30/5/17

Μαρμαρωμένε Βασιλιά - Το πάρσιμο της Πόλης

marmarwmenos-vasilias«S.Drekou»aenai.EpAnastasi

Επιμέλεια: Σοφία Ντρέκου

Φ. Κόντογλου - το πάρσιμο της Πόλης

«Τὴ δεύτερη μέρα, δηλαδὴ στὶς 30 Μαγιοῦ, ξαναμπῆκε στὴν Πόλη ὁ σουλτάνος, μὲ πολλὴ παράταξη, κι᾿ ἀφοῦ τριγύρισε σὲ διάφορα μέρη, πῆγε καὶ στὸ παλάτι. Καὶ βλέποντάς το ἔρημο εἶπε ἕναν στίχο κάποιου Πέρση ποιητὴ γιὰ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου.

Ἤτανε πειὰ πεθαμένη καὶ θαμμένη ἡ ξακουσμένη Κωνσταντινούπολη, ἡ Θεοσκέπαστη, ἡ Νέα Σιών, ἡ Ἑφτάλοφη, τὸ καμάρι τῆς Ἀνατολῆς, πὤβρισκε ἄνθρωπος καὶ τοῦ πουλιοῦ τὰ γάλα. Ποὖχε τὸ κάστρο μὲ τοὺς τρακόσους πύργους, τὰ παζάρια, τὰ ἀρτοπρατεῖα, τὰ χαλκοπρατεῖα, τὰ ἀργυροπωλεῖα, τὰ βλατοπωλεῖα, τὰ κηροπωλεῖα, τὰ λουτρά, τὰ συντριβάνια, τὶς βρύσες, τὶς δεκαεννιὰ στέρνες, τὰ ἱπποδρόμια, τὰ παλάτια, τὶς τρακόσες ἐκκλησιὲς καὶ τὰ διακόσια μοναστήρια, τ᾿ ἀμέτρητα τ᾿ ἀγάλματα κι᾿ ὅ,τι μπορεῖ νὰ βάλῃ ὁ νοῦς τ᾿ ἀνθρώπου. «Τῇ δευτέρᾳ δὲ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, εἰσελθὼν ὁ Μεχμέτης, περιόδευσε τὴν πόλιν· καὶ ἦν ἡ πᾶσα ἄοικος, οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε κτῆνος, οὔτε ὄρνεον κραυγάζον ἢ λαλοῦν ἐντός.

Ὁ βασιλιὰς ἔκλαιγε, ἔκλαιγε κι᾿ ὁ λαὸς καὶ φώναξε: «Ἂς πεθάνουμε γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὴν πατρίδα μας!» Ἀγκαλιαζόντανε καὶ συγχωρνιόντανε. Ὕστερα τραβήξανε στὴν Ἁγια-Σοφιά. Κόσμος, παλαβωμένος ἀπ᾿ τὸ φόβο, τὴν εἶχε γιομίσει κ᾿ οἱ καμάρες ἀντιλαλούσανε ἀπὸ τὸ θρῆνο. Οἱ γυναῖκες κλαίγανε σιγανά, τὰ παιδιὰ ξεφωνίζανε κι᾿ ὅλοι τρέμανε σὰν τὰ καλάμια. Ποιὰ καρδιὰ δὲ θὰ ράγιζε! «Εἰ καὶ ἀπὸ ξύλον ἄνθρωπος ἢ ἐκ πέτρας ἦν, οὐκ ἐδύνατο μὴ θρηνῆσαι.»

Κείνη τὴν ὥρα ἔβγαινε ὁ ἥλιος... Οἱ Τοῦρκοι μπαίνανε σὰν ποτάμι ἀφρισμένο ἀπὸ τὰ κάστρα κι᾿ ἀπὸ τὴν πόρτα. Οἱ Χριστιανοὶ ἀπελπισμένοι πέφτανε μὲ σφαλιχτὰ μάτια ἀπάνω τους, κ᾿ ἔγινε τέτοιος σκοτωμός, ποὺ τὸ αἷμα ἔτρεχε νὰ κολυμπήσῃ δαμάλι. Ὁ βασιλέας, παραμιλώντας ἀπ᾿ τὴν ἀπελπισιά του, χύμηξε στὴν πόρτα μὲ τὰ παλληκάρια του κ᾿ ἔπεσε μέσα στὸ πειὸ πηχτὸ τουρκομάνι, βαρώντας μὲ τὸ σπαθί του. Ὁ Δὸν Φραγκίσκος ὁ Τολεδάνος, πὤλαχε νἆνε στὸ δεξί του χέρι, ἔχασε τὸ σπαθί του καὶ χύθηκε καὶ ξέσκιζε τοὺς Τούρκους μὲ τὰ νύχια καὶ μὲ τὰ δόντια.» (αποσπάσματα)

«Ορμούνε οι Οθωμανοί, σκοτώνουν με μανία. 
Ένα πουλί το φώναξε, πάρθεν η Ρωμανία !» Ελισαίος.

Μαρμαρωμένε Βασιλιά - Κωνσταντίνος Καρυωτάκης

Και ρίχτηκε με τ' άτι του μες στων εχθρών τα πλήθια, 
το πύρινο το βλέμμα του σκορπούσε την τρομάρα, 
και το σπαθί του τη θανή. Στα χάλκινά του στήθια, 
εξέσπασε η όργητα σε βροντερή κατάρα.

Εθόλωσαν τα μάτια του. Τ' αγνό το μέτωπό του, 
θαρρείς ο φωτοστέφανος της Δόξας τ' αγκαλιάζει. 
Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Θρηνήστε το χαμό του. 
Μα, μη! Σε τέτοιο θάνατο ο θρήνος δεν ταιριάζει.

Κι έπεσε χάμου ο Τρανός! Κυλίστηκε στο χώμα, 
ένας Τιτάν π' ακόμα χτες εστόλιζ' ένα θρόνο, 
κι εσφάλισε - οϊμένανε! - για πάντ' αυτό το στόμα, 
που κάθε πίκρα ρούφαγε κι έχυν' ελπίδες μόνο,
Μαρμαρωμένε Βασιλιά, πολύ δε θα προσμένεις. 

Ένα πρωί απ' τα νερά του Βόσπορου κει πέρα 
θε να προβάλει λαμπερός, μιας Λευτεριάς χαμένης, 
ο ασημένιος ήλιος. Ω, δοξασμένη μέρα!

Δείτε το αφιέρωμα:









FaceBook
Σοφία Ντρέκου 29 Μαΐου 2017

3 σχόλια:

ΚΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΕΛΙΣΑΙΟΣ είπε...

Ορμούν οι Τούρκοι με βοή, σκοτώνουν με μανία. Ένα πουλί το φώναξε, πάρθεν η Ρωμανία ! Ελισαίος.

ΚΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΕΛΙΣΑΙΟΣ είπε...

Ορμούνε οι Οθωμανοί, σκοτώνουν με μανία. Ένα πουλί το φώναξε, πάρθεν η Ρωμανία ! Ελισαίος.

Σοφία Ντρέκου είπε...

π. Ελισαίε είμαι θαυμάστρια της ποίησή σας. Σας ευχαριστώ.