3 Σεπ 2020

Μάνος Κατράκης, η επιβλητική φυσιογνωμία της τέχνης (Αφιέρωμα)

Ο Μάνος Κατράκης έφυγε από την
ζωή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984.

της Σοφίας Ντρέκου

Κορυφαίος και πολυαγαπητός ηθοποιός/πρωταγωνιστής του κινηματογράφου και θιασάρχης. Στο θέατρο συνεργάστηκε με ιερά τέρατα όπως ο Μυράτ και η Κοτοπούλη κερδίζοντας τον θαυμασμό και των πιο απαιτητικών κριτικών, ενώ μέσω του κινηματογράφου έγινε γνωστός και αγαπητός σε όλους τους Έλληνες.

Επιβλητική φυσιογνωμία, ψηλός, ευθυτενής, με χαρακτηριστική ηχηρή φωνή και έναν αέρα αριστοκρατικότητας, υποδυόταν συνήθως χαρακτήρες στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας (βασιλείς, γαιοκτήμονες-τσιφλικάδες, εφοπλιστές, βιομηχάνους, πολιτικούς κλπ).

Μάνος Κατράκης (Καστέλι Κισσάμου, 
14 Αυγούστου 1908 – 2 Σεπτεμβρίου 1984)

Ήταν το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του εμπόρου Χαράλαμπου Κατράκη και της Ειρήνης. Πριν συμπληρώσει τα 10 του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα καθώς οι δουλειές του πατέρα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και θεώρησαν πως η πρωτεύουσα θα προσέφερε περισσότερες επαγγελματικές ευκαιρίες από τη Μεγαλόνησο. Κάποια στιγμή σε νεαρή ηλικία αναγκάζεται να γίνει ο προστάτης της οικογένειας, καθώς ο πατέρας του λείπει πια συνεχώς και ο μεγαλύτερος αδελφός του Γιάννης κατοικεί στην Αμερική.

Ο Κατράκης στα νεανικά του χρόνια έπαιξε ποδόσφαιρο και αγωνιζόταν στην θέση του σέντερ Μπακ. Έπαιζε αρχικά στην ανεξάρτητη ομάδα του «Κεραυνού Πολυγώνου» και το 1925 μεταπήδησε στον Αθηναϊκό. Με τον Αθηναϊκό αγωνίστηκε στα πρωταθλήματα της Ε.Π.Σ.Α το 1924-25 όπου τερμάτισε τρίτος στον όμιλο του και την περίοδο 1925-26 όπου τερμάτισε έκτος.

Καριέρα

Ο Κατράκης εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε θεατρική σκηνή στην Αθήνα το 1927. Ο σκηνοθέτης Κώστας Λελούδας ενθουσιάστηκε από τη δυναμικότητά του. Έναν χρόνο μετά έπαιξε στην πρώτη ελληνική βουβή ταινία με τίτλο «Το λάβαρο του '21» (1928). Παράλληλα συμμετείχε σε θεατρικές παραστάσεις τοπικών θιάσων, μεταξύ των οποίων ο «Θίασος Νέων» του Ανδρέα Παντόπουλου και ο θίασος της Μαρίκας Κοτοπούλη. Το 1931 μπήκε στο Εθνικό Θέατρο.

Τη δεκαετία του 1930 γνωρίστηκε με τον μαέστρο Δημήτρη Μητρόπουλο και έγιναν φίλοι. Από το 1933 έπαιξε κατά σειρά με τους θιάσους Λουδοβίκου Λούη, Μήτσου Μυράτ, Βασίλη Αργυρόπουλου και Μαρίκας Κοτοπούλη μέχρι το 1935, όταν επαναπροσλήφθηκε από το Εθνικό θέατρο.

Το 1955 ίδρυσε το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο και το 1977 το Μικρό Λαϊκό Θέατρο. Θα γράψει σε πρόγραμμα παράστασης το 1955: «Πριν από τριάντα χρόνια αντίκρισα για πρώτη φορά τα φώτα της ράμπας από τη μικρή κι  αξέχαστη σκηνούλα του θεάτρου των «Νέων του Παγκρατιού». Ήταν μια νύχτα του Ιουνίου  του 1928. Γιάννης Ξανθάκης λεγόταν ο άνθρωπος που με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε στο «Ντελίς», στην πρόβα του θιάσου, που έπαιζε κείνη την εποχή στο Παγκράτι υπό τους Παντόπουλο και Νικολόπουλο. Σήμερα, ύστερα από τρεις δεκαετηρίδες, έχω τη μεγάλη ευτυχία να διευθύνω το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο».

Πόλεμος-Κατοχή-Αντίσταση-Εξορία

Ο Κατράκης συμμετείχε στο μέτωπο και νυμφεύτηκε δεύτερη φορά αλλά ξαναχώρισε. Επίσης, έχασε τα δίδυμα παιδιά του. Το 1943, όταν ανέλαβε Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών συνέβαλε στην ίδρυση του Κρατικού θεάτρου Θεσσαλονίκης.

Ο Κατράκης εντάχθηκε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και πολέμησε στην Εθνική Αντίσταση. Η πεισματική άρνησή του να υπογράψει «δήλωση μετανοίας και αποκήρυξης των κομμουνιστικών ιδεών» οδήγησε σε διώξεις, βασανιστήρια και εξορία στη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη για σχεδόν επτά χρόνια. Η φιλία του και η κοινή πορεία με συναγωνιστές του, όπως ο Γιάννης Ρίτσος, ο Τζαβαλάς Καρούσος και ο Γιάννης Χοντζέας, τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τις δραματικές αυτές στιγμές. Ταυτόχρονα εμψύχωνε συντρόφους του στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 επιστρέφει στην Αθήνα οριστικά, το μετεμφυλιακό κλίμα είναι βαρύ. Αναγκάζεται να εργαστεί ευκαιριακά (στο ραδιόφωνο στην αρχή) αλλά σιγά-σιγά έπαιρνε μικρούς ή μεγαλύτερους ρόλους στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Εδώ βλέπετε ολόκληρη την ταινία «Το Μπλόκο» (1964)
με πρωταγωνιστή τον αξέχαστο ηθοποιό Μάνο Κατράκη,
εμπνευσμένη από τη μαζική εκτέλεση 176 Ελλήνων
αγωνιστών από τους Γερμανούς στις 17 Αυγούστου 1944.
Η σκηνή μετά το 1:11:08 με ανατριχιάζει.
http://www.sophia-ntrekou.gr/2017/10/to-vlemma-thanatou.html

Επαγγελματική καταξίωση

Το 1951-1952 διοργανώνει «ποιητικές απογευματινές» στο θέατρο Μουσούρη. Το 1952 πρωταγωνίστησε στον «Προμηθέα» του Αισχύλου με τον Θυμελικό θίασο του Καρζή σε Δελφούς και Αθήνα, όπου μετά την παράσταση δέχεται την έκφραση συγχαρητηρίων από τους Βασιλείς. Ακολούθως πρωταγωνίστησε στον θίασο της Κοτοπούλη και το 1953 οργάνωσε δικό του θίασο. Από το 1954 εργαζόταν στο Θεάτρου Αθηνών και από το επόμενο έτος το Εθνικό Λαϊκό Θέατρο.

Προσωπική ζωή

Νυμφεύτηκε σε ηλικία 25 ετών την, επίσης ηθοποιό, Άννα Λώρη, αλλά σύντομα χώρισαν. Το 1954, μετά από μία θεατρική πρεμιέρα, γνώρισε την τρίτη σύζυγό του, Λίντα Άλμα.

Θάνατος

Η συνεχής καταπόνηση του οργανισμού του του δημιούργησε με τον καιρό προβλήματα και η υγεία του εξασθένησε. Αρνήθηκε να ακολουθήσει αυστηρό πρόγραμμα θεραπείας, όντας καπνιστής. Έτσι, λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της τελευταίας ταινίας όπου πρωταγωνίστησε με τίτλο «Ταξίδι στα Κύθηρα», απεβίωσε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών, λόγω καρκίνου του πνεύμονα. Μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν μέλος του ΚΚΕ. Κηδεύτηκε στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Φιλμογραφία

Βιβλιογραφία: Δημήτρη Καραγκούνη, Δημήτρη Μανίκα, Η Ιστορία του Αθηναϊκού, 1917-1988, 70 χρόνια, Αθήνα 1987, σελ. 22 και 23.

by Αέναη επΑνάσταση

Ακούστε τον στο βίντεο να απαγγέλλει μοναδικά και συγκλονιστικά στο Λυκαβηττό το 1977, την μεγάλη Έξοδο - Η Πορεία προς το Μέτωπο (Άξιον Εστί): Η Πορεία προς το Μέτωπο (Άξιον Εστί) Απαγγέλλει ο Μάνος Κατράκης

Βίντεο: Σκηνή από την ταινια «Ταξίδι στα Κύθηρα». Ο Γέροντας (Μάνος Κατράκης) μιλάει στον θάνατο, γιατί νιώθει κοντά την ανάσα του. Λίγους μήνες μετά από την ολοκλήρωση της ταινίας, ο Κατράκης θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 2 Σεπτεμβρίου του 1984, σε ηλικία 76 ετών.


Μάνος Κατράκης: «Οι καλύτερες διακοπές μου 
ήταν η περίοδος της πεντάχρονης εξορίας μου»
«Πορεύτηκα μάλλον έντιμα στη ζωή μου, και στην πολιτική και στην ιδιωτική, και στην επαγγελματική μου ζωή. Και κει ίσως οφείλω ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της σημερινής τοποθέτησης που έχει κάνει ο κόσμος στη δουλειά μου: στην εντιμότητά μου, στο ότι δεν είμαι άνθρωπος των παραχωρήσεων, των υποχωρήσεων…»
Στο περιοδικό τέχνης «Πολιτιστική» που κυκλοφόρησε από το 1984 έως το 1987 είχε δώσει συνέντευξη. Θα μιλήσει για τις δουλειές που έκανε πριν το θέατρο, για το ξεκίνημά του στη σκηνή, για τις αντιζηλίες, τις αυλές, για την αγωνιστική ζωή του, τα κυνηγητά, τις εξορίες, για την πνευμονία που άρπαξε μετά από θητεία δεκαετιών στα υπόγεια θέατρα, για τη θεατρική παιδεία στην Ελλάδα, τους νέους, και τα σχέδιά του. Ο λόγος του είναι χειμαρρώδης, ασυγκράτητος, μα όχι φλύαρος, δομημένος στέρεα, μεστός και ουσιαστικός. Ένας Κατράκης αποκαλυπτικός, διδακτικός και απολαυστικός. Απολαύστε τον και εσείς.
Είχατε πει παλιότερα ότι δεν σας αρέσουν τα στέρφα λόγια και πως ό,τι είναι να πείτε το λέτε με τη δουλειά σας. Όμως θα ήθελα να μας μιλήσετε για τον άνθρωπο Μάνο Κατράκη.
Το να μιλάει κανείς για τον εαυτό του είναι δύσκολο. Τι να σας πω; Εγώ είμαι ένα απλό παιδί. Ξεκίνησα απ’ το άκρο δυτικό της Κρήτης: μας έφερε η μάνα μου στην Αθήνα για να μας κάνει ανθρώπους. Πάρα πολλές ταλαιπωρίες και κακουχίες και δυστυχίες και κατατρεγμοί, λόγω της καταγωγής μας, που ’μαστε απ’ την Κρήτη, και με τα βενιζελοβασιλικά που όποιοι ήτανε Κρητικοί ήτανε κόκκινο πανί. Περάσαμε των παθών μας τον τάραχο, εδώ στην Παλιά Ελλάδα, που λέμε. Και καταλαβαίνετε ότι οι δυσκολίες της ζωής ήτανε τεράστιες και για να σπουδάσει κανείς και για να βρει το δρόμο του.

Εγώ βέβαια δεν ξεκίνησα για ηθοποιός. Δεν ήξερα καλά-καλά τι θα πει θέατρο. Ξεκίνησα για μια πιο θετική δουλειά. Δηλαδή στην αρχή ήμουνα αφιονισμένος με τη θάλασσα, ήθελα να γίνω ναυτικός. Κάναμε ένα γαμπρό που ανακατευόταν με τις οικοδομές, ήθελε να με κάνει μηχανικό οικοδομών, πήγα στο μικρό Πολυτεχνείο, δεν το τελείωσα, τελικά, συμπτωματικά τελείως, βρέθηκα στο θέατρο. Αυτά σας τα λέω τώρα με άλματα μεγάλα, τεράστια άλματα. Τελείως συμπτωματικά βρέθηκα στο θέατρο, σ’ ένα χώρο που δεν είχα καμιά οικείωση και μπορώ να πω ότι ακόμα δεν την έχω. Θέλω να πω ότι η νοοτροπία του θεάτρου δεν μ’ έχει αιχμαλωτίσει, δεν μ’ έχει πάρει με το μέρος της εντελώς. Όπως είναι οι τρόποι που μεταχειρίζονται οι άνθρωποι στο θέατρο. Όχι ότι είναι τρόποι ανεπίτρεπτοι, όχι, αλλά χρειάζεται κάποια ευελιξία, κάποια ανοχή πολλές φορές, ίσως, κάποια ένταξη σε κάποιο ρεύμα ή σε μια αυλή ενός ισχυρού θεατρικού παράγοντα.

Όταν ήμουν στο Εθνικό Θέατρο οι σκηνοθέτες μεταξύ τους είχαν αντιζηλίες, ο ένας είχε τη μία του αυλή, ο άλλος την άλλη του αυλή, οι διευθυντές είχαν τα σαλόνια τους με τις αυλές τους κλπ. Εγώ δεν ήμουνα ποτέ ικανός να ενταχθώ πουθενά. Και καταλαβαίνετε ότι όλη αυτή η ιστορία μου δημιούργησε κάποιες δυσκολίες. Μιλώντας για τον εαυτό μου και συνοψίζοντας αυτά πού σας λέω και με πολλά άλλα γεγονότα που για να τα πούμε χρειάζονται ίσως μέρες και όχι ώρες, εκείνο που μπορώ να πω για τον εαυτό μου υπεύθυνα -χαίρομαι που είμαι σε θέση στα 75 μου χρόνια να το διαπιστώνω και να το λέω- είναι ότι η ζωή μου υπήρξε μια ζωή φαινομενικά ήρεμη, ουσιαστικά όμως φοβερά ανήσυχη, φαινομενικά ίσως λίγο άτονη, ουσιαστικά φοβερά έντονη και αγωνιστική.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι πορεύτηκα μάλλον έντιμα στη ζωή μου, και στην πολιτική και στην ιδιωτική, και στην επαγγελματική μου ζωή. Και κει ίσως οφείλω ένα πάρα πολύ μεγάλο μέρος της σημερινής τοποθέτησης που έχει κάνει ο κόσμος στη δουλειά μου: στην εντιμότητά μου, στο ότι δεν είμαι άνθρωπος των παραχωρήσεων, των υποχωρήσεων. Παραχωρήσεις βέβαια και ο λεγόμενος «θεός» μπορεί να έχει κάνει, πολλές φορές για χάρη του υιού του Ιησού ή της παρθένου Μαρίας. Φυσικά κι εγώ πιθανόν να έχω κάνει μερικές παραχωρήσεις αλλά τέτοιες: «θεϊκές». Δεν έχω κάνει πολλές παραχωρήσεις. Αυτά μπορώ να σας πω για τον εαυτό μου, συνοψίζοντας τη ζωή μου.
Πείτε μας για το θέατρο και τη δική σας 55χρονη πορεία στο χώρο του.
Ο Μάνος Κατράκης

Δύσκολα χρόνια, πολύ δύσκολα. Πέρασα πάρα πολύ δύσκολες στιγμές. Ήρθαν στιγμές που ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, μάλιστα σε μια περίοδο τελείως καθοριστική της παραπέρα πορείας μου και της εξέλιξής μου. Ήτανε το 1946. Στο θέατρο «Ρεξ» έγινε ένας μικρός πειραματικός θίασος, παράρτημα του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη, με την επωνυμία «Αυλαία», και με την εμπνευσμένη διεύθυνση του Τάκη Μουζενίδη, ενός σκηνοθέτη που έμελλε να γίνει ο μόνιμος σχεδόν συνεργάτης μου στα κατοπινά χρόνια, όταν έκαμα το «Λαϊκό Θέατρο». Οφείλω πολλά στη συνεργασία μου, του «Λαϊκού Θεάτρου», με τον Μουζενίδη. Τότε λοιπόν ανεβάσαμε 4 έργα: τον «Δον Κάρλος» του Σίλερ, ένα έργο επαναστατικό, το έργο του Τσβάιχ, «Του φτωχού τ’ αρνί», επίσης προοδευτικό έργο, το επαναστατικό έργο είναι «Άνθρωπος του διαβόλου» του Μπέρναρντ Σω και το κορύφωμα, το επιστέγασμα της χρονιάς εκείνης ήτανε το εγχείρημα να ανεβάσουμε την «Τρικυμία» του Σαίξπηρ, που περιέχει έναν τεράστιο ρόλο, το ρόλο του Πρόσπερου, που είχε ανατεθεί σε μένα.

Εγώ ήμουνα βέβαια το βασικό στέλεχος της δουλειάς αυτής μαζί με άλλα αξιόλογα στελέχη, τον Νίκο Χατζίσκο, τον Νίκο Τζόγια, τον Γιώργο Δρακόπουλο, τον Κώστα Παππά και διάφορους άλλους. Ο ρόλος όμως έσπαγε κόκαλα, ήθελε πολλή πείρα, πολλή ωριμότητα και πολλά άλλα στοιχεία που έπρεπε να έχει ένας ηθοποιός. Με βασάνισε τόσο πολύ που κάποτε ορκίστηκα στον εαυτό μου και στο «θεό του θεάτρου» ―διότι ο «θεός του θεάτρου» είναι ξεχωριστός απ’ τους άλλους θεούς― ότι, αν αποτύχω, θα φύγω απ’ το θέατρο. Και πράγματι, βασανίστηκα πάρα πολύ για να βγάλω τον ρόλο. Το αποτέλεσμα ήταν, δυστυχώς, ευνοϊκό για τις τότε προσδοκίες μου. Γιατί λέω «δυστυχώς»; Είναι άλλο θέμα αυτό, δεν θα επεκταθώ. Θα το εξηγήσω με δυο λόγια μοναχά. Πέτυχα λοιπόν στον Πρόσπερο και φυσικά δεν έφυγα απ’ το θέατρο.

Είπα «δυστυχώς» γιατί όταν κανείς δουλεύει όπως δούλεψα εγώ ―και δουλεύουν κι άλλοι άνθρωποι βέβαια, δεν είμαι ο μόνος στο θέατρο― δεν χαίρεται ζωή. Δεν ζεις, δεν έχεις Κυριακή, δεν έχεις σχόλη, δεν έχεις γιορτή, δεν έχεις καθημερινή, δεν έχεις ανάπαυλα, δεν έχεις διακοπές. Η πρώτη φορά που επιχείρησα να κάνω διακοπές στη ζωή μου, πιστέψτε το, είναι τώρα. Κι αν σας πω ότι οι καλύτερες διακοπές μου ήταν η περίοδος της πεντάχρονης εξορίας μου; Παρά τους βασανισμούς, παρά τα μαρτύρια, παρά τις κακουχίες, πιστέψτε με, είχαμε κάποιες στιγμές που αναπνέαμε καθαρό αέρα, με καταλαβαίνεις; Εδώ δεν τις έχουμε ούτε αυτές τις στιγμές. Αυτό που σου λέω είναι γεγονός. Μπορεί στη Μακρόνησο να με λιανίσανε στο ξύλο, αλλά όταν την άλλη μέρα το πρωί ξύπνησα και πήρα μια βαθιά ανάσα, ανάπνευσα ιώδιο, αέρα καθαρό, και ο αέρας ο καθαρός και το ιώδιο, πίστεψέ με, ήταν τα γιατρικά και τα φάρμακά μας την εποχή εκείνη. Το παιδί όταν γεννιέται, και το βάζουν στα μπαμπάκια και το προσέχουν μην κρυώσει και το μπουμπουλώνουνε, γίνεται φιλάσθενο και ασθενικό. Όταν τ’ αφήνουνε στο χώμα γίνεται θηρίο.

Θα μου πείτε: τι θες Κατράκη τώρα, να γυρίσουμε πίσω στις πρωτόγονες… Όχι, αλλά ο άνθρωπος προσπαθεί ν’ αποφύγει ό,τι είναι δυνατόν, μπας και κρυώσει μπας και το ’να μπας και τ’ άλλο. Εδώ η φυσικοθεραπεία σήμερα σχεδόν κοντεύει να καταργήσει, ας πούμε, την επιστημονική φαρμακολογία. Δηλαδή όλες αυτές οι εκατοντάδες χιλιάδες τα φάρμακα που υπάρχουν, θα μπορούσαν να είχαν μειωθεί στο ελάχιστο αν ακολουθούσαμε μια φυσική ζωή οι άνθρωποι. Να μάθουμε ν’ αντέχουμε το κρύο, να μαθαίνουμε να περπατάμε, να μαθαίνουμε να γυμναζόμαστε λιγάκι, να μαθαίνουμε να τρώμε και όσπρια, και τη σαρδέλα και το μπιφτέκι, και το φιλέτο, να τρώμε κυρίως φυσικές τροφές, λάχανα, χόρτα, σπόρους. Δεν θα είχαμε τώρα το να περνάει η ζωή μας μέσα από ένα σάντουιτς ή από ένα τοστ με ζαμπόν και φρέσκο βούτυρο και κάτι πασαλειμμένες κονσερβοποιημένες κρέμες, που ποιος ξέρει τι προσθέτουν στον ήδη κλονισμένο οργανισμό μας. Τώρα γιατί σας τα λέω αυτά τα πράγματα. Δεν είμαι γιατρός. Αλλά για να σας δώσω να καταλάβετε τη δίψα μου να ζήσω κι εγώ κάποιες στιγμές όπως ονειρευόμουνα όταν ήμουνα παιδί, που ήμουνα φοβερά ελεύθερο παιδί και με πετροπολέμους και με εκδρομές και με φουτμπόλ και με πορείες και με ορειβασίες…

Όταν μπήκα στο θέατρο τα ’χασα όλα αυτά. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Κλείστηκα σ’ ένα κουτί, και μάλιστα αυτά τα τελευταία χρόνια στα υπόγεια αυτά, τα καταραμένα υπόγεια που λέγονται θέατρα, αυτά που θα ’πρεπε να είχαν απαγορευτεί δια νόμου, σαν χώροι που ενσταβλίζονται μέσα χιλιάδες άνθρωποι κάθε βράδυ και αναπνέουν ο ένας τα χνώτα του αλλουνού, χωρίς ούτε εξαερισμό καν. Ξέρετε ότι τα περισσότερα θέατρα, τα υπόγεια, έχουν αυτόματες αντλίες που δουλεύουν νυχθημερόν και βγάζουν τα νερά από κάτω; Εγώ εκεί έπαθα πνευμονία, στο «Μπροντγουαίη», εκεί πήρα πνευμονία. Διότι η αντλία ήτανε δίπλα μου. Αν σταματήσει μια στιγμή, πλημμυρίζει το θέατρο. Είμαστε 30 μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια του εδάφους. Και όλα τα θέατρα. Ποια να πάρουμε; Το «Μπροντγουαίη», του Χατζηχρήστου», το «Άλφα», του «Βεάκη» απέναντι, τα περισσότερα θέατρα είναι υπόγεια. Καταγώγια. Δεν είναι θέατρα αυτά. Εκεί μέσα περνάει η ζωή μας. Σε κάποια καμαρίνια στενά, ανύπαρκτα, με ανύπαρκτες συνθήκες διαβίωσης.

Λοιπόν, πώς να μη λαχταράω ν’ αναπνεύσω λίγον αέρα; Δυστυχώς δεν είχα αυτή τη χαρά. Δεν λέω, ορισμένοι συνάδελφοί μου τα καταφέρανε. Αλλά επειδή ήμουνα ίσως λιγάκι πιο ανήσυχος, οι ασχολίες μου ήταν πολύ περισσότερες, επεκτεινόντουσαν και έξω από την επαγγελματική μου ζωή, και στην πολιτική μου ζωή και γενικότερα στα κοινωνικά θέματα. Δεν είχα και θέατρο μόνιμο στην ΑΘήνα, μια στέγη μόνιμη, παρά ήμουνα σαν τον Θέσπη, πότε δω πότε κει, έκανα περισσότερο περιοδείες. Μες στην Αθήνα ελάχιστα έχω δουλέψει συστηματικά, να πω ότι έχω ένα θέατρο δύο τρία χρόνια, τέσσερα χρόνια και κάνω μια δουλειά. Εκτός απ’ τα τελευταία τρία τέσσερα χρόνια, που ήμουνα στο «Μπροντγουαίη» κι ανέβασα τρία τέσσερα έργα, μέσα σ’ αυτά και το «Ντα» και στέργιωσα.

Το θέατρο είναι περίεργο: μπορεί να είσαι πρώτης τάξεως θίασος, πρώτης τάξεως ηθοποιός, αλλά άμα δεν το ξέρουν το θέατρο, την πόρτα του θεάτρου, πού να σε βρούνε; Σε ψάχνουν εδώ, σε ψάχνουν εκεί. Όταν είσαι τον ένα χρόνο εδώ, δυο χρόνια δεν παίζεις στην Αθήνα το χειμώνα, μετά πας αλλού, άλλα τρία τέσσερα χρόνια δεν παίζεις, μετά πας αλλού… πού να σε βρούνε; Βλέπετε ο Κώστας Μουσούρης και η Μαρίκα Κοτοπούλη παλιά και η Αλίκη τώρα με το θέατρο που έχει, κι ο Ληναίος, που έχουνε χρόνια το θέατρό τους, έχουνε πλέον πελατεία, δημιουργούν πελατεία. Είναι όπως τα γνωστά μαγαζιά. Καταλάβατε; Είναι τα μαγαζιά. Το μαγαζί. Βέβαια όταν σπιθίσει ένα έργο, όταν είναι ένα έργο που θα κάνει αυτό που λέμε στο θέατρο «μπαμ», τότε στην άκρη τού κόσμου να είναι το θέατρο θα το βρούνε. Δεν θα ’ρθούνε βέβαια όσοι θα ερχόντουσαν αν ήταν σ’ ένα κεντρικό σημείο, αλλά πάντως θα ’ρθούνε. Δεν υπάρχει θέμα. Αλλά αυτό είναι σπάνιο. Δεν συμβαίνει συχνά στο θέατρο το «μπαμ». Μιλάω για το σοβαρό θέατρο, το θέατρο πρόζας. Δεν λέω ότι δεν είναι σοβαρό το λεγόμενο ελαφρό θέατρο, το μιούζικαλ ή η επιθεώρηση.

Απεναντίας. Κι αυτό σοβαρότατο θέατρο είναι. Όταν γίνεται σωστά είναι σοβαρότατο, πολλές φορές είναι σοβαρότερο από το λεγόμενο σοβαρά θέατρο. Θέλω να πω ότι έχει ίσως περισσότερες δυσκολίες. Ένα σωστό μουσικό θέατρο, με σωστούς ηθοποιούς του μουσικού θεάτρου. Οι ηθοποιοί αυτοί είναι άξιοι θαυμασμού. Διότι πρέπει να ξέρουν όχι μονάχα να μιλάνε, να αλλάζουν, και γρήγορα μάλιστα, χαρακτήρα και φάτσες, αλλά και να χορεύουν, να τραγουδάνε και χίλια δυο πράγματα να κάνουνε. Πράγματα που εμείς δεν ξέρουμε. Αν μας βάλετε εμάς, τους περισσότερους, να χορεύουμε, να τραγουδάμε, δεν ξέρουμε. Κακώς. Είναι θέμα παιδείας πλέον, θεατρικής παιδείας. Κακώς δεν το ξέρουμε. Εν πάση περιπτώσει έτσι συμβαίνει στην Ελλάδα.
Ποια είναι η κατάσταση της θεατρικής παιδείας στην Ελλάδα; Πώς βλέπετε τους νέους ανθρώπους του θεάτρου;
Η θεατρική παιδεία στην Ελλάδα είναι άθλια, σε γενικές γραμμές. Για μένα είναι απαράδεκτη. Και γι’ αυτό ήμουνα κι εναντίον της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, γιατί από κάθε σχολή, ανεξάρτητα από επάνδρωση ικανή να μορφώσει και να βγάλει σωστούς τεχνίτες του θεάτρου, έβγαινε το κάθε παιδί ηθοποιός. Έπαιρνε ένα χαρτί και σου λέει: γράφει ηθοποιός εδώ. Με το «ό,τι δηλώσεις» του Τσαρούχη γινόσουνα ηθοποιός, κατάλαβες; Λοιπόν, οι άνθρωποι αυτοί ήτανε ατελέστατα μορφωμένοι θεατρικά. Δεν μιλάω για όλες τις σχολές, αλλά για τις περισσότερες, τη συντριπτική πλειοψηφία των σχολών αυτών. Δεν είμαι εναντίον της θεατρικής παιδείας, μη γίνει παρεξήγηση. Απεναντίας μάλιστα. Είμαι υπέρ της θεατρικής παιδείας αλλά είμαι και υπέρ του περιορισμού των σπουδαστών στη θεατρική παιδεία και υπέρ της δυνατότητας της απορρόφησης των πτυχιούχων, αμέσως, σχεδόν, σε διάφορους θιάσους. Γιατί αλλιώτικα δημιουργούμε κηφήνες, ακαμάτες και αργόσχολους.

Πώς μπορούν τώρα να δουλέψουν οι κάπου 3.000 ηθοποιοί που υπάρχουν όταν δεν δουλεύουν πάνω από 500; Οι υπόλοιποι τι κάνουν; Δεν ξέρω τι κάνουν. Δεν είναι καλύτερα τα χέρια αυτά να μπουν ας πούμε δημιουργικά σε άλλες δουλειές, σε οποιαδήποτε δουλειά, σε άλλες επιστήμες, σε άλλα επαγγέλματα; Το σανίδι είναι γλυκό, δεν φεύγει κανείς εύκολα από το σανίδι. Δεν φτάνει το ταλέντο για να είσαι καλός ηθοποιός, για να μείνεις καλός ηθοποιός. Δεν λέω να γίνουν όλοι πρωταγωνιστές, δεν γίνονται όλοι. Το θέατρο δεν ζει μόνο με πρωταγωνιστές, ζει και με βοηθητικά πρόσωπα, αλλά τα βοηθητικά πρόσωπα να ξέρουνε τι λένε, να ξέρουνε πού πατάνε, να ξέρουνε πώς τα λένε. Πρώτα πρώτα να ξέρουνε, να μαθαίνουνε την ελληνική γλώσσα. Γιατί σπάνια, λίγοι απ’ αυτούς μιλάνε ελληνικά. Μιλάνε παρεφθαρμένα ελληνικά.

Τριάντα σου λέει, φεγγάρι. Δεν είναι ούτε τριά-ντα, ούτε φε-γγάρι. Είναι τριάν-τα και φε(ν)γγάρι. Αυτό το ν, το μικρό αυτό γραμματάκι που λέγεται ν, ενδιάμεσα, στην εκφορά του λόγου, έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη μουσικότητα, για τον ήχο και την αισθητική μιας γλώσσας. Στις ξένες χώρες, πάρτε την αγγλική σχολή ας πούμε, οι απόφοιτοι μαθητές μιας σχολής μιλάνε άπταιστα, αλάθητα τη γλώσσα τους, πολύ ωραία, καταλαβαίνεις τι λένε. Εδώ τρομάζεις να πάρεις μια φράση σωστή απ’ τη σκηνή, από πόσους ανθρώπους να πάρεις σωστή φράση; Πόσοι άνθρωποι μιλάνε σωστά στο ελληνικό θέατρο; Κατά τη γνώμη μου η θεατρική παιδεία είναι ελλειπής. Αν ιδρυθούν ακαδημίες σωστές, επανδρωμένες με σωστά στελέχη, πρέπει οι σχολές αυτές να διαλυθούν. Βέβαια ο ηθοποιός πρέπει να ’ναι ελεύθερος να διαλέγει τη σχολή του και που θα πάει να σπουδάσει. Όσα χρόνια θέλει να σπουδάζει. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να παίρνει δίπλωμα ότι είναι ηθοποιός. Τι δίπλωμα ηθοποιού; Δεν υπάρχει δίπλωμα ηθοποιού. Μπορεί κάποιος να είναι καλύτερος ηθοποιός κι από μένα κι απ’ όλους τους άλλους. Αν του δοθεί η ευκαιρία, να βγει στο σανίδι να τα πει. Αν θέλει από κει και πέρα να σπουδάσει και να προχωρήσει, τότε να πάει να μορφωθεί σε μια σχολή, στο εξωτερικό, όπου θέλει να πάει.
Τι ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό; Ποια είναι τα σχέδιά σας για το μέλλον;
Για το μέλλον είναι πολλά τα σχέδιά μου. Εξαρτάται πρώτα από την υγεία βέβαια, το κύριο, το βασικό θέμα. Παίζω στην πολυθρύλητη ταινία του Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», που σταμάτησε πέρυσι λόγω καιρικών συνθηκών και μιας αρρώστιας δικής μου, που έτυχε να πάρω μια πνευμονία εκεί πάνω. Παράλληλα παίζω κι ένα μικρό χαρακτηριστικό ρόλο στην ταινία του [Νίκου] Τζίμα «Λευτεριά χωρίς σύνορα» [η ταινία θα βγει στις αίθουσες με τοην ονομασία «Τα χρόνια της θύελλας»]. Ύστερα από μια αποχή θεληματική, εμφανίζομαι σ’ ένα καινούργιο θέατρο. Εγκαινιάζω το «Ελληνικό» με το έργο «Ταμπού» του Ιταλού συγγραφέα Νικόλα Μπανσάρι. Είναι ένα έργο με δυο πρόσωπα, αλλά είναι πολύ ενδιαφέρον. Επίσης το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» θ’ ανεβάσει ένα καινούργιο έργο του Γιώργου Παπακυριάκη, συγγραφέα του «Δατς ωλ». Το θέατρο «Ελληνικό» θα αποτελέσει τη μόνιμη πια στέγη του «Λαϊκού Θεάτρου». Στη συνέχεια θ’ αναγγείλω ίσως ένα ρεπερτόριο για τα δύο πρώτα χρόνια της εγκατάστασής μου στο θέατρο αυτό και τις προθέσεις μου. Επίσης μέσα στα σχέδιά μου τα μελλοντικά είναι η επαναλειτουργία ―λέω επαναλειτουργία γιατί είχε αρχίσει να λειτουργεί― του «Μικρού Λαϊκού» που αποτελεί για μένα ένα πειραματικό παράρτημα του «Λαϊκού Θεάτρου», με αυτόνομη διεύθυνση και οργάνωση. Θα ασχολείται ακριβώς με έρευνες γύρω από τις καινούργιες τάσεις του θεάτρου σε όλους τους τομείς. Και στον καθαρά υποκριτικό και στον συγγραφικό και στον σκηνογραφικό και σ’ όλους τους τομείς του θεάτρου.


Βιντεο/αφιέρωμα στον Μάνο Κατράκη

Βίντεο: (Ερωτόκριτος • Κατράκης • Κουτσουρέλης • Μονόγραμμα) Απολαύστε τον αείμνηστο και μέγιστο Μάνο Κατράκη να απαγγέλλει και να τραγουδά απόσπασμα από τον Ερωτόκριτο (που στο έργο αναφέρεται μόνο ως Ρωτόκριτος ή Ρώκριτος) του Βιτσέντζου Κορνάρου: ίσος του δεν ευρίσκετο σ’ Ανατολή και Δύση Ν. Λυγερός: Ο Ερωτόκριτος του Κορνάρου



Παρασκήνιο 27 Φεβρουαρίου 1980: Ο Μάνος Κατράκης μιλάει για την παράσταση «Ντα». Το «DA», το πολυβραβευμένο έργο του Ιρλανδού θεατρικού συγγραφέα Χιου Λέοναρντ. Ο Μάνος Κατράκης αναφέρει τα ονόματα όλων των συντελεστών της παράστασης. Κατά τη διάρκεια της εκπομπής παρεμβάλλονται εκτενή πλάνα από την παράσταση όπου εμφανίζονται δίπλα στον Μάνο Κατράκη οι ηθοποιοί Φάνης Χηνάς, στο ρόλο του Τσάρλι, η Αγγέλικα Καπελαρή στο ρόλο της μητέρας, ο Χρήστος Καλαβρούζος στο ρόλο του κύριου Ντράμ, η Άννα Μακράκη στο ρόλο της Μαίρης, η Πόπη Κοντού στο ρόλο της κυρίας Πρυν και ο Μίμης Χρυσομάλλης στο ρόλο του Τσάρλι σε νεότερη ηλικία. Η μετάφραση του έργου έγινε από τον Παύλο Μάτεσι, η σκηνοθεσία ήταν του Τάκη Μουζενίδη και τα σκηνικά και κοστούμια του Γιώργου Πάτσα. ert.gr/arxeio-afierwmata-katrakis

Θα μπορούσε να ήταν ένας χορός αρχαίας τραγωδίας. Ένα θέατρο μέσα στο θέατρο. Το «Ντα» είναι το 9ο θεατρικό έργο του συγγραφέα. Γράφτηκε στα 52 του χρόνια. Πιο κοντά σ’ αυτό που λέμε αυτοβιογραφία. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά αντιλαμβάνεσαι τη δίψα της αποκαθήλωσης. Ακέραια ματαιότητα. Το τέλος αρκεί για ν’ ανακαλύψεις τη διαδρομή που συνδέει την ψυχική αναστάτωση του συγγραφέα μέχρι το τελικό αριστουργηματικό κείμενο.



Συγκλονιστικός Μ.Κατράκης: «Είναι δυνατόν να παλιώνει η ΕΘΝΙΚΟΤΗΤΑ, η ΡΙΖΑ, 
η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ενός λαού»; Συνέντευξη του Μάνου Κατράκη στην ΕΡΤ το 1982.



«Οιδίπους Τύραννος» (1974) Μ. Κατράκης Α. Κατσέλη: Μια μεγάλη παράσταση του Εθνικού Θεάτρου που έκανε παγκόσμια περιοδεία και είχε παντού αποθεωτική υποδοχή. Η μαγνητοσκόπησή της έγινε το 1974 στην Ιαπωνία.

Παίζουν: Μάνος Κατράκης, Αλέκα Κατσέλη
Σκηνοθέτης: Τάκης Μουζενίδης
Σκηνικά - Κοστούμια: Διονύσης Φωτόπουλος
Χορογραφία: Μαρία Χορς
Μουσική: Στέφανος Βασιλειάδης

Ποιητής: Σοφοκλής
Χορός: Θηβαίοι γέροντες
Πρόσωπα: Οιδίποδας, Τειρεσίας, Κρέων, Ιοκάστη, Άγγελος, Δούλος, Εξάγγελος.
Χώρος: Έξω από το παλάτι.

Η τραγωδία «Οιδίπους Τύραννος» είναι έργο του Σοφοκλή. Η χρονολογία συγγραφής του έργου θεωρείται άγνωστη. Εικάζεται ότι παρουσιάστηκε τελικά για πρώτη φόρα το 428 π.Χ.

Πολλοί κριτικοί, συμπεριλαμβανομένου και του Αριστοτέλη, θεωρούν τον Οιδίποδα Τύραννο ως την κορυφαία τραγωδία που έχει γραφτεί ποτέ.

Βασίζεται στο Θηβαϊκό δραματικό κύκλο, ή κύκλο των Λαβδακιδών. Κεντρική ιδέα είναι η θέση πως ο άνθρωπος δεν μπορεί ποτέ να ξεφύγει από το πεπρωμένο του.



by Αέναη επΑνάσταση


Δεν υπάρχουν σχόλια: