Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Προτεσταντισμός και πολιτική σκέψη στην Ευρώπη


Προτεσταντισμός και πολιτική σκέψη στην Ευρώπη
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Μια διαφωτιστική θεολογική μελέτη του Δρ. Θεολογίας Αθανάσιου Μουστάκη, για το πως να ερμηνεύσουμε τη στάση των βορειοευρωπαίων εταίρων μας (ΔΝΤ). Ευχαριστώ θερμώς τον καθηγητή Αθανάσιο Μουστάκη, για την αποστολή της εργασίας του στην αέναη επΑνάσταση.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Παρά το ότι ο Προτεσταντισμός ξεκίνησε ως μία, μάλλον περιορισμένης κλίμακας, αντίδραση προς τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία από έναν μορφωμένο και ευσεβή μοναχό στην ιστορική του πορεία έλαβε απίστευτες προεκτάσεις, όχι μόνο στον ευρωπαϊκό χώρο, αλλά και σε ολόκληρη την υφήλιο.

Η αντίδραση του Λουθήρου ήταν ορθή. Μάλιστα, δε θα ήταν λάθος να πούμε ότι κατά την εποχή που συνέβη ήταν, πλέον, όχι μόνο αναγκαία, αλλά και αναπόφευκτη.

Τα προβλήματα εμφανίστηκαν στην πορεία αρχικά από την αναμενόμενη αντίδραση της Λατινικής Εκκλησίας και των ηγεμόνων που προσέβλεπαν στη στήριξη του Πάπα (αυτά με την πάροδο των ετών, αλλά και με πολλή βία ξεπεράστηκαν), και έπειτα από την αποκοπή του προτεσταντισμού από την Παράδοση της Εκκλησίας, από την Παράδοση της Αγίας Γραφής, των Οικουμενικών Συνόδων, των μυστηρίων, των αγίων κλπ. (τα προβλήματα που προέκυψαν από αυτή δεν ξεπεράστηκαν, αλλά συνεχώς επιδεινώνονται ταλανίζοντας το σύνολο του Προτεσταντισμού).

Το αποτέλεσμα είναι ο κάθε προτεστάντης κήρυκας, πάστορας, ομιλητής να κατανοεί το μήνυμα του Ευαγγελίου κατά το δοκούν και να φτιάχνει μία δική του διδασκαλία.

Ας δούμε όμως κάποια θέματα που σχετίζονται με το κλίμα που προσπάθησε να επιβάλει στον ευρωπαϊκό πολιτικό χώρο η Λατινική Εκκλησία και τις δυνάμεις που απελευθέρωσε η διδασκαλία του Λουθήρου αλλάζοντας τα πάντα, όχι μόνο στην ήπειρό μας, αλλά και στον κόσμο ολόκληρο.
  • Ρωμαιοκαθολικισμός και πολιτική εξουσία στην Ευρώπη 
  • Προτεσταντισμός: διακριτές μεταξύ τους η θρησκευτική και η πολιτική εξουσία 
  • Προβλήματα στην επικράτηση του Προτεσταντισμού
  • Προτεσταντισμός και οικονομική σκέψη· με αναφορά στην Ελλάδα
Σοφία Ντρέκου

Le sac de Lyon par les calvinistes en 1562 
(Anonyme, XVIe s.) Musée Gadagne, Lyon

Ρωμαιοκαθολικισμός και πολιτική εξουσία στην Ευρώπη
Γράφει ο Δρ Θεολογίας Αθανάσιος Μουστάκης

Ήδη από τον 4ο μετά Χριστόν αιώνα είχε ξεκινήσει μία προϊούσα απομάκρυνση Ανατολής και Δύσης, ή καλύτερα του ανατολικού και του δυτικού τμήματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Η απομάκρυνση αυτή έγινε μεγαλύτερη εξαιτίας των μετακινήσεων φυλών από το βορρά και την ανατολή, προς τη δύση, και την κατάλυση του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας, το οποίο συμβατικά τοποθετείται στο έτος 476 όταν έπεσε η πόλη της Ραβέννας. 

Προβλήματα προέκυψαν και επί των ημερών του ιερού Φωτίου με το λεγόμενο πρώτο σχίσμα, ενώ η απώλεια των δυτικών επαρχιών της Αυτοκρατορίας και η χαλάρωση της πνευματικής σχέσης που υπήρχε με την Ορθόδοξη Ανατολή περιέπλεξαν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.


Η Εκκλησία της Ρώμης, στηριγμένη στην υποτιθέμενη Κωνσταντίνειο δωρεά («Constitutum Donatio Constantini»), στην πραγματικότητα «ψευδο-Κωνσταντίνειο δωρεά», ένα πλαστό κείμενο, προσπάθησε να επιβάλει τις πολιτικές της απόψεις στα κράτη και στους ηγεμόνες της Δύσης. Το κείμενο αυτό, παρουσιάστηκε ως η Διαθήκη του Μ. Κωνσταντίνου, η οποία συντάχθηκε το έτος 324 μ.Χ.. 

Το περιεχόμενό του, με λίγα λόγια, ήταν ότι ο Μ. Κωνσταντίνος κληροδότησε στον επίσκοπο της Ρώμης πέρα από την εκκλησιαστική, που ούτως ή άλλως είχε, και τη δική του πολιτική / αυτοκρατορική εξουσία. Η δωρεά ήταν η ανταμοιβή του Μ. Κωνσταντίνου προς τον Πάπα Σιλβέστρο για τη θαυματουργική θεραπεία του από την ασθένεια της λέπρας.

Το κείμενο υποστήριζε ότι δεν ήταν επιτρεπτό να υπάρχουν δύο εξουσίες σε μία πόλη, τη Ρώμη, γι᾿ αυτό το λόγο ο Μέγας Κωνσταντίνος, μετέφερε το κέντρο της διοίκησης και την εξουσία του στην Κωνσταντινούπολη, η οποία έγινε στο εξής η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.


Ανάμεσα στις παροχές της «Constitutum Donatio Constantini» προς τον επίσκοπο της Ρώμης περιλαμβάνονται η δωρεά του παλατιού του Λατερανού, του βασιλικού διαδήματος και όλων των βασιλικών ενδυμάτων. Μεταξύ άλλων περιλαμβανόταν και η υποχρέωση των βασιλέων και ηγεμόνων των κρατών να κρατούν τα λουριά του αλόγου του Πάπα.

Την πλαστότητά του αποδεικνύουν ιστορικοί, φιλολογικοί και θεολογικοί λόγοι, οι οποίοι εντοπίστηκαν ήδη από την περίοδο του Μεσαίωνα.

O Ιταλός ανθρωπιστής Λορέντζο (Λαυρέντιος) Βάλλα, απέδειξε το 1440 ότι η «Δωρεά» δεν μπορεί να είναι αυθεντική, αναλύοντας τη γλώσσα του κειμένου συμπέρανε ότι τα Λατινικά του εγγράφου δεν μπορεί να γράφτηκαν το 324. Σήμερα έχει αποκαλυφθεί ότι το έγγραφο γράφτηκε από τον Ισπανό ιερέα Ισίδωρο Μερκάτορα ενώ Πάπας ήταν ο Στέφανος Β', γύρω στο 752, όταν η ρωμαιοκαθολική εκκλησία χρειαζόταν κάτι για να προωθήσει την εξουσία της και να αντιμετωπίσει τις αντίπαλες δυνάμεις, κυρίως από το χώρο των Φράγκων βασιλέων της Γαλλίας.

Ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση της καθηγ. Αγγελικής Λαΐου ότι στα τέλη του 12ου αιώνα, ο Θεόδωρος Βαλσαμών, σχολιάζοντας το Ελληνικό κείμενο της «Δωρεάς του Κωνσταντίνου», έγραφε ότι ορισμένοι πατριάρχες, όπως ο Μιχαήλ Κηρουλάριος, προσπάθησαν, χωρίς επιτυχία, να εφαρμόσουν στον εαυτό τους τα προνόμια που η «Δωρεά» είχε χαρίσει στους Πάπες, ενώ ο Βαλσαμών φαίνεται να αποδέχεται την παράδοση κατά την οποία ο αυτοκράτορας κρατά τα ηνία του αλόγου του Πάπα: «καί κρατοῦντες τόν χαλινόν τοῦ ἵππου αὐτοῦ, διά τήν προσκύνησιν καί τόν φόβον τοῦ Ἁγίου Πέτρου, στράτωρος ὀφφίκιον ἐποιήσαμεν».

Το έγγραφο αυτό διαμόρφωσε για περισσότερους από 7 αιώνες τα πολιτικά πράγματα στην Ευρώπη επιβάλλοντας στέψη των ηγεμόνων από τον Πάπα, επισφράγιση από αυτόν των πολιτικών και στρατιωτικών συμμαχιών, έγκρισή του για τους βασιλικούς γάμους και τα βασιλικά διαζύγια, εμπλοκή του στις σταυροφορίες και πρόκληση σημαντικών προβλημάτων λόγῳ των διεκδικήσεων του στη δυτική Ευρώπη, αλλά και την Ανατολή.

Ένα από τα βασικά σημεία της διαμάχης, κοσμικών ηγεμόνων και παπών ήταν η απονομή των συμβόλων της πνευματικής εξουσίας από τους δυτικούς αυτοκράτορες (και γενικότερα από λαϊκούς) σε κληρικούς («η έριδα για την περιβολή»), η οποία ξεκίνησε το 1075 και τελείωσε τελικά με συμβιβασμό (Κονκορδάτο ή Συμφωνία της Βορμς) το 1122.



Ένα σημαντικό επεισόδιο αυτής της διαμάχης ήταν ο εξευτελισμός του Γερμανού Αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄από τον Πάπα Γρηγόριο Ζ' στο κάστρο της Ματθίλδης στην Κανόσα της βόρειας Ιταλίας στα τέλη Ιανουαρίου του έτους 1077. Τότε ο Ερρίκος Δ' υποχρεώθηκε να παραμείνει τρεις μέρες ρακένδυτος και ξυπόλυτος έξω από την πύλη του κάστρου, μέχρι ο Πάπας, ο οποίος βρισκόταν μέσα στο κάστρο, να του επιτρέψει να εισέλθει για να του ζητήσει συγγνώμη.

Φυσικά, αυτά τα επεισόδια εντυπωσιασμού, αν και δείχνουν πολλά για το κλίμα και για τα προβλήματα στις σχέσεις ανάμεσα στους κυριώτερους εκφραστές της εξουσίας στην κεντρική και δυτική Ευρώπη κατά τον 11ο αιώνα, δεν άλλαξαν κάτι επί της ουσίας ούτε εκλογίκευσαν τις εκατέρωθεν απαιτήσεις εξουσιαστικής επιβολής.




Πολύ ενδιαφέρον έχει σχόλιο της καθ. Αγγελικής Λαΐου σχετικά με το πώς είδαν οι Βυζαντινοί τη διαμάχη αυτή. Η διακεκριμένη βυζαντινολόγος σημειώνει ότι η Άννα Κομνηνή θεωρεί σα βασικά αίτια της διαμάχης ανάμεσα στον Ερρίκο Δ' και στον Γρηγόριο Ζ' το πρόβλημα της σιμωνίας και της ανάθεσης επισκοπών σε ανάξια πρόσωπα. Πιθανότατα  αναφέρεται σε Ρωμαϊκή σύνοδο του Φεβρουαρίου 1075, που καταδίκασε τη σιμωνία, το γάμο των κληρικών και το διορισμό επισκόπων από λαϊκούς. 


Γενικά, η στάση της Άννας Κομνηνής πρέπει να θεωρηθή σαν εχθρική προς τον Πάπα, και μάλλον φιλική προς τον Ερρίκο Δ', τον οποίον όμως, φυσικά, δεν αποκαλεί ποτέ αυτοκράτορα, των Ρωμαίων. Οι Βυζαντινοί τον αποκαλούσαν Ρήγα της Αλαμανίας. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να γνωρίζαμε αν αυτές οι απόψεις της Άννας εξέφραζαν και τη θέση του ίδιου του Αλεξίου Α', που έβλεπε τον Ερρίκο Δ' κυρίως σαν ένα πιθανό σύμμαχο κατά των Νορμανδών.


Οι σχετικές βυζαντινές θεωρίες είναι πολύ διαφορετικές απ' τις αντίστοιχες Παπικές που είχαν διαμορφωθεί στη Δύση, και που έτειναν να εμφανίζουν την κοσμική εξουσία σαν κατώτερη από την πνευματική

Η Βυζαντινή στάση προσεγγίζει τις απόψεις των Γερμανών αυτοκρατόρων, με μία, όμως, ριζική διαφορά: ότι, πιστοί στην παράδοση τους, θεωρούν το Βυζαντινό και όχι το Γερμανό αυτοκράτορα σαν την μόνη ενσάρκωση της νόμιμης εξουσίας.

Αυτές οι πολιτικές πρακτικές παπών και ηγεμόνων, οι οποίες είχαν οδηγήσει την Ευρώπη σε αδιέξοδο, έκαναν αναγκαία μία ριζική ανατροπή, η οποία, εν τέλει, εμφανίστηκε το έτος 1517 με την θυροκόλληση των 95 Θέσεων του Γερμανού ρωμαιοκαθολικού ιερέα Μαρτίνου Λουθήρου στον καθεδρικό ναό της Βιρτεμβέργης.

Προτεσταντισμός: διακριτές μεταξύ τους η θρησκευτική 
και η πολιτική εξουσία


Μέσα σε ένα πλαίσιο συγκρούσεων, πολέμων, χρήσης στρατευμάτων, βίας και αδικίας, διαφθοράς και απομάκρυνσης από τα ευαγγελικά ιδεώδη ξεκινά η διαμαρτυρία του Γερμανού ιερέα και μοναχού Μαρτίνου Λουθήρου.

Με τις 95 Θέσεις που θυροκόλλησε στις 31 Οκτωβρίου 1517 στον Καθεδρικό ναό της Βιττεμβέργης ανακίνησε τα λιμνάζοντα ύδατα της δυτικής εκκλησίας. Η αφορμή για αυτό το κείμενό του ήταν η πώληση αφέσεων αμαρτιών, τα γνωστά συγχωροχάρτια.


Σκοπός της αρχικής διαμαρτυρίας του Λουθήρου δεν ήταν ούτε να ανεξαρτητοποιήσει τους συμπατριώτες του ούτε, κατά την κρίση μας, να συστήσει μία νέα εκκλησία. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά: ήλπιζε να αλλάξουν τα κακώς κείμενα της δυτικής εκκλησίας. Για το λόγο αυτό τον αγώνα του τον ξεκίνησε ως μία διαμαρτυρία μέσα στα πλαίσιά της.

Είναι παράδοξο ότι η παπική αυλή δεν μπόρεσε να διαγνώσει τη δύναμη του διαβήματος του Ρωμαιοκαθολικού θεολόγου και ιερέα, και αντί να προβληματιστεί σοβαρά, προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει με κατασταλτικά μέτρα κατά την πάγια πρακτική της.

Με τις 95 Θέσεις, όμως, είχε ανοίξει ο ασκός του Αιόλου. Ξεκίνησε μία διαδικασία, η οποία δεν μπορούσε να αποτραπεί με αφορισμούς ούτε να αντιστραφεί με παπικά δικαστήρια και διώξεις. Υπήρξαν Γερμανοί ηγεμόνες, οι οποίοι στήριξαν τον ίδιο και την προσπάθειά του, αρχικά για αποκάθαρση του ρωμαιοκαθολικισμού από «αμαρτίες» αιώνων, και στη συνέχεια για θρησκευτική, αλλά και πολιτική ανεξαρτησία από την εξουσία του Πάπα.


Το ενδιαφέρον της πλειοψηφίας των ηγεμόνων δεν σχετιζόταν με τις θρησκευτικές θέσεις του Γερμανού ιερωμένου, αλλά άδραξαν μία χρυσή ευκαιρία για να ενισχύσουν, σε κάποιες περιπτώσεις, και να πετύχουν, σε άλλες, την εθνική και πολιτική ανεξαρτησία τους!

Η Μεταρρύθμιση αποτελεί την αφορμή για την αλλαγή των πολιτικών και εθνικών σχέσεων στην Ευρώπη. Το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων παύει να είναι πλέον η Ρώμη, η παπική αυλή, και μετατοπίζεται στις αυλές των Γερμανών, Γάλλων, Άγγλων, Ισπανών και Ιταλών ηγεμόνων.

Με τη δράση του Λουθήρου αφυπνίζεται η εθνική συνείδηση των γερμανικών φυλών και αρχίζουν να λειτουργούν με μεγαλύτερη αυτονομία-ανεξαρτησία.



Βασική αρχή του Προτεσταντισμού για την πολιτική είναι η αντίληψη ότι υπάρχουν δύο διακριτές εξουσίες (χρησιμοποιώ η λέξη «εξουσία», όχι γιατί η Εκκλησία είναι μία μορφή εξουσίας, αλλά για το λόγο ότι στη Δύση ως τέτοια παρουσιάστηκε και ως εξουσία λειτούργησε): η θρησκευτική και η πολιτική. Πρέπει να είναι αυτόνομες και κατά τη λειτουργία τους να διατηρούν αυτή την αυτονομία.

Ας δούμε όμως, πως λειτούργησε η θρησκευτική και πολιτική εξουσία στο Βυζάντιο. Σε αυτό, παρά τα κατά καιρούς προβλήματα, στις σχέσεις κυριάρχησε η συνεργασία, η οποία εκφράζεται συνήθως με τον όρο συναλληλία, με κύριους άξονες τους εξής: η Εκκλησία βρισκόταν υπό την προστασία του κράτους, ο αυτοκράτορας ήταν εγγυητής αυτής της προστατευτικής σχέσης, διατηρούνταν η αυτονομία, αποφεύγονταν οι εκατέρωθεν επεμβάσεις, το έργο και η πολύπλευρη προσφορά της Εκκλησίας ήταν σεβαστά. 


Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο της Εκκλησίας εθεωρείτο σημαντικότερο από αυτό της πολιτείας, καθώς οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας είχαν την πεποίθηση ότι οδηγούσε στη σωτηρία. Η αντίληψη αυτή κυριαρχεί χωρίς να δημιουργηθούν συγκρούσεις και να εκδηλωθούν έντονες προσπάθειες επιβολής. 


Αντιθέτως, στη Δύση, η Εκκλησία θεωρεί τον εαυτό της ανώτερο από την κοσμική εξουσία, αλλά με απαίτηση επιβολής.


Στο χώρο του Προτεσταντισμού έχουμε ριζική διάκριση των δύο εξουσιών. Οι δύο χώροι πρέπει να διατηρούν μία επαφή (π.χ. οι κοσμικοί ηγεμόνες οφείλουν να ενδιαφέρονται για τις υποθέσεις της εκκλησίας), αλλά οι δύο εξουσίες πρέπει να διατηρούν την αυτονομία τους, χωρίς να μετατρέπεται η πίστη σε μία αποκλειστικά ιδιωτική υπόθεση. 

Ιδιαίτερα σημαντική συνεισφορά του Λουθήρου προς την κατεύθυνση την ενίσχυσης της ανεξαρτησίας των συμπατριωτών του είναι η μετάφραση της Αγίας Γραφής στα γερμανικά (1530). Η μετάφραση αυτή θεωρείται το πρώτο κείμενο της γερμανικής φιλολογίας και γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις. Όποιος είχε την οικονομική δυνατότητα ήθελε να την αποκτήσει και να την μελετήσει. 

Η προσπάθειά του αυτή είναι πολύ σπουδαία καθώς έτσι το κείμενο της Αγίας Γραφής έγινε προσιτό σε κάθε Γερμανό που απλώς γνώριζε να διαβάζει. Μέχρι τότε για να διαβάσει κάποιος την Αγία Γραφή έπρεπε να γνωρίζει Λατινικά, κάτι που ήταν σχεδόν αδύνατο, πέρα από τους ευγενείς και κάποιους κληρικούς. Ας μη λησμονούμε ότι βρισκόμαστε σε μία εποχή που ακόμη και η απλή ανάγνωση ήταν εξαιρετικά σπάνια. Κατά συνέπεια, η μελέτη της Αγίας Γραφής γινόταν σχεδόν αποκλειστικά στη δημόσια λατρεία και η ερμηνεία της περνούσε από το φίλτρο των παπικών κηρύκων, οι οποίοι πολύ συχνά την ερμήνευαν κατά το δοκούν.


Όπως η διατήρηση της χρήσης των λατινικών ήταν μία επιτυχία του Βατικανού στον αγώνα του με τους διαφόρους ηγεμόνες, η γερμανική μετάφραση λειτούργησε αντίστροφα: έδωσε ώθηση στις φυγόκεντρες τάσεις τους.

Σε αυτό το ασταθές πολιτικό πλαίσιο ήταν αναμενόμενο ότι η επικράτηση της διαμαρτύρησης δεν θα ήταν απρόσκοπτη. Πραγματικά, μέχρι να επιτραπεί η ελεύθερη άσκηση της λατρείας και η διάδοση της πίστης των διαμαρτυρομένων, εμφανίστηκαν πολλά προβλήματα και χύθηκε πολύ αίμα σε μία σειρά θρησκευτικών πολέμων που αιματοκύλισαν την Ευρώπη για ένα διάστημα περίπου 130 ετών.




Προβλήματα στην επικράτηση του Προτεσταντισμού

Η πολιτική του Προτεσταντισμού ήταν περισσότερο φιλολαϊκή από αυτή της παπικής Εκκλησίας. Τοπικοί ηγεμόνες και φεουδάρχες, στην προσπάθειά τους να απεξαρτηθούν από την παπική ηγεμονία και τους αυτοκράτορες, χρησιμοποίησαν τις μεταφράσεις της Αγίας Γραφής σε τοπικές διαλέκτους και ευρέως ομιλούμενες γλώσσες, κυρίως, ως πολιτική διακήρυξη, με την έννοια ότι πλέον η κάθε εθνική γλώσσα αποκτούσε υπόσταση και αποτελούσε τη βάση για να οικοδομηθεί και να καταγραφεί σαφέστερα και πληρέστερα η εθνική συνείδηση του κάθε λαού. Σε συνδυασμό με την τυπογραφία, η οποία οδήγησε σε εύκολη και γρήγορη διάδοση των νέων ιδεών, αποτέλεσαν δυο από τους καθοριστικούς παράγοντες επικράτησης και της ταχύτατης εξάπλωσής της μεταρρύθμισης στη Δύση.

Μία ενδιαφέρουσα παράμετρος της κατάστασης στην Ευρώπη των θρησκευτικών συγκρούσεων είναι το ότι οι θρησκευτικές επιλογές του ηγεμόνα καθόριζαν και τη θρησκεία των υπηκόων του, καθώς και τη συμμετοχή στον πόλεμο και τη σύναψη συμμαχιών, αμυντικών και επιθετικών.

Η πορεία του προτεσταντισμού για την καθιέρωσή του στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι δεν ήταν καθόλου εύκολη ούτε ανέφελη! Αντιθέτως, αντιμετώπισε πολλά προβλήματα. Βία, διώξεις, σφαγές, απαγορεύσεις, εσωτερικές συγκρούσεις και αντιδικίες. Ο 16ος και ο 17ος αιώνας σημαδεύτηκαν από θρησκευτικούς πολέμους και έξαρση των θρησκευτικών παθών, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, όπως π.χ. στη Βόρεια Ιρλανδία τα προβλήματα διατηρούνται ακόμη με αμείωτη ένταση.

Η έκφραση Νύχτα αγίου Βαρθολομαίου είναι, ακόμη και σήμερα, συνώνυμη της βίας, ή ορθότερα της σφαγής. Τι συνέβη, όμως, εκείνη τη νύχτα;




Στις 18 Αυγούστου 1572 τελέσθηκε στο Παρίσι ο γάμος του Ερρίκου της Ναβάρρας (ο μετέπειτα βασιλιάς της Γαλλίας Ερρίκος Δ'), ηγέτη των προτεσταντών της Γαλλίας («Ουγενότων»), με τη Ρωμαιοκαθολική πριγκίπισσα Μαργαρίτα των Βαλουά.


Η Μαργαρίτα ήταν κόρη της Αικατερίνης των Μεδίκων, μητέρας του Καρόλου του 9ου, του βασιλιά της Γαλλίας.



Μετά το γάμο δημιουργήθηκε η προσδοκία ότι οι Ουγενότοι (= οι προτεστάντες της Γαλλίας), επιτέλους θα μπορούσαν να εκφράζουν ελεύθερα την πίστη και να ασκούν ακωλύτως τη λατρεία τους. Η γνώμη, των Γάλλων μοναρχών, όμως, ήταν διαφορετική. Πιθανότατα, με προτροπή της μητέρας του και δική του απόφαση, ο βασιλιάς επέτρεψε, ή μάλλον διέταξε, τη σφαγή των προτεσταντών του Παρισιού.


Τα πρώτα επεισόδια καταγράφηκαν στις 20 Αυγούστου, δύο μόλις ημέρες μετά το γάμο, όταν ο αρχηγός των προτεσταντών, ναύαρχος Γκασπάρ ντε Κολινί, τραυματίσθηκε από επίθεση με πυροβόλο όπλο.


Η πρωτοβουλία ανήκει στο Ερρίκο δούκα του Γκυζ, με την έγκριση όμως της βασιλομήτορος και του δούκα του Ανζού, αδελφού του βασιλιά κι αργότερα βασιλιά Ερρίκου Γ'. Η σφαγή, η οποία ξεκίνησε με κωδωνοκρουσίες από τους ναούς, έγινε τη νύχτα της 23ης προς την 24η Αυγούστου 1572, ενώ ξημέρωνε η γιορτή του αγίου Βαρθολομαίου. Σφαγιάσθηκαν πρώτα οι ηγέτες των Ουγενότων. 

Το μένος των ρωμαιοκαθολικών δε σεβάστηκε ούτε τον προ ολίγων ημερών τραυματισμένο γέροντα ναύαρχο Κολινί, ο οποίος απετέλεσε ένα από τα πρώτα θύματα. Ο δούκας του Γκιζ και οι άνδρες του εισέβαλαν στο σπίτι του και αφού τον δολοφόνησαν πέταξαν το σώμα του από ένα παράθυρο στο δρόμο. Αυτό το περιστατικό λειτούργησε ως σύνθημα έναρξης της σφαγής, η οποία, τελικά, είχε χιλιάδες θύματα.

εικ. «Η νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου», πίνακας του Φρανσουά Ντιμπουά, που απεικονίζει τη σφαγή των Γάλλων προτεσταντών με διαταγή της Αικατερίνης των Μεδίκων.

Οι σφαγές διήρκεσαν για ένα μήνα και σύντομα εξαπλώθηκαν και σε άλλες γαλλικές πόλεις. Το Βατικανό, ενθουσιασμένο από το γεγονός, πανηγύρισε με δοξολογία, λειτουργίες, εγκύκλιο του πάπα Γρηγορίου ΙΓ', κοπή αναμνηστικού νομίσματος και φωταψία της Ρώμης. Ευχαριστήρια δοξολογία τελέσθηκε και στο Παρίσι, ενώ στους δρόμους κείτονταν τα άταφα σώματα.



Αναμφίβολα, η σφαγή ήταν οργανωμένη εκ των προτέρων και τη διεξαγωγή της είχε αναλάβει ο δούκας του Γκιζ. Τα θύματα δεν είναι δυνατό να υπολογιστούν με ακρίβεια και οι εκτιμήσεις ποικίλουν, με κάποιους να ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 70 χιλιάδες, ενώ άλλοι μιλούν για πολύ λιγότερα (γύρω στις 3.000). Ο αριθμός των θυμάτων αυξήθηκε καθώς αρκετές χιλιάδες Ουγενότοι είχαν επισκεφθεί το Παρίσι με την ευκαιρία των βασιλικών γάμων.

Ένα άλλο σημαντικό επεισόδιο των θρησκευτικών πολέμων της Ευρώπης είναι ο Τριακονταετής πόλεμος(1618-1648). Ξεκίνησε από τους προτεστάντες της Πράγας και ενεπλάκησαν σε αυτόν η Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους και οι Αψβούργοι, οι ρωμαιοκαθολικοί αυτοκράτορες της Αυστρίας.


Στις 23 Μαΐου του 1618, στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από τον έλεγχο της δυναστείας των Αψβούργων, Βοημοί προτεστάντες «εκπαραθύρωσαν», δηλαδή πέταξαν από ένα παράθυρο ύψους 21 μέτρων, τους τέσσερις αντιπροσώπους του Γερμανού αυτοκράτορα, ενέργεια που αποτέλεσε την αφορμή του αιματηρού Τριακονταετούς πολέμου.


Μαζί με τους προτεστάντες της Βοημίας επαναστάτησαν και οι προτεστάντες της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, της Σιλεσίας και της Μοραβίας. Η Καθολική Συμμαχία, που δημιουργήθηκε από τους καθολικούς ηγεμόνες με πρωτοβουλία των Αψβούργων, σε αντίβαρο της Ευαγγελικής Ένωσης των προτεσταντών των Γερμανικών κρατών, συνέτριψε τον εκλέκτορα του Παλατινάτου Φρειδερίκο Ε’στη μάχη του Λευκού Όρους (1620) και επανέφερε την χώρα υπό το στέμμα των Αψβούργων. Η δίωξη των υπόλοιπων ηγετών της Ευαγγελικής ένωσης και των άλλων προτεσταντών συνεχίστηκε με τον στρατηγό Τίλλυ και στην βόρεια Γερμανία. Από το σημείο αυτό και έπειτα η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη, καθώς οι συγκρούσεις γενικεύτηκαν.

Στις 21 Ιουνίου 1621 ο Φερδινάνδος έδωσε εντολή να αποκεφαλιστούν στην πλατεία της παλιάς πόλης της Πράγας 27 ηγέτες των Βοημών προτεσταντών. Τα κεφάλια τους μπήκαν σε παλούκια, τα οποία τοποθετήθηκαν στη Γέφυρα του Καρόλου για παραδειγματισμό.

Η σύγκρουση τερματίσθηκε το 1648 με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας. Σύμφωνα με αυτή αναγνωρίσθηκαν οι προτεσταντικές Εκκλησίες, αλλά παράλληλα δημιουργήθηκαν πολλά νέα κράτη.



Από το 1648 και εξής δεν έχουμε γενικευμένο πόλεμο, αλλά επιμέρους συγκρούσεις. Πάντως, με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας οι προτεσταντικές ομάδες της Ευρώπης κέρδισαν το χώρο τους στο πολιτικό και θρησκευτικό στερέωμα της ηπείρου και διαμόρφωσαν το πρόσωπο των νεωτέρων χρόνων με τη γένεση του καπιταλισμού, του οικονομικού συστήματος που σήμερα κυριαρχεί σε ολόκληρο τον κόσμο και εν πολλοίς καθορίζει τη ζωή μας.

Προτεσταντισμός και οικονομική σκέψη· με αναφορά στην Ελλάδα

Για να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με τη συμβολή του προτεσταντισμού στη διαμόρφωση της πολιτικής πορείας της Ευρώπης πρέπει να θίξουμε μία ακόμη πτυχή, λίγο διαφορετική, αλλά πολύ ενδιαφέρουσα και επίκαιρη. Πρόκειται για την πτυχή της σχέσης του με την οικονομία και τον καπιταλισμό.

Όλοι έχουμε ακούσει να συνδέεται, από πολιτικούς αναλυτές, οικονομολόγους, αλλά και θεολόγους, η στάση της σύγχρονης Γερμανίας απέναντι στην πατρίδα μας με την προτεσταντική ηθική και διδασκαλία.

Γιατί άραγε;

Ας δούμε λίγα στοιχεία από την πολιτική θεωρία του προτεσταντικού κινήματος, όπως παρουσιάζεται στο έργο του κοινωνιολόγου Max Weber «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού».





Ο Ιωάννης Καλβίνος
Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Λουθήρου η έννοια του επαγγέλματος έχει την έννοια ιερού καθήκοντος, το οποίο ανατέθηκε από το Θεό. (Σοφ. Σειράχ 11:20-21 «ἐν τῷ ἔργῳ σου παλαιώθητι»). Η εργασία αποτελεί έκφραση αδελφικής αγάπης και αξιολογείται θετικά, ενώ, αντιθέτως, τηρεί αρνητική στάση απέναντι στον τόκο και την τοκογλυφία.

Από την άλλη μεριά ο Ιωάννης Καλβίνος είναι πολύ θετικός απέναντι στις τραπεζικές και εμπορικές δραστηριότητες και προτρέπει τους πιστούς του να ασχοληθούν με αυτές.Φαίνεται ότι ήδη από τον πρώιμο προτεσταντισμό η εργασία, από ανάγκη για επιβίωση, μετεξελίχθηκε σε εσωτερικό καταναγκασμό, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο «εξαγίασε» την έννοια αυτή και τη συνέδεσε στενότατα με την ηθική ζωή και την καλλιέργεια μίας ορθής σχέσης με το Θεό (π.χ. στον καλβινισμό).

Στο προτεσταντικό καπιταλιστικό σύστημα ο άνθρωπος εργάζεται όχι από εξωτερική πίεση, αλλά με δική του επιλογή γιατί αυτό επιβάλλει η πίστη του. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Μορμόνων στις ΗΠΑ. Η προτεσταντική αυτή ομολογία επιβάλει πολύ αυστηρούς κανόνες ζωής στα μέλη της, με αποτέλεσμα αυτά να είναι περιζήτητα ως εργαζόμενοι και στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς αποδίδουν καλύτερα από το μέσο όρο των εργαζομένων.

Είναι χαρακτηριστική η αντίληψη του καλβινισμού ότι η επαγγελματική επιτυχία ήταν σημάδι της θείας χάριτος, ενώ η αποτυχία σημάδι της απουσίας της, ανεξάρτητα από τους τρόπους με τους οποίους συγκεντρώθηκε αυτός ο πλούτος ή κατορθώθηκε αυτή η επιτυχία.

Max Weber on June 14, 1920

Ο κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ στο έργο του δίνει μεγάλη αξία στην ύπαρξη ενός ισχυρού κώδικα στην εργασία, στη σκληρή δουλειά, στον ασκητικό βίο, στη συστηματική αποταμίευση και στην άμεση σχέση του πιστού με το Θεό.

Με απλά λόγια, για να προχωρήσουμε σε μία προσπάθεια ερμηνείας της σύγχρονης σχέσης μας με τους Γερμανούς εταίρους μας, η δυνατότητα που έχει σήμερα αυτή η χώρα να πιέζει την πατρίδα μας να πετύχει τους στόχους που εκείνη έθεσε, με αποτέλεσμα να εξευτελίζονται νομοταγείς πολίτες, να λιμοκτονούν ενδεείς συνταξιούχοι, να αδικούνται δημόσιοι υπάλληλοι με πλήθος προσόντων, να χρεοκοπούν δραστήριοι επιχειρηματίες και πολλά άλλα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, είναι θεμιτή και δικαιολογημένη μέσα από το πρίσμα της προτεσταντικής διδασκαλίας.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά τα οποία εντοπίζει ο Μαξ Βέμπερ και στα οποία ήδη αναφερθήκαμε («η ύπαρξη ενός ισχυρού κώδικα στην εργασία, η σκληρή δουλειά, ο ασκητικός βίος, η συστηματική αποταμίευση») δημιούργησαν τις θεωρητικές προϋποθέσεις για αυτή τη στάση της Γερμανίας, αλλά, για να είμαστε ξεκάθαροι, και ολόκληρου του καπιταλιστικού συστήματος. Η έλλειψή τους δημιούργησε, σύμφωνα με τους «εταίρους» μας αντίστοιχες προϋποθέσεις εξάρτησης για την Ελλάδα.


Ο Ιωάννης Καλβίνος, γαλ. Jean Calvin, 
πραγματικό όνομα Jehan Cauvin, (10 Ιουλίου 1509 - 27 Μαΐου 1564) 

Αν διαβάσει κανείς τις εκθέσεις, αλλά και τα σχόλια των υπευθύνων, τραπεζιτών, υπουργών, επιτρόπων θα διαπιστώσει ότι οι ελλείψεις για τις οποίες μας εγκαλούν είναι αυτές που επιτάσσει η καλβινιστική ηθική: δεν είμαστε προσεκτικοί στη δουλειά μας, δεν εργαζόμαστε σκληρά, ζούμε περισσότερο πλούσια από όσο πρέπει, δεν αποταμιεύουμε. 

Κατά συνέπεια, ο Θεός, πάντα σύμφωνα με μία απλουστευμένη καλβινιστική προσέγγιση, επιβραβεύει τη γερμανική προσπάθεια (εργατικότητα, λιτότητα στο βίο, συστηματική αποταμίευση), ενώ απορρίπτει την ελληνική αδιαφορία στις παραπάνω αρχές.

Κλείνοντας αυτό το σημείωμα, οφείλουμε να τονίσουμε ότι με τα γραφόμενά μας δεν θέλουμε να απεμπολήσουμε τις ευθύνες μας και τα λάθη μας για την κρίση. Σε καμία περίπτωση! 

Σκοπός μας είναι να ερμηνεύσουμε τη στάση των βορειοευρωπαίων εταίρων μας μέσα από το πρίσμα μίας θρησκευτικής παράδοσης πέντε περίπου αιώνων και να κατανοήσουμε τα αίτια της ανάλγητης στάσης τους, φυσικά, όχι απέναντι στους υπευθύνους, αλλά απέναντι σε μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού, το οποίο αγωνίστηκε να μορφωθεί, εργάστηκε έντιμα, προσπάθησε να βελτιωθεί και να προσφέρει τις υπηρεσίες του σε όποιον τομέα της οικονομίας έπρεπε και τώρα νιώθει, όχι μόνο να αδικείται ‒και από τους Έλληνες πολιτικούς, αλλά, κατά κυριολεξία να εξουθενώνεται ως μη έδει!

Διδάκτωρ Θεολογίας Μουστάκης Αθανάσιος
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου / αέναη επΑνάσταση
Σχετικά Θέματα

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ωραίο άρθρο.

Sophia Siglitiki Drekou είπε...

Σας ευχαριστούμε πολύ. Ο Θεός να ευλογεί.