Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Τα Κοιμητήρια


Τα κοιμητήρια 
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Πέτρες επήρα και κλαδιά τα φύτεψα στην αμμουδιά
Και μια ψυχή μελέτησα το λόγο δεν αθέτησα

Με τον καιρό με τον καιρό έγινε αλήθεια τ’ όνειρο
Οι πέτρες μεγαλώσανε και τα κλαδιά φυτρώσανε

Τα κυπαρίσσια τα κελιά σου τα `κανα παραγγελιά
Τις πόρτες, τις αμπάρες σου και τις οχτώ καμάρες σου

Στο μέρος το πιο δροσερό έστησα το καμπαναριό
Και κύματα και κύματα γύρω σου τ’ άσπρα μνήματα

Έλα κυρά και Παναγιά με τ’ αναμμένα σου κεριά
Δώσε το φως το δυνατό στον Ήλιο και στον Θάνατο

Η Παναγιά των κοιμητηρίων - 1979 Οδυσσέας Ελύτης

Τα κοιμητήρια

Ένας χώρος ιερός και σεβάσμιος είναι εκείνος του κοιμητηρίου, όπου αναπαύονται τα σώματα των προσφιλών μας προσώπων μέχρι τη μέρα της κοινής αναστάσεως.

Άλλοτε τα κοιμητήρια βρισκόντουσαν στο κέντρο των κοινοτήτων, στον περίβολο των ναών. Έτσι, κατά τις λειτουργικές συνάξεις, θριαμβεύουσα και στρατευόμενη Εκκλησία βρισκόταν στον ίδιο χώρο, δοξολογούσα και προσευχομένη στον Κύριο.

Σήμερα τα κοιμητήρια μεταφέρθησαν έξω από τις πόλεις, δεν έχασαν όμως ούτε την Ιερότητα ούτε τη σημασία τους. Και επειδή είναι ένας χώρος που όλοι οι χριστιανοί τον επισκεπτόμαστε, γι' αυτό και σημειούνται τα πιο κάτω.

Πρώτα - πρώτα πρέπει το κοιμητήριο να το αναφέρουμε με το όνομά του: Κοιμητήριο. Ο θάνατος για μας τους χριστιανούς λογίζεται σαν ύπνος, οι νεκροί κοιμούνται. Κοιμητήριο, λοιπόν, όχι νεκροταφείο.

Με αφετηρία τη χριστιανική θεώρηση ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ιερό -αφού βαπτίσθηκε, χρίσθηκε, αγιάσθηκε, τράφηκε με το σώμα και το αίμα του Χριστού- ακόμη και η σκόνη του κοιμητηρίου είναι ιερή. Γιατί στο χώμα του κοιμητηρίου «διαλύονται εις τα εξ ων συνετέθησαν» τα σώματα των νεκρών. Γι' αυτό με προσοχή, ευλάβεια και σεβασμό εισερχόμαστε και βαδίζουμε σ' αυτό... Να πλησιάζουμε τους τάφους με συστολή και ευλάβεια.

Παρ' όλο ότι γνωρίζουμε πως στον τάφο βρίσκεται μονάχα το σώμα, ο δερμάτινος χιτώνας του ανθρώπου, ενώ η ψυχή βρίσκεται στους ουρανούς, στους κόλπους του Αβραάμ, όμως στο κοιμητήριο θα γίνει κάτι πολύ σημαντικό, ανεπανάληπτο: Εδώ θα πραγματοποιηθεί η ανάσταση των νεκρών. Όταν θα ηχήσει η αρχαγγελική σάλπιγγα, τα σώματα, που τώρα βρίσκονται σε αναμονή, κοιτάζοντας προς ανατολάς για να δουν ερχόμενο τον Κύριο της δόξας, θα αναστηθούν για την τελική Κρίση.

Αυτά τα «εν αναμονή» βρισκόμενα σώματα θυμιατίζουμε με λιβάνι, όπως ακριβώς θυμιατίζουμε τα εικονίσματα του Χριστού και των Αγίων. Αφού λοιπόν μέσα στο κοιμητήριο προσφέρουμε θυμίαμα είναι πολύ λυπηρό να βλέπεις ανθρώπους στον ίδιο χώρο να προσφέρουν λιβάνι στο διάβολο (όπως έχει χαρακτηριστεί το τσιγάρο).

Σίγουρα οι άνθρωποι, που συχνάζουν στο κοιμητήριο, είναι άνθρωποι πονεμένοι. Το τσιγάρο, όμως, δεν απαλύνει τον πόνο. Φθορά στην υγεία προκαλεί, ζημιά στο σώμα, που όπως προαναφέρθηκε είναι ιερό, άγιο, ανήκει στο Θεό.


Όσο ιερός και σεβάσμιος κι αν είναι ο χώρος του κοιμητηρίου, δεν πρέπει να μας αποπροσανατολίζει από την αλήθεια: Ότι, ο τάφος είναι μία σκάλα που ανεβάζει στον ουρανό. Μετά που θα προσκυνήσουμε τον σταυρό του προσφιλούς μας προσώπου (το σύμβολο της Αναστάσεως), να υψώνουμε στον ουρανό τα μάτια και να προσευχόμαστε στο Θεό για ανάπαυση της ψυχής του νεκρού μας.

Ένα λιτό μνημείο, απαραίτητα ένας απέριττος σταυρός, λίγα λουλούδια, ένα καντήλι, ένα κερί και θυμιάτισμα είναι αρκετά για τη γη. Η προσοχή μας και η ένταση να προχωρούν πάρα πέρα, να ανεβαίνουν πιο ψηλά. Να μετουσιώνονται σε προσευχή και ικεσία «υπέρ μακάριας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως της ψυχής του κεκοιμημένου δούλου του Θεού».

π. Ευέλθωντος Χαραλάμπους, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
ΕΝΟΡΙΑ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΤΙΣΣΑ
Σοφία Ντρέκου/ Αέναη επΑνάσταση

♫♪ «Μάνα» Στίχοι: Κ.Χ Μύρης(Κώστας Γεωργουσόπουλος) 
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης
Φωνητικά: Μέμη Σπυράτου. (1972) ♫♪

    Μάνα μου πόσο μέστωνε το στάρι στις ταφόπετρες
    πόσο γλυκό στη γέψη το ψωμί το ψυχοσάββατο
    και το κρασί στυφή παρηγοριά στο ξόδι του παππούλη.
    Στο γάμο του μικρού μικρού μεταλαβιά του βλάμη.

    Μάνα κρασί, μάνα ψωμί, μάνα μ’ ελιά και λάδι
    μάνα μου χώμα και νερό, βάστα γερά το πρόσφορο
    τώρα που θ’ ανταμώσετε με τον παππού στον Άδη.

    Κι όταν στην έρμη ρεματιά φυτρώνουν οι μικρές ελιές
    κι όταν μαζεύαμε καρπό σε ερωτικά νυχτέρια
    κι όταν πιθάρια πήλινα το σώμα τρώγαν του λαδιού,
    μάνα καλή το ξέραμε πως φύλαγες το πιο καλό
    στην πιο κρυφή και σκοτεινή βενέτικη κασέλα.

    Λίγο για τα βαφτιστικά, λίγο για τα στερνά στερνά,
    λίγο για την αβασκανιά και την κακή την ώρα.

    Μάνα κρασί, μάνα ψωμί, μάνα μ’ ελιά και λάδι
    μάνα μου χώμα και νερό, βάστα γερά το πρόσφορο
    τώρα που θ’ ανταμώσετε με τον παππού στον Άδη.


Δείτε αν επιθυμείτε...

Είδα τον παππούλη μου, τον Μικρασιάτη
με γυμνή πατούσα να μετράει τον ήλιο

Μάνα κρασί, μάνα ψωμί, μάνα μ’ ελιά και λάδι
μάνα μου χώμα και νερό, βάστα γερά το πρόσφορο
τώρα που θ’ ανταμώσετε με τον παππού στον Άδη.


Είδα τον παππούλη μου, τον Μικρασιάτη
με γυμνή πατούσα να μετράει τον ήλιο
να διαβαίνει ποταμούς μ’ απλωτές οργιές
σαν την λαγωνίκα ψάχνοντας τον Άδη
να ζητάει το δρόμο πότε με τον ύπνο
πότε με τον ξύπνο να κερδάει τον κόσμο, με ζαριές.

Είδα τον παππούλη μου, τον Μικρασιάτη
άκρη άκρη στο ποτάμι, τυλιγμένος με προβειές.

Σπαραγμένος από μέδουσες σκυλιά,
πλήθος όρνεα, αρμαθειές γύρω τριγύρω σερπετά.

Έφυγε ξαρμάτωτος ούτε που μετάλαβε
έφυγε ξαρμάτωτος λίγο πριν μπαρκάρει
για μακρύ ταξίδι στους μικρούς μπαξέδες του καρασεβντά.

Μάνα μου πόσο μέστωνε το στάρι στις ταφόπετρες
πόσο γλυκό στη γέψη το ψωμί το ψυχοσάββατο



Σοφία Ντρέκου/αέναη επΑνάσταση

Δεν υπάρχουν σχόλια: