Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Περί των βάσεων της ορθοδόξου ασκήσεως - Η παρθενία και η σωφροσύνη

πίνακας δια χειρός Γεωργίου Κόρδη

Περί των βάσεων της ορθοδόξου ασκήσεως
Η παρθενία και η σωφροσύνη 
Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (†1993)
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Ή παρθενία καί ή σωφροσύνη συνιστούν τή δεύτερη κύρια υπόσχεση τού μοναχισμού. Ή άντίληψη γύρω άπό τήν παρθενία, ώς ζωης κατ' είκόνα της ζωης τού Ίησού Χριστού, είναι παραδόξως τόσο λίγο άποδεκτή άπό τό σύγχρονο κόσμο, άκόμη καί άπό τούς Χριστιανούς, ώστε καθίσταται άπαραίτητο νά εκθέσουμε τή δογματική βάση αύτης της υπόσχεσης.

Ή δισχιλιετής πείρα της Εκκλησίας μέ άκαταμάχητη άξιοπιστία κατέδειξε ότι ό άποκλεισμός της γενετήσιας λειτουργίας άπό τή ζωή της άνθρώπινης προσωπικότητας όχι μόνο δέν επιφέρει βλάβη στήν ψυχική καί σωματική υγεία του άνθρώπου, άλλά άντίθετα, όταν χρησιμοποιείται μέ ορθό τρόπο αυξάνει καί τή φυσική άντοχή καί τή μακροβιότητα καί τήν ψυχική υγεία του.

Κατά τίς τελευταίες δεκαετίες είναι δυνατό νά παρατηρήσει κανείς πλήθος επιστημονικών εργασιών, οί όποίες διαπιστώνουν τήν πνευματική γονιμότητα εκείνου τό οποίο ή σύγχρονη ψυχολογία ονομάζει έξαϋλωμένη άγνεία». Πρέπει νά χαίρεται κανείς γιά τή διαπίστωση αύτή, διότι σέ κάθε έποχή δέν έπαυσαν κάποιοι νά διαστρέφουν τήν έννοια της μοναχικής σωφροσύνης, άκόμη μάλιστα καί νά άντιτίθενται σέ αύτή, σάν ένα φαινόμενο παθολογικό καί παρά φύσιν.

Έν τούτοις οφείλουμε νά πούμε ότι ή σύγχρονη πείρα στόν τομέα αύτό απέχει ακόμη πολύ άπό τή δυνατότητα νά συγκριθεί μέ τήν άδιάκοπη καί αίωνόβια πείρα της Έκκλησίας καί νά έχει τήν άξίωση μέ κάποιο τρόπο νά τή διορθώσει ή νά τήν έμπλουτίσει. Από έκεί εύκολα κατανοείται τό μικρό ένδιαφέρον τών μοναχών γιά αύτή. Προσπερνώντας τή λεπτομερή έξέταση τού ζητήματος άπό δογματική καί άνθρωπολογική σκοπιά, θά πούμε μονάχα ότι γιά έμάς κύριο καί άναμφισβήτητο τεκμήριο δικαίωσης αύτης της υπόσχεσης, στό οποίο άλλωστε όδηγούν όλες οί άλλες άποδείξεις, είναι τό γεγονός της έν παρθενία έπίγειας ζωής τού Κυρίου «Σάς έδωσα τό παράδειγμα» (Ίωάν. ιγ'15). Μόνο κάποιος έντελώς άσύνετος θά μπορούσε νά πεί ότι ή ζωή τού Χριστού ύπηρξε «παρά φύσι».

Μπροστά άπό έμάς τούς χριστιανούς στέκεται τό άπόλυτο αίτημα: νά γίνουμε όμοιοι, αν είναι δυνατό, μέ τόν Άνθρωπο-Χριστό (σέ όλα) έτσι ώστε μέσα άπό αύτήν τήν έξομοίωση νά κατορθώσουμε τήν έξομοίωση μέ τό Θεό, πού είναι ό ύστατος σκοπός καί ή ύψιστη έννοια της ύπαρξής μας. (...) Ό Άγιος Μεθόδιος του Όλύμπου, στό προαναφερθέν έργο του «Τό συμπόσιο τών δέκα Παρθένων» μιλά γύρω άπό τήν παρθενία σάν ένα έργο «άκρως μεγάλου» καί σάν «μυστηρίου». Καί άναμφίβολα, έάν ό γάμος είναι μυστήριο, τότε καί ή παρθενία είναι παρομοίως μυστήριο της Έκκλησίας. 

Ή παρθενία καί ή σωφροσύνη κάτω άπό τή χριστιανική έννοια διαφέρουν ούσιαστικά άπό έκεΐνο πού εννοούσαν καί μέχρι σήμερα έννοούν οί έκτός Εκκλησίας μέ τίς ίδιες λέξεις. Οί έννοιες παρθενία καί σωφροσύνη είναι συγγενείς όχι όμως ταυτόσημες. Κατά τή μοναχική κουρά, έκείνοι οί όποίοι προσέρχονται στό μοναχισμό μετά τό γάμο, ή έξώγαμες σχέσεις, άπαγγέλουν τήν υπόσχεση της σωφροσύνης, δηλαδή της όλοκληρωτικής έγκράτειας στό μέλλον, ένώ έκείνοι οί όποίοι δέν γνώρισαν άλλο σώμα δίνουν τήν υπόσχεση της παρθενίας. 

Ή σωφροσύνη, όπως δείχνει καί ή ίδια ή λέξη, σημαίνει τήν άκεραιότητα ή τήν πληρότητα της φρόνησης.

Στήν Έκκλησία μέ τήν έννοια αύτή συνδέεται όχι μόνο ή νίκη πάνω στή σαρκική έλξη καί γενικά πάνω στό «σαρκικό φρόνημα», δηλαδή «ή νίκη πάνω στή φύση», άλλά καί ή άπόκτηση τού συνόλου τών τελειοτήτων, οί όποίες προσιδιάζουν στή φρόνηση καί ή έκφρασή τους είναι ή σταθερή διαμονή στό Θεό «έξ όλης της διανοίας καί έξ όλης της καρδίας». Στήν τελειότερή της μορφή ή άσκηση της σωφροσύνης άποκαθιστά τήν κατά τό πνεύμα παρθενική κατάσταση τοΰ άνθρώπου ύπερφαλαγγίζοντας τήν άνεπανόρθωτη άπώλεια της σωματικης παρθενίας.

Τή γνήσια παρθενία οί Άγιοι Πατέρες όρίζουν ώς ύπερφυσική κατάσταση. Στήν τέλειά της μορφή θεωρείται ώς άδιάκοπη διαμονή στή θεία άγάπη, ώς έκπλήρωση της έντολης τού Χριστοΰ «άγαπήσεις... τόν Θεόν έξ όλης της καρδίας, έξ όλης της διανοίας, έξ όλης της ψυχης, έξ όλης της ίσχύος». Κάτω άπό τό φώς αύτού τού κριτηρίου, κάθε παρέκκλιση τού νού καί της καρδιάς άπό τήν άγάπη τοΰ Θεοΰ έκλαμβάνεται ώς πνευματική «μοιχεία», παράβαση δηλαδή σέ βάρος της θείας άγάπης.

Ή παρθενία δέν είναι αγνοία της βιολογικής καί πλήρως φυσικής ζωής του ανθρώπου. Τό μεγαλύτερο καί μοναδικό παράδειγμα της τελειότητας, ή Αειπάρθενος Μαρία, τήν ώρα τού Ευαγγελισμού άπό τόν Άγγελο της γέννησης άπό Αύτήν Υίό, άπάντησε μέ τήν έρώτηση: «Πώς θά μου συμβεί αύτό, άφοΰ ανδρα δέ γνωρίζω»; Μέ αύτό άπέδειξε ότι είχε γνώση γύρω άπό τό ζήτημα. 

Τό νά μήν έχει διαφθαρεί τό σώμα δέν είναι αυτό καθ' αυτό παρθενία. Ένας άπό τούς μεγαλύτερους αγίους της Εκκλησίας μας, ό Μέγας Βασίλειος, μέ πικρία είπε γιά τόν εαυτό του «Καί γυναίκα δέ γνωρίζω καί παρθένος δέν είμαι», δηλαδή μέ τήν πλήρη έννοια της λέξης. Εκτός άπό τίς σχέσεις μέ άλλο σώμα, υπάρχουν πολλά άλλα είδη διαφθοράς καί αύτοδιαφθοράς, τών όποίων τήν περιγραφή αποφεύγει ή Όρθόδοξη Έκκλησία, γιά νά μή δημιουργήσει στό νού εκείνου πού μιλά ή άκούει κάποια εικόνα αμαρτίας. Καί εκείνος ό όποιος δέ γνωρίζει τή φυσική πράξη, άλλά μόνο μέ τό νού θά άφεθεί σέ αύτή καί ονειροπολώντας θά τήν επιθυμήσει, ήδη δέν είναι πλήρως παρθένος.

Κατά τήν εκκλησιαστική αντίληψη υπάρχουν τρεις βαθμοί πνευματικής κατάστασης του ανθρώπου: ή υπερφυσική κατάσταση, ή φυσική καί ή παρά φύσιν ή εναντίον της φύσης. Ή παρθενία καί ή μοναχική σωφροσύνη, άν εννοηθοϋν ώς δωρεές της χάριτος, άνήκουν στήν πρώτη κατάσταση. Στή δεύτερη κατάσταση κατατάσσεται ό εύλογημένος γάμος. Κάθε άλλη μορφή σαρκικής ζωής είναι πνευματικά ή κατώτερη ή παρά φύσιν. 

Οί Πατέρες λέγουν: «μή επιχειρείς αύτό πού είναι πάνω άπό τή φύση, γιά νά μή πέσεις στό παρά φύση». Άπό αύτό προκύπτει ό κανόνας πού λέει ότι κανείς δέν πρέπει νά γίνεται δεκτός στόν μοναχισμό χωρίς προκαταρκτική δοκιμασία. Μοναχός πού δέν φυλάσσει σωφροσύνη στέκεται πολύ χαμηλότερα στό επίπεδο της σωτηρίας άπό τόν έντιμο γάμο, πού τιμάται στήν Έκκλησία ώς όδός σωτηρίας. Καί εάν λάβομε ύπ' όψη ότι εκείνος πού έδωσε ήδη τίς μοναχικές ύποσχέσεις στερείται τού δικαιώματος εκκλησιαστικού γάμου, τότε κάθε εκ μέρους του παράβαση της άγνείας θεωρείται ώς πτώση καί μάλιστα σέ κατάσταση κάτω άπό τή φύση. 

Ό καθαγιασμένος γάμος, ό πειθαρχημένος, ό χωρίς διαστροφή, διατηρεί τόν άνθρωπο φυσικά καί ηθικά, ενώ κάθε άλλη μορφή σαρκικής άπόλαυσης, έστω καί μόνο σέ ονειρώδη μορφή, διαφθείρει όλόκληρο τόν άνθρωπο, δηλ. τήν ψυχή καί τό σώμα. Η καταστρεπτική αύτή ενέργεια εντείνεται ιδιαίτερα όταν ό μοναχός προσκόπτει καί αθετεί έτσι τίς υποσχέσεις πού έχει δώσει στόν Θεό, γιατί στήν περίπτωση αυτή ή εσωτερική σύγκρουση άπό τήν άπώλεια της χάριτος παίρνει άσύγκριτα βαθύτερο χαρακτήρα καί οί μαρτυρικές τύψεις της συνείδησης μπορούν νά φτάσουν μέχρι τό σκοτάδι της άπόγνωσης.

Οί ονειροπολήσεις γύρω άπό τή σαρκική σχέση, όταν άπουσιάζει ή σαρκική πράξη, όδήγησαν πολλούς σέ σοβαρές ψυχικές άσθένειες, άκόμα καί μέχρι τήν πλήρη παραφροσύνη. Γιά τή συχνότητα τών ολέθριων αύτών περιπτώσεων μπορούν νά μαρτυρήσουν καί οί ψυχίατροι»1. 

1. Στό «συμπόσιο τών δέκα παρθένων» ό Άγιος Μεθόδιος τού Όλύμπου άναφέρει μεταξύ άλλων ότι ή συνείδηση της άνθρωπότητας άναπτυσσόταν καί αύξανε πνευματικά μέχρι τή γνώση τών τελειότερων μορφών ζωης-της σωφροσύνης καί της παρθενίας. Ιστορικά ή εξέλιξη αύτή πέρασε μέσα άπό τίς εξης φάσεις: Κατ' άρχήν, «ενώ ό κόσμος δέν ήταν άκόμη γεμάτος μέ άνθρώπους» καί ή άνθρωπότητα όφειλε «αύξάνεσθαι καί πληθύνεσθαι», οί άνδρες ερχόντουσαν είς γάμου κοινωνία μέ τίς ίδιες τους τίς άδελφές. Έπειτα, όταν πλήθυνε τό γένος των άνθρώπων καί εξαπλώθηκε πάνω στή γη, ή θεία Πρόνοια μέ τήν προφητική διδασκαλία άποτρέπει τούς άνθρώπους άπό τό είδος της ζωής αύτης πρός μία υψηλότερη ηθικά ζωή, καί οί γάμοι μεταξύ αδελφών θεωρήθηκαν «αίμομιξίες».

Άργότερα οί άνθρωποι μεταβαίνουν στήν έννοια της μονογαμίας «γιά νά μή συνουσιάζονται μέ πολλούς», όπως συμβαίνει μέ τά ζώα, «σάν νά γεννήθηκαν μόνο γιά τή συνουσία», καί γιά νά μή συντελούνται «μοιχείες».

Στή συνέχεια ό Χριστιανισμός διδάσκει τούς άνθρώπους άκόμη ύψηλότερη συνείδηση γιά τή ζωή, καί μέσα στήν Έκκλησία είσάγεται νέος περιορισμός τών γάμων μέ κριτήριο πλέον τούς βαθμούς της πνευματικης ώριμότητας· έτσι άπαγορεύονται, γιά παράδειγμα, γάμοι δυό άδελφών μέ δυό άδελφές καί τά παρόμοια, πράγμα τό όποΐο εκτός Εκκλησίας παραμένει άκατανόητο καί μέχρι τώρα άκόμη. Μέ τήν άποστολική διδασκαλία οί άνθρωποι οδηγούνται στήν κατανόηση του «τίμιου γάμου» καί της «άμίαντης κοίτης», άπ' όπου τελικά άνέρχονται ώς τή γνώση της χριστιανικής παρθενίας, «μαθαίνοντας νά άνυψώνονται ύπεράνω της σάρκας είσχωρώντας στό άτάραχο λιμάνι της άφθαρσίας...». 

Θά ήθελα εδώ νά παρατηρήσω τήν άκρα επικαιρότητα του κηρύγματος της σωφροσύνης καί της παρθενίας στίς μέρες μας. Ή άπόκλιση άπό τή γαμήλια ένωση όπως καθορίζεται άπό τήν Έκκλησία καί κάθε παράβαση εναντίον της όχι μόνο ύποβιβάζουν τή μορφή του άνθρώπινου είναι, άλλά επισύρουν καί τά χειρότερα: τήν άποσύνθεση της προσωπικότητας, ή όποία κάνει τήν άμαρτία, τή διάσπαση τών οίκογενειών, τή διάλυση τών κρατών, τήν καταστροφή καί τόν όλεθρο όλόκληρων χωρών καί λαών. 

Σέ σχέση μέ όλα αύτά πρέπει νά πούμε ότι, εάν ή πνευματική εξέλιξη της άνθρωπότητας συνέχιζε πρός αύτήν τήν κατεύθυνση, όπως υποδεικνύει ό Άγιος Μεθόδιος, τότε ένα άπό τά πλέον σπουδαία καί άνησυχητικά ερωτήματα γιά τή σύγχρονη σκέψη, αύτό τού ελέγχου του πληθυσμού της γης δηλαδή, θά λάμβανε την καλύτερη καί πράγματι άξια λύση, τήν υίοθεσία τού άνθρώπου άπό τό Θεό.

Οί άγριες, εγκληματικές καί εντελώς άφρονες θεωρίες προγραμματισμού τού πληθυσμού της γης μέ τούς άλληλοεξοντωτικούς πολέμους, θά στερούνταν βάση στή συνείδηση τών άνθρώπων, καί ή ζωή στή γη θά άπέβαινε άληθινά όμοια μέ τήν ούράνια:
«Έλθέτω ή Βασιλεία σου»!

Misha Sarov: Άρχιμανδρίτου Σωφρονίου, Άσκησις καί θεωρία, 1. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ 1996, σ. 55 κ.ε.). Επιμέλεια: Μαρία Βεριγάκη, φιλόλογος καθηγήτρια
Σοφία Ντρέκου/αέναη επΑνάσταση

Δείτε και...

Αρχιμανδρίτου Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (†1993)


Δεν υπάρχουν σχόλια: