30 Δεκ 2020

Ο πολύτιμος χρόνος των ώριμων ανθρώπων ή Μια σακούλα καραμέλες, του Μάριο ντε Αντράντε | Αέναη επΑνάσταση


Ο Πολύτιμος Χρόνος των Ώριμων 
(Mário Raul de Morais Andrade) 
ή Μια σακούλα καραμέλες
του Μάριο ντε Αντράντε

Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

«Ο χρόνος είναι η κατεξοχήν 
παραληρηματική και 
σουρεαλιστική διάσταση» 
Σαλβαντόρ Νταλί

Ένα κείμενο του Βραζιλιάνου ποιητή Μάριο ντε Αντράντε (Mario de Andrade 9 Οκτωβρίου 1893 - 25 Φεβρουαρίου 1945). O Mário Raul de Morais Andrade γεννήθηκε το 1893 στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας και έζησε εκεί και τα 52 χρόνια του σχετικά σύντομου βίου του. 

Φωτογράφος, κριτικός και ιστορικός τέχνης αλλά και ποιητής, δοκιμιογράφος και μουσικολόγος ανάμεσα σε άλλα θαυμάσια πράγματα που κατάφερε, θεωρείται ουσιαστικά ως ο θεμελιωτής της σύγχρονης βραζιλιάνικης ποίησης και βασικός εκπρόσωπος του μοντερνισμού στη Βραζιλία τα 20 χρόνια του μεσοπολέμου (ενδιαμέσως των δύο παγκοσμίων πολέμων).

Ιδανικό για όσους από μια ηλικία και μετά συνειδητοποιούν ότι ο χρόνος τους είναι πολύτιμος και δεν θέλουν να τον σπαταλούν σε ανοησίες. Ένα κείμενο για την σπατάλη του χρόνου. Δεν έχω πια χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.

Ο Πολύτιμος Χρόνος των Ώριμων
του Mário Raul de Morais Andrade
The Valuable Time of Maturity.
«Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής, απ' ό, τι έχω ζήσει έως τώρα... Αισθάνομαι όπως αυτό το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία, αλλά όταν παρατήρησε, ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση. 
Δεν έχω πια χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις, όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά. Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις, όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. 
Δεν έχω πια χρόνο να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους, που παρά την χρονολογική τους ηλικία δεν έχουνε μεγαλώσει. Δεν έχω πια χρόνο να λογομαχώ με μετριότητες. Δεν ανέχομαι τους εριστικούς και τους καιροσκόπους. 
Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούνε να υποτιμήσουνε τους ικανότερους, για να οικειοποιηθούν την θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματα τους. Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων, που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. 
Οι άνθρωποι δεν συζητούνε πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα. 
Ο χρόνος μου είναι λίγος, για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες.
Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται... Μου μένουνε λίγες καραμέλες στην σακούλα... 
  • Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση.
  • Που μπορούνε να γελάνε με τα λάθη τους.
  • Που δεν επαίρονται για τον θρίαμβό τους.
  • Που δε θεωρούνε τον εαυτό τους εκλεκτό πριν από την ώρα τους.
  • Που δεν αποφεύγουνε τις ευθύνες τους.
  • Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.Και που το μόνο, που επιθυμούν, είναι να βαδίζουνε μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια.
  • Το ουσιώδες είναι αυτό, που αξίζει τον κόπο στην ζωή. 
Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα, που ξέρουνε να αγγίζουνε την καρδιά των ανθρώπων...Άνθρωποι στους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής δίδαξαν, πώς μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή.
Ναι, βιάζομαι, αλλά για να ζήσω με την ένταση, που μόνον η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει. Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν... 
Είμαι σίγουρος, ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες, απ' όσες έχω ήδη φάει. Σκοπός μου είναι, να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με την συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου. Εύχομαι και ο δικός σου να είναι ο ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...»
Σημ.: Συντάκτης του κειμένου είναι ο Μάριο ντε Αντράντε (Mario Raul de Morais Andrade 1893-1945), Βραζιλιάνος ποιητής, μυθιστοριογράφος, μουσικολόγος, φωτογράφος, κριτικός και ιστορικός Τέχνης. Ανήκε στους πρωτοπόρους της σύγχρονης ποίησης και του μοντερνισμού στη Βραζιλία.

Ο πίνακας που συνοδεύει το πεζοτράγουδο του Βραζιλιάνου ποιητή Μάριο ντε Ανδράδε (9 Οκτωβρίου 1893 - 25 Φεβρουαρίου 1945, Σάο Πάολο, Βραζιλία) είναι το «Η εμμονή της μνήμη» ελαιογραφία (24X33 εκατοστά) σε καμβά (1931) του Σαλβαδόρ Νταλί και βρίσκεται στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (Museum of Modern Art ή MoMA) από το 1934.

Ο Σαλβαδόρ Νταλί (Salvador Felipe Jacinto Dalí i Domènech, Φιγέρες, 11 Μαΐου 1904 - Φιγέρες, 23 Ιανουαρίου 1989) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Ισπανούς ζωγράφους. Συνδέθηκε με το καλλιτεχνικό κίνημα του υπερρεαλισμού, στο οποίο ανήκε για ένα διάστημα. Αποτελεί έναν από τους πιο γνωστούς ζωγράφους του 20ού αιώνα και μια πολύ εκκεντρική φυσιογνωμία της σύγχρονης τέχνης.

H «Επιμονή της Μνήμης ή τα Εύκαμπτα Ρολόγια» είναι ελαιογραφία σε καμβά (1931) του Νταλί. Η σκηνή που απεικονίζεται είναι η πραγματική έρημος κοντά στην Καταλονία της Ισπανίας, όπου έμενε ο Νταλί. Τα ρολόγια που λιώνουν αντιπροσωπεύουν το χάσιμο της σημασίας του χρόνου που θέλει να δείξει ο Νταλί. Τα μυρμήγκια που περπατούν πάνω στο ρολόι αντιπροσωπεύουν τη φθορά του χρόνου. Ο τίτλος του έργου αφορά την ικανότητα της μνήμης να συγκρατείται στον χρόνο, καθώς αυτός φθείρεται γύρω της.

Σε όλα τα έργα του, η μεγαλύτερη συνεισφορά του Νταλί στις υπερρεαλιστικές ζωγραφιές ήταν η «παρανοϊκή-κριτική μέθοδός» του, που του επέτρεψε να ζωγραφίζει και να βλέπει δύο διαφορετικά πράγματα στην ίδια στιγμή, στην περίπτωση αυτή ο χρόνος και η φύση. Αυτή η παράξενη έννοια έκανε τις ζωγραφιές του ασυνήθιστες, φανταστικές και μερικές φορές κάπως ανησυχητικές. Αυτά τα τρία χαρακτηριστικά φαίνονται στην Εμμονή Της Μνήμης.

Είναι η πιο διάσημη εικόνα του Νταλί – αυτή όπου η εμμονή της μνήμης γεμίζει την έρημη χώρα. Τούτη η εικόνα, που τρία χρόνια αργότερα (και μέσα από μια περιπετειώδη διαδρομή) κατέληξε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, στάθηκε η γέφυρα για την «κατάκτηση» της Αμερικής από τον Νταλί· το πρώτο ταξίδι του εκεί έγινε το 1934 με πεντακόσια δολάρια που του δώρισε ο Πικάσο.

by Αέναη επΑνάσταση

Περισσότερα: ΠολιτισμόςΤέχνες

Και το πρωτότυπο κείμενο, στην όμορφη 
μητρική του γλώσσα. elniplex.com

MATURIDADE
Mário de Andrade


Contei meus anos e descobri que terei menos tempo para viver daqui para a frente do que já vivi até agora.

Tenho muito mais passado do que futuro.

Sinto-me como aquele menino que ganhou uma bacia de jabuticabas.

As primeiras, ele chupou displicente, mas percebendo que faltam poucas, rói o caroço.

Já não tenho tempo para lidar com mediocridades.

Não quero estar em reuniões onde desfilam egos inflados.

Inquieto-me com invejosos tentando destruir quem eles admiram, cobiçando seus lugares, talentos e sorte.

Já não tenho tempo para conversas intermináveis, para discutir assuntos inúteis sobre vidas alheias que nem fazem parte da minha.

Já não tenho tempo para administrar melindres de pessoas, que apesar da idade cronológica, são imaturos.

Detesto fazer acareação de desafetos que brigaram pelo majestoso cargo de secretário geral do coral.

As pessoas não debatem conteúdos, apenas os rótulos.

Meu tempo tornou-se escasso para debater rótulos, quero a essência, minha alma tem pressa…

Sem muitas jabuticabas na bacia, quero viver ao lado de gente humana, muito humana, que sabe rir de seus tropeços, não se encanta com triunfos, não se considera eleita antes da hora, não foge de sua mortalidade…

Só há que caminhar perto de coisas e pessoas de verdade.

O essencial faz a vida valer a pena.

E para mim, basta o essencial...



Είναι η μνήμη ικανή να συγκρατείται
στον χρόνο; - Γιώργος Περισανίδης




Ένας απλός ορισμός της μνήμης είναι η «...διαδικασία του ανθρώπου να θυμάται τις εμπειρίες, τις εντυπώσεις, τις γνώσεις που αποκομίζει...»

Κάτι σαν σκληρός δίσκος...

Τα τρία βασικά στάδια που περιλαμβάνει είναι:

Η επιστήμη σήμερα κάνει και έναν διαχωρισμό της μνήμης σε:

- Βραχυπρόθεσμη μνήμη, είναι η πρόσκαιρη αποθήκευση δεδομένων τα οποία είναι ακόμη υπό επεξεργασία.

- Η Μακρόχρονη Μνήμη είναι αυτό το είδος μνήμης, το οποίο μας επιτρέπει να αποθηκεύουμε πληροφορίες για ένα χρονικό διάστημα διάρκειας μερικών λεπτών έως και πάρα πολλών δεκαετιών ή ακόμη και για πάντα.

Ένα από τα παράδοξα της ζωής μας, είναι και η μικρή ικανότητα που έχουμε να αποθηκεύουμε γεγονότα στη μνήμη μας!

Είμαστε ικανοί να αποθηκεύσουμε σαν μνήμη, ένα ποσοστό μικρότερο από το 10% αυτών που μας συμβαίνουν καθημερινά, το υπόλοιπο 90% είναι καταδικασμένο να περνάει για πάντα στη λήθη.

Εδώ δημιουργείται το παράδοξο, μιας και όσο περνάει ο χρόνος σταδιακά αυτά που συγκρατούμε είναι όλο και λιγότερα, δημιουργώντας ουσιαστικά μια υποκειμενική πραγματικότητα, αφού δεν είμαστε ικανοί να θυμηθούμε τι πραγματικά έχουμε ζήσει! Το παράδοξο αυτό οδήγησε μάλλον τον Νταλί να αποδώσει σουρεαλιστικές διαστάσεις στον χρόνο!

Ας γυρίσουμε στον πίνακα.

Η σκηνή που απεικονίζεται κυρίως ως φόντο είναι μια έρημος κοντά στην Καταλονία της Ισπανίας. Στο προσκήνιο εύκολα μπορεί να προσέξει κανείς τρία ρολόγια που λιώνουν. Από τον πίνακα απουσιάζει εντελώς το ανθρώπινο στοιχείο.

Τα ρολόγια που λιώνουν ίσως αντιπροσωπεύουν τον χρόνο που χάνεται. Τα μυρμήγκια που περπατούν πάνω στο τέταρτο ρολόι, που είναι το μόνο που δεν λιώνει, ίσως αντιπροσωπεύουν τη φθορά του χρόνου.

Ο άνθρωπος απουσιάζει από τον πίνακα, γιατί είναι αδύνατον να παρακολουθήσει αυτόν τον “σουρεαλιστή” χρόνο που χάνεται, αφού είμαστε “ανίκανοι” να προσεγγίσουμε την πραγματικότητα.

Τα χρώματα, αλλά και ο τρόπος που είναι ζωγραφισμένα όλα τα αντικείμενα, παραπέμπουν σε ένα ονειρικό τοπίο. Το όνειρο και η σύνδεσή του με το ασυνείδητο υπήρξε εξάλλου πάντα ένα από τα αγαπημένα πεδία της ομάδας των σουρεαλιστών.

Την εποχή που ο Νταλί δημιούργησε τον συγκεκριμένο πίνακα, ήταν εξαιρετικά δημοφιλής η θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν.

Όταν είχε ερωτηθεί σχετικά, αν είχε επηρεάσει η συγκεκριμένη θεωρία τον πίνακα, ο Νταλί είχε απαντήσει, πως έμπνευση για τον πίνακά του ήταν ένα κομμάτι γαλλικό τυρί που είχε παρατηρήσει να λιώνει στον ήλιο.

Ένας άλλος αστικός μύθος κάνει λόγο ότι ο πίνακας είναι αυτοπροσωπογραφία του ζωγράφου! Υποστηρίζεται πως στην κεντρική σκηνή του πίνακα απεικονίζονται παραμορφωμένα μύτη και μάτια και αποτελούν ένα είδος σουρεαλιστικού πορτρέτου, αποτέλεσμα της αχαλίνωτης ούτως ή άλλως φαντασίας του Νταλί.

Ο πίνακας που εμφανίσθηκε στο κοινό πρώτη φορά σε γκαλερί της Νέας Υόρκης το 1932, αγοράστηκε από άγνωστο το 1934, που τον δώρισε στη συνέχεια στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης, πυροδοτώντας επιπλέον αστικούς μύθους που ενίσχυσαν την υστεροφημία του.

Θα κλείσω το κείμενό μου με αυτό που φέρεται να είπε ο Νταλί σαν τελευταία φράση πριν πεθάνει.

- Πού είναι το ρολόι μου;

Δεν υπάρχουν σχόλια: