Σιχαίνομαι τον πολιτισμό: τα φρικαλέα Καρούλια στο Άγιο Όρος


της Σοφίας Ντρέκου

Στην άνω φωτογραφία, ένας μοναχός που έχει ήδη πάρει τον ανήφορο για το απομονωμένο κελί του. Τα σκαλιά είναι πολλά, αλλά είναι ακόμη νέος. Τέτοιες αετοφωλιές είναι για αετούς. 

Βέβαια και οι αετοί στην αρχή είναι νεογέννητα αδέξια πουλάκια - αλλά μεγαλώνουν με τη βοήθεια του μπαμπά+της μαμάς (πνευματικών) και του Θεού που όλα τα τρέφει και τα αυξάνει κατά το άγιο θέλημά Του, φυσικά. 

Εκεί που οι μοναχοί ζουν κυριολεκτικά σε κελιά κρεμασμένα σε απόκρημνους βράχους, σα χελιδονοφωλιές, μακριά από την τάξη των μοναστηριών, ασκητικοί ως το τέλος της ζωής τους. 

Όσοι έχουν επισκεφθεί το συγκεκριμένο μέρος στο Άγιον Όρος, έχουν μείνει αποσβολωμένοι από την τραχύτητα και την αγριότητα της φύσης. Ακόμα δε περισσότερο, από τη διαβίωση εκεί των μονάχων, οι οποίοι κυριολεκτικά σαν τα άγρια πουλιά τ’ ουρανού κρέμονται απ’τους βράχους, αντικρύζοντας καθημερινά το απόλυτο κενό. Η ζωή τους, συνεχής προσευχή και αγωνίας, χωρίς φαγητό, ξεκούραση και ανθρώπινες συνθήκες.

Οι γεροντάδες εκεί είναι πραγματικοί πένηδες και ασκητές. Χωρίς ρεύμα και τροφή έχουν σταυρώσει τις επιθυμίες τους προς Δόξαν Θεού! Ευτυχώς που υπάρχουν αυτά τα πνευματικά καταφύγια... από τα τελευταία του κόσμου! Οι τελευταίοι «Μοϊκανοί...»

Τους αφιερώνω το ποίημα
«Σιχαίνομαι τον πολιτισμό»
της Σάνια Βόινοβιτς

sophia-ntrekou.gr


Σιχαίνομαι τον πολιτισμό 
με τις τράπεζες και τις τηλεοράσεις του 
με τα γυμνά κορίτσια που είναι μοντέλα
με την εκπόρνευση της γυναικείας υπόστασης
με την ταύτιση της ανδρικής απόστασης
με το χρήμα
με τις εφήμερες σχέσεις και τη βία
με την αθωότητα να πουλιέται για 30 αργυρά κέρματα
με το χρήμα να είναι το παν
με το να έχεις και να μην είσαι
με την επίσημη εκμετάλλευση του ανθρώπου
βάση του νόμου
με τη χυδαιότητα να βασιλεύει 
και την αρετή να παγώνει 
στους δρόμους σα ζητιάνα 

Σιχαίνομαι τον πολιτισμό
των τιμών χωρίς την αξία 
των ακριβών γούστων 
και των πεινασμένων παιδιών 
των βιβλίων με ωραία εξώφυλλα χωρίς
κανένα περιεχόμενο
των συγγραφέων που είναι φιγουρατζήδες
των γνώσεων χωρίς την παιδεία
των πουλημένων ψυχών 

Σιχαίνομαι τον πολιτισμό 
με τα σύνορά του και τα διαβατήριά του
με τα κράτη που εξασφαλίζουν να πεθάνεις
στον πόλεμο αλλά δε σου δίνουν ψωμί
με το ψέμα του που θέλει να περάσει
ως κορυφαία αλήθεια
με τη βρόμα των εργοστασίων του
όπου δουλεύεις 11 ώρες την ημέρα
με τα όπλα του που εφεύρεσε
με τους άνδρες που δεν είναι άνδρες πια
και τις γυναίκες που γίνανε βιτρίνες
της μόδας, της χαζομάρας και της ανίας
με τα παιδιά να παίζουν τα βίντεο- παιχνίδια
με το μακιγιάζ του, με την πούδρα του 
με όλα αυτά που κρύβουν τη σαπίλα του

Σιχαίνομαι τον πολιτισμό 
και αναζητώ μία σπηλιά
που θα μετακομίσω
όπου θα ζω σαν άνθρωπος
που έχασε όλα τα πολιτισμένα
και κέρδισε πίσω τον εαυτό του
καθαρό από τα δηλητήρια
της ψευδό- ανθρωπιάς
και της άνεσης χωρίς μέτρο.



Τα φρικαλέα Καρούλια στο Άγιο Όρος

Οδοιπορικό στις απόκρημνες
σκήτες των ασκητών του Άθωνα

φωτογραφίες είναι από τα Φρικαλέα Καρούλια
Περιοχή στην έρημο του Αγίου Όρους που υπάγεται στη Μονή Μεγίστης Λαύρας και στην οποία βρίσκονται ησυχαστήρια της. Είναι συνέχεια από τα Κατουνάκια προς τη θάλασσα. Η περιοχή είναι βραχώδης, άνυδρος και ιδιαίτερα απόκρημνη. Υπάρχουν σπηλιές ορισμένες από τις οποίες χρησιμοποιήθηκαν από ασκητές και στην επέκτασή τους ενσωμάτωσαν αυτοσχέδια ησυχαστήρια. Ονομάζονται Καρούλια, καθώς λόγω της δύσβατης περιοχής, ο μόνος τρόπος προσέγγισης ήταν με καρούλια, όπου με δίχτυ ανέβαζαν ανθρώπους και υλικά. Σε όλη την περιοχή των Καρουλίων διασώζονται δεκαέξι και κατοικούνται δέκα από αυτά. Σήμερα κατοικούν δέκα γέροντες που ασχολούνται με την ξυλογλυπτική, την ζωγραφική και άλλα εργόχειρα.

Ο αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος έγραφε: «Είναι μια όψη της νοτιοδυτικής πλευράς του Αγίου Όρους, η πιο σκληρή κι απαρηγόρητη. Φρικαλέο λέγεται γιατί δημιουργεί πράγματι φρίκη στον προσκυνητή. Βράχοι θεόρατοι, πέτρινες πλαγιές, άγρια φαράγγια, ολόγυμνα, κατεβαίνουν προς τη θάλασσα και κόβονται απότομα φτιάχνοντας το αβυσσαλέο όριό της. Καλυβάκια απλά σε κάποια εσοχή ή εξοχή του βράχου, στεριωμένα σα φωλιές από πετροχελίδωνα, είναι τα ενδιαιτήματα των ερημιτών…» 


Με θαυμασμό μίλησε για τον τόπο αυτό κι ο Καζαντζάκης όταν 
επισκέφθηκε τα τρομερά ΚΑΡΟΥΛΙΑ του Αγίου Όρους το 1914


Η περιγραφή του για τους ασκητές, στα τρομερά Καρούλια:

«Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι, οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας…»

Καζαντζάκης, Καρούλια, Άγιο Όρος.

Τελείωνε πιὰ τὸ προσκύνημά μας. Τὶς παραμονὲς τοῦ μισεμοῦ πῆρα τὸν ἀνήφορο μοναχός, ν᾿ ἀνέβω στ᾿ ἄγρια ἡσυχαστήρια, ἀνάμεσα στοὺς βράχους ἀψηλὰ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, στὰ Καρούλια. Τρυπωμένοι μέσα σὲ σπηλιές, ζοῦν ἐκεῖ καὶ προσεύχουνται γιὰ τὶς ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, καθένας μακριὰ ἀπὸ τὸν ἄλλο, γιὰ νὰ μὴν ἔχουν καὶ τὴν παρηγοριὰ νὰ βλέπουν ἀνθρώπους, οἱ πιὸ ἄγριοι, οἱ πιὸ ἅγιοι ἀσκητὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Ἕνα καλαθάκι ἔχουν κρεμασμένο στὴ θάλασσα, κι οἱ βάρκες ποὺ τυχαίνει κάποτε νὰ περνοῦν ζυγώνουν καὶ ρίχνουν μέσα λίγο ψωμί, ἐλιές, ὅ,τι ἔχουν, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσουν τοὺς ἀσκητὲς νὰ πεθάνουν τῆς πείνας. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἄγριους αὐτοὺς ἀσκητὲς τρελαίνουνται· θαρροῦν πὼς ἔκαμαν φτερά, πετοῦν ἀπάνω ἀπὸ τὸν γκρεμὸ καὶ γκρεμίζουνται· κάτω ὁ γιαλὸς εἶναι γεμάτος κόκκαλα.

Ἀνάμεσα στοὺς ἐρημίτες τούτους ζοῦσε τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ξακουστὸς γιὰ τὴν ἁγιοσύνη του, ὁ Μακάριος ὁ Σπηλαιώτης. Αὐτὸν κίνησα νὰ δῶ· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ πάτησα στὸ ἱερὸ βουνό, εἶχα πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ σκύψω νὰ τοῦ φιλήσω τὸ χέρι καὶ νὰ τοῦ ξομολογηθῶ. Ὄχι τὰ κρίματά μου, δὲν πίστευα νά ῾χα κάμει ὡς τότε πολλά, ὄχι τὰ κρίματά μου παρὰ τὴν ἑωσφορικὴ ἀλαζονεία ποὺ συχνὰ μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ μιλῶ μὲ ἀναίδεια γιὰ τὰ ἑφτὰ μυστήρια καὶ τὶς δέκα ἐντολὲς καὶ νὰ θέλω νὰ χαράξω δικό μου δεκάλογο.

Ἔφτασα κατὰ τὸ μεσημέρι στ᾿ ἀσκηταριά· τρῦπες μαῦρες στὸν γκρεμό, σιδερένιοι σταυροὶ καρφωμένοι στοὺς βράχους, ἕνας σκελετὸς πρόβαλε ἀπὸ μιὰ σπηλιά, τρόμαξα· σὰ νὰ ῾χε φτάσει κιόλας ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ξεπρόβαλε ὁ σκελετὸς αὐτὸς ἀπὸ τὴ γῆς καὶ δὲν εἶχε ἀκόμα προφτάσει νὰ ντυθεῖ ὅλες τὶς σάρκες του. Φόβος κι ἀηδία μὲ κυρίεψε, καὶ συνάμα κρυφὸς ἀνομολόγητος θαμασμός· δὲν τόλμησα νὰ τὸν ζυγώσω, τὸν ρώτησα ἀπὸ μακριά· ἅπλωσε τὸ ξεραμένο μπράτσο, ἀμίλητος, καὶ μοῦ ῾δειξε μιὰ μαύρη σπηλιὰ ἀψηλὰ στὰ χείλια τοῦ γκρεμοῦ.

Πῆρα ν᾿ ἀνεβαίνω πάλι τοὺς βράχους, μὲ καταξέσκισαν τ᾿ ἀγκρίφια τους, ἔφτασα στὴ σπηλιά. Ἔσκυψα νὰ δῶ μέσα· μυρωδιὰ χωματίλα καὶ λιβάνι, σκοτάδι βαθύ· σιγὰ-σιγὰ διέκρινα ἕνα σταμνάκι δεξά, σὲ μιὰ σκισμάδα τοῦ βράχου, τίποτα ἄλλο· ἔκαμα νὰ φωνάξω, μὰ ἡ σιωπὴ μέσα στὸ σκοτάδι ἐτοῦτο μοῦ φάνηκε τόσο ἱερή, τόσο ἀνησυχαστική, ποὺ δὲν τόλμησα· σὰν ἁμαρτία, σὰν ἱεροσυλία μοῦ φάνηκε ἐδῶ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Εἶχαν πιὰ συνηθίσει τὰ μάτια μου στὸ σκοτάδι, κι ὡς τὰ γούρλωνα καὶ κοίταζα, ἕνας φωσφορισμὸς ἁπαλός, ἕνα πρόσωπο χλωμό, δυὸ χέρια σκελεθρωμένα κουνήθηκαν στὸ βάθος τῆς σπηλιᾶς κι ἀκούστηκε γλυκιὰ ξεπνεμένη φωνή:

— Καλῶς τον!

Ἔκαμα κουράγιο, μπῆκα στὴ σπηλιά, προχώρησα κατὰ τὴ φωνή. Κουλουριασμένος χάμω, εἶχε σηκώσει τὸ κεφάλι ὁ ἀσκητής, καὶ διέκρινα στὸ μεσόφωτο τὸ πρόσωπό του ἄτριχο, φαγωμένο ἀπὸ τὶς ἀγρύπνιες καὶ τὴν πείνα, μὲ ἀδειανοὺς βολβούς, νὰ γυαλίζει βυθισμένο σὲ ἀνείπωτη μακαριότητα· τὰ μαλλιά του εἶχαν πέσει, ἔλαμπε τὸ κεφάλι του σὰν κρανίο.

— Εὐλόγησον, πάτερ, εἶπα κι ἔσκυψα νὰ τοῦ φιλήσω τὸ κοκαλιασμένο χέρι.

Κάμποση ὥρα σωπαίναμε· κοίταζα μὲ ἀπληστία τὴν ψυχὴ τούτη ποὺ εἶχε ἐξαφανίσει τὸ κορμί της, αὐτὸ βάραινε τὶς φτεροῦγες της καὶ δὲν τὴν ἄφηνε ν᾿ ἀνέβει στὸν οὐρανό. Ἀνήλεο, ἀνθρωποφάγο θεριὸ ἡ ψυχὴ ποὺ πιστεύει· κρέατα, μάτια, μαλλιά, ὅλα τοῦ τά ῾χε φάει.

Δὲν ἤξερα τί νὰ πῶ, ἀπὸ ποῦ ν᾿ ἀρχίσω. Σὰν ἕνα στρατόπεδο ὕστερα ἀπὸ φοβερὴ σφαγή μοῦ φάνταζε τὸ σαράβαλο κορμὶ μπροστά μου· ξέκρινα ἀπάνω του τὶς νυχιὲς καὶ τὶς δαγκωματιὲς τοῦ Πειρασμοῦ.

Ἀποκότησα τέλος:

— Παλεύεις ἀκόμα μὲ τὸ Διάβολο, πάτερ Μακάριε; τὸν ρώτησα.

— Ὄχι πιά, παιδί μου· τώρα γέρασα, γέρασε κι αὐτὸς μαζί μου· δὲν ἔχει δύναμη· παλεύω μὲ τὸ Θεό.

— Μὲ τὸ Θεό! ἔκαμα ξαφνιασμένος· κι ἐλπίζεις νὰ νικήσεις;

— Ἐλπίζω νὰ νικηθῶ, παιδί μου· μοῦ ἀπόμειναν ἀκόμα τὰ κόκαλα· αὐτὰ ἀντιστέκουνται.

— Βαριὰ ἡ ζωή σου, γέροντά μου· θέλω κι ἐγὼ νὰ σωθῶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος;

— Πιὸ βολικός; ἔκαμε ὁ ἀσκητὴς καὶ χαμογέλασε μὲ συμπόνια.

— Πιὸ ἀνθρώπινος, γέροντά μου.

— Ἕνας μονάχα δρόμος.

— Πῶς τὸν λέν;

— Ἀνήφορο· ν᾿ ἀνεβαίνεις ἕνα σκαλί· ἀπὸ τὸ χορτασμὸ στὴν πείνα, ἀπὸ τὸν ξεδιψασμὸ στὴ δίψα, ἀπὸ τὴ χαρὰ στὸν πόνο· στὴν κορφὴ τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ πόνου κάθεται ὁ Θεός. Στὴν κορφὴ τῆς καλοπέρασης κάθεται ὁ Διάβολος· διάλεξε.

— Εἶμαι ἀκόμα νέος· καλή ῾ναι ἡ γῆς, ἔχω καιρὸ νὰ διαλέξω.

Ἅπλωσε ὁ ἀσκητὴς τὰ πέντε, κόκαλα τοῦ χεριοῦ του, ἄγγιξε τὸ γόνατό μου, μὲ σκούντηξε:

— Ξύπνα, παιδί μου, ξύπνα, πρὶν σὲ ξυπνήσει ὁ Χάρος.

Ἀνατρίχιασα.

— Εἶμαι νέος, ξανάπα γιὰ νὰ κάμω κουράγιο.

— Ὁ Χάρος ἀγαπάει τοὺς νέους· ἡ Κόλαση ἀγαπάει τοὺς νέους· ἡ ζωή ῾ναι ἕνα μικρὸ κεράκι ἀναμμένο, εὔκολα σβήνει, ἔχε τὸ νοῦ σου, ξύπνα!

Σώπασε μιὰ στιγμή, καὶ σὲ λίγο:

— Εἶσαι ἕτοιμος; μοῦ κάνει.

Ἀγανάχτηση μὲ κυρίεψε καὶ πεῖσμα.

— Ὄχι! φώναξα.

— Αὐθάδεια τῆς νιότης! Τὸ λὲς καὶ καυχιέσαι, μὴ φωνάζεις· δὲ φοβᾶσαι;

— Ποιὸς δὲ φοβᾶται; Φοβοῦμαι. Κι ἐλόγου σου, πάτερ ἅγιε, δὲ φοβᾶσαι; Πείνασες, δίψασες, πόνεσες, κοντεύει νὰ φτάσεις στὴν κορφὴ τῆς σκάλας, φάνηκε ἡ πόρτα τῆς Παράδεισος· μὰ θ᾿ ἀνοίξει ἡ πόρτα αὐτὴ νὰ μπεῖς; θ᾿ ἀνοίξει; εἶσαι σίγουρος;

Δυὸ δάκρυα κύλησαν ἀπὸ τὶς κόχες τῶν ματιῶν του· ἀναστέναξε· καὶ σὲ λίγο:

— Εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· αὐτὴ νικάει καὶ συχωρνάει τὶς ἁμαρτίες τοῦ ἀνθρώπου.

— Κι ἐγὼ εἶμαι σίγουρος γιὰ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· αὐτὴ λοιπὸν μπορεῖ νὰ συχωρέσει καὶ τὴν αὐθάδεια της νιότης.

— Ἀλίμονο νὰ κρεμόμαστε μονάχα ἀπὸ τὴν καλοσύνη τοῦ Θεοῦ· ἡ κακία τότε κι ἡ ἀρετὴ θὰ μπαῖναν ἀγκαλιασμένες στὴν Παράδεισο.

— Δὲν εἶναι, θαρρεῖς, γέροντά μου, ἡ καλοσύνη τοῦ Θεοῦ τόσο μεγάλη;

Κι ὡς τό ῾πα, ἄστραψε στὸ νοῦ μου ὁ ἀνόσιος, μπορεῖ, μά, ποιὸς ξέρει, μπορεῖ ὁ τρισάγιος στοχασμός, πὼς θά ῾ρθει καιρὸς τῆς τέλειας λύτρωσης, τῆς τέλειας φίλιωσης, θὰ σβήσουν οἱ φωτιὲς τῆς Κόλασης, κι ὁ Ἄσωτος Υἱός, ὁ Σατανᾶς, θ᾿ ἀνέβει στὸν οὐρανό, θὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ Πατέρα καὶ δάκρυα θὰ κυλήσουν ἀπὸ τὰ μάτια του: «Ἥμαρτον!» θὰ φωνάξει, κι ὁ Πατέρας θ᾿ ἀνοίξει τὴν ἀγκάλη του: «Καλῶς ἦρθες» θὰ τοῦ πεῖ «καλῶς ἦρθες, γιὲ μου· συχώρεσέ με ποὺ σὲ τυράννησα τόσο πολύ!».

Μὰ δὲν τόλμησα νὰ ξεστομίσω τὸ στοχασμό μου· πῆρα ἕνα πλάγιο μονοπάτι νὰ τοῦ τὸ πῶ.

— Ἔχω ἀκουστά, γέροντά μου, πὼς ἕνας ἅγιος, δὲ θυμᾶμαι τώρα ποιός, δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀνάπαψη στὴν Παράδεισο. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τοὺς στεναγμούς του, τὸν κάλεσε: «Τί ἔχεις κι ἀναστενάζεις;» τὸν ρώτησε· «δὲν εἶσαι εὐτυχής;

—Πῶς νά ῾μαι εὐτυχής, Κύριε;» τοῦ ἀποκρίθηκε ὁ ἅγιος. Στὴ μέση μέση τῆς Παράδεισος ἕνα συντριβάνι καὶ κλαίει.

—Τί συντριβάνι;—Τα δάκρυα τῶν κολασμένων».

Ὁ ἀσκητὴς ἔκαμε τὸ σημάδι τοῦ σταυροῦ, τὰ χέρια του ἔτρεμαν.

— Ποιὸς εἶσαι; ἔκαμε μὲ φωνὴ ξεψυχισμένη· ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ!

Ἔκαμε πάλι τὸ σταυρὸ του τρεῖς φορές, ἔφτυσε στὸν ἀέρα:

— Ὕπαγε ὀπίσω μου, Σατανᾶ, ξανάπε, κι ἡ φωνή του τώρα εἶχε στερεώσει.

Ἄγγιξα τὸ γόνατό του ποὺ γυάλιζε γυμνὸ στὸ μεσόφωτο· τὸ χέρι μου πάγωσε.

— Γέροντά μου, τοῦ κάνω, δὲν ἦρθα ἐδῶ νὰ σὲ πειράξω, δὲν εἶμαι ὁ Πειρασμός· εἶμαι ἕνας νέος ποὺ θέλει νὰ πιστέψει ἁπλοϊκά, χωρὶς νὰ ρωτάει, ὅπως πίστευε ὁ παππούς μου ὁ χωριάτης· θέλω, μὰ δὲν μπορῶ.

—Ἀλίμονό σου, ἀλίμονό σου, δυστυχισμένε· τὸ μυαλὸ θὰ σὲ φάει, τὸ ἐγὼ θὰ σὲ φάει. Ὁ ἀρχάγγελος Ἑωσφόρος, ποὺ ἐσὺ ὑπερασπίζεσαι καὶ θὲς νὰ τὸν σώσεις, ξέρεις πότε γκρεμίστηκε στὴν Κόλαση; Ὅταν στράφηκε στὸ Θεὸ κι εἶπε: Ἐγώ. Ναὶ ναί, ἄκου, νεαρέ, καὶ βάλ᾿ το καλὰ στὸ νοῦ σου:

Ἕνα μονάχα πράμα κολάζεται στὴν Κόλαση, τὸ ἐγώ. Τὸ ἐγώ, ἀνάθεμά το!

Τίναξα τὸ κεφάλι πεισματωμένος:

— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ ζῷο, μὴν τὸ κακολογᾶς, πάτερ Μακάριε.

— Μὲ τὸ ἐγὼ αὐτὸ ξεχώρισε ἀπὸ τὸ Θεό. Πρῶτα ὅλα ἦταν ἕνα μὲ τὸ Θεό, εὐτυχισμένα στὸν κόρφο του. Δὲν ὑπῆρχε ἐγὼ καὶ σὺ κι ἐκεῖνος· δὲν ὑπῆρχε δικό σου καὶ δικὸ μου, δὲν ὑπῆρχαν δυό, ὑπῆρχε ἕνα· τὸ Ἕνα, ὁ Ἕνας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Παράδεισος ποὺ ἀκοῦς, κανένας ἄλλος· ἀπὸ κεῖ ξεκινήσαμε, αὐτὸν θυμᾶται καὶ λαχταρίζει ἡ ψυχὴ νὰ γυρίσει· βλογημένος ὁ θάνατος! τί ‘ναι ὁ θάνατος, θαρρεῖς; Ἕνα μουλάρι, τὸ καβαλικεύουμε καὶ πᾶμε.

Μιλοῦσε, κι ὅσο μιλοῦσε τὸ πρόσωπό του φωτίζουνταν· γλυκό, εὐτυχισμένο χαμόγελο ζεχύνουνταν άπὸ τὰ χείλια του κι ἔπιανε ὅλο του τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθες βυθίζουνταν στὴν Παράδεισο.

— Γιατί χαμογελᾶς, γέροντά μου;

— Εἶναι νὰ μὴ χαμογελῶ; μοῦ ἀποκρίθηκε· εἶμαι εὐτυχής, παιδὶ μου· κάθε μέρα, κάθε ὥρα, γρικῶ τὰ πέταλα τοῦ μουλαριοῦ, γρικῶ τὸ Χάρο νὰ ζυγώνει.

Εἶχα σκαρφαλώσει τὰ βράχια γιὰ νὰ ξομολογηθῶ στὸν ἄγριο τοῦτον ἀπαρνητὴ τῆς ζωής· μὰ εἶδα ἦταν ἀκόμα πολὺ ἐνωρίς· ἡ ζωὴ μέσα μου δὲν εἶχε ξεθυμάνει, ἀγαποῦσα πολὺ τὸν ὁρατὸ κόσμο, ἔλαμπε ὁ Ἑωσφόρος στὸ μυαλό μου, δὲν εἶχε ἀφανιστεῖ μέσα στὴν τυφλωτικὴ λάμψη τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα, συλλογίστηκα, σὰ γεράσω, σὰν ξεθυμάνω, σὰν ξεθυμάνει μέσα μου κι ὁ Ἑωσφόρος.

Σηκώθηκα. Ἄσκωσε ὁ γέροντας τὸ κεφάλι.
— Φεύγεις; ἔκαμε· ἄε στὸ καλό· ὁ Θεὸς μαζί σου.

Καὶ σὲ λίγο, περιπαιχτικά:
— Χαιρετίσματα στὸν κόσμο.

— Χαιρετίσματα στὸν οὐρανό, ἀντιμίλησα· καὶ πὲς στὸ Θεὸ, δὲ φταῖμε ἐμεῖς, φταίει αὐτὸς ποὺ ἔκαμε τὸν κόσμο τόσο ὡραῖο.


Καζαντζάκης, Καρούλια, Άγιο Όρος.
Από την «Αναφορά στον Γκρέκο»,
εκδ. Ελ. Καζαντζάκη, 1964.



Στις απόκρημνες σκήτες του Αγίου Όρους 

Μοναχοί κοιτάζουν έξω από το κελί τους, το οποίο κυριολεκτικά κρέμεται από τους βράχους στα Καρούλια του Αγίου Όρους. Φωτ.: Matt Fidler

Στην άνω φωτογραφία, μοναχοί κοιτάζουν έξω από το κελί τους, 
το οποίο κυριολεκτικά κρέμεται από τους βράχους στα Καρούλια 
του Αγίου Όρους. Φωτ.: εφημερίδα Guardian/Matt Fidler

Η διαβίωση σε μία σκήτη, είναι η εναλλακτική για έναν μοναχό του Αγίου Όρους που δεν θέλει να ζήσει την αυστηρή εκδοχή της μοναστικής απομόνωσης. Στις σκήτες αναπτύσσονται μικρές μοναστικές κοινότητες, σχετικής απομόνωσης, οι οποίες διοικούνται από γέροντες συμβούλους και εκτός από χειρωνακτικές, γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, λαμβάνουν χώρα και μαθήματα αγιογραφίας, ξυλογλυπτικής και μουσικής.

Ωστόσο, το πιο απομονωμένο σημείο της χερσονήσου του Άθω είναι τα Καρούλια, εκεί που τα κελιά των μοναχών κρέμονται κυριολεκτικά από απόκρημνους βράχους που κοιτούν τη θάλασσα. Ακριβώς, κάτω από τα Κατουνάκια είναι χτισμένες 16 καλύβες, που προξενούν δέος στον επισκέπτη και αίσθημα πειθαρχίας, αλλά και πλήρους υπακοής των μοναχών -που επιλέγουν να ζήσουν έτσι- στον Θεό. Είναι ένας τρόπος απόλυτης συγκέντρωσης στην προσευχή, απόλυτης προσήλωσης στην πνευματικότητα ή για την ακρίβεια στην ουσία της, όχι στους τύπους.

Στις σκήτες αναπτύσσονται μικρές μοναστικές κοινότητες, σχετικής απομόνωσης, οι οποίες διοικούνται από γέροντες συμβούλους και εκτός από χειρωνακτικές, γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, λαμβάνουν χώρα και μαθήματα αγιογραφίας, ξυλογλυπτικής και μουσικής. Μικρή πολυτέλεια; Τσάι της γνωστής αγγλικής μάρκας "Twinings" στην κουζίνα του πατέρα Δαυίδ...


Τα οστά του μοναχού που κατοικούσε σε αυτό το κελί φυλάσσονται σε ασημένιο κουτί. Συνηθίζεται, ο μοναχός ακόμη και μετά τον θάνατο του να παραμένει στον χώρο που έζησε... Φωτ.: Matt Fidler 


ΩΣ ΤΟ ΤΕΛΟΣ Ο πατέρας Αρσένιος στην είσοδο του κελιού του. 
Δεν έχει φύγει από εκεί εδώ και 64 χρόνια και πλέον είναι 
αρκετά ηλικιωμένος για να μπορέσει να κατέβει από τους βράχους 
που κυκλώνουν την απόκρημνη μοναστική κατοικία του.

www.sophia-ntrekou.gr


Σχετικά Άρθρα:



Δείτε βίντεο:




ΒΙΝΤΕΟ: ΑΣΚΗΤΕΣ ΣΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, από την τηλεοπτική εκπομπή 
''ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΩΡΑ ΜΕΓΑ'', Με τίτλο: ΑΣΚΗΤΕΣ, ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ.



FaceBook: Το Μονοπάτι του Φωτός 15 Οκτωβρίου 2012: From the 1992 Michael Mann film "The Last of the Mohicans" with Daniel Day-Lewis, Madeleine Stowe, Russell Means & Wes Studi. This musical piece (originally entitled "The Gael") was composed by Dougie Maclean for his 1990 album "The Search."









Δεν υπάρχουν σχόλια: