28 Οκτ 2019

Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 28 Οκτωβρίου 1940 - 23 Απριλίου 1941


Χρονολογία: 28 Οκτωβρίου 1940 - 23 Απριλίου 1941. Τόπος Ελλάδα: (Ήπειρος, Κέρκυρα), Αλβανία (Βόρεια Ήπειρος), Ιταλία (Τάραντας, Στενά του Οτράντο). Έκβαση: Ελληνική τακτική νίκη, στρατηγική στασιμότητα Γερμανική εισβολή.



Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940-41 (στην Ελλάδα αναφέρεται και ως Πόλεμος του '40 ή Έπος του '40) ήταν η πολεμική σύγκρουση μεταξύ Ελλάδας και συνασπισμού Ιταλίας και Αλβανίας, η οποία διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 31 Μαΐου 1941, όταν και ολοκληρώθηκε η κατάληψη της χώρας από τις Γερμανικές δυνάμεις, οι οποίες επιτέθηκαν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941. Τη στιγμή της γερμανικής εισβολής, ο Ελληνικός στρατός είχε προελάσει στα αλβανικά εδάφη, ως αποτέλεσμα της μέχρι τότε αποτελεσματικής αντιμετώπισης των Ιταλο-Αλβανικών δυνάμεων. Η ιταλική κυβέρνηση απέστειλε στην Ελλάδα τελεσίγραφο, με το οποίο και απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία της Ελλάδος. Η άρνηση της Ελλάδας εορτάζεται στην Επέτειο του Όχι.

Ο πόλεμος αυτός ήταν προϊόν της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος του Μπενίτο Μουσολίνι που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία και που άρχισε να εκδηλώνεται με την έναρξη του Β' Π.Π. και ειδικότερα μετά τη συνομολόγηση του Χαλύβδινου Συμφώνου. Στα μέσα του 1940, ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του Άξονα ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες. Η Ιταλία είχε ήδη κατακτήσει την Αλβανία από την άνοιξη του 1939, καθώς και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, όπως τη Σομαλιλάνδη, το καλοκαίρι του 1940, αλλά αυτές δεν ήταν επιτυχίες ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας. Ταυτόχρονα ο Μουσολίνι επιθυμούσε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, που ένιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική από την στιγμή που η Ρουμανία είχε δεχθεί την γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε ιδιόχειρα στον Έλληνα δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά, στην οικία του δεύτερου, στην Κηφισιά, τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Ελληνικού Βασιλείου, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για τις ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του για τη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική. Μετά την άρνηση του Μεταξά (το γνωστό «όχι»), ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις άρχισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα μέσω των ελληνοαλβανικών συνόρων.

Ο Ελληνικός Στρατός αντεπιτέθηκε και ανάγκασε τον ιταλικό σε υποχώρηση. Μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου οι Ελληνικές δυνάμεις είχαν προωθηθεί στο ένα τέταρτο σχεδόν του εδάφους της Αλβανίας, καταλαμβάνοντας κατά σειρά τις πόλεις: Κορυτσά, Πόγραδετς, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο και Χειμάρρα. Η αντεπίθεση των Ιταλών, το Μάρτιο του 1941, απέτυχε, με κέρδος μόνο μικρές εδαφικές εκτάσεις στην περιοχή βόρεια της Χειμάρρας[4]. Τις πρώτες μέρες του Απριλίου, με την έναρξη της γερμανικής επίθεσης, οι Ιταλοί ξεκίνησαν και αυτοί νέα επίθεση. Από τις 12 Απριλίου, ο Ελληνικός Στρατός άρχισε να υποχωρεί από την Αλβανία, για να μην περικυκλωθεί από τους προελαύνοντες Γερμανούς. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς, στις 20 Απριλίου και με τους Ιταλούς, τρεις μέρες αργότερα, οι οποίες περαίωσαν τυπικά τον ελληνοϊταλικόγερμανικό πόλεμο.

Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής ήταν η πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και ανύψωσε το ηθικό των λαών στη σκλαβωμένη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η νίκη των Ελλήνων επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθώς υποχρέωσε τους Γερμανούς να αναβάλουν την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης, προκειμένου να βοηθήσουν τους συμμάχους τους Ιταλούς που έχαναν τον πόλεμο με την Ελλάδα. Η καθυστερημένη επίθεση τον Ιούνιο του 1941, ενέπλεξε τις γερμανικές δυνάμεις στις σκληρές συνθήκες του ρωσικού χειμώνα, με αποτέλεσμα την ήττα τους στη διάρκεια της Μάχης της Μόσχας[5].

Έλληνες στρατιώτες στο Αλβανικό μέτωπο 
γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά του 1941

Ιστορικό υπόβαθρο

Οι ελληνοϊταλικές σχέσεις στις αρχές του 20ού αιώνα

Η Ιταλία υπήρξε μία από τις Μεγάλες Δυνάμεις παλαιότερα, που προσπαθούσε να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στη Μεσόγειο. Το δε φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι είχε συχνά διακηρύξει ή υπονοήσει την πρόθεσή του να δημιουργήσει μια νέα «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», στο δόγμα "Mare Nostrum" που θα περιελάμβανε και την Ελλάδα[6].

Ήδη από τη δεκαετία του 1910, τα ελληνικά και ιταλικά συμφέροντα συγκρούονταν, τόσο στην Αλβανία, με το θέμα της Βορείου Ηπείρου, όσο και στα Δωδεκάνησα, τα οποία αποτελούσαν μέρος της ιταλικής επικράτειας. Η Αλβανία ήταν από τη δημιουργία της ένα προτεκτοράτο της Ιταλίας, έναντι του οποίου η Ελλάδα προέβαλε το θέμα των εδαφών της Βορείου Ηπείρου (Νότιας Αλβανίας), τα οποία δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας, παρά την ύπαρξη εκεί συμπαγούς ελληνικής μειονότητας. Περαιτέρω, η Ιταλία κατείχε τα Δωδεκάνησα από το τέλος του ιταλο-τουρκικού πολέμου, το 1912, και παρότι το 1919 είχε υποσχεθεί την παραχώρησή τους στην Ελλάδα (συμφωνία Βενιζέλου - Τιττόνι), εντούτοις αργότερα υπαναχώρησε από την υπόσχεση αυτή[8]. Μικροεπεισόδια μεταξύ των στρατευμάτων των δύο κρατών είχαν σημειωθεί και μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, όταν μέρος της Μικράς Ασίας περί την πόλη της Σμύρνης είχε αποδοθεί στην Ελλάδα, ενώ ιταλικές δυνάμεις βοηθούσαν τους Τούρκους εθνικιστές στον αγώνα τους κατά της ελληνικής κατοχής των εδαφών αυτών[9]. Πέραν αυτών, η φασιστική Κυβέρνηση Μουσολίνι χρησιμοποίησε το συμβάν της δολοφονίας του Ιταλού στρατηγού Ενρίκο Τελίνι στα ελληνοαλβανικά σύνορα για να βομβαρδίσει και να καταλάβει την Κέρκυρα[10], από τα Ιόνια νησιά. Τα Ιόνια νησιά αποτελούσαν άλλοτε (ως το 1797) βενετική κτήση και παρέμεναν ακόμη στόχος του ιταλικού ιμπεριαλισμού. Ακολούθησε μια περίοδος ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο χωρών, ιδίως κατά τη διακυβέρνηση Βενιζέλου (1928-1932), κατά τη διάρκεια της οποίας υπογράφτηκε και το Σύμφωνο Φιλίας Ρώμης (1928), (γνωστό και ως Συμφωνία Βενιζέλου - Μουσολίνι), μεταξύ των δύο κρατών στις (23 Σεπτεμβρίου 1928)[11].

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έκανε σημαντικές προσπάθειες για την ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων της Ελλάδας με όλους τους γείτονές της. Μετά την υπογραφή του Συμφώνου Ελληνοτουρκικής Φιλίας (1930) και του Βαλκανικού Συμφώνου του 1934, η απειλή της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας θεωρείτο ότι είχε εξαλειφθεί. Η Αλβανία ήταν εξαιρετικά αδύναμη για να αποτελεί απειλή, ενώ το Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας δεν προέβαλε σοβαρές αξιώσεις επί της Μακεδονίας. Για τους λόγους αυτούς, μόνη πραγματική απειλή για την ελληνική εθνική ασφάλεια κατά τη δεκαετία του 1930 θεωρούνταν η Βουλγαρία και οι αξιώσεις που έτρεφε, ήδη από την εποχή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου έναντι της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Έτσι, όταν ο Ιωάννης Μεταξάς ανήλθε στην εξουσία το 1936, τέθηκε σε εφαρμογή σχέδιο αναδιοργάνωσης των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων και της δημιουργίας ισχυρής αμυντικής γραμμής κατά μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων[12]. Η αμυντική γραμμή κατασκευάστηκε και ονομάστηκε «Γραμμή Μεταξά».

Τα χρόνια που ακολούθησαν, η Κυβέρνηση Μεταξά έκανε μεγάλες επενδύσεις για την αναδιοργάνωση του στρατού. Αγοράστηκαν νέα όπλα και για τα τρία σώματα, ο στρατός αναβαθμίστηκε τεχνολογικά και οργανωτικά και τις παραμονές του πολέμου δεν είχε καμία σχέση με την εικόνα διάλυσης που παρουσίαζε στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Τέλος, έγιναν σημαντικές προετοιμασίες για το ενδεχόμενο πολέμου, όπως η αποθήκευση πολεμοφοδίων σε διάφορα σημεία της χώρας. Την περίοδο 1935-1939 παραγγέλθηκαν σημαντικές ποσότητες όπλων, πυρομαχικών, αεροσκαφών τα οποία όμως παραδόθηκαν μόνο εν μέρει ή δεν πρόλαβαν να παραδοθούν ποτέ[13].

Παρόλα αυτά, το 1940 ο Ελληνικός Στρατός είχε σοβαρές ελλείψεις σε όλμους, μεταφορικά μέσα, αντιαεροπορικό και αντιαρματικό πυροβολικό[14]. Στο Ναυτικό και στην Αεροπορία, εκτός του πεπαλαιωμένου υλικού, η έλλειψη εξοπλισμού ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Επίσης, το στελεχιακό δυναμικό του στρατεύματος είχε αποδυναμωθεί από την απόταξη των αξιωματικών του κινήματος του 1935 που υποστήριζαν τον Βενιζέλο. Αυτοί οι αξιωματικοί θα μπορούσαν να προσφέρουν στον αγώνα κατά της ιταλικής εισβολής, όπως αποδείχθηκε από την μετέπειτα δράση τους στην Κατοχή. Όμως οι ελλείψεις αυτές δεν επηρέασαν το αποτέλεσμα της αναμέτρησης στο βαθμό που θα περίμενε η ιταλική ηγεσία, καθώς οι συνεχείς ασκήσεις και μυστικές κλήσεις προεπιστράτευσης εφέδρων μετά το 1937 για την στελέχωση στρατιωτικών μονάδων, η βρετανική συνδρομή σε αεροπορικά μέσα (έστω και μικρή) και η επίταξη 150.000 κτηνών, όπως και η αυτοθυσία των χωρικών της Ηπείρου, για την μεταφορά στρατιωτικού υλικού, έλυσαν πολλά από τα προβλήματα[15].

Η απόφαση του Μπενίτο Μουσολίνι (Benito Amilcare Andrea Mussolini, 
29 Ιουλίου 1883 – 28 Απριλίου 1945) να επιτεθεί στην Ελλάδα χωρίς 
τις απαραίτητες δυνάμεις είχε δύο αιτίες: 
την βαθιά περιφρόνηση για τους Έλληνες 
και την εμμονή του να αποδείξει στον Χίτλερ ότι 
και αυτός μπορούσε να δημιουργήσει τετελεσμένα γεγονότα[7].

Διπλωματικές και στρατιωτικές εξελίξεις μεταξύ των ετών 1935-1940

Η πρώτη σοβαρή αντιπαράθεση μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας ήταν όταν η Ελλάδα ψήφισε τις οικονομικές κυρώσεις στην Κ.Τ.Ε(1935) εναντίον της Ιταλίας λόγω της Αβησσυνιακής εκστρατείας στην Αφρική. [16]Λίγο αργότερα η Αγγλία στις 6 Δεκεμβρίου 1935, έθεσε το ερώτημα στις βαλκανικές χώρες και την Τουρκία, αν επρόκειτο να υποστηρίξουν την Αγγλία σε περίπτωση Αγγλο-ιταλικής σύρραξης λόγω των κυρώσεων στην Κ.Τ.Ε. Η Ελλάδα, η Γιουγκοσλαυία και η Τουρκία εξέφρασαν την υποστήριξή τους.[17] Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας άρχισαν να ψυχραίνονται μετά την απόρριψη της ανανέωσης της 10ετούς Ελληνοιταλικής συμφωνίας Βενιζέλου - Μουσολίνι το 1938. Τον Ιούνιο του 1937, ο Μεταξάς δήλωνε στην Sunday Times, σε συνέντευξή του στην Αθήνα, ότι τα ελληνικά συμφέροντα συνδέονται με την Αγγλία.[18] Όπως επίσης τον Μάιο του 1940, ο Ιωάννης Μεταξάς σε συνέντευξή του στην Ντέιλι Τέλεγκραφ ανέφερε έιμεθα ουδέτεροι εφ΄όσον χρόνον θέλει η Αγγλία να είμεθα ουδέτεροι αναζωπυρώνοντας τις σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας.[19] Στις 7 Απριλίου 1939 ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Αλβανία. Έτσι η Ιταλία απέκτησε ουσιαστικά κοινά χερσαία σύνορα με την Ελλάδα. Η πράξη αυτή οδήγησε το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία να εγγυηθούν για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας[20]. Ο Μεταξάς προσπάθησε να κρατήσει την ουδετερότητα της Ελλάδας παρά την ιδεολογική του συγγένεια με το φασισμό και το ναζισμό και τις οικονομικές σχέσεις που είχαν οικοδομηθεί με τη Ναζιστική Γερμανία.

Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς ο Μεταξάς, άλλαξε το αμυντικό σχέδιο και δημιούργήθηκε ένα καινούριο από τους στρατιωτικούς επιτελείς του. Αυτό ονομαζόταν ΙΒ (Ιταλία - Βουλγαρία) και προέβλεπε δυο σενάρια. Το πρώτο σενάριο προέβλεπε, επίθεση της Ιταλίας ενώ το δεύτερο επίθεση της Ιταλίας συνεπικουρούμενη από τις ένοπλες δυνάμεις της Βουλγαρίας.[21] Ήδη από τον Μάρτιο του 1939 η ελληνική διπλωματία συγκέντρωνε πληροφορίες για τις προθέσεις των δύο δικτατόρων στα Βαλκάνια και τον Αύγουστο του 1939 γίνεται γνωστό ότι οι προθέσεις για την Ελλάδα του 'Χαλύβδινου Συμφώνου' Ιταλίας - Γερμανίας ήταν η κατάληψη και ο διαχωρισμός: το ανατολικό τμήμα η Γερμανία το προόριζε ως δώρο στην Βουλγαρία εάν της επέτρεπε την ελεύθερη διάβαση στο Αιγαίο και το Δυτικό στην Αλβανία η οποία θα χρησιμοποιόταν από τους Ιταλούς σαν κατοχική αστυνομική δύναμη. (Βλέπε βιβλίο: The British Labour Government and the Greek Civil War, Θανάσης Σφήκας, Αγγλία 1994). Τα γεγονότα επαληθεύτηκαν απολύτως μετακατοχικά. Έτσι ο Μεταξάς αποφάσισε να στραφεί ολοκληρωτικά προς το Αγγλικό στρατόπεδο το οποίο ευνοούσε εξάλλου και ο αγγλόφιλος Βασιλιάς Γεώργιος Β΄, ο οποίος παρείχε μεν στήριξη στο «καθεστώς της 4ης Αυγούστου» αλλά οι σχέσεις του με τον Μεταξά είχαν ψυχρανθεί σημαντικά όταν ο δικτάτωρ προσπαθούσε να βρει τρόπο να εξασφαλίσει μια ουδετερότητα την οποία για ένα διάστημα όντως διαπραγματεύτηκε με τους Γερμανούς μέσω της ελληνικής πρεσβείας στη Μαδρίτη και τον αρχηγό της Γερμανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών Βίλχελμ φον Κανάρις, σημαντικού φίλου του φρανκικού καθεστώτος που σύχναζε στην Ισπανία. Ο φον Κανάρις, πάντως, παρέθετε πολύ αόριστες εγγυήσεις που δεν έπεισαν τελικά τον Μεταξά,[22] παρόλο που μερίδα των Ελλήνων διπλωματών του πρότειναν να τις αποδεχτεί. Ο ποιητής και τότε διπλωμάτης Γιώργος Σεφέρης αναφέρει ότι μερικοί από αυτούς τους διπλωμάτες ήταν έτοιμοι να πιστέψουν οτιδήποτε προκειμένου να αποφύγουν την εμπλοκή της Ελλάδας στον πόλεμο και ότι οι γερμανικές εκείνες "εγγυήσεις" δεν μιλούσαν καν για ουδετερότητα της Ελλάδας (Βλέπε αναφορά στο προηγούμενο βιβλίο του Θανάση Σφήκα)

Ο Χίτλερ με προσωπικές του διπλωματικές κινήσεις μεταξύ Μάη και Ιουλίου 1939, στις οποίες δεν συμμετείχε καν η Ιταλία, εξασφάλισε την συμμαχία Ουγγαρίας, Ρουμανίας και Βουλγαρίας. Ο Μουσολίνι είχε θεωρήσει αρχικά τα ρουμανικά πετρέλαια σαν δικό του μελλοντικό λάφυρο στα Βαλκάνια και εξοργίστηκε από τις εξελίξεις. Ετοιμάζοντας λοιπόν τις δικές του κινήσεις πήρε απόφαση να επέμβει στα Βαλκάνια ήδη απ τις 11 Αυγούστου και η απόφαση για πόλεμο είχε παρθεί: «Ο Μουσολίνι συνεχίζει να μιλά για επίθεση-αστραπή κατά της Ελλάδας στα τέλη Σεπτεμβρίου»[23]. Στο μεταξύ, το αρχικό πλάνο για επίθεση στη Γιουγκοσλαβία μπήκε στο αρχείο, λόγω της γερμανικής αντίθεσης και της έλλειψης των αναγκαίων μεταφορικών μέσων.[24]

Όταν ο Χίτλερ την 1η Σεπτεμβρίου 1939 επιτίθεται στην Πολωνία, σε μια σαφή κίνηση για τις επιδιώξεις του στα ανατολικά, ο Μουσολίνι έμαθε τα γεγονότα εκ των υστέρων και όχι σαν συνεργαζόμενος - σύμμαχος με την Γερμανία, κάτι τον οποίο τον εξόργισε έντονα. Στις 12 Οκτωβρίου 1940 οι Γερμανοί κατέλαβαν τις πετρελαιοπηγές της Πράχοβα της Ρουμανίας. Το γεγονός αυτό, το οποίο και πάλι δεν είχε πληροφορηθεί από πριν, εξόργισε τον Μουσολίνι, ο οποίος το θεώρησε ως «επέμβαση» των συμμάχων του Γερμανών στη νοτιοανατολική Ευρώπη, μια περιοχή που η Ιταλία ήταν, μαζί με την Γερμανία, συνεγγυητής της εδαφικής ακεραιότητας[25]. Τρεις μέρες αργότερα συνεκάλεσε σύσκεψη στη Ρώμη για να συζητηθεί, όχι μόνο η κατάληψη της Ηπείρου, της Κέρκυρας, της Κεφαλλονιάς και της Ζακύνθου (σε πρώτη φάση), όπως προέβλεπε το σχέδιο πολέμου Emergenza G, αλλά η κατάκτηση ολόκληρης της Ελλάδας (σε δεύτερη φάση ή ταυτόχρονα). Μόνον ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Πιέτρο Μπαντόλιο, προέβαλλε αντιρρήσεις, σημειώνοντας την ανάγκη να συγκεντρωθεί δύναμη τουλάχιστον 20 μεραρχιών πριν την εισβολή, καθώς εκείνη την περίοδο μόνο εννέα μεραρχίες βρίσκονταν στην Αλβανία. Όμως, ο Διοικητής των δυνάμεων στην Αλβανία, Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα (άτομο πάντως που χρωστούσε την θέση του στην υποταγή του στο κόμμα ), υποστήριξε ότι μόνο 3 μεραρχίες αρκούσαν, και αυτές μάλιστα αφού θα έχει ήδη ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του σχεδίου, δηλαδή η κατάληψη της Ηπείρου. Ο Μουσολίνι καθόρισε ως ημερομηνία έναρξης της εισβολής την 26η Οκτωβρίου και ήλπιζε πως η εκκαθάριση της Ηπείρου θα γινόταν ως τις 10 με 15 Νοεμβρίου[26]. Ο Υπουργός Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο οποίος υποστήριξε ότι θα μπορέσουν να βασιστούν και στην υποστήριξη προσωπικοτήτων της Ελλάδας, οι οποίοι θα εξαγοράζονταν εύκολα, ανέλαβε να βρει ένα «casus belli»[27] (αιτία πολέμου)α[›]. Την επόμενη εβδομάδα, ο βασιλιάς της Βουλγαρίας Βόρις Γ' προσεκλήθη να λάβει μέρος στην επιχείρηση ενάντια στην Ελλάδα, αλλά εκείνος αρνήθηκε, επειδή η Γερμανία εκείνη την στιγμή δεν ευνοούσε καθόλου ένα Βαλκανικό μέτωπο.

Στην Ιταλία είχε ήδη ξεκινήσει από νωρίς μια επιχείρηση προπαγάνδας κατά της Ελλάδας, ενώ παράλληλα είχε μπει σε εφαρμογή σχέδιο προκλητικών ενεργειών εις βάρος της Ελλάδας, όπως η πτήση ιταλικών αεροσκαφών εντός του ελληνικού εναέριου χώρου, επιθέσεις αεροσκαφών σε ελληνικά πλοία, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό και βύθιση του καταδρομικού "Έλλη" στο λιμάνι της Τήνου, κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Δεκαπενταύγουστου από ιταλικό υποβρύχιο. Παρά την αδιαμφισβήτητη ενοχή των Ιταλών, η Ελληνική Κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι το πλοίο βυθίστηκε από πλοίο «αγνώστου εθνικότητας». Παρά το ότι με αυτό τον τρόπο διατηρήθηκε τύποις η ουδετερότητα, εντούτοις ο ελληνικός λαός είχε αρχίσει ήδη να υποψιάζεται τους πραγματικούς ενόχους[28].

Συνεπώς ο πόλεμος αυτός δεν ήταν ολότελα αιφνίδιος. Η επίδοση του τελεσιγράφου αναμενόταν ήδη από ημέρα σε ημέρα, η δε ημερομηνία αυτή της επίδοσης θεωρούνταν η πλέον πιθανή δεδομένου ότι αποτελούσε εθνική επέτειο του φασισμού στην Ιταλία από το 1925 (βλ. 28 Οκτωβρίου) Αλλά και από ένα δίκτυο πληροφοριών που είχε αναπτυχθεί τότε, σε συνδυασμό με διάφορα γεγονότα (βλ. ιταλικές προκλήσεις παρακάτω) που προμήνυαν με βεβαιότητα σχεδόν την επερχόμενη πολεμική σύγκρουση, η Ελλάδα βρέθηκε ειδοποιημένη και έτοιμη να προβάλει αξιόλογη αντίσταση[29]. Επιπρόσθετα, στις 26 Οκτωβρίου 1940, το Ιταλικό ειδησεογραφικό πρακτορείο "Στέφανι" μετέδωσε την (ψευδή) είδηση ότι ελληνική ένοπλη συμμορία είχε δήθεν εισβάλει στο Αλβανικό έδαφος και είχε προσβάλει με πυροβολισμούς και χειροβομβίδες ένα στρατιωτικό φυλάκιο κοντά στην Κορυτσά. Την επόμενη ημέρα (παραμονή της κήρυξης του πολέμου) το ίδιο πρακτορείο μετέδωσε νέα προπαγανδιστική είδηση, σύμφωνα με την οποία Έλληνες ή Βρετανοί πράκτορες πέταξαν βόμβες κοντά στο γραφείο του Ιταλού λιμενάρχη των Αγίων Σαράντα. Οι ειδήσεις διαψεύσθηκαν άμεσα από το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων[30].

Οχυρωματικές εργασίες από τον Ελληνικό Στρατό 
στην γραμμή Ελαίας - Καλαμά, Μάρτιος 1939

Το ιταλικό τελεσίγραφο και η ελληνική αντίδραση

Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε το τελεσίγραφο με τα λόγια: «Alors, c'est la guerre» (γαλλικά:«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ' άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Ορισμένοι πάλι σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων.[31] Τίποτα φυσικά δεν αποκλείει την συνύπαρξη και των τριών εξηγήσεων.

Εντός ολίγων ωρών, ξεκίνησε η ιταλική επίθεση, ενώ ο Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα[32] προς τον ελληνικό λαό[33], στο οποίο κατέληγε με τα εξής λόγια: «Ὅλον τό Ἔθνος ἄς ἐγερθῆ σύσσωμον. Ἀγωνισθῆτε διά τήν Πατρίδα, τάς γυναίκας, τά παιδιά σας καί τάς ἱεράς μας παραδόσεις. Νύν ὑπέρ πάντων ὁ ἀγών.» Κατόπιν αυτού, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και αντι-ιταλικά συνθήματα, ενώ διαδηλώσεις νέων εισέβαλαν σε ιταλικά γραφεία και επιχειρήσεις. Εθελοντές σε ολόκληρη την επικράτεια, άνδρες και γυναίκες, έσπευδαν στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν[34]. Ολόκληρο το έθνος ενώθηκε ενάντια στην ιταλική επιθετικότητα. Λέγεται ότι ακόμη και ο φυλακισμένος ηγέτης του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Νίκος Ζαχαριάδης, έγραψε ανοικτή επιστολή, ζητώντας από το λαό να αντισταθεί, παρότι εξακολουθούσε να ισχύει το Σύμφωνο Μολότωφ - Ρίμπεντροπ (περί μη επίθεσης μεταξύ Σοβιετικής Ένωσης και Γερμανίας), παραβαίνοντας έτσι την εκ Μόσχας κομματική γραμμή. Εντούτοις, σε δύο μεταγενέστερα γράμματά του κατηγορούσε το Μεταξά ότι έβαζε τη χώρα σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο και καλούσε τους Έλληνες στρατιώτες να λιποτακτήσουν και να ανατρέψουν το καθεστώς Μεταξά.

Επίσης, εξόριστοι δημοκράτες των νησιών των Κυκλάδων (Φολέγανδρος, Κίμωλος, Ανάφη) με αίτησή τους, ζήτησαν από το Υπουργείο Ασφαλείας να σταλούν στο μέτωπο, οι μεν άνδρες στην πρώτη γραμμή, οι δε γυναίκες ως νοσοκόμες σε προωθημένα ιατρεία, όπως στην Κίμωλο με πρωτοστάτες την Φούλα Χατζιδάκη και τον Μιλτιάδη Πορφυρογένη. Μετά την αρνητική απάντηση των κρατούντων και μπροστά στον κίνδυνο να τους παραδώσουν στους ναζί, οι εξόριστοι συνεδρίασαν και αποφάσισαν δραπέτευση.[35][36][37]

Όταν τελικά ο πόλεμος είχε ξεσπάσει στα Ελληνο-αλβανικά σύνορα, στο Βερολίνο επικράτησε οργή για την ακατανόητη και λανθασμένη πράξη από πλευράς στρατηγικής του Μουσολίνι. Ειδοποίησαν τον Μεταξά ότι η παρουσία μικρών Βρετανικών αεροπορικών μονάδων δεν αποτελούσε αιτία κήρυξης πολέμου μεταξύ Ελλάδος και Γερμανίας εφόσον βέβαια τους απαγορευόταν η χρήση αεροδρομίων στην Βόρεια Ελλάδα.[38][39]


Εφημερίδα της εποχής, την 28η Οκτωβρίου 1940, αναγγέλλει τον πόλεμο.

Αρχική ιταλική επίθεση (28 Οκτωβρίου 1940 - 13 Νοεμβρίου 1940)

Οι Ιταλοί επιτέθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου και τα τμήματα προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα. Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του Καλπακίου (στη θέση Ελαία), το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου προκειμένου να διαβεί τον ποταμό Καλαμά. Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς χειμάρρους.

Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύκτα της 29ης προς 30η Οκτωβρίου και στις 31 Οκτωβρίου όταν το ιταλικό Γενικό Επιτελείο ανακοίνωνε ότι: «οι μονάδες μας συνεχίζουν να προελαύνουν στην Ήπειρο και έφτασαν στον ποταμό Καλαμά, σε πολλά σημεία. Αντίξοες καιρικές συνθήκες και ενέργειες των υποχωρούντων εχθρών δεν επιβραδύνουν την προέλαση των δυνάμεών μας», οι δυνάμεις των Μεραρχιών «Φερράρα» και «Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της κύριας αμυντικής τοποθεσίας στο Καλπάκι. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες στη θάλασσα δεν επέτρεψαν την προσχεδιασμένη απόβαση στην Κέρκυρα[40].

Την 1η Νοεμβρίου, το ιταλικό Γενικό Επιτελείο έδινε προτεραιότητα στο μέτωπο της Αλβανίας έναντι αυτού της Αφρικής[41] αλλά στο χρονικό διάστημα από 2 μέχρι 9 Νοεμβρίου οι επανειλημμένες προσπάθειες να διασπαστεί η κύρια αμυντική τοποθεσία συνετρίβησαν από τις δυνάμεις της 8ης Μεραρχίας, οπότε στις 9 Νοεμβρίου οι επιθέσεις διακόπηκαν και οι ιταλικές δυνάμεις στην Ήπειρο υποχώρησαν και έλαβαν θέσεις άμυνας, απειλούμενες από την αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή της Πίνδου.

Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από την διείσδυση των 11.000 ανδρών της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας. Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς κατάφερε να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του συνταγματάρχη Δαβάκη, που είχε την ευθύνη για την άμυνα της περιοχής. Οι ολιγομελείς φρουρές στα φυλάκια κατά μήκος των συνόρων γρήγορα ανατράπηκαν από τους αλπινιστές και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, το σύνολο των δυνάμεων του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν υπό το βάρος της ιταλικής επίθεσης. Ο ρόλος άλλωστε του αποσπάσματος ήταν προκαλυπτικός, κατά τα κρατούντα την εποχή εκείνη που όριζαν επιβραδυντικό αγώνα 2 εβδομάδων μέχρι την ολοκλήρωση της επιστρατεύσεως. Οι αλπινιστές συνέχισαν τις επιθέσεις τους την επόμενη μέρα και η κατάσταση για τις ελληνικές δυνάμεις έγινε απελπιστική. Το σύνολο των ανδρών του Αποσπάσματος Πίνδου είχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό τους. Μέσα από δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, μέσα στη νύχτα, στο τσουχτερό κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη μετέφεραν στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές των υψωμάτων πυρομαχικά, εφόδια και τρόφιμα και βοηθούσαν στη μεταφορά των τραυματιών στα μετόπισθεν. Ήταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού της περιοχής στο «Έπος της Πίνδου».

Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο διέγνωσε έγκαιρα την απειλή και κατηύθηνε αμέσως όλες τις μονάδες που επιστρατεύονταν στην απειλούμενη περιοχή. Στις 31 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε η πρώτη αντεπίθεση των Ελλήνων, η οποία σημείωσε μικρή επιτυχία. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις 3 Νοεμβρίου να καταλάβουν τη Βοβούσα, ένα χωριό 20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου, αλλά οι δυνάμεις τους δεν ήταν αρκετές για να διαφυλάξουν το αριστερό άκρο της προώθησης τους, στο οποίο αντεπιτέθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν σπεύσει στην περιοχή.

Ο συνταγματάρχης Δαβάκης αν και δεν συμμετείχε στην ελληνική αντεπίθεση στις 2 Νοεμβρίου, εκτελώντας προσωπικά αναγνώριση στην περιοχή του υψώματος του Προφήτη Ηλία Φούρκας τραυματίστηκε σοβαρά από εχθρικά πυρά και διακομίστηκε στο νοσοκομείο Κοζάνης και στην συνέχεια στην Αθήνα. Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν αυτές της «Τζούλια» που εγκατέλειψαν τη Βοβούσα, στις 4 Νοεμβρίου. Μέχρι την 7η Νοεμβρίου διεξήχθησαν ανηλεείς μάχες στην περιοχή μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι αλπινιστές της «Τζούλια», που είχαν αποκοπεί από τα μετόπισθεν τους, πολέμησαν σκληρά για την επιβίωσή τους. Στις 8 Νοεμβρίου ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε να υποχωρήσουν νότια του όρους Σμόλικα κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αώου προς την Κόνιτσα, όπου είχε προωθηθεί η 47η Μεραρχία «Μπάρι», η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα. Μέχρι τις 13 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας, που κατείχε η μεραρχία «Μπάρι» μέχρι την 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της «Μάχης της Πίνδου».

Στη Δυτική Μακεδονία, ενόψει της έλλειψης δραστηριότητας από ιταλικής πλευράς και προκειμένου να ανακουφιστεί το μέτωπο της Πίνδου, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις 31 Οκτωβρίου προώθησε στην περιοχή το Γ' Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου με την εντολή να επιτεθεί στην Αλβανία, επίθεση η οποία λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού αναβλήθηκε για τις 14 Νοεμβρίου.

Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξ απήνης το ιταλικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο περίμενε ένα «στρατιωτικό πικ-νικ». Αρκετές μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ενώ τα αρχικά σχέδια για επικουρικές επιθέσεις σε ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν. Εξοργισμένος από την αποτελμάτωση της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε τη Διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου (Ubaldo Soddu), τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διέταξε τις δυνάμεις του να διακόψουν κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Πυροβολικό του Ελληνικού Στρατού βάλλει κατά 
του υψώματος Ιβάν, κοντά στην Κορυτσά.

Παραπομπές
  1.  Μαργαρίτης (2003) 12, 14, 16
  2.  Συλλογικό (2008). Οκτώβριος 1940: Η επίθεση εναντίον της Ελλάδας όπως την είδαν οι Ιταλοί. Παπαδήμας. σελίδες 47–48.)
  3.  ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 29, 64. Μαργαρίτης (2003) 17
  4.  Buell, Hal. World War II Album & Chronicle σελίδα 76
  5.  Λίντελλ Χαρτ, Μπάζιλ, σερ (1988). Ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, α' τόμος. Αθήνα: Γενικό Επιτεείο Στρατού. σελ. 161.
  6.  ΓΕΣ/ΔΙΣ (1959) 3
  7.  Richter (1998) 97
  8.  Λεβεντάκου (2007) 28-9
  9.  ΓΕΣ/ΔΙΣ (1959)
  10.  ΓΕΣ/ΔΙΣ (1959) 4. Οικονομίδης (2011) 57-8
  11.  Οικονομίδης (2011) 59-60
  12.  ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 9
  13.  Αγγελής (2011) 106-8
  14.  Γενικό Επιτελείο Στρατού Η αναδιοργάνωση του Στρατού στην περίοδο 1923-1940
  15.  Αγγελής (2011) 106-110
  16.  Προ της θυέλλης, Αννίβας Βελλιάδης, εκδόσεις Ενάλιος, σελ.25
  17.  Προ της θυέλλης, Αννίβας Βελλιάδης, εκδόσεις Ενάλιος, σελ.41
  18.  Προ της θυέλλης (Μουσολίνι-Μεταξάς), Αννίβας Βελλιάδης, εκδόσεις Ενάλιος, σελ.23
  19.  Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδος 1940-1967, Ν. Ψυρούκης, Αρχεία Φόρειν όφις, σελ.78, τόμος 1
  20.  ΓΕΣ/ΔΙΣ (1985) 11-2
  21.  Προ της θυέλλης, Αννίβας Βελλιάδης, εκδόσεις Ενάλιος, σελ.22-23
  22.  Ζολώτα, Αναστασίου Π. (2005). Γερμανικαί προτάσεις ειρήνης, διαρκούντος του ελληνοϊταλικού πολέμου. Η προσπάθεια της Γερμανίας προς τερματισμόν του ελληνοϊταλικού πολέμου. Κακώς απερρίφθη;. Θεσσαλονίκη: Ερωδιός. ISBN 960-6601-37-4.
  23.  Ciano, Count Galeazzo. Τα ημερολόγια του Τσιάνο 1939-1943
  24.  Knox (2000), σελ. 79
  25.  Richter (1998) 87
  26.  Richter (1998) 91-7
  27.  Buell, Hal. World War II Album & Chronicle, σελ. 52
  28.  Buell, Hal. World War II Album & Chronicle σελ. 54
  29.  Ιωάννης Παρίσης (Υποστράτηγος ε.α. - Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης), σε ομιλία για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 - Πολεμικό Μουσείο 27 Οκτωβρίου 2014, δημοσιευμένη στο φύλλο υπ' αριθμόν 612 (Οκτώβριος 2014) της εφημερίδας "Εθνική Ηχώ", σελ. 12-13 & 24, με τίτλο "Ο ρόλος της ηγεσίας στο έπος του 1940"
  30.  Φύλλο εφημερίδας "Έθνος" της 27 Οκτωβρίου 1940, σελ. 4: "Τα περί επεισοδίων εις τα Ελληνοαλβανικά σύνορα"
  31.  Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Νίκος Βαρδιάμπασης κ.ά. Ο ίδιος ο Ι. Μεταξάς ανέπτυξε τη στρατηγική της Ελλάδας στην καταγεγραμμένη («Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον - Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940-41 - Η Ιταλική εισβολή 28/10/1940 μέχρι 13/11/1940», έκδοσις ΓΕΣ/ Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, 1960) ανακοίνωσή του προς τους ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του Αθηναϊκού Τύπου στο Γενικό Στρατηγείο (ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία»), την 30 Οκτωβρίου 1940.
  32.  Διάγγελμα του Ιωάννη Μεταξά προς τον ελληνικό λαό (28-10-1940)
  33.  Hadjipateras, C.N., Greece 1940-41 Eyewitnessed, (Efstathiadis Group, 1996)
  34.  Γουλής και Μαϊδής, Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος (Filologiki G. Bibi, 1967)
  35.  Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, εκδόσεις Αυλός Αθήνα 1979
  36.  Εξόριστοι στην Κίμωλο - Ριζοσπάστης, Παρασκευή 31/5/96
  37.  Ο κομμουνιστής ηγέτης για τις δύσκολες αποστολές - Μιλτιάδης Πορφυρογένης, 10.03.2018, Εφημερίδα των Συντακτών
  38.  Στέμμα και σβάστικα, Χάγκεν Φλάισερ, 1ος τόμος, σελ.64
  39.  Η Συνωμοσία της Αγγλίας κατά της Ελλάδος, Ιάκωβος Χονδροματίδης, σελ. 38
  40. Buell, Hal. World War II Album & Chronicle σελ. 54
  41. Knox (2000), σελ. 80

Βιβλιογραφία:
  • Αγγελής, Βαγγέλης (2011) «Ο Ιωάννης Μεταξάς και ο Πόλεμος του 40» στο 28 Οκτωβρίου 1940, Η Ελλάδα στη δίνη του Πολέμου Ε-Ιστορικά - εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα, σελ. 87-122
  • Beevor, Antony (1992). Crete: The Battle and the Resistance. Penguin Books.
  • Buell, Hal. (2002). World War II, Album & Chronicle. New York: Tess Press..
  • Cervi, Mario (1972). The Hollow Legions. London: Chatto and Windus.
  • Ciano, Count Galeazzo, The Ciano Diaries 1939-1943, Mudderidge Ed. London,1947
  • De Felice, Renzo (1990). Mussolini l'Alleato: Italia in guerra 1940-1943. Torino: Rizzoli Ed.
  • Γενικό Επιτελείο Στρατού / Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, (1985) Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού πολέμου 1940-1941 (Επιχειρήσεις Στρατού Ξηράς) έκδ. ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα
  • Γενικόν Επιτελείον Στρατού / Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, (1959) Αιτίαι και Αφορμαί Ελληνο-ιταλικού Πολέμου 1940-1941, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήναι (ανατύπωση 1988)
  • Γενικόν Επιτελείον Στρατού / Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού, (1960) Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940-1941. Η Ιταλική εισβολή (28 Οκτωβρίου μέχρι 13 Νοεμβρίου 1940), ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αθήναι, (ανατύπωση 1986)
  • Kershaw, Ian (2008) Μοιραίες επιλογές. Δέκα αποφάσεις που άλλαξαν τον κόσμο, 1940-1941, μτφ. Νίκος Μαστρακούλης, Πατάκης, Αθήνα
  • Keegan, John (2005). The Second World War. Penguin.
  • Knox, MacGregor (2000). Hitler's Italian Allies: Royal Armed Forces, Fascist Regime, and the War of 1940-43Free registration required. Cambridge University Press.
  • La Campagna di Grecia, Italian official history (in Italian), 1980.
  • Lamb, Richard. Mussolini as Diplomat. John Murray Publishers. London, 1998.
  • Λεβεντάκου, Χριστίνα, (2007) Από τη Μεγάλη Ιδέα στις εθνικές διεκδικήσεις, Τα εθνικά θέματα στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο[νεκρός σύνδεσμος], Αθήνα  
  • Mack Smith, Denis (1976) Mussolini's Roman Empire Fromm Ed. London. 
  • Μαργαρίτης, Γιώργος (2003) «Ο Πόλεμος του 1940-1941» στον 8ο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, σελ. 9-32, Τα Νέα-Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα
  • Οικονομίδης, Φοίβος (2011) «Η προϊστορία των ελληνοϊταλικών σχέσεων, Η Αγγλία και ο Μεταξάς και η φαινομενική ουδετερότητα» στο 28 Οκτωβρίου 1940, Η Ελλάδα στη δίνη του Πολέμου, Ε-Ιστορικά - εφ. Ελευθεροτυπία, Αθήνα, σελ. 49-86
  • Papagos, Alexandros, The Battle of Greece 1940–1941, J.M. Scazikis «Alpha», editions Athens. 1949
  • Richter, Heinz A. (1998) Η Ιταλο-γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδος, (τίτλος πρωτοτύπου Griechenland im Zweiten Weltkrieg August 1939 – Juni 1941, μετάφραση Κώστας Σαρρόπουλος) Γκοβόστης, Αθήνα
  • Prasca, Sebastiano Visconti, (1946) Io Ho Aggredito La Grecia, Rizzoli. πηγή: el.wikipedia.org

www.sophia-ntrekou.gr

Σχετικά Θέματα


Βίντεο: Το έκτακτο ανακοινωθέν του ραδιοφωνικού Σταθμού Αθηνών στις 28 Οκτωβρίου 1940 που ανακοίνωνε την έναρξη των εχθροπραξιών με την φασιστική Ιταλία του Μουσολίνι. Με την ανακοίνωση του υπουργείου Στρατιωτικών να παίζει στα ραδιόφωνα και τα έκτακτα παραρτήματα των εφημερίδων που έδιναν την είδηση του ιταλικού τελεσιγράφου και κατ’ επέκταση της εισόδου της Ελλάδας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ξύπνησαν οι Έλληνες το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940.



Βίντεο: Το Έπος του '40 στα Αλβανικά Βουνά (ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ). Ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στο αλβανικό μέτωπο και τις ηρωικές μάχες που έδωσε ο ελληνικός στρατός στα βουνά της Αλβανίας μετά την ιταλική εισβολή στην Ελλάδα το 1940. Βετεράνοι του πολέμου καταθέτουν την εμπειρία τους από τις σημαντικότερες μάχες και μιλούν για τις ακραίες συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγονταν οι εχθροπραξίες. Την αφήγηση των γεγονότων συμπληρώνουν μαρτυρίες κατοίκων της Βόρειας Ηπείρου, οι οποίοι βοήθησαν σημαντικά στην αντίσταση κατά των Ιταλών. Σκηνοθέτης: Μαρία Μαυρίκου




Βίντεο: «Γεγονότα δεκαετίας 1940» Εικόνες του Eλληνοϊταλικού Πολέμου, 1940-1941: Προέλαση ελληνικού στρατού στο αλβανικό μέτωπο και πανηγυρισμοί στην Αθήνα. (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)




Βίντεο: Πρώτος κύκλος ιστορικών ντοκιμαντέρ - Ελλάδα, Β' Παγκόσμιος πόλεμος - Ελληνο - Ιταλικός Πόλεμος 1940-41. Σκηνοθεσία: Τάσος Μπιρσίμ Παραγωγή: Υπουργείο Εθνικής Αμύνης, 1993-94



Η Επέτειος του ΟΧΙ μνημονεύει την άρνηση της Ελλάδας στις ιταλικές αξιώσεις που περιείχε το τελεσίγραφο που επιδόθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1940 στον Έλληνα Δικτάτορα που έφερε τίτλο Πρωθυπουργού, Ιωάννη Μεταξά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: