Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Άνοδος του Χρυσοστόμου στον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως

Εικόνα του Μιχαήλ Δαμασκηνού 
δεύτερο μισό 16ου αι. Κέρκυρα, Μητροπολιτικό Μέγαρο

2. Άνοδος του Χρυσοστόμου στον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως

συνέχεια από το προηγούμενο
Συγκεκριμένα, ο Έπαρχος (Διοικητής) της πόλεως Αστέριος παραπλανών τον Χρυσόστομο, τον παρακάλεσε να επισκεφθούν τους τάφους των μαρτύρων έξω από την πόλη και εκεί τον περίμεναν στρατιώτες, οι οποίοι παρά τη θέλησή του τον επιβίβασαν στην άμαξα και τον φυγάδευσαν οδηγώντας τον στην πρωτεύουσα παρά την αντίδρασή του (398). Χειροτονείται από τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Θεόφιλο –που βρισκόταν τις ημέρες εκείνες στην πρωτεύουσα– και αναγορεύεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως «ψηφίσματι κοινώ κλήρου τε και λαού».

Ο Χρυσόστομος παρ' ότι δεν ήταν ακόμη ψυχικά προετοιμασμένος για ένα τέτοιο υπούργημα, όμως θεώρησε ότι η απροσδόκητη αυτή εξέλιξη των γεγονότων ήταν κατά θεία βούληση γι´ αυτό και αφοσιώθηκε στα νέα του ποιμαντικά καθήκοντα με αποστολικό ζήλο και υποτάχθηκε υπακούοντας στην απαίτηση των αρχόντων και στη φωνή του λαού, που τη θεώρησε θέλημα του Θεού.

Η θέση του ως Πατριάρχη διαφέρει βασικά από εκείνην του πρεσβυτέρου· τώρα αισθάνεται ότι έχει εξουσία αλλά και αποστολή να αγωνισθεί με όλες τις δυνάμεις του και τα μέσα που του δίδει το αξίωμά του τόσο για την κάθαρση των εκκλησιαστικών πραγμάτων όσο και για την αναμόρφωση της κοινωνίας.

Η προσωπική του ζωή όμως δεν άλλαξε· ζούσε ζωή απλή και λιτή με συνεχή προσευχή και μελέτη των Αγίων Γραφών· ζούσε και στη νέα του θέση και πάλι μόνος. Και επειδή ακολουθούσε αυστηρή δίαιτα και απέφευγε τις κοινωνικές σχέσεις, δεν δεχόταν επισκέψεις και ούτε προσκλήσεις σε γεύματα, δόθηκε η εντύπωση ότι ήταν ακοινώνητο άτομο. Η εξωτερική εμφάνισή του δεν ήταν επιβλητική· ήταν βραχύσωμος, λεπτός και αδύνατος, ρυτιδωμένος, σκυθρωπός και μελαγχολικός.

Στην πλούσια και άνετη ζωή του προκατόχου του επέβαλε αυστηρές οικονομίες στις δαπάνες για να εξοικονομηθούν χρήματα προκειμένου να διατεθούν για Νοσοκομεία και άλλους κοινωφελείς σκοπούς. Έτσι άρχισε να πωλεί πολυτελή έπιπλα και άλλα αντικείμενα, που δεν εχρειάζοντο για τον ίδιο.

Η αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων έδειξε τα ιδιαίτερα χαρίσματα του Χρυσοστόμου και φανέρωσε την αγωνιστικότητα και δύναμη της ψυχής του. Δεν δίστασε να έλθει αντιμέτωπος με τα πελώρια και δυσεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα. Από τη μια η μεγάλη φτώχεια, η δυστυχία και η εξαθλίωση των πολλών και από την άλλη η πολυτέλεια, η χλιδή και η σπατάλη των ολίγων βάθυναν ανάμεσα στους ανθρώπους την αδικία και μεγάλωναν την κοινωνική ανισότητα.

Ο Χρυσόστομος θεώρησε χρέος του αλλά και ιερό καθήκον να αγωνισθεί κατ´ αρχήν για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων που βρίσκονταν σε μεγάλη κατάπτωση και διαφθορά.

Έτσι με βαθειά πίστη και μεγάλη συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης της θέσεώς του, με σύνεση και αγάπη προς τον κλήρο και την αποστολή του στην κοινωνία, αποφάσισε να λάβει μέτρα εναντίον:

α) των «βαλαντιοσκόπων», εναντίον δηλαδή των κληρικών εκείνων που πλούτιζαν από την ιερωσύνη,

β) εναντίον των «κολάκων και παρασίτων», εκείνων δηλαδή που έκαναν αναξιοπρεπή ζωή, ζώντας κοσμική ζωή,

γ) εναντίον των «κοιλιοδούλων», που ζούσαν αργή ζωή και δ) εναντίον εκείνων που ζούσαν με «συνεισάκτους». Ακόμη έλαβε μέτρα για την ηθική κάθαρση των ταγμάτων των χηρών και των διακονισσών.

Ζητούσε την καθαρότητα του βίου και ήταν αμείλικτος για τους αναξίους ιερείς, διακόνους και μοναχούς· και τους αδιορθώτους απέβαλε παντελώς από τις τάξεις του κλήρου.

Δεν δίστασε, στη γενικότερη πολιτική της ηθικής καθάρσεως, να απολύσει 13 επισκόπους ως σιμωνιακούς και αναξίους και στη θέση τους να τοποθετήσει ικανούς και ευσεβείς. «Εάν ο κλήρος, το άλας της γης, παρουσίαζε έκλυτο βίο, πως θα ζητούσε από το ποίμνιο να ζει άγιον και κατά Χριστόν βίον», έλεγε.

Με τα μέτρα που έλαβε εξύψωσε το κύρος του κλήρου και αποκατέστησε το γόητρο της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία.

Όπως ο ίδιος έλεγε, δεν αποστρεφόταν τους ελεγχομένους, αλλά μισούσε τις κακές πράξεις· «ταύτα λέγομεν ουχ ίνα πλήξωμεν, αλλ´ ίνα διορθωσώμεθα, ου τους ανθρώπους μισούντες, αλλά την πονηρίαν αποστρεφόμενοι».

Ο έλεγχος στους παρεκτρεπομένους γινόταν χωρίς οργή και αλαζονεία, αλλά με αγάπη και ενδιαφέρον για την πνευματική κάθαρση. Στις ενέργειές του διαπνεόταν από βαθειά συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης απέναντι του ποιμνίου.

Γι´ αυτό και δεν δίστασε να επιδείξει την ίδια αυστηρότητα και για το φαύλο και διεφθαρμένο βίο των αρχόντων, των πλουσίων και των ισχυρών, χωρίς να δέχεται κανέναν συμβιβασμό, η να υπηρετεί κάποια πολιτικότητα και σκοπιμότητα. Με παρρησία και θάρρος αλλά και λεπτότητα αντιμετώπισε και τους πολιτικούς άνδρες της ανωτάτης κρατικής βαθμίδος, της εξουσίας γενικότερα, ακόμη και το ίδιο το παλάτι.

Το καθήκον του ως ποιμενάρχου τον ωθούσε στην επιτέλεση του έργου της αναμορφώσεως της κοινωνίας, ελέγχοντας, άλλοτε με αυστηρότητα και άλλοτε με αγάπη. Έτσι δεν άργησε να συγκρουσθεί και με την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία για τις αδικίες που διέπραττε, τη φιλοχρηματία και τις σπατάλες που έκανε. Στηλίτευσε τη μεγάλη πολυτέλεια, τις ασυλλόγιστες δαπάνες και τις διασκεδάσεις της Αυλής, αλλά και του ευρύτερου χώρου της ανωτέρας κοινωνίας, όπου έβλεπε την επιδειξιομανία «την κονίασιν των παρειών και τα ημιαγμένα χείλη (βαμμένα), τας μυραλοιφάς (αρώματα), το χρυσοφορείν και μαργαριτοφορείν, την περίεργον αμφίεσιν και υπόδεσιν...» και όλες εκείνες τις ποικίλες επινοήσεις της ανθρωπίνης ματαιοδοξίας.

Την ίδια παρρησία και τόλμη έδειξε και για τον πανίσχυρο αυλικό, και πρωθυπουργό Ευτρόπιο, στον οποίο έκανε αυστηρές παρατηρήσεις για τη φαυλότητα και την απληστία του, να πωλεί δημόσιες θέσεις, να δημεύει περιουσίες και επιπλέον να θέλει την κατάργηση του δικαιώματος του ασύλου των Ιερών Ναών. Και όμως, όταν εξέπεσε του αξιώματός του και ζήτησε ταπεινωμένος άσυλο στην Εκκλησία, ο Χρυσόστομος τον προστάτευσε με σθένος και τότε εξεφώνησε τους περίφημους λόγους του «Εις Ευτρόπιον».

Ο λαός επεδοκίμαζε τις ενέργειες αυτές του Χρυσοστόμου, του Ποιμενάρχου του, τον οποίον κυριολεκτικά ελάτρευε. Γιατί έβλεπε ότι τα μέτρα που είχε λάβει είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσει σιγά σιγά να επιβάλλεται μια πειθαρχία σε πολλούς κοινωνικούς τομείς και να περιορίζονται οι κοινωνικές αδικίες που διαπράττονταν προηγουμένως.

Όμως, όπως είναι γνωστόν, όπου υπάρχει δράση, υπάρχει και αντίδραση. Έτσι το ασυμβίβαστο του χαρακτήρος του Χρυσοστόμου και το ανυποχώρητο ενώπιον των οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και το γεγονός ότι δεν θέλησε και δεν επεδίωξε την φιλία ή την εύνοια κανενός κοσμικού άρχοντα, όλα αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα –όπως αναμενόταν άλλωστε– να προκληθεί εντονότατη και ισχυρή αντίδραση των θιγομένων από τους λόγους και τα έργα του Χρυσοστόμου.

Στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ο Χρυσόστομος δεν ηδυνήθη να χρησιμοποιήσει και να αξιοποιήσει όλες τις ικανότητές του και τα μοναδικά προσόντα του, γιατί δεν έδειχνε ελαστικότητα και προσαρμοστικότητα προς τους πολιτικούς άρχοντες. Και όπως λέγει ο Παλλάδιος «προκαταλαμβάνει φθόνος τας διανοίας των μισθωτών ποιμένων» και μια πρωτοφανής και κακοήθης πολεμική εξυφαίνεται εναντίον του Χρυσοστόμου, με πρωταγωνιστή τον «λιθομανή και χρυσολάτρη» Θεόφιλο Αλεξανδρείας.

Οι αντίπαλοί του, των οποίων έλεγχε τη φαυλότητα και καυτηρίαζε τις κακίες, όπως ήταν η φιλάργυρη, ματαιόδοξη και δεισιδαίμων αυτοκράτειρα Ευδοξία με τις κυρίες της αυλής, τη Μάρσα, Καστρικία και Ευγραφία, ο Ευτρόπιος, ο σπουδαιότερος και πανίσχυρος πολιτικός άρχων και πολλοί άλλοι άρχοντες και πλούσιοι που συνασπίσθηκαν και δημιούργησαν μία ισχυρότατη αντίδραση.

Σ´ αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι διωχθέντες κληρικοί και επίσκοποι, των οποίων ο διεφθαρμένος βίος προκάλεσε τον έλεγχόν του και για τους οποίους έλεγε ότι «ουδένα δέδοικα ως των επισκόπων, πλην ολίγων».

Όλοι αυτοί μαζί συνεργάσθηκαν και συνωμότησαν για να εξοντώσουν τον Χρυσόστομον. Η αρχική εκτίμηση προς αυτόν και η κοινή αποδοχή μετεβλήθηκαν σε φοβερό μίσος εναντίον του και έτσι άρχισε «η περί τον θεσπέσιον Ιωάννην τραγωδία», όπως εύστοχα χαρακτηρίζει τις δοκιμασίες του Χρυσοστόμου, ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης.

Οι δυσαρεστημένοι επίσκοποι (Ακάκιος Βεροίας, Αντίοχος Πτολεμαΐδος, Σεβηριανός Γαβάλων και άλλοι) και μη, προσπάθησαν να υπονομεύσουν την ακεραιότητα του ήθους και τη φήμη του Χρυσοστόμου, διαδίδοντας σε βάρος του διάφορες φανταστικές επινοήσεις, όπως ότι ζούσε μόνος για να τρώει πολύ! Ότι δεν φιλοξενούσε και δεν συνέτρωγε με άλλους για να έχει της δικής του επιλογής πρόσωπα μαζί του και το χειρότερο ότι δήθεν δεχόταν κατ´ ιδίαν γυναίκες!

Μη αναγνωρίζοντες ότι αυτός ζούσε ασκητική και εγκρατή ζωή από τα πρώτα χρόνια της ζωής του και ότι είχε νεκρώσει κάθε σαρκική επιθυμία. Ακόμη ότι δεν έκανε το σημείο του σταυρού και δεν προσευχόταν, αυτός που όλη η ζωή του ήταν μια συνεχής προσευχή.

Τέτοιες αστείες και παιδαριώδεις συκοφαντίες εξύφανε η παρασυναγωγή επισκόπων με επικεφαλής τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας και στην Ψευδοσύνοδο παρά την Δρυν και το 403 κατεδίκασαν ερήμην τον Χρυσόστομο.

Ο Θεόφιλος ήταν δυσαρεστημένος με τον Χρυσόστομο γιατί στη θέση του ήθελε να εκλέξει τον ευνοούμενό του Ισίδωρο και ακόμη γιατί ο Χρυσόστομος δέχθηκε τους Μακρούς Αδελφούς, μοναχούς, τους οποίους αυτός κατεδίωξε για προσωπικούς λόγους.

Και ενώ ευρίσκετο τότε στην Κωνσταντινούπολη ως υπόδικος με την σημειωθείσα εν τω μεταξύ μεταβολή των διαθέσεων απέναντι του Χρυσοστόμου και γενικότερα των εκκλησιαστικών πραγμάτων, χρησιμοποιήθηκε από την Αυλή εναντίον του Χρυσοστόμου.

Έτσι συγκροτήθηκε η περίφημη Ψευδοσύνοδος, η αποκλειθείσα αργότερα Ληστρική Σύνοδος παρά την Δρυν (403), η οποία με βάση τις προαναφερθείσες γελοίες και ψευδείς καταγγελίες σχημάτισε το κατηγορητήριο σε βάρος του Χρυσοστόμου.

Ο Χρυσόστομος, προαισθανόμενος τα όσα επρόκειτο να συμβούν και βλέποντας να πλησιάζει το τέλος του αγώνος του, δεν έχανε το θάρρος του και μάλιστα συνιστούσε και στους φίλους του να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και την πίστη τους στον Χριστό και στην Εκκλησία.

Σοφία Ντρέκου/αέναη επΑνάσταση

Περιεχόμενα

Δεν υπάρχουν σχόλια: