Τρίτη, 19 Νοεμβρίου 2013

1. Σημαντικές πτυχές του ποιμαντικού έργου


ΜΕΡΟΣ Β' Η ΙΕΡΩΣΥΝΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
1. Σημαντικές πτυχές του ποιμαντικού έργου

συνέχεια από το Α' Μέρος
Ο Ιωάννης Χρυσόστομος είναι ένας από τους μεγαλύτερους πατέρες της Εκκλησίας και θεωρείται ως το λαμπρότερο υπόδειγμα πλήρους και ολοκληρωτικής αφιερώσεως στην ποιμαντική διακονία του λαού του Θεού. Το υπόδειγμα αυτό αποτυπώθηκε τόσο με το συγγραφικό του έργο, το οποίο απετέλεσε πηγή εμπνεύσεως για όλη την Εκκλησία, όσο, και κυρίως, με την άσκηση της αρχιερατικής του διακονίας και αποστολής και διακρίθηκε από τη μοναδική ποιμαντική ευαισθησία και αγωνία του για τη σωτηρία της λογικής ποίμνης του Χριστού.

Στο πλαίσιο αυτό της υψηλής διακονίας και ευθύνης του και προκειμένου να ανταποκριθεί στην ιερατική αποστολή του δεν εδίστασε να έλθει σε σύγκρουση με το διεφθαρμένο κατεστημένο τόσο της πολιτείας όσο και της Εκκλησίας της εποχής του. Σύγκρουση, η οποία όμως του εστοίχισε όχι μόνο την απομάκρυνσή του από τον αρχιερατικό θρόνο, αλλά και την εξορία, τελικά τον ίδιον τον θάνατόν του.

Βεβαίως το πλούσιο συγγραφικό έργο του χαρακτηρίζεται από την σαφή εκκλησιαστική προοπτική της έντονης ποιμαντικής (και κηρυκτικής) δράσεώς του, η οποία οφείλεται στα οξύτατα κοινωνικά προβλήματα τα οποία την προκάλεσαν. Ο λόγος του, μοναδικός στο ύφος του, είχε ως πηγή την προσωπική του εμπειρία για τη σπουδαιότητα της χριστιανικής πίστεως στην προσωπική πνευματική ζωή του κάθε πιστού και του λαού γενικότερα, και απετέλεσε το κύριο όπλο στην αντιμετώπιση της ηθικής αμβλύνσεως και κοινωνικής εκλύσεως της εποχής του.

Στο έργο του, στους «Περί Ιερωσύνης λόγους» του, τονίζεται με μεγάλη ευαισθησία το ύψος της πνευματικής αποστολής του κληρικού και το προσωπικό του δέος για την πνευματική ευθύνη των πιστών. Το έργο του αυτό θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μία σειρά παραινετικών ομιλιών προς τους ιερείς και το ποίμνιο για την πραγμάτωση της σωτηρίας των ανθρώπων.

Επειδή ακριβώς για την σωτηρία των πιστών οι ιερείς έχουν την μεγαλύτερη ευθύνη ενώπιον του Θεού ο ιερός πατήρ καθορίζει στους λόγους του αυτούς και τα πλαίσια της υπεύθυνης ιερατικής διακονίας. ’λλωστε αυτή η αποστολή της Εκκλησίας για τη σωτηρία των πιστών προσδιόριζε και την στάση του απέναντι στους κληρικούς εκείνους, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονταν στο ύψος και την ευθύνην του αξιώματός τους.

Οι περί Ιερωσύνης λόγοι του Ι. Χρυσοστόμου αποτελούν το γνωστότερο και ευρύτατα διαδεδομένο έργο του, το οποίο είχε τεράστια επίδραση στο εκκλησιαστικό σώμα. Πρόκειται για ένα έργο, το οποίο είναι βαθύτατα επηρεασμένο στη δομή και στο ύφος του από τον «Απολογητικόν της εις Πόντον φυγής» του Γρηγορίου Θεολόγου, στον οποίον ο Γρηγόριος αναλύει τις ευθύνες του ιερατικού αξιώματος, για να δικαιολογήσει την απόφαση - επιλογή του να εγκαταλείψει την ιερατική διακονία και να καταφύγει στο ασκητήριο του Πόντου μετά την χειροτονία του σε πρεσβύτερο της Εκκλησίας από τον πατέρα του (περί το 362).

Τα αναφερόμενα εις τους λόγους του γεγονότα δεν είναι βέβαιον ότι είναι ιστορικά, μάλλον είναι φανταστικά, πλασθέντα από τον Χρυσόστομον, αφ᾿ ενός μεν να αποδείξει το ύψος της Ιερωσύνης και αφ᾿ ετέρου να παρεμποδίσει την προσέλευση σ᾿ αυτήν ακαταλλήλων προσώπων.

Τη δομή του έργου του αποτελεί η διήγηση ότι ο Χρυσόστομος και ο φίλος του (κάποιος) Βασίλειος –ο οποίος αποτελεί το άλλο πρόσωπο του διαλόγου αλλά και τον τρόπο οργανώσεως του υλικού και του θέματός του για το οποίον πρόσωπον η έρευνα δεν κατόρθωσε ακόμη να προσδιορίσει την ταυτότητά του– εξελέγησαν στο ιερατικό αξίωμα, το οποίο εναλλάσσεται άλλοτε σε απλό ιερέα και άλλοτε σε επίσκοπον. Και ενώ, κατά τον διάλογον του έργου, είχαν συμφωνήσει ή τουλάχιστον ο Βασίλειος έμεινε με την εντύπωση ότι αν επιέζοντο να δεχθούν την χειροτονίαν θα την εδέχοντο και ο μεν Βασίλειος πιεσθείς εδέχθη την χειροτονίαν, ο Χρυσόστομος όμως την απέφευγε και απεκρύβη.

Απολογούμενος ο Χρυσόστομος για τη φυγή του αυτή δέχεται ότι εις την ζωήν μας έρχονται κάποιες στιγμές κατά τις οποίες η εύκαιρος απάτη είναι επιτρεπτή, εφ᾿ όσον δεν βλάπτει κανέναν και αποβλέπει στο γενικότερο καλό περιστάσεων, ώστε να εξευρίσκονται λύσεις στα αδιέξοδα και να επανορθώνονται τα ψυχικά σφάλματα· και με την έννοια αυτή η πράξη αυτή πρέπει να ονομάζεται μάλλον οικονομία και είδος σοφής διαχειρήσεώς τους. Έτσι ο Χρυσόστομος δικαιολογεί την δική του άρνηση να δεχθεί την Ιερωσύνην επικαλούμενος την αδυναμίαν του να ανταποκριθεί στα δυσβάστακτα καθήκοντα της Ιερωσύνης.

Πράγματι, η προβαλλομένη εμμονή του Χρυσοστόμου στην άρνησή του να αποδεχθεί την εκλογήν του στο ιερατικό αξίωμα –περί αυτού πρόκειται τελικά– αποβλέπει στο να καταδείξει την μεγάλη ευθύνη του ιερατικού αξιώματος και να παρεμποδίσει την είσοδον στις τάξεις του κλήρου ακαταλλήλων προσώπων, όπως ήδη ελέχθη.

Έτσι το έργο αυτό του Χρυσοστόμου, παρά τον καθαρά θεωρητικό χαρακτήρα του, έχει ένα συγκεκριμένο σκοπό να καταπολεμήσει την μανιώδη επιδίωξη από ανάξια άτομα να καταλάβουν το ιερατικό - επισκοπικό αξίωμα χωρίς να διαθέτουν τα απαραίτητα προς τούτο προσόντα. Και, ως αναφέρθη, τον ιερό πατέρα δεν ενδιέφερε τόσο η ιστορική ακριβολογία των αναφερομένων γεγονότων –(πρόσωπον Βασιλείου, διάλογος κ.λπ., τα οποία εφευρέθησαν χάριν της οικονομίας του διαλόγου)– αλλά κυρίως πώς θα προβάλλει και θα αναπτύξει συστηματικά τα σχετικά με την Ιερωσύνην προβλήματα. Σύμφωνα με το περιεχόμενό του μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εγχειρίδιο Ποιμαντικής και έχει όλα τα γνωρίσματα συστηματικής πραγματείας.

Πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι δεν θίγονται όλα τα προβλήματα του ποιμαντικού έργου και η διαπραγμάτευσή τους φαίνεται δεν καλύπτει όλες τις σημερινές ανάγκες. Και τούτο διότι τα ποιμαντικά προβλήματα της εποχής εκείνης δεν παρουσιάζουν ούτε έχουν οπωσδήποτε το ίδιον ή ανάλογον πάντοτε ενδιαφέρον δια τους σημερινούς κληρικούς, λόγω της μεταβολής των κοινωνικών δομών. Εξ άλλου η σημερινή εποχή έχει δημιουργήσει νέα προβλήματα και έχουν προκύψει νέες ανάγκες οι οποίες δεν υπήρχαν τότε.

Εξακολουθεί, όμως, να παραμένει η αξία και η σπουδαιότητά του πολύ μεγάλη και σήμερον, διότι τονίζει την συναίσθηση της σοβαρότητος, την οποίαν οφείλουν να έχουν όσοι πρόκειται να προσέλθουν στην Ιερωσύνη και να ασκήσουν το έργο της διακονίας των πιστών.

Για τους λόγους αυτούς κυρίως το έργο αυτό αναγνωρίσθηκε περισσότερο από κάθε άλλο πατερικό σύγγραμμα και προφανώς γι᾿ αυτό δεν επεχειρήθηκε από άλλον μεταγενέστερο πατέρα της Εκκλησίας η ενασχόληση συστηματικώς με την ποιμαντική διαπραγμάτευση του θέματος. Ίσως σ᾿ αυτό να βρίσκεται και η μεγάλη επίδραση αλλά και η διάδοσή του. Πάντως η πραγματεία αυτή αποτελεί διαμαρτυρίαν δια την τότε –αλλά και πάντοτε– κρατούσαν ζοφεράν κατάσταση των διοικητικών πραγμάτων της Εκκλησίας και με τα όσα αναφέρει επιδιώκει να καθορίσει τα μέσα με τα οποία είναι δυνατόν να διορθώσει την κακή λειτουργία της εκκλησιαστικής οργανώσεως.

Έτσι, μετά την απόδειξη της ακαταλληλότητός του δια το αξίωμα, ο Χρυσόστομος εκθέτει την σπουδαιότητα της Ιερωσύνης, τις προϋποθέσεις αναδοχής του ιερατικού αξιώματος και τον τρόπον διεξαγωγής του ιερατικού έργου· προς το τέλος του έργου του δίνει την ζοφεράν εικόνα των κινδύνων του ποιμαντικού έργου, απαλύνει δε κάπως με τη διαβεβαίωση ότι ο Χριστός, ο οποίος αναθέτει την διακονίαν και υπηρεσίαν του στους ιερείς, θα τους βοηθήσει να εκπληρώσουν τα ιερατικά - ποιμαντικά καθήκοντά τους.

Η χρησιμοποιούμενη επιχειρηματολογία του Χρυσοστόμου στηρίζεται στην Αγία Γραφή, ενισχύεται με την πλούσια εμπειρία και αξιοθαύμαστη προσωπική παρατήρησή του και πλαισιώνεται με ζωηρές εικόνες και περιγραφές.

Όπως προαναφέρθη, σκοπός της συγγραφής του έργου τούτου είναι να παραστήσει,
α) το μεγαλείο και το ύψος της Ιερωσύνης, περιγράφων το δυσπρόσιτον αυτής· και β) να καθορίσει τα προσόντα των υποψηφίων δια το ιερατικό αξίωμα και τα καθήκοντα των κληρικών κατά την άσκησή τους.

Σοφία Ντρέκου/αέναη επΑνάσταση

Δείτε τα περιεχόμενα της μελέτης.

ΜΕΡΟΣ Α' Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΠΟΛΥΠΑΘΟΥΣ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια: