30 Ιουν 2013

Ηχήστε οι Σάλπιγγες! Η Κηδεία του Κωστή Παλαμά

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,  δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα

της Σοφίας Ντρέκου

Ο Κωστής Παλαμάς (Πάτρα, 13 Ιανουαρίου 1859 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, με σημαντική συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της νεοελληνικής ποίησης. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880, πρωτοπόρος, μαζί με το Νίκο Καμπά και το Γεώργιο Δροσίνη, της αποκαλούμενης Νέας Αθηναϊκής (ή Παλαμικής) σχολής.

Δείτε: Κωστής Παλαμάς: αφιέρωμα στον ποιητή που ήχησαν οι σάλπιγγες)

Ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Κωστής Παλαμάς πέθανε βαριά άρρωστος στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 στο σπίτι του στην οδό Περιάνδρου 3 στην Πλάκα σε ηλικία 84 ετών, έπειτα από σοβαρή ασθένεια, 40 ημέρες (9 Φεβρουαρίου του 1943) μετά το θάνατο της συζύγου του Μαρίας, τον οποίο δεν είχε πληροφορηθεί επειδή και η δική του υγεία ήταν σε κρίσιμη κατάσταση.

Ο γιος του Λέανδρος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κωνσταντίνου Τσάτσου δεν επιθυμούσε η κηδεία του πατέρα του να πάρει εθνοπατριωτική διάσταση, επειδή φοβόταν πως οι Ιταλικές αρχές κατοχής θα του στερούσαν το διαβατήριό του. Η κηδεία του εξελίχθηκε στην κορυφαία αντιστασιακή εκδήλωση κι έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμου τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, στο Α' νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Ήταν η περίοδος της κατοχής, των κατακτητών, της πείνας και του θανάτου.

Το νέο του θανάτου του επιφανέστερου ποιητή της γενιάς του 1880 κυκλοφόρησε με αστραπιαία ταχύτητα στην κατοχική Αθήνα. «Χτες βράδυ μία είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μία είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο-Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός» γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο η Ιωάννα Τσάτσου.

Στο βιβλίο του «Ο Εξάγγελος» ο σπουδαίος λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, αναφέρεται στον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, περιγράφει πως έζησαν οι ίδιοι, αλλά και ο πνευματικός κόσμος της Αθήνας και ο απλός λαός γενικότερα τη συγκλονιστική ημέρα της κηδείας του Παλαμά, που εξελίχθηκε σε εκδήλωση αντίστασης κατά των Γερμανών κατακτητών:
  • « […..] Φύγαμε από κει. Κρυώναμε. Ο Παλαμάς είχε ξεψυχήσει πριν από μια ώρα. Χωρίσαμε σ’ ένα σταυροδρόμι. Πονούσαν οι κροτάφοι μου. Είχα, ως φαίνεται, κρυολογήσει. Μα δεν έπεσα στο κρεβάτι. Κλήρος βαρύς έπεφτε στους ώμους μας. Να πάρουμε στα χέρια μας την υπόθεση της ταφής. Σμίξαμε πρωί πρωί όλοι στο βιβλιοπωλείο του «Αετού». Μας προσδέχτηκε ισκιωμένος ο Κίμων Θεοδωρόπουλος με τον Χρυσ. Γανιάρη. Είχαν κι οι δυο μαύρο περιβραχιόνιο. […] Τότε εμφανίζεται ο γιος του Παλαμά: « Κύριοι!!..»είπε στυφά. «Σας παρακαλώ. Σεβαστείτε το πένθος μας! Τι θέλετε, επιτέλους, απ’ το νεκρό μας; Αφήστε τον ήσυχο!… Θα τον ενταφιάσει η οικογένειά του, σεμνά, οικογενειακά» (ήθελε να πει «μυστικά»). Άφρισα. «Ποια οικογένειά του;» του λέω. «Φαίνεται, κύριε, πως δεν ξέρετε π ο ι ο ν είχατε πατέρα! Οικογένειά του είναι όλη η Ελλάδα. Μόνος του την απόκτησε. Και κανένας ανάξιος γιος δεν μπορεί να του την αφαιρέσει». Ήταν μέτριος σ’ όλα. Στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη λογιστική. Σήμερα αποδειχνότανε μέτριος και στα αισθήματα. «Ξεκινάτε από «αλλότριους» σκοπούς…» είπε με σφιγμένα τα δόντια. «Δεν θα σας αφήσω να κάνετε τον πατέρα μου ύποπτο φλάμπουρο». «Φλάμπουρο είναι! Και προς τιμήν του. Και προς τιμήν σου. Αν είσαι μικρός γι’ αυτήν την τιμή, παραμέρα!… Κλείσου στο σπίτι σου. Θα περάσει ο Λαός και θα σε παρασύρει. Κρύψου! Τ’ άλλα είναι δική μας υπόθεση». Έτσι νομίζαμε. Ότι ήταν δική μας μόνο υπόθεση, του πνευματικού μόνο κόσμου. Μα πίσω μας ήταν σύγκορμος ο Λαός. Ούτε υποπτευόμασταν, ως τότε, τι γινόταν πίσω απ’ το οικογενειακό πένθος των λογοτεχνών. Η Αθήνα είχε όλη ντυθεί στο πένθος κι ετοιμαζόταν να ξεπροβοδίσει το μεγάλο της πατέρα. Πώς το ‘μαθαν; Ποια μυστική καμπάνα έκραξε μες τα μεσάνυχτα; Ποιος ειδοποίησε τις μυριάδες των πολιτών της πανάρχαιας πόλης ότι έφτασε η ώρα της πρώτης μάχης; Σαν είδαμε το πρωί τα πλήθη, μείναμε άφωνοι. Πλήθη αμέτρητα, άπειρα, ανόμοια… Ο Λ α ό ς! Φορτώθηκε το αγέρωχο πένθος του, όπως ταίριαζε για ένα τέτοιο νεκρό, σε μια τέτοια ώρα, σε μια τέτοια πόλη. Είναι αδύνατο —και τώρα— να περιγράψω αυτή τη θανή. Μου λύνονται οι αρμοί. Στην εξέδρα, δίπλα στο φέρετρο, σε μια στιγμή —σα χρησμός— ο Σικελιανός! Η φωνή του θαρρετή, σαν την «κόψη του σπαθιού την τρομερή», έσκισε την πένθιμη σιωπή [….] »

Από νωρίς το πρωί της 28ης Φεβρουαρίου πλήθος λαού άρχισε να συγκεντρώνεται στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας για να αποτίσει το ύστατο χαίρε στον μεγάλο ποιητή, αλλά και για να εκφράσει τα αντικατοχικά του αισθήματα.

Στις 11 το πρωί άρχισε η νεκρώσιμος ακολουθία, χοροσταντούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνού. Ο πνευματικός κόσμος της χώρας έδωσε βροντερό «παρών»: Σπύρος Μελάς, Μαρίκα Κοτοπούλη, Κωνσταντίνος Τσάτσος, Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Σικελιανός, Ηλίας Βενέζης, Ιωάννα Τσάτσου, Γιώργος Κατσίμπαλης, κ.ά.

Οι επίσημες αρχές, προσπαθώντας να περιορίσουν το νόημα της παλλαϊκής συγκέντρωσης, εκπροσωπήθηκαν στην κηδεία από τον ίδιο τον δοτό πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο και από εκπροσώπους των γερμανικών και ιταλικών κατοχικών δυνάμεων.

Δείτε: Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος

Αυτό δεν απέτρεψε τη μετατροπή της κηδείας σε εκδήλωση πατριωτικής έξαρσης.
«Σε αυτό το φέρετρο ακουμπάει η Ελλάδα» είπε εύστοχα ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός (1884-1951), δίνοντας το πνεύμα ομόθυμης παρουσίας του λαού στην κηδεία. Και «με μια φωνή όσο ποτέ δυνατή» απήγγειλε γεμάτος συγκίνηση το επικήδειο ποίημα «Παλαμάς», που είχε γράψει τα χαράματα της 28ης Φεβρουαρίου προς τιμήν του μεγάλου ποιητή, «καλώντας» για εθνική αφύπνιση, με βροντώδη φωνή και ρωμαλέο ύφος. Ήταν ένας πραγματικός επαναστατικός παιάνας!

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα
Ένας λαός, σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός
της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα
Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός
την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά
στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,
τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο
με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές 
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !


Στο βίντεο απαγγέλλει ο ίδιος ο ποιητής Άγγελος Σικελιανός


«Τράνταζε ο Σικελιανός. Το ποίημα δεν ξέρω αν είναι από τα μεγάλα του. Εκείνη την ώρα τάραξε τις ψυχές και πολλοί κλαίγανε. Έδωκε τον τόνο. Δεν υπήρχε θάνατος πια. Τελούνταν μπρος μας η αιωνοποίηση, η αποθέωση ενός θνητού. Τη θλίψη την αντικαθιστούσε μία πνοή θριάμβου», σημειώνει ο Κ. Τσάτσος. Γράφει στο βιβλίο του ο Μ. Λουντέμης («Ο Εξάγγελος (Άγγελος Σικελιανός)» εκδ. ΔΩΡΙΚΟΣ – Αθήνα 1977) και συνεχίζει:
«Ρίγη προφητικά μάς διαπέρασαν όλους. Οι τόνοι της φωνής του ξεχύθηκαν εξαγγελτικοί ως κάτω στην πόλη, εισέβαλαν απ’ τα Προπύλαια κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη! Κι εκεί… Το ποίημα δεν είχε ακόμα τελειώσει. Οι τόνοι του μόλις είχαν αρχίσει να σβήνουν…Και τότε, με τα χείλη του Λαού, απάντησε —από απόσταση ενός αιώνα— σε τούτον τον Έ λ λ η ν α Ποιητή, ένας άλλος Έ λ λ η ν α ς Ποιητής: Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή Σε γνωρίζω από την όψη που με βια μετράει τη γη….. Είχαμε ασυναίσθητα γονατίσει Και ψέλναμε Μεγαλόφωνα. Τον Ύμνο μας, της αστρομέτωπης Λ ε υ τ ε ρ ι ά ς!»


Στη συνέχεια, ο ποιητής Σωτήρης Σκίπης (1881-1952), από τους τελευταίους εκπροσώπους της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, απήγγειλε συγκλονιστικά το ποίημά του «Στον Κωστή Παλαμά».

Μέσ' από τα κάγκελλα τ' αόρατα
της απέραντής μας φυλακής,
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας,
δεν εβάσταξες στον πόνο της Φυλής
κι έπεσες σα δρυς
από τα χτυπήματα
κάποιων μαύρων ξυλοκόπων
στο σκοτάδι της νυχτιάς της τραγικής,
δίχως να προσμείνεις την αχτίδα
της καινούργιας Χαραυγής.

Κι έπεσες καθώς από σεισμό
πέφτει μια μαρμάρινη κολόνα
κάποιου πανάρχαιου ναού.
Σα ναός, οπού χτυπιέται
απ' τα βόλια των βαρβάρων.
Σαν τον Παρθενώνα,
ήρωα, ποιητή του Αιώνα.

Μάτια στερεμένα από τις τόσες
συμφορές,
δάκρυα δε θα χύσουνε για Σένα.

Θα σε κλάψουνε μια μέρα
οι ίδιοι αυτοί που μας σκοτώνουν
έναν - ένα,
σαν ξυπνήσουν απ' τη μέθη τους
κι αντικρύσουν τι ερημιές
εσκορπίσανε στο διάβα τους
σ' αναρίθμητες καρδιές.

Φεύγεις, πας για το ταξίδι σου
το Αχερούσιο, το στερνό,
ω πρωτότοκε αδερφέ μας,
όμως κοίτα πώς ξοπίσω σου
οι Έλληνες σε χαιρετάνε.
Ο καθένας ένα στίχο σου
ψέλνοντας μελωδικό,
σε ξεπροβοδάνε
με τα μύρια σου τραγούδια,
που βουίζουν σα μελίσσια
πάνω απ' Απριλιού λουλούδια,
σα να προμηνάνε την Ανάσταση,
ω μεγάλε ραψωδέ μας.

Ο Άγγελος Σικελιανός βάζοντας τον ώμο του 
κάτω από το φέρετρο του Κωστή Παλαμά.

Όταν τελείωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, ο Σπύρος Μελάς, ο Άγγελος Σικελιανός και νέα παιδιά σήκωσαν το φέρετρο και κατευθύνθηκαν προς τον χώρο της ταφής. Την ώρα που θα εναπόθεταν το φέρετρο μέσα στη γη, πλησίασε ο αντιπρόσωπος του κατακτητή, ο δοσίλογος πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος, να καταθέσει στεφάνι. Τότε, ο λογοτέχνης Γιώργος Κατσίμπαλης άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό Ύμνο: «Σε γνωρίζω από την κόψη…». Ακολούθησε το συγκεντρωμένο πλήθος, «πρώτα δειλά –περιγράφει ο Κωνσταντίνος Τσάτσος– ύστερα η φωνή κατάκτησε όλον τον κόσμο, μυριόστομη. Ήταν η στιγμή η πιο συγκινητική. Ο κόσμος τραγουδούσε με πάθος. Κάποιος φώναξε Ζήτω η ελευθερία του πνεύματος. Αλλά ο κόσμος ήθελε ελευθερία σκέτη και φώναζε Ζήτω η Ελευθερία!».


Βρήκαμε στους «ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ» μια συνέντευξη του Γιώργου Μανιάτη για την κηδεία του Κωστή Παλαμά. Η συνέντευξη δόθηκε στα 1963. Ο συνεργάτης των «ΔΡΟΜΩΝ» μιλά με έναν φοιτητή που σήκωσε το φέρετρο του Κωστή Παλαμά. Η συγκίνηση είναι έντονη τόσο για τον τότε νέο όσο και για τον συντάκτη των «ΔΡΟΜΩΝ». Θεωρήσαμε ότι πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό αλλά και ενδιαφέρον ντοκουμέντο, και γι’ αυτό το αναδημοσιεύουμε. Αφιερωμένο στη μνήμη του μεγάλου ποιητή, αλλά και στους Έλληνες της Κατοχής, που ύψωσαν το ανάστημά τους σ’ εκείνες τις μαύρες μέρες!…

«Σήκωσα τον Παλαμά νεκρό...»

Ιστορίες Κατοχής από τους 
«ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΤΟΥΣ 1963

Ένας από τους φοιτητές που κρατούσε το φέρετρο του ποιητή, διηγείται στο συντάκτη μας, Γιώργο Μανιάτη, τη συγκλονιστική εκείνη μέρα του Φλεβάρη του 1943.

Λέγεται Γιώργος Ντέμας. Άλλοτε, ήταν ένας άγνωστος φοιτητής. Σήμερα, είναι ένας άγνωστος υπάλληλος. Μένει σε κάποιο προάστιο. Αν γράφει ποιήματα ή αν ασχολείται με τη μουσική, κανείς δεν το ξέρει. Αυτός ο άνθρωπος, ωστόσο, με τη λεβεντιά στο περπάτημά του και την ευαισθησία του καλλιτέχνη στην ψυχή, ο απλός άνθρωπος, ο ασήμαντος, σήκωσε στους ώμους του τον Παλαμά νεκρό.

Ήταν στις 28 Φλεβάρη του 1943, όταν ο Γιώργος ήταν φοιτητής κι όταν η Ελλάδα ήτανε σταυρωμένη στον αγκυλωτό σταυρό. Η μέρα αυτή είναι για τον Γιώργο Ντέμα η πιο σπουδαία της ζωής του. «Η Κυριακή που λευτερώθηκα εσωτερικά», την ονομάζει ο ίδιος. Είναι και η μέρα που πολλοί Αθηναίοι ξελευτερώθηκαν έτσι, ηθικά. Τον επισκεπτόμαστε στο σπίτι του και του ζητάμε να μας πει πώς έγινε. Και μας το λέει…

- «Θα πρέπει να το θεωρείς μεγάλη τιμή», του φωνάζω καθώς σερβίρει ο ίδιος το τσάι.

- «Οπωσδήποτε. Προπαντός, όμως, μεγάλη τύχη. Γιατί η κηδεία του Παλαμά μού έδωσε την ευκαιρία, για πρώτη φορά μέχρι τότε, να νικήσω. Και νίκησα. Δεν ήταν δα και μικρό πράγμα. Νίκησα ολόκληρη σκλαβιά και κέρδισα – ολόκληρο – τον εαυτό μου…».

- «Αλήθεια, ήταν κόλαση η ζωή τα χρόνια εκείνα. Εγώ δεν την καλοθυμάμαι».

- «Εδώ μέσα θα δεις», λέει, δίνοντάς μου ένα πάκο από κιτρινισμένες εφημερίδες της εποχής. Τις παίρνω και ψάχνω για τα φύλλα της 28ης Φλεβάρη 1943. Ο φίλος μου μού εξηγεί πως τις έχει από τον παππού του που πέθανε το ’44 από …«υπερβολική καλοπέραση».

Βρίσκω πρώτη την «Πρωία», που με κεφαλαία πάνω-κάτω αναγγέλλει το πένθιμο γεγονός:
«ΑΠΕΘΑΝΕ ΤΗ ΝΥΧΤΑ Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. ΚΗΔΕΥΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΙΣ 11 πμ. ΣΤΟ Α' ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ».
Μετά, το μάτι μου πέφτει σε μαθητικές απεργίες. Ξαφνιάζομαι. Διαβάζω την ανακοίνωση:
«Υπό του Προέδρου της Κυβερνήσεως, ως Υπουργού της Παιδείας, απεστάλη προς τους γενικούς επιθεωρητάς της Μ. Εκπαιδεύσεως η κάτωθι εγκύκλιος διαταγή: «Λόγω της εσχάτως παρατηρηθείσης απεργίας μαθητών, ήτις είχε και ως συνέπειαν την δημιουργίαν επεισοδίων εις βάρος των εκπαιδευτικών λειτουργών, προβάντων εις ενεργείας προς επαναφοράν των εκτραπέντων μαθητών εντός του πλαισίου του κανονισμού σχολείων, γνωρίζω υμίν ότι εξουσιοδοτούμεν υμάς όπως προβαίνητε εις το κλείσιμον των σχολείων εκείνων, η κανονική λειτουργία των οποίων ήθελε τεθή εν αμφιβόλω. Η διακοπή των μαθημάτων θα έχει ως συνέπειαν την απώλειαν ολοκλήρου του σχολικού έτους, καθόσον εις τους μαθητάς των σχολείων τούτων δεν θα επιτραπή ούτε η εγγραφή εις έτερον σχολείον ούτε η προσέλευσις εις εξετάσεις ως κατ’ ιδίαν διδαχθέντων».

Θα ρωτούσα το φίλο μου, αν επιτρέπονταν, τότε, τα συλλαλητήρια. Περιττό. Έγραφε και γι’ αυτό η εφημερίδα:
«Υπουργείον των Εσωτερικών. Ειδοποίησις προς το κοινόν: 1) Απαγορεύονται αι συγκεντρώσεις. 2) Αι τυχόν συγκεντρώσεις, παρ’ οιωνδήποτε και αν αποτελούνται, θα διαλύωνται διά των όπλων. Ο υπουργός Α. ΤΑΒΟΥΛΑΡΗΣ».
Και παρακάτω:
Ανακοίνωση του υφυπουργού της Εργασίας Καλύβα: «Προήλθα εις την αμετάκλητον απόφασιν να αφαιρέσω τα βιβλιάρια των αρτεργατών εκείνων που τυχόν θ’ απουσιάσουν αδικαιολογήτως από τας εργασίας των και θα τους αντικαταστήσω με ελευθέρους τοιούτους οίτινες θα εφοδιασθούν με κανονικήν άδειαν εργασίας».

-«Αυτό, ίσως, να σε ξενίσει περισσότερο», μου είπε ο Γιώργος. Και μου ‘δειξε στο κάτω-κάτω μέρος μια μικρή είδηση:

«Υπό αστυνομικών οργάνων συνελήφθη ο Ε. Παπαδόπουλος, ετών 15, στιλβωτής το επάγγελμα, διότι επώλει κρέας σκύλου ως προερχόμενον εξ αμνού γάλακτος».

Στην άλλη γωνία και μέσα σε πλαίσιο, έγραφε:

«Κατεδικάσθησαν εις την ποινήν του θανάτου οι Χατζηευθυμίου Δημήτριος και Παπαγιάννης Γεώργιος εκ Μεταβαχωρίου, ένοχοι των εξής αδικημάτων: Οργανώσεως ανατρεπτικής ενώσεως, ανατρεπτικής προπαγάνδας, οργανώσεως ενόπλου ανατρεπτικής συμμορίας επί σκοπώ τρομοκρατήσεως, κατοχής πολεμικών όπλων και πολεμοφοδίων. Η απόφασις εξετελέσθη εις Αγυιάν την 19 τρέχοντος».

Στην πίσω σελίδα, μες στη μέση, είχε το ραδιοπρόγραμμα της ημέρας. Διάλεγες κι άκουγες:
«Ώρα 6.00 Μικτή Ιταλογερμανική εκπομπή. 7.00 Ιταλική εκπομπή. 7.12 Πρωινή μουσική. 7.50 Κρατικόν δελτίον ειδήσεων. 8.00 Ιταλική εκπομπή. 8.10 Συνέχεια πρωινής μουσικής. 9.00 Κρατική εκπομπή υπουργείου Προνοίας. 9.10 Κρατική εκπομπή. Μάθημα Γερμανικής. 12.00 Μικτή Ιταλογερμανική εκπομπή. 12.45 Γερμανική εκπομπή. 13.00 Ιταλική εκπομπή κλπ.». (Το ραδιόφωνο δεν έκανε παύση το μεσημέρι…).
Αναρωτήθηκα για ποιο λόγο τάχα οφείλουμε να αγνοούμε όλες αυτές τις ιστορίες. Γιατί δε μας τις μαθαίνουν. Γιατί μας τις κρύβουν. Σκέφτηκα και τον ποιητή. Κοίταξα το φίλο μου.
- «Κρίμα να πεθάνει τέτοιες ώρες, αυτός που τόσο αντίθετο ονειρευόταν το μέλλον της χώρας μας…», του είπα.

- «Ε, ναι …. Ονειρευόταν πολύ – σαν να 'μεινε πάντα έφηβος. Θυμάμαι που ονειρευόμουν κι εγώ και δεν ήμουν ο μόνος. Και γι’ αυτό στάθηκε ο ποιητής της νιότης μας ο Παλαμάς».
«Πες μου πώς έγινε ακριβώς», τον παρακαλώ. 

Ανάβουμε τσιγάρο. Περνάει λίγη ώρα και, ξαφνικά, σχεδόν αρχίζει.


- «Έμενα πίσω στην Παλιά Βουλή. Ήτανε Κυριακή κι είχε ήλιο. Είχα τη μητέρα άρρωστη κι ήμουν κι εγώ στα χάλια μου. Πήρα τους δρόμους, καθώς το συνήθιζα, κι άρχισα να παιδεύω το μυαλό μου. Δε μ’ άρεσε και πολύ που είχα γεννηθεί. Στη Σταδίου είδα κάποιον να τρέχει. Φοβήθηκα. (Οι άνθρωποι τότε δεν έτρεχαν εύκολα χωρίς αιτία). Η ώρα θα ήταν εννιά. Έπεσε η ματιά μου σε μιαν εφημερίδα και πήγε να μου 'ρθει συγκοπή. Είχε πεθάνει ο ποιητής μας.

» Δεν ήξερα τι να κάνω. Μου 'ρχόταν να βγάλω μια κραυγή απελπισίας. Έσφιξα τα χείλια μου και κρατιόμουν. Γύρισα βιαστικά στο σπίτι, έπεσα πάνω στη μάνα μου κι έβαλα τα κλάματα. Μετά έφυγα τρέχοντας για το νεκροταφείο. Στο δρόμο συνάντησα συμφοιτητές μου. Πήγαμε μαζί. Άνθρωποι έτρεχαν από παντού. Θαρρούσες πως όλοι οι δρόμοι έβγαζαν στο νεκροταφείο.

» Φτάνουμε. Ο κόσμος είναι χιλιάδες. Οι χιλιάδες υποφέρουν. Τα στομάχια μας πονούν. Γεμίζουν με το πικρό πένθος. Παιδεμένοι. Κοκαλιάρηδες. Μέσα σε σκούρα καταθλιπτικά πανωφόρια. Άνθρωποι απ’ όλα τα είδη, μα προπαντός σπουδαστές. Νομίζω πως όλοι έχουμε πάρει το θάνατο του ποιητή για προσωπική του συμφορά ο καθένας. Μερικοί κλαίνε στα φανερά. Εγώ δεν κλαίω. Σφίγγομαι και δεν κλαίω.

» Μοναχά τα μνήματα αστράφτουν ανάμεσά μας – και τα χρυσά κουμπιά πάνω στις στολές των φονιάδων που μας φυλάνε με τα όπλα. Εμάς με τα σκαμμένα μάγουλα και τις βουρκωμένες ματιές. Κι εμείς στριμωχνόμαστε μέσα κι έξω από την εκκλησιά. Ανυπόταχτοι, φοβεροί.

» Όλο κρατιέμαι και όλο σπρώχνω. Η νεκρώσιμη ακολουθία έχει αρχίσει. Σπρώχνω να μπω στην εκκλησία. Μπαίνω. Σπρώχνω να περάσω μπροστά. Λέω και ψέματα, πως ο νεκρός είναι συγγενής μου. Σπρώχνω. Χοροστατεί ο Δαμασκηνός. Τελειώνει. Φτάνω μπροστά. Εκείνος μιλάει για τον Παλαμά. Στην πρώτη γραμμή μοιρολογούν οι συγγενείς και τα πιο διαλεχτά παιδιά της κακόμοιρης πατρίδας μας. Ο Σικελιανός, ο Σκίπης, ο Μελάς, η Κοτοπούλη, ένα σωρό φοιτητές. Και οι προδότες, σαν ατιμωτική βρισιά. Ο πρωθυπουργός Λογοθετόπουλος και κάνα δυο άλλοι απ’ την κυβέρνηση της ντροπής. Επίσης, «εκπρόσωποι των αρχών κατοχής».

» Για μια στιγμή δεν ακούγεται τίποτα. Και τότε ακούγεται ο Σικελιανός. Βγαίνει μπροστά και πάνω απ' τον νεκρό απαγγέλλει βροντές:

Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές 
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγγα, Παιάνα! Οι σημαίες οι φοβερές, 
στης Λευτεριάς ξεδιπλωθήτε τον αέρα!

» Η βροντώδικη φωνή ραγίζει, θαρρείς, τους τοίχους. Και τις καρδιές. Φλάμπουρα, νομίζω, ξεπετάγονται από παντού. Οι ανάσες κρατιούνται. Τα δόντια σφίγγονται. Και οι γροθιές σφίγγονται. Οι «προσκυνημένοι» κάνουν σύσταση να μη συνεχιστεί το κακό. Μα ο κόσμος έχει κιόλας υπακούσει στον Παλαμά. Και «μέθυσε με τ’ αθάνατο κρασί του Εικοσιένα».

» Ανυπάκουος κι ο Σκίπης μπαίνει μπροστά και βρίζει τον καταχτητή
Κλαίγοντας ακατάπαυστα κάνει το στόμα του ντουφέκι. Και χτυπάει:

Μέσ’ από τα κάγκελα τ’ αόρατα
της απέραντής μας φυλακής
μέσα στο κελί το σκοτεινό μας
δεν εβάσταξες στον πόνο της φυλής
κι έπεσες σαν δρυς από τα χτυπήματα
................................................

» Και το βουητό έγινε ανάταση. Δεν ξέρω, μου φαίνεται πως είμαι ο Σπάρτακος. Μου φαίνεται πως θα ριχτώ πάνω στους λύκους και πάνω στους προδότες. Όλοι νομίζουμε έτσι. Όλοι στέκουμε άφωνοι, ανταριασμένοι. Με την αντάρα στα μάτια γυρίζει κι ο Σικελιανός σ' εμάς:
- «Ελάτε δω, σεις οι νέοι, οι φοιτητές», φωνάζει. «Σε σας ανήκει, εσείς να τον πάτε».

» Τα χάνουμε για μια στιγμή. Μετά ριχνόμαστε στο φέρετρο παραμερίζοντας ο ένας στον άλλο. Το σηκώνουμε. Προχωράμε. Μού 'ρχεται να φωνάξω τον Εθνικό Ύμνο. Με πατούν. Εγώ πατάω τους άλλους. Βγαίνουμε. Μου φαίνεται πως δεν πατάω στη γης. Μου φαίνεται πως εμένα σηκώνουν και πάνε. Πάνω μου απλώνεται η Γαλανόλευκη. Σφαλίζω τα μάτια και πάω. Μετά τ’ ανοίγω. Κάπου σκοντάφτω. Η σημαία γλυστράει στα πλάγια. Ένα κομμάτι της με κουκουλώνει. Ένα μεγάλο στεφάνι ακολουθεί. Το συγκρατώ με το κεφάλι μου. Και μοιάζω με στεφανωμένο. Και δεν ακούω τους λυγμούς του πλήθους.
» Δεν ακούω τίποτα. Μόνο καμπάνες και σάλπιγγες. Και βούκινα πολέμου….»
Έβλεπα το φίλο μου που υπόφερε και δεν τον σκεφτόμουν καθόλου. Γιατί ήμουνα κι εγώ παρών κι ακολουθούσα τον νεκρό. Κι έβλεπα πώς γίνεται κι οι σκλάβοι ξελευτερώνονται

Μπροστά μου είχα το Γιώργο Ντέμα, που το πρόσωπό του συσπώνταν απ’ τη συγκίνηση κι εγώ νόμιζα πως παρακολουθούσα τον κοκαλιάρη λαό της Κατοχής με τα «σκαμμένα μάγουλα και τα σκούρα καταθλιπτικά πανωφόρια». Μονάχα σαν λαμπύρισε μια σταγόνα δάκρυ στ’ αριστερό μάτι του φίλου μου – καθώς καθόταν αντίκρυ στο φως, γύρισα στο 1963. Και πήγα να τον σταματήσω. Όμως φοβήθηκα. Και τον άφησα να ξαναπονάει.

«Φτάνουμε στον τάφο. Ο λάκκος ήταν ανοιγμένος. Κατεβάζουμε το νεκρό. Βγάζω και το στεφάνι απ’ το κεφάλι μου και τ’ ακουμπώ στο φέρετρο. Τότε είδα πως απ’ την άλλη μεριά αυτός που βαστούσε τον Παλαμά ήταν ο Σικελιανός. Κι είδα πως βαστούσαν κι ο Μελάς και ο Σκίπης, και καμιά δεκαριά φοιτητές.

» Τότε ήρθαν κι έριξαν κι άλλα στεφάνια. Όλοι οι Δήμοι, οι φίλοι του, τα σωματεία. Και η βρωμιά που μόλυνε τον αέρα. Ένας Γερμανός επίσημος εκ μέρους του πληρεξούσιου για την Ελλάδα, εγκληματία Άλτεμπουργκ, άφησε το στεφάνι του φτύνοντας τον ποιητή με τα λόγια: «Το τρίτο Ράιχ στον Κωστή Παλαμά. Χάιλ Χίτλερ!». Ο Σικελιανός γλυστράει. Πάει να πέσει. Δίνει μια με το χέρι και ξεβρομίζει «κατά λάθος» το φέρετρο. Ένας φοιτητής τσαλαπατάει το στεφάνι, επίσης «κατά λάθος». Δύο κοπέλες αφήνουν δάφνινα κλαριά πάνω στον ποιητή. Δεν πρόφτασαν να τα πλέξουν στεφάνι. Τά 'κοψαν από τον κήπο, κρυφά. Τις κυνήγησαν. Ήτανε τρεις. Οι δυο πρόφτασαν να πηδήσουν τα κάγκελα. Την τρίτη την έπιασαν.

» Κατεβάζουν το φέρετρο. Ο λαός γονατίζει. Ο Σικελιανός ρίχνει μια φούχτα χώμα. Η Κοτοπούλη άλλη μια. Εγώ επίσης. Γύρω, στις άκριες, γραμμές ολόκληρες από καραμπινιέρους και Γερμανούς παραφυλάνε. Μια φοιτήτρια κι ένας γέροντας λιποθυμούν. Να ‘ναι απ’ τη συγκίνηση; Ή απ’ την πείνα;»

(Φωτ.: Κ. Μεγαλοκονόμου). Πηγή: Ιστορία Στ' Δημοτικού (2012). 
Ο Σικελιανός στην κηδεία του Παλαμά (28 Φεβρ. 1943). Πρώτη σειρά 
από αριστερά: Σπ. Μελάς, Μαρίκα Κοτοπούλη, Αγγ. Σικελιανός, 
Μιχ. Μαντούδης (διευθυντής Γραμμάτων του τότε υπουργείου Παιδείας). 
Μεταξύ Σικελιανού και Μαντούδη διακρίνεται ο Ηλίας Βενέζης

Η στάλα σπάει στο μάτι του φίλου μου και κατρακυλάει στο μάγουλο. Κρατάει στο χέρι το τσιγάρο, που από πολλή ώρα του ‘χει σβήσει, μισολυωμένο απ’ το σφίξιμο και το στριφογύρισμα.

» Θυμήθηκα τους στίχους του Παλαμά:

…Η αντρειωσύνη στα έθνη 
δεν μετριέται με το στρέμμα,
με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται
και με το αίμα!

» Δεν ξέρω αν ο κ. Άλτεμπουργκ είχε υπόψη του αυτούς τους στίχους. Εμείς, πάντως, το πεινασμένο και σκλάβο Έθνος, είχαμε κάτι άλλο να του πούμε: τον Εθνικό μας Ύμνο. Τον αρχίζει πρώτος ο Γιώργης Κατσίμπαλης και σε λίγο τον παίρνει το ξελευτερωμένο πλήθος και τον σκορπάει στους άνεμους. Αντιβουίζει ο τόπος Λευτεριά. Και τρέμουν οι άσπροι σταυροί. Κι ανεβαίνουν, αμείλικτα, στον ουρανό τα κυπαρίσσια. Και γίνονται αητοί και οι καρδιές αητόπουλα. Η κηδεία γίνεται Ανάσταση και Καθαρή Δευτέρα.

» Νόμιζα πως καίγομαι ολόκληρος. Ξεκίνησα να γυρίσω στην άρρωστη μάνα μου με την απόφαση να παλέψω και με τα χέρια, και με τα όπλα. Όχι μονάχα με το κλάμα. Το κλάμα δεν είναι αντίσταση. (Και το έκανα. Και το έκαναν κι οι πιο πολλοί απ’ τους παρόντες, από κείνη τη μέρα κι ύστερα).

» Γυρίζοντας είδα κόσμο έξω από ένα κεντρικό βιβλιοπωλείο. Πήγα κοντά και κοίταξα. Είχε διαρρυθμίσει πένθιμα τις προθήκες του και το πλήθος διάβαζε, με την πιο βαθιά συγκίνηση, τα ποιήματα και τα αποσπάσματα. Ένα απ’ αυτά έγραφε τους γνωστούς ελπιδοφόρους στίχους:

Ο Ακρίτας είμαι χάροντα
Δεν περνώ με τα χρόνια
Δεν χάνομαι στα Τάρταρα
Μονάχα ξαποσταίνω.
Στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω.

» Μετά γύρισα πίσω. Νομίζω πως έκλαιγα και νομίζω πως πετούσα. Έσφιγγα τα δόντια και μουρμούριζα: «Σ’ ευχαριστώ, σ’ ευχαριστώ!». Δεν καλοξέρω ποιον ευχαριστούσα. Μπορεί ακόμα και το θάνατο που άρπαξε τον Παλαμά για ν’ αναστήσει εμένα. Θυμάμαι που έφτασα στον Άγνωστο Στρατιώτη. Κι όλο τον κοίταζα από μακριά, κι όλο του συζητούσα. Είδες ποτέ τρελό; Έτσι ακριβώς. Του έλεγα πως είχα βρει τα αχνάρια του και τα είχα πάρει δρόμο. Κι ένιωθα λεύτερος. Κι ένιωθα φαγωμένος.

» Θυμάμαι που είδα έναν λουστράκο κοντά στ’ ανθοπωλεία. Ήταν βρώμικος και φόραγε κουρέλια. Κι ήταν κουρεμένος με ψαλιδιές και φαίνονταν τα κόκαλά του απ’ την αδυναμία. Και πήγα καταπάνω του, και του έτριψα με τα χέρια το κεφάλι, και του έλεγα πνιχτά: 
«Είμαστε Λεύτεροι, πιτσιρίκο, είμαστε Λεύτεροι!…». Και τρέχω ν’ ανακατευτώ με τον κόσμο, και φτάνω στο σπίτι μου. Μόλις έκλεισα την πόρτα, ξαναείπα με ένταση: «Ξελευτερώθηκα, γουρούνια! Είμαι λεύτερος!».
- «Τι λες, γιε μου!», παραξενεύεται η μητέρα.
- «Τίποτα, μάνα», της αποκρίνομαι.

» Μετά από λίγες μέρες έγινε το πρώτο μεγάλο συλλαλητήριο…».

Παληοτάκης

by Αέναη επΑνάσταση | Sophia-Ntrekou.gr



Βίντεο/αφιέρωμα για την κηδεία του ποιητή 
Κωστή Παλαμά από την Αέναη επΑνάσταση

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ - archive.ert.gr (1994): Η κηδεία του Παλαμά: Σειρά ντοκιμαντέρ που παρουσιάζει μαρτυρίες προσώπων που έζησαν ιστορικά γεγονότα. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο παραδίδεται, μέσα από όλες τις βιογραφίες που αναφέρονται στον ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ, η παλλαϊκή συμμετοχή των πολιτών της ΑΘΗΝΑΣ στην εξόδιο ακολουθία αλλά και στην πορεία προς το Α' Νεκροταφείο της πόλης όπου έγινε η ταφή, την ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1943. Σε αυτό το επεισόδιο της σειράς «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ» τέσσερεις άντρες, οι ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΙΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΟΥΜΑΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΥΝΑΔΙΝΟΣ και ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΕΓΑΛΟΚΟΝΟΜΟΣ περιγράφουν τη συγκλονιστική μέρα της ταφής του ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ στις 28 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1943. Η αφήγησή τους εκτείνεται από τη στιγμή της ανακοίνωσης του θλιβερού νέου στο Βιβλιοπωλείο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ» μέχρι τα γεγονότα που ακολούθησαν ως την ταφή του μεγάλου ποιητή.


«O Θάνατος του Κωστή Παλαμά 27 2 1943» με μουσική υπόκρουση την λαϊκή καντάτα «Επιφάνεια Αβέρωφ» που θεωρείται κορυφαία σύνθεση του Μίκη Θεοδωράκη πάνω σε ποίηση του Νομπελίστα ποιητή Γιώργου Σεφέρη και πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ολυμπιά στο Παρίσι, με αφηγητή τον Υβ Μοντάν και λαϊκό τραγουδιστή τον Αντώνη Καλογιάννη τα χρόνια της δικτατορίας στην Ελλάδα.







Πληροφορίες:
lamprakides.gr, Σαν Σήμερα, wikipedia.org, sansimera.gr
Βίντεο από www.YouTube, εταιρεία της Google.


Σχετικά Θέματα:

Δεν υπάρχουν σχόλια: