6 Μαρ 2020

Ιστορικό Ευρέσεως Τιμίου Σταυρού μετά των Τιμίων Ήλων υπό της Αγίας Ελένης

6 Μαρτίου Μνήμη Ευρέσεως Τιμίου Σταυρού μετά των Τιμίων Ήλων υπό της Αγίας Ελένης
της Σοφίας Ντρέκου

Εις την εύρεσην του Τιμίου Σταυρού
Δίδωσιν ἡμῖν Ἑλένη ταύτην χάριν,
Βλέπειν τὸ σῶσαν ἐκ φθορᾶς ἡμᾶς ξύλον.

Εις την εύρεσην των Τιμίων Ήλων
Φανέντες ἧλοι Βασιλεῖ, τοῦ μὲν κράνους,
Ἄγαλμα κεῖνται, τοῦ χαλινοῦ δὲ κράτος.


6 Μαρτίου Μνήμη Ευρέσεως Τιμίου Σταυρού 
μετά των Τιμίων Ήλων υπό της Αγίας Ελένης.

Η Αγία Ελένη (247 - 328 μ.Χ.), μητέρα του πρώτου Χριστινανού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α' του Μεγάλου (280/288 - 337 μ.Χ.), το έτος 326 μ.Χ. πήγε στην Ιερουσαλήμ, όπου «μὲ μέγαν κόπον καὶ πολλὴν ἔξοδον καὶ φοβερίσματα ηὖρεν τὸν τίμιον σταυρὸν καὶ τοὺς ἄλλους δυὸ σταυροὺς τῶν λῃστῶν», όπως γράφει ο Κύπριος Χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς.

Κατά την παράδοση, ύστερα από την πληροφορία κάποιου Εβραίου, με το όνομα Ιούδας, υποδείχθηκε η θέση όπου έγινε η ανασκαφή, κατά την οποία βρέθηκαν τρεις σταυροί, ήτοι του Χριστού και των δύο ληστών. Επειδή, όμως, δεν ήταν δυνατόν να αναγνωρισθεί ποιος από τους τρεις σταυρούς ήταν του Κυρίου, η Αγία Ελένη παρακάλεσε να τεθεί διαδοχικά επάνω στους σταυρούς ένας νεκρός που τον πήγαιναν για ενταφιασμό. Μόλις λοιπόν ο νεκρός ετέθη επί του Σταυρού του Κυρίου αναστήθηκε. Η Αγία Ελένη έθεσε τότε τα θεμέλια του Ναού της Αναστάσεως, την ανέγερση του οποίου διέταξε ο Μέγας Κωνσταντίνος, όταν πληροφορήθηκε την εύρεση του Τιμίου Σταυρού.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος το μεν ήμισυ του Τιμίου Σταυρού το άφησε στα Ιεροσόλυμα, όπου μεγάλο μέρος φυλάσσεται μέχρι σήμερα, το δε άλλο ήμισυ μετά των ήλων (καρφιών) το μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη.[3]
Δείτε: Η αγιότητα του Μεγάλου Κωνσταντίνου

Ιεροσόλυμα Ναός Αναστάσεως: το ακριβές 
σημείο ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού

Ιεροσόλυμα Ναός Αναστάσεως το ακριβές σημείο ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού ΣΠΗΛΑΙΟΝ ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Κατεβαίνοντας 29 πέτρινα σκαλιά βρισκόμαστε στην ιερή στοά και βλέπουμε μπροστά μας τον τετράγωνο ναΐσκο αφιερωμένο στην Αγία Ελένη ο οποίος φέρει τρούλο και περίτεχνο ψηφιδωτό δάπεδο.

Κατεβαίνοντας ακόμα 13 πέτρινα σκαλιά από το άνοιγμα που υπάρχει στο παρεκκλήσι, βρισκόμαστε στο χώρο εύρεσης του Τιμίου Σταυρού. Στο δεξιό μέρος πάνω στο έδαφος βρίσκεται πορφυρόλευκο μάρμαρο με χαραγμένο το Σταυρό που ανήκει στους Ορθοδόξους

Στην επιγραφή διαβάζουμε: «Ιησούς Χριστός Νικά». Στο σημείο αυτό η Αγία Ελένη βρήκε το ζωοποιό Σταυρό, τα Καρφιά καθώς και τους σταυρούς των ληστών.[6]


Ο Πανίερος Ναός τής Αναστάσεως

το ακριβές  σημείο ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού

Ιστορικές επισημάνσεις

Όπως είναι γνωστό από τα Ευαγγέλια, ο Χριστός σταυρώθηκε στον λόφο του Γολγοθά, έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Στο δυτικό τμήμα του βράχου του Γολγοθά, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας είχε λαξεύσει δύο τάφους, τον πρώτο διπλό για την οικογένεια του και τον δεύτερο για τον ίδιο. Στον τάφο αυτό έγινε η ταφή του Ιησού, με πρόχειρο και μάλλον βιαστικό τρόπο λόγω της ημέρας του Σαββάτου και της μεγάλης ιουδαϊκής εορτής του Πάσχα που ερχόταν, και εκέι κοντά, με σπουδή επίσης, πέταξαν τον Τίμιο Σταυρό και τα υπόλοιπα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν στη Σταύρωση.

Μετά την Ανάσταση του Κυρίου και την θαυματουργική ίδρυση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, οι πρώτοι πιστοί της πόλης, μέσω της προφορικής παράδοσης, διέδωσαν από γενιά σε γενιά την ακριβή τοποθεσία των γεγονότων, και έρχονταν εδώ, τις περισσότερες φορές κρυφά, για να προσευχηθούν και να ανανεώσουν την πίστη τους.
Το 135 ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός ξανάχτισε τα Ιεροσόλυμα, που είχαν καταστραφεί ολοσχερώς από τους στρατιώτες του Τίτου, το 70, και στη νέα πόλη έδωσε το όνομα «Αιλία Καπιτωλίνα». Κατά τη διάρκεια των εργασιών ανοικοδόμησης η περιοχή επιχωματώθηκε, και κτίστηκαν, με αυτοκρατορική εντολή, δυο ειδωλολατρικά ιερά αφιερωμένα στην Αφροδίτη, πάνω στον Πανάγιο Τάφο, και στον Δία, πάνω στον Γολγοθά. Με την πράξη όμως αυτή, η προφορική παράδοση και η συλλογική μνήμη των χριστιανών των Ιεροσολύμων απέκτησαν πλέον και υλικά σημεία εντοπισμού, ώστε να διαδίδονται ευκολότερα κατά την διαδοχή των χρόνων και των γενεών. Για τους λόγους αυτούς, το έργο της Αγίας Ελένης, που ήρθε στην Αγία Πόλη σταλμένη από τον γιό της, αυτοκράτορα Μεγ. Κωνσταντίνο για να ανακαλύψει και να αναδείξει τις τοποθεσίες των γεγονότων του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού, διευκολύνθηκε σε τέτοιο βαθμό, ώστε σε σύντομο χρονικό διάστημα να εντοπίσει τόσο τον φρικτό Γολγοθά όσο και τον Πανάγιο Τάφο, αλλά και να βρει τον Τίμιο Σταυρό. Στο σημείο εκείνο, με αυτοκρατορική εντολή και χορηγία, χτίστηκε, σύμφωνα με τις πηγές που διαθέτουμε , πολυτελής και πλούσια βασιλική, στο κέντρο της οποίας υπήρχε ο Τάφος, ως στρογγυλός μικρός ναός με ανοιχτή αυλή, καθώς στις τρεις πλευρές του περιβαλλόταν από σχηματισμό έξι πεσσών και δώδεκα κιόνων.
Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στη διάρκεια των εργασιών λαξεύθηκε ο βράχος του λόφου ώστε να αναδειχθεί ο Τάφος, κι αυτό είχε ως αποτέλεσμα την διαμόρφωση του χώρου στην γενική τοπογραφική μορφή που έκτοτε παρουσιάζει, ώστε ο Τάφος να μη φαίνεται πλέον όπως αρχικά ήταν, δηλαδή ως λαξευμένος χώρος στο βραχώδες πρανές του λόφου, αλλά ως αυτόνομο φυσικό «ναύδριο». Αυτό πρέπει να το είχε πάντοτε υπόψιν ο προσκυνητής που θα θελήσει να πραγματοποιήσει το προσκύνημά του με βάση και οδηγό τις αντίστοιχες περιγραφές της Καινής Διαθήκης.

Φώτο: Ένα από τα καρφιά Του Χριστού βρίσκεται στην
πόλη Τίερ τής Γερμανίας, στο Ναό του Αγίου Πέτρου... 

Το 325-335, στο σημείο που βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός, χτίστηκε μία κωνσταντίνεια βασιλική γνωστή στις πηγές ως «Μεγάλη Εκκλησία», ενώ την ίδια περίοδο ο Πανάγιος Τάφος στεγάσθηκε με κυκλικό οικοδόμημα, γνωστό ως «Ροτόντα» ή «Ανάσταση» και ιδιαίτερος ναός χτίστηκε πάνω στον Γολγοθά. Ο μεταξύ Ροτόντας και βασιλικής χώρος διαμορφώθηκε έτσι, ώστε να πάρει τη μορφή περίκλειστης εσωτερικής αυλής, που είχε κιονοστοιχίες προς βορρά, ανατολή και νότο, ενώ την δυτική της πλευρά αποτελούσε η πρόσοψη του Πανάγιου Τάφου. Μπροστά πάλι στη βασιλική υπήρχε αίθριο, που κατεύθυνε τον προσκυνητή προς την τότε κύρια οδό των Ιεροσολύμων.

Σύμφωνα με τις πηγές μας, την βασιλική έχτισε ο αρχιτέκτονας Ζηνόβιος, με την επιστασία του εδικού αυτοκρατορικού εκπροσώπου Ευσταθίου, και τα εγκαίνια τελέσθηκαν το 336, με κάθε εκκλησιαστική λαμπρότητα. Για την διάρθρωση μάλιστα του χώρου, κατατοπιστικές είναι οι περιγραφές της μοναχής Αιθερίας, που πραγματοποίησε προσκύνημα το 381-384 , καταγράφοντας όσα είδε, αλλά και τις εντυπώσεις της.

Περιηγηθείτε στους Άγιους Τόπους: Δείτε τον Πανάγιο Τάφο και τον Φρικτό Γολγοθά τρισδιάστατα στον υπολογιστή σας

Το 614 οι Πέρσες εισέβαλαν στη βυζαντινή επικράτεια, κατέλαβαν και λεηλάτησαν τα Ιεροσόλυμα και κατέστρεψαν σχεδόν όλα τα προσκυνήματα της Αγίας Γης. Στο πλαίσιο αυτό έκαψαν και γκρέμισαν το Ναό της Αναστάσεως, μαζί με ολόκληρο το συγκρότημα που είχε ανοικοδομήσει ο Μέγας Κωνσταντίνος, και άρπαξαν όλα τα αφιερώματα που είχαν προσφέρει εδώ, ενώ πήραν μαζί τους ακόμη και την χρυσή θήκη όπου είχε τοποθετηθεί ο Τίμιος Σταυρός, τον οποίο τελικά οδήγησαν στην Κτησιφώντα, την πρωτεύουσά τους. Το 626, με τη φροντίδα του τοποτηρητή του πατριαρχικού θρόνου Μοδέστου, έγινε η αποκατάσταση του Ναού, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί η παλαιά του μεγαλοπρέπεια και πολυτέλεια, και στο Ναό αυτό, το 629, έγινε η Ύψωση του Τιμίου Σταυρού στον Γολγοθά, από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο, που στο μεταξύ είχε νικήσει τους Πέρσες και είχε ανακτήσει το ιερό παλλάδιο της Χριστιανοσύνης.


Λίγα χρόνια αργότερα, το 637, τα Ιεροσόλυμα κατελήφθησαν από τους Άραβες, ωστόσο ο χαλίφης Ομάρ Χαττάπ, με ειδικό διάταγμά του (αχτιναμέ) προφύλαξε το Ναό από την καταστροφή. Ωστόσο η ειρηνική ύπαρξη του Ναού δεν συνεχίστηκε επ άπειρον, αφού την Κυριακή των Βαΐων του 937 ο εξαγριωμένος αραβικός όχλος έκαψε και κατέστρεψε την βασιλική, ενώ σύλησε και τα ιερά σκεύη του Ναού. Και ενώ οι ζημιές αποκαταστάθηκαν, με την άδεια του χαλίφη Ελ Ραμπ, το 966 η εκστρατεία του Νικηφόρου Φωκά εναντίον των Αράβων έδωσε αφορμή σε νέες πυρπολήσεις και λεηλασίες του Ναού, που πάλι ανακαινίστηκε από τον Πατριάρχη Χριστόδουλο και τους διαδόχους του Θωμά Β’, Ιωσήφ Β΄ και Ορέστη. Μόλις όμως είχε τελειώσει η πολύχρονη εκείνη επισκευή, το 1009, ο χαλίφης Αλ Χακήμ διέταξε να κατεδαφιστούν μέχρις θεμελίων όλα τα κτήρια που μόλις είχαν ολοκληρωθεί, με αποτέλεσμα ο χώρος να αλλάξει και πάλι μορφολογία, κατά την εύστοχη διατύπωση του καθηγητή Νικ. Ολυμπίου: «Μετά την καταστροφή ο Πανάγιος Τάφος έπαυσε να αποτελεί μνήμα σε λαξευμένο βράχο και επιστέφθηκε με λιθόκτιστη πλάκα».

Στα Ιεροσόλυμα: Αέναη Πόλη (ποίημα Σοφία Ντρέκου)


Νέα οικοδομική φάση ξεκίνησε για τον Πανάγιο Τάφο και το Ναό της Αναστάσεως το 1024-1048, οπότε και ολοκληρώθηκε η σταδιακή αποκατάσταση του συγκροτήματος: ανοικοδομήθηκαν το ιερό Κουβούκλιο της Ροτόντα, όχι όμως και η βασιλική, ενώ ανατολικά της Ροτόντας χτίστηκε νέος μικρός ναός. Συνεχίστηκε έτσι, με κάποιες τροποποιήσεις, το κωνσταντίνειο σχέδιο οργάνωσης του ιερού χώρου, ενώ τις επισκευές συνέχισαν και οι Σταυροφόροι, που κατέκτησαν τα Ιεροσόλυμα το 1099.

Στην οικοδομική δραστηριότητα τους οφείλεται η ανοικοδόμηση ενός ψηλού θολοσκέπαστου κτηρίου, το ποίο περιέλαβε τον φρικτό Γολγοθά, τον Πανάγιο Τάφο, το σημείο της Ευρέσεως του Τιμίου Σταυρού και τα υπόλοιπα μικρότερα υπέργεια και υπόγεια παρεκκλήσια του συγκροτήματος. Με τον τρόπο αυτό το όλο συγκρότημα έλαβε την εξωτερική μορφή και την εσωτερική διάρθρωση που περίπου έχει ως σήμερα.[7]

Βιβλιογραφία και Σχετικά Άρθρα για τον Σταυρό εδώ:


Δεν υπάρχουν σχόλια: