Εδαμάσθη ο πανδαμάτωρ χρόνος...


σάς εύχεται Καλή Χρονιά 
με Υγεία και δημιουργία.

«Νόημα ἤ μέτρον τόν χρόνον, οὐχ ὑπόστασιν».
Ο χρόνος είναι επινόηση 
ή τρόπος μέτρησης 
και δεν υπάρχει πραγματικά. 
Αντιφών ο Ραμνούσιος, 470-410 π.Χ., 
Αρχαίος Αθηναίος πολιτικός

Οι αρχαίοι άνθρωποι είχαν συνήθειο να γιορτάζουν όλα εκείνα τα πράγματα που τους φαίνονταν μυστήρια, ακατανόητα, ή ακόμα κι επικίνδυνα. Με τις γιορτές θέλανε να ξορκίσουν, φαίνεται, το κακό και να διασκεδάσουν την άγνοια και την απορία τους. Μια χαρμολύπη, λοιπόν, μού φέρνει η σκέψη ότι κι η αλλαγή του έτους κι η Πρωτοχρονιά, είναι μια τέτοια γιορτή.

Γιορτάζουμε κάτι σχετικό με το μέγεθος που ονομάσαμε χρόνο∙ κάτι που οι ίδιοι μας τεχνουργήσαμε για να καταγράφουμε, να μελετάμε, και με δόκιμο τρόπο να ερμηνεύουμε τις μεταβολές μέσα στη ζωή και το περιβάλλον μας. Γιατί οι μεταβολές είναι που νοηματοδοτούν την ύπαρξη αυτού του φυσικού μεγέθους, αυτής της διάστασης που τη λέμε χρόνο. Χωρίς αυτές τι νόημα θα είχε ο χρόνος; Τι ακριβώς θα μετρούσαμε με τις μονάδες μέτρησής του;

Έτσι πραγματεύεται το ζήτημα κι ο ανεπανάληπτος κυρ-Φώτης Κόντογλου σ’ ένα άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην καθημερινή εφημερίδα Ελευθερία ανήμερα την Πρωτοχρονιά του 1952. Γράφει:
«Ο καιρός είναι ένα πράγμα άπιαστο και κατά βάθος ακατανόητο. Το μυαλό μας κ’ η καρδιά μας τον νοιώθουνε από τις αλλαγές που γίνονται στον κόσμο. […] Τον καιρό τον νοιώθουμε πιο δυνατά από το πάλιωμα κι από το γήρας, που αλλάζουνε τα νεαρά και τα ζωντανά πλάσματα, κι αυτή την αλλαγή την καταλαβαίνουμε σκληρά. Τον νοιώθουμε κι από την καινούργιεψη του κόσμου, μα πιο δυνατά τον νοιώθουμε από τη φθορά· και τον νοιώθουμε απ’ αυτήν πιο δυνατά γιατί πονάμε, κι ο πόνος είναι πιο βαθύς από τη χαρά. Γι’ αυτό στεκόμαστε περίφοβοι μπροστά στον καινούργιο χρόνο, μπροστά σ’ ένα τεχνητό χώρισμα που βάλαμε στο πέλαγος του καιρού εμείς οι άνθρωποι, σαν να μην είναι η κάθε μέρα αρχή καινούργιου χρόνου. […] Ο Χρόνος δεν υπάρχει, είναι ένας ίσκιος της φαντασίας. Υπάρχει ο θάνατος».[1] (το διαβάζετε ολόκληρο εδώ) ΔΕΙΤΕ: Πρωτοχρονιά με τον Φώτη Κόντογλου: Ο χρόνος ο φθονερός γέρων και ο κόσμος της φθοράς
Πράγματι, απ’ όλες τις μεταβολές που μετράμε με το χρόνο, αυτή που μας πονάει πιο πολύ είναι η φθορά.

Όλα φθείρονται, όλα αλλοιώνονται με τον καιρό που περνά δίχως επιστροφή∙ προπαντός το σώμα με το οποίο ερχόμαστε όλοι στον κόσμο και ζούμε απάνω στη γη. Για κάθε στιγμή, για κάθε μέρα, για κάθε χρόνο της ζωής μας πρέπει να δοξάζουμε τον Θεό, ότι τα πράγματα αλλάζουν από ώρα σε ώρα και τίποτε δεν είναι δεδομένο. Ακόμα κι έτσι, όμως, το ξέρουμε πως κάθε μέρα που περνά μας φέρνει πιο κοντά στ’ αναπόδραστο τέλος. Δεν τον αποκαλούσαν, λοιπόν, τυχαία «πανδαμάτορα» το χρόνο οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Αυτός όλα στο τέλος τα δαμάζει, όλα τα κατανικά.

Πολύ φιλοσοφημένα το λένε κι οι περίφημοι Pink Floyd στο τραγούδι τους με τίτλο «Time» (Χρόνος).[2] Τραγουδούν σ’ έναν στίχο: «Και τρέχεις, κι όλο τρέχεις να προλάβεις τον ήλιο, αλλ’ αυτός βυθίζεται, κάνει ένα γύρο στον αγώνα δρόμου, για να βγει πίσω απ’ την πλάτη σου ξανά. Ο ήλιος, κατά έναν σχετικό τρόπο, φαίνεται απαράλλακτος, αλλά εσύ είσαι ήδη γηραιότερος, με κοντύτερη ανάσα και κατά μία μέρα πιο κοντά στο θάνατο». Είναι αξιοσημείωτο ότι και για τον ήλιο ακόμα, οι σπουδαίοι καλλιτέχνες δεν γράφουν ότι μένει ίδιος, αν κι έτσι φαίνεται καθημερινά στα μάτια των βροτών. Αντίθετα, επιμελώς και με πάσα ακρίβεια υπογραμμίζουν πως ο ήλιος δείχνει από μέρα σε μέρα ίδιος «κατά τρόπο σχετικό» («in a relative way»). Γιατί ακόμα κι αυτός ο ήλιος φθείρεται και γερνά∙ έρχεται με κάθε γήινη ημέρα –που ο ίδιος ορίζει– κοντύτερα στο δικό του τέλος.

Ακόμα κι ο Άγιος τον οποίο τιμούμε την πρώτη μέρα του χρόνου, ο Βασίλειος ο και Μέγας και Ουρανοφάντωρ καλούμενος, έτσι μας τα γράφει κι αυτός με τον γλαφυρό και θεόπνευστο λόγο του: «Η ζωή ξοδεύεται, ακόμα κι αν το γεγονός αυτό διαφεύγει της αντίληψης από τις αισθήσεις μας. Σαν σε κανέναν δρόμο είναι να τρέχουμε οι άνθρωποι, ο καθένας πηγαίνοντας βιαστικά προς το δικό του τέλος...».[3]

Με τη δύναμη και την ελπίδα που παίρνουμε από τη Γέννηση του Χριστού που πριν λίγες μέρες γιορτάσαμε, όμως, η Πρωτοχρονιά γίνεται όντως γιορτή. Η ζωντανή ελπίδα της αιωνίου ζωής διώχνει τις μαύρες σκέψεις. «Εξαγοραζόμενοι τον καιρόν» (Εφ. 5,16) απονευρώνουμε τη φθορά. Διώχνουμε τις σκιές: αυτή την κρυφή θλίψη για τ’ ότι φορτώνουμε άλλον ένα χρόνο στη νεανική –ή την όχι και τόσο νεανική– πλάτη μας∙ κι εκείνη την κρυφή ανησυχία για το τι μας επιφυλάσσει ο καινούργιος χρόνος – που καλώς να ορίσει κι αυτός! 

Σαρκώθηκε ο Λόγος που είναι το «Α και το Ω, ο πρώτος και ο έσχατος, αρχή και τέλος» (Αποκ. 22,13), ο Κύριος και Δημιουργός των αιώνων. Εδαμάσθη ο πανδαμάτωρ! Δοξασμένο το Α, ευλογημένο και το Ω! Έρχου, λοιπόν κι εσύ Καινούργιε Χρόνε∙ αλλά, κυρίως… «ναι έρχου, Κύριε Ιησού» (Αποκ. 22,20). Αμήν! [4]

Ο χρόνος δεν υπάρχει, είναι μια ανθρώπινη επινόηση 
και εξυπηρετεί ανθρώπινες ανάγκες. Αλβέρτος Αϊνστάιν

Η εκπληκτική εισαγωγή της Άννας Κομνηνής στην περίφημη Αλεξιάδα του 1145 μ.Χ.: «Ῥέων ὁ χρόνος ἀκάθεκτα καὶ ἀεί τι κινούμενος παρασύρει καὶ παραφέρει πάντα τὰ ἐν γενέσει καὶ ἐς βυθὸν ἀφανείας καταποντοῖ ὅπου μὲν οὐκ ἄξια λόγου πράγματα, ὅπου δὲ μεγάλα τε καὶ ἄξια μνήμης, καὶ τά τε ἄδηλα φύων κατὰ τὴν τραγῳδίαν καὶ τὰ φανέντα ἀποκρυπτόμενος.
Ἀλλ’ ὅ γε λόγος ὁ τῆς ἱστορίας ἔρυμα καρτερώτατον γίνεται τῷ τοῦ χρόνου ῥεύματι καὶ ἵστησι τρόπον τινὰ τὴν ἀκάθεκτον τούτου ῥοὴν καὶ τὰ ἐν αὐτῷ γινόμενα πάντα, ὁπόσα ὑπερείληφε, ξυνέχει καὶ περισφίγγει καὶ οὐκ ἐᾷ διολισθαίνειν εἰς λήθης βυθούς.»

Mετάφραση

Ακάθεκτος κυλάει ο χρόνος και στην αέναη κίνησή του παρασύρει και παραλλάζει τα πάντα και τα καταποντίζει στο βυθό της αφάνειας. Πότε πράγματα ασήμαντα και πότε μεγάλα και αξιομνημόνευτα και, όπως λέει ο τραγικός ποιητής, φέρνει στο φως τα άδηλα και κρύβει τα φανερά. Αλλά ο λόγος της ιστορίας γίνεται φράγμα πανίσχυρο για το ρεύμα του χρόνου και σταματάει κατά κάποιον τρόπο την ακάθεκτη ροή του κι απ' όσα συμβαίνουν στο κύλισμά του, συγκρατεί και περισφίγγει όλα όσα επιπλέουν και δεν τ' αφήνει να ξεγλιστρήσουν σε λήθης βυθούς. Αυτή τη διαπίστωση έχω κάμει εγώ, η Άννα, κόρη των βασιλέων Αλεξίου και Ειρήνης, πορφυρογέννητη και πορφυροθρεμμένη, όχι άμοιρη γραμμάτων, αλλά με σοβαρότατη σπουδή.

Άννα Κομνηνή (12ος αιώνας), 1083-1153 μ.Χ., Βυζαντινή ιστορικός
Προοίμιο Αλεξιάδος (η πρώτη φράση από την «Αλεξιάδα») Πρόλογος
____

1. Φ. Κόντογλου, «Χρόνος – Ο φθονερός γέρων», στο Ευλογημένο καταφύγιο, εκδ. Άγκυρα, Αθήνα 52015. (από εδώ)
2. Pink Floyd, The Dark Side of the Moon, 1973.
3. Αγίου Βασιλείου Καισαρείας του Μέγα, Ομιλία εις τον πρώτον Ψαλμόν, PG 29.221.
4. Εδαμάσθη ο πανδαμάτωρ, Θ. Πουταχίδης | Pontos News
5. «πανδαμάτωρ». Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.

Επεξηγηματικά:

Πανδαμάτωρ [panδamátor] λόγ. < αρχ. πανδαμάτωρ, ο, γεν. πανδαμάτορος, αιτ. πανδαμάτορα: (λόγ.): για τον χρόνο, που με το πέρασμά του μάς κάνει να ξεχνάμε τα θλιβερά γεγονότα της ζωής μας: Πληγές που δεν τις επούλωσε ο χρόνος κι ας τον λένε πανδαμάτορα. || ο χρόνος που φθείρει τα πάντα.[5]

Η Αλεξιάδα είναι ιστορικό έργο, που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1148 από τη Βυζαντινή Άννα Κομνηνή, η οποία και διηγείται τη βιογραφία του πατέρα της, Αλέξιου Α' Κομνηνού. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, έγραψε το ιστορικό σύγγραμμα «Ἀλεξιάς» (15 βιβλία) που είναι αφιερωμένο στον πατέρα της Αλέξιο και καλύπτει τα γεγονότα της περιόδου 1069-1148. Στο έργο αυτό, που συμπληρώνει το έργο του συζύγου της «Ύλη Ιστορίας», η Άννα έχει ως πρότυπό της τον Θουκυδίδη και τον Πολύβιο και χρησιμοποιεί αττικίζουσα γλώσσα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: