15 Οκτ 2020

Μελένιος Δράκος: Ένα παραμύθι για τα εξαφανισμένα παιδιά στο Διαδίκτυο

Σκίτσο: RovinaCaiArt Twitter

Νεανική περιπέτεια φαντασίας ― ΠΡΟΣΟΧΗ: Όποιος διαβάσει 
αυτό το βιβλίο θα έχει μυηθεί σε μιάν απαγορευμένη γνώση.

Μια παιδική και μια εφηβική συντροφιά, αναζητούν ένα εξαφανισμένο παιδί. Το μόνο στοιχείο που διαθέτουν είναι οι αναφορές τους σε κάποιον «Μελένιο Δράκο», για τον οποίο μιλούσαν μετά μανίας πριν χαθούν. Κινητοποιούν όλα τα παιδιά της Αττικής, διαδίδοντας το μήνυμά τους και προφορικά, αλλά και μέσω σελίδων κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, σύντομα αρχίζει μια έρευνα του παιδόκοσμου, που επεκτείνεται και σε άλλες πόλεις, ακόμη και εκτός Ελλάδος.

Η αναζήτησή τους θα τους εμπλέξει με δυνάμεις που ανταγωνίζονται μεταξύ τους στα σκοτεινά μονοπάτια του μυστηρίου και της φαντασίας, όπου το Κακό έχει πάρει νέες μορφές, προσαρμοσμένες στις ανάγκες και τις επιθυμίες της καινούργιας γενιάς, σαν θηρίο που αναζητά την τροφή του.

Ο κόσμος γίνεται παραμύθι μέσα από τα μάτια των παιδιών και σκληρό πεδίο ρεαλιστικής μάχης μέσα απ’ τα μάτια των εφήβων, ενώ οι μεγάλοι εξακολουθούν να μην ξέρουν και να μην αντιλαμβάνονται τίποτα.

Αναποδοσταυροφόροι και ψυχοκάντζαροι, Πειρατές των Υπονόμων και Λιλιπούτιοι Καταφερτζήδες και οι Ιππότες της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας ανοίγουν πανιά, συντροφιά με φεγγαροπρόβατα και ρομαντικούς θείους που έχουν τις τσέπες γεμάτες αστέρια, μαζεμένα μια νύχτα από τον καλοκαιριάτικο ουρανό της Κρήτης, μαζί μ’ ένα επτάχρονο κορίτσι που κάτι ήξερε για ένα δεντροκοριτσάκι.

Τα παιδιά του νηπιαγωγείου ανεβαίνουν στις ταράτσες για να σώσουν το συμμαθητή τους κι ένας παπάς, δεύτερης γενιάς μετανάστης σε μια παράξενη Αθήνα, προσπαθεί να βοηθήσει ορισμένους που δεν τον γουστάρουν και δεν τον καταλαβαίνουν.



Μελένιος Δράκος
Ένα παραμύθι για τα εξαφανισμένα παιδιά

Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Πρόλογος για τους μεγάλους

Αυτό το βιβλίο αφηγείται ένα παραμύθι, άρα ο σκοπός του πρωτίστως είναι να ψυχαγωγήσει και να συναρπάσει τους αναγνώστες του. Δε θα ήθελα να εκληφθεί ως ηθικοπλαστικό βιβλίο, αν και η αλήθεια είναι ότι κάθε ιστορία, κάθε συγγραφέα, περιέχει κάποια μηνύματα, έστω και υποσυνείδητα.

Επίσης, θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι προωθεί κάποια τεχνοφοβία (δηλ. φοβία προς τη σύγχρονη τεχνολογία), γιατί τότε το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τα αμέτρητα λογοτεχνικά και κινηματογραφικά έργα επιστημονικής φαντασίας που μιλούν για αυτονόμηση των ρομπότ και επίθεσή τους κατά των ανθρώπων.

Τέλος, πρέπει να διευκρινίσω ότι, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, τα ζώα δεν έχουν αθάνατη ψυχή (αλλά θνητή), δεν αναμένεται η ανάστασή τους κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και δεν υπάρχουν μαρτυρίες για κάποιον «παράδεισο των ζώων», όπως αυτός που αναφέρεται στην ιστορία μας. Στην Καινή Διαθήκη ο απόστολος Παύλος γράφει ότι όλη η Κτίση (τα δημιουργήματα του Θεού) υποφέρει και περιμένει τη λύτρωσή της μαζί με τον άνθρωπο (προς Ρωμαίους, 8, 19-22), αλλά δεν ξέρουμε με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Επίσης, στους βίους των αγίων συναντούμε άφθονες περιπτώσεις σύνδεσης ανθρώπων και ζώων, ενώ ο σύγχρονος ορθόδοξος διδάσκαλος π. Σεραφείμ Ρόουζ είπε κάποτε ότι «τα ζώα σχετίζονται με τον παράδεισο». Ωστόσο, όπως είπαμε, το συγκεκριμένο μέρος της ιστορίας μας θα προτιμούσα να εκληφθεί ως εντελώς φανταστικό.

Την ιστορία αυτή, και όλη τη ζωή μου, την αφιερώνω στη σύζυγό μου Ειρήνη και την κόρη μας Νεκταρία – Μαρία, που την ονομάσαμε έτσι για τον άγιο Νεκτάριό μας και την Παναγία μας.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς που βρεθήκατε σ’ αυτή την αφετηρία.

Καλή ανάγνωση!

ΥΓ. Ότι, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχουν δράκοι, νομίζω ότι δε χρειάζεται καν να το αναφέρω.

Ρέθυμνο 1 Οκτωβρίου 2017
• Εορτή της Παναγίας Γοργοϋπηκόου και Ελευθερώτριας
• Αγίων Ανανία του αποστόλου (που θεράπευσε και βάφτισε τον απόστολο Παύλο), Ρωμανού του Μελωδού και Ιωάννη του Κουκουζέλη, των μεγάλων ποιητών και μουσικών, που τα έργα τους ψάλλονται ακόμα και σήμερα στις εκκλησίες μας.

Με αγάπη
Θ.Ρ.


Θα σας πω τώρα την ιστορία του Μελένιου Δράκου, την ιστορία του φίλου μας του Χρήστου, που, χωρίς να το θέλει ή να το ξέρει, άλλαξε τη ζωή μας· όχι μόνο τη δική μας ζωή, αλλά και πολύ περισσότερα στον κόσμο μας.

Σκοπεύω να ξενυχτίσω για να τη γράψω κι ελπίζω να ξενυχτίσετε κι εσείς μαζί μου, για να τη διαβάσετε. Να της αφιερώσετε τουλάχιστον μια νύχτα από τη ζωή σας, όπως εμείς αφιερώσαμε πολλές νύχτες από τη δική μας για να τη ζήσουμε.

Ποιο παιδί δε θέλει να ζήσει μια περιπέτεια; Να μπει βαθιά μέσα της και να βγει διαφορετικό, ώριμο και σοφό, πεπειραμένο περισσότερο απ’ τους μεγάλους, αλλά πάντα παιδί… Όμως αυτή που ζήσαμε εμείς ήταν πέρα από κάθε φαντασία, χωρίς προηγούμενο – και το καλύτερο, ή το χειρότερο, δεν ήταν απ’ αυτές που γράφονται στα βιβλία, ούτε κι απ’ αυτές που δημιουργεί η ζωή· ήταν η περιπέτεια ενός κόσμου παιδιών, ενός πληρώματος πειρατών, ενός στρατού ιπποτών… Η περιπέτεια του Μελένιου Δράκου.

Κεφάλαιο 1

«Γιατί αυτό το γιαούρτι είναι ροζ;».

«Δεν είναι γιαούρτι, βρε χαζούλιακα! Σάλτσα είναι!».

«Σσσστ!» έκανε ο θείος Άρης, βάζοντας το δάχτυλο μπροστά στα χείλια του. «Και βέβαια είναι γιαούρτι».

Ο Χρηστάκης, ο πιο μικρός απ’ τ’ αγόρια, άφησε ένα επιφώνημα ικανοποίησης.

«Είναι ροζ, γιατί είναι φτιαγμένο από φεγγαροπρόβατα», συνέχισε ο θείος Άρης.

Τα παιδιά τον κοίταξαν με δυσπιστία· ξέρανε βέβαια πως ήτανε πλακατζής και παραμυθάς. Εκείνος συνέχισε απτόητος:

«Τα φεγγαροπρόβατα ζούνε στο φεγγάρι. Έρχονται στις πλατειές φεγγαροκοιλάδες και βόσκουνε φεγγαρολούλουδα. Τα φεγγαρολούλουδα είναι ροζ, γι’ αυτό και τα φεγγαροπρόβατα κάνουνε γάλα ροζ».

«Ναι, καλά!» φώναξε γεμάτος αγανάκτηση ο Μιχαλάκης, που ήταν ο πιο μεγάλος απ’ όλους, δηλαδή εννιά χρονών.

Ο θείος έδειξε, μέσα στη νύχτα, τη σιλουέτα των βουνών, που διαγραφόταν αμυδρά έξω απ’ τον αυλότοιχο του κέντρου, όπου έτρωγαν κι έπιναν οι καλεσμένοι του γάμου, μεταξύ των άλλων κι ο θείος Άρης μ’ εμάς τ’ ανηψάκια του και τους γονείς μας.

«Σ’ αυτά τα βουνά», είπε με σιγουριά, «ζει ένας βοσκός, που ξέρει ένα ειδικό σφύριγμα. Μ’ αυτό μαζεύει τα φεγγαροπρόβατα και τ’ αρμέγει».

«Κατεβαίνουν από το φεγγάρι;» ρώτησε η Λένια, η δίδυμη αδερφή του Χρηστάκη, με μάτια νυσταγμένα που έμοιαζαν να έχουν αρχίσει να πείθονται.

«Βέβαια. Μόνο όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο ή ολόκληρο· όταν έχει λίγωση, δε βρίσκουνε το δρόμο να κατεβούνε και, αν τύχει και τον βρούνε, σίγουρα δεν τον ξαναβρίσκουν για να γυρίσουνε. Αρμέγει λοιπόν το φεγγαρόγαλο, που είναι, όπως είπαμε, ροζ, το δίνει στους γιαουρτάδες κι αυτοί φτιάχνουνε αυτό το ροζ γιαούρτι».

«Λες να ’ναι μαγικό;» ρώτησε η Μελίνα, και τα δικά της νυσταγμένα ματάκια σπίθισαν.

«Δεν ξέρω. Ας φάμε, να δούμε».

Όλα φάγαμε μπόλικο ροζ γιαουρτάκι – ή μήπως ήτανε σος; – με ψωμάκι και λίγα μεζεδάκια. Δίπλα, οι μαμάδες παρατηρούσαν το θείο Άρη – αδερφό τους, γαμπρό τους – που μας γοήτευε με τις ιστορίες του, μας προστάτευε, να μη βαρεθούμε στον κόσμο των μεγάλων, και μας έκανε να φάμε το φαγητό μας, να μεγαλώσουμε.

«Και γιατί να μεγαλώσουν;» έλεγε ο ίδιος. «Για να γίνουν κι αυτά βαρετοί μεγάλοι; Εγώ τα προστατεύω ακριβώς απ’ αυτή την κακή συνήθεια, που βάζετε όλοι σας στα παιδιά σας: να μεγαλώνουν».

Μα σαράντα χρονών είχε γίνει κι ακόμα ζούσε σε μαγεμένα δάση με φεγγαροπρόβατα και φεγγαρόγαλο, σκέφτονταν ενδόμυχα οι μαμάδες, λίγο χαμογελαστές, λίγο γλαρωμένες. Όμως ο θείος Άρης το απολάμβανε και διεκδικούσε με σθένος το δικαίωμά του να μένει πάντα παιδί.

«Μια μέρα», συνέχισε, «ένα φεγγαροπροβατάκι έχασε το δρόμο και ξέμεινε σ’ αυτά τα βουνά. Το βρήκε ένα κοριτσάκι, που το λέγανε Μηλίτσα».

«Σιγά μην το λέγανε και Κυδωνίτσα!» αμφισβήτησε ο Μιχάλης.

«Μπορεί να το λέγανε και Κυδωνίτσα», είπε ο θείος Άρης, σα να προσπαθούσε να θυμηθεί, «ή Λεμονίτσα – όπως το δικό μας επίθετο, Λεμονάκης».

«Κοριτσάκι ήτανε ή δέντρο;» απόρησε, κάπως αμφιβάλλοντας κι αυτός, ο Χρηστάκης.

«Δεντροκοριτσάκι· με πράσινα…»

«Φύλλα;» ρώτησε γουρλώνοντας τα ματάκια της η Λένια.

«Όχι, καλέ, μάτια!» γέλασε ο θείος. «Το προβατάκι, λοιπόν, την ακολουθούσε όπου και να πήγαινε».

«Και πώς ήτανε;» ρώτησε η Μελίνα.

«Σαν τα κανονικά προβατάκια, μόνο που είχε ροζ μαλλί».

«Σαν το μαλλί της γριάς!» φωνάξαμε όλα μ’ ένα στόμα.

«Ακριβώς! Τώρα ξέρετε πώς βγήκε το ροζ μαλλί της γριάς! Η Μηλίτσα μια μέρα έχασε το προβατάκι· το κλέψανε φεγγαροκλέφτες! Κι από τότε βρήκε ροζ ζάχαρη κι έφτιαξε το ροζ μαλλί της γριάς, για να θυμάται κι η ίδια και όλα τα παιδάκια του κόσμου το ροζ προβατάκι της».

«Και τότε γιατί δεν το λένε μαλλί του προβατακιού;» ρώτησε ο μόνιμος αντιρρησίας, ο Μιχάλης.

«Επειδή υπήρχε ήδη το άσπρο μαλλί της γριάς, πήρε τ’ όνομά του, σαν μια παραλλαγή του. Άλλωστε, θα έτρωγες εσύ ένα γλυκό, που θα το λέγανε μαλλί του προβάτου;».

«Μπλιαξ!» κάναμε όλα ξινίζοντας τα μουτράκια μας. Οι μαμάδες χαμογέλασαν κάτω από τα φώτα της κατάμεστης και στολισμένης αυλής.

«Θείε, βαριέμαι», έκανε σε λίγο η Μελίνα, τραβώντας τον απ’ το πουκάμισο.

Οι άλλοι είχαμε βαλθεί να παίζουμε κυνηγητό στην αυλή, ακριβώς δίπλα στα τραπέζια με τους καλεσμένους, αυτή δεν ήθελε.

«Πάμε να βρούμε ένα μέρος χωρίς φώτα, να δούμε τ’ αστέρια;» πρότεινε ο Άρης.

«Αμέ! Έλα, τρέξε!».

Τον άρπαξε απ’ το χέρι και τρέξανε έξω απ’ την πύλη με την καμάρα, εκεί που απλωνόταν το ευρύχωρο πάρκιν. Εκεί φαίνονταν μπόλικα αστέρια· μερικά μάλιστα ήτανε πορτοκαλί. Ο θείος σήκωσε το χέρι κι έκανε πως έπιανε με τα δάχτυλά του αστεράκια και τα ’βαζε στην τσέπη του πουκαμίσου του.

Η Μελίνα, παιχνιδιάρικα, του τα ’κλεβε απλώνοντας το χεράκι της και τα ’βαζε στη φανταστική της τσάντα. Μετά του λέει:

«Κοίτα πόσα αστεράκια μάζεψα!».

Ο θείος κοίταξε την άδεια τσέπη του.

«Πού είναι τα δικά μου; Μήπως μου τα έκλεψε κανείς;».

Το κοριτσάκι έσκασε στα γέλια κι εκείνος τ’ άρπαξε στην αγκαλιά του και γύρισαν στο τραπέζι…


°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

«Θέλω να πάμε να βρούμε το προβατάκι» είπε η Μελίνα, η αδερφή μου, το άλλο πρωί, σε μένα και στα ξαδερφάκια μας, το Χρηστάκη και τη Λένια, το Μιχάλη και τον Κωστάκη.

«Πώς να το βρούμε;» προσπάθησα να τη μεταπείσω. Ήταν ακόμα μωρό κι εγώ είχα φτάσει κιόλας οχτώ χρονών. «Τώρα δεν είμαστε στο κέντρο, είμαστε στο σπίτι».

«Άλλωστε, αυτό ήταν μόνο ένα παραμύθι του θείου Άρη», βεβαίωσε ο Μιχάλης. «Δεν υπάρχουν φεγγαροπρόβατα, ούτε ροζ γάλα! Ούτε κορίτσια που τα λένε Μηλίτσες!».

«Υπάρχουν!» φώναξε η Μελίνα σφίγγοντας τις γροθιές της. «Υπάρχουν, υπάρχουν, υπάρχουν!».

Τα ματάκια της βούρκωσαν. Ο Χρηστάκης κι η Λένια με τον Κωστάκη πήγαν κοντά της και την πήραν στην αγκαλιά τους.

«Εμείς σε πιστεύουμε, Μελίνα», είπε η Λένια.

Και, γυρνώντας σ’ εμάς τους αντιρρησίες:

«Τι κι αν είμαστε στο κέντρο, τι στο χωριό; Τα ίδια δάση έχουμε γύρω γύρω».

«Και τα ίδια βουνά» συμπλήρωσε ο Κωστάκης, συνομήλικός μου κι ένα χρόνο μικρότερος απ’ τον αδερφό του το Μιχάλη.

«Και το ίδιο φεγγάρι!» ολοκλήρωσε ο Χρηστάκης δείχνοντας με το δαχτυλάκι του το χλομό φεγγάρι, που περπατούσε στον ουρανό περιμένοντας το φως του ήλιου, να λάμψει.

«Καλά· ας πάμε». 

Πιαστήκαμε χέρι χέρι και βγήκαμε απ’ την αυλή της γιαγιάς μας. Δίπλα στο σπίτι, απ’ την πάνω μεριά, ήταν ένα χωράφι, που η μια του πλευρά ήτανε βράχος και στο βράχο αυτόν είχανε φυτρώσει φραγκοσυκιές και κληματαριές. Ή ίσως τις είχε φυτέψει ο παππούς, όταν ήταν νέος, ή κάποιος παλιός συγγενής, που δεν τον είχαμε καν ακουστά. Ή κάποιος βοσκός φεγγαροπρόβατων ή γητευτής νυχτερίδων ή συλλέκτης μαργαριτών, που από μαργαρίτες γίνονται μαργαριτάρια τη νύχτα της Μεγάλης Πέμπτης, όταν σταυρώνεται ο Χριστός…

Τα καλοκαίρια, που ερχόμασταν στο χωριό, ποτέ δεν πηγαίναμε προς τα εκεί. Μα, τώρα που πήγαμε, είδαμε ανάμεσα σ’ αυτά τα παράξενα δέντρα ένα μονοπάτι, σχεδόν κρυμμένο από θάμνους.

«Λες να είναι εδώ πέρα;» ρώτησε με έξαψη η Μελίνα.

«Εγώ φοβάμαι» κλαψούρισε η Λένια.

Μα τώρα ήταν η σειρά των αγοριών να πρέπει να δείξουμε θάρρος και πίστη:

«Θα πάμε» είπε αποφασιστικά, σαν αρχηγός, ο Μιχάλης, αφού ήτανε ο μεγαλύτερος.

Και δε βρήκαμε το φεγγαροπροβατάκι με το ροζ μαλλί, αλλά βρήκαμε κάτι σα σπηλιά – ένα μικροσκοπικό κοίλωμα στο βράχο – και μέσα από κει, σκύβοντας, ανασύραμε κάτι τυλιγμένο σε μουσαμάδες, σαν θησαυρό.

Το βάλαμε στη μέση και γονατίσαμε γύρω του εκστασιασμένα.

«Βρήκαμε θησαυρό!»

«Ποιος θα τον ανοίξει;»

«Να τον πάμε στους μεγάλους; Στον παππού; Στη γιαγιά;».

«Δε χρειάζεται», είπε ο Μιχάλης. «Θα τον ανοίξουμε εδώ και τώρα».

Αντιστάθηκε στην παρόρμηση να έχει αυτός την τιμή.

«Η Μελίνα να τον ανοίξει», είπε σε μια στιγμή μεγαλοψυχίας, «αυτή είχε την ιδέα να ψάξουμε προς τα εδώ».

Δε φέραμε αντίρρηση, αν και η Μελίνα ενδιαφερόταν για προβατάκι. Η αδερφή μου, δειλά, άπλωσε το χεράκι της κι άρχισε να ξετυλίγει το μουσαμά. Σχεδόν αμέσως την ακολουθήσαμε όλοι. Κι εκείνη χάρηκε, γιατί φοβόταν να το κάνει μόνη της.

Τι υπήρχε μέσα στους μουσαμάδες; Τι ήταν ο θησαυρός;

Μια εικόνα, παλιά και λίγο φθαρμένη, που έδειχνε την Παναγίτσα, με το ένα στήθος να θηλάζει το μικρό Χριστούλη!

Μπροστά σ’ αυτή την εικόνα, που την πήγαμε στον παππού και τη γιαγιά και τώρα αναπαύεται στο εικονοστάσι του σπιτιού μας, δώσαμε το λόγο μας να μην εγκαταλείψουμε ποτέ ο ένας τον άλλο, σε όλη μας τη ζωή, ό,τι κι αν γίνει.

Δε φανταζόμασταν πόσο σύντομα θα χρειαζόταν να δοκιμαστεί το θάρρος και η αγάπη μας για να κάνουμε πράξη αυτή την υπόσχεση.


°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Ο Χρηστάκης εξαφανίστηκε ένα απόγευμα όταν ήταν εφτά χρονών· εγώ κι ο Κωστάκης εννιά, ο Μιχάλης δέκα· τα κορίτσια έξι και εφτά – και οι φίλοι μας… εκεί γύρω.

Παίζανε στα αγγλικά· στο φροντιστήριο δηλαδή, όπου μαζί με τη Λένια και πολλά παιδάκια ακόμη παρακολουθούσε την pre-junior, την πιο μικρή τάξη. Βγήκε απ’ την αυλίτσα κι έστριψε στη γωνία, δέκα μέτρα πιο πέρα, να πάρει μια σοκολάτα ή κάτι τέτοιο από το περίπτερο. Και δεν ξαναγύρισε.

Αναστάτωση, αστυνομία· έρευνα, πανικός· ανακρίσεις.

Οι συμμαθητές του δεν είδαν τίποτα. Η Λένια δεν είδε τίποτα. Οι δασκάλες δεν είδαν τίποτα. Ο περιπτεράς δεν είδε τίποτα.

«Ο Χριστούλης δεν είδε τίποτα;» ρώτησε η Λένια σκουπίζοντας με τα χεράκια της τα δάκρυά της.

Κανείς δεν της απάντησε· ίσως κατά βάθος κανείς δεν πίστευε πως είχε απάντηση να της δώσει.

Εμάς στην αρχή μας κρατήσανε μακριά απ’ την υπόθεση. Παιδιά… Ποιος τους δίνει σημασία; Είναι σαν μπιμπελό· δεν έχουν γνώμη, δεν έχουν μνήμη, δεν έχουν συναισθήματα… Έτσι νομίζουν οι μεγάλοι – γι’ αυτό κι εγώ είχα αποφασίσει να μη μεγαλώσω. Το ’χα εκμυστηρευτεί στο θείο Άρη, που με μια δυνατή χειραψία (αμερικάνικη, με χτύπημα των χεριών) μου ’δωσε συγχαρητήρια και την ευθύνη να πραγματοποιήσω την υπόσχεσή μου.

Ο θείος Άρης ήταν στην Κρήτη, εμείς στην Αθήνα. Ίσως δε θα μπορούσε να μας βοηθήσει, αλλά εμείς μπορούσαμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο.

Μαζευτήκαμε στο δωμάτιό μου. Πήρα αγκαλιά τη Λένια και της είπα την πρώτη ιστορική φράση της ζωής μου:

«Λένια μου, ο Χριστούλης τα είδε όλα. Γι’ αυτό μας έστειλε την εικόνα το καλοκαίρι, για να υποσχεθούμε πως δε θα εγκαταλείψουμε ο ένας τον άλλο».

«Αλήθεια;» με κοίταξε γουρλώνοντάς τα μάτια το κοριτσάκι. «Μήπως με τιμωρήσει που άφησα το Χρηστάκη να πάει στο περίπτερο μοναχούλης του;».

«Όχι βέβαια, Λένια μας!» διαμαρτυρήθηκε ο Κωστάκης, εννιά χρονών σαν κι εμένα, λίγους μήνες μεγαλύτερός μου. Κατά βάθος κι εκείνος δεν ήξερε ποια ήταν η αλήθεια. Συνειδητοποιούσαμε όμως όλοι πως κάτι αόρατο σαν μαγική μαχαιριά είχε ανοιχτεί και πλήγωνε την καρδούλα της. Δεν ξέραμε ακόμη πώς λέγεται, αλλά το νιώθαμε.

«Δεν ήταν δική σου δουλειά να τον προστατεύεις» είπε ο Μιχάλης κι όλοι κουνήσαμε το κεφάλι – όλοι εκτός απ’ τη Μελίνα, την πιο μικρή, που άκουγε κι έβαζε μέσα της κάθε λεξούλα, μικρή ή μεγάλη. «Ήταν δουλειά της κυρίας. Αλλά…».

Σταμάτησε· μέσα του δεν ήθελε να κατηγορήσει και τη δασκάλα.

«Τέλος πάντων», είπε, «ο Χριστούλης μόνο μας βοηθάει. Τιμωρεί μόνο τους κακούς ανθρώπους· τους μεγάλους, όχι τα παιδάκια. Αυτοί που λένε πως τιμωρεί τα παιδάκια, λένε ψέματα για να είμαστε φρόνιμοι».

«Και τα κακά παιδάκια;» επέμεινε η Λένια.

«Δεν υπάρχουν κακά παιδάκια» απάντησε περισπούδαστα ο Κωστάκης. Δεν ξέραμε τότε – ίσως κανείς δεν το ήξερε, ούτε οι γονείς μας, που βέβαια δε μας άκουγαν – πόσο σοφή και σπουδαία κουβέντα είχε ξεστομίσει.

«Λοιπόν», συνέχισα παίρνοντας βαθιά ανάσα, «τώρα, αυτός που δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε είναι ο Χρηστάκης».

Κοιταχτήκαμε με σοβαρότητα.

«Κι όχι μόνο» συμπλήρωσε ο Μιχάλης. «Ψάχνοντας για το Χρηστάκη, ίσως χρειαστεί να μην εγκαταλείψουμε και κάποιον από μας».

«Θα τον βρούμε δηλαδή;» ρώτησε με ελπίδα η Μελίνα.

«Θα προσπαθήσουμε» είπε ο Κωστάκης. «Αλλά εσείς τα μικρά κοριτσάκια πρέπει να μείνετε ασφαλή».

«Μα κι εμείς θέλουμε να τον βρούμε!» διαμαρτυρήθηκε η Λένια.

Ίσως δεν έπρεπε να έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση μπροστά τους.

«Εξάλλου», συνέχισε η Λένια, «εσείς δεν ξέρετε από πού ν’ αρχίσετε. Εγώ ξέρω!».

«Σοβαρά; Από πού;».

«Από το Μελένιο Δράκο» απάντησε με στόμφο το κοριτσάκι.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Τους τελευταίους μήνες ο Χρηστάκης μιλούσε πάντα για το Μελένιο Δράκο… Ο Μελένιος Δράκος είπε αυτό, είπε το άλλο… Ο Μελένιος Δράκος είχε ταξιδέψει στην Αφρική, είχε έρθει από την Κίνα, είχε πετάξει στο φεγγάρι, είχε πολεμήσει τους κακούς Δράκους.

Όταν ήταν πανσέληνος, τα σημάδια στο φεγγάρι ήταν το χωριό των Δράκων, όπου είχε φιλοξενηθεί ο Μελένιος Δράκος· κι εκεί γύρω οι γενναίοι φεγγαροβοσκοί έβοσκαν τα φεγγαροπροβατάκια του θείου Άρη – το πρόσθετε κι αυτό στην ιστορία, μετά από την εύστοχη παρατήρηση της Λένιας και της Μελίνας.

«Τι θες να πεις για το Μελένιο Δράκο;» τη ρώτησα κι όλοι είχαμε ανατριχιάσει. «Αυτό είναι μόνο ένα παραμύθι του Χρηστάκη».

Κούνησε το κοκκινόξανθο κεφαλάκι της με τα μπουκλάκια που ανέμισαν πέρα δώθε.

«Είναι αληθινός!».

«Πώς το ξέρεις; Τον είδες ποτέ σου;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Όοχι…» έκανε με αμηχανία. «Αλλά μου το είπε ο Χρηστάκης».

«Δηλαδή», μίλησε ο Κωστάκης, «εννοείς ότι τον έφαγε ο Μελένιος Δράκος;».

«Όχι, όχι! Είναι φίλος του ο Μελένιος Δράκος. Είναι καλός, πολύ καλός και προσέχει τα παιδάκια και τα φεγγαροπροβατάκια!».

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Το αφήσαμε εκεί, δύσπιστοι και τρομοκρατημένοι. Δεν ήταν θέμα για συζήτηση μπροστά στη Μελίνα.

Το πρωί στο σχολείο, στο διάλειμμα, τα τρία αγόρια κρυφτήκαμε στις τουαλέτες να συζητήσουμε, στο μόνο μέρος όπου δε θα μας ανακάλυπταν τα κορίτσια.

«Να μιλήσουμε στους μεγάλους για το Μελένιο Δράκο;» πρότεινε ο Κωστάκης.

«Δε θα μας δώσουν σημασία» είπε ο Μιχάλης. «Άλλωστε, κι εμείς δεν ξέρουμε αν σημαίνει κάτι».

«Εγώ νομίζω πως την πείραζε τη Λένια» είπα. «Της έλεγε παραμύθια, σα μικρή που είναι».

«Πάντως εγώ θέλω να το πούμε στη θεία Ξένια» επέμεινε ο Κωστάκης, μιλώντας για τη μαμά του Χρηστάκη.

«Μπορείς να το πεις, για να δεις πως δε θα σου δώσει σημασία κανείς» πείσμωσε ο Μιχάλης κάνοντας μια χειρονομία, σαν πειρατής που σπαθίζει.

«Να το ψάξουμε πρώτα;» πρότεινα δειλά.

«Με ποιον τρόπο;» με ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον ο Μιχαλάκης, ενώ ο Κωστάκης περίμενε με αγωνία ν’ ακούσει τι θ’ απαντήσω.

Και τότε είπα τη δεύτερη ιστορική μου κουβέντα και φαντάζομαι πως τα οχτάχρονα μάτια μου άστραψαν:

«Να ρωτήσουμε τους φίλους του».

Και μ’ αυτό τον τρόπο βάλαμε τους πρώτους «έξω από την οικογένειά μας» συντρόφους σ’ αυτό το παιχνίδι.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Παιχνίδι το είπα, αν και θα ’πρεπε να το ονομάζω κυνήγι· μόνο που σύντομα δε θα ξέραμε ποιος κυνηγάει ποιον.

Βγήκαμε από τις τουαλέτες κι εκεί μας την είχαν στημένη τα δυο κορίτσια.

«Κορίτσια», είπε ο Μιχάλης με δασκαλίστικο ύφος, αρκετά άκομψα, «δεν πάτε πιο πέρα να παίξετε με τις φίλες σας;».

«Όχι, τις χρειαζόμαστε» μπήκα στη μέση, ενώ δυο στόματα είχαν ανοίξει ολοστρόγγυλα για να διαμαρτυρηθούν. «Λένια, θα μας πας στους φίλους του Χρήστου, να ρωτήσουμε για το Μελένιο Δράκο;».

«Γιούπιι!» πανηγύρισε η μικρούλα και τα δυο κορίτσια πέταξαν τρέχοντας μπροστά από μας.

Είχα πάρει τη σκυτάλη του αρχηγού απ’ το Μιχάλη κι αυτό μου δημιουργούσε συναίσθημα περηφάνιας, αλλά και αμηχανίας και ευθύνης.

Κατά βάθος περίμενα να δω αν ο ξάδερφός μου θα διεκδικούσε την αρχηγία. Δεν ήθελα να είμαι αρχηγός, ποτέ δεν ήμουν και δεν είμαι τολμηρός και διεκδικητικός, αλλά οι ιδέες μου με είχαν φέρει σ’ αυτή τη θέση. Κι ο Μιχάλης, ο πιο τολμηρός και διεκδικητικός της παρέας (ή μήπως παρίστανε πως ήταν έτσι, επειδή ήταν ο μεγαλύτερος;), ακολουθούσε χωρίς αντιρρήσεις, σα να είμαστε ίσοι.

Ήταν τα ξαδέρφια μου, μεγαλώναμε μαζί, δε φοβόμουν, ούτε τους ντρεπόμουν. Εκτός ίσως λίγο…

Τέλος πάντων.

Στην τάξη της Λένιας και του Χρηστάκη βρήκαμε μόνο τους επιμελητές. Το κορίτσι υποσχέθηκε να μαζέψει τα φιλαράκια του στο άλλο διάλειμμα.

Έτσι κι έγινε. Έξω απ’ την τάξη τους μας περίμεναν οι Λιλιπούτιοι Καταφερτζήδες (έτσι τους ονόμαζε ο κύριος της Γυμναστικής κι ο Χρηστάκης μας είχε πει μια φορά γι’ αυτό), ο Ανέστης, ο Νικήτας, ο Έκτορας, ο Κλωντιάν και ο Κλέβις, με το αστείο όνομα που θύμιζε κλέφτες.

Όλοι ήξεραν ποιοι είμαστε, αλλά η Λένια έκανε με επισημότητα τις συστάσεις.

«Παιδιά», πήρα το λόγο, «ο Χρηστάκης σας είχε μιλήσει ποτέ για κάποιον Μελένιο Δράκο;».

«Ούου!» έκαναν όλοι. «Μιλάει και για τίποτ’ άλλο; Όλο για το Μελένιο Δράκο μας λέει».

«Όμως είναι αληθινός ή παραμύθι;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Αληθινός φυσικά!» βεβαίωσε ο Νικήτας. «Ο Χρήστος τον βλέπει και του μιλάει».

«Κι ο Κλέβις τον έχει δει» είπε ο Ανέστης δείχνοντας με το δάχτυλο το συμμαθητή του.

«Ο Κλέβις είναι ψεύτης» φώναξε ο Κωστάκης, που κάτι ήξερε απ’ το Χρηστάκη.

«Ψεύτης εγώ;» διαμαρτυρήθηκε το Αλβανάκι.

«Ο φίλος μου δεν είναι ψεύτης!» φώναξε ο Κλωντιάν έτοιμος για ξύλο.

«Ναι, γι’ αυτό η μύτη του κοντεύει να γίνει σαν του Πινόκιο!» τσίριξε η Λένια.

Φαίνεται πως ο μικρός είχε την τάση να παραφουσκώνει μερικά πράγματα.

«Έι, έι, έι», προσπάθησα να βάλω μια τάξη. «Δεν είμαστε εδώ για να μαλώσουμε τώρα. Κλέβις, είναι αλήθεια πως είδες το Μελένιο Δράκο;».

Τα γαλάζια μάτια του πιτσιρικά άστραψαν.

«Αμέ! Δυο φορές!».

«Σιγά!» σφύριξε ο Κωστάκης.

«Δηλαδή τι είδες;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Λοιπόν… Την πρώτη φορά μου τον έδειξε ο ίδιος ο Χρηστάκης, έξω από το σπίτι σας, Λένια, μια νύχτα που είχε φεγγάρι».

«Και πώς ήταν;» ρώτησε η μικρή πεισμωμένη.

«Ήταν…», ο Κλέβις έκανε μια κίνηση με το χέρι, «ήταν σα σκιά από σύννεφα μπροστά στο φεγγάρι. Πολύ πολύ ψηλά στον ουρανό, προχωρούσε και σε λίγο χάθηκε».

«Μάλιστα» είπε ο Κωστάκης. «Δηλαδή τίποτ’ άλλο δεν είδες, παρά μόνο σύννεφα. Ο Χρηστάκης σε δούλευε κι εσύ το πίστεψες. Ή δουλεύεις εμάς τώρα».

«Όχι, ήταν ο Μελένιος Δράκος. Ο Χρήστος ποτέ δε θα με δούλευε, ούτ’ εγώ εσάς». Σκέφτηκε λίγο. «Πρόκειται για την εξαφάνισή του» πρόσθεσε με στόμφο· «ποτέ δε θα έλεγα ψέματα για κάτι τέτοιο».

Έπρεπε να παραδεχτούμε πως είχε δίκιο, ακόμα κι η Λένια.

«Τη δεύτερη φορά, ήμασταν σπίτι σας, Λένια, κι η μαμά σου μας έβαλε να φάμε ψωμί με βιτάμ και μέλι. Κι ο Χρήστος μου είπε πως αυτό το μέλι το είχε φέρει στο σπίτι σας ο Μελένιος Δράκος».

«Άρα δηλαδή δεν τον είδες το Μελένιο Δράκο», συμπέρανα, «μόνο το μέλι».

«Σαχλαμάρες λέει!» φώναξε η Λένια. «Το μέλι είναι από την Κρήτη, μας το ’χει δώσει ο θείος ο Γιώργος, ο μελισσοκόμος!».

«Δεν ήτανε από του θείου Γιώργου» επέμεινε ο Κλέβις. «Μου το είπε ο Χρήστος· ήτανε μέλι του Μελένιου Δράκου. Δρακόμελο το είπε!».

«Από το μυαλό σου τα βγάζεις» υπέθεσε ο Μιχάλης.

«Όχι, καθόλου!» κοκκίνισε το αγόρι. Δεν ήξερα τι να υποθέσω.

«Καλά, θα ρωτήσω τη μαμά μου και θα δεις» τον απείλησε η Λένια.

Αυτή ήταν μια λογική πρόταση. Η θεία θα ήξερε.

«Και τι είναι ο Μελένιος Δράκος; Μέλισσα;» ρώτησε ο Ανέστης.

«Όχι, είναι… μελένιος» απάντησε ο Κλωντιάν. «Γι’ αυτό έχει μέλι – είναι από μέλι!».

Τους αφήσαμε και περιπλανηθήκαμε στην αυλή, μαζί με τη Λένια και τη Μελίνα.

«Δε βγάζουμε συμπεράσματα έτσι» αποφάνθηκα.

«Τι να περιμένεις από παιδάκια;» έκανε ο Μιχάλης.

Εγώ κι ο Κωστάκης σκάσαμε στα γέλια. Ο Μιχάλης και τα δυο κορίτσια κόλλησαν κι εκείνοι.

«Τι γελάμε;» είπε ο Μιχάλης ξεκαρδισμένος.

«Μα, βρε Μιχάλη, κι εμείς παιδάκια είμαστε» απάντησα.

«Όχι παιδάκια! Παιδιά ναι, όχι παιδάκια!».

«Λοιπόν», είπε ο Κώστας, «επόμενη κίνηση, επιχείρηση Μελένιος Δράκος: ρωτάμε τη θεία Ξένια για το μέλι και ψάχνουμε στο δωμάτιο του Χρήστου για στοιχεία».

Σκίτσο: RovinaCaiArt Twitter

Ναι, αλλά πώς θα τη ρωτήσουμε; Δε μπορούσαμε να μαζευτούμε το απόγευμα, εκτός αν μας πήγαιναν οι γονείς μας, και οι γονείς μας είχαν άλλα στο πρόγραμμα και, κυρίως, είχαν άλλα στο δικό μας πρόγραμμα… Δραστηριότητες, που κανείς δε θα δεχόταν να τις αναβάλει επειδή ξαφνικά κάναμε τους ντετέκτιβς. Παιδιά που αξιώνουν να τα πάρουν οι μεγάλοι στα σοβαρά, θεωρείται κάτι σαν αρρώστια στον κόσμο των γιγάντων (των φανταστικών γιγάντων, που νομίζουν πως είναι οι μεγάλοι για τον εαυτό τους). Το ξέραμε, γι’ αυτό δεν τους το ζητήσαμε καν.

Αλλά θέλοντας και μη, μαθεύτηκε. Η Λένια, η μόνη που μπορούσε, ρώτησε τη μαμά της. Κι έτσι ο θείος Πέτρος και η θεία Ξένια πληροφορήθηκαν την απόφασή μας να εντοπίσουμε το Χρηστάκη, προσπάθεια που είχε ξεκινήσει με την έρευνά μας για το Μελένιο Δράκο.

Οι γονείς μας θορυβήθηκαν. Κι εμείς βρήκαμε την ευκαιρία να απαιτήσουμε – σωστά το λέω – τη σύγκληση μιας οικογενειακής συγκέντρωσης στο σπίτι του θύματος… “Του θύματος”· δε θέλαμε να σκεφτούμε πως ο Χρηστάκης ήταν θύμα, αλλά το όλο σκηνικό θύμιζε ταινίες με τον Ηρακλή Πουαρό.

Η συγκέντρωση, μετά από επιμονή μας, αρκετούς καυγάδες και απειλές πως θα συνεδριάσουμε μόνοι μας και πως θα μιλήσουμε στην αστυνομία, πραγματοποιήθηκε την άλλη μέρα.

Εκεί, εμείς, γεμάτοι έξαψη, εκθέσαμε μπροστά στα αφτιά και τα μάτια των τριών ζευγαριών, των έξι γονιών, την ιστορία με το Μελένιο Δράκο, τη βεβαιότητα της Λένιας πως είναι αληθινός και την υπόθεσή μας πως ίσως σχετίζεται με την εξαφάνιση του οχτάχρονου – το υπενθυμίζω – πολυαγαπημένου ξαδέρφου μας.

Οι μεγάλοι μας αντιμετώπισαν με κατανόηση.

«Παιδιά», είπε συγκαταβατικά ο θείος Πέτρος, ενώ η θεία Ξένια έκλαιγε με αγωνία και συγκίνηση και οι γονείς μας άκουγαν ταραγμένοι, μήπως κάνουμε καμιά βλακεία και μπούμε σε κίνδυνο για την υπόθεση ενός ξένου παιδιού, «η αστυνομία κάνει σοβαρή και αληθινή έρευνα για το Χρηστάκη. Πρέπει να την αφήσετε σε κείνους. Όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της θα τα χρησιμοποιήσει».

«Ναι, αλλά ξέρουν για το Μελένιο Δράκο;» επέμεινε η Λένια.

«Αγάπη μου, δεν υπάρχει Μελένιος Δράκος», είπε η μαμά της, «ούτε γενικά κανένας δράκος».

«Δηλαδή εμείς δεν κάνουμε αληθινή έρευνα, θείε;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Πέτρο, μου επιτρέπεις;» είπε ο μπαμπάς του Μιχάλη, ο θείος Ορέστης. Ο θείος Πέτρος κούνησε το κεφάλι του. «Μιχάλη, παιδί μου, η έρευνά σας είναι παιδική. Μόνο παιδιά, μικρά παιδιά, μπορεί να ψάχνουν για ένα μελένιο δράκο στον πραγματικό κόσμο και να τον συνδέουν με την υπόθεση μιας εξαφάνισης… Αυτό μπορείτε να το συνεχίσετε μόνο σαν παιχνίδι μεταξύ σας…».

«Όχι! Να μην το συνεχίσουν!» ούρλιαξε η μαμά μου, συνεπικουρούμενη από τη θεία Ξένια και τη θεία Μαρκέλλα, τη μαμά του Μιχάλη. «Να σταματήσετε αμέσως κάθε…», έψαξε τη λέξη, «κάθε πράξη που σχετίζεται με το Χρηστάκη. Δεν είναι δική σας δουλειά. Είναι επικίνδυνο, το καταλάβατε; Επικίνδυνο! Δε θα κάνετε τίποτα, ούτε με δράκους, ούτε με δεινόσαυρους, ούτε με καρχαρίες, ούτε με λιοντάρια, τίποτα, τίποτα – καταλάβατε;».

«Ναι, μαμά», «Μάλιστα, θεία», είπαμε όλοι τραγουδιστά, εν χορώ, και μέσα μας ξέραμε πως δεν το εννοούσαμε.

Ξέραμε επίσης (το ξέραμε από πριν δηλαδή, αλλά τους είχαμε δώσει μια ευκαιρία), πως οι μεγάλοι δε θα μας βοηθούσαν στο εγχείρημά μας.

«Εκτός από έναν μεγάλο» είπε η Λένια, όταν μείναμε μόνοι, και τα μάτια της έλαμψαν.

«Το θείο Άρη!» συμπλήρωσε η Μελίνα κι όλοι γεμίσαμε ελπίδα.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Ο Μιχάλης βρήκε το τηλέφωνο του θείου Άρη στο μπλοκάκι των γονιών του.

Στην αρχή σκεφτήκαμε να τηλεφωνήσουμε στο 11880, αλλά με το όνομα Άρης Λεμονάκης μπορεί να υπήρχανε κι άλλοι στην Κρήτη. Μετά, είπαμε να τηλεφωνήσουμε στον παππού και να του ζητήσουμε το τηλέφωνο του θείου Άρη, αλλά εκείνος θα μας ρωτούσε γιατί το θέλουμε και σίγουρα θα ενημέρωνε και τους παντοδύναμους φύλακές μας, τους γονείς μας, οπότε θα είχαμε κακά ξεμπερδέματα.

Τελικά, ο Μιχάλης έκανε μια καταδρομική στο συρτάρι κάτω απ’ το τραπεζάκι του τηλεφώνου, ένα μεσημέρι, όταν ο μπαμπάς του κοιμόταν κι η μαμά του έκανε κάποια απ’ αυτές τις βαρετές δουλειές που κάνουν οι μαμάδες τα μεσημέρια αντί να κοιμούνται – σιδέρωνε; άπλωνε μπουγάδα; τακτοποιούσε το νεροχύτη; – και βρήκε ένα παλιό ξεχασμένο μπλοκάκι, προφανώς από την εποχή που δε γράφανε όλοι τους αριθμούς τηλεφώνου στη μνήμη του κινητού τους. Υπήρχε τέτοια εποχή, όπως είχαμε ακούσει, και μάλιστα υπήρχε και εποχή όπου δεν υπήρχαν καθόλου κινητά τηλέφωνα· λίγο μετά τον Τρωικό Πόλεμο, υποθέταμε· στον Τρωικό Πόλεμο δεν πρέπει να υπήρχαν κινητά τηλέφωνα. Μάλλον ούτε Internet και Facebook. Αυτά σίγουρα δεν υπήρχαν ούτε στην Κατοχή, όπου είχαμε πολεμήσει με τους Γερμανούς…

Τέλος πάντων, ξέφυγα απ’ το σκοπό μου. Ο Μιχάλης με τον Κωστάκη δώσανε σε μένα τον αριθμό του θείου Άρη κι εγώ τηλεφώνησα το απόγευμα από τα αγγλικά. Εμείς βέβαια δεν είχαμε Facebook, ούτε κινητά τηλέφωνα· ήμασταν μικροί, κατά τους γονείς μας, παρόλο που ο μπαμπάς μου ήτανε γιατρός κομπιουτερολόγος, κομπιουτερογιατρός δηλαδή, αυτό που οι μεγάλοι το λένε τεχνικός υπολογιστών. Ή μάλλον, ακριβώς γι’ αυτό επέμενε πως ήμαστε μικροί για τάμπλετ, κινητά και Facebook· όταν ήταν νεότερος, έλεγε και ξανάλεγε, είχε πάθει εξάρτηση απ’ όλα αυτά κι είδε κι έπαθε να ισορροπήσει.

Ζήτησα λοιπόν από την κυρία να κάνω ένα τηλεφώνημα, με άφησε μόνο μου στο γραφείο κι ευτυχώς τον πέτυχα με την πρώτη.

«Θείε, σε παρακαλώ, μπορείς να έρθεις στην Αθήνα;».

«Γιατί, Γιαννάκη, συμβαίνει τίποτα;».

«Έχουμε ένα στοιχείο για το Χρηστάκη, αλλά οι μεγάλοι δε μας αφήνουν να ψάξουμε. Είσαι ο μόνος που μας καταλαβαίνεις».

Ο θείος σκέφτηκε λίγο. Μετά, είπε μόνο δυο λέξεις. Τις λέξεις που περίμενα ν’ ακούσω από τα χείλη του:

«Παίρνω αεροπλάνο».

«Ζήτω!» φώναξα χαμηλόφωνα. Τον ευχαρίστησα, έκλεισα κι έτρεξα να το ανακοινώσω στον Κώστα. Πανηγυρίζαμε – ξέραμε ότι μπορούσαμε να βασιστούμε σ’ αυτόν.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Ο θείος Άρης ήρθε βραδάκι στο σπίτι μας, στο σπίτι της Μάρθας και του Γρηγόρη (των γονιών μας), κι είπε πως θα ’μενε μια δυο μέρες για κάτι δουλειές και για να δει και τι κάνουμε. Τη νύχτα, του έγραψα ένα σημείωμα και τρύπωσα στο σαλόνι, όπου κοιμόταν στον καναπέ. Το έβαλα μέσα στην παντόφλα του.
Θείε, ψάξε στο δωμάτιο του Χρηστάκη στοιχεία για το φίλο του, το Μελένιο Δράκο.
Ο θείος το διάβασε, πήγε στο μαγαζί όπου δούλευε ο Πέτρος (μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων) και το συζήτησε μαζί του, τοποθετώντας το θέμα σε μεγαλίστικα πλαίσια.

Τι του είπε; Μου το εξήγησε αργότερα και σας το μεταφέρω κι εδώ:

«Ο Γιαννάκης μου είπε πως ο Χρηστάκης είχε ένα φίλο που τον ονόμαζε Μελένιο Δράκο. Μήπως δεν είναι τελείως παραμύθι; Μήπως είναι κάποιος άνθρωπος, που τον ξεγέλασε και τον απήγαγε, και κάνουμε λάθος που δεν το ψάχνουμε;».

Μόνο ένας μεγάλος μπορεί να πείσει μεγάλους. Μπορεί να τους πείσει ακόμη και για τα πιο απίθανα πράγματα, ενώ ακόμη και χίλια παιδιά δεν μπορούν να πείσουν τους μεγάλους έστω και για το πιο λογικό πράγμα.

Ο θείος Άρης για όλους μας ήταν παιδί. Για τους μεγάλους ήταν μεγάλος. Ή μάλλον ήταν ένας μεγάλος με μυαλό και ψυχή παιδιού – δύσκολο και ανεπιθύμητο πράγμα στον κόσμο των μεγάλων. Αλλά δεν μπορούσαν να τον απορρίψουν.

Μπήκε λοιπόν μαζί με τη Λένια στο δωμάτιο του Χρηστάκη. Βρήκαν μπόλικες ζωγραφιές με το Μελένιο Δράκο στον ουρανό, στο φεγγάρι, στην Κίνα, να πολεμάει άλλους δράκους, να φυσάει φωτιές, να προστατεύει τα φεγγαροπρόβατα (χαμογέλασε μελαγχολικά ο θείος Άρης)… Έψαξαν αναφορές για το Μελένιο Δράκο στα παραμύθια που αναπαύονταν παραταγμένα στη βιβλιοθήκη του Χρηστάκη, ο θείος πήγε και ρώτησε και στη Δημοτική Βιβλιοθήκη, ενώ η Λένια κι εμείς ρωτήσαμε την κυρία της Βιβλιοθήκης του σχολείου – τίποτα, καμιά αναφορά σε Μελένιο Δράκο στα βιβλία. Ούτε στο Internet, όπου αναζήτησε ο θείος Άρης. Ο Μελένιος Δράκος δεν ήταν ήρωας που προερχόταν από καμιά γνωστή πηγή.

«Πάντως δεν τον ζωγραφίζει σαν άνθρωπο» είπε ο θείος Πέτρος στο θείο Άρη, «αλλά πάντα σα δράκο. Γι’ αυτό, συνεχίζω να πιστεύω πως δε σημαίνει τίποτα. Είναι, ας πούμε, κάτι σαν φανταστικός φίλος».

«Ας το πούμε στην αστυνομία, για καλό και για κακό, να κάνουν κι εκείνοι την έρευνά τους» αποκρίθηκε ο θείος Άρης.

«Και προς Θεού, μη φουσκώσεις τα μυαλά των μικρών ότι ψάχνουμε στα σοβαρά κάποιον δράκο!».

«Μην ανησυχείς», χαμογέλασε ο θείος. «Με ξέρεις για τέτοιον;».

Ο θείος Πέτρος σήκωσε τους ώμους του· δε χρειαζόταν ν’ απαντήσει.

Κεφάλαιο 2

Η προσπάθεια του θείου Άρη φαινομενικά δεν είχε αποδώσει καρπούς.

Φαινομενικά όμως, γιατί για μας είχε οδηγήσει σ’ ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα: ότι ο Χρηστάκης δεν είχε ξεσηκώσει το Μελένιο Δράκο από καμιά ιστορία, παραμύθι, παιδική ταινία ή παιχνίδι…

Αυτό έδινε ένα + στο Μελένιο Δράκο να είναι πραγματικός.

Συνεδριάζαμε στο σχολείο, στα διαλείμματα, έχοντας μαζί μας τους Λιλιπούτειους Καταφερτζήδες, τους φίλους του Χρηστάκη.

«Αφού σας είπα ότι τον έχω δει το Δράκο» αγανάκτησε ο Κλέβις.

«Άσε, δεν “κλέβεις” την παράσταση» ειρωνεύτηκε ο Κώστας.

«Έι!» διαμαρτυρήθηκε ο Κλωντιάν. Ο ίδιος ο Κλέβις δε φάνηκε να κατάλαβε το λογοπαίγνιο.

«Κλέβις», μίλησα πιο ψύχραιμα (συνέχισα να συμπεριφέρομαι σαν αρχηγός μερικές φορές κι είχα αρχίσει να συνηθίζω το νέο μου πόστο), «δεν πιστεύουμε ότι είδες στ’ αλήθεια το Μελένιο Δράκο. Μάλλον την πρώτη φορά είδες απλώς σύννεφα που έμοιαζαν με δράκο, μπορεί να μπερδεύτηκε κι ο Χρήστος ή να σε πείραζε, και τη δεύτερη φορά το δρακόμελο ίσως ήταν κανονικό μέλι, που ο Χρήστος το πέρασε για μέλι του Δράκου».

«Μα…».

«Η μαμά δεν παραδέχεται ότι στο σπίτι υπάρχει άλλο μέλι, από του θείου του Γιώργου από την Κρήτη» βεβαίωσε με τουπέ η Λένια.

«Άρα», συνέχισα, «δεν ξέρουμε για το Μελένιο Δράκο τίποτ’ άλλο, εκτός από το ότι ο Χρηστάκης έλεγε ότι υπάρχει».

«Και ότι τον ζωγράφιζε» πρόσθεσε ο Κώστας.

«Το πιο πιθανό, και συγνώμη Λένια», είπε ο Μιχάλης, «είναι ότι ο Μελένιος Δράκος δεν υπάρχει. Και ότι γενικά δεν υπάρχουν δράκοι».

«Υπάρχουν!» πετάχτηκε η Μελίνα. «Και δράκοι και νεράιδες και ξωτικά και ο άγιος Βασίλης και ο Λαγός του Πάσχα και η Νεράιδα των Δοντιών! Όλα υπάρχουν».

«Πού είμαι; Στο Χόλιγουντ;» γέλασε ο Κωστάκης. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν τι είναι αυτό, ούτε κατάλαβαν τι εννοούσε. Ούτε μας ένοιαζε.

«Λοιπόν, για να μην ξεφεύγουμε», είπε ο Μιχάλης, «τι προτείνετε να κάνουμε από ’δώ και πέρα; Γιάννη;».

Μου έδωσε το λόγο κι αυτό με γέμισε αυτοπεποίθηση και περηφάνια· ήξερα πια πως δεν αμφισβητούσε τη νέα μου θέση.

Όμως ήμουν αναγκασμένος να παραδεχτώ:

«Δεν ξέρω».

«Έχω ιδέα» είπε ο Νικήτας, ένας από τους Λιλιπούτειους Καταφερτζήδες.

«Πες την» απάντησε ο Μιχάλης.

«Θα το πούμε σε όλους και θα ψάξουμε όλοι».

«Όταν λες όλοι;».

«Όλα τα παιδιά, παντού. Τα παιδιά του σχολείου, των αγγλικών, της κολύμβησης, του μπάσκετ, του σκάκι, όλα. Κάποιος θα ξέρει κάτι ή κάποιος θα βρει κάτι».

Κοιταχτήκαμε. Φάνηκε στα μάτια μας πως συμφωνούν όλοι.

«Γιατί όχι;» είπα. «Μπράβο, Νικήτα!». Κοίταξα τα πιτσιρίκια (ένα χρόνο και μια τάξη πιο μικρά από μένα). «Μπράβο σε όλους», τα επιβράβευσα σα μεγάλος.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Κι έτσι άρχισε η επιχείρηση “Μελένιος Δράκος”. Εξαπλώθηκε σαν κύμα από την τάξη μας σε όλο το σχολείο κι απ’ το σχολείο σε όλη την πόλη. Στις δραστηριότητες, στα φροντιστήρια, στα γυμναστήρια, στα κολυμβητήρια, στο σκακιστικό όμιλο, στα Internet café, στις αλάνες, στα πεζοδρόμια, παντού, μα παντού, όλα τα παιδιά των δημοτικών σχολείων άρχισαν να ψάχνουν για το Μελένιο Δράκο.

Τα πεμπτάκια και τα εκτάκια το κυκλοφόρησαν μέσω Facebook και Twitter. Το κύμα πήγε και σε άλλες πόλεις. Έπρεπε να πάει, γιατί μπορεί ο Μελένιος Δράκος να ταξίδευε αλλού ή – για να το θέσω πιο ρεαλιστικά, δηλαδή πιο μεγαλίστικα – μπορεί ο Χρηστάκης να είχε απαχθεί και μεταφερθεί σε άλλη πόλη!

Έπρεπε να δημιουργηθεί ένα δίκτυο που να τον αναζητά σε όλη την Ελλάδα.

Σ’ αυτό βοηθούσαν οι ανακοινώσεις μέσω της τηλεόρασης, από την αστυνομία, το Χαμόγελο του Παιδιού (ξέρετε, πιστεύω, τι είναι αυτό) και άλλους φορείς, όπου έδειχναν τη φωτογραφία του.

Οι μικροί εξερευνητές, αναζητητές, κυνηγοί του Μελένιου Δράκου (όπως θέλετε πείτε το), κυκλοφόρησαν αυτή τη φωτογραφία παντού, μέσω υπολογιστών, κινητών τηλεφώνων και τάμπλετς. Σύντομα, εκατοντάδες παιδιά και έφηβοι έψαχναν για το Χρηστάκη και το Μελένιο Δράκο. Οι περισσότεροι δε μας ήξεραν καν· είμαι βέβαιος ότι δεν ήξεραν ούτε από ποιον είχε ξεκινήσει αυτή η καινούργια τρέλα, όπως την ονόμασαν μερικοί μεγάλοι.

Γιατί ξέχασα να σας πω πως το κυνήγι δεν πέρασε απαρατήρητο απ’ τους μεγάλους. Οι μεγάλοι όλα τα παρατηρούν, μόνο που δεν τα καταλαβαίνουν, ούτε και προσπαθούν να τα καταλάβουν. Μάλλον ντρέπονται που κάποτε υπήρξαν παιδιά και για να εκδικηθούν τον εαυτό τους προσπαθούν να πείσουν και τα παιδιά ν’ αρχίσουν να σκέφτονται όσο το δυνατόν γρηγορότερα σα μεγάλοι.

Τέλος πάντων…

Στην τηλεόραση, στις Ειδήσεις, προβλήθηκε ένα βίντεο μερικών λεπτών για το θέμα. Κάποια μεγάλα παιδιά, πέμπτης ή έκτης δημοτικού ή και γυμνασίου, άγνωστα σε μας, μίλησαν για την αναζήτηση του Μελένιου Δράκου και του Χρηστάκη. Δεν ήξεραν ποιος είναι ο Χρηστάκης, μόνο τη φωτογραφία του και το μικρό του όνομα. Ήξεραν επίσης ότι ο ίδιος είχε μιλήσει για το Μελένιο Δράκο, λέγοντας πως είναι φίλος του και ένα σωρό συναρπαστικές ιστορίες γι’ αυτόν. Αυτά τα μεγάλα παιδιά ισχυρίστηκαν ότι δεν πίστευαν πως υπάρχει πραγματικός δράκος, αλλά πως “Μελένιος Δράκος” είναι κάτι σαν κωδικός, ένα όνομα που μπορεί να οδηγήσει σε κάποιους ανθρώπους, που σχετίζονται με την εξαφάνιση του Χρήστου.

Εμ βέβαια, τα μεγάλα παιδιά κοντεύουν να γίνουν μεγάλοι ή θέλουν να φαίνονται σα μεγάλοι· πού να καταλάβουν;

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Εμείς ωστόσο, μαζί με δεκάδες φίλους μας, κρυφά απ’ τους γονείς μας, ερευνούσαμε κάθε σκοτεινή γωνιά της πόλης που έπεφτε στην αντίληψή μας, εγκαταλελειμμένα κτήρια, μισοτελειωμένες οικοδομές, βαθουλώματα σε τοίχους, αποχετεύσεις, μικρές σπηλιές, όπου σύμφωνα με τη φαντασία μας θα μπορούσε να φωλιάζει ένα δράκος – ένας δράκος που κινιόταν ανάμεσα στην ομίχλη των παραμυθιών και το φως ή το σκοτάδι του αληθινού κόσμου, της πραγματικής ζωής, αν κι αυτά δεν ξεχωρίζονταν μέσα στις παιδικές μας ψυχές.

Ψάχναμε εκεί όταν ξεπορτίζαμε για να πάμε στις απογευματινές μας δραστηριότητες, όσο ήμασταν μαζί κι ήταν δυνατόν να ξεφύγουμε από τους άγρυπνους φρουρούς μας (νομίζω σας έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτούς), τους γονείς μας.

Κι ένα σκοτεινό χειμωνιάτικο βραδάκι, ένα ολόκληρο μήνα μετά την εξαφάνιση του Χρηστάκη, ένα μήνα άκαρπων ερευνών, βρέθηκε μπροστά μας μια συντροφιά από μεγάλα παιδιά, που μας έφραξαν το δρόμο κοιτάζοντάς μας με άγρια βλέμματα, που μας έκοψαν την ανάσα.

Όμως εκείνα δεν τα ’χαν μαζί μας και το οργισμένο τους βλέμμα δεν ήταν για μας.

Πλησίασαν οι αρχηγοί τους, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, κι αφού μας μέτρησαν με τα μάτια από πάνω ώς κάτω, άνοιξαν το στόμα τους και μίλησαν με σεβασμό, αλλά και με τραχύτητα – ήταν ο πρώτος σεβασμός, θα ’λεγα “πολεμικός σεβασμός”, που γνωρίσαμε στη ζωή μας και η πρώτη τραχύτητα.

«Εσείς ψάχνετε το Μελένιο Δράκο; Εσείς ξεκινήσατε την ιστορία;».

Ξεροκατάπιαμε. Ήμασταν όμως τουλάχιστον δεκαπέντε, ολόκληρη συμμορία, κι είχαμε κάθε λόγο να μην τα κάνουμε πάνω μας.

Ο Κωστάκης μίλησε πρώτος κι έγινε ο αρχηγός της ομάδας για κείνη τη μέρα:

«Ναι, εμείς. Τι θέλετε;».

Έκανα μια σκέψη.

«Βρήκατε τίποτα;» αποτόλμησα να ρωτήσω.

Το κορίτσι, ντυμένο στα μαύρα, με πολλά σκουλαρίκια και τατουάζ, προχώρησε και με κοίταξε στα μάτια· ρίγησα από φόβο, σα να στεκόταν μπροστά μου μια ανήμερη μάγισσα από τη χώρα, όχι των παραμυθιών, αλλά των εφιαλτών.

«Όχι, δε βρήκαμε» είπε, «αλλά έχω χάσει τον αδερφό μου και θα ’θελα να μιλήσουμε για το ψάξιμό σας».


Και σε λίγο βρεθήκαμε να καθόμαστε σε καμπόσα άδεια κασόνια, σε μια αποθήκη.

«Με λένε Μίνα».

Είχαμε μεγαλώσει στα ξαφνικά, μέσα σε μισή ώρα. Διαλεγόμασταν επί ίσοις όροις με μεγαλύτερα παιδιά, που φαίνονταν μάγκες, περπατημένοι στην πιάτσα, δυναμικοί και ατρόμητοι· και είχαν ψάξει να μας βρουν, για να τους μιλήσουμε για την έρευνά μας!

Στιγμές δόξας!

“Χρηστάκη μου, τι να κάνεις τώρα;” σκέφτηκα. Αυτές οι στιγμές της δόξας καλύτερα να ’λειπαν και να ’χαμε το ξαδερφάκι μας στην αγκαλιά μας, ζωντανό και γερό!...

Αλλά η ζωή αλλιώς τα θέλει.

«Ο αδερφός μου χάθηκε πριν πέντε μήνες. Ήταν δώδεκα χρονών. Η αστυνομία υποτίθεται ότι έψαξε – τίποτα δε βρήκε».

«Υποτίθεται; Γιατί λες υποτίθεται;» τη ρώτησε ο Μιχάλης. «Δεν ψάχνουν στ’ αλήθεια;».

«Ξέρουμε κι εμείς;» γρύλισε το αγόρι. «Δεν εμπιστευόμαστε τους μπάτσους».

Εγώ πρώτη φορά άκουγα κάποιον ν’ αποκαλεί τους αστυνομικούς “μπάτσους”. Από ’κεί να καταλάβεις τι “τρυφερά πόδια” ήμασταν.

Ναι, τους εμπιστευόμασταν και τους φοβόμασταν· έτσι μας είχαν μάθει οι γονείς μας, που πολλές φορές μας φοβέριζαν κιόλας πως, αν είμαστε κακά παιδιά, θα ’ρθει ο αστυνομικός να μας πιάσει να μας ρίξει στη φυλακή.

“Κι αν το Χρηστάκη τον έχει συλλάβει η αστυνομία;” σκέφτηκα αστραπιαία.

Έδιωξα τη σκέψη. Η αστυνομία δε συλλαμβάνει μικρά παιδιά, όσο κακά κι αν είναι. Άλλωστε – θυμάστε;– δεν υπάρχουν κακά παιδιά, όπως είχε πει κι ο Κωστάκης στη Λένια.

Στη Λένια, που είχε απότομα μεγαλώσει και τώρα έψαχνε τον αδερφό της και Μελένιους Δράκους.

«Δεν ξέρουμε τίποτα για το Μελένιο Δράκο, ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο για τον αδερφό μου», συνέχισε η Μίνα. «Δυστυχώς, ούτε για το φίλο σας. Αυτή όμως είναι η φωτογραφία του αδερφού μου. Τον λένε Θάνο. Σας παρακαλώ, έχετε το νου σας μήπως μάθετε κάτι».

«Κι εμείς, όχι μόνο θα ψάχνουμε για το δικό σας», είπε το αγόρι, «αλλά και μπορείτε να βασίζεστε σε μας – αν δηλαδή θέλετε να δείρετε κανένα ή να αμυνθείτε, αν κινδυνέψετε ή απειληθείτε, ξέρετε τώρα».

«Δε μασάμε» συμπλήρωσε ένας άλλος της παρέας στραβογελώντας με χαλασμένα δόντια σαν πειρατής.

Δώσαμε τα χέρια, κοιτάξαμε καλά τη φωτογραφία και χωρίσαμε. Μας αφήσανε κάποιους αριθμούς τηλεφώνου. Τι να τους κάνουμε; Εμείς δεν είχαμε κινητά και ήμασταν και υπό επιτήρηση.

Αλλ’ αφού γυρίσαμε σπίτι αναγκαστήκαμε να τα πούμε όλα, γιατί είχαμε καθυστερήσει κι οι γονείς μας είχανε σκάσει από την αγωνία.

Αφού ακούσαμε τρελές κατσάδες, ο καθένας στο σπίτι του, δώσαμε όλοι περίπου την ίδια απάντηση:

«Πείτε ό,τι θέλετε. Εμείς δε θα σταματήσουμε μέχρι να βρούμε το Χρηστάκη. Είναι ο αδερφός μας, ο ξάδερφός μας, ο φίλος μας, δε θα τον αφήσουμε πίσω».

Αυτό κλόνισε κάπως τους μεγάλους και μάλλον τους έκανε να ντραπούν λίγο.

«Και τι έχετε βρει μέχρι τώρα;» ρώτησε ψύχραιμα ο μπαμπάς μου· δεν κατάλαβα αν το έκανε για να με αποστομώσει ή πραγματικά ενδιαφερόταν να μάθει.

«Τίποτα» παραδέχτηκα. «Αλλά αυτό δε σημαίνει πως θα σταματήσουμε. Κάπου είναι ο Χρηστάκης. Και κάπου είναι κι ο Μελένιος Δράκος».

«Μάλιστα». Η μαμά μου παρακολουθούσε με αγωνία, έτοιμη να ξεσπάσει. «Ο Μελένιος Δράκος, Γιάννη, δεν υπάρχει. Όσο για το Χρηστάκη, μπορεί να μην είναι πια ζωντανός ή να βρίσκεται σε μακρινή πόλη ή ακόμη και σε άλλη χώρα».

«Το ξέρουμε. Κάνουμε ό,τι μπορούμε. Μέσω Facebook κάποιοι έχουν ειδοποιήσει και σε άλλες πόλεις. Αν θέλετε να κάνετε κάτι, αντί να μας μαλώνετε, ψάξτε κι εσείς».

Αυτό ήταν. Η μαμά μου άρχισε να κλαίει κι ο μπαμπάς μου έπεσε βαρύς σε μια καρέκλα και συλλογίστηκε αρκετή ώρα.

Η Μελίνα κόλλησε πάνω μου· την πήρα αγκαλιά και πήγαμε στο δωμάτιό της.

«Μήπως ξέρουν κάτι; Πέθανε ο Χρηστάκης μου;» ρώτησε με τρεμάμενα χείλη, δακρύζοντας.

«Όχι, όχι, Μελίνα μου» την παρηγόρησα, απορώντας κι εγώ ποια ήταν η αλήθεια. «Μάλλον φοβούνται για μας, ανησυχούν και σκέφτονται πώς να μας βοηθήσουν».

«Να ’χαμε το Γάτο το Σπιρουνάτο ή το Σκούμπι Ντου, θα μας βοηθούσαν!» ψέλλισε το κορίτσι, έκλεισε τα ματάκια της κι αποκοιμήθηκε στον ώμο μου.

Στην αρχή μειδίασα, μα μετά ξαφνιάστηκα και σοβαρεύτηκα.

Δεν έχουμε το Γάτο το Σπιρουνάτο, ούτε το Σκούμπι Ντου εδώ πέρα, να μας βοηθήσουν. Ούτε το Σούπερμαν, το Μπάτμαν και τους Εκδικητές!... Έχουμε όμως κάποιους άλλους: το Χριστό, την Παναγία, τους αγίους.

Τι τους έχουμε στις εικόνες και πάμε πότε πότε στην εκκλησία και τους ανάβουμε ένα κεράκι;

Γενική επιστράτευση: όλοι θα μιλήσουμε με τους αγίους. Πώς το λένε οι μεγάλοι; Προσευχή;

Προσευχή και προσευχούλα ήξερα πως λένε τα λίγα λόγια που λέμε στην Παναγίτσα πριν κοιμηθούμε. Τώρα, πρώτη φορά με πραγματική φλόγα, εγώ, η αδερφή μου, τα ξαδέρφια μου και όλοι οι φίλοι μας, άσχετα από τη θρησκεία των γονιών τους, για την οποία δεν ήξερα τίποτα και για μερικούς ίσως ούτε και τα παιδιά τους δεν ήξεραν τίποτα, αρχίσαμε να προσευχόμαστε σε κάθε ελεύθερη στιγμή μας, ζητώντας επίμονα καθοδήγηση και βοήθεια.

Τυχαίο ήταν; Ή πραγματικά μας οδήγησε η Παναγία; Άλλωστε είχαμε βρει την εικόνα της στο χωριό και είχαμε υποσχεθεί, ουσιαστικά ορκιστεί, μπροστά σ’ αυτή την εικόνα να μην αφήσουμε κανέναν πίσω.

Πάντως, λίγες ημέρες μετά, άλλαξε η πορεία των ερευνών μας και η περιπέτειά μας μπήκε σε τελείως διαφορετικό δρόμο.

Κεφάλαιο 3

Το πρώτο πράγμα που μας συνέβη ήταν πως μαζεύτηκαν κι άλλα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, που μας σταματούσαν στο δρόμο και μας μιλούσαν για χαμένα αδέρφια και φίλους τους.

Καμιά δεκαριά χαμένα παιδιά, τα περισσότερα αγόρια και λίγα κορίτσια, είχαμε τώρα στο κεφάλι μας κι αναζητούσαμε.

Το δεύτερο και πιο παράξενο, πως βρέθηκαν κι άλλων δύο παιδιών οι συντροφιές και παραδέχτηκαν πως ήξεραν το Μελένιο Δράκο. Τα εξαφανισμένα παιδιά, άσχετα το ένα από το άλλο, από τελείως διαφορετικά μέρη της Αθήνας, λίγους μήνες πριν εξαφανιστούν είχαν πάθει μια μανία με κάποιον Μελένιο Δράκο. Ένα Μελένιο Δράκο που είχε πάει στην Κίνα και στο φεγγάρι, είχε πολεμήσει με κακούς δράκους και προστάτευε τα παιδάκια.

Δεν ξέρω τι προτιμούσαμε… Την αμφιβολία που είχαμε μέχρι χθες ή τη σιγουριά που αποχτούσαμε τώρα πως όλα αυτά ήταν αληθινά, άρα και επικίνδυνα;

Την κρυφή βεβαιότητα πως είχαμε φτιάξει ένα παραμύθι ή την αναπάντεχη επίγνωση πως κάπου καραδοκούσε ένας θανάσιμος κίνδυνος;

Και τι ήταν ο Μελένιος Δράκος; Αληθινός δράκος; Συμμορία κακοποιών; Φίλος ή εχθρός;

Δε θ’ αργούσαμε να το μάθουμε.

Μια μέρα, το Μελινάκι μου μας είχε πει: «Εγώ θα τον βρω το Μελένιο Δράκο, γιατί έχω τ’ όνομά του».

Βέβαια, είχε τ’ όνομα της γιαγιάς μας· αλλά με κάποιον παράξενο τρόπο, που να μη συνέβαινε, είχε δίκιο.

Εκείνη το πρόσεξε πρώτη, στην “κομπιουτερολογική κλινική” του μπαμπά. Στην κοιλίτσα ενός άρρωστου κομπιουτερούλη, που περίμενε να τον γιατρέψει, ένα σαββατιάτικο μεσημέρι που πέρασε με τη μαμά ενώ πήγαιναν για ψώνια, παρατήρησε εκείνο που άλλαξε τη ζωή της.

«Μπαμπά, τι είναι αυτά μέσα στον κομπιουτερούλη; Αβγουλάκια;».

Ο μπαμπάς κοίταξε προσεχτικά, αλλά δεν είδε τίποτα.

«Δεν είναι τίποτα, αγάπη μου. Μήπως λες τα τσιπάκια; τα γραναζάκια;».

«Όχι, μπαμπά μου». Άγγιξε με το δαχτυλάκι της. «Να, εδώ είναι, στη γωνία, μικρά αβγουλάκια τρυπωμένα όπου έχει κενό. Σα να βγουν μικρά ζουζουνάκια από μέσα, ή καμπιούλες απ’ αυτές που γίνονται πεταλούδες!».

Το κοριτσάκι ήταν ενθουσιασμένο. Οι γονείς μας σήκωσαν τους ώμους με μια γκριμάτσα αμηχανίας· βγάζει κανείς άκρη με τη φαντασία των παιδιών;

Και πήγαν με τη μαμά για ψώνια με το κερασί αυτοκινητάκι τους, την Κερασένια. Και έλειπαν όλο το μεσημέρι και όλο το απόγευμα. Και κατά το βράδυ ο μπαμπάς τηλεφώνησε στο κινητό της μαμάς. Και μετά άρχισε να καλεί στα τηλέφωνά τους όλους τους οικογενειακούς φίλους μας· και τους συγγενείς μας· και μετά την αστυνομία και τα νοσοκομεία. Αλλά…

«Κάποιος έχει βάλει στόχο την οικογένειά μας» αποφάνθηκε ο θείος Πέτρος το επόμενο πρωί, αφού ήταν σίγουρο πια πως η μαμά και η Μελίνα είχαν εξαφανιστεί, όπως ο Χρηστάκης.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Έτρεξα κλαμένος στο δωμάτιό μου, άρπαξα τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας και σφίγγοντάς τις στην αγκαλιά μου άρχισα να τους μαλώνω και να τους ζητάω, σαν υποχρέωσή τους, να βρουν τη μαμά μου, την αδερφή μου, τον ξάδερφό μου και – αυτό μάλλον είχα ξεχάσει τόσον καιρό να τους το ζητήσω – όλα τα χαμένα παιδιά του κόσμου.

Και μετά σκέφτηκα όλους τους χαμένους γέρους, που βλέπουμε στην τηλεόραση αναγγελίες της εξαφάνισής τους, που η Μελίνα έκρυβε το προσωπάκι της και τ’ αφτάκια της να μην τις βλέπει και να μην τις ακούει. Και τους ζήτησα να τους βρούνε κι εκείνους.

Αλλά προπαντός τη μαμά και την αδερφή μου – χωρίς εκείνες, πώς θα ’ψαχνα για τον ξάδερφό μου; Πώς θα βοηθούσα να βρεθούν τα υπόλοιπα παιδιά του κόσμου κι όλοι οι γέροι;

Ίσως αυτοί οι γέροι είχανε χαθεί όταν ήταν μικρά παιδιά, σκέφτηκε ο νους μου· κι επειδή δεν έχουν βρεθεί ακόμη, μετά τόσα χρόνια, τώρα τους ψάχνουν σα γέρους.

Λες μετά από αρκετά χρόνια να ψάχνουν σα γέρο και το Χρηστάκη και σα γριές τη Μελίνα και τη μαμά μου; Κι εγώ να ’μαι γέρος και να ’χω ξοδέψει όλη τη ζωή και την περιουσία μου στο ψάξιμό τους; Και να ’μαι διάσημος ντετέκτιβ, ερευνητής εξαφανισμένων προσώπων, που θα ’χω κάνει σκοπό της ζωής μου την ανεύρεσή τους;

Και να ’χω ένα γραφείο που θα ονομάζεται “Μελένιος Δράκος”;

Ξύπνησα στη σκέψη. Ήμουν ακόμη εννιά, καθισμένος στο αγορίστικο κρεβατάκι μου, μέσα στο κλάμα, κι έσφιγγα ανήμπορος στην αγκαλιά μου τις εικόνες του Χριστού και της Παναγίτσας.

Και στην πόρτα είχε σταθεί ο μπαμπάς μου και με κοιτούσε αμίλητος και συγκινημένος. Και στα μάτια και στα σφιγμένα του χείλη είχε μια γκριμάτσα αποφασιστικότητας, μα κι απαισιοδοξίας. Δε θα εγκατέλειπε, μα και δεν έλπιζε.

Εγώ όμως καταλάβαινα τι συνέβαινε· αλλά δεν ήξερα αν έπρεπε να το πω στο μπαμπά.

Τελικά του ζήτησα να συναντηθώ με τα παιδιά. Εκεί, στο σπίτι μας, κάτω απ’ την επίβλεψή του – έτσι θα ’ταν ήσυχος πως δε θα σκαρώναμε καμιά ριψοκίνδυνη απόπειρα.

«Είναι ο Μελένιος Δράκος» του είπα. «Το ξέρεις πως κι άλλα δυο παιδιά, εκτός απ’ το Χρήστο, είχαν πει πως τον έβλεπαν και του μιλούσαν; Κι είναι εξαφανισμένα κι αυτά».

Αναστέναξε· δεν το ήξερε. Ίσως αυτό τον έπεισε να μου κάνει τη χάρη. Και σε μια δυο ώρες είχαν ανασταλεί όλες οι δραστηριότητες της οικογένειας και γονείς και παιδιά είχαμε συγκεντρωθεί στο σαλόνι μας.

Για πρώτη φορά, ο Μιχάλης, ο Κωστάκης κι εγώ διηγηθήκαμε στους γονείς μας λεπτομερώς όλο το ιστορικό της αναζήτησης του Μελένιου Δράκου. Είπαμε για τις επαφές μας, την κινητοποίηση των παιδιών της πόλης, τις ανακοινώσεις από τα μεγαλύτερα παιδιά μέσω Facebook, τ’ αδερφάκια άλλων εξαφανισμένων παιδιών, που έφερναν τις φωτογραφίες τους στην έρευνά μας – ακόμη και τις συντροφιές μεγάλων παιδιών που μας είχαν υποσχεθεί φιλία και συμμαχία, σε περίπτωση που κινδυνεύαμε.

Αλλά τώρα – αυτό σκεφτόμασταν όλοι – κινδυνεύαμε σοβαρά και τι θα μας έκανε η φιλία και η συμμαχία των μεγάλων παιδιών, που δεν ήταν κι εκείνα τίποτ’ άλλο παρά παιδιά και δεν ήξεραν τίποτα πέρα από κόμικς με σούπερ ήρωες και παιχνίδια υπολογιστών;

«Δηλαδή σχηματίστηκε ένα δίκτυο αναζήτησης των χαμένων παιδιών», συμπέρανε ο θείος Ορέστης, «που αποτελείται πάλι από παιδιά». Αναστέναξε. «Συγκλονιστικό!».

«Και λοιπόν, τι βρήκαν;» γκρίνιαξε η θεία Μαρκέλλα (οι γονείς του Μιχάλη και του Κωστάκη είναι αυτοί, όπως θυμάστε). «Τίποτα, απολύτως τίποτα. Όχι μόνο δε βρήκαν, αλλά χάθηκαν κι άλλες δύο, το Μελινάκι και η Μάρθα!».

Μας κοίταξε με πιο άγριο βλέμμα κι από τη Γκρουέλα ντε Βιλ.

«Έπρεπε να κάτσετε ήσυχα» σφύριξε. «Σας το είπαμε, αλλά πού ν’ ακούσει το ξερό σας το κεφάλι; Να τα τώρα!».

«Ηρέμησε, Μαρκέλλα», προσπάθησε να την πλησιάσει ο θείος Ορέστης. Εκείνη έκρυψε το μελαχρινό πρόσωπό της στα δυο της χέρια κι άρχισε να κλαίει.

Ο Μιχάλης νίκησε την αμηχανία κι έσπασε τη σιωπή όλων μας – έπαιρνε επάξια τη σκυτάλη της αρχηγίας, δείχνοντας ποιος ήταν ο μεγαλύτερος σ’ αυτό το σπίτι:

«Θείε Γρηγόρη», είπε στο μπαμπά μου, «μπορείς, σε παρακαλώ, να μας πεις τι δεν είπες στην αστυνομία για την εξαφάνιση της θείας Μάρθας και της Μελίνας;».

«Πώς ξέρεις πως δεν τα είπα όλα;».

«Σίγουρα δεν είπες πράγματα που οι μεγάλοι δεν τα θεωρείτε σημαντικά».

«Όπως δε θεωρείτε σημαντικό το Μελένιο Δράκο», πετάχτηκε η Λένια, «αν και τώρα είναι πια σίγουρη η ύπαρξή του».

Ο μπαμπάς μου ξεροκατάπιε. Έριξε μια ματιά γύρω του· όλοι τον κοιτούσαν. Χαμογέλασε, δεν κατάλαβα γιατί (από αμηχανία; συγκίνηση; ελπίδα;), και ξεστόμισε αυτό που κι ο ίδιος μέχρι πριν λίγο το ’χε ξεχάσει κι ούτε φανταζόταν ποτέ πως θα χρειαζόταν να το αναλύσει:

«Η Μελίνα μου είπε πως έβλεπε κάτι αβγουλάκια μέσα σ’ έναν υπολογιστή που διόρθωνα στο εργαστήριο. Η Μάρθα κι εγώ δεν είδαμε τίποτα, εκείνη επέμενε, αλλά φυσικά δε δώσαμε σημασία…».

«Φυσικά» επανέλαβε με κάποιο τουπέ ο Μιχαλάκης, ένας μικρός Σέρλοκ.

«Αυτό εννοείς;» ρώτησε ο μπαμπάς μου. «Δε θυμάμαι τίποτ’ άλλο παιδιάστικο, που να μην του έδωσα σημασία και να μην το είπα».

«Και πού είναι αυτός ο υπολογιστής;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Τον τελείωσα και ήρθε ο πελάτης και τον πήρε πίσω. Είναι στο Γαλάτσι τώρα».

«Να δούμε τους άλλους υπολογιστές στο εργαστήριό σου;» ρώτησε ο Κωστάκης.

«Δεν έχουν νόημα όλα αυτά» μπήκε στη μέση με κάποια νευρικότητα ο θείος Πέτρος.

«Ο θείος Άρης θα διαφωνούσε» πετάχτηκα.

«Ακόμα κι ο θείος Άρης δεν είναι τόσο παλαβός όσο τον νομίζετε» αποκρίθηκε ο θείος.

Προτίμησα να μην απαντήσω, να μην πω δηλαδή πως δεν τον νομίζαμε παλαβό, αλλά λογικό, και πως αντίθετα θεωρούσαμε παλαβούς όλους όσοι δε μας καταλάβαιναν, δε μας έδιναν σημασία και δε μας έπαιρναν στα σοβαρά· αλλά δε μίλησα· το ξαναείπαμε, δε μπορείς να πείσεις έναν μεγάλο.

Πήγαμε στο εργαστήριο, πολύ κοντά στο σπίτι. Κοιτάξαμε όλους τους ανοιχτούς υπολογιστές, που περίμεναν ξεντεριασμένοι την εγχείρησή τους… Και τα βρήκαμε.

Η Λένια μόνο τα βρήκε, η μικρότερη όλων – έξι χρονών:

«Ναι, είναι γεμάτοι αβγά». Έδειξε με το δαχτυλάκι της σε πολλά σημεία. Όλοι οι υπόλοιποι δε βλέπαμε τίποτα.

«Δεν υπάρχουν αβγά» επέμειναν οι μεγάλοι. Μας κοίταξαν απεγνωσμένα.

«Αφού η Λένια λέει ότι υπάρχουν», είπε ο Μιχάλης, «άρα υπάρχουν. Απλώς δε μπορούμε να τα δούμε».

«Και το είπε κι η Μελίνα» πρόσθεσε ο Κωστάκης.

«Εντάξει, τι είναι αυτά;» ρώτησε ο μπαμπάς μου. «Να τα ψεκάσουμε; Γιατί δεν τα βλέπουμε; Και τι σχέση έχουν με τις εξαφανίσεις των αγαπημένων μας;».

«Μήπως νομίζεις πως είναι αβγά του Μελένιου Δράκου;» ρώτησε η θεία Ξένια.

«Εγώ νομίζω πως δε βλέπεις τίποτα» είπε ήπια ο θείος Ορέστης. «Απλά, είσαι ένα παιδάκι και η φαντασία σου οργιάζει».

«Όχι, θείε», διαμαρτυρήθηκε η Λένια.

«Κι αν υπάρχουν, γιατί δεν τα βλέπουν οι άλλοι; Επειδή είναι αγόρια; Μα τι κάθομαι και συζητάω!».

«Όχι» φώναξε ο Μιχάλης. «Επειδή είμαστε μεγαλύτεροι!».

«Τι;».

«Η Λένια είναι η πιο μικρή απ’ όλους. Έστω ένα χρόνο, από μένα δύο, πάντως είναι η μικρότερη, η πιο αθώα. Εντάξει, είναι και κορίτσι, δεν ξέρω αν παίζει κι αυτό κανένα ρόλο…».

«Όπως κι η Μελίνα είναι μικρή και είναι και κορίτσι» πρόσθεσα, αν και δεν πολυκαταλάβαινα πού το πήγαινε.

Οι μεγάλοι είχαν απελπιστεί.

«Παλαβομάρες» αποφάνθηκε ο θείος Ορέστης.

Όλοι συμφώνησαν, μας πήραν και γυρίσαμε στο σπίτι μας.

«Ας πιούμε ένα καφέ και μετά φεύγετε» παρακάλεσε ο μπαμπάς μου. Όλοι δέχτηκαν, για να μη μας αφήσουν μόνους.

«Θα τον φτιάξουμε εμείς» προθυμοποιήθηκαν οι γυναίκες.

«Εγώ θέλω ποτό» είπε ο θείος Πέτρος.

Κι άρχισαν να συζητούν για την αστυνομία και τις ανακοινώσεις που θ’ άρχιζαν να μεταδίδονται στην τηλεόραση από απόψε. Ο μπαμπάς με το ζόρι κρατιόταν να μην αρπάξει τ’ αμάξι κι αρχίσει να τρέχει σε όλη την Αθήνα και να τις ψάχνει.

Εμάς μας ξέχασαν. Και αυτό έγινε η χρυσή μας ευκαιρία για δράση. Ευκαιρία, που δεν την αφήσαμε να πάει χαμένη.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

«Ποιος είναι ειδικός σ’ αυτά που οι περισσότεροι άνθρωποι δε μπορούν να δουν;» ρώτησε με πραγματική απορία ο Μιχάλης.

«Δεν ξέρω… Ο μικροβιολόγος;» πρότεινε ο Κωστάκης.

«Ένας μάγος;» ρώτησε η Λένια.

Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό μου.

«Όχι», είπα αποφασιστικά· «ένας παπάς».

Με κοίταξαν όλοι απορημένοι.

«Οι μάγοι δεν υπάρχουν» εξήγησα. «Συγνώμη, Λένια μου, αλλά υπάρχουν μόνο στα παραμύθια».

«Δεν είναι έτσι».

«Εντάξει… Τέλος πάντων, τώρα δεν έχουμε πρόχειρο κάποιο μάγο. Ο μικροβιολόγος δε νομίζω πως κάνει γι’ αυτή τη δουλειά. Είμαι σίγουρος πως εδώ έχουμε κάτι αληθινά μαγικό· αν ήταν μικρόβιο, που χρειαζόταν μικροσκόπιο, ούτε η Λένια και η Μελίνα δε θα μπορούσαν να το δουν».

Όλοι συμφώνησαν.

«Παπά όμως έχουμε πρόχειρο» συνέχισα με κάποιο δισταγμό. «Η εκκλησία είναι μερικά τετράγωνα παρακάτω. Να το σκάσουμε απ’ τους μεγάλους και να πάμε».


Χωρίς καθόλου να προβληματιστούμε για τις συνέπειες (μάλλον κρυφοκαμαρώνοντας για τη γενναιότητά μας, σαν αντιστασιακοί σε δικτατορία) κατεβήκαμε από το παράθυρο, ευτυχώς μέναμε στο ισόγειο της πολυκατοικίας, και πετάξαμε για την εκκλησία.

Αυτή η εκκλησία ήταν πάντα κοντά στο σπίτι μας, στα παιδικά μάτια μας φάνταζε γιγάντια, αλλά δεν είχα ποτέ περάσει την πόρτα της, ούτε ήξερα το όνομά της.

Ήξερα πως κάθε εκκλησία έχει ένα όνομα, το όνομα της Παναγίας ή ενός αγίου (ή αγίας, αν και τότε δεν είχα σκεφτεί πως υπάρχουν και αγίες, ούτε ήξερα τι είναι άγιος), αλλά τούτης της εκκλησίας το όνομα δεν το είχα ακούσει ποτέ, ούτε είχα ενδιαφερθεί να το μάθω. Αναρωτιέμαι τώρα αν οι γονείς μου το ξέρανε. Εμείς ήμασταν απ’ τις οικογένειες που δεν πηγαίνουν στην εκκλησία ποτέ, εκτός αν λάχει κανένας γάμος, κηδεία (απαγορευμένη για τα παιδάκια – κακώς, γιατί έτσι αποχτούν μια φοβία για τον πραγματικό θάνατο) ή βάφτιση, παρά μόνο δυο φορές το χρόνο: το Πάσχα (καθόμασταν έξω και μόλις έλεγαν το Χριστός ανέστη, όπου φύγει φύγει) και σε μια γιορτή του καλοκαιριού, στο χωριό, της Παναγίας (πόσες φορές το χρόνο γιορτάζει;), όπου πάλι καθόμασταν έξω κι εμείς τα παιδιά παίζαμε κρυφτό και κυνηγητό (τα πιο “τυχερά” παίζανε τάμπλετ, μόνο που έτσι δεν επικοινωνούσανε με κανένα) και δεν ασχολούμασταν καθόλου με ό,τι συνέβαινε εκεί πέρα, εκτός από πέντε λεπτά, τη στιγμή που μας βάζανε μέσα, οδηγώντας μας σαν κοπάδι πάπιες, να πάρουμε το “χρυσό κουταλάκι”.

Αυτά είναι τα “πότε πότε κεράκια” που έγραψα πριν πως ανάβαμε στους αγίους. Αν το καλοσκεφτείς, δε σημαίνουν και τίποτα.

Όλ’ αυτά μου περνούσαν απ’ το μυαλό καθώς στρίβαμε στη γωνία για την εκκλησία της γειτονιάς μας.

Και τότε έγινε το αναπάντεχο· αντικρίσαμε το απερίγραπτο· αντιμετωπίσαμε το ακατόρθωτο! Και πρώτη φορά παραλίγο να το πληρώσουμε με τη ζωή μας!

Γύρω απ’ τον περίβολο της εκκλησίας καιροφυλακτούσαν αμέτρητα διαβολάκια, ψηλά όσο κι εμείς, δηλαδή όσο παιδιά του δημοτικού, με πανάσχημες τρομακτικές φάτσες, καμπουριασμένα κορμιά και μακριά χέρια με γαμψά νύχια! Μόλις μας είδαν, με κάτι κόκκινα αιμοβόρα μάτια, άρχισαν να γρυλίζουν, να χοροπηδάνε, να κάνουν τούμπες και, το χειρότερο, όρμησαν κατά πάνω μας να μας ξεσκίσουν!

«Χριστέ μου!» φώναξα (οι άλλοι δεν ξέρω τι τσιρίξανε), μα δε στάθηκε αρκετό να τα διασκορπίσει.

Αρχίσανε να μας κυνηγάνε γύρω γύρω, εμείς ξεφωνίζαμε πανικόβλητοι και τρέχαμε ιδρωμένοι για να γλιτώσουμε τη ζωή μας!

Τα ρουθούνια μας βασανίζονταν από μια τρομερή δυσοσμία, μα ούτε που μας απασχολούσε εκείνη την ώρα… Στην αρχή θέλαμε να περάσουμε, να φτάσουμε στα σκαλοπάτια της εκκλησίας, αλλά μετά το ξεχάσαμε και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να μη μας πιάσουν.

Δεν είχαν κέρατα ή φτερά νυχτερίδας ή κάτι τέτοιο· έμοιαζαν με καλικάντζαρους ή τρολς ή ορκς ή δεν ξέρω κι εγώ τι σκοτεινά πλάσματα απ’ τα εφιαλτικά παραμύθια που διαβάζουμε ή βλέπουμε στα DVD και στην τηλεόραση. Απ’ αυτά που δεν ξέραμε αν υπάρχουν στ’ αλήθεια· που οι μεγάλοι μας διαβεβαίωναν πως δεν υπάρχουν· και που εμείς εκείνη την ώρα, με το χειρότερο τρόπο, διαπιστώναμε πως υπάρχουν!

Στα γύρω στενά κυκλοφορούσαν και μερικοί άνθρωποι. Γύρισαν και μας κοιτούσαν απορημένοι – προφανώς δεν έβλεπαν παρά κάτι τρελαμένα μικρά που λακούσαν πάνω κάτι τσιρίζοντας μανιασμένα.

Περνούσαμε κάτω από παγκάκια, πάνω από κάδους, δίπλα σε δεντράκια· προσπαθούσαμε να σκαρφαλώσουμε, μα του κάκου – δεν ήμασταν τόσο περιπετειώδεις!...

Μέσα στην εκκλησία, στο γραφείο, ο παπάς προφανώς άκουσε το πανδαιμόνιο – κυριολεκτικά το λέω – και πρόβαλε στην πόρτα, στο κεφαλόσκαλο, να δει τι τρέχει. Ήταν ένας νέος παπάς, με ξανθά γενάκια και γαλάζια μάτια, σαν του Κλέβις και του Κλωντιάν· εκείνη τη στιγμή φυσικά δεν μπορούσα να τον προσέξω. Δεν ξέρω τι είδε – την αλήθεια ή μόνο τα “τρελαμένα στρουμφάκια”; Πάντως τα τρολς κοντοστάθηκαν και τον κοίταξαν λίγο ανήσυχα. Έτσι εμείς πήραμε ανάσα ενός δευτερολέπτου και συνταχτήκαμε ο ένας δίπλα στον άλλο. Σα δεν είδαν τον παπά να κινείται εναντίον τους, ετοιμάστηκαν να μας χιμήξουν.

Διαπιστώσαμε με φρίκη πως μας είχαν περικυκλώσει!

«Βοήθεια!» ούρλιαξε ο Κώστας. Κι όλοι μονομιάς αρχίσαμε να φωνάζουμε τη μαγική λέξη.

Οι ελάχιστοι περαστικοί συνέχιζαν να μας κοιτάνε με γουρλωμένα μάτια. Ο παπάς, σκεφτικός κι αμίλητος, κατέβηκε ένα σκαλοπάτι.

Και τότε μια σκιά φάνηκε από πάνω μας, κάτι μεγάλο χαμήλωσε απ’ τον ουρανό και τα αερικά πάγωσαν από τον τρόμο τους, έριξαν βιαστικά μια ματιά προς τα πάνω και, αφού επιβεβαιώθηκε ο φόβος τους, το ’βαλαν στα πόδια σκορπίζοντας δώθε κείθε με στριγκλιές και ποδοβολητά. Σε μερικά δευτερόλεπτα δε φαινόταν ούτε ένα – δεν πιστεύαμε στην τύχη μας· είχαμε γλιτώσει!

Σφιχταγκαλιαστήκαμε και δειλά κοιτάξαμε προς τα πάνω, με την καρδιά μας να βροντάει σαν ταμπούρλο. Ήμασταν σίγουροι τι θα βλέπαμε.

Αυτό που είδαμε ήταν φευγαλέο, μια σκιά να χάνεται πάνω από τον τρούλο της εκκλησίας. Όμως ήμασταν σίγουροι: ήταν ο Μελένιος Δράκος!

Ίσως θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε άλλο… Μα τι λέω; Τι άλλο μεγάλο ιπτάμενο θα μπορούσε να πανικοβάλει τόσο πολύ τα δαιμόνια, που μας επιτέθηκαν να μας κατασπαράξουν, παρά μόνο ο Μελένιος Δράκος; Τι άλλο θα έμοιαζε τόσο πολύ με την πίσω όψη ενός δράκου, έστω και σκοτεινή, σα σκιά, μέσα στην αντηλιά, παρά μόνο ο Μελένιος Δράκος; Ήταν αληθινός! Και τον είχαμε βρει! Και μας είχε σώσει!

Κι εκείνη την ώρα πλησίασε και στάθηκε δίπλα μας ο ιερέας.

Μας κοίταξε γεμάτος καλοσύνη. Κάπου μέσα μας νιώθαμε, μας δεν το συνειδητοποιούσαμε τότε ακόμη, πως δεν ήταν καλοσύνη, αλλά ένα είδος παιδικής αθωότητας· διαφορετικής απ’ του θείου Άρη. Τούτος εξάλλου έμοιαζε πολύ νεότερος απ’ το θείο Άρη. Υπήρχαν παπάδες τόσο νέοι; Και ήταν τόσο ξανθός και ανοιχτόχρωμος, που φαινόταν ξένος. Υπήρχαν παπάδες τόσο ξανθοί;

«Τι πάθατε, παιδάκια;» μας ρώτησε με πραότητα. «Μήπως χρειάζεστε βοήθεια;».

Αντί ν’ απαντήσουμε, μπροστά στα κατάπληκτα μάτια του, ξαναρχίσαμε να ξεφωνίζουμε και τρέξαμε σα λαγοί, σκαρφαλώσαμε τα σκαλοπάτια της εκκλησίας και τρυπώσαμε μέσα!

Ο ιερέας κοίταξε τους αποσβολωμένους περαστικούς. Σήκωσε τους ώμους και μας ακολούθησε βιαστικά. Όμως από ένστικτο έριξε μερικές ματιές πέρα δώθε· δεν είδε τίποτα.

Μπήκε στην εκκλησία. Είχαμε κουρνιάσει πίσω απ’ την εικόνα της Παναγίας, σ’ ένα μεγάλο προσκυνητάρι ακριβώς μετά την είσοδο και το παγκάρι με τα κεριά.

Πλησίασε, μας σήκωσε παίρνοντάς μας από το χέρι και μας οδήγησε από μια αθέατη πλαϊνή πόρτα στο μικρό κομψό γραφείο του.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Για να μην πολυλογώ, του αφηγηθήκαμε τα πάντα. Μέχρι τη στιγμή που πιστοποιήσαμε την ύπαρξη του Μελένιου Δράκου, λίγα λεπτά πριν. Ακόμα τρέμαμε κι η καρδιά μας κλωτσούσε από το φόβο των αιμοβόρων τρολς!

Μας άκουσε υπομονετικά, έκανε μια δυο διευκρινιστικές ερωτήσεις, και μετά για λίγο βυθίστηκε σε σκέψεις.

«Πώς ήταν αυτά τα αβγουλάκια, παιδί μου;» ρώτησε τη Λένια.

«Μικρά, σα μαμουνάκια» αποκρίθηκε το κοριτσάκι. Σούφρωσε λίγο τα μουτράκια της. «Σαν κομπιουτεροκακάκια» πρόσθεσε λίγο αηδιαστικά.

Έτσι τα ονομάζαμε όλοι από ’δώ και πέρα· κομπιουτεροκακάκια.

«Πού είναι οι γονείς σας;» μας ρώτησε τώρα ο ιερέας.

«Εδώ παρακάτω» απάντησα. «Θα μας ψάχνουν».

«Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε είναι να τους ειδοποιήσουμε».

«Πάτερ, με μας είστε ή με τους κακούς;» αγανάκτησε ο Μιχάλης, εκφράζοντας όλους μας. «Σας λέμε ότι μας κυνηγήσανε – πώς να το πω; – διαόλοι! Παραλίγο να μας φάνε! Δεν είδατε τίποτα;»

Κούνησε το κεφάλι του· το σοβαρό του βλέμμα, εκείνη την ώρα τουλάχιστον, μου άφηνε κάποιες αμφιβολίες αν έλεγε αλήθεια. Τουλάχιστον, ήθελα να έχω αμφιβολίες.

«Ακούστε, παιδιά μου», είπε. «Δε λέω ότι δε σας πιστεύω… Εντάξει, σας πιστεύω. Αλλά είστε μικρά παιδιά κι εγώ δεν είμαι ο μπαμπάς σας. Έχω ευθύνη για σας. Πρέπει να έρθουν εδώ οι γονείς σας και να τους τα πούμε όλα αυτά. Εγώ, από πλευράς μου, όσο μπορώ θα σας βοηθήσω».

Ξεφυσήσαμε. Πάει καλά! Του είπα τον αριθμό τηλεφώνου μου, κάλεσε το μπαμπά μου και σ’ ένα λεπτό, ή και λιγότερο, οι έξι γονείς είχαν μαζευτεί εξαγριωμένοι εδώ.

Τους είπαμε την ιστορία, για τα δαιμόνια και την εμφάνιση του Μελένιου Δράκου.

Δεν το χωρούσε ο νους τους κι έκαναν πως δεν το πιστεύουν. Μας έβαλαν τις φωνές που το σκάσαμε κι όλα αυτά τα δασκαλίστικα, που κάνουν οι παλαβοί μεγάλοι όταν βρίσκονται σε αμηχανία.

«Εσείς τι λέτε, πάτερ;» ρώτησε η θεία Μαρκέλλα, σε μια ύστατη προσπάθεια να μας λογικέψει. Όλοι κοίταξαν τον ιερέα, ελπίζοντας πως θα μιλήσει λογικά, δηλαδή θα πάρει το μέρος τους. Κι εμείς τον κοιτάξαμε ικετευτικά, ελπίζοντας να πει την αλήθεια, δηλαδή να πάρει το δικό μας μέρος.

Ο νεαρός ιερέας μας έριξε μια ματιά και είδε το ικετευτικό βλέμμα μας. Έσφιξε τα χείλη· θα προτιμούσε να μην το είχε αντικρίσει.

«Κοιτάξτε» είπε στη θεία· «είδα τα παιδιά να τρέχουν πάνω κάτω ξεφωνίζοντας τρομαγμένα. Δεν είδα δαίμονες, αλλά ήταν φανερό πως δεν έπαιζαν, πως έτρεχαν να ξεφύγουν από κάτι. Δεν είδα δράκο ή σκιά δράκου, έβλεπα μόνο τις αντιδράσεις των παιδιών, αλλά, αν δεν είχαν γίνει ξαφνικά ηθοποιοί που έπαιζαν μια παράσταση χωρίς κοινό, οι αντιδράσεις τους ήταν ακριβώς σα να ζούσαν όλα αυτά που μας διηγούνται».

«Δηλαδή τα πιστεύετε;» ρώτησε η θεία γουρλώνοντας τα μεγάλα της μάτια με φρίκη.

«Δεν πρέπει να αποκλείσετε τίποτα» παραδέχτηκε ο ιερέας.

Τώρα οι μεγάλοι ξέσπασαν σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας:

«Ε, όχι, πάτερ μου» είπε θυμωμένος ο μπαμπάς μου. «Πρέπει ν’ αποκλείσουμε τους παραλογισμούς. Πρέπει ν’ αποκλείσουμε τα ψέματα».

«Τι περιμένεις; Παπάς!» είπε κάπως ρατσιστικά ο θείος Ορέστης.

Ο θείος Πέτρος κι η θεία Ξένια κοιτούσαν θλιμμένα και δε μιλούσαν. Αναρωτήθηκα αν είχε κλονιστεί κάπως η βεβαιότητά τους πως όλα ήταν αποκύημα της φαντασίας μας.

«Πάμε γρήγορα σπίτι!» είπε οργισμένος ο θείος Ορέστης. «Αυτή η κωμωδία σταματάει τώρα!».

«Ε, όχι!» ούρλιαξε ο Μιχάλης και στάθηκε αντιμέτωπος με το μπαμπά του. Στα μάτια του, πρώτη φορά όσα χρόνια τον ήξερα, δηλαδή όλη μου τη ζωή, είχαν ανεβεί δάκρυα.

Στριμωχτήκαμε πίσω του· ήταν και πάλι ο φυσικός μας ηγέτης.

«Τι είπες, μικρέ;» ειρωνεύτηκε ο θείος στραβοκοιτάζοντάς τον.

«Είπα, όχι!» απάντησε ο Μιχάλης και κοπάνησε με το πόδι του το πάτωμα του μικρού γραφείου. «Επιτέλους θα μας ακούσετε. Ξέρουμε τι είδαμε! Παραλίγο να μας έχουν κάνει κιμά! Βρήκαμε το Μελένιο Δράκο! Και δε θα μας σταματήσετε τώρα, που προχωρήσαμε ένα βήμα για να βρούμε το Χρήστο».

Όσο μιλούσε, όλο και περισσότερο δάκρυζε. Εμείς κρατούσαμε την ανάσα μας περιμένοντας τις αντιδράσεις τους.

«Ας είμαστε ψύχραιμοι» είπε ο θείος Πέτρος. «Πάμε σπίτια μας».

«Ας αφήσουμε την αστυνομία να κάνει τη δουλειά της» συμπλήρωσε η θεία Ξένια. «Παιδιά, μη συνεχίζετε».

«Συγνώμη, πάτερ» είπε ο μπαμπάς μου.

Ο παπάς κούνησε ελαφριά το κεφάλι με τα ξανθά του γενάκια και δεν είπε λέξη.

Καθώς βγαίναμε απ’ την εκκλησία, ο Κώστας μας έδειξε την εικόνα, που πίσω της είχαμε κρυφτεί όταν μπήκαμε τρομοκρατημένοι. Παράξενα συναισθήματα μας κατέκλυσαν – και μια ελπίδα πως δεν ήταν όλα τυχαία· ήταν η Παναγία Γαλακτοτροφούσα (όπως ξέρω σήμερα πως τη λένε), που θήλαζε το Μωράκι στην αγκαλιά της, ακριβώς όπως η εικόνα που είχαμε βρει το προηγούμενο καλοκαίρι στο χωριό μας.

Κεφάλαιο 4

Με λένε Μίνα.

Από μικρή ζούσα μέσα στη φαντασία. Κόλλησα με το Τζίμη, το Νόντα, τη Σοφία, τη Στέλλα, την Οξάνα. Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας με τον Πήτερ Παν, συνεχίσαμε με το Χάρυ Πότερ, προχωρήσαμε με παιχνίδια ρόλων στο net café της περιοχής μας και μετά στα τάμπλετ και τα λάπτοπ μας. Και τώρα, που πάμε Α' Λυκείου (τελευταία περίοδο χάριτος πριν την κούρσα θανάτου στην αρένα με τις Πανελλήνιες), έχουμε περάσει στην πράξη. Καπνίζουμε, πίνουμε, ξενυχτάμε, χορεύουμε, κάνουμε έρωτα (με προφυλάξεις, εννοείται – φιλενάδες μας χωρίς προφυλάξεις έχουν μπει στο χειρουργείο για να πετάξουν τις συνέπειες), έχουμε διαμορφώσει το σώμα μας όπως θέλουμε με τατουάζ, σκουλαρίκια και βαφές μαλλιών, γενικά έχουμε σουτάρει αυτόν το βρόμικο κόσμο και ζούμε στον δικό μας, κοινό, δημιουργημένο από μας, περιπετειώδη, αγανακτισμένο κόσμο μας.

Κρατηθήκαμε καθαροί από ναρκωτικά, αν και δοκιμάσαμε μερικά ελαφριά. Δε μπλέξαμε σε παρανομίες, αν και πότε πότε σουφρώσαμε μερικά ψιλά απ’ τους γονείς μας. Άλλωστε, γι’ αυτό είναι οι γονείς, είτε είναι μαζί, είτε (οι περισσότεροι) χωρισμένοι, είτε μόνο μαμά, χωρίς ποτέ να έχει υπάρξει στη ζωή μας μπαμπάς.

Έχουμε κάνει κι ένα γκρουπάκι και παίζουμε σκληρό rock. Είμαστε οι «Πειρατές των Υπονόμων». Ο Νόντας έγραψε κι ένα τραγούδι, τον Παπαγάλο με ξύλινο πόδι, ταιριαστό με το όνομα του group μας· το ανεβάσαμε στο Facebook, το παίζουμε στις μικρές μας συναυλίες κι έχει τρομερή επιτυχία. Ελπίζουμε πως θα φτιάξουμε κι άλλα τραγούδια, όχι για CD κι εταιρίες (αλλεργία σε όλα αυτά), μόνο για βιντεάκια στο Fb.

Όλα αυτά μέχρι πριν πέντε μήνες, όταν χάθηκε ο αδερφός μου, ο Θάνος.


Οι μισοί από μας έχουμε και μικρούς αδερφούς. Συνήθως δεν ασχολούμαστε μαζί τους. Μερικοί απ’ αυτούς ακολουθούν τα βήματά μας· σχηματίζουν παρέες που προσπαθούν να μας μοιάσουν.

Ίσως δεν προσπαθούν να μοιάσουν σ’ εμάς, αλλά το ποτάμι τους φέρνει κατά ’δώ. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, ελπίζω· το ποτάμι της ζωής, το ρεύμα, πώς να το πω; Αυτό που κατά βάθος ακολουθούμε όλοι, ζούμε μια ζωή αφύσικη σ’ έναν κόσμο αφύσικο, χτίζουμε έναν παράδεισο που μοιάζει με κόλαση, σ’ έναν κολασμένο κόσμο που μας κατασπαράζει με τεράστια σαγόνια σαν από θρίλερ.

Αυτό κάνουμε εμείς, αυτό θα κάνουν και τα μικρά μας αδέρφια· τι άλλο; Greek History X. Το πιάσατε;

Όμως όχι και να εξαφανιστούνε τ’ αδέρφια μας! Μπορεί να μας ενοχλούν, να μην ασχολούμαστε μαζί τους, να μη θέλουμε ν’ ασχολούνται κι αυτά μαζί μας, αλλά τι στο καλό, αδέρφια μας είναι, είναι και θέμα τιμής να τα διατηρούμε ασφαλή.

Θέμα τιμής, απαίτηση των γονιών, ίσως κατά βάθος να τ’ αγαπάμε και λίγο.

Εγώ είμαι σίγουρη πως τον αγαπάω τον αδερφό μου, αν και δεν το ’χω παραδεχτεί ποτέ και ελπίζω να μη βρεθώ στην ανάγκη να το παραδεχτώ και στο μέλλον. Αλλά όταν βρω αυτόν που του έκανε κακό, θα τον σκοτώσω!

Επειδή κανείς άλλος απ’ τον πραγματικό κόσμο δε θα το κάνει, θα τον σκοτώσω εγώ η ίδια. Αλλιώς, όλη η αναρχία και η πειρατεία που χτίσαμε γύρω μας και μέσα μας τόσα χρόνια, είναι λόγια του αέρα.

Συσπειρωθήκαμε λοιπόν όλοι και αρχίσαμε το ψάξιμο.

Κατ’ αρχάς, κάναμε ένα τατουάζ στον καρπό μας, μια πειρατική νεκροκεφαλή κι έναν παπαγάλο με ξύλινο πόδι. Και μετά αρχίσαμε να ρωτάμε. Πρώτα τους φίλους του, τους αγριέψαμε και τους απειλήσαμε, μήπως είναι πουθενά μπλεγμένοι. Δε βγάλαμε άκρη. Μετά ξεκινήσαμε να ψάχνουμε στις πλατείες, στα στέκια, στα πεζοδρόμια και στις σκιές. Όχι για Μελένιους Δράκους και σαχλαμάρες! Για εμπόρους ναρκωτικών, μαστροπούς, παιδεραστές, εμπόρους σκλάβων, διακινητές ανθρωπίνων οργάνων…

Σε όλα αυτά, οι γονείς μας αμέτοχοι. Έτσι κι αλλιώς αμέτοχοι είναι σε όλη τη ζωή μας. Ούτε που ρωτάνε τι κάνουμε όλη μέρα – και όλη νύχτα.

Αυτή η νύχτα είναι που κρύβει την αλήθεια, μέσα σ’ αυτήν βρίσκεται και κατοικεί, σαν κουκούλι τερατώδους σαρκοβόρας πεταλούδας, που εκκολάπτεται και καταβροχθίζει όποιους βρει μπροστά της!

Είδαμε πολλά. Δεν πήγαμε μόνοι μας· δε θα ζούσαμε ούτε βδομάδα. Πήγαμε με μεγαλύτερους, ξεσκολισμένους κι απ’ τα συστημικά σχολεία (που πιστεύαμε τότε πως θέλουν κάψιμο) κι απ’ τη ζωή (που αυτή κι αν θέλει κάψιμο).

Είχαμε φίλους και εραστές – ας εκφραστώ κόσμια, μας διαβάζουν και παιδιά – που ήξεραν πρόσωπα και πράγματα κι ήταν αληθινοί πειρατές, όχι πειρατές της μουσικής σαν εμάς. Άνθρωποι που έκαναν και βρομοδουλειές, και μας φέρανε κοντά σε άλλους, που κάνανε πιο μεγάλες βρομοδουλειές.

Αλλά πέρασαν πέντε μήνες και δε βρήκαμε τίποτα.

Και τότε διαβάσαμε στο Fb την ιστορία με το Μελένιο Δράκο.

Και θυμήθηκα πως ο Θάνος μου μού είχε πει μια φορά αυτές τις λέξεις.

Αμέσως βαλθήκαμε να το ψάχνουμε· όχι μόνο στα ελληνικά, αλλά σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Δεν ήταν από παιχνίδι υπολογιστών, ούτε από παιδική ταινία· από τι ήταν;

Μήπως καμιά σπείρα που ξεγελούσε παιδιά;

Ρωτήσαμε στο σχολείο, και φυτά και φλώρους και μάγκες· τίποτα. Ρωτήσαμε και στα στέκια, στα μπαρ, στους νυχτερινούς δρόμους· πάλι τίποτα.

Ρωτήσαμε μέσω Fb και τους “φίλους” μας σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες· και πάλι τίποτα.

Όλοι ήξεραν για την αναζήτηση του Μελένιου Δράκου – θα βοηθήσαμε κι εμείς σ’ αυτό, το είπαμε σε εκατοντάδες ανθρώπους ώς τα πέρατα του κόσμου, τόσο ταξιδεμένοι πειρατές δε θα ’χουν υπάρξει – μα κανείς δεν ήξερε τι ήταν.

Όμως ένας δυο ακόμη με αδέρφια εξαφανισμένα βρέθηκαν που είχαν ακούσει τις λέξεις, και το μυστήριο μεγάλωνε.

Έτσι πήγαμε στα μικρά, σ’ αυτά που ξεκίνησαν την ιστορία, και τους προσφέραμε συμμαχία και υποστήριξη.

Είχα τα μαλλιά μου βαμμένα μαύρα κατράμι, το ίδιο και τα χείλια μου και τα μάτια· ντυμένη στα μαύρα, με πολλά σκουλαρίκια και τατουάζ· το βλέμμα μου γεμάτο οργή, όλο τον κόσμο μισούσα – θα τα παίξανε τα μικρά.

Κερδίσαμε την εμπιστοσύνη και το σεβασμό τους. Δεν ήξεραν ακόμα πού πήγαιναν να μπλέξουν· πού πήγαιναν να μπλέξουν μαζί μας…

Βλέπεις, δεν είχαν αρχίσει να γίνονται επικίνδυνοι· ακόμη δεν είχαν δει τα αβγά, αυτά που το κοριτσάκι ονόμαζε κομπιουτεροκακάκια, κι έτσι έμειναν και στην ιστορία…

Κεφάλαιο 5

Εδώ Μίνα.

Κατά τα μέσα της χρονιάς, τρία αγόρια απ’ το σχολείο μας, κολλητοί, τρεις φλωρογκατζετάκηδες, κομπιουτεροσπασίκλες, τα Τρία Γουρουνάκια, έτσι τους λέγαμε – ήταν και χοντρούληδες – κι ούτε που ήξερα τα ονόματά τους, χακάρανε και κατεβάσανε ένα παιχνίδι ρόλων, ολόφρεσκο κι ακυκλοφόρητο. Λεγόταν “Απαγωγή”· μιλούσε για την απαγωγή ενός εντεκάχρονου και για την αδερφή του με την παρέα της, που ψάχνανε να τον βρουν, να τον φέρουν πίσω.

Σχεδόν αμέσως κατάλαβαν πως οι χαρακτήρες του παιχνιδιού ήμασταν ο Θάνος κι εμείς!

Ξενυχτήσανε παίζοντας. Τα βάλανε με ψηφιακούς κακοποιούς και μαχαιροβγάλτες, εμπόρους ναρκωτικών και σωματέμπορους – αυτούς που είχαμε ερευνήσει εμείς, μόνο που στο παιχνίδι τους πολεμούσαν και τους ξεπάστρευαν με σπαθιά και τόξα.

Όποιος έχανε βυθιζόταν σε φυλακές βασανιστηρίων, στο παιχνίδι πάντα, κι οι άλλοι έπρεπε να ρισκάρουν για να τον σώσουν, αλλιώς έχαναν πόντους· και αν ρίσκαραν, ξεκινούσαν καινούργιες πίστες όπου μπορεί να έχαναν εντελώς τη ζωή τους και το παιχνίδι. Χάσανε και ξεκίνησαν από την αρχή κάμποσες φορές, ολοένα και πιο πεισμωμένοι.

Και τελικά φτάσανε σ’ ένα βασίλειο βυθισμένο στη νύχτα, σ’ ένα σκοτεινό μεσαιωνικό κόσμο, όπου πρόβαλαν να τους αντιμετωπίσουν διαβολικοί σταυροφόροι, ή μάλλον αναποδοσταυροφόροι, ιππότες με μαύρες πανοπλίες κι ανάποδους σταυρούς στο στήθος, στις ασπίδες και στους μανδύες. Ό,τι κι αν έκαναν, δεν κατάφεραν να τους νικήσουν.

Μετά από ολονύχτιο παιχνίδι, ήρθαν άυπνοι στο σχολείο και στο πρώτο διάλειμμα με βρήκαν και μου τα είπαν.

Κάναμε κοπάνα από τη δεύτερη κιόλας ώρα – πού να περιμένουμε να σχολάσουμε; Και τι να καθίσουμε να κάνουμε στο σχολείο; Ήμασταν εννιά άτομα, οι Πειρατές των Υπονόμων (υπενθυμίζω: ο Τζίμης, ο Νόντας, η Οξάνα, η Σοφία, η Στέλλα κι εγώ) και τα Τρία Γουρουνάκια. Πάντα νιώθαμε περήφανοι στις κοπάνες μας, αλλ’ αυτή τη φορά είχαμε κυριευτεί από ιερό ρίγος, σαν αληθινοί πειρατές ή ίσως ιππότες ή κομάντος, που ξεκινούσαν για αποστολή υψηλού κινδύνου, για να σώσουν τον κόσμο.

Ναι, ήμασταν αληθινοί πειρατές και κομάντος, είχαμε βουτήξει βαθιά, δεν ήταν αστείο. Κι αν κανένας φλώρος καθηγητής – έτσι τους έβλεπα τότε – μας ζητούσε το λόγο την άλλη μέρα, πρώτη φορά είχαμε πραγματικά σοβαρό λόγο που είχαμε φύγει: να ψάξουμε για τον αδερφό μου.

Αυτό που δεν ξέραμε, αν και θα ’πρεπε να το φανταστούμε, ήταν πως η όλη φάση ήταν στημένη. Στημένη, για να μας παγιδεύσουν· στημένη, για να μας κάνουν δικούς τους, για να μας μετατρέψουν σε δόλωμα.

Βάλανε δόλωμα για να κάνουν εμάς δολώματα. Βάλανε δόλωμα για μαρίδες, για να τις κάνουνε δόλωμα για συναγρίδες – αν τα λέω σωστά, γιατί δεν ξέρω από ψάρεμα.

Μαζευτήκαμε στο σπίτι ενός απ’ τα Τρία Γουρουνάκια, του πιο χοντρούλη. Τα καημένα, ήταν περήφανα που μας έδειχναν κάτι, όπως κάθε σπασίκλας είναι περήφανος όταν συνεργάζεται με ανθρώπους της πιάτσας και της πράξης.

Μας έδειξαν το παιχνίδι, και το παίξαμε. Ήταν φως φανάρι πως στην οθόνη φιγουράραμε ο Θάνος κι εμείς. Παλεύαμε με κακοποιούς κάθε είδους, που μοιάζανε με τους τύπους που είχαμε συναντήσει τόσο καιρό στην έρευνά μας για τον αδερφό μου.

Ποιος το είχε φτιάξει; Τι κρυβόταν από πίσω; Ναι, αυτοί που είχαν αρπάξει το μικρό Θάνο, αλλά ποιοι ήταν; Μας παρακολουθούσαν βήμα προς βήμα; Ξέρανε τα πάντα για μας; Τυχαία έφτασε στα χέρια των τριών καινούργιων συμμάχων μας;

Αναρωτιόμασταν, αλλά προς το παρόν δεν το ερευνούσαμε, μόνο παίζαμε, μήπως αποκαλυφθούν τίποτα στοιχεία.

Επιμείναμε ξανά και ξανά. Φτάσαμε στο σκοτεινό βασίλειο και στους ιππότες. Πολεμήσαμε, χάσαμε. Ξαναρχίσαμε από την αρχή, ξαναφτάσαμε μετά πολλή ώρα, ξαναχάσαμε. Δεν υπήρχε τρόπος να τους νικήσουμε στο παιχνίδι· ήταν φανερό πως δεν ήταν άνθρωποι.

Ήρθε το απόγευμα και δεν είχαμε σηκώσει το κεφάλι μας από την οθόνη.

Το καλό της εποχής μας (σαν καλό το θεωρούσα τότε) είναι πως δεν υπάρχουν γονείς. Δουλεύουν τρελά ωράρια και ακανόνιστα. Κι όταν έρχονται στο σπίτι, δε μας ενοχλούν. Έχουν αποδεχτεί την ήττα τους και παραιτηθεί από τις προσπάθειές τους να παρέμβουν στη ζωή μας· κυριολεκτικά, έχουν παραδοθεί.

Έτσι ο κόσμος μας έχει γίνει κόσμος των παιδιών – ή, για ν’ ακριβολογήσουμε, των εφήβων. Ο έφηβος κάνει ό,τι θέλει και το πιθανότερο είναι πως οι γονείς δε θα μάθουν ποτέ τίποτα.

Και τι κόσμος είναι αυτός και τι ακριβώς θέλει να κάνει ο έφηβος σ’ έναν τέτοιο κόσμο;

Όλοι το ξέρετε, μην κρύβεστε και μην κάνετε πως χρειάζεται να σας το πω: ένας εφιαλτικός κόσμος. Ένας κόσμος παράνοιας, σαν βγαλμένος από το πιο τρομαχτικό θρίλερ· δεν ξέρω αν τα θρίλερ αντιγράφουν τον αληθινό κόσμο ή ο κόσμος τα θρίλερ. Απελπισία, σκοτάδι, βία, πόνος, μίσος, κενότητα, τι άλλο να πω; Αυτά είναι τα μαύρα βέλη στη φαρέτρα ενός Τοξότη Ζόμπι, που τοξεύει και, όποιον πετύχει, αυτός βυθίζεται σε μια κόλαση· μια γοητευτική κόλαση, που τον ελκύει ολοένα και πιο βαθιά, τον τροφοδοτεί με κατάλληλη μουσική, ταινίες, παιχνίδια, διασκεδάσεις, και τελικά τον σκοτώνει.

Αυτά θα μπορούσε να τα λέει κι ένας κοινωνιολόγος, ένας ψυχολόγος ή ακόμα κι ένας παπάς – αν και δε θυμόμασταν τότε πως υπάρχουν παπάδες· αυτός ο κόσμος, ο μαγεμένος με μαύρη μαγεία, τους κρύβει από τα μάτια μας και, όταν τους αφήνει λίγο να φανούν, τους παραμορφώνει τόσο (ή εμάς παραμορφώνει) που τους σιχαινόμαστε και τους μισούμε.

Τέλος πάντων, αυτά τώρα δεν τα έλεγε κάποιος που δεν τα ’χει ζήσει. Εμείς τα ξέραμε πολύ καλά και αργότερα θα διαπιστώναμε πως κυριολεκτικά είναι αλήθεια.

Όπως είπα, ήρθε το απόγευμα και δεν είχαμε σηκώσει το κεφάλι μας από την οθόνη. Μας ξύπνησε απ’ το λήθαργο η μαμά του παιδιού, που μπούκαρε ξαφνικά και μας βρήκε. Μας παράγγειλε σουβλάκια – είχε φτιάξει φαΐ, μα δεν έφτανε για όλο το τσούρμο – μας έστρωσε την τραπεζαρία και φάγαμε και δε μας ενόχλησε καθόλου. Μερικοί ακόμα γονείς τηλεφώνησαν στα παιδιά τους, πήραν την απάντηση πως όλα ok και δεν ξαναρώτησαν. Ήρθε κι ο μπαμπάς του παιδιού, μας χαιρέτησε ευγενικά και μας άφησε κι αυτός ήσυχους.

Κι εμείς, χωμένοι ξανά στο δωμάτιό του, με κλειστή την πόρτα, κάποια στιγμή φάνηκε να νικάμε τους αναποδοσταυροφόρους. Κι αφού είχαμε σκοτώσει πολλούς, είδαμε να προβάλλουν από το βάθος της πίστας τρεις φιγούρες – τρεις αιχμάλωτοι, δεμένοι, ολόγυμνοι, με μήλα στο στόμα, σα γουρουνάκια έτοιμα για το φούρνο. Μαντέψατε ποιοι ήταν;

Οι καινούργιοι μας φίλοι, τα Τρία Γουρουνάκια! Ίδιοι κι απαράλλαχτοι, όπως είναι στην πραγματικότητα!

Όλοι ξεφωνήσαμε από τρόμο και κλείσαμε το παιχνίδι.

Περάσαμε κάμποση ώρα αμίλητοι κι αφού συνήλθαμε κάπως από τη φρίκη, κάναμε επιτέλους την κίνηση που ίσως έπρεπε να είχαμε κάνει (ή να μην είχαμε κάνει) από την αρχή: με αρχηγούς τους τρεις φίλους, που ήταν δυνατοί κομπιουτεράδες, τρυπώσαμε στον κυβερνοχώρο και ψάξαμε την προέλευση του παιχνιδιού.

Και η αναζήτηση μας οδήγησε σ’ ένα net café στην άλλη άκρη της Αττικής. Όλη την ώρα πιστεύαμε πως είναι ξένο, και τώρα βλέπαμε, από τα ίχνη του στον κυβερνοχώρο, πως όχι μόνο είναι ελληνικό, αλλά και προέρχεται από ένα γνωστό net café.

Να καλέσουμε τους μπάτσους; Δεν υπήρχε περίπτωση. Να μιλήσουμε στους μεγάλους; Ούτε συζήτηση. Να φωνάξουμε ενήλικες φίλους μας για ενισχύσεις;

Αυτό θα μπορούσαμε να το ’χουμε κάνει, αλλά κανείς δεν το σκέφτηκε. Λογικά, περιμέναμε πως θα μπλέξουμε, αλλά ήμασταν τόσο ναρκωμένοι από την επίδραση του πολύωρου παιχνιδιού στα μυαλά μας, που ήμασταν σα συνδεδεμένοι σ’ αυτό, σαν το Matrix· σκεφτόμασταν ό,τι ήθελαν κάποιοι άλλοι, που θα τους γνωρίζαμε σε λίγη ώρα.

Παρατήσαμε τις τσάντες μας, ούτε που τις θυμηθήκαμε, χαιρετήσαμε τους γονείς του παιδιού, που μας κοίταζαν αποσβολωμένοι, και ξεκινήσαμε κάτω από ένα βαρύ μολυβένιο βραδινό ουρανό, που έσταζε πού και πού παγερές ψιχάλες.

Διασχίσαμε την Αθήνα με τα μηχανάκια μας. Όσο να φτάσουμε είχε νυχτώσει. Πώς νιώθαμε; Φοβισμένοι. Πεισμωμένοι; Μπα… Σταθήκαμε απ’ έξω και δεν τολμούσαμε να κάνουμε βήμα. Και μακάρι να μην είχαμε κάνει βήμα.

Αλλά, πάλι, δεν ξέρω, ίσως καλύτερα που το κάναμε αυτό το βήμα. Μόνο ο Θεός ξέρει – δεν Τον ανέφερα ξανά, απ’ όσο θυμάμαι – τι ήταν καλύτερο και τι θα γινόταν, αν δεν είχε γίνει αυτό που έγινε εκείνη τη νύχτα…

Μπήκαμε και ρωτήσαμε χύμα το μπάρμαν για το παιχνίδι, δείχνοντάς του το CD, όπου το είχαμε κατεβάσει. Δεν τον ξέραμε, δεν ήταν κοντά στην περιοχή μας, και δεν καταλάβαμε πως εκείνος μας ήξερε και μας κορόιδευε.

Φάνηκε χαρούμενος που το είχαμε στα χέρια μας, μίλησε πολύ ευγενικά και μας πρότεινε να περάσουμε από μια πόρτα στο μισοσκότεινο βάθος του τεράστιου café. Φύγαμε από το μπροστινό μέρος, όπου ενήλικες χρησιμοποιούσαν το Internet νηφάλιοι για κάπως σοβαρούς λόγους, και διασχίσαμε τον απέραντο χώρο, όπου αμέτρητα παιδιά και έφηβοι χτυπιούνταν με τις οθόνες, τσίριζαν κι έβριζαν με φριχτές βρισιές παίζοντας διάφορα παιχνίδια, που δε γυρίσαμε να δούμε τι περιείχαν.

Ίσως ήταν παιχνίδια αντίστοιχα μ’ εκείνο που είχαμε παίξει εμείς. Αλλά κι αν δεν ήταν, πάλι ήταν ναρκωτικά της ψυχής· όλα ένα κύκλωμα είναι, μην αμφιβάλλεις· ένας ιστός αράχνης, που σε τυλίγει και σε τρώει.

Πίσω από την πόρτα βρεθήκαμε σε απόλυτο σκοτάδι. Σχεδόν αμέσως μια ανταύγεια φώτισε κάπως. Όπως δυνάμωσε, διαπιστώσαμε με τρόμο πως βρισκόμασταν στην πίστα με τους αναποδοσταυροφόρους. Δε φαινόταν ψυχή, αλλά ο χώρος ήταν ίδιος.

Η πόρτα πίσω μας όχι μόνο κλειστή, αλλά και αόρατη. Μας είχαν μπλοκάρει.

«Καλά κορόιδα είμαστε, που ήρθαμε εδώ» γκρίνιαξε ο Νόντας.

Όλοι οι άλλοι είχαμε χάσει τη λαλιά μας. Τα Τρία Γουρουνακια τρέμανε πιο πολύ απ’ όλους, είχανε γουρλώσει τα μάτια, τα δόντια τους και τα γόνατά τους χτυπούσαν και σφίγγονταν ο ένας πλάι στον άλλο σαν κινούμενα σχέδια. Αν δεν ήταν τραγικό, θα ήταν αστείο.

Εμείς κάναμε τους γενναίους. Δυο αγόρια και τρία κορίτσια, Πειρατές των Υπονόμων, δεν έπρεπε κανείς να μας πει δειλές, δεν έπρεπε καμιά να τους πει δειλούς. Κατά βάθος, τα ’χαμε παίξει. Κοιταχτήκαμε. Τι θα γινόταν;

Άνοιξε απέναντί μας μια πύλη, από την οποία ξεχύθηκε άπλετο φως. Μπήκαν μια εικοσαριά αναποδοσταυροφόροι, με πρόσωπα καλυμμένα, όπως στο παιχνίδι, πίσω από μαύρες περικεφαλαίες. Κρατούσαν γυμνά σπαθιά και ασπίδες· το σύμβολο του ανάποδου σταυρού – όλοι ξέρουμε τι σημαίνει – φεγγοβολούσε παντού, σα να μας περιγελούσε. Και πράγματι μας περιγελούσε.

Στη μέση ξεπρόβαλε ο άρχοντάς τους. Πρώτη φορά τον βλέπαμε, δεν υπήρχε στο παιχνίδι. Ή, κι αν υπήρχε, δεν είχαμε προχωρήσει τόσο που να τον συναντήσουμε στην οθόνη.

Δεν ήταν άνθρωπος. Ήταν ένα τέρας ξερακιανό, πολλά μέτρα ψηλό, ώς την οροφή, ντυμένο κατάμαυρα σαν το Χάρο. Το πρόσωπό του έλαμπε μ’ ένα αρρωστημένο γαλάζιο φως, δεν ξεχώριζες τα χαρακτηριστικά του. Από το κρανίο και τα δυο του χέρια έμοιαζε να πετούσε γαλάζιες φλόγες. Μας πλησίασε κι έμοιαζε σα να πετούσε και στάθηκε ακριβώς μπροστά μας. Είχαμε παγώσει – ή μήπως εκείνος μας είχε παγώσει; Ακόμα και τώρα δεν ξέρω και ίσως ποτέ δε θα μάθω.

Μας μίλησε μέσα στο μυαλό μας και μας έστειλε να του φέρουμε τα παιδιά. Ήταν τότε που είχαν γλιτώσει απ’ τους καλικάντζαρους, στην εκκλησία. Δεν τα ξέραμε βέβαια ακόμη αυτά.

Όταν βγήκαμε από την αίθουσα και περάσαμε από τη σάλα του net café, ήμασταν όργανά του.

Κεφάλαιο 6

Ο π. Σάββας δεν μπορούσε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.

Είχε ένα αγοράκι πέντε χρονών, το Νικόλα, κι ένα δίχρονο κοριτσάκι, την Βερούλα. Και τα δυο κοιμούνταν στο δωμάτιό τους, δίπλα στα πολύχρωμα παιχνίδια τους, κάτω από το εικόνισμα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, αντίγραφο της μεγάλης εικόνας απ’ το ναό του.

«Τι έπαθες, χριστιανέ μου, και στριφογυρίζεις;» τον ρώτησε, μέσα στη νύστα της, η παπαδιά του.

«Τίποτα, δεν έχω ύπνο» απάντησε και σηκώθηκε να βάλει ένα ποτήρι νερό.

Πέρασε μπροστά από το δωμάτιο των μωρών του.

«Μπαμπά» άκουσε τη φωνούλα του Νικολάκη. Μπήκε μέσα· το αγόρι καθόταν στο κρεβατάκι του. Κάθισε δίπλα του, με προσοχή, μην ξυπνήσει το κοριτσάκι που κοιμόταν μακάρια στην άλλη άκρη.

«Τι ’ναι, Νικόλα μου; Κάνε νάνι».

Το παιδάκι τον κοίταξε στα γαλάζια μάτια του με τα αθώα καστανά δικά του.

«Ξέρω τι έγινε σήμερα στην εκκλησία» τον πληροφόρησε σοβαρά, σα μεγάλος.

Ο παπάς ανατρίχιασε.

«Δηλαδή, τι έγινε;» τόλμησε να ρωτήσει.

«Μου τα είπε ο Μελένιος Δράκος. Πρέπει να πεις την αλήθεια στα παιδιά. Και να τα πας… εκεί που ξέρεις· εκεί που έχουμε πάει και μαζί».

«Είναι επικίνδυνα τώρα εκεί» αποκρίθηκε ο ιερέας. «Και πώς να τα πάρω να τα πάω; Δεν είναι δικά μας, έχουν γονείς και οι γονείς τους έχουν ευθύνη και φοβούνται γι’ αυτά».

«Ναι, αλλά τα εξαφανισμένα παιδιά; Πρέπει να τα βοηθήσεις. Εσύ μπορείς να τα βοηθήσεις, και ο Μελένιος Δράκος».

Ο μπαμπάς του τον κοιτούσε αμίλητος, κρατώντας του το χεράκι.

«Να ξέρεις πως κινδυνεύουν και τ’ άλλα παιδιά» επέμεινε ο μικρός. «Κινδυνεύουν αν δεν κάνεις τίποτα. Θα τα πιάσουν σαν ψαράκια. Κι αν δεν κάνεις τίποτα», έσφιξε τα χειλάκια του, «θα πάω εγώ να τα βρω. Θα καβαλικέψω το Μελένιο Δράκο και θα πάω πετώντας!».

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

«Οι μάγοι δεν υπάρχουν» είχα πει στη Λένια· «συγνώμη, Λένια μου, αλλά υπάρχουν μόνο στα παραμύθια».

Έκανα λάθος.

Την επόμενη μέρα, καθώς φεύγαμε από το σχολείο (όπου όλο το πρωί συζητούσαμε με παιδιά και δασκάλους για τη μαμά μου και τη Μελίνα, είχαμε διηγηθεί πενήντα φορές – μόνο στα παιδιά – την περιπέτειά μας στην εκκλησία και είχαμε μυήσει όλους τους δασκάλους στην υπόθεση του Μελένιου Δράκου) συναντήσαμε τα μεγάλα παιδιά, το κορίτσι με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια και τους φίλους τους, που μας είχαν προσφέρει τη στήριξή τους πριν από καιρό.

Εκείνη που έψαχνε για τον αδερφό της, τη Μίνα.

«Μάθαμε κάτι» μας είπε «και πρέπει να έρθετε μαζί μας απόψε, σε κάποιο μέρος».

Εμείς τα χάσαμε, χαρήκαμε, τρομάξαμε, αιφνιδιαστήκαμε, όλα μαζί.

«Να μιλήσουμε στην αστυνομία και στους γονείς μας» φώναξε η Λένια.

«Όχι» είπε αυστηρά η κοπέλα. «Όχι αστυνομία, όχι γονείς».

«Μόνο παιδιά» πρόσθεσε το ένα αγόρι και συμφώνησαν οι σύντροφοί τους.

Κοιταχτήκαμε. Ο τρόπος που μιλούσαν και τα βλέμματά τους διέφεραν απ’ την άλλη φορά. Δεν το συνειδητοποιούσαμε τότε, μα έμοιαζαν σαν υπνωτισμένοι.

«Πού θέλετε να πάμε; Και τι ώρα; Είμαστε μικρά παιδιά εμείς» είπε ο Μιχάλης.

«Έχετε δίκιο» είπε το κορίτσι. «Νωρίς· ας πούμε… έξι η ώρα. Να μας περιμένετε εδώ. Μπορείτε;».

«Πού θα πάμε; Τι θα μας δείξετε;» ρώτησα.

Φάνηκαν θιγμένοι.

«Δε μας εμπιστεύεστε;» διαμαρτυρήθηκε μια άλλη από τις κοπέλες.

Σηκώσαμε τους ώμους μας.

«Φυσικά και σας εμπιστευόμαστε» είπα· οι άλλοι τρεις συμφώνησαν μαζί μου. «Θα έρθουμε, έτσι, παιδιά;».

«Ναι, θα έρθουμε» απάντησαν ο Μιχάλης κι ο Κώστας.

Τα μεγάλα παιδιά μας χαιρέτησαν με θερμή χειραψία κι αναχώρησαν με τα μηχανάκια τους.

«Τι θα κάνουμε; Τρελαθήκατε;» γκρίνιαξε η Λένια.

«Μπορεί» διαμαρτυρήθηκε ο Μιχάλης. «Αλλά λένε πως κάτι βρήκαν. Πρέπει να μάθουμε».

«Με γονείς και αστυνομικούς, όχι να κάνουμε εμείς τους αστυνομικούς!».

«Κι αν δεν εμπιστεύονται τους μεγάλους και τα παρατήσουν άμα τους δουν;» είπε ο Κωστάκης. «Δεν πειράζει, Λένια, θα πάμε μόνο εμείς».

«Κι όταν λέμε εμείς, εννοούμε εμείς οι τρεις» είπε κάπως αυστηρά, δηλαδή μεγαλίστικα, ο Μιχαλάκης. «Όχι εσύ».

«Τίιι;».

Της χάιδεψα το κεφαλάκι.

«Σωστά τα λέει, Λένια μου», είπα μαλακά. «Είσαι μικρή ακόμα. Εμείς είμαστε λίγο μεγαλύτεροι. Μείνε με τους γονείς σου, απλά μην τους πεις τίποτα. Μου το υπόσχεσαι;».

«Όχι βέβαια! Μην ξεχνάτε πως μόνο εγώ βλέπω τα κομπιουτεροκακάκια!».

«Αυτό είναι αλήθεια», παραδέχτηκε ο Μιχάλης, «αλλά και πάλι δε γίνεται να σε πάρουμε μαζί μας. Στο κάτω κάτω, αν υπάρχει κίνδυνος, πρέπει να μείνει ένας να ψάξει για μας».

«Χμ…». Αυτό το επιχείρημα μάλλον την έπεισε.

Ή έτσι φάνηκε.

Το απόγευμα, στις έξι, γεμάτοι παιδιάστικη, απερίσκεπτη γενναιότητα, το σκάσαμε από τα σπίτια μας και τρέξαμε στο σχολείο.

«Πάω να παίξω» πέταξα στο μπαμπά μου ανοίγοντας την πόρτα του εργαστηρίου. Με είχε πάρει μαζί του, για να μη μείνω μόνος. Εκείνος πετάχτηκε να με σταματήσει, αλλά πριν προλάβει να πει κουβέντα είχα γίνει καπνός. Σίγουρα βγήκε στο δρόμο – εγώ έτρεξα σαν τον άνεμο, όσο μπορούσα, έστριψα στην πρώτη γωνία και δεν κοίταξα πίσω.

Παρόμοια δικαιολογία ξεστόμισαν στους γονείς τους Μιχάλης και Κώστας. Ίσως είπαν κάτι πιο συγκεκριμένο, πως πάνε κάπου, σε καμιά αλάνα, σε κάτι άλλο, δεν ξέρω. Πάντως έξι και πέντε ήμασταν μαζεμένοι, οι Τρεις Σωματοφύλακες χωρίς ντ’ Αρτανιάν, έξω από την αυλόπορτα του σχολείου, που ήταν κλειδωμένη με τη χοντρή αλυσίδα και το λουκέτο.

Το κορίτσι με τα τατουάζ και η παρέα της, άλλα δυο αγόρια και τρία κορίτσια, ήρθαν σύντομα να μας συναντήσουν. Μας χαιρέτησαν πολύ φιλικά, μας πήραν στα μηχανάκια τους και κινήσαμε για μακρύ ταξίδι.

Διασχίσαμε όλη την Αθήνα και είχε βραδιάσει για τα καλά όταν φτάσαμε σ’ ένα net café.

Το στομάχι μας ήταν σφιγμένο. Λυπόμασταν τους γονείς μας, φοβόμασταν για τον εαυτό μας…

«Τι θα μας δείξετε;» ρώτησε ο Μιχάλης.

«Ακολουθήστε μας» είπε το κορίτσι.

Ειλικρινά, δεν είχαμε λόγους να μην τους εμπιστευτούμε. Μετά από τόση προσπάθεια, τόσες περιπλανήσεις, τόσο κίνδυνο στην εκκλησία και τις πρόσφατες εξαφανίσεις, νιώθαμε μεγάλοι και αναγκασμένοι να συμπεριφερθούμε σ’ αυτά τα μεγάλα παιδιά σαν ίσοι. Έπρεπε να είμαστε μαχητές, σαν αυτά. Να προχωρήσουμε, τώρα που μας είχε δοθεί μια ελπίδα, και να φτάσουμε μέχρι το τέλος. Αν κάναμε πίσω τώρα, ίσως δεν ξαναβρίσκαμε ποτέ τίποτα.

Με αυτές τις ανόητες σκέψεις στο κεφάλι, περάσαμε μέσα.

Προχωρήσαμε μέσα στη σάλα, διεισδύσαμε στα μισοσκότεινα βάθη, εκεί όπου παιδιά και έφηβοι σε κατάσταση παροξυσμού έπαιζαν παιχνίδια τρομάζοντάς μας με τα απίστευτα νεύρα και τις κραυγές τους – και άνοιξε μια κρυμμένη πόρτα και βρεθήκαμε σε μια σκοτεινή αίθουσα. Και τα μεγάλα παιδιά μας οδήγησαν στο βάθος, όπου άνοιξε άλλη μια πόρτα και σχεδόν μας έσπρωξαν μέσα.

«Έι!» φωνάξαμε.

Μόνο το κορίτσι, η Μίνα, μπήκε μαζί μας. Αυτή, όπως νομίζαμε, θα μας οδηγούσε. Τα άλλα κορίτσια και τα αγόρια έμειναν πίσω.

Είχαν μείνει φρουροί, σαν αγάλματα, δέσμιοι της μαγείας των αναποδοσταυροφόρων. Δεν το ξέραμε τότε, αλλά θα το διαπιστώναμε πολύ σύντομα…

Και βρεθήκαμε σ’ ένα σκοτεινό λαβύρινθο. Και προχωρήσαμε, σαν σε μια στοά, ευρύχωρη, μισοφωτισμένη από αθέατες πηγές, μ’ ένα αρρωστιάρικο κοκκινωπό φως, που μας έκανε να αναριγούμε από παγερό φόβο.

«Τώρα είστε μόνοι» είπε με σπασμένη φωνή η Μίνα και κουλουριάστηκε στο δάπεδο, έγινε ένα κουβαράκι κι έπεσε λιπόθυμη.

«Τι γίνεται εδώ; Να φύγουμε!» τσίριξε ο Κώστας.

«Χριστέ μου, Παναγία μου» ξέσπασα εγώ κάνοντας το σταυρό μου. Με μιμήθηκαν κι οι δυο αμέσως.

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;» αναρωτήθηκε πανικόβλητος ο Μιχάλης. «Δε μάθαμε από την αυλή της εκκλησίας; Πέσαμε σε παγίδα!».

Κοιτάξαμε πίσω, δεν υπήρχε πόρτα. Να πάμε μπροστά; Ούτε γι’ αστείο. Αλλά να μέναμε εκεί;

Αρχίσαμε να κοπανάμε τον τοίχο ουρλιάζοντας για βοήθεια· καμιά ανταπόκριση.

Και τότε άρχισε το πάτωμα να πλημμυρίζει από ένα παχύρευστο πρασινωπό υγρό. Κοιτάξαμε, πάγωσε το αίμα μας και κολλήσαμε μεταξύ μας· ήταν σάλιο από ένα εφιαλτικό στόμα, ενός τέρατος που θύμιζε γιγαντιαία κόμπρα.

Και τότε ο Μιχάλης έκανε μια κίνηση πίστης και ιπποτισμού, που μας εντυπωσίασε. Έβγαλε από το λαιμό του το βαφτιστικό σταυρουδάκι του, πλησίασε και το φόρεσε στη λιπόθυμη Μίνα.

Μας κοίταξε απολογητικά – μη νομίσουμε πως ήταν κι ερωτευμένος…

«Μπράβο», τον ενθαρρύναμε. Χαμογέλασε. Δεν αμφιβάλλαμε πως κι εκείνη ήταν ένα θύμα.

Κρατηθήκαμε χέρι χέρι (μην το πείτε σε τίποτα κορίτσια αυτό) και αρχίσαμε να προσευχόμαστε, άτσαλα κι αδέξια, ο καθένας μέσα του, μαρμαρωμένοι.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Ο καλός Θεός εκείνη τη μέρα έφερε στο σπίτι μας το θείο Άρη. Ήρθε από την Κρήτη, όλος αγωνία, να δει τι συμβαίνει με τις λατρεμένες του ελαφίνες, όπως τις έλεγε, την αδερφή και την ανηψιά του.

Η Λένια, στο σπίτι της, δεν κρατήθηκε και τα είπε όλα στους γονείς της. Ο θείος Πέτρος άρχισε να φωνάζει τόσο άγρια, που το κοριτσάκι έτρεξε με κλάματα και κρύφτηκε στη ντουλάπα της!

Η μαμά της έσπευσε, την εντόπισε ανάμεσα στα ροζ φουστανάκια και την έκρυψε στην αγκαλιά της.

Τηλεφώνησαν αμέσως στο μπαμπά μας και στο θείο Ορέστη. Εκείνοι ακόμα δε μας είχαν αναζητήσει. Εν ριπή οφθαλμού συγκεντρώθηκαν στο σχολείο, οργισμένοι κι απελπισμένοι μπροστά στην αυλόπορτα και την αλυσίδα της!

Ούτε μας είχαν προλάβει, ούτε μπορούσαν να φανταστούν που είχαμε πάει.

«Κάποιος μπορεί να ξέρει» είπε ο θείος Άρης, που είχε πληροφορηθεί στο δρόμο τα γεγονότα· «ο παπάς».

Ξαναμπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και κάλπασαν μανιασμένοι για την εκκλησία.

Ο π. Σάββας βρισκόταν μέσα· μόλις είχε νυχτώσει κι ετοιμαζόταν να κλείσει. Τον κύκλωσαν αλυχτώντας, όπως τα κυνηγόσκυλα ένα ελάφι. Τα ’χασε· ούτε που καταλάβαινε τι του έλεγαν. Ο θείος Ορέστης του έδωσε μια σπρωξιά· σωριάστηκε στο πάτωμα δίπλα στην εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας. Ο θείος Άρης παρατήρησε την εικόνα. Θυμήθηκε, και συνήλθε.

«Ψυχραιμία!» είπε απλώνοντας τα χέρια. Βοήθησε το ιερέα να σηκωθεί, τους έκανε όλους να σωπάσουν και του εξήγησε εν τάχει τα γεγονότα.

Ο παπάς συλλογίστηκε μια στιγμή.

«Δεν ξέρω τίποτα» είπε κατόπιν. «Καλύτερα να μιλήσετε στην αστυνομία». Έκανε μια μικρή παύση. «Εγώ, από ’δώ, αυτό που μπορώ να κάνω είναι μια παράκληση στην Παναγία».

Φόρεσε το πετραχήλι του και κατευθύνθηκε προς το Ιερό. Έτρεμε από ένταση. Ο θείος Άρης το πρόσεξε. Ίσως ήταν πιο ψύχραιμος, επειδή ήταν ο μόνος που δεν είχε χάσει κανένα παιδί του – ή τη γυναίκα του.

«Θα μείνω εδώ» είπε.

«Τι να κάνεις;» φώναξε αγανακτισμένος ο θείος Ορέστης.

«Φύγετε, φύγετε. Πηγαίνετε στην αστυνομία. Εγώ θα μείνω εδώ, μήπως καταλάβω τίποτα, κι αν υπάρξει κάτι θα σας τηλεφωνήσω».

Ήταν δικαιολογία, γιατί είχε ήδη καταλάβει κάτι· πως αυτά που συνέβαιναν εδώ πέρα δεν ήταν δουλειά μόνο της αστυνομίας.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Στην κόλασή μας, το σιχαμερό σάλιο είχε ανεβεί ώς τα γόνατά μας. Το τεράστιο φίδι με τα κόκκινα μάτια, τα σουβλερά δόντια και την κρεμαστή διχαλωτή γλώσσα, μας κοιτούσε σα λαχταριστά μεζεδάκια, άρχιζε να σέρνεται κι ολοφάνερα ετοιμαζόταν να μας χιμήξει.

Κάναμε το σταυρό μας, δεν ξέραμε τι άλλο να κάνουμε. Και τότε φαίνεται πως το κόλπο έπιασε κι άρχισε να αραιώνει γύρω μας το σάλιο. Το προσέξαμε και πήραμε θάρρος!

«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…» αρχίσαμε να φωνάζουμε δυνατά.

Το φίδι κοντοστάθηκε κι έπαψε να μας ζυγώνει. Δυναμώσαμε.

«Αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου…» – δεν ξέραμε κι άλλη προσευχή. Αλλά φαίνεται πως αυτή ήταν αρκετή.

Αναθαρρήσαμε. Αυτό που ζούσαμε ξεπερνούσε κατά πολύ το κυνηγητό με τα διαβολάκια στην εκκλησία· αληθινά νιώσαμε πολεμιστές, που έχουν ελπίδες να δώσουν μάχη και να νικήσουν. Ήδη δίναμε μάχη!

Μιλούσαμε τώρα τολμηρά και σταθερά. Ξαναρχίσαμε το Πάτερ ημών από την αρχή. Κάναμε το σταυρό μας. Κοιτάζαμε τα κόκκινα μάτια θαρρετά, όχι σαν κουτάβια.

Και τα κόκκινα μάτια μισόκλεισαν, έκλεισε το στόμα με τα σουβλερά δόντια και τη διχαλωτή γλώσσα και μετά το φίδι άρχισε να σφυρίζει, να στριφογυρίζει σαν πληγωμένο, ώσπου χάθηκε από μπροστά μας με ανυπόφορη βρόμα και τρομερό κρότο!

Μαζί του χάθηκε, σα να εξατμίστηκε, και το πρασινωπό σάλιο που είχε γεμίσει τον τόπο.

Ξεφωνήσαμε χοροπηδώντας από τη χαρά μας! Η Μίνα σάλεψε λίγο, μα δε συνήλθε. Κοιτάξαμε γύρω, ακόμα δεν είχε φανεί η πόρτα, παρά μόνο ένα άνοιγμα, καθόλου ενθαρρυντικό, που θα μας κατέβαζε πιο βαθιά.

Και ξαφνικά η χαρά μας άρχισε να μικραίνει.

Μια μαύρη φιγούρα με μυτερά δόντια πρόβαλε ρουθουνίζοντας από το πλάι. Δίπλα της ερχόταν ένας ξερακιανός άντρας με το πρόσωπο βαμμένο άσπρο, πράσινα μαλλιά και κόκκινα χείλη.

Τους αναγνωρίσαμε αμέσως και κόπηκαν οι ζητωκραυγές μας· ήταν ο Venom κι ο Joker – και δίπλα τους παρατάσσονταν ο Solomon Grandy, ο Δικαστής Θάνατος, το Τέρας του Φρανκενστάιν, μια μούμια που γρύλιζε, ένας λυκάνθρωπος που ρουθούνιζε κι ένα ζόμπι! Και πίσω τους ακολουθούσαν και πολλοί άλλοι, υπεράνθρωποι και τερατώδεις κακοί από κόμικς και ταινίες, που είχαν γεμίσει τη φαντασία μας από μικρούλια!

Και τώρα βρισκόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο απέναντί τους, και μας κάρφωναν με τα μοχθηρά τους μάτια, χαμογελώντας σαρδόνια, κι όλο πλησίαζαν με απλωμένα τα γαμψά τους νύχια, έτοιμοι να μας ξεσκίσουν και να μας κατασπαράξουν!

Ποιος μπορούσε να μας προστατέψει; Πού ήταν ο Spider Man, o Batman, οι Εκδικητές, οι X-Men, όλοι οι υπερήρωες, να τους πολεμήσουν;


Και ξαφνικά, έγινε το αναπάντεχο. Οι υπερήρωες ήρθαν – όχι ακριβώς εκείνοι που φανταζόμασταν, αλλά άλλοι, που δεν τους είχαμε φανταστεί ποτέ, αλλά εκείνοι στάθηκαν γύρω μας αρματωμένοι, πάνοπλοι, σχηματίζοντας ένα τείχος.

Πέντε πολεμιστές με αρχαίες χρυσαφένιες αρματωσιές, οπλισμένοι με σπαθιά κι ασπίδες. Η παρουσία τους φώτισε το χώρο κάνοντας τα τέρατα να υποχωρήσουν σχεδόν με τρόμο και γεμίζοντάς μας καινούργιο θάρρος.

Όχι μόνο θάρρος, μα ένα είδος γαλήνης, που λες και το βλέμμα τους μας το μετάγγιζε στις ψυχές μας!

Και άρχισαν να πολεμούν. Χτυπήθηκαν λυσσαλέα με τους μοχθηρούς μαχητές, που ούρλιαζαν και χοροπηδούσαν δαιμονισμένα, ενώ οι υπερασπιστές μας μάχονταν σιωπηλά, σοβαροί και ψύχραιμοι. Και η σύγκρουσή τους, μπροστά στα μάτια μας, φάνηκε να κράτησε αρκετή ώρα. Και τελείωσε με την άτακτη φυγή των τεράτων, που ξαναχώθηκαν στριγκλίζοντας στα ερέβη, απ’ όπου είχαν έρθει και όπου φαίνεται ήταν η φωλιά τους.

Από κείνη την ώρα καταλάβαμε πως ήμασταν ασφαλείς.

Δεν ξέρω πόσοι από σας έχουν νιώσει αυτό το μοναδικό συναίσθημα· να πιστεύεις ότι θα πεθάνεις, να βλέπεις το θάνατο μπρος στα μάτια του, και ξαφνικά να σώζεσαι ως εκ θαύματος! Πρόκειται για μια απόλαυση που δε συγκρίνεται με τίποτε άλλο στον κόσμο. Πόσο μάλλον όταν τη βιώνουν μικρά παιδιά – που ο τρόμος τους είναι εντονότερος απ’ των μεγάλων!

Το σκοτάδι χάθηκε από το χώρο. Δε φαινόταν πια τρομαχτικός· μια απλή, άδεια αίθουσα. Από πού είχαν έρθει όλοι οι εχθροί μας;

Μπροστά μας φαινόταν η κλειστή πόρτα, από την οποία είχαμε μπει. Απέναντι, το άνοιγμα που οδηγούσε στο έρεβος. Από ’κεί θα είχαν ξεχυθεί, σίγουρα εκεί θα είχαν ξανατρυπώσει!

Οι πολεμιστές στέκονταν δίπλα μας· για τις παιδικές μας διαστάσεις έμοιαζαν γίγαντες! Αγαθοί γίγαντες, που χαμογελούσαν και μας μετέδιδαν ασφάλεια και ηρεμία.

Ο ένας ευλόγησε με το χέρι του το κορίτσι, που σχεδόν αμέσως άνοιξε τα μάτια του. Ανακάθισε ξαφνιασμένο, φοβισμένο. Ο στρατιώτης την έπιασε απαλά απ’ το χέρι και τη βοήθησε να σταθεί όρθια.

Έτρεξε προς το μέρος μας και μας αγκάλιασε κλαίγοντας και ζητώντας μας συγνώμη. Δεν έδειχνε πια αγέρωχη πειρατίνα, αλλά εύθραυστο κοριτσάκι, πίσω από τη μάσκα του χαλασμένου της μακιγιάζ με τα τατουάζ και τα σκουλαρίκια.

«Σας ευχαριστούμε!» είπαμε στους σωτήρες μας με ευγνωμοσύνη. «Ποιοι είστε;».

Μας συστήθηκαν με μάτια που έλαμπαν:

«Γεώργιος». «Δημήτριος». «Θεόδωρος». «Θεόδωρος». «Ευστάθιος».

Ναι, είχαμε υποψιαστεί ποιοι ήταν. Η Μίνα κοιτούσε αποσβολωμένη – δεν καταλάβαινε.

«Οι φίλοι μου» ψέλλισε.

«Θα τους πάρουμε στο γυρισμό» την καθησύχασε ο Δημήτριος. «Μη φοβάσαι».

«Η μαμά μου; Η αδερφή μου;» ικέτεψα.

«Θα τις σώσουμε, με τη βοήθεια του Χριστού» είπε ο Ευστάθιος. Έσφιξαν τα όπλα τους και κινήθηκαν προς το απειλητικό άνοιγμα.

«Να έρθουμε μαζί σας;» ρώτησε ο Κώστας με αδιευκρίνιστες διαθέσεις.

Ένευσαν καταφατικά. Ο Γεώργιος έκανε το σταυρό του και προχώρησε πρώτος. Πέρασαν την πύλη κι ακολουθήσαμε ξωπίσω τους. Μαζί μας, τρέμοντας από φόβο και τύψεις, και η Μίνα.

Βρεθήκαμε σε μια σκοτεινή στοά. Βλέπαμε από μια λευκή ανταύγεια που αναδιδόταν λες από τα δικά τους βλέμματα. Ο διάδρομος βυθιζόταν προς τα κάτω. Τον ακολουθήσαμε.

Σε αρκετή απόσταση βρήκαμε μια αίθουσα. Οι σπηλαιώδεις τοίχοι ήταν γεμάτοι οβάλ οθόνες, σε σχήμα ματιού, μεγάλες σαν υπερσύγχρονες τηλεοράσεις. Ήταν σαν παράθυρα και πίσω τους φαίνονταν υπνωτισμένες, ακίνητες μορφές αγοριών και κοριτσιών, διαφόρων ηλικιών, με ορθάνοιχτα μάτια και απλανή βλέμματα.

Κοιτάξαμε τους συνοδούς μας.

«Δεν είναι εδώ» εξήγησαν. «Δε θα τους ελευθερώσουμε τώρα. Εδώ είναι μόνο η εικόνα τους».

Παρακάτω τρεις έφηβοι ήταν αιχμάλωτοι, δεμένοι σε τρεις δερμάτινες πολυθρόνες, και γύρω τους είχανε στρατοπεδεύσει σκοτεινοί ιππότες με ανάποδους σταυρούς, οι αναποδοσταυροφόροι της Μίνας. Η κοπέλα ξεφώνισε σιγανά. Οι σατανικοί άντρες μας αντιλήφθηκαν κι άρπαξαν τα όπλα τους.

Οι τρεις αιχμάλωτοι ήταν ο Στάθης, ο Πάνος και ο Ιωσήφ, οι τρεις φίλοι της Μίνας, τα Τρία Γουρουνάκια, όπως τους έλεγαν τα παιδιά (εμείς τότε πρώτη φορά τους βλέπαμε). Ούτε γύρισαν να μας κοιτάξουν, σαν υπνωτισμένοι.

«Πού είμαστε;» ψιθύρισε η κοπέλα κλαμένη.

«Μέσα στη φαντασία τους» εξήγησε ένας από τους Θεόδωρους. «Σταθείτε στην άκρη και, αν ξέρετε να προσεύχεστε, είναι η ώρα».

Και άρχισε μάχη. Σε κάθε χτύπημα των δικών μας, οι αναποδοσταυροφόροι σπαρτάραγαν σα να δέχονταν πλήγμα με ηλεκτροφόρα καλώδια. Οι δικοί μας ήταν ανίκητοι – παρόλ’ αυτά, τους πήρε αρκετή ώρα να τους απωθήσουν!

Η Μίνα παρακολουθούσε με γουρλωμένα μάτια· τέτοια επική μάχη δε συγκρινόταν με ό,τι είχε δει παίζοντας στις οθόνες. Ώστε έτσι νικιούνταν οι σκληροί φονιάδες!...

Καθάρισαν τον τόπο· οι αναποδοσταυροφόροι χάθηκαν, όπως είχαν κάνει νωρίτερα οι σούπερ κακοί! Οι πολεμιστές μας σταύρωσαν με τα σπαθιά τους τις μορφές των τριών αιχμαλώτων, που ξεθώριασαν μπροστά στα μάτια μας και η αίθουσα απόμεινε κι αυτή άδεια, σαν την προηγούμενη.

«Τώρα θα συνέλθουν» είπαν.

Και προχωρήσαμε. Η καρδιά μας χτυπούσε ολοένα και πιο δυνατά – πότε θα συναντούσαμε τους δικούς μας; Άραγε ήταν κι ο Χρήστος εδώ; Και ο Θάνος, ο αδερφός της Μίνας; Ή ήταν μόνον οθόνες, σαν εκείνες που συναντήσαμε προηγουμένως;

Και παρακάτω βρεθήκαμε σε μια λίμνη, όχι με νερό, αλλά με πετρέλαιο που φλεγόταν με ανυπόφορη μυρωδιά, και δίπλα είχαν στρατοπεδεύσει εκατοντάδες αναποδοσταυροφόροι, με αρχηγό έναν πανύψηλο τύπο που πετούσε γαλάζιες φλόγες απ’ το κρανίο του κι απ’ τις παλάμες, σαν εκείνο το σατανικό μοτοσικλετιστή, που είχε παίξει σε καναδυό ταινίες ο Νίκολας Κέιτζ!

Κάναμε πίσω, με καινούργιο φόβο να μας πετρώνει, ενώ οι υπερασπιστές μας επιδίδονταν σε νέα μάχη! Αυτή τη φορά δε συμπλέκονταν σιωπηλοί, αλλά μουρμουρίζοντας κάποια φράση, που κατάλαβα μετά από χρόνια πως ήταν μια δυνατή προσευχή, μια προσευχή της καρδιάς – η νοερά προσευχή.

Αυτή την προσευχή την έλεγαν μέσα στην καρδιά τους κάθε στιγμή, μα τώρα την έλεγαν και ψιθυριστά, πολεμώντας συγχρόνως, επειδή αυτή η τελευταία μάχη, με τόσες εκατοντάδες εχθρούς, ήταν η πιο δύσκολη.

Πόση ώρα κράτησε; Λεπτά; Ώρες; Είχε χαθεί ο χρόνος μέσ’ στο μυαλό μας. Κλαγγές αρχαίων όπλων, ουρλιαχτά, στριγκλίσματα και φτερουγίσματα μας ξεκούφαιναν. Κι όταν χάθηκαν οι εχθροί, δυο φιγούρες έτρεξαν καταπάνω μας και μας αγκάλιασαν κλαίγοντας με αναφιλητά!

Δυο γνωστές, αγαπημένες φιγούρες: η μαμά μου κι η μικρή Μελίνα!

“Δεν πρόλαβαν να τους φάνε!” σκέφτηκα αμέσως· δεν ήξερα πόσο δίκιο είχα!

Η καρδιά μου χόρευε ευτυχισμένη – με την άκρη του ματιού μου πρόσεξα κάποια ζήλεια στο σκυθρωπό βλέμμα της Μίνας, με τα μαύρα ξεβαμμένα βλέφαρα. Ευχήθηκα να ’ρθει κι η σειρά της, ν’ αγκαλιάσει κι αυτή τον αδερφό της έτσι!...

Και ξάφνου οι στρατιώτες συσπειρώθηκαν γύρω μας ενώνοντας τις ασπίδες τους. Ο αρχηγός των κτηνών εξαπέλυσε πύρινα κύματα από τα χέρια του και οι φλόγες μας σκέπασαν μανιασμένες σαν καταιγίδα! Κανείς δεν πειράχτηκε, προστατευμένοι από τις ασπίδες και τα κορμιά των ανίκητων φίλων μας.

Και τότε χάθηκαν όλα και βρεθήκαμε πίσω στην ευρύχωρη σάλα του net café, με τους έφηβους που κοπανιούνταν, τσίριζαν κι έβριζαν, αποχαυνωμένοι μπροστά στα τερματικά τους. Μόνο που τώρα τσίριζαν κι έβριζαν και σκόρπιζαν πανικόβλητοι προς κάθε κατεύθυνση για άλλο λόγο: επειδή τα πάντα καίγονταν!

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Στην εκκλησία ο π. Σάββας τέλεσε την παράκληση με πρωτόγνωρη θέρμη, που ξάφνιασε και τον ίδιο. Τέτοιο ηλεκτρισμό δεν τον είχε ξανανιώσει ποτέ.

Μοναδικός ακροατής, που σταυροκοπιόταν πότε πότε και προσευχόταν με αγωνία μέσα στην καρδιά του, ο θείος Άρης. Ήταν η πρώτη φορά που ο θείος Άρης προσευχόταν με πραγματική σοβαρότητα· μάλλον η πρώτη φορά που προσευχόταν γενικά, από τότε που θυμόταν τον εαυτό του.

Όταν τελείωσε η παράκληση, ο νεαρός ιερέας βγήκε από το Ιερό και τον πλησίασε, φορώντας ακόμα το πετραχήλι του.

Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Το βλέμμα του θείου ζητούσε εξηγήσεις – κάτι περισσότερο από εξηγήσεις· οδηγίες.

«Βγες έξω, κατέβα τα σκαλοπάτια και στάσου μπροστά στο ναό» είπε απλά ο ιερέας.

«Γιατί;».

«Μη ρωτάς. Κάνε το».

Έτσι κι έκανε. Περνώντας μπροστά από την εικόνα της Παναγίας, υποκλίθηκε καταθέτοντας αίτημα για ενισχύσεις.

Στάθηκε ακίνητος μπροστά στο ναό. Η νύχτα είχε πέσει, έκανε ψύχρα αλλά δεν κουνιόταν φύλλο. Και ξαφνικά όλα τα φύλλα στα δέντρα, και τα κλαδιά μαζί, κουνήθηκαν. Και πριν προλάβει ο θείος μας να καταλάβει, ο Μελένιος Δράκος κατέβηκε, τον φορτώθηκε στη χνουδωτή ράχη του κι απογειώθηκε μέσα στη νύχτα!

Στο φλεγόμενο net café οι πολεμιστές με τις χρυσαφένιες αρματωσιές άπλωσαν τα χέρια τους κι οι φλόγες ανοίχτηκαν και χωρίστηκαν στα δυο, σαν την Ερυθρά Θάλασσα που μαθαίναμε στο σχολείο – αν το μαθαίναμε, γιατί κάπου μαθαίναμε και πως ήταν μύθος.

Τώρα πια, με όσα ζήσαμε κείνες τις ώρες, και όχι μόνο, είμαι σίγουρος πως ήταν αλήθεια.

Τέλος πάντων.

Οι δυο Θεόδωροι καθοδήγησαν το πλήθος, που έκλαιγε ανήμπορο ν’ αντιδράσει, και βοήθησαν να βγουν όλοι στο δρόμο, σώοι και αβλαβείς.

Ανάμεσά τους ξεχώρισα μερικές μορφές από κείνες που είχαμε δει νωρίτερα, στις οθόνες, και κατάλαβα ποιοι ήταν εκείνοι οι αιχμάλωτοι στη σκοτεινή αίθουσα.

Βγήκαν οι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια, βγήκαν οι ενήλικες που ήταν πιο ψύχραιμοι και αυτενεργοί, βγήκαμε κι εμείς και κοντά σ’ εμάς και οι φίλοι της Μίνας, οι Πειρατές των Υπονόμων, που μας είχαν φέρει σ’ αυτή τη φάκα χωρίς να καταλαβαίνουν τι κάνουν, ο Νόντας, ο Τζίμης, η Σοφία, η Στέλλα και η Οξάνα· και φυσικά και η Μίνα.

Σα να ’χαν συνέλθει από βαρύ λήθαργο, δε μπορούσαν ακόμα να καταλάβουν πού βρίσκονταν και τι είχαν κάνει. Μας πλησίασαν παραπατώντας κι έδειξαν να χαίρονται που μας βλέπουν.

Από το φλεγόμενο κτήριο όλοι σκόρπιζαν σα σκιουράκια. Μερικά ταξί είχαν πλησιάσει και μάζευαν κόσμο. Από μακριά ακούγονταν οι σειρήνες της πυροσβεστικής.

Κι εμείς τι θα κάναμε, μικρά παιδιά, με την ταλαιπωρημένη μαμά μου να στέκεται μόλις και μετά βίας όρθια;

Οι πολεμιστές, οι υπερασπιστές μας, είχαν γίνει άφαντοι.

Και τότε μας πλησίασε μια φιγούρα γνώριμη, λατρεμένη κι ελπιδοφόρα. Μας έκλεισε όλους σε μια πελώρια αγκαλιά, έκλαψε μαζί μας και μετά μερίμνησε με ταξί και τηλεφωνήματα να γυρίσουμε όλοι – κι εμείς και οι Πειρατές, που παράτησαν τα μηχανάκια τους μισοκαμένα στο χώρο στάθμευσης μπροστά στο κατεστραμμένο café – σώοι στα σπίτια μας.

Μια φιγούρα, που την είχε αφήσει εκεί ο Μελένιος Δράκος πριν χαθεί στο συννεφιασμένο αθηναϊκό ουρανό, αθέατος από ανθρώπινα μάτια – η φιγούρα του θείου Άρη.

8 (εισαγωγή)

Η πυρκαγιά στο net café έπαιξε πρώτο θέμα σ’ όλα τα κανάλια, συνοδευόμενη από ένα βίντεο, τραβηγμένο από κάποιο i-phone, μ’ έναν τύπο που δεν καλοφαινόταν το πρόσωπό του και που εκσφενδόνιζε ένα τούβλο με αναμμένο στουπί πίσω απ’ το μπαρ, στα μπουκάλια με το ουίσκι.

Προφανώς έτσι είχε προκληθεί η φωτιά· τίποτα μεταφυσικό, τίποτα περίεργο.

Στις ειδήσεις είπαν πως το café (δεν ανέφεραν τ’ όνομά του) ήταν ύποπτο για διακίνηση ναρκωτικών και πως οι αρχές εκεί απέδιδαν την καταστροφή – σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών, δεδομένου και του βίντεο.

Και καθώς η κάμερα του i-phone γύρισε αλλού, έδειξε για δευτερόλεπτα στο πατάρι μερικούς έφηβους και κάτι παιδιά, αποχαυνωμένα κι ακίνητα, που παρακολουθούσαν σε μια οθόνη την εξέλιξη ενός βιντεοπαιχνιδιού: ψηφιακοί μαυροντυμένοι ιππότες, στολισμένοι με ανάποδους κόκκινους σταυρούς, αντιμετώπιζαν στρατιώτες με χρυσαφιές πανοπλίες. Αυτοί οι έφηβοι και τα παιδιά (το ’δαμε ξεκάθαρα) ήμασταν οι Πειρατές των Υπονόμων κι εμείς!

Τίποτα μεταφυσικό κι εδώ, τίποτα περίεργο!

Το είδαμε όλοι, οι γονείς μας κι εμείς, στο σαλόνι του σπιτιού μας, όπου είχαμε συγκεντρωθεί μετά τη φωτιά. Απομείναμε με το στόμα ανοιχτό.

Ευτυχώς ήταν η μαμά μου μαζί, που η μαρτυρία της ήταν η μόνη που βάρυνε για τους μεγάλους. Και είχε να καταθέσει πάααρα πολλά… Βέβαια κι εκείνη αμφέβαλλε για τη φύση των γεγονότων, αλλά ένα ήταν σίγουρο· ακόμα κι αν είχαν παίξει με το μυαλό μας, είχαμε περάσει διά πυρός και σιδήρου και είχαμε ζήσει.

Κεφάλαιο 7

Γεια· είμαι ο Νίκος, ο γιος του παπά Σάββα.

Ξέρω πως διαβάζετε την ιστορία του Μελένιου Δράκου κι είπα να προσθέσω μερικές λεπτομέρειες, που κανείς άλλος από όσους ξέρετε μέχρι στιγμής δεν τις έχει ζήσει· ούτε οι Πειρατές των Υπονόμων, όπως αυτοαποκαλούνται η Μίνα με την παρέα της, ούτε οι Ιππότες της Γαλακτοτροφούσας, όπως ονόμασε ο πατέρας μου τη Μελίνα και τα ξαδέρφια της – και το Γιάννη.

Όταν ήμουν μικρός, πίστευα πολύ στο Θεό. Γεννήθηκα σε πιστή οικογένεια, όπως είχαν γεννηθεί κι οι γονείς μου· δυο από εκείνες τις ορθόδοξες οικογένειες που αναδύθηκαν σαν υποβρύχια μετά την κατάρρευση της αθεΐας – ήταν Σέρβοι.

Αν και οι παππούδες μου ήρθαν στην Ελλάδα όταν ο πατέρας μου ήταν έξι χρονών, ενώ η μαμά μου, Σέρβα κι αυτή, γεννήθηκε στην Ελλάδα· οι ίδιοι ταξίδεψαν ελάχιστα στη Σερβία κι εγώ έχω πάει μόνο μια φορά. Τα σέρβικα τα ’μαθα μεγάλος, σαν ξένη γλώσσα, ποθώντας να συνδεθώ με τις σλαβικές, μα και τις βαλκανικές ρίζες μου.

Μικρός λοιπόν πίστευα πολύ στο Θεό. Οι γονείς μου με είχαν μεγαλώσει με πολλές ιστορίες για το Χριστό, την Παναγίτσα και τους αγίους, όπως τους είχαν μεγαλώσει κι εκείνους οι δικοί τους γονείς. Από μικρός ήξερα σαν αυτονόητα πως Κυριακή πρωί σημαίνει εκκλησία, πως Τετάρτη και Παρασκευή δεν τρώμε κρέας και, για τους μεγάλους, είναι μέρες νηστείας κανονικής· πως πρωί και βράδυ κάνουμε μια προσευχούλα και πως όλα τ’ αρχίζουμε και τα τελειώνουμε με το σημείο του σταυρού και το όνομα του Χριστού.

Οι γονείς μου ήταν εξαίρετοι γονείς και μου κληροδότησαν ό,τι θεωρούσαν ως τον πιο πολύτιμο θησαυρό τους.

Ήξερα τι είναι οι γιορτές των αγίων, η θεία κοινωνία, οι μοναχοί, οι Χαιρετισμοί της Παναγίας, οι Παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου… Μικρός ακόμα έμαθα και τι είναι η εξομολόγηση. Κι όλα αυτά με χαρά, αγάπη, συγχωρητικότητα, ταπείνωση από πλευράς των γονιών μου και πραότητα· και με πολλές εξηγήσεις, ανάλογα με την ηλικία μου. Ποτέ με αυστηρότητα και καταπίεση· μου επέτρεπαν και ξεκούραση, και χαλαρότητα, όχι όμως παρασπονδίες στη θρησκευτική μας ζωή (μια οικογενειακή θρησκευτική ζωή – πνευματική ζωή την ονόμαζε ο πατέρας μου), εκτός αν υπήρχε πραγματικός λόγος.

Ήμουν τεσσάρων χρονών, παραμονή της γιορτής μου, του αγίου Νικολάου (που ήταν οικογενειακή μας γιορτή, στην οικογένεια του πατέρα μου, εδώ και πολλές γενιές, σλάβα, όπως λένε στη Σερβία, που σημαίνει δόξα), μόλις είχα αποκοιμηθεί, ένα μωρουδίστικο, αφράτο ύπνο γεμάτο χρώματα, όταν με επισκέφτηκε πρώτη φορά στ’ όνειρό μου ο Μελένιος Δράκος.

Ξαφνιάστηκα και τρόμαξα, μα ο φόβος μου κράτησε ένα δευτερόλεπτο – ήταν τόσο φιλικός, τόσο γλυκός, τόσο μελένιος, που έγινα φίλος του αμέσως.

Μου μίλησε για τον κόσμο του, τα ταξίδια του, τις μάχες του… Και μερικές εβδομάδες αργότερα εμφανίστηκε ενώ ήμουν ξύπνιος και τριγύριζα μόνος μου στην εκκλησία – ο πατέρας μου ήταν στο γραφείο μαζί με τον προϊστάμενο του ναού, γιατί ο ίδιος ήταν ο νεότερος και δεύτερος στην ιεραρχία – και με πήρε στη μυστική πόρτα, απ’ όπου μου έδειξε πια τον κόσμο του, έναν κόσμο που δε θα τον ξεχάσω ποτέ.

Όλοι ξέρετε το Μελένιο Δράκο· τον έχετε δει πολλές φορές· όμως (χαμογελάω νοσταλγικά τώρα) δε θ’ αποκαλύψω προς το παρόν την ταυτότητά του, γιατί ξέρω πως θα τον συναντήσετε στη δική σας ιστορία αργότερα.

Εν πάση περιπτώσει, όταν επέστρεψα τα διηγήθηκα όλα στους γονείς μου. Η μαμά μου νόμισε πως τους έλεγα ένα παραμύθι, όμως ο πατέρας μου συνοφρυώθηκε· ήξερε πολύ καλά, από βιβλία βέβαια, πως καραδοκούν οι Παγιδευτές και στήνουν παγίδες να ψαρέψουν τρυφερές ψυχούλες, και με ξεψάχνισε πάρα πολύ σοβαρά και προσεκτικά, για να βεβαιωθεί αν λέω αλήθεια και τι ακριβώς ήταν αυτό που είχα δει.

Και τελικά βεβαιώθηκε για την αγαθή του φύση και την αληθινή του ταυτότητα, μα και πάλι μου επέστησε την προσοχή (δεν τον είχα ξαναδεί τόσο σκεφτικό), να μη δίνω πίστη σε όσα βλέπω, ούτε να δέχομαι όσα μου λένε τυχόν απροσδόκητοι επισκέπτες, ακόμα κι αν μου εμφανιζόταν – αν δηλαδή νόμιζα πως μου εμφανίζεται – ο ίδιος ο άγιος Νικόλαος ή ο Χριστός.

Ο Μελένιος Δράκος μου εμφανίστηκε άλλες δυο φορές· στ’ όνειρό μου τη μια φορά και την άλλη μικρός μικρός, πάνω στο γραφείο μου, όπου τον είδε κι η Βέρα, η αδερφούλα μου· ήταν μόλις δυο χρονών κι έκανε τρελές χαρούλες με γέλια και παλαμάκια!

Εκείνη τη μέρα ο Μελένιος Δράκος μου μίλησε για τα χαμένα παιδιά.

Όμως, μια στιγμή, σα ν’ αφουγκράστηκε κάτι κι έπρεπε να φύγει στα ξαφνικά, γιατί, όπως μου εξήγησε, μερικά παιδιά που τον ενδιέφεραν πάρα πολύ κινδύνευαν στην πλατεία, έξω απ’ την εκκλησία όπου υπηρετούσε ο πατέρας μου. Πέταξε με τα μελένια φτερά του και χάθηκε απ’ τις γρίλιες του παραθύρου μας, που έβλεπε σ’ ένα ακάλυπτο χώρο με λεμονιές.

Και τη συνέχεια την ξέρετε, όπως κι ότι ζήτησα από τον πατέρα μου να τα πει όλα. Εκείνος δίσταζε και αμφέβαλλε (δεν είχε Facebook, ούτε ασχολιόταν πολύ με το Διαδίκτυο και δεν είχε πληροφορηθεί την αναζήτηση του Μελένιου Δράκου, που κρατούσε ήδη μήνες σε πολλές πόλεις), αλλά, όπως ήρθαν τα πράγματα, τελικά το έκανε.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Και φτάνουμε στο φοβερό βράδυ, όταν φόρεσε το πετραχήλι του, μπήκε στο Ιερό κι έψαλε παράκληση στην Παναγία για όλα τα παιδιά, μπροστά στα μάτια εκείνου του καθαρού ανθρώπου, του θείου τους, του Άρη.

Εμείς ήμασταν στο σπίτι, η μαμά βοηθούσε τη Βερούλα να κάνει μπάνιο κι εγώ έπαιζα στο δωμάτιό μας, περιμένοντας να τελειώσουν για να μπω στη μπανιέρα να πλατσουρίσω και να κάνω και το μπανάκι μου, σαν παιδάκι…

Πώς να τα θυμηθώ και πώς να τα πω, χωρίς να σφιχτεί η καρδιά μου, όπως σφίχτηκε τότε γεμάτη τρόμο; Ήταν ο πρώτος αληθινός εφιάλτης που βίωνα στη ζωή μου, και μάλιστα όχι στ’ όνειρό μου (έτσι τουλάχιστον πίστευα και πιστεύω), μα στην πραγματικότητα!

Άνοιξε το παράθυρο με κρότο και τρύπωσαν μέσα οι ψυχοκάντζαροι, αυτά τα τελώνια που προ ημερών είχαν προσπαθήσει να κατασπαράξουν τα άγνωστά μου παιδιά στην αυλή της εκκλησίας. Μικρά διαβολάκια με σκούρο μπλε δέρμα, κόκκινα μάτια, σουβλερά δόντια, γαμψά νύχια, που ανάδιδαν μιαν απίστευτη αποφορά… Το ένα κρατούσε το άλλο από τα πόδια (μικρά πόδια φαύνου ή μάλλον γουρουνιού, με μακριές χηλές) και σχημάτιζαν μιαν αλυσίδα που εισέβαλε απ’ το παράθυρό μου, μοιάζοντας να κρέμεται απ’ τον ουρανό. Ο τελευταίος με άρπαξε από τους ώμους, κάτι σφύριξε σε κάποια αλλόκοτη γλώσσα κι όλοι μαζί απογειώθηκαν έξω απ’ το παράθυρο κρατώντας με μαζί τους.

Άρχισα να ουρλιάζω, να τσιρίζω! Έξω ήταν νύχτα και παγωνιά· κοίταξα ψηλά κι είδα δεκάδες καλικαντζαράκια να κρέμονται το ένα απ’ το άλλο και το πρώτο να το κρατάει στα βρομερά πόδια του ένα γιγάντιο όρνιο με τεράστιες φτερούγες, που υψωνόταν όλο και ψηλότερα παίρνοντάς με μαζί του μέσ’ στο σκοτάδι!

Με άκουσε η μαμά; Δε με άκουσε; Ούτε που ήξερα. Ούρλιαζα όσο πιο δυνατά μπορούσα και πάλευα να ξεφύγω – μα πώς να ξέφευγα; Κάνοντας βουτιά στο κενό; Θα γινόμουν συντρίμμια στα δέντρα, στα μπαλκόνια, στις ταράτσες…

Και ξαφνικά, ένα απέραντο σμήνος μέλισσες φάνηκαν βουίζοντας από παντού. Συνόδευαν μια ομάδα παιδιών, που σκαρφάλωναν στα δέντρα, πρόβαλλαν απ’ τις ταράτσες, ανέβαιναν στις κεραίες των τηλεοράσεων κι έρχονταν να με βοηθήσουν!

Παιδιών που τα ήξερα πολύ καλά: ήταν οι φίλοι μου απ’ το νηπιαγωγείο! Όλοι φορούσαν πιτζάμες, άλλες ροζ, άλλες γαλάζιες, άλλες πολύχρωμες, στολισμένες με ένα σωρό πανέμορφες ζωγραφιές.

Ο Γιωργάκης πήδηξε στον αέρα από μια κεραία και με άρπαξε απ’ τους αστραγάλους, για να με τραβήξει προς τα κάτω. Οι ψυχοκάντζαροι στρίγκλισαν εξοργισμένοι και συνέχισαν ν’ ανεβαίνουν. Τότε η Χριστίνα άρπαξε το Γιωργάκη απ’ τα πόδια κι άρχισαν ν’ ανεβαίνουν κι οι δυο, τραβηγμένοι απ’ τη δύναμη των παγανών! Κι ο Ραντζότ, το Ινδάκι, άρπαξε το Χριστινάκι απ’ τα πόδια, και η Ξένια το Ραντζότ κι ο Παναγιώτης την Ξένια κι η Καίτη τον Παναγιώτη κι ο Ρομπέρτο την Καίτη κι η Ανθή το Ρομπέρτο κι ο Λευτέρης την Ανθή κι η Λευκή το Λευτέρη κι ο Βασίλης τη Λευκή κι η Δωρίτσα το Βασίλη κι ο Νεκτάριος τη Δωρίτσα κι η Μαριώ το Νεκτάριο! Και σχημάτισαν μιαν αλυσίδα παιδιών, αλυσίδα αγάπης, που με διεκδικούσε πίσω στη Γη κι αντιστεκόταν στην αλυσίδα μίσους και μοχθηρίας που με τραβούσε στην αιχμαλωσία και στα σύννεφα!

Αλλά το όρνιο ήταν πολύ δυνατό, οι ψυχοκάντζαροι έσερναν με μανία και λύσσα κι όλη η αλυσίδα των συμμαθητών μου ξεκόλλησε από την ταράτσα, όπου στέκονταν οι τελευταίοι, κι αρχίσαμε πάλι ν’ ανεβαίνουμε προς το νυχτωμένο και συννεφιασμένο ουρανό.

Αναρωτιέμαι αν άκουγε κανείς τις τσιρίδες και τα ουρλιαχτά μας!... Ανεβαίναμε κι ανεβαίναμε κι έβλεπα κάτω απ’ τα πόδια μας ν’ απομακρύνεται η πόλη κι ο πανικός μου, όπως και όλων, ξεχείλιζε από τα μπατζάκια μου.

Και κάποια στιγμή προσγειωθήκαμε όλοι, κουβαριασμένοι, πάνω σ’ ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο. Τα παγανά σκόρπισαν δώθε κείθε, το όρνιο χάθηκε βαθιά στην κατάμαυρη νύχτα κι εμείς απομείναμε κατατρομαγμένοι ν’ αναρωτιόμαστε για την τύχη μας.

Μαζευτήκαμε κουτρουβαλώντας – το σύννεφο μας φαινόταν σκληρό σα βράχος – κι αγκαλιαστήκαμε, παίρνοντας θάρρος ο ένας από την παρουσία και την ανάσα και το λαγουδίσιο καρδιοχτύπι του άλλου.

Μπροστά μας είδαμε παρκαρισμένο ένα κερασί αυτοκινητάκι, χαριτωμένο σα μωρουδιακό ή κουκλίστικο, εντελώς αταίριαστο μ’ όλα τα υπόλοιπα. Διστακτικά κάναμε να πλησιάσουμε, γεμάτοι περιέργεια, μα και κάποια ελπίδα… Και ξαφνικά, από μέσα όρθωσε το ανάστημά του ένα τέρας, ξεπηδώντας από το παράθυρο σαν καπνός ή σα φίδι, που απ’ το μαύρο του σώμα ξεχύνονταν μπουμπουνίζοντας μικροί κεραυνοί!

«Τώρα θα σας φάμε!» στρήνιαξε, κι εμείς κερώσαμε. «Θέλετε να τον βοηθήσετε, ε; Τώρα θα βοηθήσετε ο ένας τον άλλο να κατεβείτε πιο γρήγορα στο στομάχι μας!».


Αλλά δε μας έφαγαν· γιατί στη στιγμή πρόβαλαν πέντε καβαλάρηδες με χρυσές αρματωσιές, οπλισμένοι με κοντάρια, κι άρχισαν τη μάχη για την υπεράσπισή μας!

Κι από πίσω τους ο Μελένιος Δράκος προσγειώθηκε ανάμεσά μας, μας φόρτωσε όλους στη χνουδωτή πλάτη του – άλλοι κάθισαν στις φτερούγες του, άλλοι στο σβέρκο – και ξεκίνησε για τη Γη και για την Αθήνα.

Δεν πιστεύαμε στην τύχη μας, είχαμε γλιτώσει! Κοιτάξαμε πίσω κι είδαμε τους καβαλάρηδες να πολεμάνε σκληρά το θηρίο και τα αμέτρητα παγανά του. Τι απέγινε, δεν είδαμε· στη στιγμή ο οδηγός μας είχε φτάσει κάτω στην πόλη και, ξεφυσώντας ανακουφισμένος, άρχισε τη διανομή, αφήνοντας τον καθένα στο μπαλκόνι του ή στο περβάζι του παραθυριού του!

Πόσο γαλήνια μας φαινόταν τώρα η νύχτα, πόσο μυρωδάτη, κι ακόμα κι η ψύχρα νομίζαμε πως μας τύλιγε στοργικά, σα μητρική αγκαλιά!

«Έι, μπράβο, παιδιά!» έλεγε εκείνος με την καλοσυνάτη φωνή του και τα πελώρια μάτια του έλαμπαν από ικανοποίηση. «Βοηθήσατε το φίλο σας μια χαρά! Μην το ξεχάσετε αυτό ποτέ! Έτσι να βοηθάτε ο ένας τον άλλον όλη τη ζωή σας!».

Από κοντά μας συνόδευαν οι όμορφες μέλισσες, που είχαν σημάνει συναγερμό κι είχαν φέρει τους καλούς μου φίλους για να με σώσουν. Και πράγματι με είχαν σώσει!

Όταν με άφησε, τελευταίο, κι εμένα μέσα απ’ το παράθυρό μου, με καληνύχτισε με πολλή αγάπη κι έφυγε τρυπώνοντας στα φυλλώματα των δέντρων της γειτονιάς, άρχισα να κλαίω κι έτρεξα φωνάζοντας μέσα στο μπάνιο και κούρνιασα σαν πουλάκι στην αγκαλιά της μαμάς μου, που στέγνωνε με το πιστολάκι τα μαλλάκια της Βέρας.

Της μαμάς μου, που δεν είχε πάρει είδηση τίποτα απ’ όλα αυτά.

Κι εγώ δεν μπορούσα να της τα εξηγήσω (πώς τα θυμάμαι τώρα, με τι πίκρα, μα και νοσταλγία!), μόνο έκλαιγα και κοντά σε μένα κόλλησε κι άρχισε το θρήνο κι η Βέρα, χωρίς να ξέρει το λόγο, κι η μαμά μας άρχισε να κλαίει κι εκείνη και πήρε τηλέφωνο τον πατέρα μας, που άρπαξε το μικρό μας αυτοκίνητο κι έτρεξε να δει τι πάθαμε, καταϊδρωμένος και μουρμουρίζοντας ασταμάτητα την ευχή του Ιησού.

Κι όταν, ώρα μετά (αφού είχε κοιμηθεί η Βερούλα αγκαλιά με το φωτεινό της μελισσάκι), κατάφερα να μιλήσω και να εξηγήσω τι είχε γίνει, η μεν μητέρα μου νόμισε και πάλι πως το φαντάστηκα (είχαν δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά που με είχε αφήσει απ’ τα μάτια της για να μπει στο μπάνιο), μα εκείνος κατάλαβε πως γι’ αυτόν είχε γίνει ετούτος ο σαματάς, για να σταματήσει να τους πολεμάει, κι αποφάσισε πως είχε έρθει η ώρα ν’ αφήσει τους δισταγμούς στην άκρη!

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Καλοί μου φίλοι, άγνωστοι φίλοι, ας φλυαρήσω λίγο ακόμα, για να σας πω πως το άλλο πρωί, στο σχολείο, όλα τα παιδιά του νηπιαγωγείου που είχαν συντρέξει το βράδυ σε βοήθειά μου με περικύκλωσαν κι ανταλλάξαμε τις ιστορίες μας!

Κι όλοι συμφωνήσαμε πως τα ίδια πράγματα είχαμε δει και πως όλα όσα είχαμε ζήσει ήταν αληθινά πέρα για πέρα!

Ο μόνος απ’ όλους που το πιστεύει ακόμη νομίζω πως είμαι εγώ. Οι υπόλοιποι θεωρούν πως μεγάλωσαν και δε στέκει να πιστεύουν ανοησίες, που προφανώς τις είδαν στον ύπνο τους ή τις φαντάστηκαν ή απλώς τις άκουσαν από κάποιον άλλο ή, όπως ισχυρίζονται μερικοί, δεν τις θυμούνται καν.

Ίσως δεν τα θυμούνται στ’ αλήθεια, ίσως ο φόβος τους έκανε να τα ξεχάσουν, όμως εκείνο το πρωινό, στην αυλή του νηπιαγωγείου, όλοι τα θυμόμασταν κι αυτό ήταν και είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη πως όντως συνέβησαν.

Κάποτε σκοπεύω να προσπαθήσω να τα διηγηθώ στα παιδιά τους (όσοι έχουν παιδιά), αν φυσικά δε μου κάνουν μήνυση για παρενόχληση ή δεν έρθουν οι πιο θερμόαιμοι να με στραπατσάρουν… Τι ειρωνεία…

Και πάλι, τους ευγνωμονώ που με έσωσαν· θα ήταν απέραντη αχαριστία να το ξεχάσω, μόνο και μόνο επειδή, ως ενήλικες πλέον, ισχυρίζονται ότι δε συνέβη ποτέ!

Πάντως τώρα, με αφορμή το Γιάννη, καταγράφονται όλα σ’ αυτό το χειρόγραφο και κάποτε μερικά από τα παιδιά εκείνα θα τα διαβάσουν και ίσως καταλάβουν – ιδίως αν έχουν δει το Μελένιο Δράκο στα όνειρά τους ή στις ζωγραφιές των μικρών αδελφών τους ή στη μυστική πόρτα που οδηγεί στο βασίλειό του από τις κρυφές γωνιές των εκκλησιών.


Με τον καιρό γνώρισα και τ’ άλλα παιδιά, και τους Πειρατές των Υπονόμων και τους Ιππότες της Γαλακτοτροφούσας, και τώρα ξέρω ολόκληρη την ιστορία.

Όχι μόνο την ξέρω· ένα μέρος της το έχω ζήσει, μια και η Μελίνα, το Μελινάκι, που το απήγαγαν οι δαιμόνιοι ανθρωποφάγοι και το έσωσαν οι καβαλάρηδες του ουρανού εκείνο το βράδυ, είναι τώρα η γυναίκα μου.

Έχουμε τρία πανέμορφα και υπέροχα παιδιά· δυο αγόρια αυτιστικά κι ένα κοριτσάκι με σύνδρομο Down.

Η Μελίνα πιστεύει, κι ίσως έχει δίκιο, πως οι ώρες που πέρασε στην αιχμαλωσία, όπου μπήκαν και βγήκαν στην ψυχή της οι δυνάμεις του σκότους, της άφησε τραύματα αγιάτρευτα και οι συνέπειές τους είναι τα προβλήματα των παιδιών μας.

Μικρός – το ξαναείπα – πίστευα πολύ στο Θεό. Τώρα, μεγάλος και παντρεμένος και πατέρας που προσπαθεί να βοηθήσει τη σύζυγό του να σηκώσει αυτόν το ασήκωτο σταυρό και τα παιδιά του να ζήσουν σωστά σ’ έναν κόσμο που σχεδόν δεν καταλαβαίνουν, πιστεύω ακόμα περισσότερο.

Οι γονείς μου ήταν εξαίρετοι γονείς, το ίδιο και οι γονείς της αγαπημένης μου· τώρα είναι εξαίρετοι παππούδες και γιαγιάδες, που μας στηρίζουν με την αγάπη τους και κυρίως με την υπακοή τους στις υποδείξεις μας, μια κι εγώ και περισσότερο η σύζυγός μου (μια πραγματική αγωνίστρια) έχουμε ψάξει πολύ για τη συμπεριφορά που πρέπει να έχουμε προς τα ιδιαίτερα παιδάκια μας.

Μεγάλωσα σε μια οικογένεια πιστών, που μου κληροδότησε ό,τι θεωρούσε ως τον πιο πολύτιμο θησαυρό της. Το ίδιο και οι γονείς μου, που παρέλαβαν αυτό τον ατίμητο θησαυρό από τους δικούς τους γονείς. Έτσι προσπαθούμε κι εμείς τώρα να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας· με αγάπη, σεβασμό, ελευθερία, ταπείνωση, συγχωρητικότητα, Παναγία και Χριστό… Και, πιστέψτε με, μέσα στην εκκλησία, κάτω απ’ τα εικονίσματα και το γλυκό φως των καντηλιών, και μέσα στην εκκλησία της καρδιάς μας, κάτω απ’ τα εικονίσματα και το γλυκό φως των νοερών μας καντηλιών, με τις ιστορίες των αγίων μας και το λεπτεπίλεπτο μοσχοθυμίαμα των προσευχών μας, τα παιδιά μας μεγαλώνουν με ηρεμία και ασφάλεια, μικροί αγωνιστές που προετοιμάζονται να νικήσουν στη δική τους ιδιόρρυθμη μάχη της ζωής.

Και ελπίζω πως η ζωή τους έτσι θα περάσει και πως κάποτε, ευτυχισμένα και γεμάτα αγάπη και καλοσύνη, θα μπουν στη χρωματιστή κοιλάδα του Μελένιου Δράκου και θα συνεχίσουν εκεί, με όλους τους απίθανους και υπέροχους κατοίκους της, για ολόκληρη την αιωνιότητα…

Κεφάλαιο 8

Όσα μας είπαν η μαμά μου και το Μελινάκι μάς έδωσαν μια πολύτιμη μαρτυρία για τους εχθρούς μας, το βασίλειό τους και τις δυνάμεις τους. Μια μαρτυρία όμως τόσο εφιαλτική, που μακάρι να μην υπήρχε, κι ας είχε αποδειχθεί όλη η ιστορία πως ήταν πλάσμα της φαντασίας μας!...

Τουλάχιστον έτσι σκεφτόμασταν τότε. Τώρα, που όλα έχουν τελειώσει, κατά κάποιον τρόπο, και που, αν είχαν συμβεί διαφορετικά, δεν ξέρουμε ποια θα ήταν η έκβασή τους, δεν το εύχομαι πια.

Είπε η μαμά μου και συμπλήρωνε το Μελινάκι:

«Μας άρπαξαν μέσα από ένα τάμπλετ!».

Όλοι κοιτάξαμε έκπληκτοι κι εκείνη συνέχισε:

«Αράξαμε την Κερασένια στο πάρκινγκ του σούπερ μάρκετ, άνοιξα την πόρτα, αλλά, πριν προλάβω να κατεβώ κι η Μελίνα να λύσει τη ζώνη της, όρμησαν μέσα χοροπηδώντας αμέτρητα διαβολάκια, απαίσια και σιχαμερά! Μας άρπαξαν απ’ τα ρούχα, απ’ τα μαλλιά, απ’ τα χέρια, εμείς ουρλιάζαμε, είχαμε τέτοια τρομάρα που δεν είδα καν αν κανείς απ’ τους διπλανούς μας γύρισε να μας κοιτάξει!...».

Αυτοί ήταν οι ψυχοκάντζαροι. Δεν ξέρω αν οι ίδιοι αποκαλούσαν έτσι τον εαυτό τους, αυτό το όνομα το άκουσα από το Νίκο, το γιο του π. Σάββα, που τον γνωρίζετε πια, όπως κι εμάς.

Η μαμά μου πήρε μια ανάσα, ενώ η Μελίνα είχε σουφρώσει το μουτράκι της γεμάτη φρίκη. Συνέχισε με έντονες χειρονομίες:

«Από μπροστά ένας τύπος, ψηλός και μαυροντυμένος σαν το Χάρο, άνοιξε ένα τάμπλετ, το γύρισε προς το μέρος μας κι εμείς, μαζί με την Κερασένια, ρουφηχτήκαμε μέσα! Και βρεθήκαμε μεμιάς σ’ ένα σκοτεινό τούνελ, που βρομούσε ανυπόφορα, και τα διαολάκια μας έσπρωχναν μαζί με τ’ αμάξι και κατρακυλούσαμε στο σκοτάδι!».

«Κι άλλα μας τραβούσαν τα μαλλάκια, τ’ αφτάκια, μας τσιμπούσαν, τσίριζαν, γελούσαν, κι εγώ έκανα κακάκια στο βρακάκι μου από το φόβο μου!» φώναξε η Μελίνα με μια αστεία γκριμάτσα, μα κανείς δεν είχε όρεξη να γελάσει.

«Και μας έβγαλαν από τ’ αμάξι, που δεν το ξαναείδαμε, και μας τραβολόγησαν χορεύοντας και φωνάζοντας όλο και πιο βαθιά, και μετά μας έριξαν σ’ ένα μπουντρούμι και μας περικύκλωσαν με ανοιχτά σαγόνια, που έτρεχαν τα σάλια τους, και τα μάτια τους γυάλιζαν, έτοιμοι να μας κατασπαράξουν!».

«Και τότε», ψιθύρισε το Μελινάκι και τα μάτια του δάκρυσαν, «είδα το Γιάννη μας καθισμένο στο κρεβάτι του να κρατάει αγκαλιά την εικόνα του Χριστού και της Παναγίτσας και να κλαίει και να τους φωνάζει να μας βοηθήσουν!».

Έμεινα άναυδος. Ώστε είχε εισακουστεί η προσευχή μου! Τέντωσα τ’ αφτιά μου, ν’ ακούσω παρακάτω:

«Θα το είδαν κι εκείνα τα σιχαμένα», είπε το κοριτσάκι, «κι άρχισαν να τσιρίζουν και να σβουρίζουν σα να ’τρωγαν σφαλιάρες», χαμογέλασε με τα χειλάκια και τα ματάκια του κι η μαμά, που καθόταν δίπλα του, το ’σφιξε στην αγκαλιά της γεμάτη αγάπη.

Όχι μόνο αγάπη, γεμάτη ευτυχία που ήταν και πάλι ανάμεσά μας, ζωντανές κι ασφαλείς. Άπλωσε το άλλο της χέρι κι έτρεξα κι εγώ να τρυπώσω σ’ αυτή τη μεγάλη αγκαλιά, ίσως τη σημαντικότερη της ζωής μου – σίγουρα τη σημαντικότερη της παιδικής ηλικίας μου!

Ο μπαμπάς μου, τον κοίταξα φευγαλέα, δεν κινήθηκε από τη θέση του. Μόνο άκουγε κι ήταν δακρυσμένα και τα δικά του τα μάτια.

«Και μας άφησαν ζωντανές», συμπλήρωσε η μαμά, «και δε μας ξανακούμπησαν, μόνο μας φύλαγαν συνεχώς, μέρα νύχτα (μέρα ήταν ή νύχτα; και πόσες μέρες; ούτε που καταλαβαίναμε), δεν ξεκολλούσαν από κοντά μας, ούτε χόρευαν πια, ούτε φώναζαν, μόνο ρουθούνιζαν και μας κοίταγαν με τα κόκκινα μάτια τους σαν πεινασμένα σκυλιά! Πώς δεν πεθάναμε απ’ το φόβο μας, ένας Θεός ξέρει».

Αυτή ήταν η μαρτυρία τους. Κι ύστερα φανήκαμε εμείς με τους χρυσαφένιους πολεμιστές. Κι όταν πλησιάζαμε, χάθηκαν οι ψυχοκάντζαροι κι εμφανίστηκαν οι αναποδοσταυροφόροι, πιο δυνατοί, πάνοπλοι, αμέτρητοι, για να υπερασπιστούνε τη λεία τους. Αν την κέρδιζαν τότε, θα την κρατούσαν για πάντα – και μάλιστα ίσως και να κατάφερναν να τη φάνε!

Χαμογελάω στις σκέψη· πόσο θα πεινούσαν! Και πόσο λαχταριστά μεζεδάκια είχαν στη φωλιά τους! Αλλά ευτυχώς, δόξα τω Θεώ, δεν πρόλαβαν να τα γλεντήσουν!

«Και τώρα εσείς» είπε ο μπαμπάς μου σε μένα, τον Κώστα και το Μιχάλη.

Όλοι μας κοίταξαν· ο θείος Πέτρος, η θεία Ξένια (που ίσως να ζήλευαν λίγο και να ’χαν πίκρα – δικαιολογημένα και συγχωρημένα – που δεν είχε βρεθεί ακόμη το δικό τους σπλάχνο), ο θείος Πέτρος κι η θεία Μαρκέλλα, ο θείος Άρης, ο μπαμπάς κι η μαμά μου, η Μελίνα κι η Λένια…

«Ποια είναι αυτά τα παιδιά που σας οδήγησαν στην παγίδα;».

«Περιττό να σας πούμε πόσο ηλίθιοι είστε που τα ακολουθήσατε» είπε αυστηρά ο θείος Ορέστης. «Έπρεπε να μας ειδοποιήσετε αμέσως, όχι να σας φουσκώνουν τα μυαλά τα παιδικά που βλέπετε!».

«Όλη αυτή η ιστορία έχει πάει λάθος» αναστέναξε η θεία Μαρκέλλα.

«Αυτό θα το δούμε στο τέλος» τόλμησε να ψιθυρίσει ο θείος Άρης.

«Τι είπες;» ρώτησε η θεία Μαρκέλλα κοιτώντας τον με φαρμάκι.

Ο θείος χαμογέλασε.

«Από εδώ και πέρα πρέπει να πάει σωστά» διόρθωσε το λόγο του. «Δηλαδή», μας κοίταξε με προσποιητή αυστηρότητα, μα κατά βάθος χαμογελούσε με περηφάνια το βλέμμα του – ένα τόσο γλυκό βλέμμα, που δε θα το ξεχάσω, μάλλον δε θα το ξεχάσει κανείς μας όσο θα ζούμε – «με πρώτους σε κάθε βήμα εμάς, τους μεγάλους».

Κοίταξε τη θεία· εκείνη ένευσε ανεπαίσθητα, επιδοκιμάζοντας. Ο θείος μειδίασε και μαζί του χαμογελάσαμε όλα τα μικρά, ακόμα κι η ταλαιπωρημένη Μελίνα· η σκηνή ήταν κάπως αστεία.

Η θεία Μαρκέλλα το κατάλαβε και μαζεύτηκε. Η μαμά μου γέλασε. Ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα να γελάει μετά τα συμβάντα και για πολύ καιρό δεν την ξαναείδα.

«Λοιπόν, για να σοβαρευτούμε» είπε ο μπαμπάς μου. «Μπορείτε να τα βρείτε αυτά τα παιδιά; Πρέπει να μάθουμε το ρόλο τους στην ιστορία. Μπορεί να μας οδηγήσουν προς το Χρηστάκη!».

«Να μιλήσω;» σήκωσα το χέρι μου, όπως στο σχολείο. Ο μπαμπάς μου ένευσε. «Το κορίτσι, που είναι αρχηγός τους, το λένε Μίνα. Έχει χάσει τον αδερφό της, μερικούς μήνες νωρίτερα απ’ το Χρηστάκη. Τον ψάχνουν κι εκείνοι και, όταν έμαθαν για μας και την έρευνά μας, πλησίασαν και μας πρόσφεραν τη συμμαχία τους».

«Δηλαδή πιστεύεις πως από λάθος σας έριξαν στο στόμα του λύκου;» ρώτησε η θεία Ξένια.

Σηκώσαμε τους ώμους μας.

«Εγώ είμαι βέβαιος πως τους είχαν μαγέψει» είπε ο Μιχάλης. Συμφωνήσαμε μαζί του. «Η φωνή τους, τα μάτια τους, το φέρσιμό τους, δεν ήταν φυσιολογικά». Αναστέναξε. «Απλά, δεν το καταλάβαμε αμέσως».

«Καλύτερα» είπε ο Κωστάκης. «Αλλιώς δε θα πηγαίναμε και δε θα βρίσκαμε τη θεία Μάρθα και τη Μελίνα! Και μπορεί να τους τρώγανε τα τρολ και οι διάβολοι!».

Η μαμά μου του χάιδεψε το κεφάλι με ευγνωμοσύνη. Οι μεγάλοι κούνησαν το κεφάλι τους συμφωνώντας, κι αυτό μας προκάλεσε κάποια ανακούφιση.

«Όπως και να ’χει, μπορούμε να τους βρούμε;» επέμεινε ο μπαμπάς μου.

«Δεν ξέρουμε τίποτ’ άλλο γι’ αυτούς» παραδέχτηκα. «Ούτε τηλέφωνα, ούτε τα επίθετά τους, ούτε άλλα ονόματα».

«Ωραίοι ντετέκτιβ είστε» ειρωνεύτηκε με κάποια κακία ο θείος Ορέστης.

«Σταματήστε να τους προσβάλλετε» μίλησε για πρώτη φορά ο θείος Πέτρος. Τον κοίταξα και είδα με έκπληξη πως είχε βουρκώσει. «Εκεί που φτάσανε αυτοί, με κίνδυνο της ζωής τους, ένα βήμα πριν απ’ το θάνατο», η φωνή του άρχισε να τρεμουλιάζει, «δεν έφτασε ούτε η αστυνομία, ούτε εμείς που κάνουμε τους μεγάλους και τους κρίνουμε και τους μαλώνουμε. Τα παιδιά είναι αξιέπαινα! Παιδιά μεν, με πολλά λάθη, αλλά αξιέπαινα. Ψάχνουν τόσους μήνες για το παιδί μου», πήρε μια ανάσα για να καταπνίξει τη συγκίνησή του, «κι ό,τι και να γίνει, παιδιά, να ξέρετε πως θα σας χρωστώ αιώνια ευγνωμοσύνη. Κι αν δε βρεθεί το παιδί μου… αλλά κι αν βρεθεί», άρχισε τώρα να κλαίει και κάθισε πέφτοντας βαρύς σε μια πολυθρόνα, «όλοι σας θα ’στε παιδιά μου!».

Έκρυψε το πρόσωπό του με τα δυο του χέρια κι ακούγαμε τ’ αναφιλητά του. Η θεία Ξένια τον αγκάλιασε, κλαίγοντας κι αυτή. Όλοι σώπασαν, σα να τηρούσαν ενός λεπτού σιγή προς τιμήν του· ίσως και προς τιμήν μας, και προς τιμήν του Χρηστάκη που μπορεί να μη ζούσε.

Εμείς ξαφνιαστήκαμε· ήταν η πρώτη φορά που βλέπαμε μεγάλους να κλαίνε. Ο θείος Άρης πλησίασε και μας αγκάλιασε· χαμογελούσε, με μάτια που γυάλιζαν βουρκωμένα. Το ίδιο έκαναν κι οι γονείς μου. Κι ο θείος Ορέστης κι η θεία Μαρκέλλα πλησίασαν το θείο Πέτρο και τη θεία Ξένια κι αγκαλιάστηκαν με αγάπη, άντρας με άντρα, γυναίκα με γυναίκα, στηρίζοντας το πονεμένο ζευγάρι.

Κι ήταν μια στιγμή, απ’ αυτές που γεμίζουν δύναμη τους ανθρώπους και τους βοηθούν να παλέψουν, όσο δυνατό αντίπαλο κι αν έχουν μπροστά τους.

Να παλέψουν και να νικήσουν· ή, αν δε γίνεται να νικήσουν, να παλέψουν και να πεθάνουν.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Ο θείος Άρης είχε διηγηθεί σε όλους πως είχε πετάξει ιππεύοντας το Μελένιο Δράκο.

Παραδόξως, εκείνος κι όχι κάποιος από εμάς ήταν ο μόνος μέχρι στιγμής που τον είχε δει πραγματικά.

Ήταν σίγουρο πια πως ήταν φίλος μας και ακόμη πιο σίγουρο πως ο παράξενος ιερέας της γειτονιάς μας ήξερε γι’ αυτόν.

«Το πρωί πρέπει να βρούμε τον παπά» είπε ο θείος Ορέστης.

Ήταν βαθιά νύχτα.

«Δε θα πάμε σχολείο» είπα, κοιτάζοντας τη μαμά μου κάπως ικετευτικά.

«Όχι» απάντησε εκείνη, χαϊδεύοντάς μου το κεφαλάκι, σα να ήμουν το μωρό της. «Πέστε για ύπνο».

Όλοι πήγαν σπίτια τους. Ο θείος Άρης κοιμήθηκε στο δικό μας.

Ήμασταν ήρεμοι πια. Είχαμε πετύχει μια νίκη κι η καρδιά μας φτερούγιζε ενθουσιασμένη. Ίσως πλησίαζε η ώρα να τα βρούμε όλα· και το Μελένιο Δράκο και το Χρηστάκη!

Αλλά πόσους αναποδοσταυροφόρους και παγανά θα ’πρεπε να αντιμετωπίσουμε ακόμη; Και θα τα βγάζαμε πέρα;

Οι πολεμιστές που μας υπερασπίστηκαν ήταν σίγουρα κάποιοι άγιοι. Ο άγιος Γεώργιος, προφανώς, ο άγιος Δημήτριος, οι άγιοι Θεόδωροι, ο άγιος Ευστάθιος… Θα ’ρχονταν όμως ξανά;

Είχε ανακατευτεί για καλά ο Χριστός στην ιστορία… Αυτό ήταν καλό, αλλά γιατί άφησε από την αρχή να χαθεί ο Χρηστάκης (που έχει και τ’ όνομά Του); Γιατί άφησε να χαθεί ο Θάνος, ο αδερφός της Μίνας; Γιατί τ’ άλλα χαμένα παιδιά;

Τι περίεργος Θεός που είσαι, Χριστέ μου!

Θα μας βοηθήσεις;

Και το άλλο πρωί, ενώ εμείς τα μικρά κοιμόμασταν ακόμη, χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο.

Το σήκωσε ο μπαμπάς μου.

«Είστε ο μπαμπάς του Γιάννη;» ρώτησε μια κοριτσίστικη φωνή, διστακτική και αμήχανη.

Ο μπαμπάς μου συνοφρυώθηκε.

«Μάλιστα. Ποιος είναι;».

«Είμαι η Μίνα, το κορίτσι που ήμουν μαζί του χτες βράδυ».

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Εδώ Μίνα.

Παίρνω το λόγο, να πω τη συνέχεια απ’ αυτά που έγιναν εκείνη τη νύχτα…

Όταν τα παιδιά και οι υπερασπιστές μας πολεμούσαν στη σκοτεινή αίθουσα, τα έβλεπα όλα με κλειστά τα μάτια, σαν όνειρο. Ο σταυρός που μου φόρεσε ο Μιχάλης, κάπως θα με βοήθησε· δεν το ξέρω, αλλά, μετά από τόσα χρόνια, αυτό πιστεύω.

Έπειτα με ξύπνησαν και τους ακολούθησα στις στοές – σιγά σιγά συνήλθα· είδα τα Τρία Γουρουνάκια σε φρικτή ομηρία, τα αποχαυνωμένα παιδιά στις οθόνες, τη μάχη με τους αναποδοσταυροφόρους και τη διάσωση της κυρίας Μάρθας και της Μελίνας.

Κι όταν μπήκε η φωτιά και βγήκαμε από κείνη την πύλη της κόλασης, προσπάθησα να στηρίξω τους δικούς μου, που κουτουλούσαν. Ο καλός άνθρωπος, ο θείος των παιδιών (τότε ακόμη δεν ξέραμε τ’ όνομά του), κάλεσε τρία ταξί με το κινητό του, για να μοιραστούμε, και το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι, ώστε κόντευε να γεμίσει ταξί ο δρόμος… Εμείς αρνηθήκαμε να χωριστούμε· στριμωχτήκαμε όλοι σ’ ένα ταξί, που ξεκίνησε αμέσως κι ούτε που τον ευχαριστήσαμε τον άνθρωπο!

Ο Τζίμης τηλεφώνησε στο ένα από τα Τρία Γουρουνάκια· ήμασταν σίγουροι πως θα ’ταν κι οι τρεις μαζί. Απάντησε γεμάτος αγωνία ο πατέρας του. Είχαμε δίκιο, με τη διαφορά πως ήταν κι οι τρεις δίπλα δίπλα σ’ ένα ασθενοφόρο, που τους μετέφερε στο νοσοκομείο!

Το ταξί μας ξεφόρτωσε στο σπίτι μου. Οι γονείς μου ήταν ξύπνιοι· δεν ήταν και τρομερά αργά. Διστακτικά, έβαλα το κλειδί κι άνοιξα την πόρτα. Μόλις μας είδαν, ταλαιπωρημένους, τσουρουφλισμένους, ειδικά εμένα, αναπήδησαν!

«Τι πάθατε;» κραύγασε ο πατέρας μου.

Προσπάθησα να τους ηρεμήσω. Μπήκαμε όλοι στο σαλόνι (συγνώμη για τις ανούσιες και αδιάφορες λεπτομέρειες) και πέσαμε σαν τσουβάλια στον καναπέ και τις πολυθρόνες. Δεν ήξερα πώς ν’ αρχίσω!

«Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας» είπα. Αυτά που έλεγα δεν τα είχαν ξανακούσει από μένα, ούτε με είχαν ξαναδεί να μιλάω με τέτοιο φιλικό και μαζί απολογητικό και ίσως λιγάκι παρακλητικό ύφος. «Βρισκόμαστε σε μεγάλο κίνδυνο».

Ο μπαμπάς μου με κόπο ξαναβρήκε την ψυχραιμία του.

«Ακούω» είπε απλά.

Πώς να τους εξηγήσω χωρίς να προκαλέσω και πανικό και χιονοστιβάδα από βρισιές εναντίον μας;

«Τρεις γνωστοί μας απ’ το σχολείο βρήκαν ένα βιντεοπαιχνίδι, που έδειχνε εμάς και την απαγωγή του Θάνου μας».

«Απαγωγή ε;» αναστέναξε ο μπαμπάς μου. Τα μάτια του γυάλιζαν από αγωνία. «Λοιπόν;».

«Πίσω από το παιχνίδι βρίσκονται», έψαξα τις λέξεις, «αδίστακτοι κακοποιοί. Οι κακοποιοί αυτοί μας παγίδευσαν και παραλίγο να μας σκοτώσουν».

Οι γονείς μου παρακολουθούσαν με γουρλωμένα μάτια. Η μαμά μου ήταν έτοιμη να ξεφωνίσει κι έφραζε το στόμα της με την παλάμη.

«Οι Κακοί μάς επηρέασαν και μας έκαναν να οδηγήσουμε σ’ αυτούς κάποια μικρότερα παιδιά, που κι εκείνα ψάχνουν για το χαμένο αδερφό τους». Πήρα ανάσα. «Έγινε χαμός! Όλοι γλίτωσαν, αλλά… αλλά δεν ξέρουμε τι πρέπει να κάνουμε τώρα».

Ο μπαμπάς μου άνοιξε το στόμα του. Προσπάθησα να τον εμποδίσω να με διακόψει.

«Θα ειδοποιήσουμε την αστυνομία, αυτό θα κάνουμε», είπε, «κι εσείς θα σταματήσετε ν’ ασχολείστε με την υπόθεση».

Αμύνθηκα επιτιθέμενη:

«Άκου, μη νομίζεις πως εννοούσα να μας πείτε εσείς τι θα κάνουμε».

«Μα…».

«Έχουμε δει πράγματα που δεν τα φαντάζεστε καν. Όσο για την αστυνομία, δε νομίζουμε», κοίταξα τους άλλους, «πως μπορεί να βοηθήσει στην περίπτωσή μας».

«Και γιατί, παρακαλώ;».

«Γιατί οι εχθροί μας…», δίστασα αρκετά πριν το ξεστομίσω, «δεν είναι άνθρωποι!».

«Τι είναι αυτά που λέτε;» κραύγασε τώρα η μαμά μου.

«Είναι αλήθεια» πήρε το λόγο η Οξάνα. «Και τα τρία παιδιά με το βιντεοπαιχνίδι, τα επηρέασαν και τώρα τα πηγαίνουν στο νοσοκομείο».

«Κι είμαι σίγουρη πως οι γονείς τους δεν έχουν ιδέα για το πώς έπεσε σε λήθαργο το μυαλό τους» συμπλήρωσα.

Οι γονείς μου σώπαιναν· δεν ήξεραν τι να πουν. Ο μπαμπάς μου ήθελε να πει τα αυτονόητα, πως δεν υπάρχουν άλλου είδους κακοποιοί, παρά μόνο άνθρωποι, και το πολύ πολύ να ξεγελαστήκαμε, σαν παιδιά που είμαστε (κατά τη γνώμη του), και να νομίσαμε πως έχουμε απέναντί μας κάτι διαφορετικό.

Αυτή τη φορά πρόλαβα και δεν τον άφησα να μιλήσει.

«Μπαμπά», είπα πιο μαλακά, «χρειαζόμαστε κάτι από σας. Κατ’ αρχήν, να είστε δίπλα μας – μη μιλήσεις ακόμα, σε παρακαλώ – και, δεύτερον, να τηλεφωνήσετε στους γονείς όλων να έρθουν εδώ, να τα πούμε σε κείνους και σε σας με κάθε λεπτομέρεια».

«Και τι θα πούμε στους ανθρώπους; Πώς θα τους φέρουμε σπίτι μας νυχτιάτικα;».

«Δεν ξέρω… Μεγάλοι είστε, κάτι θα σκεφτείτε!».

Οι γονείς μου έμειναν για λίγο συλλογισμένοι. Εμείς ήμασταν τόσο εξαντλημένοι, που αδυνατούσαμε να καταστρώσουμε κάποιο σχέδιο.

«Εσείς να τους τηλεφωνήσετε» είπε η μαμά μου. «Καλέστε τους εδώ, μόνο προσέξτε να μην τους ανησυχήσετε».

Πρώτη τηλεφώνησε η Σοφία απ’ το κινητό της.

«Μαμά; Στης Μίνας είμαι, της φίλης μου… Σε παρακαλώ, μπορείτε να έρθετε να με πάρετε με το μπαμπά;».

Περιμέναμε με κομμένη την ανάσα.

«Ναι, όλα καλά. Απλά χάλασε το μηχανάκι μου… Όχι, δεν έπεσα, είμαι καλά. Απλά, σε παρακαλώ, ελάτε».

Ένας ένας τηλεφωνούσε, ένας ένας καλούσε τους γονείς του στο σπίτι μας. Κανείς δεν απέφυγε την ανησυχία. Κι ένας ένας σε λίγο άρχισαν να καταφτάνουν μέσα στη νύχτα.

Ήρθε ο μπαμπάς του Νόντα, αφήνοντας τη μαμά του με τη μικρή, που κοιμόταν· οι γονείς του Τζίμη, που είχαν βγει για ποτό· οι γονείς της Σοφίας, που φοβήθηκαν μήπως είχε τρακάρει· ο μπαμπάς της Στέλλας, που η μαμά της είχε πεθάνει· κι η μαμά της Οξάνας, που δεν ήταν ποτέ μαζί με το μπαμπά της…

Μαζί με τους δικούς μου, μαζεύτηκαν εννιά άτομα.

Μέχρι να ’ρθουν είχαμε κάνει μπάνιο (τα τέσσερα κορίτσια μαζί, είχαμε βουτήξει και πλατσουρίζαμε στη μπανιέρα σαν τρίχρονα) κι όλοι είχαμε φορέσει δικά μου καθαρά ρούχα – βολευτήκαμε, αγόρια και κορίτσια, παρά τις μικροδιαφορές στα νούμερα. Χαμογελούσαμε· όχι μόνο γιατί ήμασταν παράξενα και αστεία ντυμένοι, αλλά κυρίως, υποσυνείδητα, επειδή ήμασταν ζωντανοί!

Ανέλπιστα ήμασταν ζωντανοί, έχοντας αντιμετωπίσει εχθρούς πολύ πιο ζοφερούς απ’ ό,τι είχε ποτέ βάλει ο νους μας, και είχαν βγει ζωντανά και τα μικρά παιδιά, που παραλίγο να τα παρασύρουμε στο αγύριστο μονοπάτι!

«Παραλίγο να έχουμε βάψει τα χέρια μας με το αίμα τους!» είπε ο Νόντας, κάνοντάς μας να παγώσουμε.

«Σκεφτήκατε όμως κάτι;» ρώτησε η Στέλλα. «Για να τους θέλουν τόσο πολύ, αυτά τα παιδιά θα έχουν φτάσει κοντά στη λύση».

Είχε δίκιο.

«Πρέπει να τα ξαναβρούμε» συνέχισε. «Να συμμαχήσουμε αληθινά αυτή τη φορά, αν βέβαια θέλουν να μας ξαναμιλήσουν, να τους πούμε και να μας πουν… και να δούμε τι θα κάνουμε!».

Όλ’ αυτά πριν αρχίσουν να καταφτάνουν οι γονείς. Κι όταν έφτασαν, οι αξιότιμοι Πειρατές των Υπονόμων είχαμε να δώσουμε πολλές εξηγήσεις.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Ο μπαμπάς μου, ακούγοντας τη φωνή της Μίνας, εξερράγη:

«Εσύ είσαι που προσπάθησες να τους σκοτώσεις;».

Η μαμά μου του άρπαξε το ακουστικό από τα χέρια.

«Έλα, κορίτσι μου», είπε βιαστικά. «Μη φοβάσαι! Ξέρω πως ήσουν κι εσύ θύμα! Πώς βρήκες το τηλέφωνό μας;».

«Εε, από το Facebook· όλη η ιστορία είναι ποσταρισμένη κι εκεί γράφει τα ονόματά σας· μετά, τηλεφώνησα στις πληροφορίες…».

«Ωραία. Πάρα πολύ ωραία δηλαδή, γιατί κι εμείς λέγαμε πού θα σε βρούμε!». Κοίταξε το μπαμπά μου, που είχε κάπως ανακτήσει την ψυχραιμία του. «Θα ’ρθεις από ’δώ πέρα να γνωριστούμε καλύτερα; Και μαζί με τους γονείς σου, σε παρακαλώ, αν είναι δυνατόν…».

Εννοείται πως δεν είχαμε πάει στο σχολείο εκείνη τη μέρα. Πριν το μεσημέρι είχαν μαζευτεί όλοι στο σπίτι μας· οι θείοι και οι θείες μας, τα ξαδέρφια μας και οι Πειρατές με τους γονείς τους. Έλειπαν μόνο οι γονείς του Στάθη, του Πάνου και του Ιωσήφ (τα Τρία Γουρουνάκια), που ακόμα δεν είχαν ενημερωθεί και που εμείς ουσιαστικά αγνοούσαμε την ύπαρξή τους – κι ούτε που θυμόμασταν τη συνάντησή μας χθες βράδυ, μέσα στη στοά.

Τα παιδιά μας ζήτησαν συγνώμη κι ήμασταν στην πλεονεκτική και τιμητική θέση να τους συγχωρήσουμε, αν και μικρότεροι.

Υποθέτω πως δε φαντάζεστε πόσο διογκωμένη είναι η σημασία αυτών των συμβάντων στην παιδική σκέψη… Είναι λεπτομέρειες που σε καθορίζουν και μερικές φορές σου αλλάζουν το χαρακτήρα και μαζί αλλάζουν και τις προοπτικές για το μέλλον σου.

Τέλος πάντων.

Δώσαμε τα χέρια. Το ίδιο και οι γονείς μας. Διηγηθήκαμε όλοι τα γεγονότα των τελευταίων μηνών, κάθε ομάδα από την πλευρά της. Οι μεγάλοι έπεσαν από τα σύννεφα, μεταφορικά βεβαίως, όπως είχαν πέσει κυριολεκτικά χθες τη νύχτα (δεν το ξέραμε ακόμα) ο Νικόλας με τους συμμαθητές του, τα αντρειωμένα κομάντος από το νηπιαγωγείο!…

Ο μπαμπάς μου άνοιξε το λάπτοπ μας και οι άλλοι ξεβίδωσαν τα i-phone τους κι η Μελίνα με τη Λένια δήλωσαν πως βλέπουν καθαρά το εσωτερικό τους γεμάτο κομπιουτεροκακάκια.

Ο θείος Άρης περιέγραψε το Μελένιο Δράκο σαν ένα τεράστιο λούτρινο ζωάκι, ζεστό και μαλακό· μέσα στη νύχτα και στον πανικό του, δεν είχε μπορέσει να δει περισσότερες λεπτομέρειες.

Κι όλοι συμφωνήσαμε, μικροί και μεγάλοι, πως μια ψηφίδα έλειπε ακόμα, ίσως η καθοριστική, για την πρώτη τουλάχιστον φάση του παζλ – ο ιερέας.

Παρατώντας όλοι τις συσκευές τους ξεβιδωμένες στο τραπεζάκι του σαλονιού, βγήκαμε από το σπίτι και ξεκινήσαμε, σα διαδήλωση, για να τον βρούμε!

Κεφάλαιο 9

Ο π. Σάββας προσπάθησε εκείνο το πρωί να πείσει το Νικόλα να μην πάει σχολείο. Του κάκου· το αγοράκι δεν κρατιόταν, να δει τους φίλους του και να μοιραστούν τις εντυπώσεις τους απ’ το προηγούμενο βράδυ!

Έτσι, ο νεαρός ιερέας υποχώρησε. Πήγε το μικρό στο νηπιαγωγείο, αλλά έμεινε μαζί του κι άκουσε με τα ίδια του τ’ αφτιά τη μαρτυρία των παιδιών.

Κατόπιν την άραξε στο αμάξι του, ασφαλώς προσευχόμενος, σε απόσταση αναπνοής απ’ το νηπιαγωγείο, κι όταν σχόλασε ο Νικόλας τον πήρε και τον μετέφερε σπίτι.

Η γυναίκα του είχε μείνει εκεί, παίρνοντας άδεια από τη δουλειά της και κρατώντας τη Βέρα στο σπίτι, αντί να την πάει στον παιδικό σταθμό, γεμάτη ανησυχία για την αλλόκοτη ιστορία που διηγιόταν ο γιος της για χθες το βράδυ και που ο άντρας της (που ήταν πάντοτε λίγο ονειροπαρμένος) έδειχνε να την πιστεύει!

Στο μεταξύ, απ’ το ναό τον πήρε τηλέφωνο ο προϊστάμενος ιερέας, πως ένα παράξενο τσούρμο είχε καταπλεύσει και καιγόταν να τον συναντήσει!

«Νικολάκη μου», γύρισε στο γιο του, «θέλεις να πάμε στην εκκλησία και να δείξουμε στα παιδιά το Μελένιο Δράκο;».

«Ναι, ναι!» απάντησε ενθουσιασμένο το αγόρι και τα μάτια του έλαμψαν!

Η παπαδιά γκρίνιαξε· η υπόθεση είχε αρχίσει να γίνεται πολύ σοβαρή. Τελικά δέχτηκε, με τον όρο να ακολουθήσει κι εκείνη μαζί με τη Βέρα τους.

Έτσι, προς το μεσημέρι, όλοι ήμασταν στην εκκλησία. Δίπλα στην εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας, οι μεγάλοι περικύκλωσαν και πάλι τον ιερέα. Αυτή τη φορά όμως, όχι σαν αγριεμένα σκυλιά· σαν κύκνοι.

«Συχώρα με, πάτερ», είπε ντροπαλά ο θείος Ορέστης. «Άπλωσα χέρι επάνω σου… Εσύ ό,τι κι αν μας είπες ήταν αλήθεια».

Πλησίασε, πήρε το χέρι του ιερέα στα δικά του και το φίλησε ευλαβικά. Ο παπάς το τράβηξε κοκκινίζοντας με αμηχανία και τον ευλόγησε σταυρώνοντας τον αέρα. Μετά, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στα μάγουλα.

Δίπλα του βρισκόταν η οικογένειά του και παραδίπλα ο π. Ανέστης, ο φαλακρός προϊστάμενος με τα μακριά γκρίζα γένια. Μας έκαναν νόημα και καθίσαμε στα καθίσματα της εκκλησίας, που ήταν στολισμένα με ξυλόγλυπτα βυζαντινά σχέδια.

«Αδελφοί μου», άρχισε και προσπαθούσε κι αυτός να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να συνεχίσει.

Κατ’ αρχάς, μας διαβεβαίωσε ότι ο ίδιος δεν έχει δει το Μελένιο Δράκο, ούτε ξέρει πώς να επικοινωνήσει μαζί του· χθες βράδυ απλώς πήρε μια πληροφορία μέσα στην καρδιά του κι έστειλε το θείο Άρη να τον συναντήσει – τον έστειλε να φροντίσει για την επιστροφή των παιδιών στα σπίτια τους.

Κατόπιν, με το Νικόλα να σιγοντάρει και να συμπληρώνει ορμητικά και ενθουσιωδώς, μας διηγήθηκε την περιπέτεια των παιδιών του νηπιαγωγείου την ίδια ώρα που εμείς, με τα βοήθεια των χρυσαφένιων πολεμιστών (που ξέρω σήμερα πως ήταν άγιοι μεγαλομάρτυρες των ρωμαϊκών χρόνων), αγωνιζόμασταν στα λαγούμια του ερέβους, πίσω από την πλάτη της φανερής αίθουσας του net café.

Μείναμε άναυδοι· όλα αυτά φαίνονταν τόσο εξωπραγματικά, που μόλις και μετά βίας το ετερόκλητο ακροατήριο κατόρθωνε να τα πιστέψει – εκτός βέβαια από εμάς τα παιδιά και, έχω την εντύπωση, το θείο Άρη.

Εκείνος, χαμογελώντας, είπε στον παπά:

«Πάτερ, πιστεύω στο Θεό, χωρίς να πολυπηγαίνω στην εκκλησία… Αλλά αυτό που κάνετε εσείς εδώ, που καβαλάτε δράκους και πολεμάτε με δαίμονες, αυτό ναι, πολύ θα ήθελα να το κάνω!».

Οι ιερείς γέλασαν. Ο π. Ανέστης πήρε το λόγο· το μέτωπό του είχε ιδρώσει και το βλέμμα του έλαμπε.

«Παιδί μου, αυτές οι μάχες που λες, δεν είναι για όλους. Είναι για τους αγίους, σα να λέμε για στρατηγούς, που έχουν γυμνάσει τον εαυτό τους χρόνια ολόκληρα πολεμώντας ενάντια στα πάθη τους για να τηρήσουν τις εντολές του Χριστού. Λίγες φορές νεοσύλλεκτοι σαν εμάς αξιώνονται απ’ το Θεό να τις δώσουν, και μάλιστα να νικήσουν».

Αναστέναξε.

«Αλλά για όλους υπάρχουν κάποιες άλλες μάχες», συνέχισε, «και σ’ αυτές πρέπει να θέλουμε να νικήσουμε και να μην ονειρευόμαστε δράκους και δαίμονες… Μάλιστα, όσοι ονειρεύονται να ιππεύουν δράκους και να μάχονται με δαίμονες, πολύ συχνά γίνονται παίγνια των δαιμόνων, νομίζουν πως είναι άγιοι, σαλτάρει ο νους τους και παριστάνουν τους διδασκάλους και τους οδηγούς των ανθρώπων».

«Ποιες μάχες εννοείτε, πάτερ;» ρώτησε κάποιος, που, όπως θυμάμαι, πρέπει να ήταν ο πατέρας της Στέλλας.

Ο γκριζομάλλης ιερέας τον κοίταξε με καλοσύνη.

«Εννοώ, παιδί μου, τις καθημερινές μάχες, για να είμαστε καλοί, ταπεινοί, συμπονετικοί και συγχωρητικοί, τίμιοι και πιστοί». Σκέφτηκε μια στιγμή. «Και η ασπίδα και το κοντάρι μας γι’ αυτές τις μάχες είναι η μετάνοια και η εξομολόγηση».

«Εγώ ευχαρίστως να εξομολογηθώ αυτή τη στιγμή» είπε ενθουσιασμένος ο θείος Άρης. «Πρώτη φορά στη ζωή μου βέβαια!».

«Κι εγώ» είπαν η μαμά και οι θείες μου, οι μαμάδες των Πειρατών κι οι μπαμπάδες της Στέλλας και της Σοφίας.

«Ε, είπαμε τώρα, αλλά όχι κι έτσι» μουρμούρισε, χωρίς κακία, ο θείος Ορέστης.

Εμείς ανυπομονούσαμε να φτάσει η κουβέντα στο Μελένιο Δράκο κι όλο κοιτούσαμε το Νικόλα, μα δεν αποφασίζαμε να διακόψουμε τους μεγάλους.

«Πάντως, παιδί μου», είπε ο π. Ανέστης, «κάποιον θα ’χεις στενοχωρήσει, ίσως και αδικήσει, και κάπως θα ’χεις στενοχωρήσει και το Χριστό, όπως όλοι μας, και – φιλικά σου το λέω – μη νομίζεις πως δε χρειάζεσαι εξομολόγηση».

Στράφηκε στον π. Σάββα.

«Και σε σένα, αδελφέ μου», είπε κάπως δισταχτικά, «θέλω να κάνω τώρα μια δημόσια εξομολόγηση… Άκου την κι εσύ, Νικολάκη, αν κι είναι λίγο βαριά για την ηλικία σου· μα κι αυτά που έζησες χθες το βράδυ, πιο βαριά ήταν». Κόμπιασε λίγο. «Αυτά που μας είπατε κι οι δυο σας άλλαξαν μέσα μου τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο – και τη ζωή και τη θρησκεία. Μέχρι τώρα, τελούσα τη θεία λειτουργία και φρόντιζα το κοινωνικό έργο της ενορίας μας μηχανικά, χωρίς να πιστεύω πως υπάρχουν άγγελοι και δαίμονες, ούτε να με νοιάζει η σωτηρία των ψυχών, και στο βάθος πίστευα πως οι εμφανίσεις και τα θαύματα των αγίων και της Παναγίας είναι μύθοι… Τώρα όμως βλέπω πως είναι όλα αλήθεια. Και πρώτη φορά η καρδιά μου… ευωδιάζει σαν περιβόλι του παραδείσου, με την αληθινή ευωδιά του Χριστού».

Ο π. Σάββας τον κοιτούσε άναυδος, όπως κι όλοι οι μεγάλοι, που παρακολουθούσαν τα λεγόμενά του. Ο θείος Ορέστης έκανε μια χειρονομία απορίας και απελπισίας:

«Δηλαδή μέχρι χθες ήσουν άπιστος και τώρα θες να μας εξομολογήσεις;».

Ο ιερέας χαμογέλασε μελαγχολικά, μα καλοσυνάτα και φωτεινά.

«Δεν ήμουν άπιστος», αποκρίθηκε, «ανόητος ήμουν. Και τώρα δεν είμαι. Αλλά έτσι κι αλλιώς είμαι ορθόδοξος ιερέας και η εξομολόγησή σας δεν εξαρτάται από το αν είμαι άγιος. Μάλιστα, αδελφέ μου, το να εξομολογηθείς σε μένα, κι ας ξέρεις πως είμαι αδύναμος και αμαρτωλός, είναι πράξη ταπείνωσης, άρα σε βοηθάει».

«Και δεν εξομολογούμαι σ’ ένα μπάρμαν, που θα έχει πιο πολλές αμαρτίες και μικρότερη ιδέα για την ιδιότητά του;».

«Αν εξομολογηθείς στο μπάρμαν θέλοντας να ρίξεις τις αμαρτίες σου στο Χριστό κι εκείνος θέλει να σε ενώσει με το σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, είναι μια αρχή» απάντησε ο π. Ανέστης. «Πάντως, στο μπαρ μόνο μεθυσμένος μπορεί να εξομολογηθείς κι ούτε ο μπάρμαν έχει πάρει εξουσία απ’ το Χριστό γι’ αυτή την αποστολή».

«Είναι θέμα εξουσίας λοιπόν», είπε ο θείος μου, πιστεύοντας πως έχει βγάλει λαυράκι.

«Της εξουσίας του Χριστού, όχι δικής μου. Πάντως, σου είπα, κι ο μπάρμαν θα ήταν μια αρχή. Πήγαινε να εξομολογηθείς, νηφάλιος και ταπεινός, κι ας είναι και στο μπάρμαν».

Τότε ο Τζίμης, μετά από έντονο δισταγμό και ξεφυσώντας, άπλωσε το χέρι σταματώντας τους.

«Με συγχωρείτε», είπε με ευγένεια που δεν είχαν δει ποτέ από μέρους του οι καθηγητές του, «όλ’ αυτά είναι ωραία και σοφά. Μάλιστα, τέτοια σοφία και απλότητα δεν ήξερα πως υπάρχει στη δική μας θρησκεία – νόμιζα πως την έχουν μόνο οι βουδιστές και οι Ινδιάνοι… Αλλά θα ήθελα να σας υπενθυμίσω πως το θέμα μας είναι ο Μελένιος Δράκος… και τα εξαφανισμένα παιδιά».

Όλοι ένευσαν καταφατικά.

«Και νομίζω πως ο φίλος μας από ’δώ», έδειξε με τα καστανά του μάτια το Νίκο, «έχει να μας πει πολύτιμα πράγματα γι’ αυτό το θέμα».


Με την απλότητα και τον ενθουσιασμό ενός πεντάχρονου, ο Νικόλας μας διηγήθηκε τις εμπειρίες του από το Μελένιο Δράκο (ολοκληρώνοντας με τη χθεσινή απαγωγή του και τη νυχτερινή μάχη) και μείναμε, για μια ακόμη φορά, άναυδοι.

«Μπαμπά, πάμε» παρακάλεσε στη συνέχεια, τραβώντας τον πατέρα του από το ράσο.

Ο π. Σάββας τον έπιασε από το χέρι και μας οδήγησαν από μια πλαϊνή σκάλα στον υπόγειο χώρο του ναού, διαμορφωμένο σε μια ευρύχωρη αίθουσα εκδηλώσεων με ένα μικρό, ανοιχτό παρεκκλήσι σε μια γωνιά, αφιερωμένο στον άγιο Υάκινθο.

Είδα την εικόνα και μου έκανε εντύπωση, όχι μόνο η ωραία νεανική όψη του, αλλά κυρίως ο συνδυασμός της με το ότι είχε όνομα λουλουδιού. Αλλά καθώς προχωρούσαμε βιαστικά όλοι, δεν το σχολίασα. Σήμερα ξέρω πως ήταν ένας άγιος των αρχαίων χρόνων, που βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, όπως και χιλιάδες άλλοι χριστιανοί κάθε ηλικίας και φύλου (ακόμη και μικρά παιδιά και έφηβοι, αγόρια και κορίτσια), επειδή θεωρήθηκαν ανατροπείς· και, εδώ που τα λέμε, με διαφορετικό τρόπο, πράγματι ήταν. Πολλοί από τους αγίους και τις αγίες που γιορτάζουμε τα ονόματά τους ήταν αυτής της ηλικίας μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες. Ο άγιος Υάκινθος, ας το πούμε με την ευκαιρία, γιορτάζει στις 3 Ιουλίου.

Μπήκαμε στο παρεκκλήσι και, πίσω απ’ το αριστερό ψαλτήρι, ο Νικόλας άνοιξε μια μικρή πόρτα, που γυάλιζε, σα να ήταν καμωμένη από γλειφιτζούρι. Όπως κατάλαβα από τις ματιές που αντάλλασσαν οι μεγάλοι, εκείνοι ούτε που την έβλεπαν. Ένα γαλάζιο φως τρύπωσε στο χώρο, λες κι είχαμε πρόσβαση σ’ ένα μπαλκόνι με λευκά σύννεφα.

Το αγόρι (σήμερα είναι γαμπρός μου και σπουδαίος άντρας) τους κοίταξε όλους καλά καλά.

«Μόνο παιδιά» δήλωσε.

Υπό άλλες συνθήκες, οι γονείς μας θ’ αρνιούνταν να μας αφήσουν να πάμε μόνοι μας· μα εκείνες τις μέρες οι “κανονικές συνθήκες” μάλλον είχαν ανατραπεί κι εμείς είχαμε αποχτήσει έναν ανομολόγητο σεβασμό και μια σχετική αυτονομία – είχαμε ζήσει και κάνει πολύ περισσότερα απ’ τους μεγάλους!...

Μπήκαμε λοιπόν μόνο τα παιδιά, μικρά και μεγάλα. Έμεινε πίσω μόνο η μικρή Βερούλα, που η μαμά της δεν είχε κατεβεί καν μαζί μας, αλλά παρέμεινε πάνω, στην εκκλησία, και την έσφιγγε στην αγκαλιά της· ήταν φανερή η αγωνία της και για τα δυο της παιδιά, κι ας μην το έλεγε.

Αμέσως βρεθήκαμε σ’ έναν ανοιχτό χώρο, ένα είδος εξοχής, κι ακριβώς μπροστά μας καθόταν και μας περίμενε, για να μας υποδεχτεί αυτοπροσώπως, ο Μελένιος Δράκος!

Μαζευτήκαμε μπροστά του, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο κι ανοίγοντας μάτια και στόμα διάπλατα. Για το μικρό μέγεθός μας, μας φάνηκε μεγάλος σαν ένα κτήριο. Σήμερα υπολογίζω πως θα είχε διαστάσεις περίπου ενός τουριστικού λεωφορείου.

Το χρώμα του ήταν ένα χαρούμενο μοβ (ίσως πρέπει να το πω βυσσινί) κι ήταν καλυμμένος ολόκληρος με απαλό χνούδι. Δεν έμοιαζε με ερπετό, μάλλον μ’ ένα τεράστιο γλυκό σκυλάκι – και ο τρόπος που καθόταν θύμιζε σκυλάκι, και μας κοιτούσε με δυο τεράστια, σμαραγδένια πράσινα μάτια, γεμάτα αγάπη και καλοσύνη.

Τα φτερά του, διπλωμένα, πρέπει να ’ταν μεμβράνες, μα ήταν κι εκείνα σκεπασμένα με το βυσσινί χνούδι.

Ο Νικόλας έτρεξε αυθόρμητα και τον αγκάλιασε ενθουσιασμένος! Αυτό μας έδωσε θάρρος και, σιγά σιγά, ένας ένας, πλησιάσαμε και τον αγγίξαμε. Ήταν μαλακός και ζεστός, σα μητρική αγκαλιά.

«Ελάτε! Είναι φιλικός» μας ενθάρρυνε το αγοράκι.

Και κάποια στιγμή το θηρίο άνοιξε το στόμα του:

«Καλώς ήρθατε» είπε με ανθρώπινη λαλιά, που μας ξάφνιασε.

Και, παραμερίζοντας, άφησε να δούμε την πιο θαυμαστή, παραδεισένια χώρα που μπορούσε να χωρέσει η παιδική μας φαντασία! Μια χώρα γεμάτη χρώματα και ζωή.

Εδώ ήταν ένα ανθισμένο λιβάδι, εκεί ένα δάσος, παραδίπλα μια λίμνη και, στο βάθος, όρθωναν το ανάστημά τους χιονισμένα βουνά… Ζώα, πουλιά και ζουζούνια απίστευτης ποικιλίας κυκλοφορούσαν ειρηνικά ή έπαιζαν ή έβοσκαν συντροφιασμένα και συνταιριασμένα σε μια υπέροχη αρμονία. Η βασιλεία του Θεού, όπως την είχαμε δει σε ζωγραφιές μερικών παιδικών βιβλίων στη βιβλιοθήκη του σχολείου.

Μα τότε εκείνες τις ζωγραφιές δεν τις θυμηθήκαμε, θυμηθήκαμε μάλλον μερικές παραμυθένιες ταινίες, που μας είχαν εμπνεύσει και συγκινήσει, όπως Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα.

«Τι είσαι;» ρώτησε διστακτικά η Μίνα το Μελένιο Δράκο.

Εκείνος φάνηκε να χαμογελάει.

«Είμαι ο δικός του δράκος» απάντησε κι έδειξε με το πελώριο κεφάλι του προς μια κατεύθυνση.

Κοιτάξαμε κι αντικρίσαμε ένα νέο, που έλαμπε μέσα σ’ ένα χρυσαφένιο χιτώνα, έλαμπε η όψη και το χαμογελαστό βλέμμα του, έλαμπαν τα σγουρά καστανά μαλλιά του, γενικά βρισκόταν μέσα στο φως. Μας πλησίασε χαμογελώντας. Τον αναγνωρίσαμε· ήταν ένας από τους χθεσινούς υπερασπιστές μας, αν και τώρα δε φορούσε όπλα, και δε χρειαζόταν φιλοσοφία για ν’ αντιληφθούμε πως ήταν ο άγιος Γεώργιος.

Μας χαιρέτισε με ευγένεια και καλοσύνη και χάιδεψε το δράκο στο μακρύ λαιμό του.

«Θα μας εξηγήσετε;» ρώτησε η Στέλλα – εμείς τα μικρά μάλλον είχαμε χάσει τη μιλιά μας ή ίσως απολαμβάναμε την παρουσία μας σ’ αυτό τον κόσμο και δεν είχαμε την επιθυμία να ζητήσουμε εξηγήσεις. Πρόσεξα τη Λένια και τη Μελίνα, πόσο μεθυσμένες από ευτυχία έδειχναν κι είχαν ακουμπήσει αναπαυτικά στο Μελένιο Δράκο ακριβώς δίπλα στο Νικόλα.

«Αμέσως» είπε ο δράκος. Κοίταξε τον άγιο κι εκείνος του ένευσε να μιλήσει. «Αυτός εδώ ο φίλος μου και αδελφός μου, το καταλάβατε πιστεύω, είναι ο άγιος Γεώργιος…».

Ο άγιος σήκωσε τους ώμους του κάπως αμήχανα· μάλλον δεν του άρεσε να τον λένε άγιο, όπως συμβαίνει γενικά στους αγίους.

«Όταν πολεμήσαμε στο βασίλειο», συνέχισε ο δράκος, «όπου με είχε ρίξει ο Εχθρός των ανθρώπων για να το ρημάξω, με νίκησε με τη δύναμη του Χριστού, αλλά δε με σκότωσε. Με λυπήθηκε και, με την αγάπη του, με εξημέρωσε. Ζήτησε από την πριγκίπισσα να με δέσει από το λαιμό με τη ζώνη της (ξέρετε την ιστορία, ελπίζω) και, τραβώντας με απαλά εκείνη, που ήταν κοριτσάκι σαν εσάς, μικρές μου, με πήγε στην πόλη και κατάλαβαν όλοι οι κάτοικοι πως δεν κινδύνευαν πια. Κι έπειτα ο άγιος, με την προσευχή του, με παρέδωσε στον Κύριο κι Εκείνος με έφερε σ’ αυτό το εξαίσιο περιβόλι και μου χάρισε αυτή τη γλυκιά μορφή, κι εδώ ζω μαζί με τα άλλα πλάσματα της αγάπης Του».

Κοίταξε γύρω ατενίζοντας τον ανοιχτό χώρο, κι εμείς ακολουθήσαμε τη ματιά του.

«Εδώ βρίσκεται το γαϊδουράκι, που μετέφερε την Παναγία στη Βηθλεέμ και στην Αίγυπτο», συνέχισε, «και το άλλο, που έφερε τον Κύριο στην Ιερουσαλήμ λίγο πριν σταυρωθεί… Εδώ είναι και ο Ιορδάνης, το λιοντάρι του αγίου Γεράσιμου του Ιορδανίτη, μαζί με το γαϊδουράκι του φυσικά, και ο Μίσα, η αρκούδα του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ, τα ελάφια που έδιναν το γάλα τους στον άγιο Μάμα, όταν τον καταδίωκαν και κρυβόταν στα βουνά δεκαπέντε χρονών παιδί, και οι αγελάδες και οι μέλισσες του αγίου Φιλάρετου, και τα φίδια του αγίου Παΐσιου και γενικά όλα τα υπέροχα ζώα που παίζουν το ρόλο τους στους βίους των αγίων, και άλλα, που η ιστορία τους δεν είναι γραμμένη πουθενά, εκτός από το βιβλίο της αγάπης του Δημιουργού και Θεού».

“Δεκαπέντε χρονών παιδί” είχε πει για έναν άγιο· όλους μας εντυπωσίασε αυτό – τόσο περίπου ήταν η Μίνα και η παρέα της.

Μας κοίταξε με διαπεραστικό βλέμμα κι η φωνή του έγινε ξαφνικά επίσημη:

«Και εδώ βρίσκεται κι ο Χρήστος, ο αδερφός σου, Λένια, και ο Θάνος, ο αδερφός σου, Μίνα, και δυο τρία παιδιά ακόμη που κατάφερα, με τη δύναμη του Χριστού, να προστατεύσω».

Πανηγυρίσαμε κι αγκαλιαστήκαμε μόλις το ακούσαμε. Όλα τα κορίτσια, μα πιο πολύ η Μίνα κι η Λένια, έκλαιγαν από χαρά. Ο άγιος Γεώργιος κάτι ψιθύρισε στο αφτί του δράκου – είχε μικρά όρθια αφτάκια, μικρά για τις διαστάσεις του φυσικά – μας ευλόγησε σταυρώνοντας τον αέρα όπως η γιαγιά μας και αποσύρθηκε από τα μάτια μας.

Ο δράκος σηκώθηκε στα δυνατά του πόδια, άπλωσε τα φτερά του χαμηλά, κοντά στο γρασίδι, και κάλεσε εμάς τα μικρά ν’ ανεβούμε πάνω του.

Υπακούσαμε ξετρελαμένοι, όχι μόνο για την πρωτόγνωρη ιππασία, μα και γιατί περιμέναμε να δούμε το Χρήστο και το Θάνο και τα άλλα εξαφανισμένα παιδάκια.

«Πρώτα θα πάμε να τα συναντήσουμε και μετά οι εξηγήσεις» δήλωσε.

Άλλο που δε θέλαμε κι εμείς, φυσικά.

«Θα τα πάρουμε μαζί μας;» ρώτησε γεμάτη λαχτάρα η Μίνα, με το πρόσωπό της μουσκεμένο στα δάκρυα, που όλο έτρεχαν.

«Και βέβαια!» αποκρίθηκε ο δράκος και το κορίτσι ρίχτηκε στην αγκαλιά των φιλενάδων της, της Οξάνας, της Στέλλας και της Σοφίας, κι άρχισαν να κλαίνε κι οι τέσσερις γοερά. Τ’ αγόρια της συντροφιάς της πλησίασαν και τη χάιδεψαν στους ώμους διακριτικά, με σιωπηλή, αγορίστικη εφηβική συγκίνηση.

Νομίζω πως κι εμείς, ο Μιχάλης, ο Κώστας κι εγώ, σκαρφαλωμένοι στο Μελένιο Δράκο, μεγαλώσαμε κάπως περισσότερο αντικρίζοντας αυτή τη σκηνή. Κι αγκαλιάσαμε κι εμείς στοργικά τα δικά μας κορίτσια, που έκλαιγαν κι εκείνα από τη χαρά τους.

Και ξεκινήσαμε. Κοιτάζοντας πίσω, είδα πως η πόρτα από την οποία μπήκαμε βρισκόταν στη βάση ενός ήμερου στρογγυλού βράχου, φορτωμένου λουλούδια. Από ’κεί προφανώς θα βγαίναμε, όταν θα ερχόταν η ώρα, για να φέρουμε την ευχάριστη έκπληξη στους γονείς μας!

Διασχίσαμε το λιβάδι ανάμεσα σε ελάφια, λιοντάρια, ρινόκερους, λαγούς και παγόνια (ακόμη και τώρα δεν ξέρω πού αναφέρονται όλ’ αυτά στους βίους των αγίων), περάσαμε δίπλα απ’ το δάσος, όπου αντιλαλούσαν τα κελαηδίσματα αναρίθμητων πουλιών, και φτάσαμε στην ακύμαντη, αστραφτερή λίμνη.

Από μακριά είδαμε στην ακρολιμνιά ένα κουκλίστικο σπιτάκι, κομψοτέχνημα, που έμοιαζε με μικρή εκκλησούλα, και μπροστά του παίζανε, μέσα στο πράσινο και στα λουλούδια, ο Χρήστος, ο Θάνος (τον ξέραμε από τη φωτογραφία) κι ακόμα πέντ’ έξη παιδιά, αγόρια και κορίτσια. Μόλις μας είδαν, τα δυο αγόρια ξεχύθηκαν προς το μέρος μας ξεφωνίζοντας από χαρά και σφιχταγκάλιασαν τις αδερφές τους!

Κι εδώ σταματώ για λίγο, γιατί, από τη συγκίνηση, δυσκολεύομαι να συνεχίσω…

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας. Βέβαια, εσείς ίσως δεν περιμένατε. Τέλος πάντων, κοιμήθηκα χθες το βράδυ και κάπως συνήλθα, το πρωί πήγα στη δουλειά κι επιτέλους τώρα είναι απόγευμα, το πολυπόθητο απόγευμα, και ήρθε η ώρα να συνεχίσω.

Ήταν φανερό πως τα παιδιά εκεί πέρα είχαν στη διάθεσή τους αφθονία τροφών. Όμως σε λίγο κι ενώ μας περιέγραφαν εκστασιασμένοι τις εμπειρίες τους από τον τόπο, ένα κορίτσι γύρω στα δέκα, η Μαρίνα, μας είπε ενθουσιασμένη:

«Θα πρέπει να δοκιμάσετε και δρακόμελο!».

«Δρακόμελο;».

Κοιτάξαμε απορημένοι τον καινούργιο μας φίλο, το δράκο.

«Έι, δε βγάζω μέλι», χαμογέλασε εκείνος· «το μέλι είναι από τις μέλισσες του αγίου Φιλάρετου! Εγώ μόνο το μεταφέρω, γι’ αυτό τα παιδιά το λένε δρακόμελο κι εμένα με λένε Μελένιο Δράκο». Σκέφτηκε μια στιγμή. «Μάλλον με λένε Μελένιο Δράκο», διόρθωσε, «επειδή έγινα ακριβώς το αντίθετο απ’ τους συνηθισμένους άγριους δράκους που ξέρει ο κόσμος. Δυστυχώς» πρόσθεσε μελαγχολώντας «είναι δύσκολο να μεταστραφούν, όπως με μετάστρεψε εμένα ο άγιος Γεώργιος… Έχω συναντήσει αρκετούς (μη νομίζετε πως δεν υπάρχουν), αλλά αναγκάζομαι να τους πολεμήσω για να μην καταστρέφουν χωριά και πόλεις».

«Εμείς δεν ακούσαμε τίποτα για δράκους που καταστρέφουν χωριά και πόλεις» σχολίασε ο Νόντας.

«Δεν έχετε ακούσει για πυρκαγιές; Για κτήρια ή γέφυρες που καταρρέουν; Για πολύνεκρα δυστυχήματα με πολλά αυτοκίνητα; Ε, για ορισμένα απ’ αυτά, λυπάμαι που το λέω, ευθύνονται δράκοι. Μόνο που, τις πιο πολλές φορές, οι άνθρωποι δεν τους βλέπουν· ή τους βλέπουν, αλλά ντρέπονται να το πουν· ή το λένε, αλλά κανένας δεν τους πιστεύει».

Έτσι λύθηκε και το μυστήριο του δρακόμελου. Απόμενε όμως το σημαντικότερο ή, αν θέλετε, το μόνο αληθινά σημαντικό: οι ψυχοκάντζαροι και τα κομπιουτεροκακάκια.


«Είναι πλάσματα δαιμονικά, μαγικά, από τον κόσμο του σκοταδιού» μας εξηγούσε σε λίγο, με φωνή γεμάτη φρίκη, ο Μελένιος Δράκος.

«Πώς τρύπωσαν στον κόσμο μας;» ρώτησε η Στέλλα.

«Μα, αδελφή μου, πάντα ήταν στον κόσμο σας» αποκρίθηκε εκείνος· «απλά, σε κάθε εποχή βρίσκουν διαφορετικούς τρόπους να σας καταστρέψουν. Κάθε φορά εκμεταλλεύονται αυτό που λατρεύετε πιο πολύ – και σήμερα αυτό που λατρεύετε πιο πολύ είναι η τεχνολογία».

Ανατριχιάσαμε.

«Τι κάνουν;» ξεστόμισε ο Μιχάλης την ερώτηση που θέλαμε ν’ απευθύνουμε όλοι.

Ο δράκος μας αναστέναξε ελαφριά – δηλαδή ξεκουφαίνοντάς μας και παραλίγο κάνοντάς μας να πλευριτώσουμε.

«Τοποθετούν αθόρυβα και αθέατα στις συσκευές σας αυτά τ’ αβγουλάκια» εξήγησε. «Απ’ αυτά, βγαίνουν μικροσκοπικά ζωύφια· όντα αόρατα για σας, θα έλεγα “πνευματικά” ζωύφια, αν αυτή η λέξη σημαίνει κάτι».

Νεύσαμε καταφατικά.

«Εμείς γιατί τα είδαμε;» ρώτησε η Λένια.

«Επειδή είστε μικρές και αθώες ακόμη», απάντησε ο δράκος· «γι’ αυτό ο Κύριος επέτρεψε να τα δείτε, για να βοηθήσετε και τους μεγαλύτερους. Βέβαια, γι’ αυτό σας κυνήγησαν, Λένια μου, αλλά έτρεξαν οι πολεμιστές Του να σας βοηθήσουν μόλις το ζητήσατε!».

Η Λένια αγκάλιασε τη Μελίνα γεμάτη αγάπη· όλοι, μα πιο πολύ εκείνη και η μαμά μου, είχαμε γλιτώσει από του Χάρου τα δόντια.

Ασυναίσθητα κοίταξα τους Πειρατές· φαίνονταν λυπημένοι, πράγμα φυσικό, που μας είχαν στήσει παγίδα παίζοντας το παιχνίδι των ψυχοκάντζαρων (ο δράκος καθόλου δε μεταχειρίστηκε αυτή τη λέξη)· ευτυχώς δεν υπήρξαν ανεπανόρθωτες συνέπειες. Το αντίθετο – τώρα ήμασταν όλοι φίλοι!

«Αυτά τα ζωύφια, καθώς κολλάτε στις συσκευές σας, μπαίνουν στο νου σας, φωλιάζουν και πολλαπλασιάζονται, δημιουργούν ολόκληρες αποικίες και προκαλούν πλύση εγκεφάλου, εξάρτηση και αποβλάκωση».

«Δηλαδή μέσα στο μυαλό μας έχει… αυτά τα ζωύφια;» ρώτησε ο Τζίμης κι όλοι κάναμε μορφασμούς αηδίας.

Ο δράκος μας δεν απάντησε, παρά κούνησε το κεφάλι του, δίνοντάς μας να καταλάβουμε πως ήταν έτσι.

«Δηλαδή να πετάξουμε τα κομπιούτερ; Να πετάξουμε τα smartphones; Να βγούμε απ’ το Facebook;» ρώτησε η Μίνα.

«Κοίτα, η αλήθεια είναι πως δε σας χρειάζονται όλα αυτά. Είναι εργαλεία, δεν είναι παιχνίδια – από τη στιγμή που έγιναν παιχνίδια, έγιναν και, πώς να το πω, τόπος καλλιέργειας των ζωυφίων». Μας κοίταξε διαπεραστικά. «Και να ξέρεις» συνέχισε «πως εκείνοι που τα μετέτρεψαν σε παιχνίδια δεν το έκαναν για να σας ευχαριστήσουν. Αν ήθελαν το καλό σας, θα σας έλεγαν να συναντιέστε, να παίζετε στις αλάνες, να διαβάζετε ωραία βιβλία και, ακόμη, να έχετε πάντα στην καρδιά σας τον Κύριο, να ξέρετε απ’ έξω κι ανακατωτά το ευαγγέλιο και να ζείτε κατά τη διδασκαλία του».

«Μα αυτά είναι από τον καιρό της γιαγιάς μας» διαμαρτυρήθηκε η Σοφία.

«Δηλαδή από τον καιρό που οι σοφοί άνθρωποι δίδασκαν και καθοδηγούσαν τα παιδιά και τους αμαθείς και ανώριμους νέους σαν εσάς» αποκρίθηκε ο δράκος. «Αμαθείς και ανώριμους, δεν το λέω για να σας κατηγορήσω· πώς θα γίνεις σοφός και ώριμος χωρίς δασκάλους; Και οι πρώτοι δάσκαλοι σε όλα τα πλάσματα είναι οι άνθρωποι της οικογένειάς τους».

«Που τώρα δεν επικοινωνούμε καθόλου μαζί τους» παραδέχτηκε η Οξάνα. «Πρώτοι και τελευταίοι δάσκαλοί μας είναι η τηλεόραση, το Internet, το Faebook και δε συμμαζεύεται».

«Και δε μου λες», ρώτησε ο Κώστας, «αυτή η ιστορία με τ’ αβγουλάκια και τα ζωύφια, μόνο στην Ελλάδα συμβαίνει ή και παραπέρα;».

«Σε όλο τον κόσμο, αγαπημένε μου αδελφέ» απάντησε λυπημένα ο Μελένιος Δράκος, «σε όλο τον κόσμο».

Σωπάσαμε προβληματισμένοι αρκετή ώρα. Δε διανοηθήκαμε καν, φυσικά, να μην τον πιστέψουμε – όλος αυτός ο παραδεισένιος κόσμος, στον οποίο είχαμε εισαχθεί, μας έπειθε και για τα πιο απίστευτα.

«Και τα εξαφανισμένα παιδιά;» ρώτησα ξαφνικά.

Ο Μελένιος Δράκος βούρκωσε κι όλοι περιμέναμε με αγωνία την απάντησή του.

«Δυστυχώς, κάθε τόσο οι εχθροί σας πεινάνε! Όχι επειδή χρειάζονται φαγητό, αλλά επειδή λαχταράνε τη νοστιμιά της ανθρώπινης σάρκας, που όσο τη μισούν, άλλο τόσο ποθούν να την απολαύσουν… Αρπάζουν λοιπόν κάποιον – και μεγάλους, αλλά προτιμούν τα παιδιά – και τον…», κόμπιασε λίγο, «και τον ξεκοκαλίζουν, πώς να το πω; τον τρώνε!».

«Δηλαδή είναι νεκρά όλ’ αυτά τα παιδιά; Τα φάγανε;» ρώτησε με φρίκη η Μελίνα.

«Δυστυχώς, καλή μου… Φυσικά, παιδιά εξαφανίζουν και άνθρωποι· είναι απίστευτο πόσο χειρότεροι από μας τους δράκους μπορεί να γίνουν οι άνθρωποι, το τελειότερο δημιούργημα του Θεού, που γίνεται το χειρότερο… Αλλά πολλά από τα παιδιά που ψάχνετε τα έχουν εξαφανίσει…».

«Τα διαβολάκια» συμπλήρωσε ριγώντας σύγκορμη η Στέλλα.

«Ναι, αδελφή μου. Αυτά εδώ τα λίγα παιδιά κατάφερα να τα σώσω και να τα φέρω εδώ, επειδή με εμπιστεύτηκαν· βέβαια δεν πρέπει να εμπιστεύεστε κάθε τι που βλέπετε! Αλλά εδώ συνέβη να εμπιστευτούν πραγματικά ένα φίλο».

Σκέφτηκε μια στιγμή.

«Ο σωστός δρόμος είναι άλλος», κατέληξε. «Και ο σωστός τρόπος ν’ απαλλαγείτε από τα ζωύφια και, αν θέλετε, να βοηθήσετε και τους φίλους σας, είναι άλλος».

«Ποιος;» ρωτήσαμε όλοι ανυπόμονα.

Ο Μελένιος Δράκος σούφρωσε τα χοντρά του χείλη κι απάντησε σαν σοφός γέρος, που λέει λίγα, επειδή εμπιστεύεται τους ακροατές του, αν και ανήλικους, ότι θα καταλάβουν πολλά:

«Θα σας πει ο μπαμπάς σου, Νικόλα, ο πατέρας Σάββας. Αυτόν ν’ ακούσετε και, ακολουθώντας τον, θ’ ακολουθήσετε τους αγίους σας, την Παναγία (ω, πόσο την αγαπώ! – και την έχω δει μια φορά στη ζωή μου) και το Χριστό· και μαζί τους θα είστε πραγματικοί σταυροφόροι και πολεμιστές».

«Όχι… αναποδοσταυροφόροι!» χαμογέλασε η Μίνα κι όλοι κουνήσαμε το κεφάλι μας.

Κοιταχτήκαμε χωρίς λόγια· δυσκολευόμασταν ακόμη να τα χωνέψουμε μαζεμένα, τόσα πολλά.

«Όμως δεν είναι εύκολο» συμπλήρωσε ο δράκος μας. «Το εύκολο είναι ν’ αφήσετε τα ζωύφια να σας κυριεύσουν· να γίνετε άβουλοι σα μαριονέτες, πώς το λέτε, σα ρομπότ. Το να πολεμήσετε είναι το δύσκολο. Αλλά αυτό είναι το ωραίο, αυτό είναι που αξίζει… Να νικήσετε τελείως; Δεν το βλέπω. Να ελευθερωθείτε εσείς και να βοηθήσετε κι άλλους, με τη βοήθεια του Ιησού Χριστού, ναι, το βλέπω και το εύχομαι για σας».

Άπλωσε τις φτερούγες του.

«Άντε, ανεβείτε τώρα», χαμογέλασε, «ώρα να πάμε στις οικογένειές σας που περιμένουν!».

Κεφάλαιο 10

Εδώ Μίνα.

Την είσοδό μου στο βασίλειο του Μελένιου Δράκου τη βίωσα τελείως διαφορετικά από τους παλιούς και τους καινούργιους φίλους μου!...

Μέχρι τότε, η πιο φρικαλέα εμπειρία της ζωής μου – των 16 χρονών – ήταν η αιχμαλωσία μας απ’ τους αναποδοσταυροφόρους. Κι αυτή η εμπειρία, δυστυχώς για μένα, συνεχίστηκε μόλις πέρασα τη μικρή θαυματουργική πόρτα!...

Όταν κατεβαίναμε στο υπόγειο, ο πατέρας Σάββας με τράβηξε λίγο και μου είπε διακριτικά:

«Να λες “Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με την αμαρτωλή”».

Άραγε, είχε κάποιου είδους φώτιση και το είπε ειδικά σε μένα; Μήπως το είχε πει μυστικά σε όλους, στον καθένα ξεχωριστά; Ποτέ δεν τον ρώτησα.

Πάντως, αφού εκνευρίστηκα για μερικά δευτερόλεπτα, το διέγραψα αμέσως απ’ το μυαλό μου, σαν άχρηστο κατάλοιπο ενός σκοτεινού και δυστυχισμένου, μεσαιωνικού παρελθόντος. Η γενιά μου θεωρεί αμαρτίες μόνο το φόνο και την απάτη· όλα τ’ άλλα επιτρέπονται. Πώς τολμούσε κάποιος που δε με ήξερε καν, ένας μεγάλος, που ισχυριζόταν πως υπηρετεί το Θεό, να με συμβουλεύσει να προσεύχομαι στο Θεό του ομολογώντας πως είμαι αμαρτωλή; Πού ήμασταν, στην Ιερά Εξέταση; Μα σ’ όλες αυτές τις λυπητερές ιστορίες, εγώ ήμουν με τις μάγισσες κι όχι με τους ιεροεξεταστές, με τις πόρνες κι όχι με τους πουριτανούς!

Αυτά πέρασαν απ’ το μυαλό μου χωρίς λόγια, και μετά πάτησα νοερά delete. Εντάξει, ο άνθρωπος μας είχε βοηθήσει – έτσι νομίζω τουλάχιστον – και δεν ήθελα να του κρατήσω κακία. Ένιωσα μεγαλόψυχη· έδειξα κατανόηση κι απλώς διέγραψα με περιφρόνηση την απαρχαιωμένη, ακατανόητη συμβουλή του. Και πέρασα την πόρτα.

Αμέσως βρέθηκα σ’ έναν έρημο, θλιβερό τόπο, κατάμαυρο, γεμάτο στάχτες κι αποκαΐδια. Παντού μύριζε καμένο, ο ουρανός ήταν μαύρος, σκεπασμένος από βαριά σύννεφα, ξερά βράχια κείτονταν σκορπισμένα ώς εκεί που έφτανε το μάτι και, το χειρότερο, οι φίλοι μου είχαν γίνει άφαντοι!

Πάγωσα. Κι από μερικές σχισμάδες στις ρίζες των βράχων άρχισε ν’ αναβλύζει, όχι νερό, μα υγρό, ρευστό σκοτάδι, που σχημάτιζε ρυάκια κι ερχόταν προς εμένα από κάθε κατεύθυνση.

Κοίταξα γύρω μου, από πού να φύγω. Δεν έβλεπα ψυχή, ούτε άλλαζε πουθενά το τοπίο. Τα ρυάκια πλήθαιναν, πλησίαζαν και με περικύκλωναν. Απ’ όπου περνούσαν, κατάπιναν το έδαφος και τα βράχια – σύντομα θα έρχονταν κοντά μου και θα με κατάπιναν κι εμένα!

Το στόμα μου στέγνωσε, ο φόβος με παρέλυσε. Κι εκείνη την ώρα, μια γνώριμη φιγούρα φάνηκε ν’ ανατέλλει κάπου μακριά, στον ορίζοντα. Τα ’χασα, μα αμέσως στην καρδιά μου γεννήθηκε ελπίδα! Αυτή η φιγούρα, που μόλις διακρινόταν πολύ μακριά και που η θέα της με ταρακούνησε και με ξύπνησε, ήμουν σίγουρη πως ήταν η γιαγιά μου!

Σα να συνήλθα από λήθαργο, θυμήθηκα τα λόγια του παπά Σάββα. Κατάλαβα πως είχε λόγο που μου τα είπε κι αρπάχτηκα απελπισμένα από πάνω τους, σα να ήταν σκοινί:

«Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με την αμαρτωλή!» φώναξα – μάλλον το φώναξα στο υποσυνείδητό μου, ίσως κι όλο το σκηνικό ήταν στο υποσυνείδητό μου, γιατί κανένας δεν τ’ άκουσε.

Και μεμιάς όλα κείνα τα ζοφερά κι απειλητικά εξαφανίστηκαν, ως διά μαγείας ή, καλύτερα, ως εκ θαύματος, και βρέθηκα ανακουφισμένη κι εξαντλημένη στο υπέροχο λιβάδι με τους φίλους μου και το Μελένιο Δράκο και τον όμορφο άη Γιώργη κι όλα τα ζώα!

Ο άη Γιώργης μου ’ριξε μια ματιά γεμάτη νόημα και θυμάμαι να πλησίασε και να μου χάιδεψε τα μαλλιά. Όταν το ’πα, κανείς άλλος δεν το θυμόταν· αλλά για μένα, αυτή η στιγμούλα ήταν η πιο γλυκιά, ελπιδοφόρα, δυναμωτική και προπαντός πραγματική στιγμή της ζωής μου – μια στιγμή καταξίωσης και σεβασμού: ένας άγιος, που δε φοβήθηκε το σκληρότερο βασιλιά (δεν είχα ιδέα βέβαια τότε για την ιστορία του – φαντάσου, ήμουνα δεκάξι, ήξερα όλους τους ήρωες και τις ηρωίδες των comics και των cartoons, όλους τους τραγουδιστές και τους σταρ του σινεμά και της τηλεόρασης, και κανείς δε μου είχε πει την ιστορία του άη Γιώργη!), που άντεξε σε βασανιστήρια, που είδε το Χριστό, που έμεινε νέος, ζωντανός και θαυματουργός τόσους αιώνες, χάιδεψε τα μαλλιά ενός κοριτσιού γεμάτου σκουλαρίκια και τατουάζ, οργισμένου και πικραμένου, που διακήρυττε σε όλους τους τόνους πως δεν πίστευε στο Θεό κι έφτυνε με μίσος και περιφρόνηση την Εκκλησία κι όλες τις καθυστερημένες γριές που σέρνονταν σα σκιές και τρύπωναν μέσα σ’ αυτήν!

Έτσι νόμιζα δηλαδή τότε. Έτσι νόμιζε ολόκληρη η γενιά μου – έτσι νομίζει και η τωρινή γενιά, αφού κυριαρχούν κι ολοένα δυναμώνουν οι αναποδοσταυροφόροι και οι ψυχοκάντζαροι!...

Κι εκείνη την ώρα, περνώντας ανάμεσα σε όλους τους φίλους μου, παλιούς και καινούργιους, πλησίασα το Μελένιο Δράκο με τα μεγάλα, πανέμορφα, αθώα μάτια, και τον ρώτησα:

«Τι είσαι;».

Και τη συνέχεια την ξέρετε: μας εξήγησε και μας ανέβασε στα φτερά του και μας πήγε στη λίμνη με το κουκλίστικο σπιτάκι και βρήκαμε το Θάνο και το Χρήστο, τον αδερφό του Γιάννη, και κάμποσα ακόμα προστατευμένα παιδιά, και μιλήσαμε για τους ψυχοκάντζαρους και τα μυαλομικρόβια και μετά μας πήρε ξανά, πετάξαμε και γυρίσαμε από το πορτάκι πίσω στην εκκλησία και στους γονείς μας, που περιμένανε με αγωνία – αγωνία που επιβραβεύτηκε και μετατράπηκε σε απερίγραπτη, παραδεισένια χαρά, μόλις είδανε τα χαμένα παιδιά τους!

Κι εκεί, μέσα στα κλάματα, στα φιλιά και τις αγκαλιές με τα εξαφανισμένα και ξαναφανερωμένα αγόρια, είδα πρώτη φορά έναν καλό άνθρωπο να πεθαίνει στ’ αλήθεια μπροστά στα πόδια μου, σε μια σύγκρουση τραγικότερη απ’ όσες είχαν αντικρίσει τα μάτια μου μέχρι τότε.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Παρόλο που νιώθω την ανάγκη να σταματήσω και να σας πω για τη γιαγιά μου, επειδή καταλαβαίνω πως σας έβαλα σε αγωνία, θα συνεχίσω με τη μάχη και την αυτοθυσία του καλού ανθρώπου.

Θα το γράψω μάλιστα εγώ, γιατί ο Γιάννης μου φάνηκε πολύ συγκινημένος για να το κάνει. Έτσι, θα πάρω αυτή την τιμή, και νομίζω πως είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή μου για τη συμμετοχή μου στη διήγηση της ιστορίας…

Ανεβήκαμε στο ναό. Μπροστά στα ζωγραφισμένα μάτια της Παναγίας Γαλακτοτροφούσας (δεν ήξερα τότε τη σύνδεσή της με το Χρηστάκη και τα υπόλοιπα παιδιά) διαδραματίστηκαν οι σκηνές, ή μάλλον οι πανηγυρισμοί και το παραλήρημα της συγκίνησης, της αγάπης και της ευτυχίας!

Ο πατήρ Ανέστης έκλαιγε κι αυτός σα μωρό παιδί, ακριβώς το ίδιο με τις μαμάδες μας. Είχε εξομολογήσει εκείνους που ήθελαν να εξομολογηθούν κι ένιωθε κι ο ίδιος σαν αναβαπτισμένος – είδατε τι λέξεις χρησιμοποιώ τώρα; λέξεις που ούτε τις είχα ακουστά μέχρι τότε.

Άκουσα καθαρά το θείο των παιδιών, τον Άρη, να λέει στον παπά Σάββα αγκαλιάζοντάς τον, ενώ γελούσαν και τ’ αφτιά του:

«Σε παραδέχομαι, πάτερ μου!... Και να σου πω, το μισό απ’ αυτό που ευχήθηκα το ’χω κάνει, καβάλησα το δράκο και είμαι, νομίζω, ο μόνος ενήλικας εδώ πέρα που τον έχει δει! Το άλλο μισό μου μένει μόνο, ο πόλεμος με τους δαίμονες!».

«Σ’ αυτό τον πόλεμο, πολλοί χάνουν τη ζωή τους» απάντησε ο ιερέας, λάμποντας κι εκείνος από χαρά.

«Ίσως δεν είμαι καλό παλικάρι για κάτι τέτοιο», είπε κάπως ντροπαλά ο Άρης, «πάντως, αν είναι να πεθάνεις, αξίζει να πεθάνεις σώζοντας κάποιον!».

Πόση ώρα πέρασε; Ούτε θυμάμαι· είχε σταματήσει να κυλάει ο χρόνος για τις καρδιές μας.

Καταλάγιασαν οι πανηγυρισμοί και διηγηθήκαμε, μιλώντας ο ένας πάνω στον άλλο, όλα όσα μας είχε πει ο Μελένιος Δράκος. Οι μεγάλοι άκουγαν με το στόμα ανοιχτό. Κανείς δε μας αμφισβήτησε· είχαν δει πια αρκετά, όπως κι εμείς άλλωστε, και είχαν πειστεί πως τα πράγματα ήταν σοβαρά και, κυρίως, αληθινά.

Αργότερα ορισμένοι αναρωτήθηκαν αν όσα έζησαν κείνη τη μέρα είχαν συμβεί πράγματι· αλλά κοιτάζοντας τη φωτογραφία με το σταυρουδάκι, που ένα αντίγραφό της πήραμε όλοι μας, τιμής ένεκεν (θα σας πει αργότερα ο Γιάννης γι’ αυτήν), προσγειώνονταν στην πραγματικότητα.

Ο πατήρ Σάββας έμεινε άναυδος όταν άκουσε πως εκείνος έπρεπε να μας καθοδηγήσει στον αγώνα μας με τους ψυχοκάντζαρους.

«Είμαι πολύ νέος» ψιθύρισε και στο μέτωπό του φάνηκαν στάλες ιδρώτα. «Ο π. Ανέστης είναι ηλικιωμένος και έμπειρος».

«Εσύ όμως είσαι τίμιος και αγνός» αποκρίθηκε ο π. Ανέστης πιάνοντάς τον απ’ τον ώμο. «Μη φοβάσαι, αν κάπου μπορώ να σε στηρίξω, θα το κάνω με όλες μου τις δυνάμεις. Κι ας αφήσουμε τον Κύριο να μας οδηγήσει, όπως πρέπει να κάνουμε ως ιερείς Του».

Ο νεαρός παπάς μας κοίταξε όλους με τα ωραία γαλάζια μάτια του· εκείνο το βλέμμα μου έμεινε αξέχαστο.

«Αν θέλετε ν’ αρχίσετε μια καινούργια ζωή, παιδιά», είπε, «κι εσείς, αδελφοί και αδελφές μου», και κοίταξε τους μεγάλους, «θα πορευτώ μαζί σας σε αυτό το δρόμο με όλη μου την καρδιά. Να ξέρετε πως είναι δρόμος χαράς, αλλά και αγώνα· δρόμος σταύρωσης, αλλά και ανάστασης».


Κι εκείνη την ώρα, από την εξώπορτα του ναού εισέβαλαν θορυβώντας, στριγκλίζοντας και βρομοκοπώντας οι ψυχοκάντζαροι! Κοπάδι ολόκληρο, συνοδευόμενο από ένα πλήθος αναποδοσταυροφόρους με γυμνά τα ξίφη!

Όλοι κερώσαμε. Ορισμένοι νομίζω πως κάνανε το σταυρό τους, ή τουλάχιστον προσπαθήσανε, μα δεν ξέρω αν τους άφησε ο ξαφνικός τρόμος ή και κάποια μαγική δύναμη που εξαπολύσανε κατά πάνω μας τα δαιμόνια.

Θυμάμαι που αναρωτήθηκα πώς ήτανε δυνατό να τρυπώνουν έτσι μέσα σε μια εκκλησία και μάλλον πως όλοι, λίγο πολύ, κάνανε την ίδια σκέψη. Αναρωτήθηκα μήπως αυτό σήμαινε πως ο Θεός τελικά δεν υπήρχε ή πως ήταν ανίσχυρος μπροστά στους εχθρούς μας – ή μήπως αυτοί δεν ήταν δικοί του εχθροί και θα τους άφηνε να μας ξεκάνουν;

Όλ’ αυτά απαντήθηκαν σε μερικά δευτερόλεπτα.

Ανάμεσα στους αναποδοσταυροφόρους ξεχώρισε ο αρχηγός τους, ο ψηλολέλεκας με τη νεκροκεφαλή, που πετούσε γαλάζιες φλόγες από τα χέρια και το κεφάλι του. Κι εκείνος στάθηκε απέναντι στον πατέρα Σάββα, μούγκρισε σαν πεινασμένος τυραννόσαυρος και τον σημάδεψε με τις φωτιές του!

Ο π. Σάββας δεν κουνήθηκε. Από φόβο; Από θάρρος; Δεν ξέρω. Όλοι εμείς σκορπίσαμε δεξιά κι αριστερά, να μη χτυπηθούμε. Αλλά ο Άρης, χωρίς να χάσει λεπτό, πετάχτηκε μπροστά, έβαλε το κορμί του ανάμεσα στο τέρας και τον παπά Σάββα και δέχτηκε κατάστηθα τη γαλάζια βολίδα!

Όλοι τσιρίξαμε τρομαγμένοι, μα αυτό δεν ήταν τίποτα μπροστά στις τσιρίδες των αποκρουστικών καλικάντζαρων, που απογοητεύτηκαν με την αστοχία.

Ο π. Σάββας σα να ξύπνησε. Ο π. Ανέστης του ’βαλε στο χέρι το πετραχήλι του κι ο ίδιος πρόσεξα πως φορούσε το δικό του – το ’χε πάρει φαίνεται σαλτάροντας στο γραφείο από την ανοιχτή πόρτα που ήταν δίπλα του.

Σαν αστραπή ο παπά Σάββας το φόρεσε και ύψωσε το δεξί του χέρι, κρατώντας ένα σταυρό.

Άρχισε να μιλάει, προφέροντας λόγια που δε θυμάμαι, μα που σίγουρα ήτανε λόγια εξορκισμού. Κι όσο μιλούσε, μεταμορφωνόταν, όχι στην εμφάνιση, μα στην ψυχή, στο κουράγιο, στον τόνο της φωνής του, κι άρχισε να προχωράει και να πλησιάζει το συρφετό των εχθρών μας, που κουτρουβαλιάζονταν τώρα κι όπου φύγει φύγει.

Τελικά ο Θεός θα πολεμήσει στο πλευρό μας, συλλογίστηκα στιγμιαία. Κοίταξα τον Άρη – ήταν σωριασμένος ακριβώς κάτω από τη μεγάλη εικόνα της Παναγίας, που φαινόταν να τον κοιτάζει στα μάτια. Κανείς δεν τολμούσε ακόμη να σηκωθεί, από κει που ήμασταν πεσμένοι και κρυμμένοι σαν τα κουνέλια, και να πάει κοντά του…

Μόνο όταν ο παπά Σάββας απώθησε προχωρώντας τα κτήνη, τα έβγαλε απ’ την πόρτα της εκκλησίας κι εκείνα χάθηκαν μέσα σε κρότους, τσιρίδες, καπνούς και σπίθες (ο π. Ανέστης δεν είχε κουνηθεί, μόνο κοιτούσε, σαν έτοιμος να προστατέψει εμάς αν κάτι άλλο μας πλησίαζε), τότε όλοι πεταχτήκαμε πάνω και κυκλώσαμε τον τραυματία.

Ήρθε κι ο παπά Σάββας, μούσκεμα στον ιδρώτα, κατάχλομος.

Έσκυψε πάνω του κι ακούμπησε το σταυρό στο στήθος του. Δε φαίνονταν αίματα, ούτε σημάδια. Ο Άρης, ο καλός άνθρωπος, ο Κρητικός, άνοιξε τα μάτια του, τον είδε και χαμογέλασε.

«Για δες, το ’πα κι έγινε» ψιθύρισε, ίσα που ακούστηκε. «Δόξα τω Θεώ». Μετά κοίταξε τον π. Ανέστη, που τον είχε εξομολογήσει λίγη ώρα πριν. «Ευχαριστώ» του είπε ψιθυριστά.

«Ένα γιατρό!» φώναξε ο μπαμπάς του Χρήστου κι έτρεξε στο γραφείο να τηλεφωνήσει.

Ο Άρης ύψωσε τα μάτια του στην εικόνα της Παναγίας. Ήταν προφανές τι θα γινόταν· ανατρίχιασα. Εκείνος χαμογέλασε.

Και μ’ αυτή την έκφραση, που νομίζω πως κανείς δε θα την ξεχάσει, χαμογελώντας, με το βλέμμα καρφωμένο στην εικόνα της Παναγίας, έφυγε η ψυχή του.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Σ’ ευχαριστώ, Μίνα. Είναι τιμή για μένα που εσύ ειδικά διηγήθηκες αυτές τις στιγμές. Θα συνεχίσω εγώ και θα σου δώσω το λόγο αργότερα, γιατί είναι πολύ σημαντικό να μιλήσεις για τη γιαγιά σου.

Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε καρδιακή προσβολή. Η αστυνομία δεν το έψαξε περισσότερο. Ούτε για την επιστροφή των χαμένων παιδιών το έψαξε περισσότερο· δεν ξέρω κι αν την ενημέρωσαν όλοι οι γονείς. Φυσικά, κανείς μεγάλος δεν αποκάλυψε τις εξωπραγματικές λεπτομέρειες. Όσο για μας τα παιδιά, κανείς δε μας ρώτησε – κι αν μας ρωτούσε, δε θα μας πίστευε.

Η κηδεία του θείου μου έγινε στην Κρήτη, στο χωριό μας. Ο παππούς κι η γιαγιά, οι γονείς του, έκλαψαν πολύ. Μέσα στη χαρά τους για την ανακάλυψη του εγγονού τους, έζησαν τη μεγαλύτερη τραγωδία που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος: έθαψαν το παιδί τους.

Όλοι οι φίλοι μας με τις οικογένειές τους, όλοι βρισκόμασταν στην εκκλησία εκείνη τη μέρα, καθώς και οι οικογένειες των άλλων χαμένων (μα στην ουσία προστατευμένων) παιδιών, που είχαν επιστρέψει μαζί μας από το βασίλειο του Μελένιου Δράκου, κατέβηκαν σύσσωμοι στην Κρήτη και παραστάθηκαν στην κηδεία. Το ίδιο και οι δυο ιερείς, μαζί με τους ιερείς όλων των χωριών της περιοχής μας και το δεσπότη.

Ο π. Σάββας έβγαλε λόγο, είπε δακρυσμένος πως ο θείος μας πέθανε για να τον σώσει και τόνισε στους γονείς του πως ο θάνατος είναι ένα ταξίδι, που ο θείος μας το είχε κάνει με τον καλύτερο τρόπο, και πως όλοι μια μέρα θα τον ξαναβλέπαμε στον παράδεισο. Δεν τόλμησε να πει όλη την αλήθεια, για το Μελένιο Δράκο, τους ψυχοκάντζαρους, τους αναποδοσταυροφόρους και τα κομπιουτεροκακάκια. Εμείς, τα παιδιά, λαχταρούσαμε να ειπωθούν όλα κι αγανακτήσαμε με τη σιωπή του. Όμως μετά την κηδεία τα διαδώσαμε εμείς, και στον παππού και τη γιαγιά μας και σ’ όλο τον κόσμο.

Ποιοι μας πίστεψαν; Φοβάμαι πως μόνο οι φίλοι μας, τα παιδιά του χωριού, που μας έδωσαν σημασία και μας πρόσφεραν συμμαχία…

Οι συγγενείς μας κι οι φίλοι του θείου Άρη κουβάλησαν το φέρετρό του στους ώμους τους. Πάνω απ’ τον τάφο του άδειασαν τα τουφέκια τους. Τον έθαψαν σαν να ήταν ο καλύτερός τους, σαν οπλαρχηγό του παλιού καιρού, απ’ αυτούς που διαβάζουμε στα βιβλία για την ιστορία και τις επαναστάσεις της Κρήτης.

Εμείς είχαμε την ιδέα, κι ακόμα και σήμερα το πιστεύω ακράδαντα, πως ο θείος μας ήταν κάτι μεγαλύτερο από οπλαρχηγός: ένας μάρτυρας και πιθανόν άγιος. Κι αυτή την ιδέα την αποδέχτηκε ο π. Σάββας και τύπωσε αντίγραφα μιας φωτογραφίας του θείου Άρη, μιας υπέροχης, γελαστής φωτογραφίας, που του είχε βγάλει ένας πλανόδιος φωτογράφος τη βραδιά του γάμου με τα φεγγαροπρόβατα, που σας είχα διηγηθεί στην αρχή αυτής της ιστορίας, ζωγράφισε στη γωνία ένα σταυρουδάκι και τη μοίρασε σε όλους μας.

Και μετά μας μάζεψε στην εκκλησία του χωριού μας, όλα τα παιδιά, κι εμάς και τους Πειρατές των Υπονόμων, μας ευλόγησε με την εικόνα της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσας (εκείνη που είχαμε βρει το περασμένο καλοκαίρι στο βράχο πίσω από τις φραγκοσυκιές) και μας έχρισε Ιππότες της, παίρνοντας από μας την υπόσχεση πως θα μεγαλώναμε σα χριστιανοί και θ’ αγωνιζόμασταν ενάντια στους ψυχοκάντζαρους για την προστασία τη δική μας, των μελλοντικών παιδιών μας και όλου του κόσμου.

Ξέχασα να πω πως τα παιδιά, οι φίλοι μας, έκοψαν τα βιντεοπαιχνίδια, τις selfies, τα πολλά SMS και MMS, μείωσαν το Internet, ο λογαριασμός τους στο Facebook έπιασε αράχνες, τα smartphones τους έπαψαν να είναι προέκταση του χεριού τους κι άρχισαν να επικοινωνούν με κανονικά τηλεφωνήματα και συναντήσεις, συνέχισαν σοβαρότερα τον αθλητισμό και τη μουσική και νομίζω πως βρήκαν τη χαρά τους· και σύντομα ηχογράφησαν ένα CD, το παρήγαγαν σε αρκετά αντίγραφα και το μοίρασαν στο σχολείο τους και σ’ όλους εμάς.

Και λοιπόν άρχισε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή μας. Και σ’ αυτό το κεφάλαιο έπαιξε σπουδαίο ρόλο κι ο Χρήστος. Και τώρα, που είμαστε μεγάλοι και ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ και βλέπουμε γύρω μας πολύ έντονα την κυριαρχία των αναποδοσταυροφόρων και των ψυχοκάντζαρων, αυτό το κεφάλαιο συνεχίζει να γράφεται. Και δε σκοπεύουμε να το σταματήσουμε, όσο θα ζούμε.

Και τώρα, Μίνα, σε παρακαλώ να πάρεις το λόγο και να πεις όσα πρέπει ν’ ακούσουμε για τη γιαγιά σου.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Το κανονικό μου όνομα είναι Ασημίνα, όπως της γιαγιάς μου, αλλά από τότε που θυμάμαι τον κόσμο κανείς δε με φώναξε αλλιώς, παρά μόνο Μίνα – εκτός από κάτι μεγαλύτερα ξαδέρφια μου, όταν θέλανε να με ειρωνευτούν και να με πικάρουν.

Έτσι, το μόνο όνομα που έμαθα ν’ αναγνωρίζω είναι το Μίνα. Το Ασημίνα, εκτός από ξένο, μου ήταν και μισητό· τόσο ξένο και μισητό, όσο κι η γιαγιά μου.

Η γιαγιά μου, με τα κοντά σγουρά μαλλιά, ξεβαμμένα ξανθά, τη φουσκωτή μύτη και την άσχετη πράσινη ρόμπα με τους μικρούς ρόμβους… Έμενε σ’ ένα πολύ μακρινό προάστιο, που έμοιαζε με χωριό. Νομίζω πως δεν άκουσα ποτέ τ’ όνομά του. Πηγαίναμε πότε πότε. Εγώ μετά βίας άντεχα πέντε μουτρωμένα λεπτά και μετά βυθιζόμουν στη μοναξιά του tablet μου ή την κοπάναγα για την παρακμιακή καφετέρια της περιοχής, πάλι αγκαλιά με το tablet. Με τη γιαγιά μου δε θυμάμαι ν’ ανταλλάξαμε ποτέ ούτε μια λέξη.

Λογικά, θα υπήρχε και κάποιος παππούς, αλλά δε θυμάμαι να τον είδα ποτέ, ούτε ν’ άκουσα ποτέ να μιλάνε γι’ αυτόν· ίσως είχε πεθάνει ή εξαφανιστεί ή εγκαταλείψει τη γιαγιά μου όταν ήταν νέα – θα υπήρξε κι εκείνη νέα κάποτε…

Επίσης, δεν έμαθα ποτέ αν αυτή η γιαγιά ήταν η μαμά του μπαμπά μου ή της μαμάς μου. Γενικά, νομίζω πως κανείς δε μου είπε ποτέ τίποτα γι’ αυτήν. Θεωρήθηκε δεδομένη.

Γι’ αυτό και δεν την αγάπησα, όπως δεν αγάπησα και τους γονείς μου, που δεν ένιωθα τίποτα να μου προσφέρουν, πέρα από κριτική και έλεγχο. Χρειάστηκε να περάσω τα ζόρια για να καταλάβω πως κατά βάθος τους αγαπούσα όλους.

Τέλος, ποτέ δεν έμαθα αν υπήρχε και δεύτερο σετ παππού και γιαγιάς – αυτοί κυκλοφορούν ανά ζεύγη των δύο, όπως κάποια σερβίτσια. Αλλά εγώ ή δεν είχα (δηλαδή θα είχαν πεθάνει) ή ζούσαν πολύ μακριά (σε άλλη χώρα; σε άλλη ήπειρο; σε άλλον πλανήτη; στη Γη, ας πούμε;), γιατί ούτε τους συνάντησα, ούτε άκουσα ποτέ να μιλάνε γι’ αυτούς.

Anyway, όταν βρέθηκα κυκλωμένη από το απαίσιο σκοτάδι, είδα μακριά τη γιαγιά μου να κουνάει τα χέρια, σα να με φωνάζει. Αυτό με ξύπνησε και μπόρεσα να καλέσω βοήθεια, που ήρθε πιο γρήγορη και πιο δυναμική απ’ ό,τι φανταζόμουν!

Έτσι, όταν τέλειωσαν όλα, ήξερα ότι έπρεπε να συναντηθώ με τη γιαγιά μου· να ξεκαθαρίσω το ρόλο της στην υπόθεση και να την ενημερώσω εγώ η ίδια για τις εξελίξεις· και να της πω, αλλά και ν’ ακούσω απ’ αυτήν (όπως έλπιζα υποσυνείδητα) όλα όσα έπρεπε να έχουμε πει η μία στην άλλη όλ’ αυτά τα χρόνια…

Στην αρχή σκέφτηκα να πω στους γονείς μου να πάρουμε το αμάξι μας και να πάμε το σαββατοκύριακο. Αλλά ένιωσα μπόλικη αμηχανία κι η καρδιά μου σφίχτηκε· δεν ήθελα να πάω σαν προστατευόμενο παιδί, αλλά ανεξάρτητη – και να ζήσω κάποιες στιγμές πολύ προσωπικές μου, που να της μοιραστώ με όποιον θέλω.

Έτσι, ρώτησα μόνο το όνομα του χωριού. Αμέσως βρήκα τη διαδρομή στο Google Maps, ρύθμισα στο κινητό μου το JPS, πήρα τους κολλητούς μου, κάθισα πίσω μου στη σέλα τον αδερφό μου και κινήσαμε πρωί Σαββάτου με τα μηχανάκια του Νόντα, της Στέλλας και το δικό μου (που είχαν διασωθεί κι επισκευαστεί μετά από κείνο το ανεκδιήγητο βράδυ στο net café), κι ένα δανεικό μηχανάκι από ένα πρώτο ξάδερφο της Οξάνας· το δικό της, του Τζίμη και της Σοφίας είχαν καεί κι είχαν πάει για παλιοσίδερα.

Φτάσαμε στο χωριό μετά από ώρες κι εκεί δοκιμάσαμε καινούργια έκπληξη. Η γιαγιά μου μας περίμενε. Δε φορούσε τη γνώριμη κακόγουστη ρόμπα, αλλά ένα υπέροχο, παλιομοδίτικο βέβαια, σκούρο μπλε φόρεμα. Τα μαλλιά της ήταν περιποιημένα και γενικά έλαμπε ολόκληρη. Το ίδιο και το σπίτι και η αυλή και ο κήπος, όλα έμοιαζαν ίδια μα έδειχναν διαφορετικά, πιο καθαρά, πιο επίσημα, πιο φωτεινά. Υπήρχε κάτι στην ατμόσφαιρα – το νιώθαμε, μα δεν μπορούσαμε να το εξηγήσουμε.

Η γιαγιά μας αγκάλιασε και μας φίλησε, κι εμάς και τους φίλους μας. Κατόπιν μας πήρε και πήγαμε στο δωμάτιό της. Νομίζω πως πρώτη φορά έμπαινα. Ήταν μικρό, κατειλημμένο ολόκληρο από ένα διπλό κρεβάτι (απομεινάρι από την εποχή του παππού μας) και μια ντουλάπα. Στον τοίχο, σε μια γωνιά, ήταν κρεμασμένα εικονίσματα και στον άλλο τοίχο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Τώρα σκέφτομαι πως θα έδειχνε τον παππού και τη γιαγιά μας, μα τότε δε μου ’κοψε και δεν πλησίασα να την παρατηρήσω. Κοντά στα εικονίσματα ήταν κρεμασμένη μια στεφανοθήκη με δυο στεφάνια – τα στεφάνια τους προφανώς – κι αποκάτω ήταν στερεωμένο ένα μικρό καρφωμένο ράφι, που πάνω του ισορροπούσε, γαλήνιο και καρτερικό, ένα αναμμένο καντήλι.

Τα μάτια της γιαγιάς έλαμπαν. Μας κρατούσε, το Θάνο κι εμένα, από τα χέρια. Καθίσαμε στο διπλό κρεβάτι κι οι υπόλοιποι στέκονταν γύρω κι έμοιαζαν λίγο με τιμητική φρουρά (χαμογελάω γράφοντάς το). Όλοι φαίνονταν συγκινημένοι, σα να είχε απλωθεί μια μαγική γέφυρα, όπως αυτές που βλέπουμε σε κάποιες ταινίες, που μας είχε συνδέσει μ’ έναν ακόμη άγνωστο κόσμο: το παρελθόν της γενιάς μας, τις ρίζες μας, που ώς τότε – αποκομμένοι απ’ όλα και καλωδιωμένοι στα gadgets, με το μυαλό γεμάτο ψυχοζωύφια – δεν είχαμε σκεφτεί καν ότι υπήρχαν.

«Παιδιά μου», μας είπε, «πάντα σας αγαπούσα, μα δεν τόλμησα ποτέ να σας το δείξω. Ιδίως σ’ εσένα, Μίνα μου, που ήσουν πάντα απόμακρη και βλοσυρή».

Την κοιτούσα χωρίς να μιλάω. Παράλληλα, έβλεπα και τη μορφή της στην κολασμένη έρημο, όπου με είχε σώσει.

«Οι γονείς σας δε μου είπαν τίποτα για την περιπέτειά σας… Τα έμαθα όμως όλα από έναν παράξενο επισκέπτη. Ένα μικρούλη δράκο, που έβγαινε από το εικόνισμα του άη Γιώργη, καθόταν στο κομοδίνο μου και μου μιλούσε».

Κοιταχτήκαμε με το Θάνο και τα μάτια του ήταν δακρυσμένα· σίγουρα το ίδιο και τα δικά μου. Η γιαγιά συνέχισε:

«Προχθές, που ξεκίνησα να ποτίζω τις γλάστρες μας…». Χαμογέλασε. «Αυτές οι γλάστρες έχουν ονόματα και μακάρι να θέλατε να σας τα πω κάποτε» πρόσθεσε. Εμείς κουνήσαμε το κεφάλι μας περιμένοντας να συνεχίσει, με τα μάτια μας καρφωμένα στα δικά της, που γελούσαν από χαρά και συγκίνηση. «Εμφανίστηκε ανάμεσα στα δέντρα του δρόμου το παλικάρι». Αναστέναξε. «Αχ, το ίδιο το παλικάρι, ο άγιος Γεώργιος… Με χαιρέτισε σα ν’ άξιζα κι εγώ κάτι και μου ζήτησε επίμονα να σταματήσω και να προσευχηθώ για σένα, γιατί βρίσκεσαι σε μεγάλο κίνδυνο!».

Κρατούσα την ανάσα μου. Η γιαγιά συνέχισε και στα μάτια της τώρα γυάλιζαν δάκρυα:

«Παράτησα το λάστιχο ανοιχτό, μπήκα μέσα κι έτρεξα στα εικονίσματα. Γονάτισα, έσμιξα τα χέρια κι άρχισα να παρακαλάω την Παναγία, το Χριστό, όλους τους αγίους, δεν ήξερα τι έπρεπε να πω, έλεγα μόνο “εσείς ξέρετε, εσείς τρέξτε, βοηθήστε την!” και δώσ’ του κλάματα… Και μετά, σα να με πήρε ο ύπνος, Μινάκι μου, Μινάκι μου», με χάιδεψε στο πρόσωπο, που ήταν βρεγμένο κι από δικά μου ξαφνικά δάκρυα, «και σε είδα μέσα σ’ ένα καρβουνιασμένο χωράφι, να σε κυκλώνουν σα φίδια μαύρα πλοκάμια! Χριστέ μου, τι τρομάρα που πήρα! Ξύπνησα κι άρχισα να φωνάζω “Χριστέ μου! Παναγιά μου!”, ώσπου γαλήνεψα κι ένιωσα πως ο κίνδυνος είχε περάσει».

«Αλήθεια είχε περάσει, γιαγιά μου» απάντησα και, πρώτη φορά, την αγκάλιασα. «Με ξύπνησες και θυμήθηκα να καλέσω κι εγώ το Χριστό, και ήρθε στο δευτερόλεπτο, μέχρι να πεις κύμινο!».

«Δόξα τω Θεώ» αναστέναξε η γιαγιά μου. «Αμέσως πήρα τηλέφωνο σπίτι σας, δε βρήκα κανέναν. Τηλεφώνησα του μπαμπά σου στο κινητό, μου ’πε πως έχετε δουλειά, πως είσαι μαζί του, και δε ρώτησα περισσότερα. Σκέφτηκα πως μπορεί να μου φάνηκε, πως ίσως δεν είχες βρεθεί σε κανένα κίνδυνο, και μακάρι να ’ταν έτσι, κι όλα αυτά μπορεί να ’ταν η φαντασία μου, μια γριά είμαι εξάλλου, που αρχίζει να τρελαίνεται και κανείς δεν την παίρνει στα σοβαρά – εμένα θα ’ρχόταν να ειδοποιήσει ο άη Γιώργης;».

«Κι όμως, γιαγιά μου, ήρθε, και σ’ εσένα και σ’ εμένα!...».

«Και πέρασε μια μέρα και χθες ήρθε στ’ όνειρό μου ο μικρούλης ο δράκος και μου ’πε πως όλα πήγανε καλά, πως αντάμωσες τον αδερφό σου – οι γονείς σου, ούτε πως είχες χαθεί, αγοράκι μου, δε μου ’χανε πει, για να μη στενοχωρήσουνε βέβαια – και πως σήμερα το απόγεμα θα ερχόσασταν με τους φίλους σου να μου μιλήσετε! Τι χαρά! Μόνο που έχω κι εγώ τώρα μια αποστολή, που μου την ανακοίνωσε ο μικρός ο δράκος απ’ τον άη Γιώργη».

«Δηλαδή, γιαγιά;» ρώτησε ο Θάνος, που είχε πέσει κι εκείνος στην αγκαλιά της.

Η γιαγιά ξέφυγε απ’ το αγκάλιασμά μας, σηκώθηκε και μας κοίταξε, μαζί με τους φίλους μας.

«Δηλαδή, παιδιά, μου ζήτησε να σας πω δυο κουβέντες για τη ζωή του, που δε σας τις είπα ποτέ και που κανείς δε βρέθηκε στο δρόμο σας να σας τις πει».

Ο Άγιος Γεώργιος πολεμά τον δράκο. Τοιχογραφία στο κάστρο της Sabbionara, Avio, Lagarina Valley, Trentino-Alto Adige, Italy, 12th century

Έτσι η γιαγιά μου μας είπε για τον άη Γιώργη. Για τους γονείς του, τον άγιο Γερόντιο και την αγία Πολυχρονία, που τους θανάτωσαν οι Ρωμαίοι για την πίστη τους στο Χριστό, για το γενναίο στρατιώτη που πολέμησε κατά των βαρβάρων κι αναδείχτηκε στρατηγός των Ρωμαίων σε ηλικία μικρότερη από τριάντα χρονών… Για τη διαταγή του αυτοκράτορα, τον αλύπητου Διοκλητιανού, προς τους στρατηγούς του, να βασανίσουν και να εξολοθρεύσουν τους χριστιανούς. Για την τόλμη του αγίου, που παρουσιάστηκε μπροστά του και του είπε πως δε μπορεί να εφαρμόσει τη διαταγή του, γιατί κι ο ίδιος είναι χριστιανός!

Για τα φρικτά βασανιστήρια που του κάνανε, τα θαύματα που γίνανε όσο ήταν στη φυλακή, τους ειδωλολάτρες που πίστεψαν στο Χριστό, απλώς και μόνο βλέποντας τη δύναμη και το θάρρος του αγίου… Για το θάνατό του, την ταφή του, τα πολλά του θαύματα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους, για το μοναστήρι του στην Πόλη, όπου μαζεύονται οι Τούρκοι, τον τάφο του στην Παλαιστίνη, όπου μαζεύονται οι Άραβες, ακόμη και την ιστορία με το δράκο και τη βασιλοπούλα, που πολλοί νομίζουν πως είναι μύθος, μα εμείς ξέραμε πια πως ήταν αλήθεια…

Και μετά μας μίλησε για τον άγιο Δημήτρη και τον άγιο Νέστορα και το Λυαίο, τη φυλάκιση του αγίου Δημητρίου στους βόθρους των ανακτόρων, το μύρο που έτρεξε και τρέχει ακόμα πολλές φορές απ’ τα λείψανά του, τη σπουδαία εκκλησία του στη Θεσσαλονίκη, πάνω στο σημείο που ήταν η φυλακή και ο τάφος του… Και τα πολλά θαύματά του, όπως στη μάχη για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, που ο Τούρκος πασάς την παράδωσε στις 26 του Οχτώβρη, επίτηδες, για να συμπίπτει με τη γιορτή του αγίου Δημητρίου, και τη μάχη με το Σκυλογιάννη, τον τύραννο των Βουλγάρων, που ζωγραφίζεται στις εικόνες του να τον νικάει…

Τι παλικάρια! Τι άγιοι! Τι άνθρωποι γεμάτοι αγάπη, δύναμη, πίστη!

Αυτοί είναι ήρωες κι όχι οι μεταλλαγμένοι, οι εξωγήινοι κι οι εκδικητές που διαβάζουμε στα κόμικς.

Κι ο Νόντας τη ρώτησε για τον άγιο Μάμα, που μας είπε ο δράκος πως ήτανε δεκαπέντε χρονών, κρυβόταν στα βουνά και τον έτρεφαν τα ελάφια. Η γιαγιά ήξερε. Μάθαμε και γι’ αυτόν. Δεν περίμενα καθόλου πως η γιαγιά μου ήταν μια σοφή δασκάλα, κι όμως, είχα τόσα να μάθω απ’ αυτήν, αν της είχα δώσει σημασία από τα μικρά μου χρόνια…

Και μας είπε για την αγία Βαρβάρα, που τη βασάνισε και τη σκότωσε ο πατέρας της, για την αγία Αικατερίνη, που, ενώ ήταν φυλακισμένη, έπεισε πενήντα φιλοσόφους, πεντακόσιους στρατιώτες και τη γυναίκα του αυτοκράτορα να γίνουν χριστιανοί, την αγία Παρασκευή, που γιάτρεψε τα μάτια του βασιλιά, που είχαν καεί από την καυτή πίσσα που ετοίμαζε για να τη βράσει ζωντανή!...

Κι όταν φύγαμε από ’κεί, είχε νυχτώσει. Κι όλοι νιώθαμε αναμμένοι και φουντωμένοι, σα να ’χαμε μυηθεί σε μια κρυφή γνώση, που μας την είχανε κρύψει σκόπιμα για να μας παραπλανήσουν και τώρα την είχαμε μάθει σε μια μυστική συνάντηση, μιας ομάδας αντίστασης.

Δεν ήμασταν πια μόνο Πειρατές των Υπονόμων, αλλά και η Αντίσταση, όπως στο Terminator και στο Star Wars.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Όμως, πριν φύγουμε, η γιαγιά μας εξομολογήθηκε και τον καημό της.

«Αυτός είναι ο παππούς σας» μας είπε και μας έδειξε τη φωτογραφία του στον τοίχο. «Δυστυχώς, εγώ τον κατέστρεψα».

«Δηλαδή, γιαγιά μου;» τη ρώτησα με αγωνία.

Μας διηγήθηκε με σπασμένη φωνή:

«Ήμασταν νέοι, ερωτευμένοι, αλλά πάρα πολλοί φτωχοί… Μέναμε σ’ αυτό εδώ το σπίτι. Του γκρίνιαζα και τον έπεισα να φύγει μετανάστης στην Αμερική, όπως τόσοι και τόσοι εργάτες τον καιρό εκείνο. Έφυγε κι εγώ ήμουν έγκυος στη μαμά σας, παιδιά μου. Κι όταν έφευγε κι έσκυβε να με φιλήσει, αντί να τον χαιρετήσω, του είπα σαν οχιά: “Αν δε φέρεις λεφτά στο σπίτι μας, μην ξαναγυρίσεις”».

«Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό, γιαγιά μου;» ρώτησα με φρίκη.

«Αυτή είναι η αμαρτία μου, παιδιά μου, που παρακαλώ μια ζωή το Θεό να με συγχωρέσει… Ήμουν άμυαλη, δεν ήθελα λούσα, μόνο μια ζωή κάπως άνετη για μένα και τα παιδιά μου και νόμιζα πως τα λεφτά θα ήταν η λύση. Κι εκείνος τραβήχτηκε με μάτια συννεφιασμένα, έφυγε χωρίς να μιλήσει και, όπως του είχα πει, δεν ξαναγύρισε…».

Σταμάτησε ν’ ανασάνει, με νέο κλάμα, αυτή τη φορά γεμάτο πόνο και δυστυχία.

«Ξέρω πως πήγε στον Παναμά να δουλέψει. Έλαβα μια δυο φορές χρήματα, ποτέ γράμμα. Κι έπειτα τίποτα. Περίμενα, περίμενα κι έκλαιγα. Τι απέγινε; Δεν έμαθα». Έκανε παύση. «Μετά από χρόνια γνώρισα έναν εργάτη, που είχε έρθει από τον Παναμά σαν τουρίστας και ξέπεσε στα μέρη μας. Του μίλησα για τον παππού σας και τα μάτια του έλαμψαν. Τον είχε γνωρίσει και μου ’πε πως πιο καλό άνθρωπο δεν είχε δει στη ζωή του… Και πως συνέχεια μιλούσε με αγάπη για μένα και για το παιδί του, που δεν το ’χε γνωρίσει, και πως πολλές φορές τους μιλούσε για το Χριστό και κάμποσοι έγιναν χριστιανοί ορθόδοξοι απ’ όσα τους έλεγε! Κι εκείνος τους βάφτισε κι έγινε νονός τους. Κι ο ίδιος ο εργάτης που ήταν στην πόρτα μας, ήταν ένας απ’ αυτούς…».

«Και μετά;».

«Μια μέρα έφυγε σ’ άλλη πόλη και κανείς δεν ξανάκουσε τίποτα γι’ αυτόν. Ζει; Πέθανε; Αν πέθανε, πώς, πού, πού είναι θαμμένος; Αν ζει, γιατί δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί μου; Παντρεύτηκε άλλη; Έκανε άλλα παιδιά; Δε θα τον κατηγορούσα. Δεν τον αγαπούσα – το ήξερε· γυναίκα που αγαπάει τον άντρα της, δεν τον αποχαιρετάει με τέτοια κουβέντα. Τώρα θα ’ναι γέρος, ίσως να ’χει πεθάνει από άλλη αιτία… Πάντως, να ξέρετε, παιδιά μου», είπε σε όλους μας, «πως πρέπει ν’ αγαπάτε. Να μη θεωρείτε τίποτα δεδομένο, ούτε πως ο άλλος είναι υποχρεωμένος να σας αγαπάει. Να αγαπάτε, κι όλα θα πάνε καλά, ακόμη κι όταν πάνε χάλια».

Έτσι, εκείνη τη μέρα, πολλά από τα ποτέ, που έγραψα στην αρχή, σε σχέση με τη γιαγιά μου και τον παππού μου, καταργήθηκαν.

Αποχαιρετιστήκαμε με γεύση γλυκόπικρη. Ξέχασα να σας πω πως, ενώ μας μιλούσε για τους αγίους, μας είχε φιλέψει γλυκά κουταλιού, που είχε φτιάξει μόνη της, και ξηρούς καρπούς και σοκολατάκια… Αλλά η τελική γεύση ήταν γλυκόπικρη. Δεν την έκρινα τη γιαγιά μου· είχε κάνει λάθος. Όλοι κάνουμε λάθη κι όσο μεγαλώνουμε θα κάνουμε κι άλλα. Της είπα:

«Γιαγιά, εξομολογήθηκες ποτέ σου όσα σε βαραίνουν;».

«Ναι, παιδί μου. Και ξέρω πως ο Θεός συγχωρεί. Εγώ δυσκολεύομαι να συγχωρέσω τον εαυτό μου».

Μετά, μου είπε:

«Σε παρακαλώ, αν μπορείς, πάρε αύριο τους γονείς σου κι ελάτε από ’δώ. Για λίγο μόνο. Πες τους το· είναι ανάγκη».

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆

Και την άλλη μέρα, Κυριακή, προς το μεσημέρι, πήραμε το αυτοκίνητό μας και πήγαμε. Είχα πει στους γονείς μου όλη την αλήθεια. Εκείνοι μουρμούριζαν που δεν τους είχα πει τίποτα. Δε μ’ ένοιαξε τότε, ούτε τώρα. Τα γεγονότα εκείνων των ημερών νομίζω ότι καθάρισαν κι απολύμαναν το μυαλό μου από τα κομπιουτεροκακάκια και τα ψυχοζωύφια.

Πήγαμε στη γιαγιά. Μας καλοδέχτηκε, περιποιημένη όπως χθες. Μας έστρωσε τραπέζι μ’ ένα σωρό καλούδια. Μετά, μας έβγαλε στην αυλή, το Θάνο κι εμένα, με μια παράξενη επισημότητα, σα να μας έβαζε μέσα στην καρδιά της, και άρχισε να μας δείχνει τις γλάστρες, που ήταν αραδιασμένες κοντά στους τοίχους:

«Αυτά τα βασιλικά λέγονται Λουκάς και Κατίνα, όπως οι γονείς μου. Αυτές οι μπιγκόνιες είναι τ’ αδέρφια μου, η Γωγώ, ο Σταύρος, η Χρυσούλα κι ο Παύλος. Τα κυκλάμινα εκείνα είναι τα πεθερικά μου, ο Λάμπρος κι η Σπυριδούλα. Εκεί, τα ζουμπούλια, η κόρη μου κι ο γαμπρός μου, οι γονείς σας, παιδιά μου, ο Βαγγέλης κι η Ρένα, κι αυτές οι γαρδένιες εσείς, να ο Θάνος και να η Μίνα».

Μας έδειξε κι άλλα, γιασεμιά, γαρύφαλλα, τριανταφυλλιές, ονοματισμένα από παππούδες, γιαγιάδες, χωριανούς, ξαδέρφια και φίλους… Ήταν μια μυρωμένη ξενάγηση, μια μικρή γωνιά παραδείσου γεμάτου αγάπη σε μια φτωχική χωριάτικη αυλή, που μας θύμισε κάπως το βασίλειο του Μελένιου Δράκου.

Έκανε παύση κι αναστέναξε από την καρδιά της.

«Κι αυτή η μπουκαμβίλια, η πιο αγαπημένη μου, είναι ο Γιώργης, ο παππούς σας» κατέληξε κι έκλαιγε.

Κατόπιν μπήκαμε μέσα, μας αποχαιρέτησε και μας φίλησε, γονείς και παιδιά, και είπε με φωνή που μας φάνηκε πως κρεμόταν σ’ ένα ελαφρό τρέμουλο:

«Δοξάζω το Θεό, που, έστω και την τελευταία στιγμή, έκανα λίγο το χρέος μου, μιλώντας στα εγγόνια μου για τους αγίους. Παιδιά μου, σας παρακαλώ, συγχωρέστε με. Ν’ αγαπάτε και να συγχωρείτε ο ένας τον άλλο… Μίνα μου, Θάνο μου, σας παρακαλώ, ν’ αγαπάτε και να συγχωρείτε τους γονείς σας. Ν’ αγαπάτε το Χριστό και την Παναγία, παιδιά μου, που είναι το Φως της ζωής μας. Καλή αντάμωση».

Έτσι έμαθα ν’ αγαπώ τους γονείς μου και να τους συγχωρώ που δεν ήξεραν πώς να είναι τέλειοι γονείς· ελπίζω πως κάποτε θα με συγχωρέσουν κι εμένα τα παιδιά, που ίσως αποχτήσω, αφού κι εγώ δε θα είμαι τέλεια μαμά. Βέβαια, στην κατάλληλη στιγμή (εκείνη που θα νομίζω κατάλληλη, πάντως όχι πριν πεθάνω από βαθιά γεράματα), σκοπεύω να τους πω αυτή την ιστορία και σίγουρα θα τους έχω μιλήσει για τους αγίους, που τόσο με γοήτευσαν.

Έκανε το σταυρό της κοιτώντας τα εικονίσματα, που είχε στον τοίχο, ξεκρέμασε τη φωτογραφία του παππού μας, ξάπλωσε κρατώντας την στην αγκαλιά της και, μπροστά στα κατάπληκτα μάτια μας, έκλεισε τα δικά της κι απογειώθηκε η ψυχούλα της για το δρόμο προς τον παράδεισο.

Και ζήσαμε εμείς καλά και αυτή καλύτερα.

°☆  ¸. * ● ¸. ☾ °  ¸. * ●  ★ ° ☾ °☆ 

Επίλογος
Γεια σας. Είμαι ο Χρήστος, ο αδερφός της Λένιας. Σας ευχαριστώ που διαβάσατε την ιστορία μου.

Ή μάλλον, ήμουν ο Χρήστος – τώρα ζω μια εντελώς διαφορετική ζωή κι έχω ένα εντελώς διαφορετικό όνομα.

Τα παιδιά μού έκαναν την τιμή να μου ζητήσουν να γράψω τον επίλογο στην ιστορία μας.

Ας πω γι’ αρχή πως οι μήνες που περάσαμε στο βασίλειο του Μελένιου Δράκου καθόρισαν το χαρακτήρα μας. Όλα τα παιδιά που γνωριστήκαμε εκεί συνεχίσαμε να είμαστε φίλοι για πάντα. Και οι περιπέτειες που ζήσαμε στο διάστημα εκείνο θα μπορούσαν να γεμίσουν τρία βιβλία.

Αν θέλετε, θα προσπαθήσω μια μέρα να σας διηγηθώ μερικές απ’ αυτές…
Στο μεταξύ, από τα γεγονότα έχουν περάσει δεκαετίες· όλοι πια είμαστε μεγάλοι κι ο καθένας έχει τραβήξει το δρόμο του. Βασικά, δεν έχουμε χαθεί. Είμαστε ακόμη οι Ιππότες της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσας και, ο καθένας με τον τρόπο του, προσπαθούμε να βοηθήσουμε τους συνανθρώπους μας ενάντια στην Απειλή.
Ο κόσμος έχει αλλάξει, δυστυχώς όχι προς το καλύτερο· οι ψυχοκάντζαροι έχουν αποθρασυνθεί κι οι αναποδοσταυροφόροι δεν είναι πια οπλισμένοι μόνο με ξίφη. Ευτυχώς όμως υπάρχει και Αντίσταση. Και μέσα στην Αντίσταση, με τη δύναμη της Παναγίας, είμαστε κι εμείς. Έχει ο Θεός.

Το Μελένιο Δράκο τον ξαναείδαμε μερικές φορές, μέχρι που κλείσαμε τα 18. Το ίδιο και τους στρατιώτες αγίους, τους πολεμιστές του ουρανού, τους αληθινούς σταυροφόρους, που ήρθαν να μας σώσουν όταν η ζωή μας βρισκόταν πάλι στον έσχατο κίνδυνο… Είδαμε όμως κι άλλους δράκους, πονηρούς, που τους είχαν στείλει οι αναποδοσταυροφόροι να παραστήσουν πως είναι ο Μελένιος Δράκος, για να μας ξεγελάσουν!

Ευτυχώς, σχεδόν κανείς δεν έπεσε στην παγίδα τους.

Γενικά, περάσαμε πολλά. Όλ’ αυτά τα χρόνια μας ωρίμασαν και μας δυνάμωσαν· και, με τη βοήθεια των δικών μας και του αγαπημένου μας π. Σάββα, καταλήξαμε σ’ αυτό που είμαστε.

Από την παρέα μας, ο Γιάννης κι η Μίνα με το Νόντα (που είναι πλέον σύζυγοι) έχουν ανοίξει ένα γραφείο εύρεσης εξαφανισμένων παιδιών, που ονομάζεται – πώς αλλιώς; – Μελένιος Δράκος. Έχουν βοηθήσει στην ανακάλυψη δεκάδων παιδιών σε πολλές χώρες, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους ενάντια σε διεφθαρμένα κυκλώματα κάθε είδους.

Οι υπόλοιποι έχουν τις οικογένειές τους, το επάγγελμά τους και τις ασχολίες τους… Άλλοι ασχολούνται με τη μουσική, άλλοι με τους υπολογιστές, άλλοι με τον αθλητισμό, άλλοι άλλα. Κάποιοι τα παράτησαν όλα, πήγαν σε χωριά κι επιδόθηκαν σε βιολογικές καλλιέργειες. Πάντως, ο καθένας στο μετερίζι του, όλοι αγωνίζονται για τον ιερό σκοπό: την ελευθερία του πλησίον.

Αυτός είναι κι ο λόγος που παρακάλεσα το Γιάννη και τη Μίνα να γράψουν την ιστορία, για να καταλάβετε από πού ξεκίνησαν όλα. Μετά μπήκε στο παιχνίδι κι ο Νίκος, ο γιος του π. Σάββα, που την ιστορία του και τον αγώνα του, με τη Μελίνα, τώρα πια τα ξέρετε…

Τα Τρία Γουρουνάκια – τα θυμάστε; – ο Στάθης, ο Πάνος και ο Ιωσήφ, είχαν κι αυτά μια ενδιαφέρουσα πορεία, αν και αρκετά μελαγχολική. Ο Στάθης έγινε χάκερ και συνελήφθη από την Υπηρεσία Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος για πράξεις ηλεκτρονικής τρομοκρατίας· φυλακίστηκε αρκετά χρόνια και κατόπιν έφυγε στο εξωτερικό, όπου, απ’ ό,τι ξέρω, ξανάρχισε μυστικά τις δραστηριότητές του.

Ο Πάνος βυθίστηκε στο χάος της ηλεκτρονικής εξάρτησης, νοσηλεύτηκε σε κλινικές, είδε κι έπαθε να ορθοποδήσει… Τώρα μένει κοντά μας, έχει οικογένεια και καμιά φορά έρχεται σε μας για να γαληνέψει και να ξανακουβεντιάσουμε για τα παλιά.

Ο Ιωσήφ έμαθε την ύπαρξη ενός σπουδαίου ιεραποστόλου στη Σιέρα Λεόνε, του π. Θεμιστοκλή, ενός πρώην άθεου ροκά, που έφυγε από την Αυστραλία να συναντήσει τους πιο ταλαιπωρημένους και βασανισμένους ανθρώπους της Γης… Έτσι, ο Ιωσήφ πήγε να τον βρει κι έμεινε εκεί, ως συνεργάτης του. Τώρα ο π. Θεμιστοκλής έχει κοιμηθεί, αλλά το έργο του συνεχίζεται από μερικούς φωτισμένους ανθρώπους με μεγάλη καρδιά, όπως ο φίλος μας.

Εμένα, όπως σας είπα, δε με λένε πια Χρήστο… Είμαι μοναχός και με λένε Αριστείδη. Ζω σ’ ένα μικρό μοναστηράκι, μια σκήτη, αφιερωμένη στην Παναγία τη Γαλακτοτροφούσα, κρυμμένη σε μια χαράδρα, κάπου στην επαρχία της Κρήτης, κοντά στο χωριό μου. Έχω συντροφιά μου άλλους τρεις ορθόδοξους μοναχούς: ένα Γερμανό, το Βονιφάτιο, έναν Κινέζο, το Μητροφάνη, κι έναν Ουγκαντέζο, το Ρουβήμ, από την πρώτη χώρα της Αφρικής, κάτω απ’ τη Σαχάρα, που αγάπησε την Ορθοδοξία και οι ορθόδοξοι κάτοικοί της αγωνίστηκαν με σθένος για την απελευθέρωση της πατρίδας τους από τη βρετανική κατοχή – και οι τρεις συμμοναστές μου έχουν ονόματα πρωτοπόρων ορθοδόξων αγίων του λαού τους.

Εδώ, στην ησυχία μας, καλλιεργούμε τα λαχανικά μας κι επιδιδόμαστε σε μεταφράσεις της Αγίας Γραφής και κειμένων της αρχαίας χριστιανικής σοφίας, δηλαδή ορθοδόξων κειμένων, σε όσο το δυνατόν περισσότερες γλώσσες της Γης, τα οποία στέλνουμε στις ορθόδοξες Ιεραποστολές και τα δημοσιεύουμε και στο ηλεκτρονικό περιοδικό μας, στο Διαδίκτυο.

Ας πούμε πως αυτή η παράξενη ιεραποστολή είναι ο δικός μας ο τρόπος να βοηθήσουμε τον κόσμο, όσο μπορούμε. Και, όσο παράδοξο κι αν φαίνεται, με τη βοήθεια του Χριστού μας, φέρνει καρπούς.

Το όνομά μου το διάλεξα για να τιμήσω το θείο μου (αυτό ήταν το βαφτιστικό του και με αυτό και κηδεύτηκε), αλλά γιορτάζω και έναν αρχαίο, δυναμικό άγιο, τον άγιο Αριστείδη, που γιορτάζει στις 13 του Σεπτέμβρη, μια μέρα πριν την αγαπημένη μας εορτή του Τιμίου Σταυρού. Ο άγιος Αριστείδης ήταν από την πόλη των φιλοσόφων, την Αθήνα· φιλόσοφος ο ίδιος, γλυκάθηκε ο νους κι η καρδιά του όταν άκουσε τον άγιο Διονύσιο και τον άγιο Ιερόθεο, τους μορφωμένους Αθηναίους που είχαν γίνει χριστιανοί από τον ίδιο τον απόστολο Παύλο! Έγινε λοιπόν κι αυτός χριστιανός και προσπάθησε, με ένα εξαιρετικό φιλοσοφικό κείμενο (μια Απολογία, όπως τη λέμε) να πείσει τον αυτοκράτορα Αδριανό να σταματήσει να καταδιώκει και να θανατώνει τους χριστιανούς. Αποτέλεσμα ήταν να συλληφθεί ο άγιος και να κρεμαστεί στην αγορά της Αθήνας, στον ίδιο χώρο όπου άλλοτε γίνονταν οι σπουδαίες φιλοσοφικές συζητήσεις των Αθηναίων. Έγινε έτσι μάρτυρας και άγιος, πολύ νωρίς, λιγότερο από εκατό χρόνια μετά την ανάσταση του Χριστού.

Κι ο θείος μου, που, αμέσως αφού είχε εξομολογηθεί, μπήκε μπροστά να δεχτεί τη βολή, για να μη χτυπήσει τον άνθρωπο του Θεού, είναι για μένα μάρτυρας και, πιθανόν, άγιος… Η αλήθεια είναι ότι τον έχουμε δει μερικές φορές στα όνειρά μας να μας συμβουλεύει και να μας καθοδηγεί. Αλλά τα όνειρα χρειάζονται προσοχή, γιατί συχνά κρύβουν και παγίδες. Ο Θεός θα δείξει, όταν θελήσει, αν πράγματι ο θείος Άρης είναι ένας άγιος. Εμείς τον μνημονεύουμε όπως όλες τις ψυχούλες, τον αγαπάμε (όπως όλες τις ψυχούλες) και απλά περιμένουμε.

Τώρα θα σωπάσω και θα κλείσω αυτό το βιβλίο. Να προσέχετε, παιδιά, ν’ ακούτε τους γονείς σας και ν’ αγαπάτε το Χριστό μας, την Παναγία μας και τους αγίους μας. Και όχι συνέχεια στο τάμπλετ, στον υπολογιστή και στο κινητό, έτσι; Τα κομπιουτεροκακάκια καραδοκούν.

Κι όποτε θέλετε, να σας πω κάποιες ιστορίες για το πώς φτάσαμε ώς εδώ, τι άλλο περάσαμε όταν ήμασταν παιδιά και τι ζήσαμε όσο προστατευόμασταν στο βασίλειο του Μελένιου Δράκου – πω πω, πολλά έβαλα, ε;

Δόξα τω Θεώ. Σας ευχαριστώ μέσα απ’ την καρδιά μου! Τα λέμε!



Δεν υπάρχουν σχόλια: