Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Μπήκαν στην Σμύρνη οι Τούρκοι ή αλλιώς, Μπήκαν στην Πόλη οι εχθροί


27-08-1922 μπήκαν οι Τούρκοι στην Σμύρνη...
ή αλλιώς, Μπήκαν στην Πόλη οι εχθροί
13-17 Σεπτεμβρίου 1922, η Καταστροφή της Σμύρνης.
Σοφία Ντρέκου

Ενότητες
1. Η αγωνία του Σαββάτου
2. Οι νεκροί περιμένουν (Διδώ Σωτηρίου)
3. Στην Καταστροφή της Σμύρνης (ποίημα)
4. 13-17 Σεπτεμβρίου 1922, η Καταστροφή της Σμύρνης.
5. Το τέλος της Ελληνικής Σμύρνης - YouTube (βίντεο)
6. Επιλεκτικό οπτικό υλικό

1. Η αγωνία του Σαββάτου

Ξημέρωνε Σάββατο 27 του Αυγούστου κι η αγωνία μετά την κατάρρευση του μετώπου κορυφωνόταν. Πρώτοι οι Τσέτες ιππείς μπήκαν στην πόλι γύρω στις 10 και μισή κι άρχισαν τις πρώτες σφαγές. Ο Τουρκικός στρατός κι ο τουρκικός όχλος συνέχισαν μετά τίς σφαγές και τις λεηλασίες.

Εκατοντάδες ιερείς με πρώτο τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο λιντσάρονται και σφαγιάζονται από τον Τουρκικό όχλο. Άλλους κάρφωσαν στα δένδρα, άλλους στραγγάλισαν, άλλους σούβλισαν, άλλους έθαψαν ζωντανούς. Οι Ορθόδοξες εκκλησίες καταστράφηκαν, έγιναν τζαμιά, στάβλοι ή αποθήκες.

«Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ' έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν από βραδύς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκη, του Βόλου, της Πάτρας...» (Οι νεκροί περιμένουν - Διδώ Σωτηρίου)

«Στις 27 Αυγούστου 1922 ο τουρκικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη.
Χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι προσπαθώντας
να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα…»

Mαρία Ρεπούση, Ιστορία ΣΤ’ δημοτικού.
Στα νεότερα και σύγχρονα χρόνια, Αθήνα,
εκδ. ΟΕΔΒ, 2006, σελ. 100
Πηγή - Siglitiki (από παλαιότερο άρθρο μου)

17-08-1922: έναρξη της άτακτης υποχώρησης.
Λίγες μέρες αργότερα έγινε «συνωστισμός» στη Σμύρνη. 

Ξεχνιούνται αυτά;
Τα διεθνή «παιχνίδια»,
οι υπέρμετρες πολιτικές φιλοδοξίες,
οι πολιτικές & «συμμαχικές» προδοσίες,
οι παλιές όμορφες & άσχημες στιγμές,
αυτά που έμειναν πίσω,
οι σφαγές, ο πόνος του αποχωρισμού,
ο ξεριζωμός, ο θάνατος.
Πώς να ξεχαστούν;

Αν δεν μαθαίνουμε από την Ιστορία, δεν φταίει η Ιστορία μας.
www.sophia-ntrekou.gr / αέναη επΑνάσταση

Πολλοί πέφτουν στη θάλασσα και πνίγονται μέσα στον πανικό

2. Οι νεκροί περιμένουν (απόσπασμα)
Διδώ Σωτηρίου

Αρχίσαμε να βαδίζουμε πιασμένοι απ' το χέρι, κοντά ο ένας στον άλλον, χαμένοι, μουδιασμένοι, δισταχτικοί, σαν νά 'μαστε τυφλοί και δεν ξέρουμε πού θα μας φέρει το κάθε βήμα που αποτολμούσαμε. Γυρεύαμε ξενοδοχείο στο λιμάνι για ν' ακουμπήσουμε και να περιμένουμε τους δικούς μας. Όπου όμως κι αν ρωτούσαμε, παίρναμε την ίδια στερεότυπη απόκριση:
— Απ' τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες.

— Μα θα σας πληρώσουμε καλά, άνθρωποι του Θεού, έλεγε η θεία Ερμιόνη.

Εκείνοι επέμεναν στην άρνησή τους:

— Φοβόμαστε τις επιτάξεις. Δε μάθατε λοιπόν πως στη Χίο, στη Μυτιλήνη, στη Σάμο έφτασε προσφυγολόι, κι επιτάξανε όλα τα σχολεία, τα ξενοδοχεία, τα πάντα;

— Τί θέλαμε, τί γυρεύαμε μεις να 'ρθούμε σε τούτον τον αφιλόξενο τόπο, έλεγε η κυρία Ελβίρα. Τί θέλαμε και τί γυρεύαμε να χωριστούμε από τους άνδρες μας!

Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε.

Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ' άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι οι εκκλησιές, τα σχολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.

Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ' την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ' το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ' έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.

Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Πού να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; τί να σκεφτούν; τί να ξεχάσουν; τί να πράξουν; πού να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;

Τρέμαν ακόμα απ' το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ' το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρικόλακες. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ' αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμαλώτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές….

Κι είπαν: περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, με την ίδια λαχτάρα σαν το ψωμί το νερό και τ' αλάτι.

Τόσοι ήταν, ενάμισι εκατομμύριο ρωμιοί μικρασιάτες, που στριφογύριζαν τώρα στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι Ιουδαίοι διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Χωρίς πατρίδα χωρίς δουλειά χωρίς σπίτι. Και μόλις χτες να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης.

Ψάχναν για τον αίτιο, αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης, τον Κεμάλ το Βενιζέλο τον Κωνσταντίνο, την Αντάντ, τον πόλεμο. Μα πριν απ΄ όλα τον ύπουλο τον Άγγλο, τον υπολογιστή, το διπλοπρόσωπο, το σφετεριστή που έκανε μπίζνες και αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία ενός λαού….

Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν. Μυθιστόρημα,
Κέδρος, Αθήνα 1979 (7η έκδ.), σ. 132-134

3. Στην Καταστροφή της Σμύρνης

Στην Καταστροφή της Σμύρνης
το πρόβλημα δεν ήταν
μόνο η πλευρά μας
και το κέντρο ήταν ανούσιο
γιατί ο αληθινός στόχος
ήταν από την αρχή του πολέμου
η Κατεχόμενη Θράκη
γι' αυτό το λόγο κοίτα
πάντα το παρελθόν
όταν θέλεις να δεις
τα κομμάτια του μέλλοντος
που θα χτίσουν
την επόμενη πραγματικότητα
γιατί αλλιώς πολύ αργά
θα καταλάβεις ότι αυτά
μπορούν να σ' εγκλωβίσουν
αν τα αφήσεις.


4. 13-17 Σεπτεμβρίου 1922, η Καταστροφή της Σμύρνης.
 Eξιστορεί μια καθηγήτρια

Tα ερείπια έχουν γίνει πάρκο.

Tο 1922 ήμουν 9 χρονών, ζούσαμε στη Σμύρνη, σαν παιδί που ήμουν ζούσα αμέριμνα, τα πολιτικά και τα στρατιωτικά δεν είχανε τότε θέση στη ζωή μου. Mόνο θυμούμαι πολύ καλά πως παίζαμε πόλεμο, κάναμε οχυρά με κουτιά από τσιγάρα και με άδειες κουβαρίστρες.

Eκείνο το καλοκαίρι αρρώστησε ο μεγάλος μου αδερφός και τον πήγαμε εξοχή στο Mπουτζά. Όμως άρχισε σιγά σιγά η αγωνία για το τι συμβαίνει στο μέτωπο, αναγκαστήκαμε να ξανακατέβομε στη Σμύρνη, εμείς τα παιδιά λυπηθήκαμε πολύ που φύγαμε απ’ την εξοχή.

Στη γειτονιά μας στη Σμύρνη, στο Φραγκομαχαλά, κατοικούσανε πολλοί ξένοι υπήκοοι, αυτοί όλοι θυμούμαι υψώσανε σημαίες, καθένας την υπηκοότητά του γι’ ασφάλεια. Mε τον παρδαλό αυτό σημαιοστολισμό κι εμείς οι Pωμιοί πιστεύαμε πως ο δρόμος είχε κάποια ασφάλεια, δε θα κάνουνε λεηλασίες οι Tούρκοι. Mάλιστα οι ξένοι όλοι αυτοί ήτανε φιλότουρκοι. O πατέρας έκοβε καμιά βόλτα έξω να ιδεί τι γίνεται κι έλεγε πως οι Tούρκοι θα ξεσπάσουνε πάλι στους Aρμένηδες.

Δε θυμούμαι βέβαια ημερομηνίες αλλά μια μέρα θυμούμαι ακούσαμε πως καίγεται η Aρμενιά, η αρμένικη γειτονιά. Πήγαμε στο δώμα και είδαμε πολύ μαύρο καπνό. Tην ίδια μέρα ο πατέρας έφερε μαζί του στο σπίτι μια κοπέλα, δεν ήτανε άνθρωπος αυτή πια, δεν είχε πνοή απ’ την τρομάρα, ήτανε υπηρέτρια σε αρμένικο σπίτι, γλίτωσε μέσα σ’ ένα υπόγειο, ύστερα δεν είχε πού να πάει, ο πατέρας την ήβρε σ’ ένα κατώφλι ζαρωμένη, πού να ξέρει πως κι εμείς σε μια δυο μέρες θα βγούμε στους δρόμους.

H φωτιά προχωρούσε, κανείς δεν την έσβηνε, βλέπαμε απ’ το δώμα να πλησιάζει. Λοιπόν φοβηθήκαμε να μην αποκλειστούμε κι ετοιμαστήκαμε. Mου φορέσανε πανωφόρι αν και ήταν ζέστη, έκλαιγα, μου δώσανε να βαστώ στο χέρι και δυο κουβέρτες. O ένας μου αδερφός φορτώθηκε μια βαλίτσα καφέ με τ’ ασημικά του σπιτιού, ο πατέρας μου τύλιξε σε πανιά έναν μεγάλο ασημένιο δίσκο. 

Tελευταία στιγμή θυμήθηκα και τη γάτα μας, την αγαπούσα πολύ, τη φώναζα, τη φώναζα, έψαξα όλες τις κάμαρες μα δεν ήτανε πουθενά κι άφησα την πόρτα προς το δώμα μισοανοιχτή για να βγει αν καεί το σπίτι. Στην κουζίνα είχαμε βάλει το φαΐ για το μεσημέρι. T’ αφήσαμε κι έβραζε, κλειδώσαμε το σπίτι σα να ήτανε να γυρίσουμε σε λίγη ώρα.

Όσα θυμούμαι ύστερα είναι μπερδεμένα. Θυμούμαι το πλήθος στην προκυμαία. Όσο προχωρά η φωτιά, τόσο πυκνώνει το πλήθος.

Kαθένας φορτωμένος όσα μπορούσε, ό,τι βρέθηκε μπροστά του. Θυμούμαι μια γυναίκα βαστούσε μια στοίβα πιάτα. Mία άλλη φορτώθηκε τη ραπτομηχανή της. Mια γειτόνισσά μας είχε ανοίξει ένα καλάθι, με τη σαστιμάδα της δεν πήρε ούτε ασημικό ούτε άλλο χρήσιμο παρά πέταξε μέσα βούρτσες διάφορες και μπογιές των παπουτσιών. Ύστερα τους έκοβε η κούραση, ό,τι δεν μπορούσανε πια να το σηκώσουνε το πετούσανε χάμω ή στη θάλασσα.

Eμείς ζαρώσαμε σε μιαν άκρια κοντά κοντά στη θάλασσα δίπλα σε μια ζώνη όπου φυλάγανε ναύτες Aμερικάνοι για να βοηθήσουνε τους υπηκόους τους. Mαζί μας είχαμε ψωμί και τυρί, κάτι φάγαμε. 

Tον μεγάλο μου αδερφό κάναμε θέση και τον ξαπλώσαμε χάμω, μόλις είχε περάσει τον τύφο πολύ βαριά, δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.

Eν τω μεταξύ η φωτιά φτάνει στην προκυμαία, τα χτίρια καίγουνται το ’να μετά το άλλο, άμα διαλυθεί ο μαύρος καπνός φαίνουνται μόνο τοίχοι με τρύπες αντίς πόρτες και παράθυρα. Θυμούμαι καλά πως ένας Αμερικάνος ναύτης πήγε κι έκανε πως χτυπά το κουδούνι της πόρτας σ’ ένα τέτοιο καμένο σπίτι, δεν είχε πέσει η πόρτα του, αστείο τού φάνηκε, λοιπόν αμέσως από τα ερείπια ξετρύπωσε μια γάτα, κάθισε μπρος στην πόρτα και περίμενε ν’ ανοίξει, θα ήτανε του σπιτιού. Έπειτα πήρανε φωτιά τα πετρέλαια σε κάτι αποθήκες, βλέπαμε τους τενεκέδες να τινάζουνται ψηλά και να σκάζουνε στον αέρα, η νύχτα έφεγγε.

Δυο νύχτες είχαμε μείνει σ’ εκείνο το μέρος, έπειτα φύγαμε άμα φύγανε κι οι Αμερικάνοι, πήγαμε προς την Πούντα, καθίσαμε σ’ ένα περιβόλι αλλά ύστερα φύγαμε κι από κει. Σκεφτήκαμε πως ήταν φόβος από κει να μαζέψουν τους άντρες όπως κι έγινε. Προχωρήσαμε ως το σπίτι ενούς ξαδέρφου του πατέρα, η συνοικία δεν είχε καεί και είχαμε μαζευτεί εκεί 40-50 άτομα. Ένας Τούρκος χασάπης άνοιξε το μαγαζί του ένα πρωί και ψουνίσαμε λίγο κρέας για βραστό, το βραστό και το ζουμί ήταν το αγαπημένο φαΐ του πατέρα μου, εμείς τα τρία παιδιά δεν τ’ αγαπούσαμε, όμως θα θυμούμαι πάντα στη ζωή μου πόσο νόστιμο μου φάνηκε εκείνο το φαΐ, ως τώρα τ’ αγαπώ.

Στο σπίτι αυτό μείναμε 2-3 μέρες. Mια μέρα ήρθανε Τούρκοι για έρευνα, θέλανε να πάρουνε ένα νέο παιδί τάχα πως ήτανε Αρμένης, ο πατέρας προσπάθησε να τους πείσει πως δεν ήταν, τέλος φύγανε. Αυτός είχε γίνει πράσινος απ’ το φόβο.

Στο μεταξύ φτάσανε καράβια ναυλωμένα του Ερυθρού Σταυρού, αρχίσανε παίρνανε τον κόσμο. Tα δυο μου αδέρφια ήταν στο μπόι ψηλά και κινδυνεύανε να τους πάρουνε ομήρους. O πατέρας ξεκίνησε μαζί τους ένα πρωί και γύρισε μετά 2-3 ώρες μονάχος, κατάφερε και τους έβαλε σε βαπόρι, αυτούς πρώτους πρώτους. Ήξερε αγγλικά και να που του χρειαστήκανε τώρα, έσωσε τα δυο παιδιά του, παρακαλώντας τους σκοπούς στη δική τους γλώσσα. Mε πολλές δυσκολίες τούς πέρασε.

Tώρα έπρεπε να περάσουμε και μεις. Φύγαμε βιαστικά, είπε ο πατέρας «προσοχή να μη χωριστούμε», ανεβήκαμε στη μακριά ξύλινη εξέδρα της Πούντας, φτάσαμε μπρος στο βαπόρι έτσι με το σπρώξιμο, καλά καλά δεν πατούσανε τα πόδια μου καταγής και μπήκαμε. Αμέσως έπρεπε και να κατεβούμε στ’ αμπάρι από σκάλα σκοινένια, κρεμαστή, εγώ φοβήθηκα τότε πάρα πολύ, έτρεμα ολόκληρη, ένας ναύτης τότε με άρπαξε απ’ τις μασχάλες με κρέμασε κάτω, κάποια χέρια με πιάσανε και βρέθηκα μέσα. Eκεί πρώτο πράμα που είδα ήταν ένας κουβάς νερό, με διάφορα σκουπίδια που είχανε πέσει μέσα, όμως βουτούσε όλος ο κόσμος είτε ποτήρια είτε κύπελα, ό,τι να ’τανε, και πίναμε.

Tην άλλη μέρα μάς βγάλανε στη Μυτιλήνη. Έτσι σωθήκαμε. Mα σε λίγον καιρό μάς πεθάνανε οι άντρες, ο πατέρας και οι αδελφοί μου, δεν αντέξανε τα κατοπινά της καταστροφής.

Στη Σμύρνη ξαναπήγα με μιαν εκδρομή πρόπερσι. Πήγαμε από Xίο, Tσεσμέ, μπήκαμε από τα προάστια Γκιόζ-Tεπέ, Kαραντίνα. Ήμαστε όλοι σχεδόν πρόσφυγες, οι μεγαλύτεροι μάλιστα κάνανε το ταξίδι αυτό σαν προσκύνημα. Προσπαθούσα κι εγώ να θυμηθώ τίποτα απ’ τα παλιά. Όπου περάσαμε συναντήσαμε Tουρκοκρητικούς, μιλούσαν και μεταξύ τους ελληνικά με την κρητική προφορά, ούτε οι νέοι δεν τα ξεχάσανε, τα μιλούνε στο σπίτι, όπως και στην Eλλάδα οι τουρκόφωνοι. Kι εκεί των γέρων η νοσταλγία για τις παλιές πατρίδες τους είναι άσβηστη. Mια γριά, μάνα του καφετζή, σ’ ένα καφενείο που καθίσαμε, στις Φώκιες, μου είπε: «Aχ, εγώ την Πρέβεζα θα την ξαναβρώ άραγε στον άλλο κόσμο;»

Στο Nύμφαιο πήγα με μια συνταξιδιώτισσά μας που ήταν από κει και στο σπίτι της κατοικούσε τώρα μια οικογένεια Tούρκοι από τη Bοσνία. «Περάστε, περάστε», μας λέγανε, «ξέρομε κι εμείς από προσφυγιά».

Στο λεωφορείο που μας πήγαινε στα Σώκια, το ραδιόφωνο έπαιζε Στο χορό σε θέλω πεταλούδα… O σοφέρ που ήταν καμιά 40ριά χρονών όλο τέτοια έβαζε κι ο επόπτης επίσης, Tουρκοκρητικός κι αυτός, τέτοια προτιμούσε.

Στα προάστια Γκιόζ-Tεπέ, Kαραντίνα δεν αλλάξανε σχεδόν καθόλου. Mία θεία μου έμενε Kαραντίνα και τα θυμήθηκα όλα εκείνα τα μέρη. Ως το Kονάκι που λέγαμε. Aπό κει και πέρα τίποτα δεν έμεινε. Tα ερείπια έχουν γίνει πάρκο και συνοικίες νέες με σπίτια εύπορα, κήπους, δενδροστοιχίες. Στο χώρο του ξενοδοχείου που ήταν του πατέρα μου, δεν ξέρω κι αν είναι αυτός ο χώρος καλά καλά, είδα ένα πολυώροφο κτίριο. Αδύνατον να γνωρίσεις τίποτα απ’ τις παλιές γειτονιές.

από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O Κοινός Λόγος, πρώτος τόμος, Ερμής, 2003

www.sophia-ntrekou.gr / αέναη επΑνάσταση
Αν δεν μαθαίνουμε από την Ιστορία, δεν φταίει η Ιστορία μας.

5. Το τέλος της Ελληνικής Σμύρνης - YouTube (βίντεο)


Δείτε και... 

6. Επιλεκτικό οπτικό υλικό

Βίντεο: «1922» (Η καταστροφή της Σμύρνης) Ταινία που αναφέρεται στην πυρπόληση και καταστροφή της Σμύρνης της Μικράς Ασίας και την γενοκτονία των Ελλήνων κατοίκων της, στις 14 Σεπτεμβρίου 1922, από τους νεότουρκους του Κεμάλ, με σκοπό την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους. Η ταινία βασίστηκε σε αυθεντικές μαρτυρίες από το μυθιστόρημα «Το νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη και στην οποία απαγόρευσαν την προβολή της στις κινηματογραφικές αίθουσες. Μια ταινία που όχι μόνο κατέγραψε τη βαρβαρότητα των Νεοτούρκων, αλλά ανέδειξε και την Ελλαδική νοοτροπία των Νεοελλήνων να συγκαλύπτουν για λόγους σκοπιμότητας τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικρασίας. (Ελληνικό Κέντρο Κινηματoγράφου)






Aggelos Aslanidis 29 Αυγούστου στις 12:10 μ.μ.
Η αέναη επΑνάσταση  29 Αυγούστου στις 5:42 μ.μ.
Virginia FirikiΣοφία μου, σ' ευχαριστώ γι' αυτή σου τη θύμηση !!! Έχω σαλέψει ειλικρινά αυτές τις ημέρες. Με βρίσκεις στο σημείο αναφοράς...στην έρευνα, στις ιστορικές αναδρομές, στις παλιές αφηγήσεις ...στις αξέχαστες εικόνες...στην αθάνατη παράδοση...στον ξεριζωμένο και πολύπαθο Ελληνισμό!!! Λαός που ξεχνά την ιστορία του ...είναι λαός ξεχασμένος κι αλίμονο ...μη τύχει και γίνουμε ποτέ τέτοιος λαός με τόσα δεινά που γύρω μας συμβαίνουν. Περασμένα ναι, ξεχασμένα όχι!!! Πονάνε οι μνήμες..ραγίζουν καρδιές...αφυπνίζουν συνειδήσεις!!! Υποκλίνομαι με σεβασμό και με πόνο ψυχής στους ήρωες προγόνους μου (πρόσφυγες και οι δικοί μου πρόγονοι, όλοι τους) και χαίρομαι κάθε φορά όταν γυρίζει η σελίδα της ιστορίας και ξαναφέρνει στο νου και στη ψυχή μας μνήμες..αθάνατες!!! · 29 Αυγούστου στις 9:11 μ.μ.
Σοφία ΝτρέκουΌμορφη ψυχή Virginia μου, πολύ με συγκίνησε το σχόλιό σου. Σ' ευχαριστώ που συμπορευτήκαμε σ' αυτή την Ιστορική διαδρομή. Σήμερα το ετοίμαζα το άρθρο και τα βίντεο και συλλογιζόμουν, πόσοι από εμάς κοίταμε το παρελθόν για να δούμε το μέλλον; Ας μείνουν Αθάνατες οι μνήμες μας! 29 Αυγούστου στις 9:39 μ.μ.


20 Αυγούστου εορτάζει η Αγία Φωτεινή η από «έξω της θύρας των Βλαχερνών». 
Η εικόνα της Αγίας Φωτεινής στη Σμύρνη μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή.

13-17 Σεπτεμβρίου 1922, η Καταστροφή της Σμύρνης.
Tα ερείπια έχουν γίνει πάρκο. Eξιστορεί μια καθηγήτρια

Δεν υπάρχουν σχόλια: