3 Αυγ 2020

Οι Άγιοι επτά Παίδες εν Εφέσω και το ιερό τους Σπήλαιο (Αφιέρωμα)

Οι Άγιοι επτά Παίδες εν Εφέσω και το ιερό τους Σπήλαιο (Αφιέρωμα)
Των εν Εφέσω αγίων Επτά Παίδων 
ή Οι Επτά Κοιμώμενοι Παίδες:
Αντωνίνου, Διονυσίου, Εξακουστιδιανού, Ιαμβλίχου, Κωνσταντίνου, Μαξιμιλιανού καί Μαρτινιανού

7 Holy Youths “Seven Sleepers” 
of Ephesus

Εργασία της Σοφίας Ντρέκου

Η μνήμη των Αγίων 7 παίδων των εν Εφέσω, στις 4 Αυγούστου 
και στις 22 Οκτωβρίου τιμάται η Αφύπνιση (Ανάσταση) των Αγίων.

Οι νέοι κλείσθηκαν επί Δεκίου σε σπήλαιο της Εφέσου. Αναστήθηκαν μετά από 194 χρόνια ως απάντηση σε αίρεση κατά της ανάστασης των νεκρών. Tω αυτώ μηνί Δ', μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω, Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού, Διονυσίου, Aντωνίνου, και Kωνσταντίνου. Η Έφεσος ήταν μία από τις σημαντικότερες Ιωνικές πόλεις της Μικράς Ασίας σχεδόν στα παράλια του Αιγαίου. Ήταν χτισμένη παρά τον μυχό του Καΰστριου κόλπου Α.ΒΑ. της Σάμου.

Τὸν ἑπτάριθμον τιμῶ χορὸν Μαρτύρων,
Δείξαντα Ἀνάστασιν νεκρῶν τῷ κόσμῳ
Τῇ δὲ τετάρτῃ νεκροέγερτοι ξύνθανον ἑπτά.

«Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, εν έτει σνβ' [252], οίτινες αφ’ ου διεμοίρασαν εις τους πτωχούς όλα των τα υπάρχοντα, εμβήκαν μέσα εις ένα σπήλαιον και εκρύφθησαν. Παρακαλέσαντες δε τον Θεόν να λυθούν από τον δεσμόν του σώματος, και να μη παραδοθούν εις τον βασιλέα Δέκιον, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις τον Θεόν. Όταν δε ο βασιλεύς Δέκιος εγύρισεν εις την Έφεσον, εζήτησεν αυτούς διά να έλθουν να θυσιάσουν εις τα είδωλα, και μαθών, ότι απέθανον μέσα εις το σπήλαιον, επρόσταξε να φράξουν την πόρταν του σπηλαίου. Από τότε λοιπόν επέρασαν τριακόσιοι εβδομηνταδύω χρόνοι, έως εις τους τριανταοκτώ χρόνους της βασιλείας του μικρού Θεοδοσίου, ήτοι εν έτει υμϛ' [446].»
Οι Άγιοι 7 Παίδες ήταν: Άγιος Μαξιμιλιανός ο Παίδας Εν Εφέσω, Άγιος Εξακουστωδιανός  ο Παίδας Εν Εφέσω, Άγιος Ιαμβλιχος ο Παίδας Εν Εφέσω, Άγιος Μαρτινιανός ο Παίδας Εν Εφέσω, Άγιος Διονύσιος ο Παίδας Εν Εφέσω, Άγιος Αντωνίνος ο Παίδας Εν Εφέσω, Άγιος Κωνσταντίνος ο Παίδας Εν Εφέσω.

Ο Βίος των Αγίων Επτά Παίδων των εν Εφέσω
η μνήμη των εορτάζεται 4 Αυγούστου και 
22 Οκτωβρίου η Αφύπνιση των Αγίων

Οι άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω. Ρωσική εικόνα του 19ου αιώνα.
Οι άγιοι επτά παίδες εν Εφέσω. Ρωσική εικόνα του 19ου αιώνα.

«Οι άγιοι επτά Παίδες, Μαξιμιλιανός, Εξακουστωδιανός, Ιάμβλιχος, Μαρτινιανός, Διονύσιος, Ιωάννης και Κωνσταντίνος, έζησαν κατά την εποχή του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.). Οι νέοι αυτοί, μόλις βρήκαν την κατάλληλη ευκαιρία και ύστερα από συνετή σκέψη και εκτίμηση, μοίρασαν τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς και μπήκαν και κρύφτηκαν μέσα σε ένα σπήλαιο. Εκεί, αφού προσευχήθηκαν να λυθούν από τα δεσμά του σώματος και να μην παραδοθούν στον αυτοκράτορα Δέκιο, παρέδωσαν τις ψυχές τους στο Θεό.

Ο Αυτοκράτορας δε, όταν επέστρεψε στην Έφεσο, τους αναζήτησε, για να τους αναγκάσει να προσφέρουν θυσίες στα είδωλα. Μόλις όμως έμαθε ότι εκείνοι είχαν πεθάνει στο σπήλαιο, πρόσταξε και έφραξαν με μανδρότοιχο το στόμιο του σπηλαίου αυτού. 

Έκτοτε λοιπόν πέρασαν εκατόν ενενήντα τέσσερα έτη και φτάνουμε μέχρι το τριακοστό όγδοο έτος της βασιλείας του Θεοδοσίου Β' του Μικρού (408-450 μ.Χ.), ήτοι μέχρι το έτος 446 μ.Χ. Τότε εμφανίστηκε στους κόλπους του Χριστιανισμού μια αίρεση, η οποία δε δεχόταν το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Η αίρεση αυτή, στην οποία είχαν προσχωρήσει και μερικοί επίσκοποι, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή και αναστάτωση στην Εκκλησία. Ο δε Αυτοκράτορας, βλέποντας την αναστάτωση αυτή της Εκκλησίας του Θεού, δεν ήξερε τι να κάνει. Όμως δεν απελπίστηκε, αλλά, αφού φόρεσε έναν τρίχινο σάκο και κάθισε κατά γης, θρηνούσε και παρακαλούσε το Θεό να του φανερώσει τον τρόπο διάλυσης της αίρεσης.
Ο Κύριος λοιπόν δεν παρέβλεψε τα δάκρυα του Αυτοκράτορα και ικανοποίησε το αίτημά του με τον ακόλουθο τρόπο: Ο κύριος του όρους, στο οποίο βρισκόταν το σπήλαιο των αγίων επτά Παίδων, θέλησε κατά τον καιρό εκείνο να χτίσει μαντρί για το ποίμνιό του. Έτσι λοιπόν, παίρνοντας επί δύο ημέρες πέτρες από τον μανδρότοιχο του σπηλαίου, για να οικοδομήσει το μαντρί του, ανοίχτηκε το στόμιο του σπηλαίου αυτού.

Τότε ακριβώς, με προσταγή του Θεού, αναστήθηκαν οι άγιοι επτά Παίδες, που είχαν πεθάνει μέσα στο σπήλαιο αυτό, και συνομιλούσαν μεταξύ τους, σαν να είχαν κοιμηθεί την προηγούμενη ημέρα. Τα σώματά τους δε δεν είχαν αλλοιωθεί στο παραμικρό και τα ενδύματά τους δεν είχαν φθαρεί ούτε σαπίσει από την υγρασία του σπηλαίου, αν και είχαν περάσει εκατόν ενενήντα τέσσερα χρόνια.

Μετά την ανάστασή τους οι άγιοι επτά Παίδες είχαν έντονο στη μνήμη τους το γεγονός ότι ο Δέκιος ζητούσε να τους τιμωρήσει και περί αυτού ακριβώς συνομιλούσαν μεταξύ τους. 
  • Συγκεκριμένα, ο Μαξιμιλιανός έλεγε προς τους άλλους: «Και αν συλληφθούμε, αδελφοί, ας σταθούμε γενναίοι και να μην προδώσουμε την ευγένεια της πίστης μας. Εσύ δε, αδελφέ Ιάμβλιχε, πήγαινε να αγοράσεις άρτους, πλην όμως περισσότερους. Γιατί χθες το βράδυ έφερες λίγους, και κοιμηθήκαμε σχεδόν πεινασμένοι. Επιπλέον προσπάθησε να μάθεις τι σκέφτεται για εμάς ο Δέκιος».
Όταν λοιπόν ο Ιάμβλιχος πήγε στην πόλη, είδε στην πύλη το σημείο του Σταυρού. Το γεγονός αυτό του προκάλεσε έκπληξη και θαυμασμό. Βλέποντας δε το Σταυρό και σε άλλους τόπους, καθώς επίσης και τα κτίρια να διαφέρουν από εκείνα που ήξερε και τους ανθρώπους επίσης κάπως διαφορετικούς, νόμισε ότι βλέπει όραμα ή ότι περιέπεσε σε έκσταση.

Πήγε όμως στους αρτοπώλες, πήρε τους απαραίτητους άρτους και, αφού έδωσε τα χρήματα που έπρεπε, έσπευδε να επιστρέψει στο σπήλαιο. Ενώ λοιπόν ετοιμαζόταν να φύγει, είδε τους αρτοπώλες να δείχνουν ο ένας στον άλλο το ασημένιο νόμισμα, να κοιτάζουν προς αυτόν και να λένε ότι αυτός βρήκε κάποιο θησαυρό, αφού το νόμισμα που τους έδωσε για τους άρτους είχε στην επιφάνειά του τυπωμένη την εικόνα του αυτοκράτορα Δεκίου, ο οποίος είχε πεθάνει προ πολλού (πριν από 194 χρόνια).

Μετά από το γεγονός αυτό ο Ιάμβλιχος τρόμαξε πολύ και έμεινε άφωνος, νομίζοντας ότι αυτοί τον αναγνώρισαν και θα τον συνελάμβαναν για να τον παραδώσουν στον αυτοκράτορα Δέκιο. Έπεσε λοιπόν στα πόδια τους και τους παρακαλούσε λέγοντας: «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, έχετε στα χέρια σας το αργύριό μου, πάρτε πίσω και τους άρτους σας. Μόνο αφήστε με να φύγω».

Οι αρτοπώλες τού απάντησαν: 
«Δείξε μας το θησαυρό που βρήκες και δώσε και σ’ εμάς μερίδιο απ’ αυτόν. Αλλιώς σε παραδίνουμε στο θάνατο». Και συγχρόνως με τα λόγια αυτά του πέρασαν αλυσίδα στο λαιμό και τον έσυραν στη λεωφόρο (στον κεντρικό και μεγάλο δρόμο της πόλης).

Εν συνεχεία τον οδήγησαν στον ανθύπατο προς ανάκριση. Εκείνος, μόλις τον είδε, του είπε: «Πες μας, νέε, πώς βρήκες το θησαυρό, πόσος είναι και πού βρίσκεται».

Ο Άγιος τού απάντησε: «Εγώ δε βρήκα ποτέ κανένα θησαυρό. Το νόμισμα που έδωσα στους αρτοπώλες το είχα από τους γονείς μου. Δεν ξέρω λοιπόν τι συμβαίνει με μένα τώρα».

Ο ανθύπατος τότε τον ρώτησε:
«Από ποια πόλη είσαι;».

Ο Ιάμβλιχος απάντησε: 
«Από αυτήν, αν αυτή είναι η Έφεσος».

Τότε ο ανθύπατος είπε: «Ποιοι είναι οι γονείς σου; Ας έλθουν εδώ και, αν διαπιστωθεί η αλήθεια, θα σε πιστέψουμε».

Ο Άγιος του απάντησε
: «Ο δείνα είναι ο πατέρας μου, ο δείνα είναι συγγενής και ο δείνα είναι ο παππούς μου».

Ο ανθύπατος, μόλις άκουσε τα ονόματα, είπε στον Ιάμβλιχο
: «Τα ονόματα που ανέφερες είναι ξένα και ανυπόστατα και έξω από αυτά που κατά τη συνήθεια χρησιμοποιούνται. Επομένως δεν μπορείς να γίνεις πιστευτός».

Τότε ο Άγιος είπε στον ανθύπατο: «Αν, ενώ σου λέω την αλήθεια, δε με πιστεύεις, δεν ξέρω να σου πω πλέον τίποτε άλλο».

Ύστερα από αυτά ο ανθύπατος είπε: «Ασεβέστατε, το νόμισμά σου με την επιγραφή του μαρτυρεί ότι τυπώθηκε πριν από διακόσια χρόνια, επί αυτοκράτορα Δεκίου, κι εσύ, όντας νεότερος, προσπαθείς να μας εξαπατήσεις;».

Τότε ο Ιάμβλιχος έπεσε στα πόδια του ανθυπάτου και των παρευρεθέντων και τους παρακαλούσε λέγοντας: «Σας παρακαλώ, κύριοί μου, πέστε μου, που είναι ο Δέκιος, ο βασιλιάς, που ήταν στην πόλη αυτή;».

Εκείνοι του απάντησαν: «Κατά τους παρόντες χρόνους δεν υπάρχει βασιλιάς Δέκιος. Αυτός βασίλευσε πριν από πολλά χρόνια».

Τότε ο Ιάμβλιχος είπε: «Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, κύριοί μου, εκπλαγήκατε. Πλην όμως ακολουθήστε με να πάμε στο σπήλαιο και ίσως από τα σημεία που θα δείτε θα διαπιστωθεί η αλήθεια των λόγων μου. Εγώ πράγματι ξέρω ότι φύγαμε από την πόλη εξ αιτίας του Δεκίου και ότι χθες, ερχόμενος να αγοράσω άρτους, είδα ότι ο Δέκιος εισήλθε στην πόλη αυτή».


Αυτά είπε ο άγιος Ιάμβλιχος, ο δε επίσκοπος Εφέσου Μαρίνος, μόλις τα άκουσε, είπε στον ανθύπατο: «Έχω τη γνώμη ότι κάτι θαυμαστό συμβαίνει με την υπόθεση αυτή. Έτσι, ας τον ακολουθήσουμε». Και πράγματι ακολούθησαν τον Άγιο μέχρι το σπήλαιο ο ανθύπατος, ο επίσκοπος Μαρίνος και πολύς λαός. Πρώτος μπήκε στο σπήλαιο ο Ιάμβλιχος.
Έπειτα μπήκε ο Επίσκοπος, ο οποίος, μόλις έστρεψε το βλέμμα του προς τα δεξιά μέρη του στομίου, είδε ένα κιβώτιο σφραγισμένο με δυο ασημένιες σφραγίδες. Το κιβώτιο αυτό το είχαν τοποθετήσει εκεί ο Ρουφίνος και ο Θεόδωρος ως χριστιανοί, οι οποίοι είχαν αποσταλεί εκεί από το Δέκιο μαζί με τους άλλους, στους οποίους ο Αυτοκράτορας αυτός είχε δώσει την εντολή να φράξουν με μανδρότοιχο το στόμιο του σπηλαίου.
Οι δύο χριστιανοί, Ρουφίνος και Θεόδωρος, έγραψαν και τα Συναξάρια των αγίων επτά Παίδων και σημείωσαν τα ονόματά τους σε μολύβδινες πλάκες. Όταν λοιπόν συνάχτηκαν όλοι οι έγκριτοι άρχοντες μαζί με τον ανθύπατο, άνοιξαν το κιβώτιο και βρήκαν τις μολύβδινες πλάκες, τις οποίες διάβασαν και ένιωσαν όλοι τους απερίγραπτη έκπληξη από το θαυμαστό αυτό γεγονός. Αμέσως δε τότε προχώρησαν στα ενδότερα του σπηλαίου, όπου βρήκαν τους Αγίους και έπεσαν στα πόδια τους. Κατόπιν κάθισαν κατά γης και τους ρωτούσαν.
Οι Άγιοι τους διηγήθηκαν τα σχετικά με τους εαυτούς τους και εν συνεχεία τα κακουργήματα του Δεκίου εις βάρος των Χριστιανών. Μόλις εκείνοι άκουσαν όσα οι Άγιοι τούς διηγήθηκαν, εκπλήττονταν και δόξαζαν το Θεό, τον ποιητή των θαυμασίων.

Τότε ο ανθύπατος και ο επίσκοπος Μαρίνος με αναφορά τους γνωστοποίησαν τα θαυμαστά αυτά γεγονότα στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο. Εκείνος δοκίμασε απέραντη χαρά για όλα αυτά και έσπευσε αμέσως στην Έφεσο. Στη συνέχεια ανήλθε στο σπήλαιο. Εκεί βρήκε τους αγίους επτά Παίδες και, αφού έπεσε κατά γης, τους έβρεχε τα πόδια με τα δάκρυά του και τα αποσπόγγιζε.

Η αγαλλίαση δε και η χαρά του ήταν απερίγραπτη, αφού ο Κύριος δεν παρείδε το αίτημά του και έδειξε σ’ αυτόν οφθαλμοφανώς την ανάσταση των νεκρών. Ενώ δε ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος συνομιλούσε με τους Αγίους, καθώς επίσης οι επίσκοποι και άλλοι άρχοντες, οι Άγιοι νύσταξαν λίγο και, έτσι, μπροστά σε όλους εξεδήμησαν προς Κύριον.

Τότε ο Αυτοκράτορας, αφού πρόσφερε πολύτιμα άμφια και αρκετό χρυσάφι και ασήμι, πρόσταξε να κατασκευάσουν επτά θήκες προς τιμήν των Αγίων και να τεθούν μέσα σ’ αυτές τα λείψανά τους. Αλλά κατά τη νύχτα που ακολούθησε εμφανίστηκαν σ’ αυτόν οι Άγιοι και του είπαν: «Άφησέ μας, βασιλιά, στο σπήλαιο που έγινε η ανάστασή μας».

Έτσι λοιπόν, αφού έγινε μεγάλη σύναξη επισκόπων και αρχόντων, ο Αυτοκράτορας κατέθεσε τα λείψανα των Αγίων στη γη του σπηλαίου, καθώς εκείνοι με οπτασία του ζήτησαν.

Εν συνεχεία οργάνωσε και πραγματοποίησε στον τόπο εκείνο λαμπρή και χαρμόσυνη εορτή, φιλοξένησε με πλούσια αγαθά τους φτωχούς της Εφέσου, χαροποίησε όλο το λαό με λαμπρές βασιλικές τιμές και έβγαλε από τις φυλακές τους επισκόπους που είχαν φυλακιστεί, επειδή κήρυτταν το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών. Ακολούθως έγινε από όλους κοινή εορτή, κατά την οποία αναπέμφθηκαν λόγοι και ύμνοι ευχαριστίας και δοξολογίας προς τον Κύριο και Θεό μας Ιησού Χριστό.»




Oι Άγιοι Επτά Παίδες εν Εφέσω και ο Κ. Π. ΚαβάφηςΤο ποίημα του Κ.Π. Καβάφη για τους Επτά Παίδες εν ΕφέσωΜέχρι και ο μεγάλος ποιητής μας Κων. Καβάφης δεν έμεινε ασυγκίνητος από την γενναιότητα των Αγίων Παιδιών και τους έγραψε ποίημα το 1925, εμπνεόμενος από το Συναξάρι της ημέρας 4 Αυγούστου: «Oι Άγιοι Επτά Παίδες» Δείτε το με την ανάλυσή του εδώ: http://www.sophia-ntrekou.gr/2013/08/o-1925.html


Το σπήλαιο των Αγίων Επτά Παίδων των εν Εφέσω

Στο μέρος όπου βρίσκονταν το σπήλαιο των Αγίων Επτά Παίδων χτίστηκε με το πέρασμα του χρόνου ένα εκκλησιαστικό συγκρότημα. Ανακαλύφθηκε μετά από ανασκαφές το 1927. Δείτε τις φωτογραφίες.

Imagini de la pestera sfinţilor şapte tineri din Efes (Foto)
Εικόνες από τη σπηλιά των Αγίων Επτά Παίδων Εφέσου

 









Λέγεται ότι είναι Προστάτες όσων έχουν προβλήματα αϋπνίας.


Οι Άγιοι Επτά Παίδες εν Εφέσω, 
του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Tω αυτώ μηνί Δ', μνήμη των Aγίων επτά Παίδων των εν Eφέσω,
Mαξιμιλιανού, Eξακουστωδιανού, Iαμβλίχου, Mαρτινιανού,
Διονυσίου, Aντωνίνου1, και Kωνσταντίνου.


Tον επτάριθμον τιμώ χορόν Mαρτύρων,
Δείξαντα ανάστασιν νεκρών τω κόσμω.
Tη δε τετάρτη νεκροέγερτοι ξύνθανον επτά.

Oύτοι οι Άγιοι ήτον κατά τους χρόνους του βασιλέως Δεκίου, εν έτει σνβ' [252], οίτινες αφ’ ου διεμοίρασαν εις τους πτωχούς όλα των τα υπάρχοντα, εμβήκαν μέσα εις ένα σπήλαιον και εκρύφθησαν. Παρακαλέσαντες δε τον Θεόν να λυθούν από τον δεσμόν του σώματος, και να μη παραδοθούν εις τον βασιλέα Δέκιον, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις τον Θεόν. Όταν δε ο βασιλεύς Δέκιος εγύρισεν εις την Έφεσον, εζήτησεν αυτούς διά να έλθουν να θυσιάσουν εις τα είδωλα, και μαθών, ότι απέθανον μέσα εις το σπήλαιον, επρόσταξε να φράξουν την πόρταν του σπηλαίου. Aπό τότε λοιπόν επέρασαν τριακόσιοι εβδομηνταδύω χρόνοι, έως εις τους τριανταοκτώ χρόνους της βασιλείας του μικρού Θεοδοσίου, ήτοι εν έτει υμϛ΄ [446]2.

Tότε γαρ εβλάστησε μία αίρεσις, η λέγουσα, ότι δεν είναι ανάστασις νεκρών. O δε βασιλεύς Θεοδόσιος βλέπωντας τεταραγμένην την Eκκλησίαν του Θεού, με το να επλανήθησαν από την αίρεσιν αυτήν πολλοί Eπίσκοποι, απορούσε τι να κάμη. Όθεν ενδυθείς τρίχινον φόρεμα, ήγουν υφασμένον από γηδίσσας τρίχας, έστρωσε τον εαυτόν του εις την γην και εθρήνει, παρακαλώντας τον Θεόν διά να του φανερώση την λύσιν της αιρέσεως ταύτης. Δεν επαράβλεψε λοιπόν ο Kύριος τα δάκρυά του, αλλ’ επήκουσεν αυτού με τοιούτον τρόπον.

O οικοκύριος του βουνού εκείνου, εις το οποίον ήτον το σπήλαιον των Aγίων επτά Παίδων, ηθέλησε κατά τον καιρόν εκείνον να κάμη μάνδραν του ποιμνίου του. Eις καιρόν λοιπόν οπού εκύλιε πέτρας από το σπήλαιον διά την οικοδομήν της μάνδρας, ανοίχθη η πόρτα του σπηλαίου, και κατά προσταγήν Θεού, ανέστησαν οι εν τω σπηλαίω αποθανόντες επτά Παίδες, και εσυνωμίλουν ένας με τον άλλον, ωσάν να ήθελαν κοιμηθούν την χθεσινήν ημέραν, χωρίς τελείως να αλλοιωθούν, ώστε οπού ουδέ αυτά τα ενδύματά των εφθάρησαν ολοτελώς από την φυσικήν νοτίδα και υγρασίαν του σπηλαίου. Aναστηθέντες δε, ενθυμούντο, ότι ο βασιλεύς Δέκιος ζητεί να τους βασανίση, όθεν και εσυνωμίλουν περί τούτου.

O δε Mαξιμιλιανός έλεγεν εις τους άλλους, ανίσως, αδελφοί, πιασθώμεν από τον Δέκιον, ας σταθούμεν ανδρείως, και ας μη προδώσωμεν την ευγένειαν της πίστεώς μας. Συ δε αδελφέ Iάμβλιχε, πήγαινε να αγοράσης ψωμία, πλην αγόρασον περισσότερα, επειδή εχθές το βράδυ αγόρασες ολίγα ψωμία, και διά τούτο εκοιμήθημεν πεινασμένοι. Mάθε δε και τι βουλεύεται ο Δέκιος διά λόγου μας.

Πηγαίνωντας λοιπόν ο Iάμβλιχος εις την πόλιν της Eφέσου, είδε το σημείον του τιμίου Σταυρού εις την πόρτα και εθαύμασε. Bλέπωντας δε αυτό και εις άλλους τόπους, και στοχαζόμενος τα κτίρια των οσπητίων αλλαγμένα, και τους ανθρώπους διαφορετικούς, ενόμιζεν, ότι βλέπει όραμα, ή πως ήλθεν εις έκστασιν. Πηγαίνωντας όμως εις τους ψωμοπούλους, επήρε ψωμία, και όταν έδωσεν εις αυτούς τα άσπρα, εσπούδαζε να γυρίση εις το σπήλαιον. Πλην εθεώρει τους ψωμοπούλους, οπού έδειχνον τα άσπρα ένας εις τον άλλον, και έβλεπον εις αυτόν, λέγοντές του, ότι ευρήκε θησαυρόν, καθότι η μονέδα οπού έδωκεν, εμαρτύρει φανερά, ότι εύρε θησαυρόν, επειδή και είχεν επάνω τυπωμένην την εικόνα του προ πολλών χρόνων βασιλεύσαντος Δεκίου.

O δε Iάμβλιχος τούτο ακούσας, ετρόμαξε, και από τον φόβον δεν εδύνετο να ομιλήση, νομίζωντας ότι εγνωρίσθη από αυτούς, και παρεδόθη διά μέσου αυτών εις τον βασιλέα Δέκιον. Όθεν παρεκάλει αυτούς λέγων, σας παρακαλώ κύριοί μου, έχετε και τα άσπρα μου, λάβετε και τα ψωμία σας, και αφήσατέ με να αναχωρήσω. Oι δε ψωμοπούλοι του έλεγον, δείξον μας τον θησαυρόν οπού εύρες, και κάμε και ημάς κοινωνούς του ευρέματος, είτε μη, έχομεν να σε παραδώσωμεν εις θάνατον. Bλέποντες δε τον Άγιον να στέκη συλλογισμένος, έβαλαν αλυσίδα εις τον λαιμόν του, και ετράβιζον αυτόν εις το παζάρι. Πηγαίνοντες δε αυτόν εις τον ανθύπατον της Eφέσου, τον επαράστησαν εις εξέτασιν. Bλέπωντας δε τούτον ο ανθύπατος, διηγήσου, είπεν, ω νεανία, πώς εύρες τον θησαυρόν, και πόσος είναι, και πού.

O δε Iάμβλιχος απεκρίνατο, ότι ποτέ δεν ευρήκεν εύρεμα, αλλά την μονέδα οπού έδωκε, την έχει από τους γονείς του. Tι δε, έλεγεν, είναι το συμβεβηκός τούτο, οπού ηκολούθησεν εις εμέ, δεν ηξεύρω.

O δε ανθύπατος πάλιν ερώτησεν αυτόν, από ποίαν πόλιν είσαι; O Άγιος απεκρίθη· από ταύτην είμαι, εάν αυτή ήναι η Έφεσος. Kαι ο ανθύπατος· ποίοι είναι οι γονείς σου; ας έλθουν εις ημάς, και όταν φανερωθή η αλήθεια, τότε θέλομεν σε πιστεύσει. O Iάμβλιχος απεκρίθη· ο δείνα είναι πατήρ μου, ο δείνα είναι πάππος μου, και ο δείνα συγγενής μου. Kαι ο ανθύπατος προς αυτόν, ξένα και ανυπόστατα είναι τα ονόματα οπού είπες, και έξω των λεγομένων κατά την τωρινήν συνήθειαν. Όθεν με αυτά δεν δύνασαι να πιστευθής. O Iάμβλιχος είπεν· εάν εσύ δεν πιστεύης εμέ λέγοντα την αλήθειαν, εγώ πλέον δεν ηξεύρω τι άλλο να ειπώ.

O ανθύπατος απεκρίθη· ασεβέστατε, η μονέδα σου μαρτυρεί από την επιγραφήν της, ότι ετυπώθη προ τριακοσίων χρόνων και επέκεινα, κατά τους χρόνους Δεκίου του βασιλέως, και συ νεώτερος ώντας σπουδάζεις να μας γελάσης; Tότε ο Iάμβλιχος πεσών εις τους πόδας των παρευρεθέντων, τους επαρακάλει λέγων, σας παρακαλώ κύριοί μου, να μου ειπήτε, πού είναι ο βασιλεύς Δέκιος, οπού ήτον εις την πόλιν ταύτην;

Oι δε είπον εις αυτόν, εις τους χρόνους τούτους δεν είναι ο Δέκιος, επειδή αυτός εχρημάτισε προτίτερα από πολλούς χρόνους. Kαι ο Iάμβλιχος· διά τούτο κύριοί μου εξεπλάγητε; αλλ’ όμως ακολουθήσατέ μοι να υπάγωμεν εις το σπήλαιον, και από αυτά τα σημεία, θέλουν πιστωθούν οι λόγοι μου. Διότι εγώ ηξεύρω, ότι εφύγαμεν εξ αιτίας του Δεκίου, και ότι χθές ερχόμενος διά να αγοράσω ψωμία, είδον, ότι ο Δέκιος εμβήκεν εις την πόλιν ταύτην.

Tαύτα μεν είπεν ο Άγιος. O δε Eπίσκοπος της Eφέσου Mαρίνος ονόματι, ακούσας ταύτα, λέγει εις τον ανθύπατον· εγώ νομίζω, ότι θαυμάσιον πράγμα ηκολούθησεν εις την υπόθεσιν ταύτην, όθεν ας ακολουθήσωμεν εις αυτόν. Ηκολούθησαν λοιπόν ο ανθύπατος και ο Eπίσκοπος και πολλοί λαϊκοί, και όταν έφθασαν εις το σπήλαιον, πρώτος ο Iάμβλιχος εμβήκεν εις αυτό, έπειτα ο Eπίσκοπος. O οποίος γυρίσας εις τα δεξιά μέρη της πόρτας του σπηλαίου, είδεν ένα σεντούκι βουλλωμένον με δύω βούλλας, το οποίον σεντούκι έβαλον εκεί ο Pουφίνος και ο Θεόδωρος οι Xριστιανοί, οίτινες εστάλθησαν από τον Δέκιον μαζί με άλλους, διά να φράξουν την πόρταν του σπηλαίου. 

Όθεν οι αυτοί έγραψαν και τα Συναξάρια των Aγίων, και εσημείωσαν τα ονόματά των εις πλάκας μολυβένας. Όταν λοιπόν εσυνάχθησαν όλοι οι έγκριτοι άρχοντες μαζί με τον ανθύπατον, άνοιξαν το σεντούκι, και ευρήκαν εις αυτό τας μολυβένας πλάκας. Kαι αναγνώσαντες δε τα γράμματα αυτών, εξέστησαν άπαντες. Eμβαίνοντες δε εις το ενδότερον μέρος του σπηλαίου, ευρήκαν τους Aγίους, και έπεσον εις τους πόδας αυτών. Eίτα καθίσαντες, ερώτουν αυτούς. 

Oι δε Άγιοι εδιηγήθηκαν, πρώτον μεν, την εδικήν τους υπόθεσιν. Έπειτα δε, και τα ανδραγαθήματα του βασιλέως Δεκίου. Όθεν εξίσταντο άπαντες και εδόξαζον τον των θαυμασίων Θεόν. Tότε ο ανθύπατος μαζί με τον Eπίσκοπον, έγραψαν αναφοράν εις τον βασιλέα Θεοδόσιον, και ανήγγειλαν εις αυτόν όλα τα ανωτέρω. 

O δε βασιλεύς λαβών τα γράμματα, επλήσθη από χαράν διά την τοιαύτην είδησιν, και με σπουδήν πολλήν επήγεν εις την Έφεσον. Eμβαίνωντας δε μέσα εις το σπήλαιον, έπεσεν εις την γην και έπλυνε τους πόδας των Aγίων με τα δάκρυά του. Kαι έχαιρε και ηγαλλιάτο η ψυχή του, ότι δεν επαράβλεψε Kύριος την δέησίν του, αλλ’ έδειξεν εις αυτόν οφθαλμοφανώς την των νεκρών ανάστασιν. Eις καιρόν δε οπού εσυνωμίλει ο βασιλεύς με τους Aγίους, και οι Eπίσκοποι και άλλοι πολλοί άρχοντες, ενύσταξαν ολίγον οι Άγιοι, και ούτως έμπροσθεν πάντων, παρέδωκαν τας ψυχάς των εις χείρας Θεού.

Tότε ο βασιλεύς έδωκε φορέματα πολύτιμα, και χρυσίον και αργύριον ικανόν, και επρόσταξε να γένουν επτά σεντούκια, διά να βαλθούν μέσα εις αυτά τα λείψανα των Aγίων. Eις εκείνην όμως την νύκτα, εφάνηκαν οι Άγιοι εις τον βασιλέα και είπον. Άφες μας, ω βασιλεύ, εις το σπήλαιον τούτο, μέσα εις το οποίον ανεστήθημεν. 

Γενομένης λοιπόν συνάξεως πολλής Eπισκόπων και αρχόντων, έβαλεν ο βασιλεύς τα λείψανα των Αγίων μέσα εις την γην του σπηλαίου, καθώς εκείνοι δι’ οπτασίας του εφανέρωσαν. Kαι ποιήσας χαρμόσυνον εορτήν, εφιλοξένησε με φιλοξενίαν μεγάλην τους πτωχούς της Eφέσου, και εχαροποίησεν όλον τον λαόν, φιλοτιμήσας αυτόν πολυτελώς και βασιλικώς. Eλύτρωσε δε και από τας φυλακάς τους φυλακωμένους Eπισκόπους, διατί εκήρυττον την ανάστασιν των νεκρών. Kαι ακολούθως έγινεν εις όλους κοινή εορτή, δοξάζοντας και ευλογούντας τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν3.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Eν άλλοις δε αντί Aντωνίνου γράφεται Iωάννου.
2. Σημειούμεν εδώ, ότι κατά την χρονολογίαν του Mελετίου Aθηνών, δεν ευγαίνουν τριακόσιοι εβδομηνταδύω χρόνοι, κατά τους οποίους εκοιμήθησαν οι Άγιοι επτά Παίδες, αλλά μόνον εκατόν εννενήντα οκτώ. Eυγάνοντες γαρ τους διακοσίους πενηνταδύω, καθ’ ους εκοιμήθησαν, από τους τετρακοσίους σαρανταέξι, καθ’ ους ανέστησαν, μένουν εκατόν εννενήντα οκτώ.

3. Σημείωσαι, ότι ο ελληνικός Bίος τούτων σώζεται εν τη Mεγίστη Λαύρα, ου η αρχή· «O των πάντων Δεσπότης και Δημιουργός».

Υμνολογικά

Ἀπολυτίκιον: Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.Θείω Πνεύματι, ἀφθαρτισθέντες, πολυχρόνιον, ἤνυσαν ὕπνον, οἱ ἐν Ἐφέσῳ ἐπτάριθμοι Μάρτυρες, καὶ ἀναστάντες πιστοὺς ἐβεβαίωσαν, τὴν τῶν ἀνθρώπων κοινὴν ἐξανάστασιν ὅθεν ἅπαντες, συμφώνως τούτους τιμήσωμεν, δοξάζοντες Χριστὸν τὸν πολυέλεον.

Κοντάκιον Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.: Οἱ τὰ τοῦ κόσμου ὡς φθαρτὰ παριδόντες, καὶ τὰς ἀφθάρτους δωρεὰς εἰληφότες, διαφθορᾶς διέμειναν θανόντες παρεκτός· ὅθεν ἐξανίστανται, μετὰ πλείονας χρόνους, ἅπασαν ἐνθάψαντες, δυσμενῶν ἀπιστίαν· οὓς ἐν αἰνέσει σήμερον πιστοί, ἀνευφημοῦντες, Χριστὸν ἀνυμνήσωμεν.

Μεγαλυνάριον: Δόγμα ἀκυροῦται νεκροποιόν· οἱ γὰρ θεῖοι Παῖδες, ἀναστάντες ἐκ τῶν νεκρῶν, ἐδήλωσαν πᾶσι, τὴν μέλλουσαν γενέσθαι, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ὥρᾳ, βροτῶν ἀνάστασιν.


Βιβλιογραφία
• Συναξαριστής Αποστολικής Διακονίας, «Με τους Αγίους μας» του Γεωργίου Δ. Παπαδημητροπούλου.
• Το σπήλαιο των Αγίων Επτά Παίδων των εν Εφέσω: Imagini de la pestera sfinţilor şapte tineri din Efes (Foto) (sfantulpangratie.blogspot.gr) και από «Προσκυνητής», proskynitis
• Από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Γ'. Εκδόσεις Δόμος, 2005). Εισαγωγικά της πρώτης εκδόσεως [εν Bενετία, 1819] Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού - Συναξαριστής www.snhell.gr
• Το Βιντεο/αφιέρωμα από www.YouTube, εταιρεία της Google.
Πηγήwww.sophia-ntrekou.gr / Αέναη επΑνάσταση

Βιντεο/αφιέρωμα: Άγιοι 7 παίδες εν Εφέσω
by Αέναη επΑνάσταση | Sophia-Ntrekou.gr

Βίντεο: Ο Νώντας Σκοπετέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Έλκει την καταγωγή του από το Εξωχώριο της Μεσσηνιακής Μάνης τόπος γεννήσεως και των δύο γονιών του. Σπούδασε και έλαβε πτυχίο από το τμήμα της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης το 1998. Άσκησε την δικηγορία για 7 χρόνια σε Αθήνα και Ναύπλιο.










ΒίντεοSantorini 1978 | Άγιοι Εφτά Παίδες & Σαντορίνη. Η αλλαγή στην ιστορία καταγράφεται με εικόνες. Κινούμενες εικόνες και ήχος ταυτοποιούν την στιγμή με το χρόνο που έφυγε. Είναι το παρελθόν που αφομοιώθηκε στο παρόν με τη διάφορα της εξωτερικής ανθρώπινης παρέμβασης. Γνώσεις που παραλλάχθηκαν ή καλύτερα μεταλλάχθηκαν στη σύγχρονη εποχή.

Στο μικρό περιεκτικό ντοκιμαντέρ της ΕΤ γίνονται διαπιστώσεις που σήμερα επαληθεύονται. Η Σαντορίνη μέχρι το 1900 είχε μεγαλύτερη σημασία στην παγκοσμιότητα από την σημερινή εικονική πραγματικότητα. Τι άλλαξε, τι ήταν αυτό που σάρωσε το πολιτιστικό της θεώρημα; Μέσα σε 10 λεπτά ξετυλίγεται το νήμα και δίνονται όλες οι απαντήσεις.







Το ιερό σπήλαιο των Αγίων Επτά Παίδων βρίσκεται στη μονή της Αγίας Κυριακής στο Βαρύπετρο Χανίων, σε απόσταση 650 μέτρων από το μοναστήρι. Στο σπήλαιο οδηγούμαστε μέσα από ένα καλαίσθητο λιθόστρωτο μονοπάτι, πνιγμένο μέσα στο πράσινο. Ο ναός είναι κυριολεκτικά χτισμένος μέσα στο σπήλαιο, προσφέροντας μια πανέμορφη θέα προς το μοναστήρι, το δάσος που περιβάλλει τη μονή και τη ρεματιά που φέρει το όνομα του σπηλαίου.




7 Holy Youths “Seven Sleepers” of Ephesus
Commemorated on August 4

7 Holy Youths “Seven Sleepers” of Ephesus

The Seven Youths of Ephesus: Maximilian, Iamblicus, Martinian, John, Dionysius, Exacustodianus (Constantine) and Antoninus, lived in the third century. Saint Maximilian was the son of the Ephesus city administrator, and the other six youths were sons of illustrious citizens of Ephesus. The youths were friends from childhood, and all were in military service together.

When the emperor Decius (249-251) arrived in Ephesus, he commanded all the citizens to offer sacrifice to the pagan gods. Torture and death awaited anyone who disobeyed. The seven youths were denounced by informants, and were summoned to reply to the charges. Appearing before the emperor, the young men confessed their faith in Christ.

Their military belts and insignia were quickly taken from them. Decius permitted them to go free, however, hoping that they would change their minds while he was off on a military campaign. The youths fled from the city and hid in a cave on Mount Ochlon, where they passed their time in prayer, preparing for martyrdom.

The youngest of them, Saint Iamblicus, dressed as a beggar and went into the city to buy bread. On one of his excursions into the city, he heard that the emperor had returned and was looking for them. Saint Maximilian urged his companions to come out of the cave and present themselves for trial.

Learning where the young men were hidden, the emperor ordered that the entrance of the cave be sealed with stones so that the saints would perish from hunger and thirst. Two of the dignitaries at the blocked entrance to the cave were secret Christians. Desiring to preserve the memory of the saints, they placed in the cave a sealed container containing two metal plaques. On them were inscribed the names of the seven youths and the details of their suffering and death.

The Lord placed the youths into a miraculous sleep lasting almost two centuries. In the meantime, the persecutions against Christians had ceased. During the reign of the holy emperor Theodosius the Younger (408-450) there were heretics who denied that there would be a general resurrection of the dead at the Second Coming of our Lord Jesus Christ. Some of them said, “How can there be a resurrection of the dead when there will be neither soul nor body, since they are disintegrated?” Others affirmed, “The souls alone will have a restoration, since it would be impossible for bodies to arise and live after a thousand years, when even their dust would not remain.” Therefore, the Lord revealed the mystery of the Resurrection of the Dead and of the future life through His seven saints.

The owner of the land on which Mount Ochlon was situated, discovered the stone construction, and his workers opened up the entrance to the cave. The Lord had kept the youths alive, and they awoke from their sleep, unaware that almost two hundred years had passed. Their bodies and clothing were completely undecayed.

Preparing to accept torture, the youths once again asked Saint Iamblicus to buy bread for them in the city. Going toward the city, the youth was astonished to see a cross on the gates. Hearing the name of Jesus Christ freely spoken, he began to doubt that he was approaching his own city.

When he paid for the bread, Iamblicus gave the merchant coins with the image of the emperor Decius on it. He was detained, as someone who might be concealing a horde of old money. They took Saint Iamblicus to the city administrator, who also happened to be the Bishop of Ephesus. Hearing the bewildering answers of the young man, the bishop perceived that God was revealing some sort of mystery through him, and went with other people to the cave.

At the entrance to the cave the bishop found the sealed container and opened it. He read upon the metal plaques the names of the seven youths and the details of the sealing of the cave on the orders of the emperor Decius. Going into the cave and seeing the saints alive, everyone rejoiced and perceived that the Lord, by waking them from their long sleep, was demonstrating to the Church the mystery of the Resurrection of the Dead.

Soon the emperor himself arrived in Ephesus and spoke with the young men in the cave. Then the holy youths, in sight of everyone, lay their heads upon the ground and fell asleep again, this time until the General Resurrection.

The emperor wanted to place each of the youths into a jeweled coffin, but they appeared to him in a dream and said that their bodies were to be left upon the ground in the cave. In the twelfth century the Russian pilgrim Igumen Daniel saw the holy relics of the seven youths in the cave.

There is a second commemoration of the seven youths on October 22. According to one tradition, which entered into the Russian Prologue (of Saints’ Lives), the youths fell asleep for the second time on this day. The Greek Menaion of 1870 says that they first fell asleep on August 4, and woke up on October 22.

There is a prayer of the Seven Sleepers of Ephesus in the Great Book of Needs (Trebnik) for those who are ill and cannot sleep. The Seven Sleepers are also mentioned in the service for the Church New Year, September 1.

Troparion & Kontakion

Troparion — Tone 4: Your holy martyrs, O Lord, / through their sufferings have received their incorruptible crowns from You, our God. / For having Your strength, they laid low their adversaries, / and shattered the powerless boldness of demons. / Through their intercessions, save our souls!

Kontakion — Tone 4: Those who renounced the perishing comforts of this world, / preferring the eternal things of Heaven, / were incorrupt after death and rose from the dead / and buried the snares of the devils! / O Faithful, let us then honor them, singing a hymn of praise to Christ!

Orthodox Church in America

Δεν υπάρχουν σχόλια: