25 Μαΐ 2013

Κωνσταντίνος Καβάφης: Ένας γέρος (ανάλυση)

Πίνακας ζωγραφικής Παναγιώτη Γράββαλου (1933-2014),  για το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη «Ένας Γέρος» (1897)
Έργο Χαρακτικής Παναγιώτη Γράββαλου (1933-2014), 
για το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη «Ένας Γέρος» (1897)

Ωραιότατο ποίημα. Ο ποιητής έγραψε αυτό το ποίημα όταν ήταν 31 ετών, πολύ νέος, αλλά και πολύ ιδιοφυής, ώστε να μας δώσει μια τέτοια σκληρή εικόνα των γηρατειών, χωρίς να μειώσει την ποίηση.

Κ.Π. Καβάφης - Ένας Γέρος (1897)

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ' εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τι τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

...Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

Η ανάγκη που αισθάνεται ο ποιητής να επιστρέφει με τη βοήθεια της φαντασίας του, με τη βοήθεια της ποίησής του, στο παρελθόν της νεότητάς του γίνεται όλο και πιο έκδηλη στο έργο του καθώς ο ποιητής μεγαλώνει.

Το ποίημα έχει πολύ πλούσια ομοιοκαταληξία. Στις στροφές του ο γέροντας σκέφτεται πόσο γρήγορα πέρασε ο χρόνος μέσα από τα χέρια του. Σκέφτεται ότι κανείς δεν τον υπολογίζει και έχει μείνει μόνος του γι’αυτό το λόγο ο Καβάφης τον παρουσιάζει να κάθεται μόνος του στην γωνιά του καφενείου και ακόμη αντί για σεβασμό συναντά την περιφρόνηση και την μοναξιά.

Σε αυτό το ποίημα του Καβάφη βλέπουμε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που αναπολεί τα νεανικά του χρόνια και μετανιώνει για πράγματα που δεν έκανε. Ο γέροντας σκέφτεται ότι στηριζόταν πολύ στην λογική και οι πράξεις του ήταν μετρημένες και σοβαρές με αποτέλεσμα να μείνει στα γεράματά του μόνος.


Τώρα όμως που γέρασε λυπάται που δεν έκανε αυτά που ήθελε η ψυχή του και επιθυμούσε πιο πολύ. Βλέπουμε δηλαδή ότι τη ζωή αξίζει τελικά ο νέος να την χαίρεται, να ακολουθεί τις επιθυμίες του έτσι ώστε να μην φτάσει στη θέση του γέρου που είναι απογοητευμένος με τις χαμένες ευκαιρίες του.


Ο ηλικιωμένος ήρωας του ποιήματος βιώνει την καταφρόνια των γηρατειών και μετανιώνει για όλες τις «ορμές» που συγκράτησε και όλες τις ευκαιρίες που άφησε ανεκμετάλλευτες νομίζοντας ότι είχε άφθονο χρόνο μπροστά του. Τώρα είναι μόνος του κι απελπισμένος, καθώς ο χρόνος της νεότητάς του πέρασε τόσο γρήγορα που μοιάζει σα να ήταν χθες που ήταν ακόμη νέος.


Ο Καβάφης, γνωρίζει ότι το πέρασμα του χρόνου και η έλευση του γήρατος είναι κάτι το αναπόφευκτο, γι’ αυτό και στρέφεται στην ποίηση, τη μόνη δυνατή παρηγοριά που γνωρίζει.


Το ποίημα αυτό είναι μια εικόνα από μόνο του.


www.sophia-ntrekou.gr

Βίντεο: το ποίημα του Κ.Καβάφη στην εκπληκτική μουσική Valleys - by John
Sokoloff. Nikolai Kurganov - Violin. John Sokoloff - Piano. Rich Estes - Guitar.





Σε ηλικία περίπου 31 ετών ο Καβάφης συνθέτει την πρώτη γραφή του ποιήματος «Ένας γέρος» (Οκτώβριος 1894), βασιζόμενος κυρίως σε εικασίες σχετικά με το πώς μπορεί να αισθάνεται ένας ηλικιωμένος ή πώς πιθανώς θα αισθάνεται ο ίδιος όταν φτάσει στην ηλικία του γήρατος. Το Δεκέμβριο του 1897 το ποίημα θα δημοσιευτεί στο Εθνικόν Ημερολόγιον του έτους 1898, με υπέρτιτλο «Eheu fugaces» (Οράτιος, Ωδές, II, 14) που σημαίνει «Αλίμονο, φευγαλέα».

Με την πάροδο των χρόνων, ωστόσο, ο Καβάφης άρχισε να έχει αμφιβολίες σχετικά με την εγκυρότητα αυτού του ποιήματος: «Τι απατηλό πράγμα που είναι η Τέχνη, όταν θέλεις να εφαρμόσεις ειλικρίνεια. Κάθεσαι και γράφεις -εξ εικασίας πολλάκις- δια αισθήσεις, και έπειτα αμφιβάλλεις, με τον καιρό, αν δεν επλανήθης. Έγραψα τα “Κεριά”, τες “Ψυχές των Γερόντων”, και τον “Γέρο”, περί γήρατος. Προχωρώντας προς το γήρας, ή προς την μέσην ηλικίαν, ηύρα που το τελευταίο μου ποίημα δεν περιέχει σωστή εκτίμησι. Οι “Ψυχές των Γερόντων” ακόμη θαρρώ πως είναι σωστές. Αλλά όταν γίνω 70 χρονών, ίσως τες βρω κ’ εκείνες ψεύτικες. Τα “Κεριά” ελπίζω να είναι ασφαλή» (Μικρά Καβαφικά).

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος∙
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Η εισαγωγική εικόνα του ποιήματος είναι οικεία για τους περισσότερους, και μάλιστα ιδιαίτερα χαρακτηριστική για τη συνήθη αναπαράσταση των ηλικιωμένων ανδρών. Το θορυβώδες καφενείο λειτουργεί ως το -σχεδόν στερεοτυπικό- σκηνικό του ποιήματος. Στο μέσα μέρος αυτού του καφενείου κάθεται μόνος του ένας γέρος με μια εφημερίδα μπροστά του. Η μοναξιά του γίνεται με ενάργεια αισθητή, εφόσον σ’ ένα χώρο γεμάτο ανθρώπους εκείνος κάθεται μοναχός του.

Και μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ο ποιητής φανερώνει την απέχθειά του και τον τρόμο που του γεννά η περίοδος των γηρατειών με έναν χαρακτηρισμό εξαιρετικής έντασης «μες των άθλιων γηρατειών την καταφρόνια». Τα γηρατειά συνοδεύονται, όπως φαίνεται να πιστεύει ο ποιητής, με την περιφρόνηση των άλλων, με την υποτίμηση και την εγκατάλειψη, εφόσον συνιστούν μια άθλια περίοδο στη ζωή των ανθρώπων∙ μια ανώφελη περίοδο παρακμής. Κι έρχονται, έτσι, σε πλήρη αντίθεση με τα χρόνια της νεότητας∙ τα χρόνια κατά τα οποία ο άνθρωπος έχει δύναμη, ομορφιά και λόγο. Ο λόγος, πιθανώς, λαμβάνει διττή έννοια, αποδίδοντας τόσο την εκφραστική δυνατότητα και άνεση, όσο και την ακμαία ακόμη λογική ικανότητα.

Ο ήρωας, λοιπόν, του ποιήματος εμφανίζεται να βασανίζεται από τη σκέψη πως χάρηκε ελάχιστα τα χρόνια της ακμής του∙ πως έφτασε στην άθλια αυτή ηλικία της παρακμής χωρίς να ζήσει στο έπακρο τα χρόνια που είχε πραγματικά τη δυνατότητα να απολαύσει τη ζωή του. Τώρα πια η σωματική και πνευματική δύναμη, όπως και το σωματικό του κάλλος έχουν χαθεί.

Ξέρει που γέρασε πολύ∙ το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Ο Γέρος του ποιήματος έχει πλήρη επίγνωση των γηρατειών του, πρόκειται άλλωστε, για μια κατάσταση που τη νιώθει, αλλά και τη βλέπει επάνω του. Η απώλεια της νεότητας γίνεται αισθητή τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, αφού η φθορά του χρόνου δεν αφήνει τίποτε ανέπαφο. Εκείνο, ωστόσο, που του προκαλεί έκπληξη μαζί και πόνο είναι το γεγονός πως η εποχή κατά την οποία ήταν κι εκείνος νέος μοιάζει σαν να ήταν μόλις χθες. Το πέρασμα από τη νεότητα στο γήρας φαίνεται σαν να συντελέστηκε γοργά, μη αφήνοντας στον ήρωα τον αναγκαίο χρόνο να συνειδητοποιήσει τη μεγάλη αυτή αλλαγή.

Το διάστημα ανάμεσα στην ομορφιά της νεότητας και την απελπισία του γήρατος φαντάζει απροσδόκητα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πως τον εγέλα∙
και πως την εμπιστεύονταν πάντα — τι τρέλλα! —
την ψεύτρα που έλεγε∙ «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Ο ήρωας του ποιήματος -η εκδοχή ενός ηλικιωμένου κατά την άποψη του ποιητή- βασανίζεται από τη σκέψη πως άφησε ανεκμετάλλευτα τα νιάτα του, ακολουθώντας κατά τρόπο ανόητο τις υποδείξεις της Φρόνησης, που του συνιστούσε πάντοτε εγκράτεια και σύνεση, με την ανυπόστατη και ψευδή διαβεβαίωση πως έχει πολύ καιρό μπροστά του και πως δεν έχει λόγο, άρα, να βιάζεται και να αφήνεται σε παρορμήσεις της στιγμής.

Μια διαβεβαίωση που φανερώνεται τώρα μεγάλο ψέμα, αφού τα χρόνια αυτά, τα χρόνια της ακμής, της δύναμης και της ομορφιάς πέρασαν πάρα πολύ γρήγορα, αποδεικνύοντας πως στην πραγματικότητα δεν είχε πολύ καιρό.

Η προσωποποιημένη Φρόνηση, η σύνεση δηλαδή, που θέλει τον άνθρωπο προσεκτικό και μετρημένο στη συμπεριφορά του, εμφανίζεται εδώ ως κακή σύμβουλος, εφόσον καταλήγει να αποτρέπει τους ανθρώπους από το να βιώνουν όσα πραγματικά επιθυμούν κι όσα πράγματι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους.

Θυμάται ορμές που βάσταγε∙ και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

Ο ήρωας του ποιήματος σε μια επώδυνη διαδικασία συναισθηματικού μηρυκασμού περνά τις ώρες της μοναξιάς του αναλογιζόμενος πόσες ορμές συγκράτησε, χωρίς να τις ικανοποιήσει και πόση χαρά θυσίασε, προκειμένου να μην κάνει κάτι το παρορμητικό ή ασύνετο. Ευκαιρίες απόλαυσης και ευδαιμονίας που πήγαν χαμένες κι είναι τώρα αδύνατον να τις αναπληρώσει, αφού είναι πια γερασμένος και δεν έχει μήτε τη σωματική δύναμη μήτε τη σωματική ομορφιά.

Τώρα, λοιπόν, που όλα έχουν περάσει κάθεται και αναθυμάται κάθε χαμένη ευκαιρία, και συνειδητοποιεί πόσο ανόητος υπήρξε∙ πόσο άμυαλος. Μια ζωή γεμάτη συγκράτηση και στερήσεις, που του άφησε μόνο τη θλίψη των απωθημένων. Μια ζωή, στο πλαίσιο της οποίας θα μπορούσε να έχει γευτεί πλήθος απολαύσεων και ευδαιμονικών στιγμών, αφέθηκε να περάσει ανεκμετάλλευτη.

...Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

Ο ηλικιωμένος ήρωας, ωστόσο, από την πολλή σκέψη κι από την επίμονη επιστροφή στις αναμνήσεις του παρελθόντος ζαλίζεται και καταλήγει να αποκοιμιέται πάνω στο τραπέζι του καφενείου. Η πάλη, άλλωστε, με τις μεταμέλειες και τα απωθημένα δεν μπορεί να αποδώσει τίποτε άλλο πέρα από θλίψη και απογοήτευση, αφού στην ηλικία αυτή ο άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να επανορθώσει∙ δεν έχει τη δυνατότητα μιας νέας ευκαιρίας.

Η παρουσίαση, ωστόσο, της ηλικίας αυτής από τον Καβάφη μοιάζει ιδιαίτερα καταδικαστική, καθώς δεν αφήνει περιθώρια καμίας ουσιαστικής ευχαρίστησης ή ψυχολογικής γαλήνης στους ηλικιωμένους ανθρώπους, γεγονός που προφανώς απέχει από την αλήθεια. Όπως, άλλωστε, διαπιστώνει κι ο ίδιος ο Καβάφης καθώς προσεγγίζει την ηλικία του γήρατος, ο άνθρωπος δεν παύει ποτέ να αναζητά και να βρίσκει ενασχολήσεις που του προσφέρουν, αν όχι σωματική, τουλάχιστον πνευματική ευχαρίστηση. Ένας δημιουργός, για παράδειγμα, όπως είναι ο ίδιος ο Καβάφης, μπορεί να φτάνει στο γήρας και να συνεχίζει να είναι παραγωγικός, και μάλιστα να είναι σε θέση να δημιουργεί ίσως και τα καλύτερα έργα του, αξιοποιώντας τις εμπειρίες της μακρόχρονης ζωής του και την καθαρότητα της σκέψης που φέρνει το καταλάγιασμα των σωματικών επιθυμιών.


Constantine P. Cavafy - An old man (1897)


I am posting this great poem in the original language for those
who may found some discrepancy in this translation by cuartilla.

At the back of the noisy café
bent over a table sits an old man;
a newspaper in front of him, without company.

And in the scorn of his miserable old age
he ponders how little he enjoyed the years
when he had strength, and the power of the word, and good looks.

He knows he has aged much; he feels it, he sees it.
And yet the time he was young seems
like yesterday. How short a time, how short a time.

And he ponders how Prudence deceived him;
and how he always trusted her — what a folly! —
that liar who said: “Tomorrow. There is ample time.”

He remembers the impulses he curbed; and how much
joy he sacrificed. Every lost chance
now mocks his senseless wisdom.

…But from so much thinking and remembering
the old man gets dizzy. And falls asleep
bent over the café table.

Ένας Γέρος – Onassis Cavafy Archive
Χειρόγραφο του ποιήματος από τον Κων. Καβάφη, εδώ
περιγραφή αυθεντικότητας του ψηφιακού αντιγράφου

chryssablog: Το ποίημα ανήκει στην περίοδο 1896-1904, γράφτηκε το 1901. Είναι γραμμένο σε έξι στροφές από τρεις στίχους η κάθε στροφή. Έχει πολύ πλούσια ομοιοκαταληξία και ομοιοκαταληκτούν οι δύο πρώτοι στίχοι κάθε στροφής και ο τρίτος της μιας στροφής με τον τρίτο της άλλης.

Η πρώτη στροφή και η τελευταία είναι δύο συμπληρωματικές εικόνες. Στην πρώτη εικόνα ο γέρων είναι καθισμένος μόνος με παρέα του μιαν εφημερίδα στο βάθος του καφενείου, αναπολεί και θυμάται. Η τελευταία εικόνα συνέχεια της πρώτης, με τον ίδιο γέροντα καθισμένο στην ίδια θέση, με την ίδια εφημερίδα μπροστά του να κοιμάται. Είναι χαρακτηριστικό των ηλικιωμένων να κοιμούνται εκεί που κάθονται.

Στις στροφές που παρεμβάλλονται ο γέροντας αναλογίζεται πόσο γρήγορα γλίστρησε ο χρόνος μέσα από τα χέρια του. Γέρασε και πια κανείς δεν τον υπολογίζει. Αντί για σεβασμό συναντά την περιφρόνηση. Την μοναξιά. Είναι βαριά η σκιά του γέρου και όλοι τον αποφεύγουν, νιώθουν ότι δεν έχουν τίποτα να πουν μαζί του. Και όμως κάποτε ήταν κι αυτός νέος, ωραίος, δυνατός, έξυπνος, με μυαλό και λόγο. Κρατούσε την ζωή στα χέρια του και πίστευε ότι δεν θα του ξεφύγει, πριν την χαρεί. Αλλά ώσπου να το καταλάβει, αυτή πέρασε αστραπιαία. Ο ποιητής για να δηλώσει την έκταση της ταχύτητας του χρόνου, χρησιμοποιεί την επανάληψη «Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό».

Με πίκρα μονολογεί. Άφησε πολλές ομορφιές της ζωής να περάσουν, χωρίς να τις χαρεί, με την πεποίθηση πως υπάρχει πάντοτε πολύς καιρός μπροστά του να κάνει αυτά που του αρέσουν. Έλεγε: «Ούπω καιρός», δηλαδή, δεν είναι ακόμη ο καιρός, είμαι νέος ακόμη, θα έχω κι άλλες ευκαιρίες. Γέρος τώρα, σκυφτός από το βάρος των ετών και μισοκοιμισμένος, αισθάνεται την ανάγκη να κάνει πράγματα, επιθυμεί να διεκδικήσει μερίδιο στις ηδονές της ζωής, μα δεν μπορεί και λυπάται γι αυτό. «Ουκέτι καιρός», δεν υπάρχει πλέον καιρός, τα χρόνια της ακμής πέρασαν και μάλιστα ανεπιστρεπτί. Είναι πολύ βασανιστικό η ψυχή να θέλει, το σώμα όμως να μην ακολουθεί. Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Στην προκειμένη μάλιστα περίπτωση, όπως συμβαίνει με όλους τους ηλικιωμένους, το πνεύμα είναι κι αυτό ασθενές, κοιμάται, ακολουθώντας το σώμα στην φθορά του.

Ωραιότατο ποίημα. Ο ποιητής έγραψε αυτό το ποίημα όταν ήταν 31 ετών, πολύ νέος, αλλά και πολύ ιδιοφυής, ώστε να μας δώσει μια τέτοια σκληρή εικόνα των γηρατειών, χωρίς να μειώσει την ποίηση. Με διάχυτη την ποιητικότητα και στα έξι τρίστιχα, ρεαλιστικά, νατουραλιστικά θα έλεγα, μας θυμίζει πόσο ανάλγητος και πανδαμάτωρ είναι ο χρόνος, πόσο γρήγορα περνά και σαρώνει τα πάντα στο διάβα του αδιαφορώντας για συναισθήματα, όνειρα, οράματα, ηδονές, δημιουργίες, χαρές, απολαύσεις, που δικαιούται να γνωρίσει ο κάθε άνθρωπος, που δικαιούται να γνωρίσει και ο ίδιος ο ποιητής, γιατί ο καβάφης το συνηθίζει στην ποίησή του μιλώντας στους αναγνώστες του να αναφέρεται στον εαυτό του και στα δικά του θέλω.

Δεν έχει άδικο λοιπόν ο λαϊκός ποιητής, όταν εκφράζοντας τη λαϊκή συνείδηση τραγουδά τον δικό του καημό:

«Νά’ σαν τα νιάτα δυο φορές, τα γηρατειά καμία…» 

Πηγή: www.sophia-ntrekou.gr


Δείτε ακόμη:




Επιλεγμένα Βίντεο για το ποίημα «Ο Γέρος»

Θυμάται τις στερήσεις που έκανε και πόση
χαρά θυσίαζε, για του δανείου του τη δόση
ενός σπιτιού, που τώρα η κυβέρνηση εμπαίζει!
…Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίστηκε κι αποκοιμάται
στου υπολογιστή ακουμπισμένος το τραπέζι!

ΗΛΙΑΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ
8-4-2014 Τα «Καβάφικα»


Κωνσταντίνος Καβάφης: Ένας γέρος σε μελοποίηση,
αφήγηση, κλαρίνο Γιάννης Μπαρούτης [John Baroutis]

Οπτικοποίηση του ποιήματος του Καβάφη.
Ένας γέρος από τους μαθητές του 1ου ΕΠΑΛ Βοιών.



Ο μεγάλος συνθέτης και πιανίστας Στέφανος Κορκολής, παρουσιάζει το νέο του μουσικό έργο «Θα ‘θελα αυτή τη μνήμη να την πω», σε ποίηση Κ.Π. Καβάφη, σε μελοποιημένα και συμφωνικά (ορχηστρικά) ποιήματα, με τη μοναδική ερμηνεία της Σοφίας Μανουσάκη.

Ήρθε απρόσμενα αυτή η μαγική στιγμή, που ο τεράστιος ποιητής μίλησε στον μεγάλο συνθέτη. Και προέκυψε ένα μουσικό έργο, που μοιάζει να γράφτηκε συγχρόνως με τα αριστουργηματικά ποιήματα. Μόνο ο χρόνος γραφής τα χωρίζει, αλλά σε αυτή την περίπτωση, ο χρόνος δεν έχει καμία σημασία. Μουσική στα ποιήματα, ποιήματα στη μουσική. Μία σύμπραξη με σύμμαχο την τέχνη. Η τέχνη ένωσε τους δύο καλλιτέχνες για πάντα. Και όλοι όσοι αγκάλιασαν το έργο αυτό, κατάλαβαν την δύναμη της σύμπραξης αυτής. Ένα κεφάλαιο για όλους εμάς.

Το έργο αυτό παρουσιάστηκε τον περασμένο Οκτώβριο, με τεράστια επιτυχία, στην Όπερα του Καΐρου και στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, στα πλαίσια των «Καβαφείων 2017».



Σοφία Μανουσάκη – Στέφανος Κορκολής «Ένας γέρος» Κ.Π. Καβάφης



Δεν υπάρχουν σχόλια: