28/12/13

Τα Χριστούγεννα του κύρ Μανώλη (Διήγημα του π. Κων. Στρατηγόπουλου)

Τα Χριστούγεννα του κύρ Μανώλη στην Κωνσταντινούπολη

Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου


Τόσο βαθιά ανθρώπινη ο θεολογία του διηγήματος, που τρομάζεις...! Και αναρωτιέσαι: πώς μου ξέφυγαν όλ' αυτά, γιατί δεν τα βλέπω ενώ είναι μπροστά μου; Γιατί έχω συνηθίσει τόσα χρόνια στη γκρίνια και τη μιζέρια; Ενώ το «φως» είναι μέσα μου, αρκεί να κοιτάξω κατάματα το αληθινό Φως, και να κάνω μια μικρή θυσία όπου μπορώ. Τρομάζει αυτή η θεολογία της αγάπης γιατί δεν μένει στην επιφάνεια της λάμψης, αλλά στο βάθος της εσωτερικής λάμψης που δημιουργεί το φως μέσα μας, αφού βέβαια καταλάβουμε τι σημαίνει να γεννηθεί η αγάπη δηλαδή Ο Χριστός!

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΑΝΩΛΗ 

Διήγημα του π. Κων. Στρατηγόπουλου

Τά Χριστούγεννα στην Πόλη γιορτάζονται ταπεινά. Καί ὅταν λέμε ταπεινά, ἐννοοῦμε τήν ἀφαίρεση τῆς ἐξωτερικῆς λαμπρότητας καί τήν καλλιέργεια τοῦ ἐσωτερικοῦ κάλλους. Κάτι, τό μή χριστιανικό περιβάλλον, κάτι, ἡ βαριά κληρονομιά τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως, ὁδηγοῦν σ᾽ αὐτό τό κατανυκτικό ἦθος.


Ἔτσι θά περνοῦσαν καί τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα γιά τόν κύρ Μανώλη τό λουστραδόρο. Μάστορας στή δουλειά του. Δούλευε μέ μεράκι τά ἔπιπλα, σάν καλλιτέχνης πραγματικός, χωρίς νά βιάζεται καί χωρίς νά λογαριάζει τό κέρδος ἤ τη ζημιά. Ὅ,τι περνοῦσε ἀπό τό χέρι του ἔπρεπε νά λάμπει «ἡλίου φαεινότερον», ὅπως ἔλεγε ὁ ἴδιος. Καί προσέθετε:


- Προπάντων, ὅμως, προσοχή στό βάθος τῆς λάμψης, μιᾶς καί εἶναι εὔκολο νά λάμπει ἡ ἐπιφάνεια, ἀλλά ἡ ἐπιτυχία βρίσκεται στό πῶς θά ᾽ρχεται τό φῶς.


Τό «βάθος τῆς λάμψης». Αὐτή ἦταν ἡ ἰδεολογία τοῦ κύρ Μανώλη. Μπορεῖ καί νά μήν ἦταν ἡ ἰδεολογία μόνο δική του. Μπορεῖ καί νά μετέφερε πάνω του μία χιλιόχρονη παράδοση πού ἔπλασε τό φῶς στό βάθος κι ἄφησε τήν ἐπιφάνεια στό περιθώριο. Ἡ γυναίκα του, βέβαια, ἡ Πολυξένη, διαφωνοῦσε μ᾽ ὅλα αὐτά.


- Τό μεροκάματο δέν βγαίνει μέ φιλοσοφίες, τοῦ ᾽λεγε. Αὐτό πού κάνεις οὔτε ὁ Θεός δέν τό θέλει. Ὁ Πανάγαθος ὅρισε νά κερδίζουμε τό ψωμί μας με τόν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας κι ὄχι με τόν ἱδρῶτα τριῶν προσώπων. Ἐκεῖνος θά τό ᾽θελε ἀλλιῶς γιατί ξέρει πιό καλά ἀπό σένα.


Ὁ κύρ Μανώλης ὅμως δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Πάνω ἀπό ὅλα ἦταν ἡ λάμψη. Ἀλλά τό παράπονο τῆς Πολυξένης τῆς «πολύπαθης», ὅπως ἔλεγε μόνη της γιά τόν ἑαυτό της, ἦταν κι ἄλλο. Ὁ ἄντρας της, ὁ προκομμένος, εἶχε τό ἐργαστήρι κάτω στό Γαλατά, κοντά στόν Ἅγιο Νικόλαο. Τό σπίτι του βρισκόταν στούς πρόποδες τοῦ λόφου τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, στό Σταυροδρόμι. Ἦταν μία ἀπόσταση πού δέν ἐπέτρεπε στην πληθωρική Πολυξένη νά ἐλέγχει τά συμβαίνοντα στό ἐργαστήρι.

Καθώς ἦταν ἀνοικτή καρδιά ὁ κύρ Μανώλης, εἶχε πολλές κοινωνικές σχέσεις μέ ἄλλους μαστόρους τῆς περιοχῆς τοῦ Γαλατᾶ. Τά κουτσόλεγαν στό ἐργαστήρι του, πού εἶχε γίνει χῶρος συζητήσεων, φιλοσοφικῶν καί κοινωνικῶν. Ἦταν σάν ἕνα μικρό καφενεῖο, ὅπου οἱ συζητήσεις γιά τά τρέχοντα θέματα ἦταν στήν ἡμερησία διάταξη.


Ποιός ψάλτης εἶπε πιό κατανυκτικά τό δοξαστικό τῆς Κυριακῆς; Ποιός δεσπότης τηροῦσε τό περίφημο πολίτικο τυπικό; Ποιά παράδοση ἔφερε νά ψάλλονται δύο καταβασίες τά Χριστούγεννα; Κι ἄλλα πολλά πού ἔβγαζαν πάντοτε τόν κύρ Μανώλη ἔξω ἀπό τόν ρυθμό τῆς δουλειᾶς του. Ἀναγκαζόνταν, τότε, νά δουλέψει ὡς τά μεσάνυχτα γιά νά προλάβει τό χαμένο χρόνο καί μερικές φορές κοιμόταν καί μέσα στο ἐργαστήρι, ἐπειδή ἦταν δύσκολο νά πάει στό σπίτι του, λόγω τοῦ προχωρημένου τῆς ὥρας. Τότε ἦταν πού ἡ Πολυξένη ἔχανε τ᾽ αὐγά καί τά καλάθια ἀπό τά νεῦρα της. Καί μεροκάμματο δέν ἔβγαινε καί ἄντρα δέν εἶχε. Ἔστηνε στήν πόρτα τόν ἄντρα της λέγοντας: 

- Θά σέ ξετινάξουν ὅλοι αὐτοί, στήν ψάθα θά πεθάνεις. Καί ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε:

- Μά εἶναι καλά παιδιά καί γιά τό Χριστό μιλᾶμε. Καί μήν ξεχνᾶς πῶς οἱ ἄνθρωποι ἔχουν μέσα τους φῶς, πολύ φῶς. Λίγο νά σταθεῖς μπροστά τους, λίγο νά τούς καλομιλήσεις καί θά βρεθεῖς κατάματα με τό Χριστό. Ἔχουν κι οἱ ἄνθρωποι λάμψη, Πολυξένη μου.

Ἡ Πολυξένη, ὅμως, δέν καταλάβαινε ἀπό τέτοια. Ἔβλεπε τά παιδιά της, καί τήν ἴδια, νά ζοῦνε φτωχικά. Ὅλα τ᾽ ἄλλα ἦταν δεύτερα.



H Poli kai o Galatas apo to skoutari

Ἦταν παραμονή τῶν Χριστουγέννων. Ἡ Πολυξένη εἶχε ἀπό τό πρωί δώσει τίς ὁδηγίες καί τά διαγγέλματά της στον ἄνδρα της.


- Τό ἀργότερο στίς ὀκτώ τό βράδυ θά εἶσαι στο σπίτι, οὔτε λεπτό καθυστέρηση. Ὅπως γυρνᾶς ἀπό τό Πέρα, ψώνισέ μου κουκουνάρια γιά τή γαλοπούλα, παστουρμά, σουτζούκι, τυρί, κασέρι, καί δύο κιασέδες γιαούρτι γιά νά νιώσουμε κι ἐμεῖς οἱ φτωχοί τή χρονιάρα μέρα.


Ὁ κύρ Μανώλης ἄκουγε τά διαγγέλματα. Δέν μποροῦσε νά κάνει καί κάτι ἄλλο.


- Κρίμα πού ἡ Πολυξένη δέν εἶχε γίνει συνταγματάρχης, σκεπτόταν, θά εἶχε τήν πιό δυναμική στρατιωτική μονάδα, κρίμα στή γυναίκα, πηγαίνει χαμένη μέ μένα τόν κακομοίρη.


Ἀπαντοῦσε ὅμως σταράτα:


- Ναί Πολυξένη μου, ὅλα θά γίνουν ὅπως θέλεις.


Καί πράγματι, ὅλα ἔγιναν ὅπως ἤθελε ἡ Πολυξένη. Στίς 8 ἡ ὥρα ὁ κύρ Μανώλης κατηφόριζε τή μεγάλη κατηφόρα τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Στό βάθος, στό τέλος τοῦ μεγάλου δρόμου, φαινόταν ἤδη τό σπίτι του. Τότε συνέβη τό ἔκτακτο. Ἐκεῖ, σε κάποιο ἀριστερό στενάκι ὑπῆρχε τό μικρό ταβερνάκι τοῦ Φώτη τοῦ Κάβουρα. Κάβουρα τόν ἔλεγαν λόγῳ τῶν ἀργῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες περπατοῦσε. Καλή καί ἄδολη καρδιά ὁ Φώτης, διατηροῦσε αὐτό τό μικρό κατάστημα, ὅπου μαζεύονταν οἱ ἄντρες τῆς γειτονιᾶς καί τά κουτσόπιναν τά βραδάκια. Ἐκεῖνο τό βράδυ, λόγῳ τῆς παραμονῆς, πελατεία δέν ὑπῆρχε, μόνο ἕνας, κι ὁ Φώτης πού περιδιάβαινε μέ τή ματιά του τούς διαβάτες τῆς κατηφόρας. Τότε εἶδε τόν κύρ Μανώλη.


- Γειά σου, Μανώλη, σπάνια σέ βλέπουμε πιά.


- Ναί, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης, οἱ δουλειές βλέπεις.


- Ἔλα νά τά ποῦμε γιά λίγο μέσα.


Ὁ κύρ Μανώλης κοντοστάθηκε. Ἡ Πολυξένη περίμενε στο σπίτι, ἀλλά κι ἡ πρόσκληση ἦταν πρόκληση. Τό σκέφτηκε. Θά καθόταν δέκα λεπτά καί μετά θά συνέχιζε. Δέκα λεπτά δέν ἦταν τίποτε. Μπῆκαν μέσα καί κάθισαν σέ μία γωνιά, μιλώντας γιά τά Χριστούγεννα. Γιά τήν πρωινή λειτουργία. Γιά τά τροπάρια πού θά εἶχε τό τυπικό καί ἄλλα παρόμοια. Εἶχαν σχεδόν ξεχάσει πώς στό κατάστημα ὑπῆρχε κι ἕνας, ὁ μοναδικός, πελάτης. Τόν θυμήθηκαν ὅταν ξερόβηξε, λίγο, λέγοντας σέ σπασμένα Ἑλληνικά:


Θέλω ἕνα ποτήρι ἀπ᾽ τό γλυκό κρασί.

Καί σάν νά ἤθελε νά ἁρπάξει τήν εὐκαιρία εἶπε:

- Αὔριο ἐσεῖς οἱ ρωμηοί, ἔχετε μεγάλη γιορτή.

Οἱ δύο μας φίλοι στάθηκαν ἀμήχανοι, μ᾽ ἕναν τοῦρκο πάντα πρέπει νά εἶσαι κουμπωμένος. Ἐκεῖνος, σαν νά κατάλαβε, εἶπε:

Μέ λένε Τζεμίλ, μεγάλωσα σέ ρωμαίικο μαχαλά καί ξέρω κάτι λίγα ἑλληνικά. Εἶμαι μόνος, χωρίς οἰκογένεια, ξωμάχος τῆς ζωῆς. Σᾶς ρώτησα γιά τή γιορτή σας. Τί γιορτάζετε αὔριο;


Φαινόταν τίμιος καί εἶχε καθαρή ματιά. Ἔνιωθες ἐμπιστοσύνη. Ὁ κύρ Μανώλης πῆρε θάρρος.


- Νά, πῶς νά στο πῶ, αὔριο γεννήθηκε ἡ ἀγάπη. Ὁ Τζεμίλ σοβάρεψε πολύ.


- Πῶς γεννιέται ἡ ἀγάπη; Ἔχει πρόσωπο;


- Γι᾽ αὐτό γεννήθηκε ἀκριβῶς, ἐπειδή ἔχει πρόσωπο καί θέλει νά μᾶς δεῖ κατά πρόσωπο, ἀπάντησε ὁ κύρ Μανώλης. Καί συνέχισε:


- Ξέρεις; Ἡ ἀγάπη πού γεννήθηκε εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὁ Τζεμίλ ἀντέδρασε.


- Ὁ Θεός οὔτε γεννιέται, οὔτε ἔχει πρόσωπο.


- Φίλε μου Τζεμίλ, εἶπε ὁ κύρ Μανώλης, γι᾽ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἀγάπη, ἐπειδή καταδέχτηκε νά γεννηθεῖ καί νά μᾶς δεῖ στο πρόσωπό μας, μέσα μας, βαθιά μας. Θέλει νά βρεῖ τη λάμψη πού ἔχουμε μέσα μας καί νά τήν κάνει φωτιά.


Ὁ Τζεμίλ σώπασε. Ἄκουγε μέ προσοχή τόν κύρ Μανώλη. Ὁ Μανώλης, ὁ λουστραδόρος, εἶχε γίνει ὁλόκληρος μια φωτιά πού ἔλαμπε. Σώπασαν καί οἱ δύο. Μετά ἀπό ὥρα ψιθύρισε ὁ Τζεμίλ:


Κι ἀφοῦ ὁ Θεός σας εἶναι ἀγάπη ἐσύ πῶς θά μοῦ τό ἀποδείξεις;


Ὁ Μανώλης μάζεψε τά φρύδια καί εἶπε, ψιθυρίζοντας:


- Νά τ᾽ ἀποδείξω δέν μπορῶ μέ λόγια, ἀλλά μόνο ἄν χρειαστεῖ νά κάνω μιά θυσία γιά σένα, τότε θά τό καταλάβεις.


Ὁ Τζεμίλ εἶπε φωναχτά:


- Κάνε μια θυσία γιά μένα. Θέλω νά καταλάβω τήν ἀγάπη πού γίνεται ἄνθρωπος ἤ μάλλον νά καταλάβω πῶς εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔχει τήν ἀγάπη; 

Ὁ κύρ Μανώλης δέν σκέφτηκε καί πολύ. Οἱ θυσίες δέν προγραμματίζονται, ἔρχονται ξαφνικά, ἀρκεῖ νά τίς ἀξιοποιήσεις. Κάθισε, ἐκεῖ, στό ταβερνάκι, ὅλη τή νύχτα μέ τόν Τζεμίλ. Δέν ἦταν δά καί τόσο δύσκολο. Κάθε μέρα ξενυχτοῦσε γιά νά φτάσει στη «λάμψη τήν ἐσωτέρα», γιά νά βρεῖ τήν κοινωνία μέ τόν ἄλλο.


Ἔτσι πέρασε ὅλη τή νύχτα καί τό πρωί τράβηξε γιά τόν Ἅγιο Κωνσταντῖνο γιά ν' ἀκούσει: «Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός».


Ἕνα ἦταν σίγουρο. Ἐκεῖνο τό βράδυ μέσα στό καπηλειό τοῦ Φώτη ἐγεννήθη ὁ Χριστός. Πάντοτε ἔτσι γεννιέται, στά ταπεινά καί στά μοναχικά. Γεννιέται ἐκεῖ πού ἡ λάμψη δέν εἶναι ἐξωτερική. Ἔτσι γιόρτασαν τά Χριστούγεννα ἐκεῖνα στην Πόλη. Ἔτσι πάντα τά γιορτάζουν. Μέ τή φωταυγή ἀχτίδα τοῦ ἐσωτέρου φωτός. Καί μετά ἔρχονται πάντα οἱ Ἡρῶδες.


Καί στή διήγησή μας αὐτή, τό μαρτύριο γιά τόν κύρ Μανώλη ἦρθε ἀπό τήν Πολυξένη, τήν πολύπαθη καί κουρασμένη, πού ξεχνοῦσε ὅμως νά καταλάβει τή λάμψη πού εἶχε κοντά της, τόν κύρ Μανώλη, ἕνα ἀκόμη σημεῖο τῆς φανέρωσης τοῦ Κυρίου πάνω στή γῆ.


† π.Κ.Σ.


Αὐτοτελές ἀπόσπασμα μέσα ἀπό το βιβλίο «Τό σταυροδρόμι τῆς καρδιᾶς μου», Σελίδα 85, ἐκδόσεις «Φιλοκαλία», Μάϊος 2002. Επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr


Ακούστε την κατανυκτική αφήγηση του διηγήματος που διαβάσαμε, με τον αγαπητό σε όλους μας κ. Νώντα Σκοπετέα, γιατί μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε και πάλι παιδιά 
🎅 τα Χριστούγεννα 🎄 με τις διηγήσεις του, όπως θα διαπιστώσετε και εδώ


Καλή Χριστουγεννιάτικη Ακρόαση



ΕΓΩ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία τοῦ 

ἀπό τήν ἱστοσελίδα floga.gr, ἐπάνω στό χωρίο τοῦ κατά Λουκᾶν Εὐαγγελίου, κεφάλαιο 14ο, στίχοι 16 ἔως 24, στά πλαίσια τῆς ἑρμηνείας πού ἔγινε στό κήρυγμα τῆς Κυριακῆς 14-12-2014.


Θά σᾶς περιγράψω ἕνα περιστατικό ἐπίκαιρο καί δημοσιογραφικό. Ὁ τίτλος του εἶναι: «Ἐγώ καί τό παιδί». Ἄν θέλετε στό «ἐγώ» βάλτε ὁποιονδήποτε ἀπό σᾶς. Κυριακή πρωί, κουρασμένοι καί τσακισμένοι ἀπ᾿ τόν κόπο καί τόν μόχθο τῆς ἑβδομάδας, μέ δεκάδες προβλήματα στίς πλάτες μας, μπαίνουμε στήν Ἐκκλησία νά πάρουμε μία ἀνάσα καί τήν παίρνουμε. Ὕμνοι, ἡσυχία, προσευχές καί αἰσθανόμαστε ὄμορφα καί μακάρι νά φθάναμε καί σέ μία κατάσταση, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, «νηφαλίου μέθης». Ἀλλά προσέξτε, ἡ ἱστορία λέει, ἤ τό περιστατικό, «Ἐγώ καί τό παιδί». Ἔχω πλάι μου καί ἕνα παιδί, τό ὁποῖο μοῦ λέει: «Ἄκουσες τί εἶπε τώρα τό κείμενο; Λέει: κάποιος ἔκανε τραπέζι. Ποιός εἶναι αὐτός; Ποιός ἦταν ὁ δοῦλος του; Πῶς τούς κάλεσε; Πόσους κάλεσε; Ποιόν τρόπο εἶχε; Καί τί σημαίνει: πολλοί εἶναι κλητοί καί ὀλίγοι ἐκλεκτοί;». Καί ἤμουν στή νηφάλια μέθη. Καί ἔχω δύο δρόμους νά ἀκολουθήσω. Ἤ νά πῶ πού αὐτό τό παιδί μέ βάζει σέ πειρασμό νά χάσω τή νηφάλια μέθη καί νά σκεφτῶ καί νά μπῶ σέ πειρασμό. Ἤ νά πῶ μήπως πίσω ἀπ᾿ τά ἐρωτήματα τοῦ παιδιοῦ κρύβεται ἕνας μεγάλος μελλοντικός θεολόγος καί Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, πού κινεῖ τό μυαλό του γιά νά βρεῖ τίς ἀλήθειες; Γιά νά μποῦμε λιγάκι στήν ἱστορία αὐτή.

Νά μπῶ στά ἐρωτήματα τοῦ παιδιοῦ. Τό κείμενο λέει: «ἄνθρωπός τις», δέν λέει τίποτα ἄλλο. Ἀνώνυμο τό πρόσωπο. Κρύβεται πίσω ἡ προβαλλόμενη, ἀλλά κρυπτόμενη ἀνωνυμία τοῦ Θεοῦ. Θυμηθεῖτε τί εἶχε πεῖ ὁ Θεός στόν Μωυσῆ, ὅταν τοῦ εἶπε: «ποιός εἶσαι;». Εἶπε «ἐγώ εἶμαι αὐτός πού εἶμαι. Ἐγώ εἰμι ὁ Ὤν». Καί εἶπε καί δέν εἶπε. Ὁ Χριστός πού ἀποκαλύπτεται, ὁ Χριστός πού κρύβεται. Καί ποιός ἦταν ὁ ὑπηρέτης του; Καί ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται ἦταν φτωχός αὐτός ὁ ἄνθρωπός τις. Δέν εἶχε καί πολλούς ὑπηρέτες, ἕνα δοῦλο εἶχε ὅλο καί ὅλο. Ἔ, γιά νά τό καταλάβω, θά πάω στόν προφήτη Ἡσαΐα, πού ὁμιλώντας γιά τόν Χριστό, λέει ὅτι ἦταν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ. Εἶχε ἕναν πού ἔκανε ὅλη αὐτή τή δουλειά. Ὁ Χριστός, βλέπετε, καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ὅλοι κρυμμένοι στήν ἀνωνυμία καί σέ πολύ ταπεινά σχήματα.

Καί πῶς γίνεται αὐτή ἡ πρόσκληση, πῶς τούς καλεῖ; Μέ ποιά ἀνακοίνωση; Δημοσιογραφική, κινηματογραφική; Τίποτα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά. Τούς καλεῖ προσωπικά, ἕναν πρός ἕνα. Μετράω τόν ἕναν πρός ἕνα καί βρίσκω τρεῖς, στήν ἀρχή. Καί μοῦ λέει τό παιδάκι μόνο τρεῖς εἶναι, ἐδῶ ἡ κοινωνία εἶναι ὁλόκληρη ἡ κοινωνία. Ἦταν ἕνας, δύο, τρεῖς καί μάλιστα αὐτοί οἱ τρεῖς ἀρνήθηκαν. Δέν στεκόμαστε ἐκεῖ, πᾶμε παρακάτω. Μετά λέει στόν δοῦλο του νά βγεῖ στίς πλατεῖες, στούς δρόμους, βλέπετε ἐπεκτείνεται σέ μιά γεωγραφία. Καί δέν κάνει, προσέξτε, δημοσιογραφική ἀνακοίνωση, καλεῖ ὅλους ἕναν πρός ἕνα μέ συγκεκριμένες ἰδιότητες, τυφλούς, χωλούς, ξηρούς. Καί εἶναι μόνο αὐτοί, μπορεῖ νά ὑπάρχουν κι ἄλλοι, ἄλλοι πού ξεχάστηκαν. Ναί, σωστό.

Ὁ Χριστός καλεῖ τούς πάντες. Κι αὐτοί πού ξεχάστηκαν; Βγαίνει ὁ δοῦλος στούς δρόμους καί προσέξτε τό κείμενο, λέει «ἀνάγκασον» αὐτούς. «Ἄ, μέ τό ζόρι, δηλαδή, θά ἔρθουν στό τραπέζι;» λέει τό παιδάκι. Ὄχι, τούς βάζει μέσα τους τέτοια δομή, τή δώρισε ἀπ᾿ τήν ἀρχή ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο, νά ἔχουμε τήν ἀνάγκη τοῦ νά ἀγαποῦμε. Ἀνάγκη σημαίνει νά στρεφόμαστε σ᾿ Αὐτόν. Εἶναι μία δομή. Ὅπως ἔχουμε ἀνάγκη νά φᾶμε καί νά πιοῦμε καί εἶναι δοσμένο σάν δῶρο, διεγείρει ὁ Χριστός μέσα μας αὐτή τήν ἀνάγκη. Αὐτό τό κάνει μέ ἕνα μυστικό τρόπο. Κι ἐκεῖ πού εἶναι οἱ ἄνθρωποι χαμένοι καί δέν ξέρουν τίποτε, διεγείρει καί αὐτή τήν ἀνάγκη. Εἶναι ἐκεῖ τά ὅρια πού ἀκουμπάει ὁ Θεός, χωρίς νά καταστρατηγεῖ τήν ἐλευθερία μας καί δημιούργησε τήν ἀνάγκη.

Καί δίνω ἀπαντήσεις στό παιδί καί λέει: «πόσοι ἦταν αὐτοί;». Ὅλοι ἦταν ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται. Καί ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται εἶχε πολύ χῶρο τό τραπέζι. Καί τελικό ἐρώτημα τοῦ παιδιοῦ, «ἔ, τότε γιατί ὅλοι εἶναι κλητοί καί ὀλίγοι ἐκλεκτοί;». Εἶναι σωστό τό ἐρώτημα τώρα. Γιατί μερικοί νά εἶναι οἱ ἐκλεκτοί; Καί εἶπα στό παιδάκι, «ἀφοῦ πρόσεξες τό κείμενο πού ἄκουσες πρίν ἀπό λίγο, θά ἄκουσες καί τόν Ἀπόστολο, πού εἶπε σέ μιά φάση συγκεκριμένη "νεκρώσατε οὖν τά μέλη ὑμῶν τά ἐπί τῆς γῆς". Γιά νά καταλάβεις τά ὑπόλοιπα, θά πρέπει νά νεκρώσεις τά μέλη σου ἐπί τῆς γῆς. Καί τότε οἱ πολλοί πού καλοῦνται, γίνονται ἐκλεκτοί. Ὅσοι νέκρωσαν τά πάθη τους, γίνονται ἐκλεκτοί». Καί τότε ἀρχίζει νά μοῦ λύνεται καί τό ἐρώτημα. Τό παιδί μέ βάζει σέ πειρασμό; Εἶναι δαιμονική ἡ κουβέντα πού κάνει μέσα στή Λειτουργία; Ἤ εἶναι ὁ μελλοντικός θεοφόρος Πατέρας; Καί ἡ ἀπάντηση ἔρχεται μέσα ἀπ᾿ τά κείμενα αὐτά. Ἄν καθαρίσει τά πάθη του, κρύβεται μέσα στό παιδί καί στά ἐρωτήματά του ἕνας θεοφόρος Πατέρας. Ἄν θέλει ἁπλῶς νά μέ πειράξει, κρύβεται ἕνας πειρασμός καί θά γίνει δαιμονιώδης ἀναζητητής τῶν προβλημάτων τοῦ κόσμου.

Ἐγώ καί τό παιδί. Ἐμεῖς καί ὅλη ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἀνώνυμος, ὁ κρυμμένος προσωπικός Θεός, μπαίνει μέσα μας καί μᾶς ἀλλάζει.

Κυριακή τῶν Προπατόρων. Καί ἡ Ἐκκλησία μας κινεῖται μέσα ἀπό αὐτούς τούς ρυθμούς. Καί ἑτοιμαζόμαστε γιά τά Χριστούγεννα. Μά νομίζω, ὄχι λάθος εἶναι, ὄχι νομίζω, σίγουρα σᾶς λέω, αὐτά εἶναι τά Χριστούγεννα. Ἄν πάρετε αὐτές τίς ἀπαντήσεις καί βγεῖτε ἀπό μία ἀφηρημένη, νηφάλια μέθη καί μπεῖτε σέ μία πράξη ζωῆς, ὅπου μέσα ἐκεῖ θά βρεῖτε καί τή νηφάλια μέθη τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

FaceBook: Σοφία Ντρέκου 29 Δεκεμβρίου 2013
Αέναη επΑνάσταση 29 Δεκεμβρίου 2013
Σοφία Ντρέκου 2 Νοεμβρίου 2015 στις 9:46 π.μ.
Αέναη επΑνάσταση 17 Δεκεμβρίου 2017 στις 12:00 π.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: