25 Ιαν 2015

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ποιήματα του

εικ. Δια χειρός Ζέκιου Νικόλαου

της Σοφίας Ντρέκου

Δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἄσχημοι, 
ἀλλὰ ἄνθρωποι ποὺ δὲ μποροῦν 
νὰ δείξουν τὴν ὀμορφιά τους. 
Καὶ δὲ μποροῦν νὰ δείξουν τὴν ὀμορφιὰ τους, 
γιατί δὲν ἀγαποῦν καὶ δὲν ἀγαπιῶνται. 

Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος
Εορτάζει στις 25 Ιανουαρίου.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος θεολόγος» της Εκκλησίας μας, μετά τον ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του, τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως. Ο Γρηγόριος υπήρξε ο ποιητής που έγινε μεγάλος θεολόγος.

Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός
(περ. 329 - 25 Ιανουαρίου 389 ή 390)

«Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός (περ. 329 μ.Χ. – 25 Ιανουαρίου 389 ή 390 μ.Χ.) (επίσης γνωστός ως Γρηγόριος Θεολόγος και Γρηγόριος της Ναζιανζού) ήταν Αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Θεωρείται ευρέως ως ο πιο ταλαντούχος ρήτορας μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας. Ως κλασικά εκπαιδευμένος ομιλητής και φιλόσοφος του Ελληνισμού, κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτη εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ο Γρηγόριος είχε σημαντικό αντίκτυπο στη διαμόρφωση της Τριαδικής θεολογίας τόσο μεταξύ των ελληνόφωνων και λατινοφώνων θεολόγων και έγινε γνωστός ως «Τριαδικός Θεολόγος». Τα περισσότερα από τα έργα του επηρεάζουν τους σύγχρονους θεολόγους, ειδικά όσον αφορά τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. Επίσης ήταν φίλος με δύο αδέρφια, τον Βασίλειο και τον Ιωάννη.

Ο Γρηγόριος είναι άγιος και της Ανατολικής και της Δυτικής Χριστιανικής Εκκλησίας. Στη Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία θεωρείται ως ένας από τους Δασκάλους της Εκκλησίας - στην Ανατολική Ορθόδοξη και στη Δυτική Καθολική Εκκλησία είναι γνωστός ως ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με το Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο.»[1] 


Γενική θεώρηση (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος)

«O Γρηγόριος Θεολόγος, ο Ναζιανζηνός, είναι ο επιφανέστερος, ο «άριστος» θεολόγος της Εκκλησίας μετά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Το θεολογικό του βάθος και η έντονη ποιητικότητα στο έργο του τον ύψωσαν σε πρότυπο μοναδικού κάλλους και λάμψεως. Ο Γρηγόριος υπήρξε ο ποιητής που έγινε μεγάλος θεολόγος. Η ευαισθησία χαρακτήριζε το είναι του με τρόπο καθολικό και τον οδηγούσε σε αλλεπάλληλες απογοητεύσεις, σ' ένα είδος συνεχούς φυγής από καταστάσεις, στις οποίες εμπλεκόταν με πιέσεις τρίτων αλλά πάντως θεληματικά. Η «φυγή» του ήταν συνάρτηση της αναπτυγμένης ευαισθησίας του και της κλίσεως για τον μονήρη νηπτικό βίο. Πίστευε ότι «μεγίστη πράξις εστιν η απραξία» (Επιστ. 49), ο θεωρητικός ή θεοπτικός βίος.

Απέφευγε συστηματικά την δραστηριοποίηση του στο έργο της Εκκλησίας, αλλά τελικά και ποιμαντική φροντίδα ανέλαβε και τα μεγάλα θεολογικά προβλήματα αντιμετώπισε. Η συνύπαρξη των αντιθέσεων στο είναι του επιτεύχτηκε, διότι ο Γρηγόριος δεν ήταν μόνο ποιητής και νηπτικός, αλλά και μέγας θεολόγος, που φρονούσε ότι όφειλε να «καρποφορεί», να «ωφελεί» την Εκκλησία και μάλιστα να «δημοσιεύη την έλλαμψιν» του (Λόγος IB' 4. PG 35, 848ΑΒ).

Στην περίπτωση του Γρηγορίου συνέβη το εξής θαυμαστό: ενώθηκαν ασύγχυτα ο ποιητής, ο νηπτικός και ο θεολόγος. Η τριπολικότητα του προσώπου του αποτελεί το μεγαλείο του, αλλά και την πρώτη δυσχέρεια ερμηνείας του.»[2]

Πώς να μην αγαπήσεις τον θεολόγο Γρηγόριο;

«Πώς να μην αγαπήσεις τον θεολόγο Γρηγόριο; Έναν ευαίσθητο πληγωμένο ποιητή πού έφαγε τόσες μπόρες, έφυγε την ιερωσύνην το πρώτον, κράτησε την ορθοδοξία μόνος του, υπέμεινε επιθέσεις και βανδαλισμούς αρειανών νύχτα Ανάστασης στην Εκκλησία και μόνο με ένα βλέμμα σιωπηλό τους αναχαίτισε, παραιτήθηκε από την κανονική του έδρα στην αρχιεπισκοπή Κων/πολης για να ειρηνεύσει η Εκκλησία, χωρίς γογγυσμό και στο τέλος της ποιητικής του ζωής, γέρος, ξεχασμένος και απομονωμένος είπε αυτά τα συνταρακτικά λόγια:

Ερωτάς πώς τα ημέτερα. Και λίαν πικρώς. Βασίλειον ουκ έχω, Καισάριον ουκ έχω, τον πνευματικόν αδελφόν και τον σωματικόν. «Ο πατήρ μου και μήτηρ μου εγκατέλειπόν με;» μετά του Δαβίδ φθέγγομαι. Τα του σώματος πονηρώς έχει, το γήρας υπέρ κεφαλής, φροντίδων επιπλοκαί, πραγμάτων επιδρομαί, τα των φίλων άπιστα, τα της Εκκλησίας αποίμαντα. Έρρει τα καλά, γυμνά τα κακά, ο πλούς εν νυκτί, πυρσός ουδαμού, Χριστός καθεύδει. Τί χρή παθείν; Μία μοι των κακών λύσις, ο θάνατος. Και τα εκείθεν μοι φοβερά, τοις εντεύθεν τεκμαιρομένω»;.»[3]

«Επιστολή προς τον ρήτορα Ευδόξιο»

«Μωρέ πόσο τον αγαπώ τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο; Πολύ μελαγχολικός και ιδιαίτερα ευαισθητούλης. Ακούστε τι λέει σε κάτι δύσκολες προσωπικές στιγμές του, έτσι για να παίρνουμε δύναμη και εμείς που γκρεμοτσακιζόμαστε καθημερινά και για να καταλάβουμε ότι οι άγιοι δεν είναι σούπερμαν όπως πολλοί θέλουν να μας του παρουσιάσουν.
«Ρωτάς πώς τα πάω – άσε, πολλή πίκρα. Μού λείπει ο Βασίλης, ο πνευματικός μου αδερφός, και ο Καισάριος, ο βιολογικός μου αδερφός. «Ο πατέρας και η μητέρα μου μ’ έχουν εγκαταλείψει», για να το πω με τα λόγια του Δαυίδ. Τα τού σώματος πονεμένα, τα γηρατιά επικρέμονται πάνω από το κεφάλι μου, οι υποχρεώσεις με εξαντλούν, τα προβλήματα συσσωρεύονται, οι φίλοι με προδίδουν, η Εκκλησία διαλύεται. Χάθηκαν τα καλά, έμειναν τα στραβά, μέσα στη μαύρη νύχτα αρμενίζω, και φως πουθενά, ο Χριστός κοιμάται. Τι άλλο πρέπει πια να πάθω; μια μόνο λύση υπάρχει για τα βάσανά μου, ο θάνατος. Αν κρίνω όμως με βάση τα εδώ, κι εκεί απαίσια θα είναι!»[4]

Ποιήματα του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

Γρηγόριος ο Θεολόγος: Γνωμικά τετράστιχα, ποίημα ΛΓ'

*Όταν κάποια προσβολή κάποτε καίει την ψυχή σου,
φέρε στο νού το Χριστό και τα χτυπήματα του
και πόσο μέρος απ'τις πληγές του Κυρίου είναι τούτα·
κι αυτό θα είναι το νερό να σβήσεις τη λύπη σου.

*Ο έρωτας, η μέθη, η ζήλεια κι ο δαίμονας είναι ίσα·
όποιον χτυπήσουν, βουλιάζουν το μυαλό του·
το λιώσιμο, η προσευχή, τα δάκρυα, να τα φάρμακα.
Αυτή είναι η γιατρειά στα δικά μου πάθη.

*Τίποτα μή θεωρείς ισάξιο με τον πιστό φίλο,
που δεν τον έφερε το ποτήρι κι η ταραχή του καιρού·
αλλά αυτός δεν χαρίζει παρά μόνο ότι μας συμφέρει.
Αναγνώριζε όρια της έχθρας, όχι όμως της φιλίας.

*Γιατί να θεωρούμαι αίτιο για όλα το δόλιο
εχθρό, αφού του δίνομε εξουσία με τον τρόπο που ζούμε;
Να κατηγορείς τον εαυτό σου ή για όλα ή για τα πιο πολλά·
τη φωτιά βάζομε εμείς, η φλόγα είναι του Πνεύματος.

*Η όψη συναρπαστική, κρατήθηκα όμως·
δεν έστησα είδωλο στην αμαρτία.
Άν στήσεις είδωλο, που καιρός για πράξεις;
αυτά της πάλης τα σκαλιά με τον εχθρό.

*Τ'ωραιότερο δώρο για το Θεό είναι ο τρόπος·
κι αν υποφέρεις τα πάντα, τίποτ'άξιο δε θα υποφέρεις.
Ότι δίνει κι ένας φτωχός αυτό να προσφέρεις.
Ο καθαρός δε μοιράζεται την αμοιβή της πόρνης.

Σε φτώχεια φιλοσοφημένη

Σύ που τρυφάς, με την αρρώστεια χαίρεσαι, πλούσιος ως είσαι·
έχεις τη συμφορά και της αρρώστιας σου το φάρμακο.
Φτωχός ο άλλος μα εγκρατής· και τρισευτυχισμένος
όποιος δεν έχει μήτε συμφορά κι ούτε και φάρμακο.
Τον που'ναι πλούσιος μά στα πάθη υποταγμένος
απ'το φτωχό θα προτιμούσα και σοφό,
όταν το δυνατό μά ανόητο προτιμήσω
απ'αυτόν που είναι ολόγερος όχι όμως τόσο δυνατός.

Όμοιο

Είναι ένας άρρωστος βαριά και φάρμακα πολλά
παίρνει για τις αρρώστιες του κι άλλος υγεία γεμάτος,
χωρίς ούτε ένα φάρμακο· ποιόν πες μου μακαρίζεις;
σίγουρα το γερό κι εσύ όπως ο κόσμος όλος.
Έτσι κι αυτόν που χρειάζεται λίγα, φτωχός κι αν είναι
αλλά όχι αυτόν που κολυμπά σε χρήματα και πάθη.

Στην υπομονή

Ευτυχισμένο αν βρεις μες στους κακούς
του τέλους ξέρε η ελπίδα τον κρατεί.
Κι αν κάποιο βρεις καλό μες στα δεινά,
άγνισμα η λύπη ξέρε· κι αν μικρό
ίχνος πηλού έχει, πρέπει με τους πόνους
να σβήσει, να μή μείνει τίποτα για τη φωτιά.
Η του εχθρού είναι πειρασμός και πάλι
απ'το Θεό ευκαιρία να δειχτείς μεγάλος.
Ο Ιώβ ο νικηφόρος ας σε πείσει.

Γρηγόριος ο Θεολόγος: Γνώμες σε τέσσερις στίχους

Πόνημα είναι του Γρηγορίου,
βαδίζω μέσα σε τέσσερις στίχους·
με πνευματικές γνώμες κάνω θυμητάρι της σοφίας.

Την πράξη βάζεις  μπρός ή τη θεωρία;
των τελείων έργων αυτή, των πολλών η πράξη.
Είναι κι οι δύο σωστές κι αγαπημένες,
σ'όποια κλίνεις εσύ, σ'αυτήν απλώσου.

Να μή διδάσκεις ή να διδάσκεις με τον τρόπο σου.
Μή με το ένα χέρι τραβάς και απωθείς με το άλλο.
Θα χρειαστείς λιγότερα λόγια πράττοντας όσα πρέπει.
Ο ζωγράφος διδάσκει πιο πολύ με τις ζωγραφιές του.

Τίποτε μην τάξεις στο Θεό ούτε από τα μικρότερα,
γιατί του Θεού ήταν πρίν τα λάβει. Τι λέω λοιπόν;
Κλέβεις τα δικά σου μή δίνοντας. Ώ καινούργιο Χρέος!
Ας σε πείσει ο Ανανίας και η Σαπφείρα.

Ν' ανεβαίνεις πιο πολύ με τη ζωή σου παρά με την ιδέα σου.
Ο νούς σε κάνει Θεό, η ιδέα σου σε ρίχνει βαριά.
Το κατορθώνεις αυτό, αν δεν έχεις μέτρο σου τα μικρά.
Και σε μεγάλο ύψος να βρεθείς, δε φτάνεις την εντολή.

Κυνήγα τη δόξα, όχι την όποια κι όχι υπερβολικά.
Ανώτερο να είσαι απ'το να φαίνεσαι. Αν είσαι δίχως μέτρο
μην κυνηγάς την κούφια, μήτε τη νεανική.
Τι κερδίζει ο πίθηκος αν περνά για λιοντάρι.

Άν καλοταξιδεύεις, μην πεις μεγάλο λόγο προτού δέσεις.
Κοντά στο λιμάνι βούλιαξε καλοτάξιδο πλεούμενο
κι άλλοι σώθηκαν περνώντας μεγάλη τρικυμία.
Να, μιά ασφάλεια: μήν περιγελάς τις τύχες των άλλων.[5]


ΙΘ. Περί της αυτής

Τροχός τίς εστίν άστάτως πεπηγμένος,
Ό μικρός ούτος καί πολύτροπος βίος.
"Ανω κινείται, καί περισπάται κάτω
Ουχ ίσταται γαρ, καν δοκή πεπηγέναι.
Φεύγων κρατείται, καί μένων άποτρέχει.
Σκιρτά δε πολλά, καί το φεύγειν ουκ έχει.
"Ελκει, καθέλκει τη κινήσει την στάσιν.
Ως ουδέν είναι τον βίον διαγραφών,
"Η καπνόν, ή όνειρον,ή άνθος χλόης.
(Ρ.G., τόμ. 37, 787)


Η ανθρώπινη ζωή

Μια ρόδα π' άτσαλα την έχουν στήσει
ετούτη ή σύντομη καί πολυδαίδαλη ζωή.
Έκεί πού τείνει προς τα πάνω, κατρακυλά στα χαμηλά-
κι αν φαίνεται πώς στέριωσε δεν μένει ωστόσο σταθερή
Θαρρεϊς πώς φεύγει κι είναι στάσιμη,
θαρρείς πώς στέκει κι όμως τρέχει.
Κάνει άλματα συχνά, μα δεν μπορεί να ξεκολλήσει.
Σέρνει καί παρασέρνει αυτοκινούμενη τη στασιμότητα.
"Ενα διάγραμμα του τίποτα ή ζωή, Καπνός
ή κι όνειρο ή κι ένα αγριολούλουδο.


ΞΘ. Δέησις προς τον Χριστόν

Έπιστάτα, κλύδων με δεινός άμφέπει,
Τον σον μαθητήν. Έξέγειραι, πριν θάνω.
Μόνον κέλευσον, καί ζάλη τεθνήξεται.
Τολμώ φράσαι τι• Χριστέ, μη πίεζε με,
Μηδέ σβέσης με τω βαρεί των θλίψεων.
Πολλούς έχεις γαρ καί κακωτέρους έμού,
Ους ήλέησας. Μη με κρίνης άξίως.
Κενού, κενόυ δε του ταλάντου το πλέον.
Μιας τίς οίσοι φόρτον ημέρας μόνης;
Τίνι προσέλθω τοις κακοίς βαρούμενος;
(Ρ.G., τόμ. 37, 1417)


Δέηση προς τον Χριστό

Μια τρικυμία,Κύριε, τρομερή ταράζει
το μαθητή σου. Ξύπνησε προτού χαθώ.
Ή εντολή σον άρκεί τα κύματα να πέσουν.
Τολμώ ένα ψέλλισμα: Χριστέ, μη με πιέζεις,
μη μ' αφανίσεις με των θλίψεων το φορτίο.
Δεν είναι λίγοι, καί χειρότεροι από μένα,
Πού τους σπλαχνίστηκες. Μη μ' επικρίνεις όσο αξίζω.
Παρακαλώ σε, λάφρυνε από το καντάρι το περσότερο.
Το φόρτωμα καί μιας μονάχα μέρας ποιος τ' αντέχει;
Σέ ποιόν να τρέξω να σωθώ πού οι πίκρες με βαραίνουν


ΜΗ' Εις τον αποθανόντα τω κοσμώ

Ζω καί τέθνηκα. Τίς σοφός συγκρινέτω.
Ψυχή τέθνηκα,σαρξ δε μοι σθένειν θέλει.
Ψυχή βιώη,σαρξ δε μοι τεθνηκέτω.
(Ρ.G., τόμ. 37, 1384)


Ζωή καί θάνατος

Ζω καί πεθαίνω. "Ας το ζυγίσουν οι σοφοί.
Ή σάρκα δικαιώματα απαιτεί. Νεκρή ή ψνχή.
Ζήσε, ψυχή μου,κι ας πεθάνει ή σάρκα.


ΟΑ' Δέησις εν τη νοσώ

Νοσώ, νοσώ μεν, καί πονούμαι σώματι,
Καί μου γελώσι την πάθην ίσως τινές,
Τραχηλιώντες, των σφαγή τηρουμένων.
Αρμοί λέλυνται, καί ποδών σαθρά βάσις,
Εΐτ' εγκράτειας έργον, εϊθ' άμαρτάδων,
Εϊτ' ούν πάλη τις (ου γαρ οίδα), πλην χάρις
Έμώ κυβερνήτη γε. Τούτο μοι τυχόν.
"Αμεινόν εστίν αλλ' έπίσχες την νόσον,
Έπίσχες ειπών σος λόγος σωτηρία.
Ει δ' ου,δίδου γε,ως τα πάντα καρτερεϊν,
Σήτες τα σητών.Συγκράτει την εικόνα.
Εκείθεν έξεις και τον δούλον άρτιον.
(Ρ.G, τόμ. 37,1418)

Δέηση κατά τη διάρκεια της αρρώστιας

"Αρρωστος, άρρωστος, βαρύ το σώμα μου το νιώθω.
Ίσως με εμπαίζουν για το πάθημα κάτι αλαζόνες.
Καραδοκούν να δουν ως καί θανάσιμα συμπτώματα.
Τα γόνατα μου λύθηκαν, δε με κρατούν τα πόδια.
Μπορεί καί κάποια πάλη με τον πονηρό. Ευγνωμοσύνη ωστόσο
στον κυβερνήτη μου. Καλύτερα το πράγμα έτσι πού ήρθε.
"Ομως συγκράτησε μου την αρρώστια.
Μια λέξη καί την συγκρατείς. Σωτήριος είναι ό λόγος σου.
*Αν όχι, δώσ' υπομονή ν' αντέξω σ' όλα.
Ό σκόρος τη δουλειά του. Φύλαξε την Εικόνα άπ' τη φθορά.
Άκέριον έτσι θα 'χεις καί το δούλο σου.

ΠΒ' Προς αυτόν

"Αλλοι χρυσόν, οϊδ' άργυρον, οιδε τράπεζαν
Τιμώσι λιπαρήν παίγνια τούδε βίου.
"Αλλοι δ'αϋ σηρών καλά νήματα, καί γύας άλλοι
Πυροφόρούς,άλλοι τετραπόδων άγέλας.
Αύτάρ έμοί Χριστός πλούτος μέγας, όν ποτ' ίδοιμι
Νω γυμνω καθαρώς• αλλά τε κόσμος έχοι.
(Ρ.G., τόμ. 37, 1421

Το μέγα πλούτος

"Αλλοι λατρεύουν το χρυσάφι, άλλοι τ' ασήμι
καί κάποιοι τα κατάφορτα τραπέζια, αστεία παιχνίδια της ζωής,
"Αλλοι τ' ωραία μετάξια, τούτοι τ' αγροκτήματα,
το στάρι όπου καρπίζει, εκείνοι τα κοπάδια με τα ζωντανά.
Για με ό Χριστός το μέγα πλούτος, άμποτε να τον έβλεπα
πνεύμα γυμνό ολοκάθαρα, στον κόσμο τ' άλλα τα χαρίζω.[6]


ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ

Ο άγιος και μέγας Γρηγόριος υπήρξε κατά τους ειδικούς από τους μεγαλύτερους ποιητές στο κόσμο. Μάλιστα έγραψε τα ποιήματά του σε Ομηρική γλώσσα. Σπούδασε στη Καισάρεια, στην Αλεξάνδρεια (όπου γνώρισε τον άγιο Αθανάσιο και άγιο Αντώνιο) και στην Αθήνα, όπου γνώρισε τον άγιο Βασίλειο και έκτοτε παρέμεινε στη ιστορία η φιλία τους. Μία ψυχή σε δύο σώματα, όπως ελέγετο. Έζησε στους χρόνους του βασιλιά Ουάλεντος του Ιουλιανού και του Μεγάλου Θεοδοσίου, ο οποίος και τον πίεσε να γίνει αρχιεπίσκοπος για να επαναφέρει την Ορθοδοξία από τους «Αρειανούς» που άλωσαν την Πόλη.

Καταγόταν από την Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας και γεννήθηκε το 329 από τον Γρηγόριο, επίσκοπο Ναζιανζού και τη Νόννα.
Όπως λέγει ο άγιος Νικόδημος στο συναξάρι του, αν έπρεπε να γίνει ένας έμψυχος στύλος συνθέμενος από όλες τις αρετές, αυτός θα ήταν ο Γρηγόριος.
Διότι υπερνίκησε με τη λαμπρότητα της ζωής του και στη πράξη και στη θεωρία, ώστε όλοι ενικώντο από τη σοφία του γι' αυτό και κατ' εξαίρεση ονομάσθηκε Θεολόγος.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι όταν ανέλαβε αρχιεπίσκοπος στη Κων/πολη (381) υπήρχε μόνο μία Ορθόδοξη εκκλησία και πολλές «Αρειανές» και μέσα σε δύο χρόνια με τη σοφία του άφησε μόνο μια «Αρειανή» και όλες τις άλλες έφερε στην Ορθοδοξία.
Ήταν λάτρης της ησυχίας και συχνά κατέφευγε στο Πόντο, κοντά στο φίλο του Βασίλειο, για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή. Εκεί έγραψε το γνωστό έργο του ''η φυγή στην έρημο'' εγκώμιο της Ιερωσύνης. Πάντα και με θερμές παρακλήσεις των δικών του έμπαινε στην ενεργό δράση και σύντομα τελείωνε το έργο του για να επιστρέψει ξανά στη μόνωση. Συνδύαζε την άσκηση με την ιεραποστολή όσο κανένας. Το ίδιο συνδύαζε τη πράξη με τη θεωρία. Δεν ήθελε να γίνει επίσκοπος από φόβο για το ύψος του λειτουργήματος και όπως ανέφερε: «δεν επείσθην, αλλ' εβιάσθην». Με απαγωγή από τον Πόντο τον έφεραν και τον έκαναν αρχιεπίσκοπο στη Κωνσταντινούπολη και με τους γνωστούς απολογητικούς λόγους του στο ναό της Αγίας Αναστασίας, συνέτριψε τους οπαδούς του Αρείου που τότε κατείχαν ακόμη και την Αγία Σοφία.

Όμως γνώρισε πολύ πόνο στη ζωή του ειδικά από θανάτους των συγγενών του σε σημείο να πεί σε ένα του ποίημα: «Αν αξίζω, γιατί τόσο πόνο σε μένα Χριστέ μου, αν δεν αξίζω γατί με δημιούργησες;»; Ο Κύριος απαντούσε βέβαια με ουράνιες αποκαλύψεις σαν αυτές που δέχθηκε ο απόστολος Παύλος.

Άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο και πολλά φιλοσοφημένα ποιήματα.

Κοιμήθηκε στη γενέτειρά του Αριανζό το 390 και εορτάζεται 
στις 25 Ιανουαρίου και στις 30 Ιανουαρίου, των τριών Ιεραρχών.

Παραπομπές:
[1] Από τη Βικιπαίδεια, el.wikipedia.org
[2] Στυλιανός Παπαδόπουλος: Γενική θεώρηση (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος) 
[3] π. Παντελεήμων Κρούσκος, Θεολόγος, Κάλυμνος www.sophia-ntrekou.gr
[4] «Επιστολή προς τον ρήτορα Ευδόξιο» π. Λίβυος (π. Xaralampos Libyos Papadopoulos)
[5] Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 9 από «Μονοπάτια που διασταυρώνονται»
[6] Από την ποίηση του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου π. Γεώργιος ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ
[7] Κεντρική εικόνα Δια χειρός Ζέκιου Νικόλαου, zekiosicons.gr
Πηγή: www.sophia-ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση

Δείτε τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο:










FaceBookΑέναη επΑνάσταση 25 Ιανουαρίου 2015
Μέγας ομηριστής ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος;


Δεν υπάρχουν σχόλια: