10/12/16

Ποιήματα Γ. Δροσίνη: Πίστη, Τί λοιπόν; την Ανθισμένη Αμυγδαλιά και ο Βιολιστής (Βίντεο και Βιογραφία)

δια χειρός Ελένης Κυριαζοπούλου

Σοφία Ντρέκου

Ό,τι και να γράψει κανείς για το ταλέντο του Γεωργίου Δροσίνη, είναι λίγο. Υπήρξε τεράστιος ποιητής, από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές όλων των εποχών. Άγγιξε και το Νόμπελ Λογοτεχνίας, ενώ πολλά ποιήματά του κοσμούσαν τις παλιές σχολικές εκδόσεις, όταν στην παιδεία δεν είχαν παρεισφρήσει επικίνδυνοι και ανίκανοι άνθρωποι.

Γράφει ο Κ. Βάρναλης:

«Ο αιωνόβιος Γεώργιος Δροσίνης, ο ερημίτης του θαλερού προαστίου της Κηφισιάς, θαλερός ως τα τελευταία του, ρομαντικός, ωραιόπαθος, καλοσυνάτος, ο ποιητής της γαλήνης, ζώντας μακριά από τον ταραγμένο κόσμο των άλλων ανθρώπων, στο δικό του ανθισμένο κόσμο της φαντασίας και του ωραίου, πέθανε γεμάτος χρόνια και τιμές. Είναι ο τελευταίος της γενεάς του μετά τον Πολέμη, τον Προβελέγγιο και τον Παλαμά, που φεύγει από τη ζωή, αφού την είχε αφιερώσει ολόκληρη στην ποίηση, στην πεζογραφία, στην παιδεία – και στη μόρφωση του λαού.»


Πίστη


Δεν έχεις Πίστη, όταν τα στάχυα σου
προσμένεις να γενούν σιτάρι,
κι από τ' άκαρπο δεντρί, που κέντρωσες,
προσμένεις καρπερό βλαστάρι!

Πίστη έχεις, όταν από το χέρσωμα
κι από τα αστραποκαμένα ξύλα,
προσμένεις τους καρπούς ολόδροσους
και καταπράσινα τα φύλλα.

Δεν έχεις Πίστη, όταν, πηγαίνοντας
το δρόμο του βουνού, προσμένεις
να φτάσεις ως το ανάερο ψήλωμα
κάποιας κορφής μαρμαρωμένης.

Πίστη έχεις, όταν, αλυσόδετος,
μέσα από τα βάθη της αβύσσου,
προσμένεις ως τα ουράνια ελεύτερο
να φτερουγίσει το κορμί σου.

Δεν έχεις Πίστη, όταν τ' απόβραδο
προσμένεις να προβάλλουν τ' άστρα,
και με του πετεινού το λάλημα
να φέξη η αυγή ροδογελάστρα!

Πίστη έχεις, όταν- όσο αλόγιστο
και πλάνο ο νους σου κι αν το ξέρει-
προσμένεις ήλιο τα μεσάνυχτα
κι αστροφεγγιά το μεσημέρι.

Δεν έχεις Πίστη, όταν, πιστεύοντας,
ρωτάς την κρίση και τη γνώση!
Δεν έχεις Πίστη, όταν την πίστη σου
στο λογικό έχεις θεμελιώσει!

Πίστη έχεις, όταν κάθε σου όνειρο
το ανάφτεις στο βωμό της τάμα,
κι αν κάποιο τάμα σου είναι αδύνατο,
προσμένεις να γενεί το θάμα.










Γεώργιος Δροσίνης 
9 Δεκ. 1859 - 3 Ιαν. 1951

Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1859, σ' ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου.

Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.

Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Εστία, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη, καθώς και το ετήσιο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος.

Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν τον Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες.

Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας.

Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών.

Έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών.

Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά ''Ραμπαγάς'' και ''Μη Χάνεσαι''. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Ιστοί Αράχνης, η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή Ειδύλλια.

Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια και τη λαϊκή παράδοση.

Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά του «Το βοτάνι της αγάπης» (1901).

Κοιμήθηκε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά.

www.sophia-ntrekou.gr



Η ορθόδοξη πίστη για τη μετά θάνατον ζωή
και την αθανασία της ψυχής 
τέλεια εκφρασμένη στους στίχους
 του ποιήματος «Τί λοιπόν;» !!!


Τι λοιπόν; Της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνει ένα ορθό κυπαρίσσι;
Κι απ’ ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίξαμε
τάφου γη θα μας έχει χωρίσει;

Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε,
τούτο μόνο Ζωή μας το λέμε;
Κι αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
και χαμένο στους τάφους το κλαίμε;

Σ’ ό,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνει;
Τίποτε άλλο; Στερνό μας απόρριμα
το κορμί που σκορπιέται και λιώνει;

Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζει
κι ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρ’ απ’ το θάνατο αρχίζει;

Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ’ αυγής είναι πέρα
κι αντί να ‘ρθει μια νύχτ’ αξημέρωτη
ξημερώνει μι’ αβράδιαστη μέρα;

Μήπως είν’ η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ο,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε
κι είν’ αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;

www.sophia-ntrekou.gr



Βίντεο: Ο Ήρωας Μιχαλάκης Παρίδης ΕΟΚΑ 1955-59 
γράφει στίχους για το θάνατο του Γεωργίου Δροσίνη.




Την ομορφιά των γυναικών ύμνησε και ο Γεώργιος Δροσίνης !


Η γυναίκα για την οποία ο Δροσίνης έγραψε την
«Ανθισμένη Αμυγδαλιά»Ήταν η 16χρονη εξαδέλφη του.

Το ποίημα μελοποιήθηκε στο μέτωπο και τραγουδήθηκε από τους φαντάρους που ονειρεύονταν τις «χαρές» της ειρήνης... Το παρασκήνιο στο ποίημα του Γεωργίου Δροσίνη, «Ανθισμένη Αμυγδαλιά», αφορά μία χαριτωμένη μούσα. Ήταν η ξαδέλφη του, Δροσίνα Δροσίνη. Η ιστορία είναι η εξής: 


Η Δροσίνα ήταν 16 χρονών και φοιτούσε στο Αρσάκειο, όταν ο ξάδελφός της, επισκέφτηκε την οικογένειά της στα Πατήσια. Ο Δροσίνης είχε μόλις γυρίσει απ' τη Γερμανία, όπου σπούδαζε Ιστορία της Τέχνης. Νέος, όμορφος, καλλιεργημένος, ήταν τέλειος «δάνδης» της εποχής. Η Δροσίνα όμορφη, γλυκιά και πολύ φρέσκια.


Ο Γεώργιος Δροσίνης. Ένα πρωί, ο Δροσίνης άνοιξε το παράθυρο να μπει φως και είδε τη νεαρή ξαδέρφη του στον κήπο, να κάθεται κάτω από ένα ανθισμένο δέντρο. Σύμφωνα με το ποίημα, το δέντρο ήταν μια αμυγδαλιά. Άλλοι λένε ότι, στην πραγματικότητα, ήταν νεραντζιά. Η κοπέλα κούνησε τον ανθισμένο δέντρο και τα άνθη την έλουσαν. Η σκηνή τον ενθουσίασε και ο νεαρός ποιητής έγραψε το θρυλικό ποίημα. Την εποχή εκείνη, ο Δροσίνης δημοσίευε τα ποιήματά του, με το ψευδώνυμο «Αράχνη».

Η «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1882, στο σατυρικό περιοδικό «Ραμπαγάς» Το τραγούδι του πολέμου Η «Ανθισμένη Αμυγδαλιά» μελοποιήθηκε από τον Γεώργιο Κωστή, ένα ράπτη απ' το Άργος, κατά τη διάρκεια της επιστράτευσης του 1885. Η Βουλγαρία είχε μόλις καταλάβει την περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας και στα Βαλκάνια είχαν ξεσπάσει αναταραχές. Τότε, αποφασίστηκε γενική επιστράτευση, που διήρκησε οχτώ μήνες. Οι ελληνικές δυνάμεις προχώρησαν μέχρι τα ελληνοτουρκικά σύνορα στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία, για να είναι σε ετοιμότητα. Τότε γράφτηκε η μελωδία.

Αποτέλεσμα της επιστράτευσης, ήταν ότι το μελοποιημένο ποίημα του Γεώργιου Δροσίνη, διαδόθηκε σε όλο το στράτευμα. Κάθε στρατιώτης σιγοτραγουδούσε, για τα άνθη που έλουσαν τα μαλλιά και την πλάτη μίας κοπέλας, καθώς όδευε προς ένα πιθανό πόλεμο. Από τους στρατιώτες, έφτασε και στον υπόλοιπο κόσμο.

Έγινε και καντάδα, που ακουγόταν κάτω από τα παράθυρα των ωραίων δεσποινίδων της εποχής. Σε όλη την Ελλάδα δεν υπήρχε άνθρωπος, που να μην το ψιθύρισε σε μια ρομαντική στιγμή, ή να μην το τραγούδησε σε μία παρέα. Αργότερα, η Δροσίνα παντρεύτηκε τον δικηγόρο Μελέτιο Μελετόπουλο, με τον οποίον απέκτησαν έξι παιδιά. Πέθανε τη δεκατία του ’60, στα 101 της. Τελικά έγινε πράγματι «γρηά με κάτασπρα μαλλιά».

Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1859 και αποδοίμησε το 1951, κι αυτός σε πολύ μεγάλη ηλικία. Ήταν 90 ετών.


Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
κι εγέμισ’ από άνθη η πλάτη
η αγκαλιά και τα μαλλάκια της.
Κι εγέμισ’ από άνθη...

Αχ, σαν την είδα 
χιονισμένη την τρελή
γλυκά τη φίλησα
της τίναξα όλα τ’ άνθη 
από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:
Της τίναξα όλα τ’ άνθη...

Τρελή, σαν θες να φέρεις 
στα μαλλιά σου τη χιονιά
τι τόσο βιάζεσαι;
Μονάχη της θε να 'ρθει 
η βαρυχειμωνιά,
δεν το στοχάζεσαι;
Μονάχη της θε να 'ρθει...

Του κάκου τότε 
θα θυμάσαι τα παλιά
τα παιχνιδάκια σου
σκυφτή γριούλα 
με τα κάτασπρα μαλλιά
και τα γυαλάκια σου.
Σκυφτή γριούλα...








Αναφορές, Πηγές:
Ο Γεώργιος Δροσίνης σε Σχολικά Αναγνωστικά 1884-2011 Μουσείο Γ. Δροσίνη
«Η Πίστη»: Σχολική ποιητική ανθολογία Σπύρου Κοκκίνη 1989 σελ. 170
«Τί λοιπόν;» Νεοελληνικά Αναγνώσματα Γ' Γυμνασίου, Νικ Κοντοπούλου, Θεοδ. Μακροπούλου 1950. σελ. 140
«Ανθισμένη Αμυγδαλιά» www.mixanitouxronou.gr
Τα Βίντεο από www.YouTube, εταιρεία της Google.
Πηγή: www.sophia-ntrekou.gr

Δείτε σχετικά:


Αρχείο FaceBook


Γιατί η Σοφία είναι αστείρευτη πηγή, που δεν ξέρω πια ποιός ή ποιά έδωσε το όνομά του (της) σε ποιόν (ποιά)...

Mina Zaroghika: Αχ, το ήξερα αυτό το ποίημα, χωρίς να ξέρω τίνος είναι! Ευχαριστώ! Ευχάριστη φωνή... εσείς τραγουδάτε; · 3 χρόνια

Σοφία Ντρέκου: Επίσης ευχαριστώ που το αναγνώσατε. Δεν είναι η παρούσα που τραγουδά. Καλησπέρα....· 3 χρόνια

Θεοδώρα Ρίμπα: σπουδαιοs θεολογοs · 3 χρόνια

Konstantinos Konstantinidis: Το κατά πόσο είναι ένα παιδικό ποίημα αυτό. Απευθύνεται και σε παιδιά και σε ωρίμους! Και βλέπεις Σοφία μου, πόσο ταιριάζει το τρίπτυχο στη σελίδα! · 3 χρόνια

Ευστρατια Πιτια: Αριστα μας το θυμησες Σοφια μου... πολυ ομορφο οπως και το... τι λοιπον... Κατα την ταπεινη μου γνωμη καλο ειναι να μη ξεχωρισεις την Λογοτεχνια απο την ομαδα. · 3 χρόνια

Τσίτσος Βασίλειος: Συμφωνώ στο ορθόδοξος λογοτέχνης , διαφωνώ στο χιόνι ... είμαι καλοκαιρινός τύπος ,και δεν μ΄αρέσει ο βαρύς ρουχισμός ... επιβαρύνει την βεβαρημένη ψυχολογία μας και μας στερεί πολύτιμο χρόνο για ντύσε γδύσε πλύνε άπλωνε σιδέρωσε ... καλοκαιράκι του Θεού ... ένα τζινάκι ,ένα μπλουζάκι κι έτοιμο το λούκ ... χειμώνας ... μπρρρρρρρρρρρρρρ !!!!!! · 3 χρόνια

Θεολογία, Επιστήμη, Λογοτεχνία 3 Σεπτεμβρίου 2014: Βαθιά, τὴ νύχτα τὰ μεσάνυχτα, μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου, πετᾷ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη, στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου, τὴ νύχτα βλέπει ὅλα τ᾿ ἀθώρητα, ποὺ ἀπόκρυβεν ἡ πλάνα μέρα τὴ νύχτα ἀκούει ὅλα τ᾿ ἀκούσματα στὸν ἀτρικύμιστον ἀέρα. Βλέπει τῶν κάστρων τὰ φαντάσματα καὶ τὰ λευκὰ στοιχειὰ τῶν κάστρων κι ἀκούει τῶν δέντρων τὸ μεγάλωμα καὶ τὸ περπάτημα τῶν ἄστρων. (Βαθιά, τὴ νύχτα - Γεώργιος Δροσίνης)




Δεν γράφει πια η θάλασσα στην άμμο και
τα παγωμένα νερά της κρυώνουν το φεγγάρι...

°☆ ¸. * ● ¸.  ° ¸. * ●  ★ °°


 Christmas Songs με τον André Rieu Ἦταν ἕνας βιολιστὴς μὲ παρδαλὰ ροῦχα καὶ μὲ ὑψηλὸ σκοῦφο. Στὸ λαιμό του κρατοῦσε σφιγμένο τὸ βιολί του καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο χέρι τὸ δοξάρι. Κουρδιζόταν κι ἔπαιζε σὰν ἀληθινὸς βιολιστής.

Κι ὅμως δὲν ἦταν ἀληθινός. Ἦταν ἀπὸ ξύλο. Ἀπὸ ἕνα πολὺ σπάνιο ὅμως ξύλο: τὸ ξύλο τῆς Ἀγάπης. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ξύλο κι ἀπὸ τί δένδρο κόβεται δὲν ξέρω. Ξέρω μόνο πὼς κάθε τί τὸ καμωμένο ἀπὸ τέτοιο ξύλο μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήση σὰν ζωντανὸς ἄνθρωπος.

Ὁ βιολιστὴς ἅμα ἦρθε στὸν κόσμο ἐτυλίχθηκε μέσα σὲ χαρτί, ἐκλείσθηκε σὲ χονδρὸ κουτὶ κι ἐστάλη σ᾿ ἕνα ἐμπορικὸ γιὰ νὰ πουληθῆ σὰν νὰ ἦταν σκλάβος ὁ κακόμοιρος.

Ὁ ἔμπορος τὸν ἔβαλε στὴν βιτρίνα. Ἐκεῖ τὸν ἔβλεπαν οἱ διαβάτες καὶ ἔβλεπε κι αὐτός, χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν ἐκεῖνοι ὅτι ἦταν κρυμμένη ζωὴ στὸ ἄψυχο ξύλο. Ὁ ἔμπορος κάποτε τὸν ἐκούρδιζε καὶ τότε πιὰ μαζευόταν κόσμος πολύς, πρὸ πάντων παιδιά, κι ἄκουαν μὲ θαυμασμὸ τὴ γλυκειὰ φωνὴ τοῦ βιολιοῦ του. Κι αὐτὴ ἡ φωνὴ εἶχε κάτι ξεχωριστό, κάτι ποὺ ἔφτανε ὡς τὴν καρδιά.

Ὅλο ἐνόμιζαν πὼς ὁ τεχνίτης εἶχε ἐπιτύχει τὴν μηχανή του. Δὲν ἤξεραν πὼς μέσα στὸ ἄψυχο ξύλο ἦταν κρυμμένη ζωή. Δὲν φαντάζονταν πὼς μόλις κουρδιζόταν ἡ μηχανὴ ὁ βιολιστὴς ἔπαιζε τὸ βιολί του μόνος μὲ τὴ δύναμη τῆς ἀγάπης ποὺ εἶχε μέσα του.

Ἀλλὰ δὲν ἔπαιζε γιὰ κείνους ποὺ μαζεύονταν κι ἔχασκαν ἔξω ἀπὸ τὴ βιτρίνα. Οὔτε τοὺς λογάριαζε οὔτε τὸν ἔμελλε. Ἔπαιζε μονάχα γιὰ τὴν ἀγάπη του. Κι ἡ ἀγάπη του ἦταν μία ὡραία κούκλα ὑψηλότερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἄλλες, λυγερή, ξεχωριστὴ στὴ χάρη, μὲ κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη ἀντίκρυ του στὴν ἴδια βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ.

Ὁ βιολιστὴς αὐτὴν ἀντίκρυσε πρώτη ἅμα βγῆκε στὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἀπὸ τὸ χονδρὸ κουτί του καὶ σ᾿ αὐτὴν ἐχάρισε ὅλη τὴν ἀγάπη ποὺ εἶχε μέσα του. Ἄλλος κόσμος δὲν ὑπῆρχε ἐκτὸς τῆς κούκλας. Ἐζοῦσε πιὰ γι᾿ αὐτήν. Ἀλλὰ κι ἐκείνη βέβαια τὸν ἀγαποῦσε. Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, τότε γιατί δὲν ξεκολλοῦσε τὰ μάτια της ἀπὸ πάνω του, τὰ φωτερά της ἐκεῖνα μάτια ποὺ τὸν ἔκαιαν; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε γιατί δὲν ἐγύριζε κἂν νὰ ἰδῆ ἕναν ξανθὸ ἀξιωματικὸ ποὺ ἐπάνω στὸ ξύλινο ἄλογό του καθισμένος εἶχε γυρισμένο τὸ κεφάλι πρὸς τὸ μέρος της ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔβαλε ἐκεῖ ὁ ἔμπορος; Ἂν δὲν τὸν ἀγαποῦσε, γιατί χαμογελοῦσε ἀπὸ εὐχαρίστηση ὅταν ἔπαιζε τὸ βιολί του, σὰν νὰ καταλάβαινε πὼς μόνο γι᾿ αὐτὴν ἔπαιζε;

Τὸν ἀγαποῦσε, τὸν ἀγαποῦσε. Ὅλα αὐτὰ ἦσαν φανερὰ σημάδια. Ὁ βιολιστὴς ἕνα φόβο εἶχε μέσα στὴν εὐτυχία τῆς ἀγάπης του: μήπως τοὺς χωρίσουν. Πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ζήση χωρὶς αὐτή; Καὶ τί τὴν ἤθελε τὴ ζωή;

Μὰ ἡ τύχη ποὺ προστατεύει ὅλους τοὺς ἐρωτευμένους δὲν ἄφησε ἀπροστάτευτο καὶ τὸν ξύλινο βιολιστή. Μιὰ μέρα, ἐνῶ ἔπαιζε μὲ ὄρεξη τὸ βιολί του, ἐπερνοῦσαν ἀπ᾿ ἔξω ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καὶ μία μεσόκοπη κυρία.

-Τί ὡραῖα ποὺ παίζει αὐτός!, εἶπε ὁ κύριος. Μοὔρχεται νὰ τὸν ἀγοράσω τοῦ ἀνεψιοῦ μου.

Τὴν ἴδια στιγμὴ ἡ κυρία ἐκύτταξε τὴν κούκλα.

- Καὶ τί ὡραία ποὺ εἶναι κι αὐτή! Θὰ τὴν πάρω κι ἐγὼ τῆς ἀνεψιᾶς μου.

Γιὰ μία στιγμή, ὁ βιολιστὴς ἐνόμισε πὼς θὰ χωριζόταν πιὰ ἀπὸ τὴν ἀγάπη του καὶ του' ρχόταν νὰ σκάση ἀπὸ τὸ κακό του. Ἐνῶ ὅμως τὸν ἐτύλιγε ὁ ἔμπορος στὸ χαρτί, κατάλαβε ἀπὸ τὴν ὁμιλία τῆς κυρίας ὅτι ὁ ἀνεψιὸς καὶ ἡ ἀνεψιὰ ἦσαν ἀδέλφια καὶ ὅτι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες θὰ βρισκόταν πάλι κοντὰ στὴν ἀγαπημένη του κούκλα.

Ἔκαμε ὑπομονή, μὰ καὶ οἱ δυὸ μέρες, ποὺ ἔμεινε φυλακισμένος μέσα σ᾿ ἕνα σκοτεινὸ ντουλάπι, τοῦ φάνηκαν χρόνοι ἀτέλειωτοι.

Συλλογιζόταν τί θὰ γινόταν μόνη ἡ ἀγαπημένη του, πὼς θὰ τὸν ἀναζητοῦσε, πὼς θὰ νόμιζε ὅτι δὲν θὰ τὸν ξανάβλεπε πιὰ καὶ θὰ σπαραζόταν ἀπὸ ἀπελπισία.

Κι ὁ καϋμένος ὁ βιολιστὴς ἐδάκρυζε τόσο πολὺ καὶ τόσο συχνά, ὥστε ὅταν τὸν ἐξετύλιξαν ἀπὸ τὸ χαρτὶ τὴν Πρωτοχρονιὰ ἀπὸ τὰ δάκρυα εἶχαν ξεβάψει τὰ μάτια του.

Βρέθηκε μέσα σὲ μιὰ σάλα φωτισμένη καὶ γεμάτη κόσμο. Τί τὸν ἔμελλε γιὰ τὸν κόσμο; Αὐτὸς ἐκύτταζε μόνο νὰ ἰδῆ ποὺ εἶνε ἡ ἀγάπη του. Κι ὅταν τὸν ἐκούρδισαν, ἔπαιξε μ᾿ ὅλη του τὴ δύναμη γιὰ νὰ τὸν ἀκούσῃ αὐτὴ καὶ νὰ χαρῇ. Τοῦ κάκου ὅμως, τοῦ κάκου! Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἐκείνη δὲν φαινόταν πουθενά. Ἦσαν ἄλλες κοῦκλες ἐκεῖ καθισμένες γύρω στὶς μεγάλες πολυθρόνες, ἀλλὰ καμμιὰ δὲν εἶχε τὴ χάρι τῆς ἀγαπημένης του. Ὁ βιολιστὴς ἄρχισε ν᾿ ἀπελπίζεται, ὅταν ξαφνικὰ πέρα ἐκεῖ πίσω ἀπὸ μία πόρτα τοῦ φάνηκε πὼς εἶδε τὴν ἄκρη ἑνὸς φορέματος καὶ τὸ φόρεμα αὐτὸ ἔμοιαζε πολὺ μ᾿ ἐκεῖνο τὸ κόκκινο ποὺ φοροῦσε ἡ ἀγάπη του. Πῶς, ἦταν λοιπὸν ἐκεῖ καὶ δὲν ἐγύριζε νὰ τὸν δῆ; Τί ἔκανε πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μήπως τὸν ἐπερίμενε ἐπίτηδες ἐκεῖ, μακρυὰ ἀπὸ τὸν κόσμο; Ἐπλησίασε σιγὰ-σιγὰ μὲ λαχτάρα, μὲ καρδιοχτύπι. Καὶ τί εἶδε; Τὴν ἀγαπημένη του μαζὶ μὲ τὸν ξανθὸ ἐκεῖνον ἀξιωματικό, ποὺ δὲν ἐγύριζε ἡ ἄπιστη νὰ δῆ ὅταν ἦταν στὴ βιτρίνα τοῦ ἐμπορικοῦ. Καὶ τώρα θὰ κρυφομιλοῦσαν βέβαια οἱ δυὸ γλυκὰ-γλυκὰ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ ἄλογό του κι αὐτὴ στηλωμένη ὀρθὴ στὸν τοῖχο.

Ὁ βιολιστὴς ἄναψε ἀπὸ τὸν θυμό. Χωρὶς νὰ συλλογισθῆ τί κάνει, ἅρπαξε τὸ ξύλινο σπαθὶ ἀπὸ τὴ μέση τοῦ ἀξιωματικοῦ κι ἐπέρασε τὰ ἄπιστα στήθη τῆς κούκλας.

Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀνοιχτὴ πληγὴ ἐχύθηκε ξαφνικὰ κάτι ποὺ δὲν ἔμοιζε καθόλου μὲ αἷμα. Ὁ βιολιστὴς μὲ τ᾿ ἀγριεμένα μάτια του τὸ εἶδε καὶ τινάχθηκε πίσω...

- Τί! ἐφώναξε μὲ βραχνὴ φωνή. Καὶ τὴν εἶχα ἀγαπήσει τόσο, κι ἐνόμιζα ὅτι μ᾿ ἀγαποῦσε κι αὐτὴ ἐνῶ δὲν εἶχε μέσα στὰ στήθη της τίποτε ἄλλο ἀπὸ πίτουρα... πίτουρα!

Τὸ πρωί, βρῆκαν πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα τὴν ὄμορφη κούκλα μὲ τρυπημένα τὰ στήθη καὶ χυμένα τὰ πίτουρα ἐπάνω στὸ κόκκινο φόρεμα καὶ τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ πεσμένο κάτω στὸ πάτωμα. Κι ὅταν πῆραν νὰ κουρδίσουν τὸν βιολιστή, εἶδαν πὼς τὸ ξύλο του ἦταν σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια. Ἔρραψαν τὴν πληγὴ τῆς κούκλας, ἐκόλλησαν τὸ σπαθὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ, κι ἐπέταξαν στὸ κάρρο τῶν σκουπιδιῶν τὸν ἄχρηστο βιολιστή...






1 σχόλιο:

Παλιός Φούφουτος είπε...

Πολύ όμορφο ποίημα ...
Πραγματικά με άγγιξε τόσο που το 'ανέβασα' στο ΦΒ για να αγγίξει κι άλλους ...
.......................................
(https://www.facebook.com/foufoutos.xeskoufotos)