Λαυρεωτικά: Η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων στο Λαύριο το 1896 (αφιέρωμα / βίντεο)


Η απεργία των μεταλλωρύχων στο Λαύριο το 1896
Τέσσερις εργάτες δολοφονήθηκαν και η κυβέρνηση 
έστειλε στρατό και πλοία για να καταστείλει την απεργία.

125 χρόνια από την απεργία που άνοιξε δρόμο στο εργατικό κίνημα

Το άρθρο αφιερώνεται σε αυτούς που έδωσαν
τη ζωή τους για ένα καλύτερο μεροκάματο.

Στη λαυρεωτική γη, πριν από 125 χρόνια, άναψε το φυτίλι ενός απεργιακού αγώνα, που έμελλε να γίνει το κεφαλόσκαλο στην κατοπινή μακριά κλίμακα του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Ξημερώματα της 8ης Απριλίου του 1896 ξεσπά η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου.

Στα μεταλλεία του Λαυρίου 1.800 εργάτες ανέβηκαν από το μεταλλευτικό φρέαρ – βάθους 182 μέτρων όπου δούλευαν, έκλεισαν όλες τις εισόδους, περικύκλωσαν τον χώρο και κήρυξαν απεργία.

Και τότε ο ιδιοκτήτης δεν ήταν Έλληνας αλλά ήταν ο Ιταλός Σερπιέρι.

Διεκδικούσαν από τον Ιταλό εργοδότη τους, τον αδίστακτο Σερπιέρι, το αυτονόητο:
Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, δημιουργία νοσοκομείου ή φαρμακείου στην Καμάριζα, έγκαιρη μεταφορά τους στο νοσοκομείο του Θορικού όταν τραυματίζονταν για να μην... πεθαίνουν στο δρόμο, αύξηση μισθού σε 3,5 δραχμές (από 2,5) και κατάργηση των λεγόμενων εργολάβων (μεσάζοντες που έπαιρναν το έργο μιας στοάς από τη διεύθυνση της εταιρείας και φρόντιζαν να βάζουν τους εργάτες να δουλεύουν για λογαριασμό τους).
Η εταιρεία τους έδινε και το μεροκάματο των εργατών, αλλά εκείνοι έδιναν ψίχουλα στους μεταλλωρύχους.

Εκτός απ’ τα παραπάνω, οι εργάτες ζητούσαν απ’ την εταιρεία να μένουν σε σπίτια, διότι μέχρι τότε κατοικούσαν σε σπήλαια (!) ή σε αυτοσχέδιες καλύβες.
«Κανείς από τ’ αφεντικά δεν τους πήρε μυρωδιά. Η απεργία εκδηλώθηκε την Κυριακή το βράδυ -7 Απριλίου 1896- στην αλλαγή της βραδινής βάρδιας των 10 και έγινε δημοσίως γνωστή τη Δευτέρα το πρωί», θα πει σε συνέντευξή του στον «Ριζοσπάστη» ο παλιός μεταλλεργάτης, Γιώργος Βουγιούκας.
Η εν ψυχρώ δολοφονία δύο εργατών και οι συγκρούσεις

φωτογραφία του 1903: βιβλιοθήκη του Κογκρέσου USA
φωτογραφία του 1903: βιβλιοθήκη του Κογκρέσου USA 

Οι απεργοί θέλησαν από την πρώτη στιγμή να διαπραγματευτούν ειρηνικά τα αιτήματα τους με τη διεύθυνση. Όταν όμως πλησίασαν τα γραφεία της εταιρείας δέχτηκαν πυροβολισμούς από τους φύλακες. 

Εξαγριωμένοι οι εργάτες άρχισαν να τους λιθοβολούν. Τα ορυχεία του Λαυρίου μετατράπηκαν σε πεδίο μάχης, ώσπου δύο εργάτες σκοτώθηκαν από τους φύλακες. 

Οργισμένοι οι μεταλλωρύχοι μπροστά στη θέα των δολοφονημένων συναδέλφων τους, όρμησαν και έσπασαν τα γραφεία, έσκισαν τα έγγραφα και έβαλαν φωτιά στο κτίριο με δυναμίτες, με αποτέλεσμα να εξοντωθούν όλοι οι φύλακες εκτός από έναν. 
Ο Σερπιέρι που κρυβόταν στην πολυτελή βίλα του, λίγα μέτρα πιο μακριά από τα μεταλλεία, φυγαδεύτηκε και σώθηκε την τελευταία στιγμή, μεταμφιεσμένος σε παπά.
Ο Ιταλός διευθυντής των μεταλλείων του 
Λαυρίου Σερπιέρι (Giovanni Battista Serpieri)

Η αιματηρή καταστολή της απεργίας 

Τις επόμενες μέρες έφτασαν ενισχύσεις της αστυνομίας για να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του Ιταλού επιχειρηματία. Οι απεργοί όμως δεν έκαναν πίσω.

Τότε η κυβέρνηση έστειλε στρατό για να καταστείλει την απεργία και ένα πολεμικό πλοίο για να τους τρομοκρατήσει!

Στις νέες συμπλοκές που ακολούθησαν σκοτώθηκαν άλλοι δύο εργάτες, τραυματίστηκαν πολλοί, ενώ συνελήφθησαν και δικάστηκαν δεκαπέντε απεργοί. Υπήρχαν εντάλματα για άλλους δέκα, αλλά πρόλαβαν και έφυγαν. 

Έτσι στις 21 Απριλίου, μετά από 14 μέρες έληξε βίαια η απεργία

Το μόνο που πέτυχαν οι εργάτες ήταν μια μικρή αύξηση του μεροκάματου από 2.5 δραχμές σε 3.5 ενώ όλα τα υπόλοιπα αιτήματα ξεχάστηκαν από την εργοδοσία.

Η δίκη των 15 έγινε το Δεκέμβριο του 1896 και όλοι οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.

Μετά την απεργία, εγκαταστάθηκε μόνιμα στα μεταλλεία του Λαυρίου στρατιωτικό σώμα, προκειμένου να αποτρέψει τους εργάτες από νέες εξεγέρσεις.

Φώτο: Εργάτες στο Λαύριο από το αρχείο  της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου USA 1903.
Φώτο: Εργάτες στο Λαύριο από το αρχείο
της βιβλιοθήκης του Κογκρέσου USA 1903.

Οι εργάτες δούλευαν κάτω από καθεστώς στρατιωτικής τρομοκρατίας. Παρόλα αυτά ο Σερπιέρι αντιλήφθηκε ότι το εργατικό δυναμικό είχε πλέον απαιτήσεις και η ηρεμία στην τάξη των μεταλλωρύχων πολύ εύκολα μπορούσε να ανατραπεί. 




ΒΙΝΤΕΟ: Τα Λαυρεωτικά – 1870, η μεγάλη απάτη

Η «Μηχανή του χρόνου» ρίχνει φως στο πρώτο μεγάλο χρηματιστηριακό σκάνδαλο στην Ελλάδα, που πέρασε στην ιστορία ως Λαυρεωτικά και οδήγησε σε μία βίαιη αναδιανομή του πλούτου στη χώρα.

Πρόκειται για ένα σκάνδαλο στα τέλη του 19ου αιώνα, που ξεκίνησε ως μία τεράστια ξένη επένδυση του Ιταλού Σερπιέρι στα μεταλλεία του Λαυρίου, που έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους. Ο επιχειρηματίας, που δημιούργησε το σημερινό Λαύριο, εκμεταλλεύτηκε τις αρχαίες στοές και τα υπαίθρια μεταλλεύματα, χρησιμοποιώντας πάμφθηνα ελληνικά εργατικά χέρια αλλά και τις πολιτικές του γνωριμίες. Οι καταγγελίες ότι πλουτίζει από την παράνομη εκμετάλλευση της πλούσιας λαυρεωτικής γης προκάλεσε πολιτική κρίση με αποτέλεσμα να αλλάξουν μέσα σε δύο χρόνια πέντε κυβερνήσεις.

Η εκπομπή φωτίζει τον αμφιλεγόμενο ρόλο του μετέπειτα ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού, ο οποίος ως τραπεζίτης διαδέχθηκε τον Σερπιέρι στην ιδιοκτησία των μεταλλείων και κυκλοφόρησε μετοχές – φούσκες σε μια εποχή που στη χώρα δε λειτουργούσε καν χρηματιστήριο. Τότε, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τις περιουσίες τους και οδηγήθηκαν στην απόγνωση.












Τα Λαυρεωτικά (Η μεγάλη απεργία)
1982 Το σήριαλ πρώτο στην τηλεθέαση

Η σειρά προβλήθηκε το 1982 και περιλαμβάνει 13 επεισόδια. Κατάφερε να φτάσει στην πρώτη θέση της θεαματικότητας για την τηλεοπτική σεζόν 1981-82.

Τα γυρίσματα της σειράς έγιναν στο Λαύριο, στις παλιές και σχεδόν εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις των μεταλλείων και στην Κηφισιά.

Το σήριαλ αφηγείται την πρώτη απόπειρα εργατικού συνδικαλισμού στη χώρα μας, ενώνοντας, για δραματουργικούς λόγους, δυο διαφορετικά ιστορικά γεγονότα που είχαν συμβεί με διαφορά 23 ετών, τα λεγόμενα «Λαυρεωτικά» του 1873 και την μεγάλη εργατική απεργία των μεταλλωρύχων της Λαυρεωτικής του 1896 που οδήγησε στην κατάληψη της πόλης από τους εργάτες και την επέμβαση του στρατού. 

Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία μετά τις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981, δε σήμανε μόνο την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Οι νέοι κυβερνώντες έδειξαν αμέσως τις προθέσεις τους και κυριολεκτικά εν μία νυκτί, «ξήλωσαν» σχεδόν όλα όσα είχαν να κάνουν με το προηγούμενο κυβερνητικό σχήμα. Ουσιαστικά, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κατάφεραν να δημιουργήσουν το λεγόμενο «πελατειακό κράτος», το οποίο μας ταλαιπωρεί μέχρι και τις μέρες μας κι έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στον εκτροχιασμό της ελληνικής οικονομίας.

Φυσικά, η τηλεόραση δε θα μπορούσε ν’ αποτελέσει εξαίρεση. Πέραν της αλλαγής προσώπων στους δύο τηλεοπτικούς σταθμούς που υπήρχαν τότε, δόθηκε εντολή να μη μεταδοθεί ούτε ένα από τα σίριαλ που είχαν ξεκινήσει να γυρίζονται επί της παλιάς διοικήσεως! Έτσι, έμειναν στο συρτάρι σειρές όπως «Ο κίτρινος φάκελος», «Οι φρουροί της Αχαΐας», «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους», «Τ’ ανάποδα» κ.α., ενώ ακόμα και «Οι ακροβάτες» που είχε προγραμματιστεί να ξεκινήσουν το Δεκέμβριο του ’81, κόπηκαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, λόγω «χαμηλής ποιότητας».

Επιπλέον, σταμάτησαν εντελώς ξαφνικά δημοφιλέστατα σίριαλ, όπως ο «Μεθοριακός σταθμός» και «Η κραυγή των λύκων». Έτσι, οι μόνες ελληνικές σειρές που συνέχισαν την πορεία τους ως τις αρχές Απριλίου 1982, ήταν «Η Κρουσταλλένια» και «Ο κόσμος και ο Κοσμάς». Κι αυτό γιατί είχαν ξεκινήσει πριν τις εκλογές, οπότε θα ήταν εντελώς παράλογο να κοπούν στον αέρα.

Πέρασαν λοιπόν έξι μήνες μέχρι να βγουν στη μικρή οθόνη τα πρώτα σίριαλ της «Αλλαγής». Το πρώτο από αυτά, είχε καθαρά σοσιαλιστικό περιεχόμενο (τι άλλο άραγε;) και ήταν γραμμένο και σκηνοθετημένο από τον Γιώργο Μιχαηλίδη. Πρόκειται για «Τα Λαυρεωτικά-Η μεγάλη απεργία», το οποίο έκανε πρεμιέρα την Τρίτη του Πάσχα, 20 Απριλίου 1982 και ώρα 21:45. Διήρκεσε 13 επεισόδια και ολοκληρώθηκε στις 27 Ιουλίου της ίδιας χρονιάς.

Για δραματουργικούς λόγους, ο συγγραφέας και σκηνοθέτης έφερε κοντά δύο γεγονότα που είχαν συμβεί με διαφορά 23 ετών. Δηλαδή, τα Λαυρεωτικά του 1873 και τη μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1896, που οδήγησε στην κατάληψη της πόλης από τους εργάτες και την επέμβαση του στρατού. Τα γυρίσματα έγιναν στο Λαύριο, στις παλιές και σχεδόν εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις των μεταλλείων που ακόμη διατηρούνταν τότε εκεί και στην Κηφισιά, όπου ειδικά για τη σειρά κατασκευάστηκαν οι άθλιες παράγκες που κατοικούσαν οι εργάτες.

Το σίριαλ κατάφερε να τερματίσει στην πρώτη θέση της θεαματικότητας για την τηλεοπτική σεζόν 1981-82, αλλά αντιμετώπισε αρκετές αρνητικές κριτικές για τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκε, κυρίως από τη μερίδα του Τύπου που ήταν φίλα προσκείμενος στην αντιπολίτευση. Όμως, πρόκειται για ένα ντοκουμέντο που αφορά κάποια σημαντικότατα γεγονότα στην Ελλάδα μετά το 1821 και θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά επίκαιρο στις μέρες μας.

Η υπόθεση

Η ιστορία ξεκινά από ένα σοβαρό τραυματισμό εργάτη, έπειτα από πτώση των υποστυλωμάτων των γαλαριών όπου δούλευαν οι μεταλλωρύχοι. Ήταν ολοφάνερο ότι οι εγκαταστάσεις χρειάζονταν συντήρηση, γιατί είχαν συμβεί πολλά ανάλογα ατυχήματα. Ωστόσο, η εταιρεία «Σερπιέρη-Ρου Ντε Φρασινέ» στην οποία ανήκαν, επιχείρησε να ρίξει το φταίξιμο στους εργάτες και ν’ αποποιηθεί των ευθυνών της, αφενός μεν για να μη τους αποζημιώσει, αφετέρου για να μη πληρώσει για την επιδιόρθωση των γαλαριών.

Έτσι, δε δίστασε να δωροδοκήσει κάποιους εργαζόμενους στα μεταλλεία ώστε να υποστηρίξουν ότι δεν ευθύνεται η ίδια, ενώ πλήρωσε και δικούς της μηχανικούς για ν’ αποφανθούν ότι οι εγκαταστάσεις δεν είχαν το παραμικρό πρόβλημα. Όμως, αυτό οδήγησε τους εργάτες στο να στείλουν μια επιστολή στην κυβέρνηση, γραμμένη από το σοσιαλιστή δικηγόρο Λαμπαρίδη (Βύρων Πάλλης), στην οποία εξέθεταν την κατάσταση και την καλούσαν να λάβει μέτρα.

Ωστόσο, τούτο είχε ως αποτέλεσμα οι «υποκινητές» της όλης ενέργειας να μη καλούνται για μεροκάματο και σιγά-σιγά να συμβιβαστούν, ξεχνώντας ακόμα και την απεργία που σχεδίαζαν να κάνουν. Αυτοί ήταν ο Μιχάλης Μπαρτσάς (Χρήστος Καλαβρούζος), ο Βλάσης Θανασούλιας (Σταύρος Ξενίδης), ο Σωτήρης (Μπάμπης Αλατζάς), ο Αργύρης (Λάζος Τερζάς), αλλά και ο Πέτρος Παυλίδης (Κώστας Αρζόγλου), ο οποίος είχε καταφέρει να προσληφθεί ως γραμματέας του Σανζεράλ (Βασίλης Διαμαντόπουλος), διευθυντή της εταιρίας. Ιδιοκτήτης της, ήταν ο πάμπλουτος Σερπιέρης (Νίκος Κούρος).

Στο μεταξύ, όλη αυτή η αναστάτωση που προκλήθηκε, δημιούργησε τριβές μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των αντίστοιχων της Ιταλίας και της Γαλλίας, οι οποίες προσπαθούσαν να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους. Κι αυτό γιατί οι ίδιες είχανε παραχωρήσει τα δικαιώματα εκμετάλλευσης των μεταλλείων του Λαυρίου στην εταιρεία «Σερπιέρη-Ρου Ντε Φρασινέ». Επιπλέον, ήδη είχε καλλιεργηθεί ο μύθος περί μεγάλου πλούτου στη γη της πόλης.

Τότε, βρέθηκε η λύση της μεταβίβασης των δικαιωμάτων της εταιρείας σε μια άλλη που δημιουργήθηκε ακριβώς γι’ αυτό το σκοπό, από τον τραπεζίτη Ανδρέα Συγγρό (Γιώργος Κυρίτσης). Εκείνος, πρωτοστάτησε στη δημιουργία μιας μεγάλης απάτης. Αποφάσισε να επενδύσει πάνω στο μακροχρόνιο θόρυβο περί του λαυρεωτικού πλούτου και να ξεκινήσει τη διάθεση μετοχών της νέας εταιρείας, οι οποίες κάθε μέρα έφταναν σε δυσθεώρητα ύψη. Έτσι, ακόμα και ο απλός κόσμος πουλούσε ό,τι είχε και δεν είχε για ν’ αγοράσει μετοχές, που έφτασαν στο σημείο να κοστίζουν ακόμα και 460 δραχμές!

Μόλις συνέβη τούτο, ο Συγγρός έδωσε εντολή να πουληθούν όλες οι μετοχές που είχαν αγοράσει οι βασικοί μέτοχοι της εταιρείας κι εντός ολίγων ημερών, εκείνες μετατράπηκαν σε άχρηστα χαρτιά, μηδαμινής αξίας. Πολλοί έχασαν όλη την περιουσία τους και οδηγήθηκαν στην καταστροφή και στην αυτοκτονία, αλλά ουδείς τιμωρήθηκε για την απάτη.

Στο μεταξύ, οι άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες δούλευαν και ζούσαν οι εργάτες στο Λαύριο, τους οδήγησαν στην απόφαση ίδρυσης σωματείου. Σκοπός τους ήταν να διεκδικήσουν καλύτερη ποιότητα ζωής κι εργασίας, αλλά και καλύτερα μεροκάματα. Ουσιαστικά, ήταν σκλάβοι του κάθε εργολάβου, ο οποίος τους «νοίκιαζε» στην εταιρεία με μεροκάματο 3,40 δραχμών κι εκείνοι εισέπρατταν μόνο 2,80 (το υπόλοιπο το κρατούσε ο «μεσολαβητής»). Στην προκειμένη περίπτωση, αυτός που θησαύριζε στην πλάτη τους ήταν ο Γκέκας (Βασίλης Τσάγκλος).

Ωστόσο, οι άνθρωποι της εταιρείας έμαθαν τα σχέδια των εργατών κι αποφάσισαν να φέρουν άλλους από την Ιταλία με το μισό μεροκάματο, απολύοντας παράλληλα τους υπάρχοντες. Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της αγανάκτησης. Αφού κατέβηκαν σε απεργία, ζήτησαν να συναντηθούν με τη διεύθυνση και να θέσουν τα αιτήματά τους. Όμως, βρήκαν κλειστές πόρτες κι αποφάσισαν να πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους.

Έτσι, εισέβαλλαν μέσα στα γραφεία της εταιρείας και διέλυσαν τα πάντα, σκοτώνοντας παράλληλα και κάποιους που προσπάθησαν να τους εμποδίσουν. Στην πραγματικότητα, ο Σανζεράλ είχε δώσει εντολή στους δικούς του να χτυπήσουν στο ψαχνό τους εργάτες, οι οποίοι όπως ήταν φυσικό υπερασπίστηκαν τον εαυτό τους και το δίκιο τους.

Παράλληλα, έκαναν κατάληψη στο εργοστάσιο και η διεύθυνση αποφάσισε να καλέσει το στρατό από την Αθήνα για να βάλει τάξη. Συνελήφθησαν αρκετοί εργάτες και παραπέμφθηκαν σε δίκη, με όλα τα στοιχεία να είναι εναντίον τους. Όμως, στο τέλος αθωώθηκαν κι επιπλέον, κέρδισαν και αύξηση μιας πεντάρας στο μεροκάματό τους. Από εκεί και πέρα, η δημιουργία του συνδικάτου τους ήταν πλέον θέμα χρόνου…

Το καστ

Ο Γιώργος Μιχαηλίδης κατάφερε να συγκεντρώσει στα «Λαυρεωτικά» μια πλειάδα σπουδαίων και σημαντικότατων πρωταγωνιστών, οι οποίοι έδωσαν το δικό τους ξεχωριστό τόνο στο σίριαλ. Αν και κάπως υπερβολικός σε ορισμένα σημεία, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος ήταν εξαιρετικός στο ρόλο του Σανζεράλ, ενώ ο Κώστας Αρζόγλου ως γραμματέας του αλλά και υποστηρικτής των εργατών, κέρδισε τη συμπάθεια του κοινού.

Επίσης, ο Βύρων Πάλλης με τη μεγάλη εμπειρία και τις ανάλογες υποκριτικές ικανότητες υποδύθηκε με ιδανικό τρόπο το δικηγόρο Λαμπαρίδη, ο οποίος θυσιάζει τη δουλειά του στο βωμό των ιδεών του και του δικαίου των αδικουμένων. Εξαιρετικός στο ρόλο του Συγγρού και ο Γιώργος Κυρίτσης.

Από εκεί και πέρα, ο Χρήστος Καλαβρούζος, ο Μπάμπης Αλατζάς και ο Σταύρος Ξενίδης ήταν υποδειγματικοί στην ερμηνεία των εργατών που πολεμούν για το δίκιο τους, ενώ ξεχωρίζει η συμμετοχή της Αφροδίτης Γρηγοριάδου στο ρόλο της συζύγου του Σανζεράλ. Μιας γυναίκας γεμάτη τρυφερότητα κι ανάγκη γι’ αγάπη, την οποία όμως ο άντρας της παραμελεί κι εκείνη βρίσκει όσα ήθελε στην αγκαλιά του γραμματέα του, του Πέτρου Παυλίδη.

Γενικότερα, όλοι οι ηθοποιοί που συμμετείχαν, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους για την επιτυχημένη διεκπεραίωση της σειράς. Αυτοί ήταν οι Δημήτρης Τζουμάκης (Χρήστος Βαλαώρας, εργάτης που δωροδοκήθηκε επανειλημμένως από την εταιρεία για να πει ψέματα, αλλά στη δίκη είπε την αλήθεια), Έρση Μαλικένζου (Δήμητρα, σύζυγος του Χρήστου που την κακοποιούσε), Πάρις Κατσίβελος (Βασιλιάς Γεώργιος Α`), Τάσος Παλαντζίδης (Χαράλαμπος, εργάτης), Τάσος Υφάντης (Ζιλ Φερρύ, πρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα), Γιώργος Σταμάτης (γιος του Γκέκα), Κυριάκος Κατριβάνος (αστυνόμος Καραγιώργης), Γιώργος Μπάρτης (Αλμπράν, μηχανικός της εταιρείας), Δημήτρης Ζακυνθινός (ανακριτής), Τώνης Γιακωβάκης (πρόεδρος του δικαστηρίου), Δευκαλίων Κόμης (συνήγορος πολιτικής αγωγής), Νίκος Δαφνής (λοχαγός), Μαριαλένα Κάρμπουρη (χήρα νεκρού εργάτη), Τάσος Κωστής (Γεώργιος Καλογερόπουλος, υπάλληλος στα γραφεία της εταιρείας), Νίκος Λυκομήτρος (Δαμιανός), Μαίρη Νάνου (κυρία ανακριτού) κ.α.

Σχόλιο

Έχω την άποψη ότι ορισμένες κριτικές που δημοσιεύτηκαν τότε στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο, ήταν εντελώς άδικες για τη σειρά. Πρόκειται για μια πολύ καλή προσπάθεια παρουσίασης δύο σημαντικότατων ιστορικών γεγονότων της Ελλάδας του 19ου αιώνα, δοσμένη με αρκετό ρεαλισμό και ακρίβεια. Εξαιρετική η διανομή των ρόλων, η σκηνοθεσία και η εικόνα που προβλήθηκε, αν και η αλήθεια είναι ότι κάποιες φορές υπήρξαν ορισμένες υπερβολές τόσο στο σενάριο, όσο και στον τρόπο ερμηνείας των ηθοποιών.

Σίγουρα πρόκειται για ένα «βαρύ» σίριαλ, που το κοινό εκείνης της εποχής ίσως να μην είχε συνηθίσει. Όμως, όταν πρόκειται για την ιστορία της πατρίδας μας, θεωρώ ότι δεν παίζει τον παραμικρό ρόλο το ύφος της σειράς, αλλά αυτά καθαυτά τα γεγονότα που παρουσιάζει.

Είμαι δε βέβαιος ότι αν προβαλλόταν σήμερα, θα κέρδιζε ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι τηλεθέασης. Πάντως, σώζεται στο αρχείο της ΕΡΤ και δεν αποκλείεται κάποια στιγμή να το ξαναδούμε. Θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον, καθώς άλλωστε είναι κι επίκαιρο κατά μία έννοια, αφού και στις μέρες μας υπάρχει εκμετάλλευση των εργαζομένων, αλλά και ο ρόλος που παίζουν οι ξένοι στα εσωτερικά της χώρας μας.

Να πούμε ότι κάποια χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, είχε κυκλοφορήσει σε δύο βιντεοκασέτες διάρκειας δύο και κάτι ωρών η καθεμιά, οι οποίες περιέχουν τα κυριότερα στιγμιότυπα της σειράς σε μορφή ταινίας. Η παραγωγή ήταν του Σούλη Αθανασίου, ενώ ξεχωρίζει η εξαιρετική μουσική του Γιάννη Ζουγανέλη και το τραγούδι με την Ισιδώρα Σιδέρη, που ακουγόταν στους τίτλους τέλους κάθε επεισοδίου.

Δείτε όλα τα επεισόδια με κλικ στο βίντεο:


Με πληροφορίες από: chronontoulapo / lavriaki.gr
/ ΑΠΕ/ΜΠΕ / cnn.gr / musiccorner.gr (για το σίριαλ)

Περισσότερα » Πρωτομαγιά
Οι αιματηρές εργατικές εξεγέρσεις στην Ελλάδα
Δείτε το Βίντεο: S04/E24 Πρωτομαγιά 2012
Οι αιματηρές εργατικές εξεγέρσεις Ελλάδα
ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

Γενιές και όνειρα που «γέννησε» και «έπνιξε» η λαυρεωτική γη
Πέμπτη 8 Απριλίου 2021, Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ www.amna.gr

Mines of Laurion Μεταλλεία Λαυρίου
τα Μεταλλεία Λαυρίου

Της Τόνιας Α. Μανιατέα
«ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ: Πλοῦτος ἐξαρκὴς δόμοις; (Μην έχουν άφθονο στα σπίτια βιός;)
ΧΟΡΟΣ: ἀργύρου πηγή τις αὐτοῖς ἐστι, θησαυρὸς χθονός» (Μια ασημένια φλέβα στα σπλάχνα της γης έχουν θησαυρό)
Είναι το δίστιχο 237-238 των Περσών του Αισχύλου. Η μητέρα του Ξέρξη αναζητεί στον ενδεχόμενο πλούτο των Ελλήνων τον λόγο τής συντριβής του στρατού του γιου της, για να πάρει ως απάντηση ότι τον μόνο πλούτο που διαθέτουν οι νικητές είναι μια φλέβα ασημιού στα σπλάχνα της γης τους. Είναι η πρώτη αναφορά στο υπέδαφος της λαυρεωτικής γης, όπου μία δεκαετία πριν, το 483/2 π.Χ., έχει ανακαλυφθεί φλέβα αργύρου. Τα μεταλλεία ανήκουν στην αθηναϊκή πολιτεία. Ένα ποσοστό των εσόδων αφιερώνεται στους θεούς («δεκάτη») και ένα μεγάλο μέρος μοιράζεται στους πολίτες. Η νέα φλέβα αποδίδει στην πόλη 100 τάλαντα, αλλά αντί για τη συνήθη πρακτική, ο Θεμιστοκλής αντιπροτείνει, η πόλη να δανείσει από ένα τάλαντο σε 100 πλούσιους πολίτες, προκειμένου να ναυπηγήσουν από μία τριήρη, προσθέτοντας ένα ακόμα τάλαντο από τα δικά τους εισοδήματα. Η Εκκλησία του Δήμου κάνει την πρόταση αποδεκτή. Στα επόμενα τρία χρόνια ναυπηγούνται 100 νέες τριήρεις. Παραμονές της εκστρατείας του Ξέρξη (480 π.Χ.), η Αθήνα αριθμώντας 200 πλοία είναι πλέον η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της Ελλάδας, ανώτερη ακόμα και από την Κόρινθο και την Αίγινα, πόλεις που διαθέτουν παραδοσιακά το προβάδισμα. Η ελληνική συμπολιτεία κατατροπώνει τους Πέρσες.

Κι έτσι, ο θησαυρός της λαυρεωτικής γης όχι μόνον έχει συντελέσει καθοριστικά στη νίκη του ελληνικού στόλου στη Σαλαμίνα, αλλά -ως αποδεικνύεται- έχει αξιολογηθεί σοφά ως πυλώνας στη ναυτική υποδομή των πόλεων της ελληνικής συμμαχίας.

απεικονίζει σκλάβους που εργάζονται σε ορυχείο
Κορινθιακό αγγείο με απεικόνιση των εργαζομένων 
σκλάβων στα μεταλλεία Λαυρίου. 5ος π.Χ. αιώνας
photographie d'une photographie de l'ouvrage 
les Mines antiques du Laurion, PEMF, 2005 wikimedia
Corinthian black-figure terra-cotta votive tablet of slaves 
working in a mine, dated to the late seventh century BC

Αυτή η φλέβα του Λαυρίου, που αποτελεί το βασικό κεφάλαιο για την ναυτική υποδομή της Ελλάδας, θα παραμείνει για αιώνες ολόκληρους τροφοδότης της χώρας. Ωστόσο, τα χρονικά καταμαρτυρούν ότι στο πέρασμα αυτών των αιώνων, το έδαφος του Λαυρίου δεν υπήρξε ακριβό μόνο σε μετάλλευμα... Είναι ποτισμένο με αίμα και ιδρώτα απροσδιόριστου αριθμού σκλάβων από την αρχαιότητα ίσαμε τη νεότερη ελληνική ιστορία. Εδώ, σε τούτη την εσχατιά της αττικής γης, γεννήθηκαν και ανατράφηκαν γενιές και γενιές ανθρώπων με φυσική θαρρείς προέκταση του χεριού τους ένα φτυάρι, ένα καλέμι, έναν κασμά... Εδώ, άνθρωποι νόσησαν βαριά, σακατεύτηκαν δια βίου, άφησαν την τελευταία τους πνοή... Εδώ, στη λαυρεωτική γη, σαν σήμερα πριν από 125 χρόνια, άναψε το φυτίλι ενός απεργιακού αγώνα, που έμελε να γίνει το κεφαλόσκαλο στην κατοπινή μακριά κλίμακα του ελληνικού εργατικού κινήματος.

Αλλά, ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή...

ΜΙΑ ΑΝΕΞΑΝΤΛΗΤΗ ΦΛΕΒΑ ΠΛΟΥΤΟΥ

Εκείνη η πρώτη φλέβα ασημιού, που αναφέρει ο Αισχύλος, αποδεικνύεται ανεξάντλητη. Το πλούσιο υπέδαφος της λαυρεωτικής γης θα τροφοδοτεί για αιώνες μετά (η ιστορία καταμαρτυρεί εκμετάλλευση 5.000 ετών!) την Ελλάδα. Νομίσματα, κτερίσματα, σκεύη θα κατασκευάζονται από το μετάλλευμα των ορυχείων του Λαυρίου. Υπολογίζεται ότι από τον 7ο αι. π.Χ. έως και τον 1ο, η γη εκεί στο άκρο του αττικού λεκανοπέδιου δίνει συνολικά 3.500 τόνους ασήμι και 1.400.000 τόνους μόλυβδο. Έκρηξη παραγωγής μεταλλεύματος, και δη αργύρου, καταγράφεται κατά την κλασική εποχή με μέση ετήσια παραγωγή 30 τόνους.

Αλλά τόσο η ανακάλυψη πολύτιμων μετάλλων και σε άλλες περιοχές της ελληνικής επικράτειας όσο και ο μαρασμός στο οποίο για πολλά χρόνια πέφτει η αθηναϊκή πολιτεία, μετά τη συντριβή στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, οδηγούν τα ορυχεία του Λαυρίου σε παρακμή. Τον 2ο πια αι. μ.Χ. οι εξορυκτικές δραστηριότητες στο Λαύριο διακόπτονται ολοσχερώς. Η υπεράντληση μεταλλεύματος οδηγεί σε όλο και βαθύτερες στοές, όπου πλέον το νερό γίνεται σύνηθες εύρημα και δεν ευνοεί διόλου τη διαδικασία εξόρυξης. Επιπλέον, οι Ρωμαίοι έχουν ρίξει την προσοχή τους σε άλλα, «ευκολότερα» και πλουσιότερα ορυχεία, σε Ισπανία και Σαρδηνία, οπότε απαξιώνουν εντελώς τη λαυρεωτική γη, η οποία από εκεί που κατέχει τα πρωτεία στην παραγωγή, βρίσκεται να τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από άλλες χώρες.

Κι εδώ η ιστορία των λαυρεωτικών μεταλλείων χάνεται... Το γεγονός οδηγεί τους μελετητές στην εκτίμηση ότι ένα λουκέτο σφράγισε την όποια εξορυκτική δραστηριότητα για πολλές δεκαετίες πριν την έλευση των Οθωμανών. Αλλά και τότε τίποτε δεν αλλάζει. Για αιώνες, το πολύτιμο υλικό της γης, στα ριζά του Σουνίου, μένει αναξιοποίητο στα σπλάχνα της. Το ελληνικό έδαφος δέχεται τη λαίλαπα του οθωμανικού ζυγού και το Λαύριο δεν είναι παρά ένας έρημος κακοτράχαλος τόπος στην άκρη του πουθενά, με ιστορία αδιάφορη ή μάλλον άγνωστη στους κατακτητές. Το χρήμα κυκλοφορεί άφθονο στην αυτοκρατορία, αλλά δεν παράγεται εδώ. Από την Ελλάδα είναι περαστικό.

ΜΕ ΕΝΑ ΚΑΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΝΑΤΕΛΛΕΙ Η ΝΕΑ 
ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΤΟΥ ΛΑΥΡΙΟΥ

Αυτόν τον παλαιό πλούτο της γης του Λαυρίου εμφανίζεται στα τέλη του 19ου αι. να «τρυγήσει» εκ νέου ένας δαιμόνιος και αδίστακτος Ιταλός επιχειρηματίας, ο Τζιανμπατίστα Σερπιέρι. Ακολουθώντας κατά βήμα τη δραστηριότητα του πατέρα του, τόσο στην ενασχόληση με την πολιτική, όσο και με τις μεταλλευτικές εξορύξεις, ο Τζιοβάννι Μπατίστα έχει εκπαιδευτεί μέσα στα μεγάλα σαλόνια να πιάνει τις ευκαιρίες με τις... ευαίσθητες κεραίες του. Κατά μία εκδοχή, για την πλούσια λαυρεωτική γη πληροφορήθηκε σε ένα από αυτά τα σαλόνια από τον σπουδαίο Έλληνα της διασποράς, μεταλλειολόγο Ανδρέα Κορδέλλα, ο οποίος είχε επισκεφθεί το Λαύριο και είχε ήδη συντάξει μια εξαιρετικά ελκυστική μελέτη «περί ανάτηξεως σκουριών και επεξεργασίας εκβολάδων» (εκ νέου λιώσιμο των περιττωμάτων μετάλλων και επεξεργασία απορριμμάτων μεταλλουργικών εργασιών). Κατά μία δεύτερη εκδοχή, καθώς ο Ιταλός περιδιάβαζε σε ερημική παραλία του Κάλιαρι, πρόσεξε ένα πλοίο που άδειαζε τη σαβούρα του. Διαπιστώνοντας ότι η «σαβούρα» ήταν πλούσια σε αργυρούχο μόλυβδο, ρώτησε τον καπετάνιο από πού την είχε φορτώσει και εκείνος του απάντησε «κάτω από τις καβοκολώνες της Ελλάδας» (Σούνιο).

Σημασία έχει πως με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, ο Σερπιέρι πληροφορείται για τον πλούτο της λαυρεωτικής γης και σύντομα ξεφορτώνεται αρχικά στο Σούνιο κι έπειτα στο λιμάνι του έρημου Λαυρίου, κάνει τις μελέτες του και διαπιστώνει το ακριβό εύρημα. «Ο Ιταλός αυτός Σερπιέρης, ευφυής και έντεχνος κερδοσκόπος, φαίνεται ως πρόσωπον μυθιστορικόν κατά τας τότε κυκλοφορούσας φήμας. [...] Πληροφορηθείς τα περί Λαυρίου κατέφυγε εις τον Στράβωνα ονειροπολών εκατομμύρια...» γράφει ο Επ. Κ. Κυριακίδης στην «Ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού. Από της ιδρύσεως του βασιλείου της Ελλάδος μέχρι των ημερών-μας / 1832-1892».

Το εγχείρημα είναι μεγάλο και χρειάζεται κεφάλαιο. Ο Σερπιέρι επιστρέφει στην έδρα της δράσης του, στη Μασσαλία, και ψάχνει για χρηματοδότες και μάλιστα Γάλλους, καθώς προτίθεται να «αξιοποιήσει» τον νόμο ΧΠΑ΄ του 1861, που ανοίγει την πόρτα στις γαλλικές ανώνυμες εταιρείες να εξασκούν τα δικαιώματά τους και στην Ελλάδα (την επόμενη δεκαετία, ο Κουμουνδούρος, μιλώντας στη Βουλή, σημειώνει: «...θέλει αποδειχθή σήμερον εάν ημπορούν εταιρείαι να ζήσουν εν Ελλάδι και να κερδοσκοπήσουν, διότι δεν είναι δυνατόν να έρχονται εταιρείαι εις την Ελλάδα, εάν δεν ημπορούν να κερδοσκοπήσουν...»!)

Πάντως, ο Ιταλός δεν ψάχνει για πολύ. Πρώτος ενδιαφερόμενος είναι ο Γάλλος Hilarion Roux του τραπεζικού οίκου «I.Roux - Fressynet» και ακολουθεί η χιώτικη οικογένεια Ροδοκανάκη. Τα τρία μέλη ιδρύουν την εταιρεία «Roux - Serpieri - Fressynet C.E.» και τον Απρίλιο του 1864 υποβάλουν στο ελληνικό κράτος μελέτη παραχώρησης εκμετάλλευσης. Η Ελλάδα, όχι μόνο αποδέχεται το αίτημα του Ιταλού επιχειρηματία, αλλά -με βασιλική παραίνεση- παραχωρεί στη γαλλο-ιταλική εταιρεία και έκταση περίπου 11.000 στρεμμάτων για να αναπτύξει το εγχείρημά της. Ο Σερπιέρι δεν αφήνει στιγμή να πάει χαμένη. Σε χρόνο ρεκόρ στήνει εγκαταστάσεις επεξεργασίας, μεταφοράς, καμίνευσης και φόρτωσης των μεταλλευμάτων σε πλοία. Όσο για το ανθρώπινο δυναμικό, ο πρώτος... τροφοδότης του είναι ντόπιος μικρέμπορος, που γνωρίζει τα κατατόπια. Αυτός γίνεται και ο εργολάβος, που θα πλουτίσει αργότερα στην πλάτη των απελπισμένων για ένα κομμάτι ψωμί συμπατριωτών του... Η συμφωνία είναι να τους προσλαμβάνει εκείνος και κατόπιν να τους «νοικιάζει» στην εταιρεία. Ο Σερπιέρι θα καταβάλλει στον εργολάβο τα μεροκάματα των εργατών, αυτός θα κρατάει τη «σεβαστή» προμήθειά του και τα υπόλοιπα θα φτάνουν μόλις και μετά βίας στα πεινασμένα στόματα των μεταλλωρύχων.

Και από εκεί, που στην αρχαιότητα συντηρούν γενιές και γενιές εργατών σκλάβων, τα μεταλλεία του Λαυρίου έρχονται στην νεότερη πια Ελλάδα να γεννήσουν μια νέα φουρνιά περίπου 3.000 σκλάβων, απομυζώντας τα νιάτα, το σφρίγος, τη δύναμη ρακένδυτων ντόπιων και «ξενομεριτών» που πέφτουν στην ανάγκη του Σερπιέρι.


Καθώς η Ελλάδα διάγει την πρώτη περίοδο της Βασιλευομένης Δημοκρατίας της προσπαθώντας να σταθεροποιήσει το ρευστό πολιτικό σκηνικό της και να βρει ένα ανεξάρτητο modus vivendi, συχνά υποκύπτει στα συμφέροντα των άσπονδων φίλων της, των μεγάλων δυνάμεων Γαλλίας και Ιταλίας. Στην πραγματικότητα, ευρισκόμενη καταμεσής της διελκυστίνδας μεταξύ ανερχόμενου κοινοβουλευτισμού και στέμματος, η χώρα παλεύει ταυτόχρονα να προστατευτεί από τις επιδρομές των ξένων συμφερόντων, που βλέπουν σε αυτήν μία ευτραφή ανέγγιχτη αγελάδα... Στο μεταξύ, ανήσυχοι πληθυσμοί της περιφέρειας, ελεύθεροι πια από τον τουρκικό ζυγό, αλλά αγράμματοι, απαίδευτοι, ταλαιπωρημένοι, πεινασμένοι και κυρίως χωρίς όνειρα και προοπτική, αναζητούν τρόπο να συντηρήσουν τις οικογένειές τους στο άκρο της αττικής γης, που υπόσχεται ένα κομμάτι ψωμί. Αυτοί είναι οι ιδανικοί «συνεργάτες» του δαιμόνιου Ιταλού. Ένας λαός βασανισμένος, «εκπαιδευμένος» από τους Οθωμανούς να δουλεύει αγόγγυστα και να πληρώνει...

Η δουλειά είναι σκληρή, εξοντωτική, επικίνδυνη. Οι εργάτες πρέπει να ανοίγουν στοές και κάτω από πρόχειρα επισφαλή υπόστεγα, όπου ο φρέσκος αέρας περνάει με το σταγονόμετρο, να σκάβουν με τις ώρες και να εξορύσσουν το μετάλλευμα. Το μεροκάματο για 12 και 14 ώρες δουλειάς επί επτά μέρες την εβδομάδα, δεν ξεπερνά τις 3,5 δραχμές, εκ των οποίων 60 ή 70 λεπτά παίρνει ο εργολάβος! Οι γυναίκες, ενίοτε και τα παιδιά τους, μεταφέρουν χώματα σε φορτηγά πλοία, που είναι αραγμένα στο λιμάνι του Λαυρίου. Και μόνον ότι εργάζονται στον φρέσκο αέρα, η δουλειά τους καθίσταται «ευκολότερη» και λιγότερο αμειβόμενη. Οι εργάτες στα χώματα παίρνουν 2 δραχμές την ημέρα, εκ των οποίων τα 40 λεπτά καταλήγουν στην τσέπη του εργολάβου! Κι όταν η δουλειά τελειώνει κι έρχεται η στιγμή να ξεκουραστούν, μαζεύονται στα υγρά καλύβια που έστησε γι' αυτούς το αφεντικό και πλαγιάζουν στα νοτισμένα στρώματα που τους παραχώρησε... Οι μακρινοί «ευεργέτες», εκμεταλλευόμενοι τις δραματικές προσπάθειες της χώρας να σταθεί στα πόδια της, έχουν στήσει και συντηρούν στο Λαύριο μια ολόκληρη χρυσοφόρα πόλη, θεμελιωμένη στην πείνα των εξαθλιωμένων εργατών.


Οι αντιπαραθέσεις στο πολιτικό πεδίο συνεχίζονται. Τα χαϊδολογήματα κάποιων εφημερίδων, που συντηρούνται δια της πλαγίας από τον Σερπιέρι και παρουσιάζουν «ιδανικές για τον τόπο και τον εργαζόμενο» τις συνθήκες στο κάτεργο του Λαυρίου, δεν πείθουν...

«Ο πρόεδρος της Βουλής, βουλευταί τινές και άλλοι πολίται μετέβησαν εις Λαύριον [...] Οι επισκεφθέντες τα μέρη εκείνα είδον έργα, άτινα διήγειραν την έκπληξιν και τον θαυμασμόν των, επείσθησαν, δε, ότι είναι όνειρον, ότι άλλη τις Εταιρία δύναται να φθάση εις την τελειότητα και το μέγεθος των επιχειρήσεων ας συνετελέσατο η ήδη εργαζομένη εκεί [...] Τρισχιλίοι άνθρωποι εισίν οι εν Εργαστηρίοις εργαζόμενοι, η δε άγονος, έρημος και προ τινών ετών νεκρά παραλία εκείνη κατέστη πόλις αξιοθέατος [...]» δημοσιεύει την άνοιξη του 1871 η εφημερίδα «Αιών»!

Οι ξένοι βρίσκουν ευκαιρία να παίξουν σκάκι στο ελληνικό πεδίο, καθώς εδώ αποδεικνύεται ότι ο δρόμος ίσαμε την αρχή της δεδηλωμένης και την καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού, είναι δύσκολη υπόθεση... Στην κεφαλή της κυβέρνησης εναλλάσσονται με χαρακτηριστική ταχύτητα Δημήτριος Βούλγαρης, Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης, με μικρές σφήνες τον Μπενιζέλο Ρούφο, τον Αριστείδη Μωραϊτίνη και τον Θρασύβουλο Ζαϊμη.

Η ΧΡΟΝΙΑ ΑΝΤΙΔΙΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΡΟΥΔΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΣΤΟΝ 
ΚΑΘΗΜΑΓΜΕΝΟ ΛΑΟ - ΤΟ ΜΕΓΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟ ΣΚΑΝΔΑΛΟ

Τα έτη 1868-69, διαρκούσης της θητείας του Δημητρίου Βούλγαρη στο τιμόνι της χώρας κι ενώ οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Σερπιέρι «αποψιλώνουν» ανενόχλητα -εκτός από τα σπλάχνα- και την επιφάνεια του εδάφους στο Λαυρίου, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης στη βουλή, Επαμεινώνδας Δεληγιώργης καταγγέλλει ότι ο «ξένος επένδυτης» που ήρθε στην Ελλάδα για να δώσει στη χώρα ανάσα ζωής, εκμεταλλεύεται παράνομα τον πλούτο της. Η σύμβαση που έχει κάνει με το ελληνικό κράτος αφορά εξόρυξη μεταλλεύματος από το υπέδαφος και όχι συλλογή και εκμετάλλευση του εδάφους, λέει ο καταγγέλλων και καλεί τον πρωθυπουργό να απολογηθεί... Εκείνος με τη σειρά του, ανοίγει μέτωπο με τον ξένο επιχειρηματία, ο οποίος ωστόσο ουδόλως πτοείται. Υποστηρίζει πως η υπογεγραμμένη σύμβαση περιλαμβάνει και την εκμετάλλευση του εδάφους και -προχωρώντας απευθείας στο... παρασύνθημα, θαρρείς και δεν υπάρχει δικαστική οδός- προειδοποιεί ότι αν αυτό δεν γίνει κατανοητό από την Ελλάδα, τη διαφορά θα κληθούν να λύσουν οι μεγάλες δυνάμεις! Το «Λαυρεωτικό Ζήτημα» έχει ανοίξει και η ουρά του είναι μακριά... Η Ελλάδα επιμένει και αντιστοίχως επιμένουν η Γαλλία και η Ιταλία, που έχουν ήδη επιστρατευτεί από τον Σερπιέρι. Μάλιστα, μαρτυρίες αυτοπτών, κάνουν λόγο για ελεγκτές του ελληνικού κράτους, που επισκέπτονται τον επιχειρηματία προκειμένου να τον ενημερώσουν για την εκ μέρους του διενεργούμενη παράνομη εκμετάλλευση των υπολειμμάτων μεταλλεύματος και διώκονται από εκείνον πυξ λαξ!

Στο μεταξύ, ο Βούλγαρης παραιτείται και ο βασιλεύς Γεώργιος καλεί τον Δεληγιώργη να βγάλει το φίδι από την τρύπα... Ταυτόχρονα, ο Γεώργιος ζητεί τη βοήθεια του ζάμπλουτου Έλληνα τραπεζίτη, ιδιοκτήτη της Τράπεζας Κωνσταντινουπόλεως, και όχι μόνον, Ανδρέα Συγγρού. Εκείνος, αντί σημαντικών «κινήτρων» εκ μέρους του ελληνικού κράτους, που συνίστανται κυρίως στη μείωση της φορολόγησής του, δέχεται να καταβάλει αντίτιμο στους μετόχους της «Roux - Serpieri - Fressynet C.E.» και οι μετοχές της να μεταβιβαστούν στην τράπεζά του. Έτσι η επιχείρηση θα περάσει σε ελληνικά χέρια, τα στόματα περί ξεπουλήματος της εθνικής περιουσίας θα βουλώσουν και η Ελλάδα θα σώσει τη χαμένη της τιμή... Η εταιρεία εκμετάλλευσης της λαυρεωτικής γης μετονομάζεται σε «Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου» (ΕΕΜΛ), με κύριο μέτοχο τον Συγγρό. Η νέα εταιρεία νομιμοποιείται να εκμεταλλεύεται τα προϊόντα του εδάφους του Λαυρίου. Δύο χρόνια μετά, το 1875, ο Σερπιέρι θα ιδρύσει μια νέα εταιρεία, τη Γαλλική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου, η οποία ασχολείται μόνον και αυστηρά με την εξόρυξη μεταλλεύματος. «Η αρχική εταιρεία του Σερπιέρι κέρδισε τα μέγιστα, δεδομένου ότι είχε βάλει ελάχιστα κεφάλαια. Αυτό που εκχωρήθηκε στη νέα εταιρεία Συγγρού - Σερπιέρι ήταν ελληνικός εθνικός πλούτος» θα επισημάνει στη Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος ο Σπύρος Μαρκεζίνης.

Αλλά στο μεταξύ, όσο η επίλυση της διαφοράς έχει συρθεί, τόσο η υπόθεση έχει πάρει διαστάσεις μύθου στην ελληνική κοινή γνώμη. Σ΄ εκείνη την κρίσιμη στιγμή της «σωτήριας παρέμβασης» του Συγγρού, οι φήμες που κάνουν λόγο για «κοιτάσματα χρυσού» στα μεταλλεία του Λαυρίου, δεν διαψεύδονται από κανέναν. Οι κακές γλώσσες μάλιστα λένε πως μάλλον υποδαυλίζονται από τον ίδιο τον Συγγρό. Έτσι, η μετοχή της δικής του πια εξορυκτικής εταιρείας εκτοξεύεται στα ύψη και γίνεται ανάρπαστη.


Στην «Ωραία Ελλάδα», το καφενείο στη διασταύρωση των δρόμων Ερμού και Αιόλου, όπου «προδιαγράφεται το μέλλον κυβερνήσεων και πολιτικών ανδρών», τα πηγαδάκια παίρνουν φωτιά. Η υποτιθέμενη «φλέβα χρυσού» του Λαυρίου δίνει ελπίδα στους νοικοκύρηδες, που έχουν προλάβει να κάνουν ένα κομπόδεμα, ανοίγει την όρεξη τυχοδιωκτών και «γεννά» όνειρα ακόμα και στους πλέον αναξιοπαθούντες Έλληνες, που δανείζονται για να αποκτήσουν μετοχές της εταιρείας. Ακόμα και εταιρείες νεότευκτες, πολλά υποσχόμενες, αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους για να μπουν στον φρενήρη επενδυτικό χορό... Όλοι σπεύδουν να αγοράσουν! Η φρενίτιδα διαρκεί για λίγες μόνον εβδομάδες και κάποτε η φούσκα σκάει και η... επένδυση γκρεμοτσακίζεται! Εν μία νυκτί η αξία της κάθε μετοχής πέφτει κατά 70%! Η για αιώνες φτωχοποιημένη Ελλάδα φτωχοποιείται εκ νέου στο όνομα συμφερόντων που κατέχουν καλά το χρηματιστηριακό παιχνίδι...

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, θύμα και ο ίδιος των Λαυρεωτικών, έχοντας απολέσει όλη του την περιουσία αγοράζοντας μετοχές της εταιρείας Λαυρίου, θα γράψει σε σαρκαστικό άρθρο του υπό τον τίτλο «Η σκνίπα»: « Στην προγονική μας ιστορία άφησε εποχή η κάθοδος των Ηρακλειδών. Οι απόγονοί μας, όμως, θα μνημονεύουν για πάντα την κάθοδο των ομογενών. Οι ιστορικοί, μετά από χίλια χρόνια, θα διηγούνται ότι στα μέσα του 19ου αιώνα, επέδραμε στην Αττική, από τα παράλια του θρακικού Βοσπόρου, μία φυλή ανθρώπων, που καυχιόντουσαν για την ελληνική καταγωγή τους και τον πατριωτισμό τους. Οι επιδρομείς αυτοί καθοδηγούνταν από ένα στρατηλάτη που επέβαινε σε ίππο, είχε πλατιά ρουθούνια, μακριά δόντια, οφθαλμούς που εξείχαν, φορούσε δε κεντητά πουκάμισα και αφαιρούσε τον άρτο από το στόμα των φτωχών. [...] Άλλος πάλι ιστορικός θα παρατηρούσε ότι αδικήθηκαν οι ομογενείς, που χαρακτηρίστηκαν απλά ως ψωμάρπαγες, ενώ απεναντίας ήταν σαρκοβόροι και μάλιστα ανθρωποφάγοι, τρεφόμενοι από κρέας αυτοχθόνων, που τους συλλάμβαναν με ειδική παγίδα, δικής τους εφευρέσεως, την οποία αποκαλούσαν ΜΕΤΟΧΗ!».

Σε κάθε περίπτωση, ο Σερπιέρι εξακολουθεί να σέρνει το άρμα του Λαυρίου. Ο Συγγρός είναι τραπεζίτης και από γη δεν ξέρει. Καθώς λοιπόν οι μετοχές της εταιρείας κατρακυλούν, ακόμη κι αν έχουν πλουτίσει ολίγες τσέπες, η ζωή των μεταλλωρύχων δυσκολεύει ακόμη περισσότερο.

Σύμφωνα με την ιστορία του Ιω. Κορδάτου, προϊόντος του χρόνου, δύο φορές, το 1883 και το 1887, οι εργάτες επιχείρησαν ανεπιτυχώς να απεργήσουν διεκδικώντας μεγαλύτερα μεροκάματα, καθιέρωση της Κυριακής ως αργίας, και έργα υποδομής που να τους προστατεύουν από ατυχήματα. Στο μεταξύ, κατά την καταγραφή του ιστορικού, δεν περνούσε εβδομάδα χωρίς ατύχημα, χωρίς αίμα, χωρίς κλάμα. «Η δε εταιρεία, όταν κάποιος εργάτης σακατευόταν στη δουλειά, τον πετούσε σαν την τρίχα από το ζυμάρι, χωρίς να τον αποζημιώνει»...

Πριν το γύρισμα του αιώνα και καθώς διαπιστώνουν πως δεν έχουν πια να περιμένουν πολλά ούτε από το κράτος, που περί άλλων τυρβάζει ούτε ασφαλώς από την εργοδοσία τους, οι μεταλλωρύχοι του Λαυρίου αποφασίζουν να κάνουν το μεγάλο βήμα. Έχει προηγηθεί η μεγάλη απεργία των εργατών στα ναυπηγεία της Σύρου (1879), με θετικά γι αυτούς αποτελέσματα και ορκίζονται να ακολουθήσουν με αντίστοιχη επιτυχία...

Αυτή τη φορά οργανώνονται καλύτερα. Θα απέχουν από τις στοές έως ότου ικανοποιηθούν και τα δικά τους αιτήματα. Τα ξημερώματα της 8ης Απριλίου του 1896, οι μεταλλωρύχοι δεν πιάνουν δουλειά. Κλείνουν τις εισόδους των στοών και προβάλλουν τα αιτήματά τους. Εκτός από την αύξηση του μεροκάματου και την καθιέρωση της κυριακάτικης αργίας, ζητούν να ανεγερθεί νοσοκομείο, όπου θα μπορούν άμεσα και ασφαλώς να περιθάλπονται όταν τραυματίζονται στη δουλειά, σπίτια της προκοπής για να μην πεθαίνουν από τη φυματίωση που θερίζει αδιακρίτως και κατάργηση των εργολάβων.

Έχοντας την εμπειρία των προηγούμενων εγχειρημάτων ο Σερπιέρι έχει προετοιμάσει την εναλλακτική του. Βρίσκεται ήδη σε επαφή με τις δυνάμεις καταστολής, που αναλαμβάνουν να... συνετίσουν τους απεργούς κι επιπλέον, είναι αποφασισμένος, αν η αποχή τραβήξει σε μάκρος, να τους αντικαταστήσει.

Αρχικά, μία επιτροπή εργατών επιχειρεί να πλησιάσει το γραφείο της διοίκησης για να εκθέσει τα αιτήματα στον διαχειριστή της εργοδοσίας. Αλλά κάποιοι από την προσωποφρουρά του Σερπιέρι πυροβολούν στο ψαχνό, πυροδοτώντας οργή. Με τους πυροβολισμούς, δύο μεταλλωρύχοι πέφτουν νεκροί και οι υπόλοιποι ορμούν μανιασμένοι στο εσωτερικό του κτηρίου της διοίκησης, όπου ποδοπατούν μπράβους του επιχειρηματία και καίνε ό,τι βρίσκουν. Ο Σερπιέρι που βρίσκεται στη βίλα του, σε μικρή απόσταση από τις εγκαταστάσεις των μεταλλείων, φυγαδεύεται. Στον τόπο καταφθάνει η αστυνομία, αλλά οι απεργοί δεν υποχωρούν. Τότε η κυβέρνηση στέλνει στρατό κι ένας νέος κύκλος συμπλοκών ανοίγει. Άλλοι δύο μεταλλωρύχοι πέφτουν νεκροί. Ένας ακόμη τραυματίζεται και εκπνέει αργότερα. Η απεργία λήγει στις 21 Απριλίου. Το κέρδος είναι μια πεντάρα! Τόση αύξηση πετυχαίνουν στο μεροκάματό τους οι απεργοί και τίποτε από τα υπόλοιπα αιτήματα. Βάζουν, όμως, το θεμέλιο λίθο για τους κατοπινούς αγώνες τους, που έτσι κι αλλιώς δεν διαρκούν πολύ.
Έχοντας προσαρμοστεί στις διακυμάνσεις της ιστορίας (μικρασιατική καταστροφή, παγκόσμιοι πόλεμοι κ.λ.π.) και υποστεί όλες τις συνέπειές της, τα μηχανήματα στο Λαύριο σιγούν δια παντός, το 1977 για μεταλλευτικές εργασίες και το 1982 για μεταλλουργικές.

ΠΗΓΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ:
Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ
Λεπτομέρειες στη © ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ

Το Μέγαρο Παχύ, τα «πράσινα άλογα» στην
Πλατεία Συντάγματος και μια εθνική τραγωδία !

Η πλατεία Συντάγματος

Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος

Προβάλλει επιβλητικό σήμερα στην Πλατεία Συντάγματος το γωνιακό κτίριο Μητροπόλεως και φιλελλήνων – στο οποίο φιλοξενούνται υπηρεσίες της Βουλής των Ελλήνων – κομίζοντας στον ιστορικό χώρο του χίλιες – μύριες αναμνήσεις και έχοντας σημαδέψει ανεξάλειπτα την κοινωνική μας ιστορία. Στον χώρο του σημερινού πολυώροφου κτιρίου, προϋφίστατο πρίν λίγες δεκαετίες το περίφημο Μέγαρο - αρχοντικό Παχύ.

Το Μέγαρο Γεωργίου Παχύ, ενός αστού μεγαλοεπιχειρηματία, η οικογένεια του οποίου διασταύρωσε τα βήματά της, με την κοινωνική μας ιστορία, αφήνοντας ενίοτε και μια στυφή γεύση πίκρας ! Αλλά ποιος ήταν ο περιβόητος Γεώργιος Παχύς, που το όνομά του έγινε πολυθρύλητο στον 20-ο αιώνα στην Αθήνα; Ήταν γιός του βαθύπλουτου και χρυσοκάνθαρου Χριστόδουλου Παχύ, που με την ευφυΐα και το δαιμόνιο επιχειρηματικό του πνεύμα, είχε χτίσει μια πελώρια περιουσία, αλλά είχε συνάμα βυθίσει στον πόνο και την συντριβή, την αθηναϊκή κοινωνία στα 1869-1875 !

Ο Γεώργιος Παχύς, που είχε γεννηθεί στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας, ήρε την καταγωγή του από την Ήπειρο και μάλιστα από την Άρτα, είχε παντρευτεί την Αιμιλία Γεωργίου Σκουζέ και είχαν αποκτήσει δυο παιδιά, τον Θεόδωρο που έφυγε από τη ζωή νέος και την Λάουρα, που όμως παρήφρασαν το όνομά της σε Λαυρία - δοθέντος ότι ο παππούς της, Χριστόδουλος Παχύς, είχε ιδρύσει με τον Σερπιέρη τα μεταλλεία Λαυρίου, τα οποία εξελίχθηκαν τηρουμένων των αναλογιών, στο μεγαλύτερο σκάνδαλο από καταβολής ελληνικού κράτους – αλλά και μια ακόμη κόρη την Ελένη, η οποία είχε παντρευτεί κάποιο μέλος της οικογένειας Αβέρωφ.

Ο Γεώργιος και η Αιμιλία Παχύ, διέμειναν αρκετά χρόνια στο αρχοντικό τους στην Πλατεία Συντάγματος, κατά το διάστημα του μεσοπολέμου, αλλά προϊόντος του χρόνου, διέθεσαν το ακίνητό τους για άλλες χρήσεις. Και ας έλθουμε τώρα τον διαβόητο παππού της ιστορίας μας Χριστόδουλο Παχύ, που τίναξε στην κυριολεξία την πάγκα στον αέρα και έκανε πολλούς Έλληνες, να μείνουν δίχως σώβρακο !

Ο Χριστόδουλος Παχύς λοιπόν, στα χρόνια του αγώνα κατά της οθωμανικής δουλείας είχε καταφύγει στη Σαρδηνία και όταν η Ελλάδα είδε το φως της ανεξαρτησίας και έχοντας συνάμα εδραιώσει στην Ιταλία την κοινωνική παρουσία του, αναγορεύτηκε σε επίτιμο πρόξενο της Ελλάδος στο Κάλιαρι.

Ένα τυχαίο περιστατικό όμως που είχε να κάνει με το δαιμονικό μυαλό του, τον κατέστησε τον πιο βαθύπλουτο άνθρωπο της εποχής του, χτίζοντας εν συνεχεία μια ολόκληρη οικονομική αυτοκρατορία. Μια μέρα λοιπόν και καθώς είχε αφιχθεί ένα πλοίο στη Σαρδηνία από την Ελλάδα, ο Παχύς περιέργως εξέτασε το έρμα του πλοίου – είναι τα υλικά που αποθέτουν στον πάτο του πλοίου, έως ότου βρεί την ευστάθειά του – το οποίο προέρχονταν από σκουριές από τα αρχεία μεταλλεία του Λαυρίου. Το ένστικτό του, του έλεγε ότι μέσα στην σκουριά ενυπήρχε ένας μεγάλος θησαυρός και δεν διαψεύστηκε !

Πονηρά σκεπτόμενος ο Παχύς έδωσε εντολή, να εξετάσουν την σκουριά από τα αρχαία μεταλλεία Λαυρίου και η χημική ανάλυση, ήταν χάρμα ! Στην σκουριά του έρματος του πλοίου, περιέχονταν πολύ μεγάλες ποσότητες αναλογικά, αργύρου... Και τα πράγματα όπως θα φαντάζετε ο αναγνώστης πήραν το δρόμο μόνο τους. Τι πιο απλό από το να δρομολογήσει έναν φορέα για την εκμετάλλευση των αρχαίων μεταλλείων, που είχαν αφεθεί εκείνη την εποχή στη μοίρα τους, ως άχρηστα ! Αναχώρησε έτσι από την Σαρδηνία για την Ελλάδα, προς αναζήτηση επενδυτή. Τον βρήκε στο πρόσωπο του ιταλού, βιομήχανου μεταλλευμάτων, χρυσοκανθάρου, αλλά και πολιτικού Ιωάννη - Βαπιστή Σερπιέρη – Τζιανμπατίστα (Ιωάννης – Βαπτιστής, ιταλιστί), που ήδη είχε στήσει αρκετές επιχειρήσεις εξόρυξης και εκμετάλλευσης μεταλλευμάτων.

Για την ιστορία αναφέρουμε ότι ο πατέρας του Ιωάννη Σεριπέρη, υπήρξε φλογερός ιταλός πατριώτης του 18-ου αιώνα, επαναστάτης και επίλεκτος συνεργάτης, του ηγέτη της ιταλικής επανάστασης των καρμπονάρων, Ιωσήφ Γκαριμπάλντι ! Σε χρόνο dt, έτσι Παχύς και Σερπιέρης ίδρυσαν την εταιρεία Roux - Serpieri - Fressynet C.E., το 1864, με συνέταιρο το γαλλικό τραπεζικό οίκο I.Roux - Fressynet με έδρα τη Μασσαλία, για την εκμετάλλευση των αποθεμάτων της σκουριάς και των εκβολάδων, στα αρχαία μεταλλεία Λαυρίου και σε ακόμα πιο σύντομο χρόνο απογειώθηκαν οικονομικά.

Ένα βήμα πιο πέρα έκαναν αύξηση μετοχικού κεφαλαίου – τι σύμπτωση; οι ίδιες πάντα ιστορίες, όπως και με το ελληνικό χρηματιστήριο πριν λίγα χρόνια, μάλλον πρέπει, Παχύς και Σερπιέρης, να υπήρξαν οι πρώτοι διδάξαντες του έργου – και καλλιέργησαν απίστευτες προσδοκίες και κέρδη στην ελληνική κοινωνία, που με απερισκεψία, έσπευσε να ξεπουλήσει ότι είχε και δεν είχε, για να αγοράσει τις «χρυσοφόρες» μετοχές του Λαυρίου!

Οι τοπικοί φορείς όμως εξεγέρθηκαν από την σύνολη ληστρική συμπεριφορά της εταιρείας και με εξέγερση, αλλεπάλληλες κινητοποιήσεις και αίμα, που συνετέλεσε και στην πτώση της κυβέρνησης Δεληγιώργη, πέτυχαν την προσωρινή παύση των εργασιών της εταιρείας. Εν συνεχεία η εταιρία αγοράστηκε από την «Τράπεζα Κωνταντινουπόλεως» του άλλου μεγάλου επίσης τραπεζίτη – κερδοσκόπου Ανδρέα Συγγρού, που ίδρυσε την Ε.Ε.Μ.Λ. (Ελληνική Εταιρεία Μεταλλείων Λαυρίου) η οποία για την ιστορία αναφέρουμε ότι μετά από αλλεπάλληλες διαδοχές και αγοραπωλησίες, πέρασε στο ελληνικό δημόσιο και έκλεισε εν τέλει, μετά από ένα αιώνα βίου, το 1989 !

Όμως όλος αυτός ο πολιτικός, οικονομικός και κοινωνικός σάλος που είχε προξενηθεί, είχε έναν τραγικό κοινό παρανομαστή. Ήτοι την συντριπτική κατάρρευση της μετοχής της εταιρείας, την οποία με αίμα είχαν χρυσοπληρώσει οι έλληνες μικρομέτοχοι, που δεν ήταν παρά ταπεινοί νοικοκυραίοι μεροκαματιάρηδες. Και το αποτέλεσμα πρόδηλο. Χρεοκόπησαν εν μια νυκτί, θυσιάζοντας τους κόπους και τις οικονομίες μιας ζωής, που είχαν επενδύσει στην χρυσή – στην πραγματικότητα «τραγική» - μετοχή, των Μεταλλείων Παχύ – Σερπιέρη ! Έκτοτε το φάντασμα των «Λαυρεωτικών» όπως ονομάστηκε, σκίαζε δραματικά την ελληνική κοινωνία για δεκαετίες, αφού πόνος και η συντριβή που είχε επιφέρει, ήταν εγκαυστικά παρόντα.

Αλλά ας φύγουμε από την τραγική ιστορία των «Λαυρεωτικών» και ας επανέλθουμε και πάλι στο αρχοντικό Παχύ. Στο υπόγειο του καλλιεπούς εκείνου κτιρίου υφίστατο ακόμα και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά μας χρόνια, μια ζεστή και καλοφρόντιστη ταβέρνα, με το σκανδαλώδες και περιπαιχτικό όνομα «πράσινα άλογα» και στην επιγραφή της, είχαν σχεδιαστεί και τα άλογα. Η ταβέρνα είχε πολύ κίνηση και συγκέντρωνε πολλούς από τους κοσμικούς της Αθήνας, ιδίως τις μεσημεριανές ώρες.

Προϊόντος του χρόνου όμως έκλεισε, δοθέντος, ότι κατεδαφίστηκε όλο το κτίριο, για να ανεγερθεί το σημερινό, που φιλοξενεί υπηρεσίες της Βουλής των Ελλήνων, στην συμβολή Μητροπόλεως και Φιλελλήνων. Ακόμα λίγο πιο κάτω στην Μητροπόλεως προς την εκκλησία της Μητρόπολης, υφίστατο κείνα τα χρόνια, ένα χαμηλό κτίριο που φιλοξενούσε τον κινηματογράφο «Ούφα». Στην αίθουσά του μάλιστα είχαν φιλοξενηθεί κατά καιρούς μερικά θεατρικά σχήματα της εποχής, όπως της μεγάλης μας θεατρίνας Κυβέλης. Για τούτο εξάλλου είχε μείνει στην μνήμη πολλών Αθηναίων, η αίθουσα με το όνομα «Κυβέλης – Ούφα». Και το «Ούφα» είχε προσδοθεί από όνομα μιας γερμανικής προπολεμικής εταιρείας, παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, η οποία έδρευε στο Βερολίνο. 

Επίσης στο ίδιο κτίριο της «Ούφα», για κάποιο χρονικό διάστημα είχε στεγαστεί, ιστορικός, αρχαίος εκδοτικός οίκος, Δημητρίου Δημητράκου, που είχε εκδώσει και το περίφημο για πολλές γενιές Ελλήνων, λεξικό του. Αυτή ήταν εν σπέρματι η ιστορία του αρχοντικού Παχύ, στην Πλατεία Συντάγματος, αλλά και των διαβόητων ιδιοκτητών του, που η οικογενειακή τους ιστορία, συνεδέετο, με το μεγαλύτερο σκάνδαλο από καταβολής ελληνικού κράτους, τα φοβερά «Λαυρεωτικά». Και μαζί με με τη ιστορία του αρχοντικού ας μας μείνει και ένα ωφέλιμο δίδαγμα, από τα «Λαυρεωτικά». Ήτοι τσάμπα κονόμα, δεν υπάρχει !!!

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι Α'
Αναπληρωματικός Δημοτικός Σύμβουλος Αθηναίων

Δεν υπάρχουν σχόλια: