27/2/18

Η Μακεδονία και ο Κωστής Παλαμάς (Βίντεο)

Ο Κωστής Παλαμάς και η Μακεδονία (Ανάλυση)

Κωστής Παλαμάς
Ο πνευματικός πατέρας 
του Νέου Ελληνισμού

Το να σηκωθείς είναι δύσκολο μα όχι ακατόρθωτο. 
Το να πάρεις όμως την Ιστορία στην πλάτη σου 
και να την κουβαλήσεις σε λεύτερα μονοπάτια, 
στο ξέφωτο, αυτό και αν είναι ηρωισμός.

Έρευνα, Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς καὶ ἡ Μακεδονία.
  • Για τον Παλαμά, η Ελλάδα ήταν κάτι το πολύ πιο μεγάλο από όσο είναι και η πιο τρανή χώρα. Ήταν το απόλυτο. Ήταν όλα. Έτσι σκεφτόταν και, προ παντός, έτσι στοχάζονταν και οραματίζονταν οι άνθρωποι της εποχής του, η γενιά του.
Ήταν η μεγάλη γενιά που ένοιωθε ακόμη γύρω της ζεστό το Εικοσιένα. Έβλεπε πως το Εικοσιένα είχε μείνει μισό, πως είχε αρχίσει μόνο. Έπρεπε το Εικοσιένα να πραγματωθεί ολόκληρο. Από την Ελλάδα του ’21 είχε μείνει έξω η Μακεδονία. Όλα τείναν προς τα εκεί. Η μικρή Ελλάδα, η ατροφική Ελλάδα του 1850, του 1860, του 1870, του 1880, του1890, αν έμενε με το σώμα που είχε, θα πέθαινε. Ή θα έπρεπε να μεγαλώσει εδαφικά και σωματικά, ή θα πάθαινε ατροφία πλήρη και θα έσβηνε από τον χάρτη. Απότοκος αυτής της αναγκαιότητας ήταν ο άτυχος πόλεμος του 1897.

Σήμερα, την ατυχία εκείνη που τόσο την επέκριναν σαν ολέθριο λάθος, εμείς την βλέπουμε σαν ένα θλιβερό επεισόδιο μέσα στο σύνολο και την εξέλιξη ενός μεγάλου αγώνα. Το θλιβερό εκείνο επεισόδιο, είχε και μερικά καλά αποτελέσματα. Δημιούργησε μια αντίδραση, μια προσγείωση, μια ανάγκη «ρεβάνς». Στις συνειδήσεις των εκλεκτών και των νέων δημιούργησε το αίσθημα της «ευθύνης» – επειδή ακριβώς το ’97 υπήρξε μια εκδήλωση ανευθυνότητας. Και το αίσθημα αυτό της ευθύνης, αίσθημα βαθύτερα ηθικό, μας έφερε σε δύο θαυμαστά και παράλληλα αποτελέσματα και επιτεύγματα: στην ποίηση και στον μακεδονικό αγώνα.

Η ποίηση και ο εθνικός αγώνας (δηλαδή ο μακεδονικός) ήταν τότε κάτι το κρυφό, το παράνομο, το ανεπίσημο και το καταδιωγμένο από τις συμβατικές ελληνικές συνειδήσεις. Η ήττα του ’97, η καθαρεύουσα και η προγονοπληξία, δεν επέτρεπαν την πολυτέλεια του να έχουμε αληθινή επική και εποικοδομητική ποίηση, ποίηση εθνική, μήτε και έφεση προς την απολύτρωση των αλύτρωτων Ελλήνων. Κι όμως, τα δυο αυτά, σε πείσμα της κάθε αντιξοότητας, υπήρχαν. Δρούσαν. Ενεργούσαν. Και τόσο πιο έντονα και πιο πεισματικά, όσο πιο τυφλή και πιο άκαμπτη ήταν η αντίδραση.

«Ἡ φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» δεν βγαίνει μόνο από ελληνικότητα και από επική έμπνευση. Βγαίνει κι από θέληση, βγαίνει κι από πείσμα. Από το πείσμα της ελληνικής ζωής που θέλει να ζήσει, και που γι’ αυτό διαλέγει μεγάλα ιστορικά σύμβολα, σαν κι αυτό του Μακεδονίτη Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Αυτός στοίχειωσε την πεισματωμένη ψυχή και φαντασία του Κωστή Παλαμά. Αυτός εμψύχωσε το «τραγούδι τῶν ἡρώων» που ένοιωσε την ανάγκη να γράψη ο Παλαμάς, για να ξυπνήσει με τους τραχειούς τόνους του τις κοιμισμένες και φοβισμένες συνειδήσεις των συγκαιρινών του. Τις συνειδήσεις που τις κατέτρυχε σαν εφιάλτης η φυγή των νικημένων Ελλήνων του ’97, και που, πτοημένες απ’ αυτή τη φυγή, δεν μπορούσαν πια να φαντασθούν την ιστορία μας παρά σαν μια διαρκή υποχώρηση κι ένα σκόρπισμα του ελληνισμού – πράγμα εντελώς αντίθετο με την Ελλάδα του μακεδονίτη Βουλγαροκτόνου, όπου αυτός εξανάγκαζε τα πάντα να σκορπιούνται και να υποχωρούν μπροστά στην ακατανίκητη ορμή του.
  • Η «φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» αρχίζει μ’ έναν πρόλογο όπου ο ποιητής εξηγεί έμμετρα το σκοπό και την φύση του έπους που ακολουθεί. Το έπος χωρίζεται σε δώδεκα λόγους. Μα πριν αρχίσει το κύριον έπος, ανάμεσα στον πρόλογο και σ’ αυτό, μεσολαβεί ένα αυτόνομο ποίημα, ένα «επεισόδιο», τιτλοφορούμενο «Ὁ γιὸς τῆς χήρας».
Το αφηγηματικό αυτό ποίημα αναπτύσσει έναν μύθο σχετικό με την παράδοση, την καταγωγή και τη μοίρα της Μακεδονικής Δυναστείας. Ένας τσάρος Βούλγαρος, ο Κρούταγος, αποφασίζει να τους απελευθερώσει. Οι δούλοι περνάν από 'μπρός του και τον ευχαριστούν για τη μεγάλη του χειρονομία, γονατίζοντας και σκύβοντας. «Μόνο ἕνας μπρός του σάν περνᾶ δέ γονατᾶ, δέ σκύβει». Ποιός είναι; Ένας λεβέντης νιος αρχοντικός, περήφανος, γνωστός στο στρατόπεδο σαν «ὁ γιός τῆς χήρας». Ο γιός της χήρας είναι το κρυφό καμάρι των σκλάβων. Τον έχουν για αρχηγό τους, για δύναμη τους, επειδή σαν μικρός, μια μέρα καλοκαιρινή μέσα στον μακεδονίτικο κάμπο, καθώς κοιμούνταν και τον χτυπούσε ο αλύπητος ήλιος με κίνδυνο να τον θανατώσει κι η μάνα του προσπαθούσε να του βρει λίγο ίσκιο:


μά εἶναι κοντούλι τό δεντρί, καί νά ! ψηλώνει ὁ ἥλιος
κι οἱ ἀχτίδες του κατάσταυρα τό ἀγόρι της χτυπᾶνε·
καί τ’ ἀγναντεύει· πααίνοντας γιά νά τό πάρει, βλέπει
κάτι σά μέγα σύγνεφο πού γοργοχαμηλώνει
καί παίρνει καί ζυγιάζεται ἴσο ᾿πάνου ἀπ᾿ τό βρέφος,
καί νά το κρύψει πολεμᾶ καί νά τό πάρει τοῦ ἥλιου
κοιμίζοντάς το πιό βαθιά στήν πυκνεράδα τοῦ ἴσκιου.
Ξαφνιάζεται καί λαχταρᾶ καί ξεφωνίζει ἡ χήρα.
Δέν εἶναι μέγα σύγνεφο, δέν εἶναι ἀχνοῦ μαυρίλα.
Νάτος ! ἀητός κυνηγητής, ἀητός καμαρομύτης,
μέ τά τετράπλατα φτερά, τά κλαδωμένα πόδια,
καί τό κορμί τό παρδαλό, τό κίτρινο, ἄσπρο, μαῦρο.
Στῆς γυναικός τ’ ἀνάκρασμα τρέχουν κι ἀκόμα τρέχουν
θερίστρες, θεριστάδες, λαός, ἀπό παντοῦ κι οἱ ἀργάτες,
κι ἀνάφτουν πετροπόλεμο νά διώξουν τ’ ἀγριοποῦλι,
καί τ’ ἀγριοποῦλι φεύγει μιά καί μιά ξανασιμώνει
κι ἑφτά φορές τό κυνηγᾶν κι ἑφτά φορές γυρίζει
πάνου ἀπ’ τόν ὕπνο τοῦ παιδιοῦ ν’ ἁπλώσει τά φτερούγια.
Καί νά! ἕνας γέρος δουλευτής πού κάτεχε ἀπό μάγια
κι ἀπό μαντέματα ἔννοιωθε πρόβαλε καί εἶδε καί εἶπε:
” Μεγάλη ἡ χάρη τοῦ θεοῦ καί δόξα στ’ ὄνομά του
κι ὁ σταυραητός εἶναι σταλτός ἀπό τό θέλημά του.
Τόν ἐρχομό τῆς ἄνοιξης μᾶς δείχνει τό λελέκι,
κι ἐσύ, χινόπωρο, μᾶς λές ἡ κυκλαμιά πώς ἦρθε,
μᾶς λέει τήν μοίρα τήν τρανή κι ὁ ἀϊτός ὁ μακρομύτης
ἡ κουκουβάγια ὅπου ἀκουστεῖ τή συμφορά μηνάει,
τό χελιδόνι ὅπου ἀκουστεῖ τήν εὐτυχία μοιράζει,
κι ὅποιον ἰσκιώσει σταυραϊτός, αὐτός θά βασιλέψει.»

Κάτω από τα μεγαλόπρεπα φτερούγια του θρυλικού αετού προσδιορίστηκε η μοίρα του μεγάλου μακεδονίτη βασιλιά:

Τ᾿ ὄρνιο τό μακροφτέρουγο φτερούγιασε καί πάει
ὅμως τό μάγεμα ἔστεκε τοῦ ἴσκιου του γιά πάντα.
Κι ἔτσι ἀπό ᾿κείνη τή στιγμή κι ἀπό τή μέρα ᾿κείνη
τό νιό τόν εἶχαν κόνισμα καί τόνε προσκυνοῦσαν.

Το προλογικό αυτό επεισόδιο που μας βάζει τόσο έμμεσα μέσα στην αίγλη της Μακεδονικής δυναστείας, τελειώνει με τους θαυμάσιους τούτους θριαμβευτικούς στίχους:

Περηφανέψου Ἀνατολή καί ζηλοφτόνα Δύση
κι ἐσύ Κωνσταντινόπολη βάλε τά γιορτερά σου:
Γένος Μακεδονίτικο φυτρώνει καί καρπίζει,
βλαστούς καί παραβλάσταρα ξαπλώνει βασιλιάδες,
κι εἶναι τῆς Χήρας τό παιδί τό πρωτοβλάσταρό του.
Ἀνοίγει καί ἡ Χρυσόπορτα διάπλατη καί προσμένει
τούς βασιλιάδες νά διαβοῦν μέ τίς χρυσές κορῶνες.
Σκίστε τή γῆ καί μέσα της κρυφτεῖτε ντροπιασμένοι
Σαρακηνοί καί Νορμανδοί καί Βούλγαροι καί Ροῦσσοι!

Το αντισλαυϊκό και αντιβαρβαρικό μακεδονικό μήνυμα έχει δοθεί. Το ενσαρκώνει ο αετογέννητος μέσα στον μακεδονίτικο κάμπο, Βασίλειος Βουλγαροκτόνος. Η νέα κορυφή της Ρωμιοσύνης, η συνέχεια του Αχιλλέα και ο ταυτόσημος του Διγενή Ακρίτα.
Στο ίδιο αυτό ποίημα ο Παλαμάς μας δίνει μια ομηρικά πλούσια και ζωντανή ζωγραφιά του μακεδονίτικου κάμπου, σε ώρα καλοκαιρινού μεσημεριού:

Εἴτανε μέρα θερισμοῦ, μεσημεριοῦ ὥρα ἦταν,
ὁ κάμπος ὁ κατάσπαρτος μόλις γλυκοσαλεύει,
σάν ἕνα κοίμισμα παιδιοῦ ξανθότατου στήν κούνια.
Τό κόψανε γιά μιά στιγμή τό θέρισμα κι οἱ ἀργάτες
καί δέν ἀκούγεται λαλιά καί δέ γροικιέται γοῦσλα,
τῆς μέρας εἶναι ἡ ζωγραφιά, τῆς νύχτας ἡ γαλήνη.
Τά περιστέρια ταιριαστά φωλιάζουν καί κοιμοῦνται
καί κάποια σά χιονόβολα πού δέν τά λυώνει ἡ φλόγα.
Μέσ᾿ στά χωράφια ποῦ καί ποῦ καί οἱ παπαροῦνες γέρνουν
στεγνές τίς πορφυρόμαυρες θωριές τους πρός τό χῶμα,
σά νά ζητᾶν ἀπό τή γῆ τό δρόσος πού δέ βρίσκουν,
κι ἀπό τή λαύρα στέκονται σωμένες οἱ ἀγελάδες
μέ τά μεγάλα μάτια τους τά μαῦρα πού γιαλίζουν,
κι ἀπό μακρυά σάν πλάσματα φαντάζουνε πετρένια
κι ἀπό τό διάβα τοῦ καιροῦ μαυροκιτρινιασμένα.
Τόν ἴσκιο τους ἀνώφελο ξαπλώνουν τά πλατάνια
καί σά νά καρφωθήκανε τά φύλλα στά κλαδιά τους.
Στυλώνει ὁ ἥλιος τή ματιά, ματιά πυρή φειδίσια,
τή γῆ, τό μυριοπλούμιστο πουλί, γιά νά βασκάνει,
καί κάθε τι καλό γερό καί λυγερό καί μέγα
σωπαίνει καί ὀνειρεύεται καί δένεται ἀπό μάγια.

Στον τρίτο λόγο της «Φλογὲρας τοῦ Βασιλιᾶ» ο Παλαμάς υφαίνει την πολεμική και την κατακτητική του δόξα, από τα ονόματα και τα χαρακτηριστικά των πόλεων και των τόπων που τον είδαν τροπαιούχο και θριαμβευτή, απελευθερωτή και εκδικητή. Στην κορυφή τους, στέκεται η Θεσσαλονίκη, «νευραλγικόν σημεῖον τῆς ἐθνικής ψυχῆς», κοινή λαχτάρα των αλλοφύλων, από τα χρόνια εκείνα ώς τα σημερινά. Πόσο καίριοι, και σαν ποίηση μα και σαν εθνική τοποθέτηση της Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας, είναι τούτοι οι στίχοι:

Κι ἀπάνου ἀπ’ ὅλα ἡ δόξα του πάει πρός τη χώρα πού εἶναι
τό Παγγαῖο τό λογάρι της κι εἶναι ἡ Θεσσαλονίκη
βασίλισσά της, κι ἡ Ἔδεσσα μάννα της, βρυσομάννα,
κι εἶναι τοῦ Σλαύου τ’ ὄνειρο και τοῦ Ρωμιοῦ ἡ λαχτάρα.
Ἁπλώνεται καί ὀργώνεται κι ἀνθίζει καί πατιέται
στή μέση τοῦ Ἀλιακμονα καί τοῦ Ἀξιοῦ πού πάντα
ποτάμια ντεληπόταμα, Βαρδάρι καί Βιστρίτσα,
δέ στέκουν, ὅλο ξεχειλᾶν κι ἀγριεύουνε καί τρέχουν,
καί τή φυλάγουν καί τή ζοῦν τή χώρα, μά τοῦ κάκου,
γιατί νεροσυρμές λαῶν κι ἐθνῶν καταποτῆρες
κυλᾶνε πάντα ἀπάνου της καί τήνε πλημμυρίζουν
πολιτισμένοι, βάρβαροι, παλιές καινούργιες φάρες,
καί τιποτένιοι καί ἀκουστοί γοργά καί ἀργά διαβαίνουν,
ψάχνουν ἐδῶ, σκάφτουν ᾿κεῖ, χτυπᾶν, παραμονεύουν,
καί τούς θαμπώνει τ’ ὅραμα, κι ἡ χώρα κι ἡ ἴδια στέκει
σάν ὅραμα θαμπωτικό τή φαντασία χτυπώντας.

Στον Τέταρτο Λόγο γίνεται η απαρίθμηση των λαών και των φυλών που συνέθεταν τον βυζαντινό στρατό, με τις ιδιαίτερες φορεσιές τους, τον οπλισμό τους και τα πολεμικά τους και θρησκευτικά συνήθεια. Ελληνικές οι πιο πολλές καταβολές. Περνάν από ᾿μπρός μας, σαν σε πλαστικό όνειρο, όλες οι ελληνικές ράτσες. Κι έρχεται και η σειρά της Θεσσαλονίκης:

……………καί τῆς Θεσσαλονίκης
βλαστοί, πρωτοπαλλήκαρα καί πολεμάρχοι, μέσα
κι ἀπό τή γῆ πού ἱέρισσα καί καπετάνισσα εἶναι,
στὄνα της χέρι τό σπαθί καί στ ‘ ἄλλο το βαγγέλιο,
καί τοῦ πελάου καί στεριανή καί στό ρωμαίικο Γένος
ἀφρός ἀπό τή δόξα του κι ἀπό τή δύναμή του.
Μακεδονίτες ποταμοί, μακεδονίτες ἄντρες
ἀνταμωμένοι ἀπάνω της θεριεύουνε καί στέκουν
κι ἀντρειεύονται τοῦ Βούργαρου καί τόν κρατᾶν τό Σλαῦο.

Όλο το ποίημα της «Φλογέρας τοῦ Βασιλιᾶ» είναι κατάσπαρτο από εικόνες που αναφέρονται στη Μακεδονία, εκτός βέβαια από τα κομμάτια που παραθέσαμε. Μα ποτέ δεν έπαψε ο Παλαμάς να θερμαίνεται από τη σκέψη, από την αίσθηση, από την ιστορία, από το μέγεθος, από τη σημασία της μεγάλης αυτής και πολυσήμαντης ελληνικής περιοχής. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι τη «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ» την έγραφε επί πολλά χρόνια. Νεώτατος είχε συλλάβει την ιδέα της. Σε ηλικία 51 χρονών την πρωτοπαρουσίασε στον ελληνισμό. Δηλαδή την δούλευε στο διάστημα του «μακεδονικοῦ ἀγώνα». Στα 1904 σκοτώθηκε η ψυχή του αγώνα, ο Παύλος Μελάς. Την εποχή εκείνη ήταν συνεπαρμένος ο Παλαμάς από το έπος που προετοίμαζε και που το προώριζε για ξυπνητήρι του ελληνισμού. Ο ηρωϊκός θάνατος του ευγενικού και αριστοκράτη μακεδονομάχου τον συγκινεί βαθειά. Κι ένα σύντομο μα συναρπαστικό και επιγραμματικό ελεγείο πετιέται από τη συγκίνησή του. Το καλλίτερο μνημείο για τον Παύλο Μελά.

Σέ κλαίει λαός. Πάντα χλωρό νά σειέται τό χορτάρι
στόν τόπο πού σέ πλάγιασε τό βόλι, ὦ παλληκάρι!
Πανάλαφρος ὁ ὕπνος σου, τοῦ Ἀπρίλη τά πουλιά
σάν τοῦ σπιτιοῦ σου νά τ’ ακοῦς λογάκια καί φιλιά.
Καί νά σοῦ φτάνουν τοῦ χειμώνα οἱ καταρράχτες
σάν τουφεκιοῦ ἀστραπόβροντα καί σάν πολέμου κράχτες.
Πλατειά τοῦ ὀνείρου μας ἡ γῆ καί ἀπόμακρη. Καί γέρνεις
ἐκεῖ καί σβεῖς γοργά. Ἱερή στιγμή.
Σάν πιό πλατειά τή δείχνεις, καί τή φέρνεις σάν πιό κοντά!

Ας προσέξουμε αυτή την καταπληκτική ποιητική ρήση που λέει: «πλατειά τοῦ ὀνείρου μας ἡ γῆ». Αυτή η γη είναι η Μακεδονία για την οποία μάχονταν ο Μελάς. Πως την έβλεπαν οι ελεύθεροι Έλληνες της εποχής εκείνης; Όπως τόσο ενεργητικά και παραστατικά το λέει ο Παλαμάς: «μια γῆ πλατειά καί ἀπόμακρη». Μια γη, πλατειά όσο και το όνειρο. Απρόσιτη όσο και το ιδανικό. Ανέφικτη, σαν παράδεισος. Στα 1904 ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς πως σε οκτώ χρόνια η Θεσσαλονίκη θα γίνονταν ελληνική και η «πλατειά γῆ τῆς Μακεδονίας » θα πλάταινε απεριόριστα την Ελλάδα. Κι όμως ο Παλαμάς, ποιητής του έθνους, το διαισθάνεται.

Ο θάνατος του Παύλου Μελά τον κάνει προφήτη. Εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνει προφητικά πώς ένας τέτοιος θάνατος δεν πάει χαμένος. Πώς είναι το προμήνυμα που θα συντομέψει τον χρόνο και το αδύνατο θα το κάνει εφικτό. Κι έτσι, εκείνη τη στιγμή την ιερή που ο ποιητής επικοινωνεί με τον σκοτωμένο ήρωα, βλέπει πως αυτός ο θάνατος τη Μακεδονία «σάν πιό πλατειά τή δείχνει, καί τή φέρνει σάν πιό σιμά». Κι ο Παλαμάς κατανυκτικά τονίζει μια δεητική προσευχή προς τον τροπαιοφόρο Άγιο Δημήτριο, τον προστάτη της μοναδικής πόλης:

Ἐσύ πού θρόνος σου ἡ Θεσσαλονίκη
Μακεδονίτη Ἀκρίτα καβαλλάρη,
φώτισέ μας τό δρόμο πρός τή νίκη,
τοῦ μήνα πού γιορτάζει Σε εἶναι ἡ χάρη.
Βάρβαρος τότε ὀχτρός Σου· Τοῦρκος τώρα.
Μά τό βαρβαροφάγο Σου κοντάρι
χίλιασέ το κι ἁρμάτωσε τή χώρα.
Ἄς ἀκουστεῖ ξανά τό πρόσταγμά Σου
στά καράβια μας τά θησαυροφόρα:
Ἁρμενῖστε καράβια! Μά ἡ χτυπιά Σου
ἄς χτυπήσει, ὄχι πιά μέ τή σφεντόνα,
μέ τό βόλι ἄς θερίσει. Δεόμεθά Σου.
Βάλε μας τοῦ θριάμβου τήν κορώνα.

Ό θρίαμβος επακολούθησε γοργός. Η Μακεδονία και η Θεσσαλονίκη ξαναδόθηκαν στην Ελλάδα, ξαναβρήκαν την τροχιά τους. Με το πέρασμα του καιρού και την γενική πρόοδο του ελληνισμού, γίναν «κορῶνες τῆς Ἑλλάδας». Η Θεσσαλονίκη, στα 1928, θέλοντας να τιμήσει τον μεγάλο ποιητή που τόσο την είχε υμνήσει, τον καλεί σε επίσημο γιορτασμό. Ο αταξίδευτος ποιητής αποφασίζει να κάνει το πιο μεγάλο ταξίδι της ζωής του. Επιχειρεί αυτό το ταξίδι με τρόπο αντίστροφο από τον τρόπο που το έκανε ο παλαιός του ήρωας, ο Βασίλειος Βουλγαροκτόνος. Εκείνος το έκαμε από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα. Ο ποιητής, το κάνει από την Αθήνα προς τη Θεσσαλονίκη.

Μέσα από τα παράθυρα του τραίνου, βλέπει για πρώτη φορά τα τοπία που οραματικά ύμνησε και ανάστησε στη «Φλογέρα τοῦ Βασιλιᾶ»: την Βοιωτία, τη Θήβα, τη Λιβαδιά, τη Θεσσαλία, τον αγαπημένο του Όλυμπο. Συγκινημένος βαθειά από την υποδοχή των Μακεδόνων, περνάει μέρες λατρείας στη Θεσσαλονίκη. Μα δεν έχει πάει έτσι προς αυτήν με γυμνά χέρια. Έχει ετοιμάσει μια εξαιρετική ομιλία για την ποίησή του, μέσα στην οποία προβάλλονται θέματα ιστορικά και θρησκευτικά της βασίλισσας του Θερμαϊκού. Κι έχει μαζί του κι ένα καινούργιο, συνοψιστικό ποίημα για την πρωτεύουσα της «πλατειᾶς καί ἀπόμακρης γῆς» του 1904. Είναι η τελευταία του λυρική προσφορά προς την πόλη του Αγίου Δημητρίου – μια προσφορά γιομάτη εθνική και ιστορική συγκίνηση, τεχνικώτατα συνθεμένη και τραγουδημένη:

Ἡ Θεσσαλή νεράϊδα πού σοῦ χάρισε
τ ‘ ὄνομά της
ποιός ξέρει! ἀπό τά μάγια θά μέ μοίρανε
τά δικά της.
Ἀνάβρα ἐσύ δοξοπηγῆς, ἀνάμεσα
στούς αἰῶνες!
Τή δόξα δέ μοιράζουν μόνο οἱ ἄφταστοι
Παρθενῶνες!
Θεριά, σαϊτιές, φωτιές, κουρσάροι, πόλεμοι
σέ ρημάζουν,
λαοί τήν ἄνομη λύσσα τους ἐπάνω σου
δοκιμάζουν.
Σέ τραντάζουν, δέ σέ βουλιάζουν οἱ ὄργητες
τῶν κλυδώνων,
σέ θεμελιώνουν τά ὅπλα τῶν Ἀλέξαντρων
Μακεδόνων.
Πάντα γιά σέ οὐρανός γαλάζιος ὁ Ὄλυμπος
λαμπροφόρος,
καί πάντα σ’ εὐλογεῖ ἀσκητής θεοφρούρητος
τ’ Ἁγιονόρος.
Ἐσένα, ἤ ρόδα σοῦ γελοῦν ἤ ἀγέλαστα
δέρνουν χιόνια,
ὁ ἥλιος σου βγαίνει ἤ γέρνει, θεός πεντάμορφος
παναιώνια.
Καί πάντα πρωτοστάτης παραστάτης σου
θεῖος ὁπλίτης,
γιά τό μάτωμα τρόμος, γιά τό θρίαμβο
Μυροβλήτης.
Ἤσουνα, σβεῖς, ξαναγεννιέσαι, απάτητη
τώρ’ ἀκόμα
μιά χλόη φυτρώνει ἀπό το πατημένο σου,
νά! τό χῶμα.
Ὁ ποιητής πού ξαγνάντεψε καλότυχος
τή θωριά σου
καί γεύτηκε σέ λίγα σου δαφνόφυλλα
τά φιλιά σου,
γονατιστός, γιά σένα ἀνάφτει τοῦ ὕμνου του
τη λαμπάδα,
καί λαχταρᾶ σ’ ἐσένα ξεσκεπάζοντας
τήν Ἑλλάδα!


1η Αυγούστου 1909 ο Κωστής Παλαμάς ολοκληρώνει 
το αριστούργημά του «Η φλογέρα του βασιλιά», 
που εκτείνεται σε περισσότερους από 4.000 
καλοδουλεμένους δεκαπεντασύλλαβους στίχους.

Η φλογέρα του Βασιλιά 1886 - 1909.

Ο Κωστής Παλαμάς

Kostis-Palamas-S.Drekou-aenai.epAnastasi

Ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της Ελλάδας

Στις 27 Φεβρουαρίου 1943 περνά στην ΑΘΑΝΑΣΙΑ, σε ηλικία 84 ετών, ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς. Ήταν βαριά άρρωστος όταν κοιμήθηκε στο σπίτι του, στην οδό Περιάνδρου 3 στην Πλάκα. Λίγες μέρες νωρίτερα, στις 9 Φεβρουαρίου του 1943, είχε κοιμηθεί και η γυναίκα του Μαρία. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

Στην κηδεία τού ποιητή τής ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ γίνεται η πρώτη αντικατοχική εκδήλωση.

Πέθανε σε βαθιά γεράματα στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες μετά το θάνατο της συζύγου του (τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση).

Ο γιος του Λέανδρος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου δεν επιθυμούσε η κηδεία του πατέρα του να πάρει εθνοπατριωτική διάσταση, επειδή φοβόταν πως οι Ιταλικές αρχές κατοχής θα του στερούσαν το διαβατήριό του.

Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο.

Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 απήγγειλε στην κηδεία του Κωστή Παλαμά, ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός (1884-1951) το περίφημο ποίημά του, που αρχίζει με τους στίχους «Ηχήστε οι σάλπιγγες». «Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» που είχε γράψει τα χαράματα της 28ης Φεβρουαρίου προς τιμήν του μεγάλου ποιητή:


«Παλαμάς» - Άγγελος Σικελιανός

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές 
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !


Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με τον Νίκο Καμπά και τον Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής.

Ο Παλαμάς ήταν ένας από τους πολυγραφότερους Έλληνες λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους. Δημοσίευσε συνολικά σαράντα ποιητικές συλλογές, καθώς και θεατρικά έργα, κριτικά και ιστορικά δοκίμια, συγκριτικές μελέτες και βιβλιοκριτικές. Την επιμέλεια της επανέκδοσης των έργων του μετά το θάνατό του ανέλαβε ο γιος του Λέανδρος Παλαμάς επίσης ποιητής και κριτικός της λογοτεχνίας.

Η οικία του Παλαμά στην Πάτρα σώζεται ως σήμερα στην οδό Κορίνθου 241. Τρία χρόνια πριν τη γέννηση του Παλαμά στο ίδιο σπίτι γεννήθηκε η μεγάλη Ιταλίδα πεζογράφος Ματθίλδη Σεράο.

Ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 14 φορές (1926, 1927, 1928, 1929, 1930, 1931, 1932, 1933, 1934, 1935, 1936, 1937, 1938 και 1940). Ανάμεσα σε αυτούς που πρότειναν τον Παλαμά για το βραβείο υπήρξε και ο νικητής του 1916 Καρλ Γκούσταφ Βέρνερ φον Χάιντενσταμ, ο οποίος πρότεινε τον Παλαμά τρεις φορές (1928, 1930 και 1935). Σήμερα "τιμής ένεκεν" φέρεται αφιερωμένη στο όνομά του μεγάλη αίθουσα εκθέσεων του πολυχώρου Τεχνόπολις στην Αθήνα.

Ὤ! Πόλη! - Κωστὴς Παλαμᾶς
Ὤ! Πόλη! Ἐσὺ τοῦ πράσινου διθάλασσο ὅραμα,
Πατρίδα τῆς Πατρίδας μου, οἱ Σουλτάνοι
Σὲ ντρόπιασαν, ἐμάρανέ σε ὁ Ξεπεσμός.
Ὅμως ὁ Ἀθάνατος Ἀϊτὸς δὲ σὲ ξεχνάει.

Ἀπὸ Βοριᾶ, ἀπὸ Δύση κι ἀπ᾿ Ἀνατολή,
Ἀράδα κράδα δοξαστὴς ρηγάδων τροπαιοφόρων,
Γυρνάει τὶς νύχτες πρὸς ἐσὲ νὰ στάξει δάκρυα πύρινα.
Ἀπάνου ἀπ᾿ τοὺς τάφους τῶν Αὐτοκρατόρων.(*)

(*) Αναφορά στην Κωνσταντινούπολη [Πάρθεν η Ρωμανία - Η συγκλονιστικότερη μέρα του νεότερου Ελληνισμού. Η ΠΟΛΙC ΕΑΛΩ]

Ποιητικό έργο
  • Τραγούδια της πατρίδος μου (1886)
  • Ύμνος εις την Αθηνάν (1889)
  • Τα μάτια της ψυχής μου (1892)
  • Ίαμβοι και ανάπαιστοι (1897)
  • Ο Τάφος (1898)
  • Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης (1900)
  • Η ασάλευτη ζωή (1904)
  • Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου (1907)
  • Η φλογέρα του Βασιλιά (1910)
  • Οι καημοί της λιμνοθάλασσας (1912)
  • Σατιρικά Γυμνάσματα (1912)
  • Η πολιτεία και η μοναξιά (1912)
  • Βωμοί (1915)
  • Τα παράκαιρα (1919)
  • Τα δεκατετράστιχα (1919)
  • Οι πεντασύλλαβοι και Τα παθητικά κρυφομιλήματα- Οι λύκοι- Δυο λουλούδια από τα ξένα (1925)
  • Δειλοί και σκληροί στίχοι (1928)
  • Ο κύκλος των τετράστιχων (1929)
  • Περάσματα και χαιρετισμοί (1931)
  • Οι νύχτες του Φήμιου (1935)
  • Βραδινή φωτιά (1944, μεταθανάτια έκδοση επιμελημένη από τον γιό του Λέανδρο)
  • Η Κασσιανή
Πεζογραφικό έργο

Διηγήματα
  • Ένας ψηφοφόρος, 1887.
  • Το τέλος του ανεμόμυλου, 1887.
  • Το σκολειό και το σπίτι, 1888.
  • Παθήματα δικαστικού, 1888.
  • Παλιό τραγούδι του νέου καιρού, 1890.
  • Θάνατος Παλληκαριού, 1891.
  • Το σπίτι του γραμματικού, 1891.
  • Το μήνυμα, 1895.
  • Φιλήμων και Βαύκις, 1895.
  • Τα μάτια του Κουνάλα, 1897.
  • Ευφορίων, 1898.
  • Ο κερένιος άγγελος, 1899.
  • Ένας άνθρωπος σ' ένα χωριό, 1900.
  • Πώς μεταμορφώθηκε ο Σάτυρος, 1900.
  • Το σκάψιμο για το άγαλμα, 1900.
  • Τα μάρμαρα, 1903.
  • Αγάπη, 1917.
Θέατρο
  • Τρισεύγενη, δράμα σε τέσσερα μέρη, 1902.
Κριτική-Δοκίμιο

Ήταν ένας από τους σημαντικότερους νεοέλληνες κριτικούς. Σε αυτόν οφείλεται η επανεκτίμηση του έργου των Ανδρέα Κάλβου, Διονυσίου Σολωμού, της Επτανησιακής Σχολής εν γένει, του Κώστα Κρυστάλλη και άλλων.
  • "Το έργο του Κρυστάλλη" (1894),
  • "Σολωμός Η ζωή και το έργο του" (1901)
  • "Γράμματα" (2 τόμοι, 1904 - 1907)
  • "Ηρωικά πρόσωπα και κείμενα" (1911)
  • "Τα πρώτα κριτικά" (1913)
  • "Αριστοτέλης Βαλαωρίτης" (1914)
  • "Βιζυηνός και Κρυστάλλης" (1916)
  • "Ιούλιος Τυπάλδος" (1916)
  • "Πως τραγουδούμε τον θάνατο της κόρης" (1918)
  • "Πεζοί δρόμοι" (3 τόμοι 1929 - 1933)
  • "Ο Γκαίτε στην Ελλάδα" (1932)
  • "Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου" (1933)
  • "Η ποιητική μου" (1933)
  • "Πεζοί δρόμοι. Κάποιων νεκρών η ζωή" (1934)
  • "Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου" 2ος τόμος (1940).
Μεταφράσεις
  • «Β' Ολυμπιόνικος» του Πινδάρου εφημ. «Εστία», 1896
  • «ΙΔ' Ολυμπιόνικος» Πινδάρου, εφημ. «Ακρόπολις», 1896
  • «Πρόας ο Νικίου» υπό Αντρέ Λωρί, έκδοση Διάπλασης των Παίδων, 1898.
  • «Η Ελένη της Σπάρτης» του Αιμ. Βεράρεν 1906.
Σημειώνεται ότι πρώτα έργα του Κωστή Παλαμά που μεταφράστηκαν στην αγγλική γλώσσα ήταν "Η ασάλευτη ζωή", "Η τρισεύγενη", ο "Θάνατος παληκαριού" και ακολούθησαν άλλα. Στη δε γαλλική γλώσσα πρώτα ήταν "Ο τάφος", "Ο Δωδεκάλογος του γύφτου", ο "Θάνατος παλληκαριού" κ.ά., ενώ πλείστα αποσπάσματα άλλων συλλογών μεταφράστηκαν σε διάφορες άλλες γλώσσες όπως στη γερμανική, ιταλική, ισπανική αραβική και τουρκική γλώσσα.

Διακρίσεις
  • Ανακήρυξή του σε κορυφαίο πεζογράφο και έναν από τους τρεις κορυφαίους ποιητές όλων των εποχών.
  • Δημιουργία μουσείου με το όνομά του.
  • Δημιουργία ιδρύματος με το όνομά του.
  • Βράβευση του με το Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών το 1925 από την ακαδημία Αθηνών της οποίας διορίστηκε μέλος το 1926, ενώ εξελέγη πρόεδρός της το 1930.

Ο τρυφερός έρωτας του Κωστή Παλαμά για τη νεαρή Ραχήλ.


«Πώς ήθελα να πεθάνω 
και πώς ήθελα να αναστηθώ 
στη χώρα των πνευμάτων μαζί σου» 

Τα Χριστούγεννα του 1921, ο Κωστής Παλαμάς ήταν 62 χρονών. Ήταν ήδη ένας γνωστός και καταξιωμένος ποιητής, παντρεμένος για 34 χρόνια με τη Μαρία Βάλβη, με την οποία είχε αποκτήσει και τρία παιδιά. Η Ελένη Κορτζά τα Χριστούγεννα του 1921, είχε κλείσει τα 20. Ήταν όμορφη, τρυφερή και μελαγχολική. Έπασχε από φυματίωση και η γνώση της ασθένειας, της είχε προσφέρει μία ωριμότητα και μία ευαισθησία σπάνια για κάποια τόσο νέα. Γνωρίστηκαν στο σπίτι του ανιψιού του Παλαμά, Χρήστου Ξανθόπουλου. Η Κορτζά εντυπωσίασε τον ποιητή με την καλλιέργεια και τις γνώσεις της. Για αρκετό καιρό, συνήθιζαν να συναντιούνται στο σπίτι του Ξανθόπουλου, ο οποίος οργάνωνε λογοτεχνικές βραδιές, ίσως για να δώσει ένα «κάλυμμα» στις συναντήσεις τους.

Αργότερα, όμως, η Ελένη άρχισε να επισκέπτεται τον Παλαμά στο σπίτι του, όπου περνούσαν ατελείωτες ώρες στο «Κελί», όπως αποκαλούσαν το γραφείο του. 

Τα γράμματα στη Ραχήλ 

Λόγω της ασθένειας της Ελένης, υπήρχαν περίοδοι που οι δυο τους δεν μπορούσαν να συναντηθούν. Τότε ξεκίνησαν να αλληλογραφούν και από αυτά τα γράμματα γνωρίζουμε την ύπαρξη της νεαρής, που «μάγεψε» τον μεγάλο ποιητή. Στα γράμματα, δεν έγραφαν σχεδόν ποτέ προσφωνήσεις, κάτι που δε συνηθιζόταν εκείνο τον καιρό, όπου η αλληλογραφία ακολουθούσε πολύ συγκεκριμένους κανόνες. Όσες φορές ο Παλαμάς είχε γράψει κάποια προσφώνηση προς την αγαπημένη του Ελένη, δεν την είχε αποκαλέσει με το πραγματικό όνομά της. Για εκείνον ήταν η «Ραχήλ» ή η «Chere Clarte», δηλαδή «αγαπημένη λάμψη».

«Αν ποτέ γράφοντάς σας σε κάποια σας απουσία, μου ερχόταν έξαφνα η όρεξη να παραβώ τον κανόνα που ακολουθούμε οι δυο, μη προτάσσοντας τίτλους στα γράμματα και προσφωνήσεις, θα σας προσφωνούσα απλούστατα: Chere Clarte. Αξίζει κανείς για τέτοια ωραία, εγκάρδια, εκφραστική φρασούλα, να παραβαίνει τον κανόνα». 

Τα γράμματα του ποιητή προς την νεαρή, δείχνουν ότι ο Παλαμάς έτρεφε πολύ έντονα συναισθήματα για την κοπέλα, αλλά δεν είναι ξεκάθαρο αν η σχέση τους παρέμεινε πλατωνική ή αν υπήρξε και ερωτική σχέση. 

Με τα χρόνια, τα γράμματα του Παλαμά γίνονταν όλο και πιο προσωπικά. Φαίνεται πως η Ελένη ήταν ένα άτομο, στο οποίο μπορούσε να εκμυστηρευτεί τα πάντα. Οι επιστολές του έμοιαζαν με προσωπικό ημερολόγιο, το οποίο εμπιστεύτηκε μόνο στην αγαπημένη «Ραχήλ». 

Το τελευταίο γράμμα που διασώθηκε, είναι από τον Αύγουστο του 1935. Η Ελένη αναγκάστηκε να ακολουθήσει τον πατέρα της, ο οποίος ήταν Στρατηγός, στην Αίγυπτο και αργότερα στη Νότια Αφρική.

Ο ποιητής πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, στην Αθήνα. Δεκαοχτώ μέρες πριν, είχε πεθάνει και η σύζυγός του, Μαρία. Η κηδεία του έγινε στις 28 Φεβρουαρίου, στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Χιλιάδες άνθρωποι ακολούθησαν τη σορό του μέχρι το νεκροταφείο. Μέσα σε λίγη ώρα, η κηδεία είχε μετατραπεί σε αντι-κατοχική διαδήλωση, όπου όλοι οι παρευρισκόμενοι τραγουδούσαν με μια φωνή τον Εθνικό Ύμνο. Ήταν τέτοιος ο σεβασμός που έτρεφε όλος ο κόσμος για τον ποιητή, που ακόμα και ο Χίτλερ έστειλε στεφάνι στην κηδεία του, απευθείας απ’ το Βερολίνο.

Η «Ραχήλ» επέστρεψε στην Ελλάδα το 1944 και δεν πρόλαβε να πει το τελευταίο αντίο στον ποιητή. Ίσως, όμως, να ήξερε ότι η τελευταία του σκέψη ήταν για εκείνη. 

Χειρόγραφο του Κωστή Παλαμά προς την Ελένη Κορτζά
Χειρόγραφο του Κωστή Παλαμά προς την Ελένη Κορτζά

Απόσπασμα από τα γράμματα του Παλαμά προς τη «Ραχήλ»

«Επέρασα μια νύχτα, τη νύχτα της Δευτέρας προς την Τρίτη, με το λυρικό, το μεθυστικό πυρετό της ενθύμησής σου. Το δειλινό της Δευτέρας μου το εξακολούθησε και μου το συμπλήρωσε η νύχτα ίσα με τα ξημερώματα της Τρίτης, με όλη την αχαλίνωτη ελευθερία της φαντασίας, με όλη την ωραία, την ηδονόπαθη, τη λογική, τη βαθυστόχαστη, την τρομαχτική, την εντατική ασυναρτησία του ονείρου (…)

Μα πως μου παρουσιάζοσουν εσύ, όνειρο του ονείρου μου, είναι αδύνατο να σου παραστήσω. Δε με βοηθά η σκέψη μου, ούτε η γλώσσα μου, ούτε η πέννα μου (…)

Πώς ήθελα να πεθάνω και πώς ήθελα να αναστηθώ στη χώρα των πνευμάτων μαζί σου για να πραγματοποιηθεί μια για πάντα το όνειρο το άλλο, το όνειρο που ξέρεις από τους στίχους των τραγουδιών της Ραχήλ (…)

Έτσι τη νύχτα αυτή την τόσο αλλόκοτη, ανέκφραστη και ωραία της αϋπνίας μου έπεφτα, μια δυο τρεις δέκα φορές στα πόδια σου, φεγγόβολα, σαν όλο το κορμί σου.

Συγχώρησε τον ποιητή που όσο προχωρούν τα χρόνια του, τόσο περισσότερη νύχτα έχει, μα και περισσότερο φως.

Chere et divine Clarte, πεθαίνω για σένα».

Δικτυογραφία, Παραπομπές: 
1. Κώνστας Κ.Σ. (1961) Ο Ανδρέας Παλαμάς ο Υμνογράφος. Στερεοελλαδική Εστία, τεύχος 8, 1961, σελ. 113-117
2. Κωνσταντίνος Τσάτσος, Λογοδοσία μιας ζωής τομ. 1ος, εκδ. Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 2000 σελ. 167
3. «Αυτό το πατρικό σπίτι του Κωστή Παλαμά βγήκε στο "σφυρί."». ΣΚΑΪ Πάτρας. 13 Ιουνίου 2011. Ανακτήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 2012.
4. The Nomination Database for the Nobel Prize in Literature, 1901-1950
5. Κωστής Παλαμάς, Θάνατος Παλληκαριού - Πώς Μεταμορφώθηκε ο Σάτυρος - Τρισεύγενη, Άπαντα Κωστή Παλαμά τόμος 7, Βλάσση Αδελφοί, Αθήνα, 1972.
6. Nominations by Nobel Laureates Nominations made by Nobel Laureates in Literature (1901-1950) wikipedia.org
«Ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς καὶ ἡ Μακεδονία» Ἄρθρον τοῦ Ἀνδρέα Καραντώνη ἀπὸ τὸ περιοδικὸ ΗΩΣ, τεῦχος 63-65 τοῦ 1962. www.armahellas.com
Απόσπασμα κι από εδώ: www.sophia-ntrekou.gr [Άγγελος Σικελιανός: Μελέτη θανάτου και Ηχήστε οι σάλπιγγες (& Βίντεο)]
Πηγή: www.sophia-ntrekou.gr

Δείτε:

ΒΙΝΤΕΟ: ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ 
(ΕΡΤ 1993) Βιογραφική σειρά εποχής.


Η ζωή, οι έρωτες και η καριέρα του εθνικού ποιητή από τη γέννησή του στην Πάτρα το 1864, μέχρι και το θάνατό του και την πάνδημη κηδεία του στα χρόνια της Κατοχής (1943) που αποτέλεσε ταυτόχρονα και μια μεγάλη πράξη εθνικής αντίστασης.

Ελεύθερη διασκευή του βιβλίου της Αλεξάνδρας Στεφανοπούλου, «Ο δωδεκάλογος του έρωτα», μια σειρά που προσεγγίζει τον εθνικό μας ποιητή περισσότερο μέσα από την ερωτική και συναισθηματική του ζωή, παρά από το έργο του.

Παίζουν: Πέτρος Φυσσούν (Κωστής Παλαμάς), Χρήστος Ευθυμίου (Παλαμάς, νέος), Γιώργος Παπάζογλου (Παλαμάς, παιδί), Νίκος Γαροφάλου (Δημήτρης Παλαμάς), Αλίκη Αλεξανδράκη (Αλτάνα Παλαμά), Χρύσα Σπηλιώτη (Ναυσικά), Τόνια Ζησίμου (Ραχήλ), Έλλη Φωτίου (Πηνελόπη Παλαμά), Αθηνά Τσιλύρα (Φωτεινή Οικονομίδη), Νένα Χρονοπούλου (Στέλλα Διαλέτη), Αγγελική Δελουδάκη (Μαρία Παλαμά), Βασίλης Καΐλας (Γιώργος Δροσίνης), Τάκης Χρυσικάκος (Άγγελος Σικελιανός), Γρηγόρης Βαλτινός (Λορέντζος Μαβίλης), Πάνος Σκουρολιάκος (Γιώργος Σουρής), Άννα Αδριανού (Πηνελόπη Δέλτα), Χριστίνα Θεοδωροπούλου (Μυρτιώτισσα), Άννα Γεραλή (Μαρία Παλαμά). Σκηνοθεσία: Κωστής Τσώνος. Σενάριο: Αλεξάνδρα Στεφανοπούλου. Παραγωγή: Ελβίρα Ράλλη. Σημ.: Κλικ στην εικόνα ή τον σύνδεσμο για να δείτε και τα 20 επεισόδια σε Video.