11 Μαΐ 2020

Κωνσταντινούπολη: η Πόλη των πόλεων και η ιστορία της

Capture d’écran ψηφιακή αναπαράσταση της Κωνσταντινούπολης
φώτο: Capture d’écran ψηφιακή 
αναπαράσταση της Κωνσταντινούπολης

11 Μαΐου 330 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος εγκαινιάζει την Κωνσταντινούπολη, το κέντρο του Χριστιανισμού. Γιατί επέλεξε την Κωνσταντινούπολη ως την πρωτεύουσα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την ονόμασε «Νέα Ρώμη». Πότε επινοήθηκε ο όρος Βυζάντιο;

Η Ιστορία της Κωνσταντινούπολης

Η Κωνσταντινούπολη, η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, ιδρύθηκε το έτος 324 από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Α' (306/324-337) στο νότιο τμήμα του Βοσπόρου, στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης του Βυζαντίου. Από την εποχή της ίδρυσή της έλαβε επίσης το όνομα Νέα Ρώμη. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η Κωνσταντινούπολη γνώρισε σημαντική άνθηση κι έγινε ξακουστή πόλη. Η Άλωσή της από τους Οθωμανούς στις 29 Μαΐου 1453 έβαλε τέλος στην πολιτική υπόσταση του Βυζαντίου.

Τοπογραφικά βρισκόταν στο σημείο, που οι δυο ήπειροι, η Ασία και η Ευρώπη, πλησιάζουν και δυο μεγάλες θάλασσες, η Μεσόγειος και ο Εύξεινος Πόντος ενώνονται με τον Βόσπορο.

Ο δε Βόσπορος μαζί με τα στενά των Δαρδανελίων (Ελλήσποντος) είναι πέρασμα σημαντικότατο. Αλλά και ο Κεράτιος Κόλπος, έχει την αξία του, καθώς είναι ένα φυσικό λιμάνι από τα πιο σίγουρα και μεγάλα, όπου μπορεί σταθμεύει και ολόκληρος ο στόλος.

Έτσι η πόλη βρισκόταν στο μέσον σχεδόν της αυτοκρατορίας, ήταν ο κόμβος του εμπορίου της Ανατολή και της Δύσης, του Βορρά και του Νότου, ήταν πλησιέστερα στους νέους επικίνδυνους εχθρούς, τους Πέρσες και ήταν πόλη νέα που δεν είχε τις πολιτικές φατρίες της Ρώμης, πόλη που κατοικούνταν από χριστιανούς, τους οποίους συμπαθούσε πολύ ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Στην αρχή ονομάστηκε Νέα ή Δευτέρα Πόλη. Κατόπιν πήρε τα ονόματα Επτάλοφος, γιατί ήταν κτισμένη σε επτά λόφους, Βασιλεύουσα, γιατί εκεί είχαν την καθέδρα τους οι βασιλιάδες και τέλος Πόλις ή Πόλη.

Μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία στις 28 Μαρτίου του 1930 σε «ιστανμπούλ». Η ετυμολογία του όρου δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Περισσότερο αποδεκτή είναι η άποψη πως προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «εις την πόλη».

Θεωρείται εξάλλου πιθανό πως με δεδομένα τη σπουδαιότητα και το μέγεθός της, οι κάτοικοί της την αποκαλούσαν απλά «Πόλη», όπως αποκαλείται συχνά μέχρι σήμερα από τους Έλληνες.

Για χίλια και πλέον χρόνια (537-1453), η Αγία Σοφία θα αποτελέσει το κέντρο της ορθοδοξίας και του ελληνισμού. Εκεί, ο λαός θα γιορτάσει τους θριάμβους, θα θρηνήσει τις συμφορές και θα αποθεώσει τους νέους αυτοκράτορες.

Η τελευταία λειτουργία τελέστηκε στις 29 Μαΐου του 1453. Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ΙΑ' Δραγάτης, αφού προσευχήθηκε μαζί με το λαό και ζήτησε συγνώμη για λάθη που πιθανόν έκανε, έφυγε για τα τείχη, όπου έπεσε μαχόμενος. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, η Αγία Σοφία έγινε τζαμί και με την «επανάσταση» του Κεμάλ Ατατούρκ μετατράπηκε σε μουσείο.

Ίδρυση Κωνσταντινούπολης, εγκαίνια, 330

Γραφιστική απεικόνιση της Κωνσταντινούπολης της εποχής

Δικτυακή Εγκυκλοπαίδεια για την Ελληνική Ιστορία
και τον Πολιτισμό στην Κωνσταντινούπολη
Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού (21 Νοε 2008)

1. Ο θεσμός της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας

Σύμφωνα με τις πολιτικές πρακτικές της Ύστερης Αρχαιότητας, η επανίδρυση μιας πόλης ως αυτοκρατορικής πρωτεύουσας δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο, ιδιαίτερα από την εποχή της Τετραρχίας και εξής. Οι αυτοκράτορες επέλεγαν μια πόλη της αρεσκείας τους, ανάλογα με το κέντρο βάρους της εξωτερικής τους πολιτικής· εκεί έχτιζαν το ανάκτορό τους, για να διαμένουν και να διοικούν την αυτοκρατορία όσο διάστημα δεν περιόδευαν ή δε βρίσκονταν σε εκστρατεία. Έτσι ο Διοκλητιανός είχε επιλέξει τη Νικομήδεια, ενώ ο Γαλέριος τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο η Ρώμη εξακολουθούσε να θεωρείται πρωτεύουσα του κράτους και κέντρο της αυτοκρατορίας.

Ο Κωνσταντίνος, λίγους μήνες μετά την οριστική επικράτησή του επί του Λικινίου, και συγκεκριμένα στις 8 Νοεμβρίου 324, επέλεξε να θέσει το θεμέλιο λίθο για την ίδρυση της δικής του πρωτεύουσας στην πρώην μεγαρική αποικία του Βυζαντίου, στο σημείο όπου ο Βόσπορος χυνόταν στην Προποντίδα και η Ευρώπη προσέγγιζε την Ασία.[1]

Δείτε: Η αγιότητα του Μεγάλου Κωνσταντίνου

2. Η Κωνσταντινούπολη ως Νέα Ρώμη

Η μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους σε άλλη πόλη δεν ήταν στα αρχικά σχέδια του Κωνσταντίνου. Στη Ρώμη έχτισε ο αυτοκράτορας τη θριαμβική αψίδα του, για να θυμίζει στους υπηκόους τη νίκη επί των δυναστικών αντιπάλων του, και εκεί γιόρτασε το 326 την επέτειο των είκοσι χρόνων από την αρχική αναγόρευσή του σε αύγουστο (vicennalia). Ωστόσο κατά τη διάρκεια των εορτασμών έγιναν κάποια έκτροπα, που έδωσαν στον αυτοκράτορα να καταλάβει ότι ενδεχομένως ο λαός της Ρώμης δεν ήταν πλήρως με το μέρος του. Επίσης τον υποστήριζε και μέρος της συγκλητικής τάξης, που έβλεπε στο πρόσωπο του δυναμικού αυτοκράτορα μια απειλή για τα κεκτημένα δικαιώματά της. Έτσι ο Κωνσταντίνος επέλεξε, τέσσερα χρόνια μετά την επίσημη «ίδρυση» της πόλης, να διακηρύξει εκ νέου την ίδρυσή της, αυτή τη φορά ως Νέας Ρώμης, ως νέας πρωτεύουσας του κράτους (4 Νοεμβρίου 328). Ο Φιλοστόργιος, παραδίδοντας μια πρώιμη χριστιανική παράδοση, αναφέρει ότι ανέλαβε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος να χαράξει τα νέα όρια της πόλης. Όμως καθώς είχε απομακρυνθεί πολύ από τα παλαιότερα όρια, οι αυλικοί και οι αρχιτέκτονες που τον ακολουθούσαν τον ρώτησαν πόσο ακόμη σκόπευε να προχωρήσει. Κι εκείνος απάντησε «ώσπου να σταματήσει αυτός που προπορεύεται εμού», θέλοντας έτσι να δηλώσει ότι ενεργούσε κάτω από θεία καθοδήγηση.[2]

3. Τα εγκαίνια της Νέας Ρώμης

Ο Κωνσταντίνος περίμενε να ολοκληρωθούν τα βασικότερα έργα που θα έδιναν στη νέα πρωτεύουσα την αίγλη που της ταίριαζε, αλλά και να δοθούν οι κατάλληλοι οιωνοί από τους επίσημους μάντεις της αυτοκρατορικής αυλής. Τα επίσημα εγκαίνια της νέας πρωτεύουσας πραγματοποιήθηκαν στις 11 Μαΐου 330, με την κορύφωση των εορταστικών εκδηλώσεων που είχαν διαρκέσει 40 ημέρες.

Στην πραγματικότητα, όπως έχει δείξει ο G. Dagron, η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης υπήρξε μια μακρά διαδικασία πολλών ετών, την οποία προοδευτικά η παράδοση συνόψισε στην ημερομηνία αυτή.[3] Η επιλογή της ημερομηνίας έχει μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς 11 Μαΐου ήταν η γιορτή του αγίου Μωκίου, ο οποίος μαρτύρησε επί Διοκλητιανού στο Βυζάντιο.[4] Ο άγιος Μώκιος, που κατά την πρώιμη περίοδο θεωρήθηκε προστάτης της πόλης, πριν από τη σταδιακή εξέλιξή της σε «Θεοτοκούπολη», είχε μαρτύριο στην Κωνσταντινούπολη από πολύ νωρίς. Η παράδοση μάλιστα απέδιδε στον Κωνσταντίνο Α' την ανέγερσή του στη θέση ενός ναού του Δία, αν και η πληροφορία αυτή είναι αδύνατο να ελεγχθεί.[5]

3.1. Οι πηγές

Η κτίση της Νέας Ρώμης απασχόλησε τους πρώιμους χριστιανούς συγγραφείς, ιδιαίτερα όσους συνέταξαν ιστορικά έργα. Σκοπός ήταν να δοθεί ένας τελεολογικός χαρακτήρας και να ταυτιστεί η ίδρυση της νέας πόλης με την επικράτηση της νέας θρησκείας. Ο Σωκράτης Σχολαστικός, καταγόμενος ο ίδιος από την Κωνσταντινούπολη, αναφέρει ότι ο Κωνσταντίνος τής έδωσε το όνομά του, όρισε όμως διά νόμου να την αποκαλούν Νέα Ρώμη και έχτισε δύο εκκλησίες, την Αγία Ειρήνη και την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων, την οποία είχε επιλέξει ως δικό του ταφικό μαυσωλείο.[6] Ο Ευσέβιος από την άλλη μεριά είναι πιο φειδωλός, εστιάζοντας κυρίως στην προσωπικότητα και τις επιλογές του αυτοκράτορα και όχι στα «κοσμικά» γεγονότα που συνόδευσαν τη μεταφορά της πρωτεύουσας.

Οι πληροφορίες που έχουμε για τις τελετές των εγκαινίων της νέας πόλης προέρχονται κυρίως από μεταγενέστερες πηγές, συγγραφείς του 6ου και του 7ου αιώνα· έτσι δημιουργείται εύλογα το ερώτημα αν οι περιγραφές αυτές βασίζονταν σε πραγματικά γεγονότα ή ήταν αποκύημα της φαντασίας των συγγραφέων τους ή απήχηση τοπικών θρύλων που ήθελαν να κάνουν το γεγονός να φαντάζει πιο λαμπρό από ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Οι βασικότερες αφηγήσεις είναι αυτές του Πασχάλιου Χρονικού[7] και της Χρονογραφίας του Ιωάννη Μαλάλα.[8] Κάποια στοιχεία επίσης διασώζουν τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως.[9] Βασισμένοι στις πηγές αυτές σύγχρονοι ιστορικοί προσπάθησαν να ανασυνθέσουν την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στις όχθες του Βοσπόρου εκείνη την άνοιξη του 330, τείνοντας και πάλι ίσως στην υπερβολή.[10]

3.2. Οι εορτασμοί

Σύμφωνα με τις πηγές και την ιστορική ανασύνθεση, οι τελετές για τα εγκαίνια της νέας πόλης άρχισαν στις 2 Απριλίου 330. Ο αυτοκράτορας, συνοδευόμενος από τα μέλη της αυτοκρατορικής αυλής, μετέβη στο κέντρο της νέας αγοράς που είχε χτιστεί (Φόρο του Κωνσταντίνου)· εκεί πραγματοποιήθηκε τελετή «αφιέρωσης» της στήλης, η οποία κατασκευάστηκε στο σημείο όπου, σύμφωνα με το θρύλο, ο Κωνσταντίνος είχε δει το θείο όραμα που τον καθοδήγησε να οριοθετήσει τη νέα πόλη.11 Έπειτα από σαράντα μέρες εορτασμών και επίδειξης της αυτοκρατορικής γενναιοδωρίας προς τους κατοίκους της πόλης, η αυλή επέστρεψε στο ίδιο σημείο για την τοποθέτηση του αγάλματος του αυτοκράτορα ως Ήλιου-Απόλλωνα στην κορυφή της στήλης. Η στήλη αυτή αποτελούσε στην ουσία ένα είδος φυλαχτού για την πόλη: τα επτά τύμπανα από πορφυρό γρανίτη είχαν μεταφερθεί από την Τροία, ενώ στα θεμέλιά της λεγόταν ότι είχαν τοποθετηθεί αντικείμενα ιδιαίτερης συμβολικής αξίας τόσο για τους χριστιανούς όσο και για τους εθνικούς. Συγκεκριμένα, είχε τοποθετηθεί εκεί η πέτρα την οποία είχε χτυπήσει ο Μωυσής για να αναβλύσει νερό στην έρημο, ψάθα από τα πανέρια με τα οποία οι μαθητές του Ιησού είχαν μεταφέρει τα ψωμιά και τα ψάρια στο θαύμα της Γαλιλαίας, αλλά και το Παλλάδιο, δηλαδή το άγαλμα της Αθηνάς που ο Αινείας είχε φέρει μαζί του στη Ρώμη από την Τροία. Το άγαλμα του Κωνσταντίνου ως Ήλιου12 ήταν καμωμένο από χρυσό. Παρά τους παγανιστικούς συμβολισμούς, επιχειρήθηκε, πιθανότατα σε ελαφρώς μεταγενέστερη φάση, η σύνδεσή του με τη χριστιανική παράδοση· έτσι θεωρήθηκε ότι περιείχε κομμάτι του Τίμιου Ξύλου και ότι οι επτά ακτίνες που αποτελούσαν το στέμμα του έφεραν πυρήνες από τα επτά καρφιά που είχαν χρησιμοποιηθεί στη Σταύρωση του Χριστού.

Αφού οι παρευρισκόμενοι παρακολούθησαν την τοποθέτηση του αγάλματος στην κορυφή της στήλης ψάλλοντας το «Κύριε», μετέβησαν στον Ιππόδρομο. Ο Κωνσταντίνος ήταν ντυμένος με μεγαλοπρέπεια και, κατά τα λεγόμενα, φόρεσε πρώτη φορά διάδημα στολισμένο με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια. Πριν από την έναρξη της αρματοδρομίας, στην αρένα μπήκε ένα άρμα με χρυσό άγαλμα του Κωνσταντίνου που έφερε μικρό άγαλμα της Τύχης. Το άρμα συνοδευόταν από τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς με τελετουργικές και λαμπρές ενδυμασίες. Σύμφωνα με πηγές, επί τουλάχιστον 200 χρόνια, το άγαλμα αυτό περιφερόταν κατά την επέτειο των εγκαινίων της πόλης μέσα στον Ιππόδρομο και όλοι οι μετέπειτα αυτοκράτορες προσκυνούσαν τον ιδρυτή της πόλης.

Jean-Baptiste van Mour o Ιππόδρομος της Κωνσταντινούπολης

Μετά την πομπή αυτή, ο αυτοκράτορας μοίρασε χρήματα στο συγκεντρωμένο κόσμο. Ενδέχεται ειδικά για την περίσταση να είχαν κοπεί νομίσματα και αρκετοί μελετητές εικάζουν ότι επρόκειτο για τα νομίσματα με την προσωποποίηση της πόλης και τη Νίκη.13 Οι τελετές ολοκληρώθηκαν με τελετουργικές πομπές και παρελάσεις σε όλη την πόλη καθώς και με θρησκευτική λειτουργία που πραγματοποιήθηκε στην Αγία Ειρήνη. Οι πηγές, στο μεγαλύτερο μέρος τους χριστιανικές, δεν αναφέρουν συγκεκριμένες παγανιστικές τελετές για τα εγκαίνια της πόλης, εκτός από την αφιέρωση της στήλης. Είναι μάλλον απίθανο να μην έγιναν, αλλά φαίνεται ότι δεν περιλάμβαναν θυσίες, αφού ο Κωνσταντίνος είχε ήδη φανερώσει την απέχθειά του προς αυτό το είδος θρησκευτικής τελετής.14

4. Ο απόηχος

Όσο κι αν οι περιγραφές για τα εγκαίνια της πόλης απέκτησαν σχεδόν μυθικές διαστάσεις και επενδύθηκαν με τελεολογικό χαρακτήρα, γεγονός είναι ότι ο τρόπος εορτασμού και οι συγκεκριμένες τελετουργίες δημιούργησαν ένα νέο πρότυπο. Φαίνεται ότι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ήταν πεπεισμένος για την ισχύ της προπαγάνδας που περνούσε στον κόσμο μέσα από τις υποβλητικές τελετουργίες. Αντίστοιχες τελετές με αυτές των εγκαινίων της Κωνσταντινούπολης έγιναν και κατά τα εγκαίνια των εκκλησιών στους Άγιους Τόπους. Με αυτό τον τρόπο παγιώθηκε μια πρακτική που ήδη είχε αρχίσει από τα χρόνια του Διοκλητιανού και στόχευε στον τονισμό των στοιχείων εκείνων που έκαναν την αυτοκρατορική αυλή μοναδική, απομακρύνοντάς την παράλληλα από τον κόσμο της καθημερινότητας. Το πρότυπο αυτό ακολουθήθηκε από μεταγενέστερους Βυζαντινούς αυτοκράτορες. Ειδικά το ζήτημα της «προσκύνησης» του ιδρυτή της πόλης, όπως είδαμε, παρέμεινε σε ισχύ επί τουλάχιστον δύο αιώνες, ενώ η ίδια η πρακτική της προσκύνησης του αυτοκράτορα γενικότερα αποτέλεσε έκτοτε θεσμό.

Σε επίπεδο ιστορικής συνείδησης, από την άλλη μεριά, η τελετή των εγκαινίων της Κωνσταντινούπολης προσέλαβε ένα ιδιάζον νόημα μέσα από τις μελέτες των ιστορικών. Για πολλούς σήμανε την έναρξη μιας νέας εποχής, την απομάκρυνση από το παλαιό κέντρο εξουσίας της αυτοκρατορίας, τη Ρώμη, και ίσως τη Δύση γενικότερα, και την ενδυνάμωση της «Νέας Ρώμης» και μαζί με αυτήν της Ανατολής. Φυσικά τέτοιος διαχωρισμός δεν έγινε πραγματικότητα παρά μόνο 65 χρόνια αργότερα, με την πολιτική διαθήκη του Θεοδοσίου Α'· ακόμη και τότε η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δε θεωρήθηκε ότι χωρίζεται σε δύο κράτη, απλώς ότι αποτελεί δύο επικράτειες. Αρκετοί ιστορικοί, όμως, αναζητώντας ορόσημα, θεώρησαν τη χρονολογία των εγκαινίων ως έναρξη της ιστορίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.[15] Η τάση αυτή είναι ιδιαίτερα έκδηλη σήμερα και τείνει να αντικαταστήσει την προγενέστερη εκδοχή του 324, χρονολογία της έναρξης της βασιλείας του Κωνσταντίνου ως μόνου αυτοκράτορα.[16]

Παραπομπές

1. Οι χριστιανοί συγγραφείς απέδωσαν την επιλογή της θέσης σε θεία καθοδήγηση. Σύμφωνα με το Σωζόμενο, Εκκλ. Ιστ. 2.3, ο Κωνσταντίνος είχε επιλέξει αρχικά την Τροία λόγω του συμβολικού βάρους της για τους Ρωμαίους (πατρίδα του Αινεία). Τα έργα της νέας οχύρωσης είχαν ήδη αρχίσει όταν εμφανίστηκε ο Θεός στον ύπνο του Κωνσταντίνου ζητώντας του να επιλέξει άλλη θέση, προφανώς λιγότερο συνδεδεμένη με το παγανιστικό παρελθόν της αυτοκρατορίας.

2. Φιλοστόργ., Εκκλ. Ιστ. 2.9.
3. Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 38-39, βλ. και «Χρονολόγιο».

4. Ο Μώκιος, ιερέας στη μακεδονική Αμφίπολη, συνελήφθη κατά τη διάρκεια των διωγμών του Διοκλητιανού και υπεβλήθη σε μαρτύρια (πυρά, αρένα με λέοντες), αλλά ο Θεός τον προστάτευε. Τελικά τον έστειλαν στην πόλη του Βυζαντίου, όπου αποκεφαλίστηκε.

5. Janin, R., La géographie ecclésiastique de l’Empire byzantin 1: Le siège de Constantinople et le Patriarcat Oecumenique 3: Les églises et les monastères2 (Paris 1969), σελ. 354-5· Dagron, G., Η γέννηση μιας πρωτεύουσας. Η Κωνσταντινούπολη και οι θεσμοί της από το 330 ως το 451 (Αθήνα 2000), σελ. 450-451. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Κωνσταντίνος έχτισε εκκλησία προς τιμήν του, όπου και μετέφερε τα ιερά λείψανα του αγίου, προφανώς θέλοντας να αποκαταστήσει τη μνήμη του και να δείξει ότι οι διωγμοί των χριστιανών ανήκουν ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Βλέπε και Σωζόμ., Εκκλ. Ιστ. 8.17. Για μεταγενέστερες πηγές σχετικά με τη λατρεία του αγίου Μωκίου και την οικοδόμηση της εκκλησίας πάνω σε προγενέστερο ειδωλολατρικό ναό, βλ. Πάτρια, Preger, T. (επιμ.), Scriptores Originum Constantinopolitarum τόμ. Ι (Leipzig 1901), σελ. 19.

6. Σωκρ. Σχ., Εκκλ. Ιστ. 1.16. Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων βρισκόταν εκεί όπου σήμερα ορθώνεται το Fatih Camii. Έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες για το αν επρόκειτο πράγματι για εκκλησία ή απλώς για μαυσωλείο. Πάντως, σύμφωνα με τις περιγραφές, το ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι εκεί στεγάζονταν σαρκοφάγοι από πορφυρίτη, οι οποίες αποτελούσαν κενοτάφια των αποστόλων· μία από αυτές προοριζόταν για την ταφή του αυτοκράτορα, ο οποίος επιθυμούσε να συγκαταλέγεται στους αποστόλους. Αυτά βέβαια σύμφωνα πάντοτε με τη χριστιανική φιλολογία.

7. Dindorf, L. (επιμ.), Chronicon Paschale (Bonnae 1832), και σε αγγλική μετάφραση Whitby, M. – Whitby, Μ., Chronicon Paschale 284-628 A.D. (Liverpool 1989).
8. Μαλάλ. Ι. 13.7-8. Βλ. Dindorf, L. (επιμ.), Ioannis Malalae Chronographia (Bonnae 1831). Επίσης Jeffreys, E. – Jeffreys, M. – Scott, R., The Chronicle of John Malalas (Sydney 1986).

9. Preger, T. (επιμ.), Scriptores originum Constantinopolitanarum I-II (Leipzig 1901), ιδιαίτερα το Παραστάσεις σύντομαι χρονικαί και τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως του Ησυχίου. Βλ. και Dagron, G., Constantinople imaginaire: études sur le recueil des Patria (Paris 1984).

10. Η πρωιμότερη τέτοια προσπάθεια είναι του Lathoud, D. “La consecration et le dedicace de Constantinople”, Echos d’Orient 23 (1924), σελ. 289-314, 24 (1925), σελ. 180-201. Ακολούθησε η περιγραφή του Janin, R., Constantinople Byzantine: Developpement urbain et repertoire topographique2 (Paris 1964), σελ. 18-19, 23-26 και, τέλος, το έργο-σταθμός για τη μελέτη της ύστερης αρχαιότητας του Dagron, G., Naissance d’une capitale: Constantinople et ses institutions de 330 a 451 (Paris 1974).

11. Πρόκειται για τον κίονα Çemberlitaş, που στέκει ακόμη και σήμερα στην ομώνυμη περιοχή επί της κεντρικής οδού Divan Yolu. Ο κίονας έπαθε σημαντική ζημιά από πυρκαγιά και υποστηρίχθηκε με σιδερένια στεφάνια. Το άγαλμα του Κωνσταντίνου δε σώζεται, ενώ και ο ίδιος ο κίονας εδώ και αρκετά χρόνια συντηρείται.

12. Για το άγαλμα αλλά και για την ταύτιση του Κωνσταντίνου με τον Αήττητο Ήλιο βλ. Preger, T., “Konstantinos-Helios”, Hermes 36 (1901), σελ. 457-469.

13. Odahl, C.M., Constantine and the Christian Empire (London – New York 2004), σελ. 243-244, σημ. 21.

14. Αν και έχει αποτελέσει αντικείμενο μεγάλης επιστημονικής συζήτησης, το άρθρο 16.10.1 του Θεοδοσιανού Κώδικα, που αποτελεί και το μοναδικό τεκμήριο αντιπαγανιστικής νομοθεσίας του ίδιου του Κωνσταντίνου, αναφέρει σαφώς την απαγόρευση θυσιών σε ιδιώτες, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η δεισιδαιμονία. Οι θυσίες επιτρέπονταν μόνο σε περιπτώσεις όπου δημόσια κτήρια πλήττονταν από φυσικές καταστροφές και άρα υπήρχε ανάγκη εξακρίβωσης της θείας βούλησης για το κοινό καλό.

15. Ενδεικτικό είναι ότι τη χρονολογία αυτή την υιοθετεί μια σύγχρονη σημαντική έκθεση για τη βυζαντινή τέχνη στη Royal Academy of Arts του Λονδίνου καθώς και ο συνοδευτικός οδηγός της, που εκδόθηκε από το Robin Cormack και τη Μαρία Βασιλάκη με τίτλο Byzantium 330-1453, στον οποίο συμμετέχουν περισσότεροι από 100 διαπρεπείς βυζαντινολόγοι. Βλ. http://www.royalacademy.org.uk/ exhibitions/byzantium/about/.

16. Τη χρονολογία του 324 την είχε προτείνει ο Vasiliev, Α., Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, 324-1453, έργο το οποίο εκδόθηκε πρώτη φορά τη δεκαετία του 1920 και μεταφράστηκε έκτοτε σε πολλές γλώσσες, ενώ στην ελληνική βιβλιογραφία ακολουθήθηκε από δύο κορυφαίους βυζαντινολόγους, την Αι. Χριστοφιλοπούλου και τον Ι. Καραγιαννόπουλο.

17. Πηγή: Αέναη επΑνάσταση by Sophia Ntrekou.gr

Τοπογραφία της βυζαντινής Κωνσταντινούπολης


1. Το Βυζάντιο και η πόλη του Κωνσταντίνου

Ο Κωνσταντίνος επέλεξε για τη νέα του πρωτεύουσα τη θέση του Βυζαντίου, που ήταν μια αποικία της ελληνικής πόλης των Μεγάρων η οποία είχε ιδρυθεί τον 7ο αι. π.Χ. Η Νέα Ρώμη ιδρύθηκε το 324 και εγκαινιάστηκε στις 11 Μαΐου 330. Ο Κωνσταντίνος επέλεξε αυτήν τη θέση προφανώς λόγω των στρατηγικών της πλεονεκτημάτων. Το Βυζάντιο ενσωματώθηκε στη νέα πόλη μαζί με αρκετά από τα αρχαία του οικοδομήματα. Οι τρεις ειδωλολατρικοί ναοί που υπήρχαν στην Ακρόπολη (στη θέση του σημερινού Τοπκαπί), οι οποίοι ήταν αφιερωμένοι στην Αφροδίτη, στην Άρτεμη και στο θεό Ήλιο, δεν υπέστησαν τροποποιήσεις.

Η πόλη διέθετε δύο λιμάνια εντός των τειχών, το Βοσφόριον ή Προσφόριον στην πέμπτη ρεγεώνα και το Νεώριον στην έκτη, με μια αγορά δίπλα τους, η οποία αργότερα έγινε το Στρατήγιον. Η Κωνσταντινούπολη είχε έναν Ιππόδρομο –η ανέγερση του οποίου ξεκίνησε σύμφωνα με την παράδοση από το Σεπτίμιο Σεβήρο και ολοκληρώθηκε από τον Κωνσταντίνο–, δημόσια λουτρά και ένα υδραγωγείο, το οποίο κατασκευάστηκε από τον Αδριανό. Ένα νέο τείχος υψώθηκε περίπου 3 χλμ. δυτικά των αρχαίων τειχών του Βυζαντίου. Ο Κωνσταντίνος έφτιαξε επίσης ένα φόρο ακριβώς έξω από τα αρχαία τείχη (γνωστό ως Φόρο του Κωνσταντίνου), από το οποίο σώζεται μόνο ο κεντρικός κίονας από πορφυρίτη, το γνωστό σήμερα ως Çemberlitaş.

Μια κεντρική οδός πλαισιωμένη από στοές, που αργότερα ονομάστηκε Μέση, διέσχιζε την πόλη από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Ξεκινούσε από το Μίλιο, που βρισκόταν στην πλατεία Αυγουσταίου, στα βορειοδυτικά της Αγίας Σοφίας. Περίπου ένα χιλιόμετρο δυτικά του Φόρου του Κωνσταντίνου, η οδός σχημάτιζε διχάλα, με τη μια διακλάδωση να οδηγεί νοτιοδυτικά, στη Χρυσή Πύλη, και την άλλη προς τα βορειοδυτικά. Το ανάκτορο βρισκόταν στα νοτιοανατολικά της πόλης, ανάμεσα στον Ιππόδρομο και την ακτή του Μαρμαρά. Μόνο τρεις εκκλησίες μπορούν να αποδοθούν στον Κωνσταντίνο, εκτός από το μαυσωλείο του στη θέση όπου χτίστηκαν αργότερα οι Άγιοι Απόστολοι: η Αγία Ειρήνη, που ήταν ο μητροπολιτικός ναός, και δύο μαρτύρια αφιερωμένα στους τοπικούς μάρτυρες Ακάκιο και Μώκιο. Έτσι, η πόλη διατήρησε τον παγανιστικό της χαρακτήρα.1

2. Από τον Κωνστάντιο Β' στο τέλος της Εικονομαχίας

2.1. Η πόλη

Οι ανάγκες ενός ταχέως αυξανόμενου πληθυσμού επέβαλαν ορισμένα μέτρα που άλλαξαν την αστική δομή της πόλης.[2] Δύο νέα λιμάνια κατασκευάστηκαν: το λιμάνι του Ιουλιανού (Νέος Λιμήν, 362) βρισκόταν στα ανατολικά του Mεγάλου Παλατιού, στην Προποντίδα. Μόλις λίγα χρόνια αργότερα, κατασκευάστηκε το λιμάνι του Θεοδοσίου Α΄ στη θάλασσα του Μαρμαρά.[3] Η Κωνσταντινούπολη διέθετε αρκετές σιταποθήκες, που βρίσκονταν κυρίως κοντά στον Κεράτιο κόλπο. Προκειμένου να αντιμετωπιστεί η έλλειψη φυσικών πηγών νερού στην πόλη, το υδραγωγείο επεκτάθηκε σημαντικά και έφθασε μέχρι τη Βιζύη στη Θράκη και ακόμα πιο δυτικά. Οι εργασίες ξεκίνησαν από τον Κωνστάντιο και ολοκληρώθηκαν από τον Ουάλη το έτος 373.[4]

Η ανοικοδόμηση μιας νέας γραμμής τειχών από το Θεοδόσιο Β΄ (ή μάλλον από τον έπαρχο πραιτορίου Ανθέμιο) παρείχε στην πόλη ένα θαυμάσιο αμυντικό σύστημα.5 Τα Θεοδοσιανά τείχη, που ολοκληρώθηκαν το 413, βρίσκονταν περίπου 1,5 χλμ. δυτικά των τειχών του Κωνσταντίνου. Τμήματά τους σώζονται ακόμη και σήμερα. Προφανώς, αυτά τα τείχη χρησίμευαν και για την προστασία του νεόδμητου υδρευτικού συστήματος. Τρεις μεγάλες κινστέρνες βρίσκονταν ανάμεσα στα τείχη του Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου, μια περιοχή που ήταν αραιοκατοικημένη καθ’ όλη τη Βυζαντινή περίοδο. Στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν περίπου 80 σκεπαστές δεξαμενές, οι περισσότερες από τις οποίες χτίστηκαν μεταξύ 4ου και 7ου αιώνα, συμπεριλαμβανομένων και δύο που σώζονται στην περιοχή γύρω από την Αγία Σοφία: την Κιστέρνα Φιλοξένου (σημ. Binbirdirek) και τη Βασιλική (σημ. Yerebatan).6 Η Κωνσταντινούπολη καλλωπίστηκε επιπλέον με τα δύο νέα φόρα, του Θεοδοσίου ή του Ταύρου (το 393), στα βορειοδυτικά του Φόρου του Κωνσταντίνου, και εκείνο του Αρκαδίου (ή του Ξηρόλοφου, το 403), στη νότια διακλάδωση της Μέσης οδού.7 Και τα δύο ήταν διακοσμημένα με έναν ιστορημένο κίονα με σπειροειδή ανάγλυφα εμπνευσμένα από τις στήλες τουΤραϊανού και του Μάρκου Αυρήλιου στη Ρώμη. Υπήρχαν άλλοι δύο δημόσιοι χώροι, ο Αμαστριανός και το Φόρο του Βοός, που βρίσκονταν μεταξύ του Ξηρόλοφου και του Φόρου του Ταύρου (ή Θεοδοσίου).

Η Notitia Urbis Constantinopolitanae, μια ανώνυμη λατινική περιγραφή της Κωνσταντινούπολης που συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θεοδοσίου Β΄, προσφέρει ανεκτίμητες και μοναδικές στατιστικές πληροφορίες για την πόλη: στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν 14 εκκλησίες, 2 σύγκλητοι, 5 παλάτια, 8 δημόσια και 153 ιδιωτικά λουτρά, 4 φόρα, 4 λιμάνια, 5 αποθήκες, 2 θέατρα, 4 δεξαμενές και 4.388 οικίες. Προς το τέλος του 5ου αιώνα, κατασκευάστηκαν τα θαλάσσια τείχη, που οχύρωσαν την πόλη κατά μήκος της θάλασσας του Μαρμαρά και του Κεράτιου κόλπου.8 Τον 5ο αιώνα χτίστηκαν τα Μακρά Τείχη ή το Τείχος του Αναστασίου, περί τα 65 χλμ. δυτικά της Κωνσταντινούπολης.9

Ο πρώτος ναός που αφιερώθηκε στην Αγία Σοφία (τη του Θεού Σοφία), η Μεγάλη Εκκλησία των Βυζαντινών, ολοκληρώθηκε από τον Κωνστάντιο Β΄ το έτος 360 και καταστράφηκε από πυρκαγιά το 404.10 Ο Θεοδόσιος Β΄ την ανοικοδόμησε το 415. Στα νότια του μητροπολιτικού ναού βρισκόταν το Αυγουσταίο, ένας ανοιχτός χώρος με περίβολο, διακοσμημένος με διάφορα μνημεία. Η Αγία Σοφία καταστράφηκε δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια της Στάσης του Νίκα το 532.

Η βασιλεία του Ιουστινιανού Α' σήμανε νέα οικοδομική δραστηριότητα έπειτα από μια σειρά από πυρκαγιές και εξεγέρσεις (όπως η προαναφερθείσα Στάση του Νίκα, το έτος 532), οι οποίες είχαν καταστρέψει μεγάλα τμήματα της πόλης. Στις ιουστινιάνειες κατασκευές ανήκαν περισσότερες από 30 εκκλησίες, όπως η Αγία Σοφία, που παρέμεινε ο μητροπολιτικός ναός της Κωνσταντινούπολης, η εκκλησία της Αγίας Ειρήνης, οι Άγιοι Σέργιος και Βάκχος11 και ο ναός της Ζωοδόχου Πηγής.12 Ο Ιουστινιανός Α΄ ανακαίνισε επίσης ολόκληρα τμήματα του ανακτόρου που είχαν καταστραφεί στη διάρκεια της εξέγερσης. Άλλη μεγάλη προστάτιδα των τεχνών υπήρξε η πατρικία Ιουλιανή Ανικία, η οποία ανοικοδόμησε ή ανακαίνισε αρκετές εκκλησίες στην πόλη, συμπεριλαμβανομένου του Αγίου Πολυεύκτου (524-527), του οποίου τα θεμέλια ανακαλύφθηκαν κατά την ανασκαφή τη δεκαετία του 1960.13

Η επέκταση του Μεγάλου Παλατιού συνεχίστηκε. Μία μεγάλη περίστυλη αυλή, που οδηγούσε σε μια θολωτή αίθουσα και ήταν διακοσμημένη με εκπληκτικά επιδαπέδια ψηφιδωτά, χρονολογείται στον 6ο ή στον 7ο αιώνα.

Κωνσταντινούπολη: η Πόλη των πόλεων και η ιστορία της

2.2. Οι πολίτες

Διάφορα γεγονότα υποδεικνύουν ότι ο πληθυσμός της πόλης έφθινε.14 Αρχικά, τον 6ο αιώνα οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης υπέφεραν από επιδημίες πανώλης, εκ των οποίων η μία που ξέσπασε το 542 μπορεί να οδήγησε στο θάνατο ακόμα και το μισό πληθυσμό της πόλης ή και περισσότερους. Το 618 διακόπηκε η τακτική τροφοδοσία της Κωνσταντινούπολης με σιτηρά από την Αίγυπτο και οι σιταποθήκες φαίνεται ότι σταματούν να υπάρχουν. Το 626 οι Άβαροι κατέστρεψαν το υδραγωγείο του Ουάλη, το οποίο επισκευάστηκε μόλις το 768 από τον Κωνσταντίνο Ε΄.15 Προφανώς, οι κάτοικοι της πόλης ήταν τόσο λίγοι, που δεν είχαν ανάγκη επιπλέον νερό. Ακόμα, η χωρητικότητα του λιμανιού της πόλης μειώθηκε στο ένα τέταρτο σε σχέση με τον 5ο αιώνα. Τα θαύματα του Αγίου Αρτεμίου (7ος αιώνας), ωστόσο, απεικονίζουν μια πόλη ζωντανή, που υποδεχόταν επισκέπτες από απομακρυσμένες περιοχές, όπως η Αλεξάνδρεια και η Αφρική.16

2.3. Η αλλαγή

Από τον 6ο αιώνα και εξής, παρατηρείται ολοένα και περισσότερο μια αλλαγή στη νοοτροπία: εξαιτίας της καταστροφικής επιδημίας της βουβωνικής πανώλης των ετών 746-747, οι κάτοικοι άρχισαν να θάβουν τους νεκρούς εντός των τειχών της πόλης, μια πρακτική που δεν ήταν αποδεκτή τα προηγούμενα χρόνια.17 Δημόσια κτήρια, όπως τα λουτρά, εγκαταλείφθηκαν και ορισμένα από τα φόρα της πόλης μετατράπηκαν σε ζωοπάζαρα. Επιπλέον, πηγές όπως οι Παραστάσεις Σύντομοι Χρονικαί και τα Πάτρια Κωνσταντινουπόλεως αποκαλύπτουν ότι η πληθώρα των αρχαίων αγαλμάτων που κοσμούσαν την πόλη αντιμετωπιζόταν με δυσπιστία και καχυποψία.18

3. Από τον 9ο αιώνα έως το 1204

Η Κωνσταντινούπολη άρχισε να ανακάμπτει κατά τον 9ο αιώνα.19 Ο πληθυσμός αυξανόταν σταθερά και, στις αρχές του 13ου αιώνα, η πόλη πρέπει να είχε περίπου 400.000 κατοίκους.20 Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842) επισκεύασε τα θαλάσσια τείχη και έκανε προσθήκες στο Μέγα Παλάτιο. Ανοικοδόμησε επίσης το ανάκτορο στην τοποθεσία Βρύας στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης, το οποίο είναι εμπνευσμένο από αραβικά πρότυπα. Ο Βίος του Βασιλείου εξιστορεί την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα του Βασιλείου Α' (867-886). Αυτή περιοριζόταν ωστόσο σε εκκλησίες, οι οποίες είτε οικοδομούνταν εκ νέου είτε ανακαινίζονταν, και σε ανάκτορα. Ένα από τα σπουδαιότερα μνημεία που ενέγειρε ο Βασιλείος Α' ήταν η Νέα Εκκλησία στο εσωτερικό του ανακτορικού συγκροτήματος.21

3.1. Μοναστηριακά ιδρύματα

Ένα βασικό χαρακτηριστικό της μεσαιωνικής Κωνσταντινούπολης ήταν ο πολλαπλασιασμός των αστικών μοναστηριών. Η ανοικοδόμηση τέτοιων μονών, με πληθώρα δραστηριοτήτων, όπως η εκπαίδευση και η φιλανθρωπία, έγινε ένα είδος μόδας στους κύκλους των αυτοκρατόρων και των μελών της αριστοκρατίας. Πραγματικά, 100 νέα θρησκευτικά ιδρύματα έχουν καταγραφεί στην περίοδο μεταξύ των ετών 750 και 1204, η πλειονότητα των οποίων ήταν μοναστήρια.22 Στις πιο σημαντικές χορηγίες συγκαταλέγεται η μονή της Θεοτόκου Περιβλέπτου, που βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της πόλης και είναι χτισμένη μεταξύ των ετών 1030 και 1034 από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Γ΄ Αργυρό.23 Επίσης, η μονή του Αγίου Γεωργίου στα Μάγγανα, που βρίσκεται στα ανατολικά της Ακρόπολης και έχει οικοδομηθεί από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ΄ Μονομάχο (1042-1055), μαζί με ένα ανάκτορο και ένα νοσοκομείο, και, τέλος, η μονή Παντοκράτορος στον τέταρτο λόφο, χορηγία του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνού.

3.2. Το Μέγα Παλάτιο

Η μορφή του Μεγάλου Παλατιού είναι επαρκώς γνωστή από πηγές του 10ου αιώνα, ειδικά το Περί βασιλείου τάξεως (DeCerimoniis), που συντάχθηκε από τον Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο, όπου περιγράφεται με λεπτομέρειες το τυπικό της αυλής. Εξαιτίας των προσθηκών στο διάβα των αιώνων από διάφορους αυτοκράτορες η κάτοψη του ανακτόρου ήταν αρκετά ασύμμετρη, καθώς περιλάμβανε κατασκευές διάφορων τύπων, κήπους και γήπεδα για αθλοπαιδιές. Το 10ο αιώνα, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Β΄ Φωκάς οχύρωσε το κεντρικό τμήμα του ανακτόρου.24 Σπαράγματα αυτού του τείχους σώζονται ακόμη σήμερα. Εξαιτίας της πολυπλοκότητας του Μεγάλου Παλατιού, οι οποιεσδήποτε απόπειρες αναπαράστασης της κάτοψής του παραμένουν υποθετικές. Την τελευταία δεκαετία διάφορες νόμιμες και παράνομες ανασκαφές έχουν αποκαλύψει εκτεταμένες θεμελιώσεις στην περιοχή. Αξιοσημείωτα ερείπια που βρίσκονται σήμερα στην ακτή και δέσποζαν αρχικά στο λιμάνι του Βουκολέοντος ανήκουν στο ομώνυμο παλάτι.25

3.3. Το Ανάκτορο των Βλαχερνών

Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α΄ Κομνηνού (1081-1118) το διοικητικό κέντρο της Κωνσταντινούπολης μετατέθηκε από το Μέγα Παλάτιο στο Ανάκτορο των Βλαχερνών, που βρισκόταν στα βορειοδυτικά της πόλης και νότια της περίφημης εκκλησίας των Βλαχερνών.26 Το ανάκτορο χτίστηκε περί το 500. Τόσο ο Αλέξιος Α΄ όσο και ο Μανουήλ Α΄ το επέκτειναν με την προσθήκη μεγάλων αιθουσών υποδοχής. Αυτή η περιοχή αναπτύχθηκε από τον 5ο αιώνα και εξής και φαίνεται ότι μέλη αριστοκρατικών οικογενειών επιδίωκαν να εγκατασταθούν εκεί.[27]

Ένα από τα σημαντικότερα έργα του Αλεξίου Α' ήταν η ανακαίνιση και επέκταση του Ορφανοτροφείου του Αγίου Πέτρου στην περιοχή της Ακρόπολης, το οποίο περιλάμβανε, εκτός από το ορφανοτροφείο, ένα άσυλο για τους τυφλούς και τους ηλικιωμένους, καθώς κι ένα σχολείο.

Δείτε: Παναγία των Βλαχερνών: το ιστορικό του Ναού

3.4. Πέραν (πέρα από την Κωνσταντινούπολη)

Άλλη μια σημαντική εξέλιξη ήταν η εγκαθίδρυση των ιταλικών συνοικιών κατά μήκος του Κεράτιου κόλπου.28 Η Πίζα, η Βενετία και η Γένοβα απολάμβαναν ειδικά εμπορικά προνόμια κατά τη διάρκεια της βασιλείας της δυναστείας των Κομνηνών, τα οποία τους επέτρεπαν τη δημιουργία σημαντικών παροικιών. Οι Ενετοί εγκαταστάθηκαν κοντά στο Πέρα, και οι Πιζανοί και Γενουάτες στα ανατολικά τους.

4. Η υστεροβυζαντινή Πόλη

Οι τρεις πυρκαγιές που ξέσπασαν το 1203, η πολιορκία και η άλωση της πόλης από τους σταυροφόρους το 1204, με τη συνακόλουθη συστηματική λαφυραγώγηση, προκάλεσαν σημαντικές καταστροφές στην πόλη. Η επακόλουθη σκόπιμη ή ακούσια εγκατάλειψη και οι φυσικές καταστροφές, όπως οι σεισμοί κατά τη διάρκεια της λατινικής κυριαρχίας (1204-1261), άφησαν την Κωνσταντινούπολη σε ερειπωμένη κατάσταση, με μειωμένο πληθυσμό.29

Η πόλη ανέκτησε μερικώς τις δυνάμεις της υπό τη βασιλεία του Μιχαήλ Η΄ (1259-1282), στον οποίο αποδίδεται η ανακατάληψή της.[30] Αυτός επιδιόρθωσε τα θαλάσσια τείχη, τα λιμάνια, τα αυτοκρατορικά παλάτια (ιδιαιτέρως το Ανάκτορο των Βλαχερνών), εκκλησίες και μοναστήρια, συμπεριλαμβανομένης της Αγίας Σοφίας, και τα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Ένας τεράστιος κίονας, στην κορυφή του οποίου έστεκε ένα ορειχάλκινο άγαλμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, τοποθετήθηκε μπροστά από το ναό των Αγίων Αποστόλων για τον εορτασμό της ανάκτησης της πόλης.31 Το επονομαζόμενο Tεκφούρ Σαράι, ένα παλαιολόγειο τριώροφο ανάκτορο στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλης, του οποίου έχει διατηρηθεί μέρος των εξωτερικών τοίχων, πιθανώς χρονολογείται σε αυτή την περίοδο. Ο Μιχαήλ Η΄ παραχώρησε το Γαλατά, ένα ακρωτήριο στο βόρειο τμήμα του Κεράτιου κόλπου, αντικριστά στην Κωνσταντινούπολη, στους Γενουάτες. Αυτοί οι τελευταίοι δημιούργησαν εκεί μια οχυρωμένη συνοικία. Ο επονομαζόμενος Πύργος του Γαλατά είναι το πιο σημαντικό απομεινάρι της γενοβέζικης οχύρωσης.32

Η ανάκαμψη συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια της μακράς βασιλείας του γιου του Μιχαήλ Η', του Ανδρόνικου Β' (1282-1328), που επίσης επιδιόρθωσε τείχη, οικίες και δημόσια κτήρια. Πλήθος εκκλησιών και μοναστηρίων (ορισμένα εκ των οποίων σώζονται ακόμη) ανοικοδομήθηκαν ή ανακαινίστηκαν από μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας ή αριστοκράτες ευεργέτες. Η Θεοδώρα Παλαιολογίνα, σύζυγος του Μιχαήλ Η', ανακαίνισε τη μονή Λιβός. Η μονή της Χώρας ανακαινίστηκε από τον αξιωματούχο Θεόδωρο Μετοχίτη. Την Παμμακάριστο ανέλαβαν ο Μιχαήλ Γλαβάς Ταρχανειώτης και η σύζυγός του. Το γυναικείο μοναστήρι της Βεβαίας Ελπίδος ιδρύθηκε στο πρώτο μισό του 14ου αιώνα από τη Θεοδώρα Συναδηνή, ανιψιά του Μιχαήλ Η΄. Μετά τα μέσα του 14ου αιώνα, η πόλη άρχισε να παρακμάζει με ταχείς ρυθμούς, ενώ η οικοδομική δραστηριότητα που σημειώθηκε ήταν πολύ μικρή.

Άγαλμα του Κωνσταντίνου Α΄ στο Evoracum (Εβόρακον), νυν York (Υόρκη), όπου ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας
Άγαλμα του Κωνσταντίνου Α' στο Evoracum (Εβόρακον), 
νυν York (Υόρκη), όπου ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας

Παραπομπές

1. Janin, R., Constantinople byzantine. Développement urbain et répertoire topographique2 (Paris 1964), σελ. 1-30· Dagron, G., Naissance d’une capitale. Constantinople et ses institutions de 330 a 451 (Paris 21984), σελ. 13-47· Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siecles) (Paris 2004), σελ. 13-36.

2. Beck, H.G. (επιμ.), Studien zur Frühgeschichte Konstantinopels (München 1973)· Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siecles) (Paris 2004), σελ. 37-62· Basset, S., The Urban Image of Late Antique Constantinople (Cambridge 2004).

3. Αυτό το λιμάνι αποκαλύφθηκε πρόσφατα, βλ. Gün Işığında Istanbul'un 8000 Yılı: Marmaray, Metro, Sultanahmet Kazıları (Istanbul 2007), σελ. 164-299.

4. Για το σύστημα υδροδότησης, βλ. Bayliss, R. – Crow, J., “The fortifications and water supply systems of Constantinople”, Antiquity 74 (2000), σελ. 25-26· Bono, P. – Crow, J. – Bayliss, R., “The Water Supply of Constantinople: archaeology and hydrogeology of an early medieval city”, Environmental Geology 40 (2001), σελ. 1.325-1.333.

5. van Millingen, A., Byzantine Constantinople: Τhe Walls of the City and Adjoining Historical Sites (London 1899)· Meyer-Plath, B. – Schneider, A.M., Die Landmauer von Konstantinopel 2 (Berlin 1943)· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion – Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 286-319.

6. Forchheimer, P. – Strzygowski, J., Die byzantinischen Wasserbehälter von Konstantinopel (Vienna 1893)· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion – Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 280, 283-285.

7. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion – Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 250-253, 258-266.

8. Berger, A., “Regionen und Strassen im frühen Konstantinople”, IstMitt 47 (1997), σελ. 349-414.

9. Crow, J., “The Long Walls of Thrace”, στο Mango, C. – Dagron, G. (επιμ.), Constantinople and Its Hinterland. Papers from 27th Spring Symposium of Byzantine Studies, Oxford, April 1993 (Aldershot 1995), σελ. 109-124.

10. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion – Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 84-96. Βλ. επίσης, Mainstone, R., Hagia Sophia: Architecture, Structure and Liturgy of Justinian’s Great Church (London 1988).

11. Για τα τελευταία δεδομένα σχετικά με αυτή την εκκλησία, βλ. και για την παλαιότερη βιβλιογραφία, Bardill, J., “The Church of Sts. Sergius and Bacchus in Constantinople and the Monophysite Refugees”, Dubarton Oaks Paper 54 (2000), σελ. 1-11.

12. Janin, R., La géographie ecclésiastique de l'empire byzantin I: Le siège Constantinople et le patriarcat oecuménique 3: Les églises et les monastères2 (Paris 1969), σελ. 223-228.

13. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion – Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 190-192· Harisson, R.M., Excavations at Sarachane in Istanbul, 2 τόμ. (Princeton – Washington, D.C. 1986-1992).

14. Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siècles) (Paris 2004), σελ. 51-62· Magdalino, P.,Constantinople médiévale: études sur l'évolution des structures urbaines (Paris 1996), σελ. 18-19.

15. Magdalino, P., “Constantine V and the Middle Age of Constantinople”, στο Magdalino, P., Studies on the History and Topography of Byzantine Constantinople (Aldershot 2007).

16. Crisafulli, V.S. – Nesbitt, J. (επιμ.), The Miracles of St. Artemios. A Collection of Miracle Stories by an Anonymous Author of Seventh Century Byzantium (New York 1997).

17. Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siècles), (Paris 2004), σελ. 57-58· Dagron, G., “Ainsi rien n'échappera à la réglementation”, État, Église, corporations, confréries: à propos des inhumations à Constantinople (IVe-Xe siècle)”, στο Kravari, V. – Lefort, J. – Morrisson, C. (επιμ.), Hommes et richesses dans l'Empire byzantin, II: VIIIe-XVe siècle (Paris 1991), σελ. 153-182.

18. Ο Mango υποστηρίζει ότι η κρίση που ξεκίνησε τον 6ο αιώνα άλλαξε σε βάθος την αστική προοπτική της πόλης και τις λειτουργίες της, βλ. Mango, C., Le développement urbain de Constantinople (IVe-VIIe siècles) (Paris 2004). Ο Magdalino δίνει μια διαφορετική ερμηνεία, που υπογραμμίζει τη συνέχεια, βλ. Magdalino, P., Constantinople médiévale: études sur l'évolution des structures urbaines (Paris 1996).

19. Ousterhout, R., “Reconstructing Ninth-Century Constantinople”, στο Brubaker, L. (επιμ.), Byzantium in the Ninth Century: Dead or Alive? (Aldershot 1998), σελ. 115-130.

20. Magdalino, P., Constantinople médiévale: études sur l'évolution des structures urbaines (Paris 1996), σελ. 61-67.

21. Magdalino, P., “Observations on the Nea Ekklesia of Basil I”, Jahrbuch des Österreichischen Byzantinistik 37 (1987), σελ. 51-64, επανέκδοση στο Magdalino, P., Studies on the History and Topography of Byzantine Constantinople (Aldershot 2007), κεφ. VI.

22. Janin, R., La géographie ecclésiastique de l'empire byzantin I: Le siège Constantinople et le patriarcat oecuménique 3: Les eglises et les monasteres2 (Paris 21969)· Magdalino, P., Constantinople médiévale: études sur l'évolution des structures urbaines (Paris 1996), σελ. 67-75.

23. Mango, C., “The Monastery of St. Mary Peribleptos (Sulu manastır) at Constantinople Revisited”, Revue des Études Armeniennes 23 (1992), σελ. 473-493. Η θεμελίωση της Περιβλέπτου αποκαλύφθηκε πρόσφατα, βλ. Dark, K., “The Byzantine Church and Monastery of St Mary Peribleptos in Istanbul”, The Burlington Magazine 141 (1999), σελ. 656-664.

24. Mamboury, E. – Demangel, R., Le quartier des Manganes (Paris 1939).

25. Βλ. Mango, C., “The Palace of the Boukoleon”, Cahiers Archéologiques 45 (1997), σελ. 41-50.

26. Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion – Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 225-228.

27. Papadopoulos, J.B., Le palais et les églises des Blacherne (Thessalonike 1928)· Müller-Wiener, W., Bildlexikon zur Topographie Istanbuls, Byzantion – Konstantinupolis – Istanbul bis zum Beginn d. 17. Jhs. (Tübingen 1977), σελ. 223-224.

28. Magdalino, P., Constantinople médiévale: études sur l'évolution des structures urbaines (Paris 1996), σελ. 78-84.

29. Magdalino, P., Constantinople médiévale: études sur l'évolution des structures urbaines (Paris 1996), σελ. 86-102.

30. Kidonopoulos, V., Bauten in Konstantinopel, 1204-1328: Verfall und Zerstörung, Restaurierung, Umbau und Neubau von Profan- und Sakralbauten (Wiesbaden 1994)· Kidonopoulos, V., “The Urban Physiognomy of Constantinople from the Latin Conquest through the Palaiologan Era”, στο Brooks, S.T. (επιμ.), Byzantium: Faith and Power (1261-1557). Perspectives on Late Byzantine Art and Culture (New York 2006), σελ. 98-117· Magdalino, P., “Pseudo-Kodinos’ Constantinople”, στο Mango, C., Studies on Constantinople (Aldershot 1993), αρ. XII.

31. Talbot, A.-M., “The Restoration of Constantinople under Michael VIII”, Dumbarton Oaks Papers 47 (1993), σελ. 243-61· βλ. επίσης, Talbot, A.-M., “Empress Theodora Palaiologina, Wife of Michael VIII”, Dumbarton Oaks Papers 46 (1992), σελ. 295-303.

32. Schneider, A.M. – Nomidis, M.I., Galata (Istanbul 1944)· Eyice, S., Galata ve kulesi (Istanbul 1969).

33. Πηγή: Αέναη επΑνάσταση by Sophia Ntrekou.gr




«Φωτεινά Μονοπάτια» ντοκιμαντέρ «Κωνσταντινούπολη
Η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου επί 17 αιώνες»

Η Κωνσταντινούπολη είναι η μεγαλύτερη σε πληθυσμό πόλη της Τουρκίας, με περίπου 12 εκατομμύρια κατοίκους. Ο Βόσπορος χωρίζει την πόλη στο ευρωπαϊκό τμήμα και στο ασιατικό. Η Κωνσταντινούπολη βρίσκεται στη θέση της αρχαίας ελληνικής πόλης Βυζάντιο. Η μοίρα της πόλης του Βυζαντίου άλλαξε, όταν το 330 μ.Χ. ο Μέγας Κωνσταντίνος την επέλεξε για πρωτεύουσα της αχανούς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ονομάζοντάς την «Νέα Ρώμη». Η Κωνσταντινούπολη, ως πρωτεύουσα του Βυζαντίου, υπήρξε το κέντρο του ελληνικού πολιτισμού, πάνω από χίλια χρόνια.

Επί 17 αιώνες, η Κωνσταντινούπολη είναι η έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναφέρεται ως «η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία». Είναι η πρώτη έδρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, με 300 εκατομμύρια πιστούς σε όλο τον κόσμο.

Η Ελένη Μπιλιάλη επισκέπτεται το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ξεναγεί τους τηλεθεατές στους χώρους του, αλλά και στην ιστορία του. Επίσης, ταξιδεύει στο νησί της Χάλκης και συνομιλεί με τους πατέρες της Θεολογικής Σχολής. Τέλος, επισκέπτεται ένα από τα σημαντικότερα μνημεία και κόσμημα της Κωνσταντινούπολης, την Αγία Σοφία.

Στο ντοκιμαντέρ μιλούν -με σειρά εμφάνισης- ο Μέγας Αρχιμανδρίτης Βησσαρίων, ο ξεναγός Ερμής Γιλμάζ Καλιοντζού, ο Διάκονος της Σειράς, Γρηγόριος, ο υπεύθυνος της Βιβλιοθήκης της Ιεράς Θεολογικής Σχολής της Χάλκης, Αρχιμανδρίτης Καισάριος, και ο ιεροδιάκονος Γεδεών Βαρυτίμων.




Σχετικά Θέματα:

Περισσότερα: Βυζάντιο


Δεν υπάρχουν σχόλια: