανάσιος εκοιμήθη στις 2 Μαΐου 373, σε ηλικία περίπου 75 ετών, έχοντας ζήσει να δει τη σταδιακή και οριστική επικράτηση της ορθόδοξης πίστης, για την οποία αγωνίστηκε με απαράμιλλη αντοχή, συνέπεια και πνευματικό θάρρος. Η ζωή του, σφραγισμένη από πέντε εξορίες, κατέστη σύμβολο της ελευθερίας της Εκκλησίας απέναντι στην πολιτική εξουσία και της πιστότητας στο δόγμα πέρα από κάθε ιστορικό κόστος.

🌍 Οι εξορίες ως μαρτυρία εκκλησιαστικής συνείδησης

Οι πέντε εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου δεν αποτελούν απλώς διαδοχικά επεισόδια προσωπικής δοκιμασίας ούτε προϊόντα πολιτικών συγκυριών. Συνιστούν μια ενιαία και αδιάσπαστη μαρτυρία εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας σε μια εποχή όπου τα όρια μεταξύ θεολογίας και αυτοκρατορικής εξουσίας επιχειρήθηκε να καταργηθούν. Κάθε εξορία υπήρξε απάντηση της πολιτικής ισχύος σε μια Εκκλησία που αρνήθηκε να μεταβληθεί σε ιδεολογικό όργανο ή φιλοσοφικό σύστημα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της εξουσίας.

Ο Αθανάσιος δεν εξορίστηκε επειδή υπήρξε ανυπάκουος, αλλά επειδή υπήρξε συνεπής. Η εμμονή του στο «ομοούσιον» δεν ήταν δογματικός φανατισμός, αλλά υπαρξιακή πράξη: η πεποίθηση ότι αν ο Υιός δεν είναι αληθινός Θεός, τότε η σωτηρία του ανθρώπου καθίσταται ψευδής υπόσχεση. Γι’ αυτό και κάθε του απομάκρυνση από τον θρόνο δεν αποδυνάμωνε το κύρος του, αλλά το ενίσχυε, μετατρέποντας την εξορία σε χώρο θεολογικής γονιμότητας, συγγραφής, ποιμαντικής καθοδήγησης και πνευματικής ακτινοβολίας.

Οι εξορίες του φανερώνουν επίσης ότι η Εκκλησία δεν ταυτίζεται με τον τόπο, τον θρόνο ή την κρατική εύνοια, αλλά με την αλήθεια της πίστεως και τη ζώσα σχέση της με τον λαό. Ο Αθανάσιος, ακόμη και κρυπτόμενος στην έρημο ή περιπλανώμενος στη Δύση, παρέμενε αρχιεπίσκοπος όχι επειδή το έλεγε ένας νόμος, αλλά επειδή το αναγνώριζε το εκκλησιαστικό σώμα. Έτσι, οι εξορίες του κατέστησαν πράξη τη διάκριση ανάμεσα στο sacra externa της πολιτείας και στο sacra interna corporis της Εκκλησίας.

Στο πρόσωπό του, η ιστορία κατέγραψε ότι η θεολογία δεν σώζεται με συμβιβασμούς, ούτε η Εκκλησία με σιωπή. Οι εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου δεν είναι ήττες· είναι οι σταθμοί μιας πορείας όπου η αλήθεια δοκιμάζεται, διώκεται και τελικώς δικαιώνεται. Και γι’ αυτό, η μνήμη τους δεν αφορά μόνο τον 4ο αιώνα, αλλά παραμένει διαρκές κριτήριο για κάθε εποχή που καλείται να αποφασίσει αν η πίστη θα υπηρετεί την εξουσία ή αν η εξουσία θα σέβεται την πίστη.

🟫 ΔΕΙΤΕ επίσης: Ο Κωνσταντίνος Καβάφης γράφει για τις εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου (ανάλυση)
Ο Κωνσταντίνος Καβάφης παρουσιάζει στο ποίημά του τη φυγή του Μέγα Αθανάσιου στον Νείλο, που είχε ως αποτέλεσμα να περάσει συνολικά 17 χρόνια εξόριστος. Το περιστατικό που τον ενέπνευσε... 🔗 Διαβάστε την συνέχεια »

🟤 Οι εξορίες του Αθανασίου Αλεξανδρείας και η σύγχρονη προβληματική Εκκλησία - εξουσία – ιδεολογία

Οι εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου δεν ανήκουν μόνο στην ιστορία της Εκκλησίας· αποτελούν διαχρονικό υπόδειγμα για τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία επιχειρεί να διαχειριστεί την αλήθεια όταν αυτή παύει να είναι χρήσιμη. Στον 4ο αιώνα, η αυτοκρατορική πολιτική δεν πολέμησε τον Αθανάσιο επειδή ήταν θεολόγος, αλλά επειδή η θεολογία του αρνήθηκε να μετατραπεί σε ιδεολογικό εργαλείο συνοχής της αυτοκρατορίας.

Η σύγχρονη εποχή δεν απαιτεί εξορίες με γεωγραφική έννοια. Αρκούν άλλες μορφές εκτοπίσεως: σιωπή, γελοιοποίηση, περιθωριοποίηση, ηθική απαξίωση, αποσύνδεση του λόγου από το δημόσιο πεδίο. Όπως τότε, έτσι και σήμερα, η εξουσία -πολιτική, τεχνοκρατική ή επικοινωνιακή- δεν αντιτίθεται κατ’ ανάγκην στην πίστη· αντιτίθεται σε κάθε λόγο που δεν μπορεί να ενσωματώσει, να ελέγξει ή να μεταφράσει σε λειτουργική ιδεολογία.

Ο Αρειανισμός υπήρξε το κατεξοχήν παράδειγμα «θεολογίας συμβατής με την εξουσία»: μια διδασκαλία λογικά διαχειρίσιμη, φιλοσοφικά οικεία και πολιτικά ακίνδυνη. Αντίστοιχα, στη σύγχρονη πραγματικότητα, η πίστη γίνεται ανεκτή όταν περιορίζεται σε ηθικό συναίσθημα, πολιτισμικό σύμβολο ή ατομική ψυχολογική παρηγορία. Όταν όμως διεκδικεί κριτήριο αλήθειας, τότε καθίσταται ενοχλητική.

  • Οι εξορίες του Αθανασίου αποκαλύπτουν ότι η σύγκρουση Εκκλησίας και εξουσίας δεν είναι αναγκαστικά σύγκρουση θεσμών, αλλά σύγκρουση οντολογικών προτάσεωνΗ Εκκλησία μιλά για πρόσωπο, σχέση, ελευθερία και σωτηρία· η ιδεολογία μιλά για λειτουργικότητα, πειθαρχία και διαχείριση. Όταν η Εκκλησία αποδέχεται να μιλήσει με όρους ιδεολογίας, παύει να διώκεται... αλλά παύει και να μαρτυρεί.

Ο Μέγας Αθανάσιος δεν ηττήθηκε στις εξορίες του, γιατί δεν διαπραγματεύθηκε το νόημα της πίστης για χάρη της ειρήνης. Στη σύγχρονη συνθήκη, το ερώτημα δεν είναι αν η Εκκλησία θα διωχθεί, αλλά αν θα αυτοεξοριστεί αποδεχόμενη έναν λόγο ακίνδυνο, απονευρωμένο και ιδεολογικά χρήσιμο. Εκεί ακριβώς οι εξορίες του Αθανασίου λειτουργούν ως καθρέφτης: όχι για να αναπαραχθούν συγκρούσεις, αλλά για να διακριθεί πότε η πίστη μετατρέπεται σε διακόσμηση της εξουσίας.

Η ιστορία του Αθανασίου υπενθυμίζει ότι η Εκκλησία δεν σώζεται με συμμαχίες, αλλά με αλήθεια. Και ότι κάθε εποχή έχει τις δικές της εξορίες - άλλοτε ορατές, άλλοτε αόρατες - στις οποίες δοκιμάζεται αν ο λόγος της παραμένει λόγος υπάρξεως ή μετατρέπεται σε ιδεολογικό παράρτημα.

...όπου η αλήθεια δεν χωρά στην εξουσία,
η εξορία γίνεται τόπος μαρτυρίας κι όχι ήττας.

🟤 Τα χαρακτηριστικά του Αγίου Αθανασίου

(Στο πρόσωπο του Μεγάλου Αθανασίου συμπυκνώνεται η μετάβαση της Εκκλησίας από την εποχή των διωγμών στην εποχή της πολιτικής «προστασίας», μια μετάβαση που αποδείχθηκε εξίσου επικίνδυνη. Η σύγκρουσή του με την αυτοκρατορική εξουσία δεν υπήρξε σύγκρουση χαρακτήρων, αλλά αντιπαράθεση δύο διαφορετικών αντιλήψεων περί αλήθειας: της πίστης ως εμπειρίας σωτηρίας και της πίστης ως εργαλείου πολιτικής συνοχής. Με την εμμονή του στην ομολογία της Νίκαιας, ο Αθανάσιος κατέδειξε ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να επιβιώσει ως θεσμός εάν απεμπολήσει την ελευθερία της να ομολογεί την αλήθεια, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται διωγμό, απομόνωση και εξορία.)
Λάρνακα του Αγίου Αθανασίου στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Μάρκου, Κάιρο, Αίγυπτος.
Η λάρνακα του Αγίου Αθανασίου στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Μάρκου στο Κάιρο.
Η τιμή προς τον Άγιο Αθανάσιο στην καρδιά της Αλεξανδρινής παράδοσης 
υπενθυμίζει τη βαθιά σύνδεσή του με την Εκκλησία της Αιγύπτου.
Saint  Athanasius Shrine in Saint Mark Cathedral, Cairo, Egypt.

Ο Μέγας Αθανάσιος στη μακρόχρονη αρχιερατεία του υψώθηκε κατενώπιον της αυτοκρατορικής εξουσίας και υπεραμύνθηκε με απαράμιλλο ηρωισμό της ανεξαρτησίας και της θρησκευτικής ελευθερίας της Εκκλησίας να αποφασίζει για την πίστη της (sacra interna corporis), αφού και η ένταση και η συνέχεια των θεολογικών συγκρούσεων προερχόταν από την αυθαίρετη και ανεύθυνη πολλές φορές πολιτική των Ρωμαίων αυτοκρατόρων.

Ο Μέγας Αθανάσιος έδρασε σε μία από τις κρισιμότερες καμπές της ιστορίας του χριστιανισμού, όταν η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι ο χριστιανισμός αποτελούσε πλέον τη μόνη ζωντανή και δυναμική θρησκευτική δύναμη, επιχείρησε να τον εντάξει στο θεσμικό και ιδεολογικό της πλαίσιο. Η Εκκλησία, σε μια εποχή κατά την οποία η δογματική της διδασκαλία δεν είχε ακόμη συστηματοποιηθεί και σοβαρά θεολογικά ζητήματα παρέμεναν ανοιχτά (Αρειανισμός), βρέθηκε αντιμέτωπη με μια νέα πραγματικότητα για την οποία δεν είχε ιστορικό προηγούμενο.

Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας, ως Pontifex maximus και εγγυητής της θρησκευτικής ενότητας της αυτοκρατορίας, αδυνατούσε να συλλάβει τη ριζικά διαφορετική φύση της χριστιανικής πίστης και επενέβαινε αυθαίρετα ακόμη και σε ζητήματα καθαρά δογματικά, επιχειρώντας να επιβάλει λύσεις χάριν της πολιτικής σταθερότητας.

Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, ο Μέγας Αθανάσιος, κατά τη μακρά αρχιερατεία του, στάθηκε με απαράμιλλο σθένος ενώπιον της αυτοκρατορικής εξουσίας και υπερασπίστηκε την ελευθερία και την αυτονομία της Εκκλησίας να ορίζει η ίδια την πίστη της. Η ένταση και η διάρκεια των θεολογικών συγκρούσεων της εποχής του δεν υπήρξαν τυχαίες, αλλά τροφοδοτήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την ασυνεπή και συχνά αυθαίρετη θρησκευτική πολιτική των αυτοκρατόρων.

Η προσήλωση του Μεγάλου Αθανασίου στις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, η ποιμαντική του δράση και οι θεολογικοί του αγώνες εναντίον του Αρειανισμού εξέφραζαν βαθιά την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας, η οποία αντιστεκόταν σε μια θεολογία ελεγχόμενη και καθοδηγούμενη από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα αρειανικής θεολογίας. Η αρειανική διδασκαλία, ως φιλοσοφική ερμηνεία του χριστιανισμού ενταγμένη στις κοσμολογικές κατηγορίες της ελληνικής σκέψης, αλλοίωνε τον σωτηριολογικό πυρήνα της εκκλησιαστικής πίστης.

Για τον χριστιανισμό, η σχέση του Υιού προς τον Πατέρα στην Αγία Τριάδα δεν αποτελούσε αφηρημένο φιλοσοφικό πρόβλημα, αλλά ζήτημα υπαρξιακό και σωτηριολογικό. Η επικράτηση του Αρειανισμού θα οδηγούσε όχι μόνο σε δογματική αλλοίωση της τριαδολογικής πίστης, αλλά και στην ακύρωση της ίδιας της εμπειρίας της σωτηρίας.

🔗 ΔΕΙΤΕ: Αθανάσιος ο Μέγας Λόγος περί Ενανθρωπήσεως: Γιατί ο Χριστός Ενανθρώπησε, Έπαθε και Ανέστη; (Κείμενο, Μετάφραση, Σχολιασμός)

Η θεολογική θεμελίωση της πίστης της αποφάσεως της Α' Οικουμενικής συνόδου, ότι ο Υιός είναι ομοούσιος και κατά φύσιν Θεός ανήκει κατεξοχήν στους αγώνες του Μεγάλου Αθανασίου. Με τη στάση του απέρριψε τόσο την κοσμολογική θεολογία του Αρείου όσο και την προσπάθεια διαμόρφωσης μιας «αυτοκρατορικής θεολογίας», η οποία θα νομιμοποιούνταν από την πολιτική εξουσία.

Με τον βίο, το έργο και τους αγώνες του, ο Μέγας Αθανάσιος δεν προσέφερε μόνο ένα φωτεινό προσωπικό παράδειγμα, αλλά και διαχρονικά κριτήρια εκκλησιαστικής στάσης. Εδραίωσε δυναμικά τη θεολογία της Α' Οικουμενικής συνόδου και χάραξε τα όρια για τη σωστή αντιμετώπιση τόσο των θεολογικών προκλήσεων όσο και του κρίσιμου ζητήματος της σχέσης Εκκλησίας και Πολιτείας στη νέα ιστορική πραγματικότητα.

  • Χαρακτηριστική φράση του Αγίου Αθανασίου είναι η «Ο Πατήρ διά του Λόγου εν τω Πνεύματι ενεργεί και δίδωσι τα πάντα». Ο Μέγας Αθανάσιος έχει τονίσει ότι το Άγιο Πνεύμα δεν είναι κτίσμα, αλλά είναι κατά φύση άκτιστο (δηλαδή αδημιούργητο) και ομοούσιο (δηλαδή έχει την ίδια ουσία) με τον Πατέρα και τον Υιό.

🟣 Επίλογος: Όταν η πίστη κινδυνεύει να γίνει ιδεολογία
Ο βίος και οι αλλεπάλληλες εξορίες του Μεγάλου Αθανασίου υπενθυμίζουν ότι η Εκκλησία δεν διασώζεται με ισορροπίες, αλλά με κόστος. Κάθε εποχή που ζητά από την Εκκλησία να προσαρμοστεί, να σιωπήσει ή να νομιμοποιήσει ιδεολογίες, επαναφέρει το ίδιο ερώτημα: μαρτυρία ή συμβιβασμός; Η Ορθόδοξη αλήθεια δείχνει ότι η πίστη δοκιμάζεται αληθινά όταν έρχεται σε σύγκρουση με την εξουσία ...κάθε φορά που ζητά προστασία από την εξουσία αντί για μαρτυρία.

Ο Αθανάσιος απάντησε με εξορία και γι’ αυτό παραμένει πολιτικά και θεολογικά ενοχλητικός. Η εξορία δεν υπήρξε παρένθεση της ζωής του, αλλά ο τόπος όπου η πίστη δοκιμάστηκε, καθαρίστηκε και νίκησε.

Σε εποχές όπου η πίστη κινδυνεύει να γίνει ιδεολογία ή εργαλείο συναίνεσης, ο Αθανάσιος παραμένει σημείο κρίσεως. Και γι’ αυτό, ο Αθανάσιος παραμένει επίκαιρος: όχι ως μνήμη, αλλά ως μέτρο ευθύνης. Όχι γιατί αντιστάθηκε, αλλά γιατί δεν διαπραγματεύτηκε.

🟤 Το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου
Η γραφή του Αθανασίου υπήρξε πράξη αντίστασης και θεολογικής ευθύνης απέναντι στην αυτοκρατορική επιβολή.
Ο Άγιος Αθανάσιος εικονίζεται να συγγράφει τα έργα του, 
ως θεολόγος και ποιμένας της Εκκλησίας.

(Επεξήγηση: Το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου γεννήθηκε ως άμεση απάντηση στις δογματικές προκλήσεις του 4ου αιώνα και δεν στοχεύει σε αφηρημένη φιλοσοφική ανάλυση, αλλά στη διαφύλαξη της σωτηριολογικής αλήθειας της Εκκλησίας. Η επιμονή του στη θεότητα του Χριστού, η σύνδεση της ενανθρωπήσεως με τη θεραπεία της φθοράς και η ενότητα θεολογίας και εκκλησιαστικής πράξης καθιστούν τη γραφή του θεμέλιο της ορθόδοξης παράδοσης και σημείο αναφοράς για τη σχέση δόγματος, ζωής και ιστορίας.)

Το συγγραφικό έργο του Μεγάλου Αθανασίου εκτείνεται σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ταραχώδους αρχιερατείας του και συνδέεται άμεσα με τους θεολογικούς, εκκλησιαστικούς και ποιμαντικούς αγώνες της εποχής του. Τα έργα του δεν γράφονται σε συνθήκες ακαδημαϊκής ησυχίας, αλλά μέσα σε διωγμούς, εξορίες και οξύτατες δογματικές συγκρούσεις, γεγονός που προσδίδει στη γραφή του έντονο βιωματικό, απολογητικό και εκκλησιαστικό χαρακτήρα.

Κεντρικός άξονας της θεολογίας του είναι η υπεράσπιση της θεότητας του Υιού και η θεολογική κατοχύρωση του όρου «ὁμοούσιος», όπως αυτός διατυπώθηκε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Στα αντιαιρετικά του έργα, και ιδίως στους λόγους του «Κατά Αρειανών», ο Αθανάσιος αποδομεί με συστηματικό τρόπο την αρειανική διδασκαλία, αναδεικνύοντας ότι η υποτίμηση της θεότητας του Χριστού δεν αποτελεί απλώς θεωρητική απόκλιση, αλλά πλήττει καίρια το σωτηριολογικό περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης.

Ιδιαίτερη θέση στο έργο του κατέχουν τα δογματικά και απολογητικά συγγράμματα «Κατά Ελλήνων» και «Περί Ενανθρωπήσεως του Λόγου», όπου ο Αθανάσιος απευθύνεται τόσο στον ελληνικό φιλοσοφικό κόσμο όσο και στους αναζητητές της αλήθειας, παρουσιάζοντας την ενανθρώπηση του Λόγου ως το κεντρικό γεγονός που αποκαθιστά την κτίση, θεραπεύει τη φθορά και επαναφέρει τον άνθρωπο στη σχέση κοινωνίας με τον Θεό.

Παράλληλα, το έργο του περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό επιστολώνεγκυκλίων και ποιμαντικών κειμένων, τα οποία φωτίζουν τις εκκλησιαστικές συνθήκες του 4ου αιώνα και αποκαλύπτουν τον Αθανάσιο όχι μόνο ως δογματικό θεολόγο, αλλά και ως ποιμένα με βαθιά συναίσθηση της ευθύνης του απέναντι στον λαό της Εκκλησίας. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει και ο «Βίος του Αγίου Αντωνίου», έργο με τεράστια απήχηση, το οποίο συνέβαλε αποφασιστικά στη διάδοση του μοναχισμού τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση. Έγραψε επίσης τον βίο της Αγίας Συγκλητικής

Συνολικά, το συγγραφικό έργο του Αγίου Αθανασίου (Αλεξανδρείας) του Μεγάλου (περ. 296–373 μ.Χ.) είναι από τα σημαντικότερα της χριστιανικής γραμματείας, καθώς αποτέλεσε το θεμέλιο της Ορθόδοξης θεολογίας κατά τον 4ο αιώνα. Δεν αποτελεί απλώς ιστορικό τεκμήριο μιας εποχής έντονων συγκρούσεων, αλλά θεμελιώδη έκφραση της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, όπου η θεολογία συνδέεται άρρηκτα με τη ζωή, τη μαρτυρία και την ευθύνη απέναντι στην αλήθεια της πίστης.

Περιλαμβάνει θεολογικά συγγράμματα, απολογητικά κείμενα, επιστολές, και ερμηνευτικά σχόλια, με κορυφαίο το έργο του «Κατά Αρειανών», όπου υπερασπίστηκε την ορθόδοξη πίστη ενάντια στον Αρειανισμό, εξηγώντας την θεότητα του Χριστού και την Αγία Τριάδα, αποτελώντας θεμέλιο της Ορθόδοξης θεολογίας και πνευματικό φάρο για την Εκκλησία.

Παρά τις συνεχείς διώξεις και εξορίες του, άφησε πλούσια παρακαταθήκη που ταξινομείται στις εξής κατηγορίες:

Κύριες Κατηγορίες Έργων:

1. Απολογητικά και Δογματικά Έργα
Τα έργα αυτά θεωρούνται κλασικά για τη διατύπωση της πίστης στην ενανθρώπηση και τη θεότητα του Χριστού.

• Λόγος κατά Ελλήνων: Απολογία του Χριστιανισμού έναντι της ειδωλολατρίας.

• Περί της Ενανθρωπήσεως του Λόγου (De Incarnatione Verbi): Το κορυφαίο του έργο, όπου εξηγεί τη σωτηριολογική σημασία της ενσάρκωσης του Θεού Λόγου. Υπερασπίζεται την ενανθρώπηση του Χριστού και την σωτηρία του ανθρώπου. Το διαβάζετε ολόκληρο ΕΔΩ

• Κατά Αρειανών (Contra Arianos) Λόγοι (τέσσερις): Η συστηματική αναίρεση των διδασκαλιών του Αρείου και η υπεράσπιση του δόγματος της Νίκαιας (το «ομοούσιος»). Το πιο σημαντικό έργο, μια εκτενής υπεράσπιση της θεότητας του Υιού (Λόγου) και της ομοουσίας Του με τον Πατέρα.

2. Ιστορικά και Αντιρρητικά Έργα
Γράφτηκαν κυρίως για να υπερασπιστεί τη δράση του και να εκθέσει τα γεγονότα των διωγμών από τους Αρειανούς.

• Απολογία κατά Αρειανών: Ιστορική καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στις εξορίες του.

• Περί των γεγενημένων παρά των Αρειανών (Ιστορία των Αρειανών): Απευθύνεται στους μοναχούς και περιγράφει την πολιτική και θρησκευτική πίεση της εποχής.

• Απολογία προς τον βασιλέα Κωνστάντιον: Υπεράσπιση της στάσης του ενώπιον του αυτοκράτορα.

3. Ερμηνευτικά και Ηθικά - Ασκητικά Έργα
• Βίος Αντωνίου (Vita Antonii): Η βιογραφία του Μεγάλου Αντωνίου, που καθιέρωσε το πρότυπο της χριστιανικής αγιογραφίας και διέδωσε τον μοναχισμό σε Ανατολή και Δύση.

• Βίος της Αγίας Συγκλητικής

• Ερμηνεία στους Ψαλμούς: Εξηγητικά σχόλια με χριστολογικό περιεχόμενο.

• Περί Παρθενίας (De Virginitate): Κείμενα για την ασκητική ζωή.

• Σχόλια στα Ευαγγέλια (π.χ. Ιωάννη, Λουκά) και στις Επιστολές του Παύλου.

4. Επιστολές (Epistolae):
Εορταστικές Επιστολές:
 Ετήσιες επιστολές για τον καθορισμό της ημερομηνίας του Πάσχα. Πολλές επιστολές, που περιείχαν θεολογικές και κανονικές οδηγίες.

Η 39η Επιστολή (367 μ.Χ.) είναι ιστορική, καθώς ορίζει για πρώτη φορά τον κανόνα των 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης.

Προς Σεραπίωνα επιστολαί (Epistulae ad Serapionem): Αφορούν τον Αρειανισμό και την θεότητα του Αγίου Πνεύματος. Σημαντικό έργο για τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος.

Σημασία του Έργου:

Ο Αθανάσιος είναι ο «Πατέρας της Ορθοδοξίας», καθώς το έργο του έθεσε τις βάσεις για τη δογματική κατανόηση της Αγίας Τριάδας και της φύσης του Χριστού, επηρεάζοντας βαθιά την Εκκλησία.

🟫 Βιβλιογραφία / Άπαντα τα έργα του
Το έργο του διασώζεται στην Ελληνική Πατρολογία (Patrologia Graeca) στους τόμους 25-28. Άπαντα τα έργα του -Αθανάσιος Αλεξανδρείας- στο διαδίκτυο (Αρχαία Ελληνικά)

🔗 Μπορείτε να διαβάσετε ή να αποθηκεύσετε τα έργα του Αγίου Αθανασίου του Μεγάλου, (σε μορφή .pdf), στους παρακάτω συνδέσμους. Η ψηφιακή παραγωγή των έργων, είναι τμήμα του ερευνητικού προγράμματος «Δρόμοι της Πίστης – Ψηφιακή Πατρολογία» που επιμελήθηκε το Εργαστήριο Διαχείρισης Πολιτισμικής Κληρονομιάς του Tμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
  • Άγιος Αθανάσιος Αλεξανδρείας, ο Μέγας. (Athanasius the Great of Alexandria, PG 25 – 28).Apologia ad Constantium imperatorem. Aπολογία πρὸς τὸν βασιλέα Κωνστάντιον. (PG 25, σελ. 596 – 641).
  • Apologia contra Arianos. Απολογητικός κατά αρειανών. (PG 25, σελ. 247 – 409).
  • Apologia de fuga sua. Απολογία περί της φυγής αυτού, ήνικα εδιώκετο υπό Συριανού Δουκός. (PG 25, σελ. 644 – 680).
  • Argumentum in Psalmos. Υποθέσις εις τους Ψαλμούς. (PG 27, σελ. 56 – 60).
  • Commentarius de templo Athenarum. Εξηγητικὸν περὶ τοῦ ἐν ̓Αθήναις ναοῦ.. Περὶ τοῦ ναοῦ καὶ περὶ τῶν διδασκαλείων καὶ τῶν θεάτρων ἐν ̓Αθήναις. (PG 28, σελ. 1.428 – 1.432).
  • Contra gentes. Λόγος κατὰ Ἑλλήνων (ειδώλων). (PG 25, σελ. 4 – 96).
  • Contra Sabellianos. Περὶ τῆς ἀϊδίου ὑπάρξεως τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος σὺν Θεῷ, καὶ πρὸς τοὺς Σαβελλίζοντας. (PG 28, σελ. 96 – 121).
  • De azymis. Περί των αζύμων. (PG 26, σελ. 1.328 – 1.332).
  • De corpore et anima. Περί σώματος και ψυχής. (PG 28, σελ. 1.432 – 1.433).
  • De decretis Nicaenae synodi. Επιστολή· ὅτι ἡ ἐν Νικαίᾳ σύνοδος ἑωρακυῖα τὴν πανουργίαν τῶν περὶ Εὐσέβιον ἐξέθετο πρεπόντως καὶ εὐσεβῶς κατὰ τῆς ἀρειανῆς αἱρέσεως τὰ ὁρισθέντα. (PG 25, σελ. 416 – 476*).
  • De fallacia diaboli. Ἐξήγησις περὶ τῆς ἀπάτης τοῦ διαβόλου καὶ τῆς πλάνης τῶν εἰδώλων.
  • De incarnatione contra Apollinarium libri ii. Περί σαρκώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, κατά Απολλιναρίου, λόγος πρώτος. Περί της σωτηριώδους επιφανείας του Χριστού, και κατά Απολλιναρίου, λόγος δεύτερος. (PG 26, σελ. 1.093 – 1.165).
  • De incarnatione verbi. Λόγος περί της ενανθρωπήσεως του Λόγου, και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας αυτού. (PG 25, σελ. 96 – 197).
  • De morbo et valetudine. Eκ τοῦ περὶ νόσου καὶ ὑγιείας λόγου, οὗ ἡ ἀρχή· Τὰ γράμματα τῆς σῆς εὐλαβείας ἡμῖν ἀπεδόθη.
  • De non participando divinis mysteriis sine discrimine. Περὶ τοῦ μὴ κοινωνεῖν ἀνεξετάστως τῶν θείων μυστηρίων τοὺς ταῖς ἰδίας γυναιξὶ μιγνυμένους.
  • De sabbatis et circumcisione. Περί Σαββάτων και περιτομής, εκ της εξόδου. (PG 28, σελ. 133 – 141).
  • De sancta trinitat. Διάλογος περί της Τριάδος, εν ω διαλέγονται Ορθόδοξος και ανόμοιος αρειανιστής. Διάλογος Β’ περί Αγίας Τριάδος, εν ω διαλέγονται ομοίως Ορθόδοξος και ανόμοιος αρειανιστής. Διάλογος Γ’ περί της Αγίας Τριάδος, εν ω αιρετικού φρονούντος τα του πνευματομάχου Μακεδονίου αντίθεσις προς Ορθόδοξον. Περί της Αγίας Τριάδος Διάλογος Δ’ , εν ω Ορθοδόξου προς Απολλιναριαστήν. Διάλεξις εʹ, ἐν ᾖ τοῦ αὐτοῦ Ἀπολλιναριαστοῦ κεφαλαίωσις καὶ Γρηγορίου ἐπισκόπου. (PG 28, σελ. 1.116 – 1.285).
  • De sancta trinitate. Εκ της επιστολής Αετίου, διδασκάλου του Ευνομίου. Διάλογος Ορθοδόξου και ανομοίου. (PG 28, σελ. 1.173 – 1.265).
  • De sententia Dionysii. Περὶ Διονυσίου τοῦ ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας, ὅτι καὶ αὐτὸς κατὰ τῆς ἀρειανῆς αἱρέσεως ἐφρόνει ὡς ἡ ἐν Νικαίᾳ σύνοδος, καὶ μάτην αὐτὸν συκοφαντοῦσιν οἱ Ἀρειομανῖται ὡς ὁμόδοξον ἑαυτῶν. (PG 25, σελ. 480 – 521).
  • De synodis Arimini in Italia et Seleuciae in Isauria. Eπιστολὴ περὶ τῶν γενομένων ἐν τῇ Ἀριμίνῳ τῆς Ἰταλίας καὶ ἐν Σελευκείᾳ τῆς Ἰσαυρίας συνόδων. Ἀντίγραφον ἐπιστολῆς παρὰ τῆς συνόδου πρὸς τὸν Αὔγουστον Κωνστάντιον. Ἀπόφασις τῆς συνόδου. (PG 26, σελ. 681 – 793).
  • De trinitate. (Τεμάχιον εκ του λόγου) Περί Τριάδος. (PG 28, σελ. 1.604 – 1.605).
  • De virginitate. Περί παρθενίας, ήτοι περί ασκήσεως. Ἀρχὴ λόγου σωτηρίας πρὸς τὴν παρθένον. (PG 28, σελ. 251 – 281).
  • Dialogi duo contra Macedonianos. Κατά αιρέσων διαφόρων λόγοι. α’. Λόγος ἐν εἴδει διαλέξεως μετὰ Μακεδονιανοῦ Πνευματομάχου. β’. Ἑτέρα διάλεξις πρὸς Μακεδονιανὸν, περὶ τοῦ, εἰ ἐφόρεσε σῶμα ἔμψυχον ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος. (PG 28, σελ. 1.289 – 1.337).
  • Dialogus Athanasii et Zacchaei. Λόγος πρὸς ζακχαίον νομοδιδάσκαλον τῶν Ἰουδαίων.
  • Didascalia cccxviii patrum Nicaenorum. Πίστις τῶν ἁγίων τριακοσίων δέκα καὶ ὀκτὼ ἁγίων θεοφόρων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ· καὶ διδασκαλία πάνυ θαυμαστὴ καὶ σωτήριος περὶ τῆς ἁγίας Τριάδος. –Εὐλόγησον. (PG 28, σελ. 1.637 – 1.644).
  • Disputatio contra Arium. Διάλογος εν τη κατά Νικαίαν Συνόδω προς Άρειον. (PG 28, σελ. 439 – 501).
  • Doctrina ad Antiochum ducem. Διδασκαλία πρὸς Ἀντίοχον τὸν ἄρχοντα. (PG 28, σελ. 555 – 590).
  • Doctrina ad monachos. Διδασκαλία πρὸς μοναχούς πραοτέρα, πνευματική. (PG 28, σελ. 1.421 – 1.425).
  • Epistula ad Adelphium. Επιστολή προς Αδέλφιον επίσκοπον και ομολογητήν, κατά Αρειανών. (PG 26, σελ. 1.071 – 1.084).
  • Epistula ad Afros episcopos. Των κατ’ Αίγυπτον και Λιβύην επισκόπων ενενήκοντα, και του μακαρίου Αθανασίου, κατά Αριανών, προς τους εν τη Αφρική τιμωτάτους επισκόπους. (PG 26, σελ. 1.029 – 1.048).
  • Epistula ad Amun. Επιστολή προς Αμούν μονάζοντα. (PG 26, σελ. 1.169 – 1.176).
  • Epistula ad Dracontium. Επιστολή προς Δρακόντιον. (PG 25, σελ. 524 – 533).
  • Epistula ad Epictetum. Προς Επίκτητον Κορίνθου, κατά των αιρετικών, επιστολή. (PG 26, σελ. 1.049 – 1.069).
  • Epistula ad Epiphanium. Εκ του Πασχαλίου Χρονικού (PG 26, σελ. 1.257 – 1.259). (σελ. 1240).
  • Epistula ad episcopos Aegypti et Libyae. Προς τους επισκόπους Αιγύπτου και Λιβύης, επιστολή εγκύκλιος, κατά Αρειανών. (PG 25, σελ. 537 – 593).
  • Epistula ad episcopum Persarum. Ἀγαπητῷ πάπᾳ, καὶ τῷ ὑπ’ αὐτὸν κλήρῳ τοῖς τὴν Περσῶν οἰκοῦσι χώραν, Ἀθανάσιος ἐν Κυρίῳ χαίρειν. (PG 28, σελ. 1.565 – 1.568).
  • Epistula ad Eupsychium. Ἀθανάσιος μὲν ἐν τῇ προλεχθείσῃ πρὸς Εὐψύχιον ἐπιστολῇ, ἧς ἡ ἀρχή. (PG 26, σελ. 1.245 – 1.248).
  • Epistula ad imperatorem Jovianum. Προς τον ευσεβέστατον βασιλέα Ιωβιανόν. (PG 28, σελ. 532).
  • Epistula ad Jovianum 1. Προς Ιωβιανόν περί πίστεως. (PG 26, σελ. 813 – 820).
  • Epistula ad Liberium. Αντίγραμμα προς Λιβέριον, επίσκοπον Ρώμης, ότι τέλειον άνθρωπον ανέλαβεν ο Θεός Λόγος υπέρ της ημετέρας σωτηρίας. (σελ. 1.444 – 1.445).
  • Epistula ad Marcellinum de interpretatione Psalmorum. Προς Μαρκελλίνον εις την ερμηνείαν των Ψαλμών. (PG 27, σελ. 12 – 46).
  • Epistula ad Maximum. Προς Μάξιμον φιλόσοφον. (PG 26, σελ. 1.085 – 1089).
  • Epistula ad monacho1. Τοῖς τὸν μονήρη βίον ἀσκοῦσι, καὶ ἐν πίστει Θεοῦ ἱδρυμένοις, ἀγαπητοῖς καὶ ποθεινοτάτοις ἀδελφοῖς ἐν Κυρίῳ χαίρειν. (PG 26, σελ. 1.185 – 1.188).
  • Epistula ad monachos 1. Τοῖς ἁπανταχοῦ κατὰ τόπον τὸν μονήρη βίον ἀσκοῦσι καὶ ἐν πίστει θεοῦ ἱδρυμένοις ἡγιασμένοις τε ἐν Χριστῷ καὶ λέγουσιν «ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι» ἀγαπητοῖς καὶ ποθεινοτάτοις ἀδελφοῖς ἐν κυρίῳ πλεῖστα χαίρειν.
  • Epistula ad Palladiu1. Πρὸς Παλλάδιον πρεσβύτερον ἐπιστολή. (PG 26, σελ. 1.168 – 1.169).
  • Epistula ad Palladium. Επιστολὴ πρὸς Ιωάννην καὶ Αντίοχον τοὺς πρεσβυτέρους. (PG 26, σελ.1.165 – 1.168).
  • Epistula ad Rufinianum. Επιστολή προς Ρουφινιανόν. (PG 26, σελ. 1.180 – 1.181).
  • Epistula ad Serapionem de morte Arii. (PG 25, σελ. 685 – 689).
  • Epistula catholica. Καθολική επιστολή. Τοῖς κατὰ τόπον ἀδελφοῖς ἀντιποιουμένοις πίστεως καὶ σωτηρίας, καὶ τοῖς κατ’ Αἴγυπτον, καὶ Συρίαν, καὶ Κιλικίαν, καὶ Φοινίκην, καὶ Ἀραβίαν, ὀρθοδόξοις ἐπισκόποις, Ἀθανάσιος καὶ οἱ συνεπίσκοποι ἐν Κυρίῳ χαίρειν. (PG 28, σελ. 81 – 84).
  • Epistula encyclica. Επιστολή προς Σεραπίωνα τον αδελφόν. Ἐπιστολὴ ἐγκύκλιος. (PG 25, σελ. 221 – 240).
  • Epistula festalis XXXIX. Εκ της λθʹ Εορταστικής επιστολής. (PG 26, σελ. 1.436 – 1.439).
  • Epistulae ad Castorem. Προς Κάστορα τον Μακαριότατον περί των κανονικών των κοινοβίων διατυπώσεων. Προς τον αυτόν Κάστορα περί των οκτώ της κακίας λογισμών. (PG 28, σελ. 849 – 905).
  • Epistulae quattuor ad Serapionem. Επιστολή προς Σεραπίωνα Θμουέως Επίσκοπον. Κατὰ τῶν βλασφημούντων καὶ λεγόντων κτίσμα εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον. Προς τον αυτόν Επίσκοπον Σεραπίωνα κατά των λεγόντων κτίσμα τον Υιόν. Προς τον αυτόν Σεραπίωνα Επίσκοπον περί του Αγίου Πνεύματος. Προς τον αυτόν Σεραπίωνα ομοίως περί του Αγίου Πνεύματος. (* Μέχρι την παράγραφο 8.). (PG 26, σελ. 529 – 648).
  • Expositiones in Psalmos. Εξηγήσεις εις τους Ψαλμούς. (PG 27, σελ. 60 – 589).
  • Fragmenta varia. Κατὰ Οὐαλεντίνου, τὰ πολλὰ συμφώνου ὄντος τοῖς προδηλωθεῖσιν αἱρετικοῖς. (PG. 26, σελ. 1.224).
  • Fragmentum sermonis de imaginibus 28. Εκ περικοπῆς λόγος περὶ τῶν ἁγίων εἰκόνων. (PG 28, σελ. 709).
  • Historia Arianorum. Τοῦ αὐτοῦ πρὸς ἁπανταχοῦ μοναχοὺς περὶ τῶν γεγενημένων παρὰ τῶν Ἀρειανῶν ἐπὶ Κωνσταντίου. (PG 25, σελ. 696 – 796).
  • Historia de Melchisedech. Δια τι εκλήθη ο Μελχισεδέκ «Απάτωρ, Αμήτωρ και Αγενεαλόγητος.» Ἱστορία εἰς τὸν Μελχισεδέκ. (PG 28, σελ. 525 – 530).
  • Homilia de jejunio et de passione Christi. Ομιλία περί νηστείας και του Πάθους του Χριστού).
  • Homilia de passione et cruce domini. Εις το πάθος του Κυρίου και εις τον Σταυρόν. (PG 28, σελ. 185 – 249).
  • Homilia de semente. Ομιλία εις τον σπόρον. (PG 28, σελ. 144 – 168).
  • Homilia in Canticum canticorum. Εἰς τὸ Ἆσμα τῶν ᾀσμάτων. (PG 27, σελ. 1.349 – 1.361).
  • Homilia in illud Euntem autem illo. Εἰς τό· «πορευομένου δὲ αὐτοῦ ὑπεστρώννυον τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ·» «ὁ δὲ πλεῖστος ὄχλος» ἔχαιρε «χαρὰν μεγάλην» καὶ ἔκραζεν· «ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις.». (PG 28, σελ. 1.033 – 1.048).
  • Homilia in illud Ite in castellum. Εἰς τό· «πορεύεσθε εἰς τὴν κατέναντι κώμην καὶ εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ πῶλον μετ’ αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ μοι.»
  • Homilia in illud Nunc anima Mea. Ομιλία εις το (PG 26, σελ. 1.240 – 1.244).
  • Homilia in occursum domini. Λόγος εις την Υπαπαντήν του Κυρίου, και Θεού, και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. (PG 28, σελ. 973 – 1.000).
  • Homilia in sanctos patres et prophetas 1. Εἰς τοὺς ἁγίους Πατέρας καὶ προφήτας, καὶ εἰς τὴν πάνσεπτον Ἐκκλησίαν, καὶ εἰςτὸν λδʹψαλμὸν ὁμιλία. (PG 28, σελ. 1.061 – 1.073).
  • In caecum a nativitate. Ομιλία εις τον εκ γενετής τυφλόν. (PG 28, σελ. 1.001 – 1.024).
  • In illud Omnia mihi tradita sunt. Εις το, Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐδεὶς γινώσκει, τις ἐστιν ὁ Υἱὸς εἰμὴ ὁ Πατήρ· καὶ τις ἐστιν ὁ Πατὴρ εἰμὴ ὁ Υἱὸς, καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ Υἱὸς ἀποκαλῦψαι. (PG 25, σελ. 208 – 220).
  • In illud Profecti in pagum. Εἰς τό·«πορεύεσθε εἰς τὴν κατέναντι κώμην καὶ εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον.»
  • In illud Qui dixerit verbum in filium. Προς τον αυτόν Σεραπίωνα ομοίως περί του Αγίου Πνεύματος. (* Από την παράγραφο 9.). (PG 26, σελ. 648 – 676).
  • In nativitatem praecursoris. Εἰς τὸ γενέθλιον τοῦ Προδρόμου, καὶ εἰς τὴν Ἐλισάβετ, καὶ εἰς τὴν Θεοτόκον. (PG 28, σελ. 905 – 913).
  • Liber de definitionibus. Περί Όρων. (PG 28, σελ. 533 – 553).
  • Narratio de cruce seu imagine Berytensi. Λόγος εἰς τὸ θαῦμα τὸ γεγονὸς ἐν Βηρυτῷ, περὶ τῆς τιμίας καὶ σεβασμίας εἰκόνος τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν. (PG 28, σελ. 797 – 812).
  • Oratio in resurrectionem et in recens baptizatos. Εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ εἰς τοὺς νεοφωτίστους.
  • Oratio quarta contra Arianos. Κατά Αρειανών, Λόγος Τέταρτος. (PG 26, σελ. 468 – 525).
  • Orationes contra Arianos. Κατά Αρειανών, Λόγος Πρώτος, Λόγος Δεύτερος, Λόγος Τρίτος. (PG 26, σελ. 12 – 525).
  • Petitiones Arianorum. Ἐντυχία γενομένη ἐν Ἀντιοχείᾳ Ἰωβιανῷ βασιλεῖ, παρὰ Λουκίου καὶ Βερνικιανοῦ, καὶ ἑτέρων τινῶν Ἀρειανῶν, κατὰ Ἀθανασίου ἐπισκόπου Ἀλεξανδρείας. (PG 26, σελ. 819 – 824).
  • Quaestio 136 e quaestionibus ad Antiochum ducem 47. Ερώτ. ρλς΄. Τους τῷ (εὐαγγελίῳ μὴ πιστεύοντας Ἕλληνας καὶ τὰς θείας πάσας γραφὰς εὐτελίζοντας πῶς αὐτοὺς πεῖσαι ὀφείλομεν ὅτι ἔστι θεὸς ἄκτιστος, ποιητὴς οὐρανοῦ καὶ γῆς, εἷς καὶ μόνος, καὶ οὐ πολλοὶ θεοὶ, ὡς αὐτοὶ πλανώμενοι νομίζουσιν; (PG 28, σελ. 681 – 684).
  • Quaestio 136 e quaestionibus ad Antiochum ducem
  • Quaestio cxii ad Antiochum ducem in collectione canonum. Του αυτού προς Αντίοχον Δ’. Περὶ τοῦ μὴ κοινωνεῖν αἱρετικοῖς.
  • Quaestiones aliae. Έτεραι τινες ερωτήσεις. (PG 28, σελ. 774 – 796).
  • Quaestiones in evangelia. Ερωτήσεις εις τα Ευαγγέλια. (PG 28, σελ. 700 – 708).
  • Quaestiones in scripturam sacram. Ρήσεις και ερμηνείαι παραβολών του Αγίου Ευαγγελίου. (PG 28, σελ. 712 – 773).
  • Refutatio hypocriseos Meletii et Eusebii. Ἔλεγχος τῆς ὑποκρίσεως τῶν περὶ Μελέτιον, καὶ Εὐσέβιον τὸν Σαμοσατέα κατὰ τοῦ Ὁμοουσίου. (PG 28, σελ. 85 – 88).
  • Scholia in Acta. Κατά Νουατιανών (Καθαρών). (PG 26,σελ. 1.316 – 1.317).
  • Scholia in cantica canticorum. Εἰς τὸ Ἆσμα τῶν ᾀσμάτων. (PG 27, σελ. 1.348 – 1.349).
  • Scholia in Job. Εις τον Ιώβ. (PG 27, σελ. 1.344 – 1.348). *
  • Sermo ad Antiochum ducem. Προς Αντίοχον άρχοντα. (PG 28, σελ. 589 – 597).
  • Sermo contra Latinos. Εκ του κατά Λατίνων λόγου. (PG 28, σελ. 824 – 832).
  • Sermo contra omnes haereses. Κατά πασών των αιρέσεων. (PG 28, σελ. 501 – 524).
  • Sermo de descriptione deiparae. Εις απογραφήν της Αγίας Μαρίας, και εις τον Ιωσήφ, λόγος. (PG 28, σελ. 944 – 957).
  • Sermo de patientia. Περί υπομονής. (PG 26, σελ. 1.297 – 1.309).
  • Sermo exhortatoriu1
  • Sermo exhortatorius.
  • Sermo in annuntiationem deiparae. Κηρυκτικὸν εἰς τὸν εὐαγγελισμὸν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. (PG 28, σελ. 917 – 940).
  • Sermo in nativitatem Christi. Εις την Γέννησιν του Χριστού. (PG 28, σελ. 960 – 972).
  • Sermo in ramos palmarum. Λόγος εἰς τὰ βαΐα.
  • Sermo major de fide. Περί Πίστεως λόγος ο μείζων. (PG 26, σελ. 1265 – 1.293) (*από παράγραφο 2 και μετά).
  • Sermo major.
  • Sermo pro iis qui saeculo renuntiarunt. Λόγος διακριτικὸς, καὶ εἰς τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ τοῖς ἀποταξαμένοις καὶ σωθῆναι θελουμένοις. (PG 28, σελ. 1.409 – 1.420).
  • Symbolum. Σύμβολον. (PG 28, σελ. 1.581 – 1.592).
  • Synopsis scripturae sacrae. Σύνοψις επίτομος της θείας Γραφής, Παλαιάς και Νέας Διαθήκης. (PG 28, σελ. 284 – 437).
  • Syntagma ad monacho. Εκ τοῦ συντάγματος τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, ὃ πρὸς μονάζοντας καὶ χριστιανοὺς πάντας κληρικούς τε καὶ λαϊκοὺς συνετέθη.
  • Syntagma ad monachos. Σύνταγμα διδασκαλίας πρὸς μονάζοντας καὶ πάντας χριστιανοὺς κληρικούς τε καὶ λαϊκούς. (PG 28, σελ. 836 – 845).
  • Syntagma ad quendam politicum. Προς τινα πολιτικὸν, σύνταγμα πάνυ ὠφελιμώτατον, καὶ πολὺ ὠφελέστατον. (PG 28, σελ. 1.396 – 1.408).
  • Testimonia e scriptura. Μαρτυρίαι ἐκ τῆς Γραφῆς, τῆς κατὰ φύσιν κοινωνίας, ἐκ τοῦ ὁμοίως εἶναι τὸν Πατέρα, καὶ τὸν Υἱὸν, καὶ τὸ ἅγιον Πνεῦμα πρὸς θεωρίαν δυσέφικτον, καὶ μίαν ἔχειν ἐνέργειαν. (PG 28, σελ. 30 – 80).
  • Tomus ad Antiochenos. Ο προς τους Αντιοχείς τόμος. (PG 26, σελ. 796 – 810).
  • Vita Antonii. Βίος και πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Αντωνίου. Συγγραφείς και αποσταλείς προς τους εν τη ξένη μοναχούς. (PG 26, σελ. 837 – 976).
  • Vita sanctae Syncleticae. Βίος και πολιτεία της Αγίας και μακαρίας και διδασκάλου Συγκλητικής. (PG 28, σελ. 1.488 – 1.557).
  • Vitae monasticae institutio. Διατύπωσις των θελόντων εν ησυχία διάγειν. (PG 28, σελ. 845 – 849).

ΜΕΛΕΤΗ Σοφία Ντρέκου: Ο Αθανάσιος Αλεξανδρείας ή Μέγας Αθανάσιος ή Άγιος Αθανάσιος (Athanasius of Alexandria) ήταν Πατριάρχης Αλεξανδρείας. En.: Athanasius I of Alexandria (c. 296-298 - 2 May 373), also called Athanasius the Great, Athanasius the Confessor.

by Sophia-Ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση

Περισσότερα Θέματα: ΑγιολογίαΘεολογία




⬛ Εισαγωγή Ερωτήσεων για διάλογο με Αναγνώστες

Ο Άγιος Αθανάσιος δεν εξορίστηκε επειδή ήταν «ακραίος», αλλά επειδή αρνήθηκε να προσαρμόσει την πίστη στην εξουσία. Η ιστορία του θυμίζει ότι κάθε φορά που η πολιτική ζητά από τη θρησκεία να λειτουργήσει ως ιδεολογικό στήριγμα, η αλήθεια μετατρέπεται σε διαπραγματεύσιμο μέγεθος.

Οι εξορίες του δεν ανήκουν στο παρελθόν. Επαναλαμβάνονται κάθε φορά που η Εκκλησία καλείται να σιωπήσει, να εξωραΐσει ή να νομιμοποιήσει αποφάσεις εξουσίας στο όνομα της «σταθερότητας», της «ενότητας» ή της «ρεαλιστικής προσαρμογής».

Ο Αθανάσιος υπενθυμίζει ότι η ελευθερία της πίστης δεν χαρίζεται· κατακτάται με κόστος. Και ότι η αλήθεια δεν προστατεύεται όταν γίνεται χρήσιμη, αλλά όταν παραμένει ενοχλητική.

🔵 Ερωτήσεις διαλόγου

• Μπορεί η Εκκλησία να διατηρήσει την αλήθεια της πίστης όταν επιδιώκει θεσμική ασφάλεια μέσω της πολιτικής εξουσίας; Ή μήπως η ιστορία του Αθανασίου δείχνει ότι η θεολογία δοκιμάζεται ακριβώς μέσα στην έκθεση και τη σύγκρουση;

• Σε ποιο σημείο η θεολογική «προσαρμογή» μετατρέπεται σε ιδεολογική νομιμοποίηση της εξουσίας; Πώς διακρίνεται η ποιμαντική ευθύνη από τον δογματικό συμβιβασμό;

• Η εξορία του Αθανασίου μπορεί να αναγνωσθεί ως πολιτικό γεγονός και όχι μόνο ως εκκλησιαστικό; Τι αποκαλύπτει αυτό για τη διαχρονική σχέση πίστης και κρατικής ισχύος;

• Πώς μεταφράζεται σήμερα η έννοια της «ελευθερίας της πίστης» σε κοινωνίες όπου η θρησκεία είτε ιδιωτικοποιείται είτε εργαλειοποιείται πολιτικά;

• Μπορεί μια Εκκλησία που επιδιώκει διαρκώς «ενότητα» να αποφύγει τον κίνδυνο της σιωπής απέναντι στην αδικία; Πότε η ενότητα γίνεται άλλοθι απουσίας μαρτυρίας;

• Ειδική ερώτηση
Πώς θα ερμήνευες την εξορία του Αθανασίου μέσα από το πρίσμα της σύγχρονης θεωρίας της εξουσίας και της γνώσης;
Μπορεί η θεολογική αλήθεια να επιβιώσει όταν η πολιτική επιχειρεί να τη μετατρέψει σε λειτουργικό αφήγημα;






Keywords:Άγιος Αθανάσιος, Μέγας Αθανάσιος, Αθανάσιος Αλεξανδρείας, εξορία Αθανασίου, Αρειανισμός, Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, ομοούσιος, Εκκλησία και εξουσία, πατερική θεολογία, ελευθερία της πίστης, ιστορία της Εκκλησίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: