26/4/13

Μέγας Βασίλειος: Επιστολή στον Φίλο Γρηγόριο (Μια αληθινή φιλία)


Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου
  • Ο Άγιος Βασίλειος, γεννημένος το 330 μ.Χ. στη Νεοκαισάρεια του Πόντου από γονείς ευγενείς με δυνατό χριστιανικό φρόνημα, έμελλε να γίνει Μέγας πνευματικός διδάσκαλος και κορυφαίος θεολόγος και Πατέρας της Εκκλησίας, αφού η χριστιανική του ανατροφή και η πνευματική του πορεία τον οδήγησαν στην Θεία θεωρεία του Αγίου Ευαγγελίου, και στην αυστηρή ασκητική ζωή, παράλληλα με το ποιμαντικό, παιδαγωγικό και φιλανθρωπικό του έργο. (Βλ. Αφιέρωμα εδώ)
  • Ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (329 - 25 Ιανουαρίου 390), γνωστός και ως Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και Γρηγόριος της Ναζιανζού, ήταν Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Θεωρείται ευρέως ως ο πιο ταλαντούχος ρήτορας μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας. Ως κλασικά εκπαιδευμένος ομιλητής και φιλόσοφος του Ελληνισμού, κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτη εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Εισαγωγικά: Η Επιστολή γράφηκε τον πρώτο χρόνο τής ασκήσεως του Βασιλείου στα Άννησα του Πόντου, το 358/9. Ό,τι ακολουθεί, αποτελεί αξιοθαύμαστο διάγραμμα του ασκητικού βίου. Περιγράφει και δεοντολογεί την προσευχή, τη φυλακή του νου, τις πνευματικές αναβάσεις, το ρόλο και την αξία τής ησυχίας, τη σημασία του φαγητού και τής εξωτερικής εμφανίσεως. Το θαυμαστό είναι ότι τὸ κείμενο τούτο, από τα αρχαιότερα και σημαντικότερα τής ασκητικής γραμματείας, γράφηκε από ασκητή που ακόμα δεν ήταν ούτε 30 ετών και δεν είχε καλά - καλά ασκητέψει ούτε 12 μήνες.

«Προς τον Φίλον Γρηγόριον» 
Απ' την 2η Επιστολή του


1. Σὲ ἀναγνώρισα στὴν ἐπιστολή σου, ὅπως ἀναγνωρίζει κανεὶς τὰ παιδιὰ ἀπὸ τοὺς γονεῖς, μὲ τὴν ὁμοιότητα ποὺ ἔχουν τὰ μὲν στοὺς δέ. Διάβασα τὴν ἀποψή σου, πὼς δὲν παίζει κάποιο σπουδαῖο ρόλο τὸ τοπίο (1), ὥστε νὰ προκαλέσει κάποια παρόρμηση τῆς ψυχῆς γιὰ τὴ συμβίωση μ' ἐμᾶς, πρὶν μάθεις κάτι γιὰ τὸν τρόπο ζωῆς. Δικός σου πράγματι ἦταν αὐτὸς ὁ συλλογισμὸς καὶ τῆς δικῆς σου ψυχῆς, ποὺ ὅλα ἐδῶ κάτω τὰ θαρρεῖ μηδαμινὰ μπροστὰ στὴν ὑποσχεμένη σ' ἐμᾶς μακαριότητα. 

Ὅσο γιὰ μένα, ὅ,τι κάνω ὁ ἴδιος ἐδῶ πέρα νύχτα καὶ μέρα, ντρέπομαι νὰ τὸ γράψω. Παράτησα λοιπὸν τὴν παραμονή μου στὴν πόλη σὰν πηγὴ ἀφορμῶν γιὰ μύρια δεινὰ κι ἔτσι μπόρεσα ν' ἀφήσω κατὰ μέρος καὶ τὸν ἑαυτό μου. Ἀλλὰ μοιάζω μ' αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὸ πέλαγος καὶ χωρὶς πείρα ὄντας ἀπὸ ταξίδια, λιποψυχοῦν κι ὑποφέρουν ἀπὸ ναυτία.

Τοὺς στενοχωρεῖ τὸ μεγάλο σκάφος, γιατί κουνιέται πολύ. Μπαίνουν λοιπὸν στὴ φελούκα ἤ στὸ βαρκάκι. Ἀλλὰ πάλι τοὺς πιάνει ἡ θάλασσα καὶ δὲν ξέρουν πιὰ τί νὰ κάνουν, γιατί τοὺς ἔρχεται κι ἐδῶ ἡ ἀναγούλα κι ἡ πίκρα στὸ στόμα. Τὸ ἴδιο καὶ μ' ἐμᾶς συμβαίνει. Φέρνοντας μαζί μας παντοῦ τὰ πάθη ποὺ φωλιάζουν μέσα μας, στὶς ἴδιες ταραχὲς βρισκόμαστε. Κι ἡ κατάληξη εἶναι ὅτι τίποτα τὸ σπουδαῖο δὲν κερδίσαμε ἀπ' αὐτὴ τὴν ἐρημία. Τί ἔπρεπε νὰ κάνουμε; Νὰ βαδίσουμε στὰ ἴχνη ἐκείνου ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία λέγοντας: «Ὅποιος θέλει πίσω μου νὰ ἔλθει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του κι ἂς σηκώσει τὸ σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθήσει».

2. Χρέος μας εἶναι, νὰ φυλᾶμε τὸ νοῦ μέσα σὲ ἡσυχία. Τὸ μάτι, ὅταν γυροφέρνει διαρκῶς καὶ τώρα στὰ πλάγια πάει κι ἔρχεται κι ὕστερα πρὸς τὰ ψηλὰ ἤ τὰ χαμηλὰ ὁλοένα ἀλλάζει κατεύθυνση, δὲν μπορεῖ νὰ κοιτάξει καθαρὰ ὅ,τι βρίσκεται ἀπέναντί του. Πρέπει τὸ βλέμμα νὰ στερεωθεῖ πάνω στὸ ὁρατό, ἂν εἶναι νὰ ἰδεῖς καθαρά. Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν μύριες κοσμικὲς ἔγνιες τὸν τραβοῦν ἀπὸ παντοῦ, δὲν κατορθώνει ν' ἀτενίσει ξάστερα τὴν ἀλήθεια. 

Ἀλλ' αὐτὸν ποὺ δὲν ζεύθηκε ἀκόμα στὸ ζυγὸ τοῦ γάμου, τὸν ἀναστατώνουν μανιασμένες ἐπιθυμίες καὶ ὁρμὲς ἀβάσταχτες καὶ κάποιες ἐρωτικὲς ἕλξεις ποὺ εἶναι ὅλο ἀγκάθια. Ἐνῶ ὅποιον ἤδη εἶναι στὰ κάτεργα μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα ποὺ στεφανώθηκε, ἄλλος συρφετὸς Ἀπὸ ἔγνιες τὸν περιμένει. Ἂν εἶναι ἄτεκνος, ἡ λαχτάρα νὰ κάνει παιδιά. Ἂν ἀπόχτησε παιδιά, ἡ μέριμνα τῆς ἀνατροφῆς τους. Ἡ ἄγρυπνη παρακολούθηση τῆς γυναίκας του. Τὸ νοικοκυριό. Τῶν ὑπηρετῶν ἡ ἐπιτήρηση. Οἱ ζημιὲς ἀπὸ ὁμόλογα. Οἱ διαπληκτισμοὶ μὲ τοὺς γείτονες. Τὰ μπλεξίματα στὰ δικαστήρια. Οἱ κίνδυνοι στὸ ἐμπόριο. Τῆς γεωργίας ἡ πολλαπλὴ κούραση. Κάθε μέρα ἀνατέλλει φέρνοντας δική της σκοτούρα στὴν ψυχή. Κι οἱ νύχτες, ὅσες φροντίδες ἀφήνει ἡ μέρα, μέσα στὶς ἴδιες φαντασιοπληξίες ξεπλανεύουν τὸ νοῦ.

Ἀπ' ὅλα αὐτά, μιὰ εἶναι ἡ φυγή: Νὰ χωρισθεῖς ἀπ' ὅλο τὸν κόσμο. Κι ἀναχώρηση ἀπὸ τὸν κόσμο δὲν εἶναι τὸ νὰ βρεθεῖς σωματικὰ ἔξω ἀπ' αὐτόν, ἀλλὰ ν' ἀποσπάσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴ συμπάθεια πρὸς τὸ σῶμα καὶ νὰ μείνεις χωρὶς πόλη, σπίτι, βίος, συντρόφους, χτήματα, μέσα γιὰ νὰ ζεῖς, κοσμικὰ ἐνδιαφέροντα, συναλλαγές, γνώση τῶν ἀνθρωπίνων διδαγμάτων, ἕτοιμος νὰ ἐγκολπωθεῖς τὰ ὅσα τυπώνει στὴν καρδιὰ ἡ θεία διδασκαλία.

Ἑτοιμασία δὲ τῆς καρδιᾶς εἶναι τὸ νὰ ξεμάθει ὅσα ἡ ἁμαρτωλὴ συνήθεια τῆς εἶχε ἐπιβάλει πρὶν διδάγματα. Δὲν εἶναι μπορετό, βλέπεις, νὰ γράψεις στὸ κερὶ πρὶν σβήσεις ὅσα ἦταν ἤδη χαραγμένα πάνω του. Ἔτσι, οὔτε στὴν ψυχὴ νὰ βάλεις θεῖες ἀλήθειες, πρὶν ἐξώσεις ἀπ' αὐτὴ τὶς προκαταλήψεις, ὅπου τὸ ἔθος τὴν εἶχε αἰχμαλωτίσει.

Λοιπόν, γι' αὐτὸ τὸ σκοπό, πολύ μᾶς ὠφελεῖ ἡ 
ἐρημία, κατευνάζοντας τὰ πάθη μας κι ἐπιτρέποντας στὸ λογικὸ νὰ τὰ ξερριζώσει ὁλότελα ἀπὸ τὴν ψυχή. Πότε εἶναι εὔκολο νὰ τιθασευθοῦν τὰ θηρία; Ὅταν προηγηθεῖ τὸ χάδι. Ἔτσι κι οἱ ἐπιθυμίες κι οἱ ὀργὲς κι οἱ φόβοι κι οἱ λύπες, αὐτὰ τὰ φαρμάκια τῆς ψυχῆς, ἀφοῦ κατευνασθοῦν μέσα στὸν ἡσύχιο βίο καὶ πάψουν νὰ ἐξαγριώνονται μὲ τὸν ἀδιάκοπο ἐρεθισμό, καταβάλλονται πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὴ δύναμη τοῦ λογικοῦ.

Ἂς εἶναι λοιπὸν ὁ τόπος ὅμοιος μὲ τὸ δικό μας τόπο, ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸ συγχρωτισμὸ μὲ ἀνθρώπους, ἔτσι ποὺ τίποτα τὸ ἀπ' ἔξω νὰ μὴ διακόπτει στὴ συνέχειά της τὴν ἄσκηση. Ἡ δὲ ἄσκηση τῆς εὐσέβειας τρέφει τὴν ψυχὴ μὲ τὰ θεία διανοήματα- Τί λοιπὸν εἶναι πιὸ μακάριο ἀπὸ τὸ νὰ μιμεῖται κανεὶς στὴ γῆ τὸν ἀγγελικὸ κόσμο; Πῶς; Μόλις ἀρχίζει ἡ μέρα, νὰ ὁρμᾶ στὴν προσευχὴ καὶ νὰ γεραίρει μὲ ὕμνους κι ὠδὲς τὸ Δημιουργό. Κι ὕστερα, ἀφοῦ ξεμυτίσει ὁ ἥλιος, νὰ πηγαίνει νὰ ἐργασθεῖ, ἔχοντας συνοδὸ του παντοῦ τὴν προσευχὴ καὶ τοὺς ὕμνους, σὰν ἁλάτι νὰ τοῦ νοστιμίζουν τὴν ἐργασία. Γιατί τὴν ἱλαρὴ κι ἄλυπη κατάσταση τῆς ψυχῆς τὴ χαρίζουν οἱ παρηγοριὲς τῶν ὕμνων. 


Ἡ ἡσυχία λοιπὸν εἶναι ἡ βάση γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς. Τότε, οὔτε ἡ γλώσσα μιλᾶ γιὰ κοσμικὰ πράγματα, οὔτε τὰ μάτια περιδιαβάζουν πάνω σὲ προφαντὰ καὶ καλοκαμωμένα σώματα, οὔτε ἡ ἀκοὴ λιγώνει τὴν ψυχὴ μὲ μουσικὰ ἀκροάματα συνθεμένα γιὰ νὰ προκαλοῦν ἡδονή, οὔτε λόγια εὐτράπελα καὶ γελωτοποιὰ γρικᾶμε, ποὺ καθὼς ἡ πείρα μαρτυρεῖ, ἀποδυναμώνουν στὸ ἔπακρο τὴν ψυχή. 

Ὁ νοῦς ποὺ δὲν σκορπίζεται πρὸς τὰ ἔξω κι οὔτε ξεχύνεται στὸν κόσμο μὲς ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις, γυρνᾶ στὸν ἑαυτό του. Καὶ μὲς ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ὑψώνεται στὴ θεογνωσία. Τότε, τριγυρισμένος καὶ ποτισμένος ἀπὸ τὴ λάμψη ἐκείνης τῆς ὀμορφιᾶς, ξεχνᾶ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του. Δὲν τὸν τραβοῦν πιὰ ἡ φροντίδα τῆς τροφῆς, οὔτε ἡ μέριμνα τῆς ἐνδυμασίας.

Ἔχοντας ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὶς γήινες ἔγνιες, ὅλη του τὴ λαχτάρα τὴ στρέφει τώρα στὸ νά κερδίσει τὰ αἰώνια ἀγαθά. Δὲν τὸν μέλει ἄλλο, παρὰ πῶς νὰ πετύχει τὴ σωφροσύνη καὶ τὴν ἀνδρεία, τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴ φρόνηση (2) καὶ τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές, ὅσες ὑπάγονται στὶς γενικὲς αὐτὲς ἀρετὲς κι ὑπαγορεύουν στὸ ζηλωτὴ σωστὰ νὰ ζεῖ σὲ κάθε λεπτομέρεια.
  • 3. Σπουδαιότατος δρόμος γιὰ νὰ βρεῖ κανεὶς τὸ τί πρέπει νὰ κάνει, εἶναι ἡ μελέτη τῶν θεοπνεύστων Γραφῶν. Γιατί ἐκεῖ μέσα θὰ δεῖ τὶς ἐντολὲς ποὺ πρέπει νὰ ἐφαρμόζει καὶ τοὺς βίους τῶν μακαρίων ἀνδρῶν δοσμένους μὲς ἀπὸ τὰ γράμματα. Εἶναι σὰν ἔμψυχες εἰκόνες, ποὺ δείχνουν πῶς νὰ πολιτεύεσαι σύμφωνα μὲ το θεῖο θέλημα. Εἶναι πρότυπα ἀγαθῶν ἔργων, ποὺ καλεῖσαι νὰ μιμεῖσαι. Ἔτσι, ὅποια ἔλλειψη αἰσθάνεσαι στὸν ἑαυτό σου, σὰν σὲ κοινό ἰατρεῖο ἐκεῖ παραμένοντας, βρίσκεις τὸ κατάλληλο γιὰ τὴν πάθησή σου φάρμακο. 
Λόγου χάρη, ὅποιος λαχταρᾶ τὴ σωφροσύνη, διαρκῶς ξετυλίγει τὴν ἱστορία τοῦ Ἰωσὴφ κι ἀπ' αὐτὸν μαθαίνει καλὰ τὴ σώφρονα ζωή, βλέποντάς τον ὄχι μόνο νὰ εἶναι ἐγκρατὴς ἀπέναντι στὶς ἡδονές, ἀλλὰ καὶ στερεωμένον στὴν ἀρετή. 

Ἐξ ἄλλου, μορφώνεται στὴν ἀνδρεία ἀπὸ τὸν Ἰώβ. Τί θωρεῖ σ' αὐτόν; Ὅταν τοῦ ἦλθε ἀνάποδα ἡ ζωὴ κι ἀπόμεινε ὁλότελα ἄνεχος ἀπὸ πλούσιος κι ἄτεκνος ἀπὸ εὐτυχισμένος πατέρας μέσα σὲ λίγη ὥρα, δὲν ἄλλαξε σὲ τίποτα. Ἀπὸ παντοῦ, φύλαξε ὑψηλὸ τὸ φρόνημα τῆς ψυχῆς. Ἀκόμα κι ὅταν οἱ φίλοι του, ποὺ ἦλθαν νὰ τὸν παρηγορήσουν, τὸν μάλωναν καὶ τοῦ αὔξαιναν τὸν πόνο, δὲν ἔχασε τὴ γαλήνη του. 

Θέλει πάλι κανεὶς νὰ δεῖ πὼς ὁ πρᾶος μπορεῖ νὰ εἶναι συνάμα καὶ παλικάρι, ἔτσι ποὺ νὰ χρησιμοποιεῖ τὴν παλικαριὰ ἀπέναντι στὴν ἁμαρτία καὶ τὴν πραότητα ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους; Ἂς κοιτάξει τὸν Δαβίδ, θὰ τὸν βρεῖ γενναῖο καὶ τροπαιοφόρο στοὺς πολέμους καὶ πρᾶο κι ἀτάραχο στὰ ἄδικα χτυπήματα τῶν ἐχθρῶν του. 

Ἴδιος ἦταν κι ὁ Μωυσῆς. Ἀπέναντι σ' ὅσους ἁμάρταιναν βαριὰ στὸν Θεό, ξεσηκωνόταν. Ἐνῶ μὲ πραότητα στὴν ψυχή, ὑπέφερε τὶς ἀδικίες ποὺ τοῦ γίνονταν. 

Καὶ γενικά, ἂς ἔχουμε ὑπ' ὄψη τί κάνουν οἱ ζωγράφοι. Ὅταν ἀντιγράφουν κάποιο πρότυπο, δὲν ἀποσποῦν τὴν προσοχὴ τους ἀπ' αὐτό. Κι ἔτσι πασχίζουν νὰ μεταφέρουν στὸ δικό τους ἔργο τέχνης ὅλα τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ βλέπουν ἐκεῖ. Τὸ ἴδιο πρέπει νὰ κάνει κι ὅποιος πασχίζει ν' ἀπεργασθεῖ τὸν ἑαυτὸ του τέλειο σὲ ὅλα τὰ μέρη τῆς ἀρετῆς, θὰ κοιτᾶ μὲ προσοχή, σὰν ἀγάλματα ποὺ κινοῦνται καὶ δροῦν, τοὺς βίους τῶν ἁγίων καὶ θὰ κάνει δικό του ὅ,τι καλὸ ἔχουν, ἀντιγράφοντάς τους.

Οἱ προσευχὲς πάλι, διαδεχόμενες τὰ ἀναγνώσματα, κάνουν μὲ τὴ σειρὰ τους τὴν ψυχὴ πιὸ νέα καὶ πιὸ σφριγηλὴ στὸν πόθο ποὺ τὴν κινοῦσε πρὸς τὸν Θεό. Καὶ προσευχὴ καλὴ εἶναι αὐτὴ ποὺ κάνει τὴν ἔννοια τοῦ Θεοῦ καθαρὴ μέσα στὴν ψυχή. 

Αὐτό, ἄλλωστε, σημαίνει τὸ νὰ κατοικεῖ μέσα μας ὁ Θεός: Νὰ τὸν ἔχουμε μὲ τὴ μνήμη θρονιασμένο στὰ μύχιά μας. Ἔτσι γινόμαστε ναὸς τοῦ Θεοῦ, ὅταν δὲν διασποῦν τὴ μνήμη οἱ γήινες φροντίδες. Ὅταν ὁ νοῦς δὲν ἀναστατώνεται ἀπὸ τοὺς αἰφνιδιασμοὺς τῶν παθῶν. Ὅταν, ὅλα ἀποφεύγοντάς τα, ὁ φίλος τοῦ Θεοῦ βγαίνει ἀπὸ τὸν κόσμο γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Θεό. Ὅταν, ἀποδιώχνοντας ὅσα μᾶς δελεάζουν νὰ πᾶμε πρὸς τὴν κακία, ἀπασχολεῖται μὲ ὅ,τι μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ἀρετή.


Καὶ πρῶτα - πρῶτα, καλὸ εἶναι νὰ φροντίζουμε γιὰ τὸ πῶς θὰ μιλᾶμε. Νὰ μὴ μένουμε δηλαδὴ στὴν ἀμάθεια, ἀλλὰ νὰ ρωτᾶμε ὄχι μὲ διάθεση ἐριστικὴ καὶ ν' ἀποκρινόμαστε ὄχι φιλόδοξα, χωρὶς νὰ διακόπτουμε τὸ συνομιλητὴ μας ὅταν λέει κάτι ὠφέλιμο, οὔτε ἐπιθυμώντας νὰ παρεμβάλλουμε ἐπιδεικτικὰ τὸ λόγο μας, ἀλλὰ κρατώντας μέτρο κι ὅταν μιλᾶμε κι ὅταν ἀκοῦμε. 

Νὰ μαθαίνουμε χωρὶς νὰ ντρεπόμαστε καὶ νὰ διδάσκουμε χωρὶς φθόνο. Ὅ,τι μάθαμε ἀπὸ τὸν ἄλλο, νὰ μὴ τὸ κρύβουμε, ὅπως οἱ φαῦλες γυναῖκες τὸ ὅτι εἶναι νόθο τὸ παιδί τους, ἀλλὰ μ' εὐγνωμοσύνη νὰ προβάλλουμε τὸν πατέρα τοῦ λόγου. Ὁ τόνος δὲ τῆς φωνῆς μας ἂς εἶναι μᾶλλον ὁ μέσος. Ἔτσι καὶ δὲν θὰ ξεφεύγει τὴν ἀκοὴ σὰν ψίθυρος καὶ δὲν θὰ εἶναι ἐνοχλητικὸς σὰν ξεφωνητό. Κι ἀφοῦ ἐξετάσουμε μέσα μας τί ἔχουμε νὰ ποῦμε, ἔτσι νὰ τὸ ξεστομίζουμε ὕστερα. 


Πρέπει κανεὶς νὰ εἶναι εὐπροσήγορος στὶς συναντήσεις του καὶ γλυκομίλητος. Νὰ μὴ θηρεύει τὸ εὐχάριστο μὲς ἀπὸ τὰ εὐτράπελα, ἀλλὰ νὰ εἶναι κοντὰ στὴν καρδιὰ τοῦ συνομιλητῆ του μὲ τὸν καλόβολο, στηρικτικὸ καὶ παρηγορητικὸ λόγο. Πάντα τὴν τραχειὰ ἔκφραση ἀποφεύγοντας, ἀκόμα κι ἂν χρειάζεται νὰ ἐπιτιμήσει. Γιατί, μὲ προϋπόθεση τὴν ταπεινοφροσύνη σου, θὰ εἶσαι καλόδεχτος ἀπ' αὐτὸν ποὺ ἔχει ἀνάγκη θεραπείας. 

Πολλὲς φορές, μᾶς εἶναι χρήσιμος κι ὁ τρόπος ποὺ βρῆκε ὁ προφήτης γιὰ νὰ ἐπιπλήξει. Ὅταν ἁμάρτησε ὁ Δαβίδ, δὲν τὸν καταδίκασε ἀπότομα ὁ ἴδιος. Χρησιμοποίησε ἕνα φανταστικὸ πρόσωπο ἐνόχου κι ἔτσι τὸν ἔκανε νὰ γίνει κριτὴς τοῦ ἁμαρτήματος ποὺ ὁ ἴδιος διέπραξε. Ὁ Δαβὶδ μόνος του ἀπὸ πρὶν καταδίκασε τὸν ἑαυτό του καὶ δὲν μποροῦσε πιὰ νὰ μεμφθεῖ τὸν ἐλεγκτὴ του.

Ταιριάζει δὲ στὸ ταπεινὸ καὶ συντετριμμένο φρόνημα μάτι θλιμμένο, ποὺ νὰ βλέπει χάμω, παρουσιαστικὸ ἀμελημένο, κόμη ἀπεριποίητη, ροῦχο ρυπαρό. Δηλαδή, ὅσα κάνουν ἀπὸ ὑποχρέωση αὐτοὶ ποὺ πενθοῦν, σ' ἐμᾶς εἶναι αὐθόρμητο ἀπαύγασμα.

Χιτώνας μὲ ζώνη συμμαζεμένος στὸ σῶμα. Καὶ τὸ ζώσιμο μήτε πάνω ἀπὸ τὶς λαγόνες, πράγμα θηλυπρεπές, μήτε χαλαρό, ποὺ ν' ἀφήνει τὸ χιτώνα νὰ γλιστρᾶ, πράγμα ποὺ δείχνει μαλθακότητα. Καὶ τὸ βάδισμα μήτε νωχελικό, ὁπότε θὰ ἔκανε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ψυχὴ ἔκλυτη, οὔτε πάλι ἀγέρωχο καὶ βιαστικό, ὑποδηλώνοντας σὰν ἀχαλίνωτες τὶς ὁρμές της.



Σκοπὸς τοῦ ρούχου εἶναι ἕνας: Νὰ σκεπάζει τὴ σάρκα ὅσο τῆς χρειάζεται τὸ χειμώνα καὶ τὸ καλοκαίρι. Ὅσο γιὰ τὸ χρῶμα, νὰ μὴν ἐπιδιώκεται τὸ ζωηρό. Κι οὔτε ἡ ὕφανση νὰ εἶναι λεπτὴ καὶ μαλακή. Γιατί τὸ νὰ λογαριάζει κανεὶς στὴν ἐνδυμασία τὸ ἐντυπωσιακό, θυμίζει τὸ γυναικεῖο καλλωπισμό. Οἱ γυναῖκες, πράγματι, βάφουν ἀδίσταχτα μ' ἄλλο χρῶμα μάγουλα καὶ μαλλιά. Ἀλλὰ καὶ στὸ πάχος ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι ὁ χιτώνας, ὥστε μόλις νὰ θάλπει αὐτὸν ποὺ τὸν φορᾶ. 

Τὸ ὑπόδημα, φθηνὸ μέν, ἀλλὰ κι ὄχι ἐλαττωματικὰ ἐξυπηρετικό. Καὶ γενικά. Ὅπως στὴν ἐνδυμασία ἁρμόζει τὸ βασικὰ χρήσιμο, ἔτσι καὶ στὴ διατροφή. Τὸ ψωμὶ ποὺ ἀρκεῖ καὶ τὸ νερὸ ποὺ φθάνει γιὰ νὰ σβήνει τὴ δίψα σὲ γερὸ ὀργανισμὸ κι ὅσα φυτικὰ προϊόντα μαγειρευτά, ποὺ ἔχει τὸ σῶμα ἀνάγκη γιὰ νὰ διατηρεῖ τὴ δύναμή του. Καὶ νὰ τρῶμε χωρὶς βουλιμία ξέφρενη, ἀλλὰ πάντα νὰ φυλᾶμε συμπεριφορὰ στὸ φαγητὸ σταθερὴ κι ἥμερη κι ἐγκράτεια στὶς νοστιμιές. Κι οὔτε τότε νὰ μένει ὁ νοῦς ἀργὸς στὶς γύρω ἀπὸ τὸν Θεὸ σκέψεις, ἀλλὰ νὰ παίρνουμε ἀφορμὴ δοξολογίας του κι ἀπὸ τὴ φύση τῶν ἐδεσμάτων κι ἀπὸ τὴν κατασκευὴ τοῦ σώματος ποὺ τὰ ὑποδέχεται. 

Ἂς προσευχόμαστε πρὶν ἀπὸ τὸ φαγητό, νὰ γίνουμε ἄξιοι τῶν παροχῶν τοῦ Θεοῦ, αὐτῶν ποὺ μᾶς δίνει κι αὐτῶν ποὺ μᾶς ἐπιφυλάσσει στὸ μέλλον. Ἂς προσευχόμαστε κι ἀφοῦ ἀποφᾶμε, εὐχαριστώντας γιὰ ὅσα μᾶς δόθηκαν καὶ ζητώντας ὅσα μᾶς εἶναι ὑποσχεμένα. Μιὰ ὥρα, γιὰ τὴν τροφὴ ταγμένη κατὰ μέρος, ἡ ἴδια πάντα στὸν κύκλο τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν τοῦ μερονυχτίου, μιὰ καὶ μόνη νὰ ξοδεύεται γιὰ τὸ σῶμα. Κι οἱ ἄλλες, γιὰ ν' ἀπασχολοῦν τὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ τοῦ ἀσκητῆ.

Ὕπνοι ἐλαφροί, ἀπ' ὅπου εὔκολα σηκώνεσαι, ὄντας φυσικὴ συνέπεια στὴ συγκρατημένη διατροφὴ καὶ ποὺ νὰ διακόπτονται ποὺ καὶ ποὺ ἀπὸ τὴ μέριμνα γύρω ἀπὸ τὰ σπουδαῖα. Γιατί τὸ νὰ κρατιέσαι σὲ βαθὺ ἀποκάρωμα καὶ νὰ παραλύουν τὰ μέλη σου, ἔτσι ποὺ νὰ δίνεις τόπο σὲ ἄπρεπες φαντασιοπληξίες, σὲ ρίχνει σὲ καθημερινὸ θάνατο ἂν ἔτσι κοιμᾶσαι.

Ἀλλὰ ὅ,τι στοὺς ἄλλους εἶναι ὁ ὄρθρος, τὰ μεσάνυχτα εἶναι σὲ ὅσους ἀσκοῦνται στὴν εὐσέβεια. Γιατί ἡ νυχτερινὴ ἡσυχία χαρίζει στὴν ψυχὴ μεγάλη ἄνεση. Τότε, οὔτε τὰ μάτια, οὔτε τ' αὐτιὰ μεταφέρουν στὴν καρδιὰ βλαβερὰ ἀκούσματα ἤ θεάματα. Ὁ νοῦς εἶναι μόνος μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Διορθώνει τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ θυμᾶται τὶς ἁμαρτίες του. Παίρνει ἀποφάσεις γιὰ νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ κακό. Κι ἐπιδιώκει τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ φθάσει, ὡς τὸ ὠμέγα τους, ὅσα λαχταρᾶ. 

(1). Ὁ Βασίλειος, ἐπιθυμώντας νὰ προσελκύσει κοντὰ του τὸν Γρηγόριο γιὰ νὰ μονάσουν μαζὶ (σύμφωνα μὲ ὑπόσχεση ποὺ εἶχαν δώσει ἀμοιβαῖα ὅταν σπούδαζαν στὴν Ἀθήνα), τοῦ ἔστειλε ἀπὸ τὰ Ἀννησα γράμμα, στὸ ὁποῖο περιέγραφε τὴν ὡραιότητα τοῦ τοπίου μὲ περισσὴ τέχνη. Τότε ὁ Γρηγόριος ἀπάντησε ὅτι δὲν τὸν συγκινοῦν τὰ τοπία ὅσο ἡ πνευματικὴ ζωή.

(2). Ἐδῶ εἶναι ἄμεσα ἐπηρεασμένος ὁ Βασίλειος ἀπὸ τὸν Πλάτωνα, πού• ἀναφέρει καὶ τὶς τέσσερις ἀρετές. Τὸ γεγονὸς πάντως δὲν ἐμποδίζει τὸ Βασίλειο νὰ θεμελιώνει τὴν ἄσκηση σὲ γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ καὶ βιβλικὸ ὑπόβαθρο.


Μια αληθινή φιλία (Γρηγόριος-Βασίλειος)



Σε μια εποχή εγωκεντρική σαν τη δική μας έχει ιδιαίτερη ανάγκη της φιλίας η νεανική ψυχή. Μα η αναζήτησή της και οι δοκιμές τη γεμίζουν τις περισσότερες φορές απογοήτευση.

Μια αληθινή αθάνατη φιλία μεταξύ δύο μεγάλων προσωπικοτήτων, που ξεκίνησε από τα εφηβικά τους χρόνια κι έμεινε πιστή και πέρα απ’ τον τάφο, θα μπορούσε πολλά να προσφέρει σ’ αυτή την αναζήτηση.

Γνωρίστηκαν στην Καισάρεια «την μητρόπολιν των επιστημών» μετά το 345 μ.Χ. οι δύο φίλοι, ο Γρηγόριος και ο Βασίλειος· έφηβοι τότε γύρω στα δεκαπέντε με δεκάξι τους χρόνια.

Η ευαίσθητη ψυχή του Γρηγορίου εντυπωσιάστηκε απ’ αυτή τη γνωριμία· όχι τόσο από την επιστημονική σκέψη και γνώση του Βασιλείου, την πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία του, όσο από τον ακέραιο χαρακτήρα του και της ψυχής του την ευγένεια! Ύστερα πήγαν για ανώτερες σπουδές ο Βασίλειος στην Κωνσταντινούπολη και ο Γρηγόριος στην Αλεξάνδρεια.

Οι πλούσιοι νέοι αυτή την εποχή επισκέπτονταν μεγάλα πνευματικά κέντρα για ν’ ακούσουν πολλούς διδασκάλους. Έτσι κατευθύνθηκαν κι οι δύο στην Αθήνα, το κέντρο ενός ανεπανάληπτου πολιτισμού. Τον 4ο μ.Χ. αι. η πνευματική κίνηση ήταν πολύ ζωηρή. «Η προγονική αίγλη, η ανάμνησις των μεγάλων προσωπικοτήτων της αρχαιότητος και η ωραιότης της πόλεως με τα λαμπρά μνημεία και καλλιτεχνήματα… και οι φημισμένοι σοφισταί…» ήταν κέντρο προσελκύσεως των νέων.

Ο Γρηγόριος έφτασε στην Αθήνα ένα χρόνο νωρίτερα από τον Βασίλειο και τον περίμενε ανυπόμονα.

Το Πανεπιστήμιο των Αθηνών τότε, γύρω στο 350 μ.Χ., είχε πολυάριθμες αυτοτελείς σχολές με χαλαρό σύνδεσμο μεταξύ τους και έδινε περισσότερο εγκυκλοπαιδική γνώση παρά ειδική, αλλά υψηλής στάθμης.

Πολλοί όμως από τους φοιτητές, μόνο τον τίτλο των φοιτητών είχαν. Υπήρχε ακόμα ισχυρό ειδωλολατρικό πνεύμα. Οι ειδωλολατρικές γιορτές, τα γλέντια, τα σφαιριστήρια, οι ιπποδρομίες, τα θεάματα τραβούσαν τους νέους. Ο Γρηγόριος γράφει ότι ήταν «δυσκάθεκτοι ταις ορμαίς».

Για τους νεοφερμένους ήταν δυσκολότερα τα πράγματα. Οι διάφορες φατρίες θέλουν να τους πάρουν με το μέρος τους, να τους κάνουν υποχείριά τους. Οι φοιτητές μάλιστα της φιλοσοφικής είχαν τη συνήθεια με πειράγματα να υποδέχονται τους καινούργιους. Να τους οδηγούν «εν πομπή» διά μέσου της αγοράς στα δημόσια λουτρά με πολύ θόρυβο και μεγάλη θρασύτητα…

Για το νεοφερμένο ήταν μια αναπάντεχη και τρομερή δοκιμασία. Φώναζαν, κραύγαζαν μάλλον με άγριες φωνές, κι άλλοι τον πρόσταζαν να προχωρήσει, κι άλλοι τον εμπόδιζαν. Τελικά τον άφηναν να περάσει κι ύστερα κάθονταν στο καθιερωμένο συμπόσιο όλοι μαζί, «ομότιμον εκ του λουτρού και ως αυτόν ένα δεχόμενοι».

Ο Γρηγόριος περιμένοντας το Βασίλειο σχεδιάσει πώς θ’ αποφύγει αυτή τη διαπόμπευση και δοκιμασία. Ετοιμάζει το έδαφος. Τονίζει στους φίλους την ανωτερότητα του Βασιλείου, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, τη μεγάλη του μόρφωση, τα εξαιρετικά προσόντα του!…

Έτσι κατορθώνει να τον επιβάλλει· και όταν μαζί εμφανίζονται κανένας δεν έχει διάθεση να τον χλευάσει· «και μόνος σχεδόν των επιδημούντων τον κοινόν διέφυγε νόμον» και αξιώθηκε πολύ μεγαλύτερης τιμής, απ’ όση άξιζε σε νεοφερμένο. Ήταν «αιδέσιμος» από την ώρα που τον πρωτοαντίκρυσαν!…

Αυτή η ενέργεια του Γρηγορίου ήταν «ο πρώτος σπινθήρ» της φιλίας τους. Αλλά το πράμα είχε συνέχεια. Οι Αρμένιοι φοιτητές ζήλευαν το Βασίλειο. Αυτοί να φοράνε την τήβεννο κι αυτός ο νεοφερμένος να τους ξεπερνάει στη γνώση και στη ρητορική δεινότητα!… Θα τον προσκαλέσουν σε ρητορικό διαγωνισμό… και θα τον ταπεινώσουν!…

Ο Γρηγόριος κατάλαβε τα σχέδιά τους και στάθηκε στο πλευρό του φίλου του. Ο Βασίλειος αναδείχθηκε ο άξιος νικητής των αγώνων. Ταπεινώθηκαν οι Αρμένιοι. Από τότε ο σπινθήρας της φιλίας τους «έγινε πυρσός» και φώτιζε τα βήματά τους σε μεγάλες πραγματοποιήσεις.

Με την πάροδο του χρόνου έγιναν «ομόστεγοι, ομοδίαιτοι, συμφυείς…» (συγκάτοικοι, ομοτράπεζοι, ομόψυχοι). «Φθόνος δε απήν, ζήλος εσπυουδάζετο»· «ο φθόνος μας ήταν ξένος· φροντίδα μας η άμιλλα». Και απόδειξη ότι από τη φιλία τους απουσίαζε η ιδιοτέλεια ήταν η προσπάθειά τους: όχι πώς να πάρει ο καθένας το πρώτο βραβείο, αλλά πώς να το παραχωρήσει στον άλλο. ¨το γαρ αλλήλων ευδόκιμον ίδιον εποιούμεθα». «Γιατί κάναμε δική μας την προκοπή ο ένας του άλλου».

«Μοιάζαμε σαν μια ψυχή σε δύο σώματα. Ένα ήταν το έργο μας: η επιδίωξη της αρετής. Κι αν δεν είναι υπερβολή, ήμαστε κανόνας και στάθμη ο ένας για τον άλλο».

«Και δεν συναναστρεφόμαστε νέους ανήθικους, αλλά σώφρονες· ούτε εριστικούς αλλά ήρεμους· (ειδότες κακίας ράον μεταλαβείν ή αρετής μεταδούναι)». «Δύο δρόμους γνωρίζαμε· εκείνον που φέρνει στην Εκκλησία κι εκείνον που οδηγεί προς τις σπουδές». Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι δεν παραχωρούσαν στον εαυτό τους και κάποιες αθώες ευχαριστήσεις. Άλλωστε και μόνη μια τέτοια φιλία προσφέρει βαθιά και υψηλή ικανοποίηση.

«Τους άλλους δρόμους τους αφήναμε για όσους επιθυμούσαν ειδωλολατρικές εορτές, θέατρα, πανηγύρια, συμπόσια. Γιατί δε θεωρούσαμε αξιόλογο ό,τι δε φέρνει την αρετή, ούτε κάνει καλύτερους εκείνους που μ’ αυτό ασχολούνται». Κι αν άλλοι ήταν περήφανοι για κάποιους άλλους τίτλους, εμέις ένα τίτλο θεωρούσαμε μεγάλο: να είμαστε στην πράξη και στο όνομα Χριστιανοί».

«Και δεν ζημιωθήκαμε πνευματικά από όσα γύρω μας συνέβαιναν, γιατί ήμαστε περιφραγμένοι με την πίστη. Και βλέποντας το απατηλό και το κίβδηλο γύρω μας συνέβη με μας τούτο το παράδοξο: (στερεωθήκαμε στην Πίστη). Γιατί αυτό ήταν παράδειγμα προς αποφυγήν».

Έτσι προόδευαν στη σπουδή και στην αρετή. Καθηγητές και φοιτητές τους θεωρούσαν επίσημα πρόσωπα.

Όταν αποπεράτωσαν τις σπουδές τους, ο Βασίλειος έφυγε από την Αθήνα. Ο Γρηγόριος έμεινε ακόμη ένα χρόνο ως καθηγητής, ύστερα από τις πολλές πιέσεις φοιτητών και καθηγητών…

Η ηθική ακτινοβολία τους και οι θαυμαστές επιδόσεις τους στην επιστήμη προσέλκυσαν κοντά τους καλοπροαίρετους νέους σπουδαστές (πάντα υπάρχει η αγαθή ζύμη) και σχηματίσθηκε γύρω τους ένας όμιλος, ο πρώτος χριστιανικός φοιτητικός Σύλλογος, με αρχηγό και δάσκαλο το Βασίλειο και με τους ίδιους μ’ αυτούς πνευματικούς στόχους.

Αυτά γράφει ο Γρηγόριος για τη φιλία του με το Βασίλειο στον Επιτάφιό του.

Η φιλία αυτή και μέσα σε κατοπινές δυσκολίες συνεχίστηκε αδιάσπαστη εφ’ όρου ζωής και ισχυρότερη κι αθάνατη στην αιωνιότητα!…

Οι καιροί παράλληλοι. Οι αληθινές φιλίες σπάνιες. Αλλ’ όπως τότε, έτσι και τώρα, νέοι άνθρωποι, ποτισμένοι με της άγιας Πίστης μας τα νάματα και με θέληση ισχυρή, μπορούν να δημιουργήσουν τέτοιες ιερές κι αθάνατες φιλίες και ταυτόχρονα να βοηθήσουν κι άλλους καλοπροαίρετους συναδέλφους τους να στοχεύουν κι εκείνοι ψηλά και με τη ζωή και τα έργα τους να συντελούν στην αναμόρφωση της κοινωνίας μας.


Μέγας Βασίλειος - Απ' την 2η Επιστολή του «Προς τον Φίλον Γρηγόριον» από agiazoni.gr, Μια αληθινή φιλία (Γρηγόριος-Βασίλειος) - Χριστιανική Φοιτητική Δράση, xfd.gr

Πηγή, εισαγωγή, φώτο: www.sophia-ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση.

Δείτε επίσης:

Δεν υπάρχουν σχόλια: