18 Νοε 2016

Αλέκος Παναγούλης ωραίος ως Έλλην: η λεβεντιά είναι πληγή που πάντα αίμα τρέχει

Αλέκος Παναγούλης alekos panagoulis

της Σοφίας Ντρέκου

Ας κάνουμε την Εργατική Πρωτομαγιά και, την 1η Μαΐου 1976 ημέρα του ατυχήματος (;) του Παναγούλη, διπλή γιορτή. Γιορτή αντίστασης απέναντι στην βαρβαρότητα και στην εξουσία που πρώτος αποκύρηξε ο Ιησούς Χριστός. (Μτ. 4:8-10 και Λκ. 4:5-8)

Ήταν ξημερώματα πρώτης Μαΐου του 1976 , όταν ο Παναγούλης άφηνε την τελευταία του πνοή, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα στη Βουλιαγμένη , λίγες μέρες, πριν αποκαλύψει στη Βουλή, ως ανεξάρτητος Βουλευτής, τους φακέλους της ΕΣΑ, που αφορούσαν τα πολιτικά πρόσωπα, που συνεργάστηκαν, με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας.

«Η λεβεντιά είναι μια πληγή που πάντα αίμα τρέχει
Θε μου και πώς τηνε βαστά εκείνος που την έχει.
[...] Της Λευτεριάς το παραμύθι με αίμα γράφεται.»

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης (2 Ιουλίου 1939 - 1 Μαΐου 1976) ήταν Έλληνας πολιτικός και ποιητής. Δραστηριοποιήθηκε στον αγώνα κατά της Δικτατορίας της Χούντας των Συνταγματαρχών (1967-1974). Παγκόσμια γνωστός, ιδιαίτερα για την θαρραλέα του πράξη, την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γ. Παπαδόπουλου στις 13 Αυγούστου 1968, αλλά και για την αντοχή του στα βασανιστήρια που ακολούθησαν.

Στις 17 Νοεμβρίου 1968 καταδικάσθηκε δις εις θάνατον από το Στρατοδικείο Αθηνών και σε ποινές φυλάκισης 11 συγκατηγορούμενοί του, μέλη της οργάνωσης «Εθνική Αντίσταση», ανάμεσα στα οποίους οι μετέπειτα υπουργοί του ΠΑΣΟΚ Λευτέρης Βερυβάκης και Στάθης Γιώτας. Η θανατική ποινή δεν εκτελέστηκε, χάρη στην κινητοποίηση της διεθνούς κοινής γνώμης (διαμαρτυρίες κομμάτων και οργανώσεων, λαϊκές συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας σε όλο τον κόσμο, διαβήματα κυβερνήσεων, εκκλήσεις προσωπικοτήτων όπως του Πάπα Παύλου του 6ου και του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Ου Θαντ).

Στην αίθουσα του Στρατοδικείου Αθηνών, το πρωί της 17η Νοεμβρίου 1968, ο 29χρονος τότε Αλέξανδρος Παναγούλης στέκεται όρθιος στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ακούει τη θανατική καταδίκη του.



Βίντεο: 17 Νοεμβρίου 1968 Η Καταδίκη του 
Αλέξανδρου Παναγούλη δις εις θάνατον


Δις εις θάνατον ήταν η απόφαση. Ο λόγος που δεν εκτελέστηκε ήταν ένας: η διεθνής κατακραυγή, που ξεσηκώθηκε μπροστά στο ενδεχόμενο να θανατωθεί ένας σύγχρονος Αρμόδιος ή Αριστογείτονας. Αυτός που στις 13 Αυγούστου 1968 αποπειράθηκε να σκοτώσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Ο ίδιος έδειχνε να περιφρονεί τον θάνατο. Λίγες μέρες πριν, με την απολογία του στο Στρατοδικείο, είχε πει απευθυνόμενος στους δικαστές του, ότι: 
  • το κύκνειο άσμα κάθε γνήσιου αγωνιστή είναι ο επιθανάτιος ρόγχος μπροστά στα πολυβόλα του εκτελεστικού αποσπάσματος.

Το πρόβλημα είναι ότι πάντα κάποιοι -οι ίδιοι- τη ζωή μας κυνηγούν ! Οι ίδιοι προ χούντας, η ίδια η χούντα, ίδιοι μετείχαν και καπηλεύτηκαν τους αγνούς νέους πατριώτες του πολυτεχνείου, οι ίδιοι παρέδωσαν την Κύπρο, οι ίδιοι συνεχίζουν να μας πνίγουν από μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Οι ίδιοι που είναι μέλη και εντολοδόχοι σκοτεινών δυνάμεων.




Το Γράμμα του 1969 του Παναγούλη προς το Συμβούλιο της Ευρώπης, 
στο οποίο περιγράφει τα φριχτά βασανιστήριά του. 
Απόσπασμα από το βιβλίο «Αλ. Παναγούλης - Τα ποιήματα»

Το γράμμα (Μάιος 1969)

Γράφω με την ελπίδα να φτάσει το περιεχόμενο της επιστολής μου στον κάθε άνθρωπο που αισθάνεται υποχρέωσή του να αγανακτεί για το έγκλημα και ταυτόχρονα να αγωνίζεται για την εξάλειψή του, με την ελπίδα να γίνει ουσιαστικότερη η συμπαράσταση της Παγκόσμιας Κοινής Γνώμης στον αγώνα του Λαού μας για Λευτεριά-Δημοκρατία-Δικαιοσύνη και Πρόοδο.

Γράφω με τη βεβαιότητα ότι οι Προοδευτικές δυνάμεις όλου του Κόσμου θα βοηθήσουν τους τόσους δεσμώτες της Χούντας εμποδίζοντας, με τη συμπαράστασή τους, τη φυσική μας εξόντωση.

Γράφω τέλος για να φτάσει από την απομόνωση μιας φυλακής της Χούντας σ’ ολόκληρο τον κόσμο, το ανάθεμα κάποιου που υποφέρει για όλους όσους βοηθούν την ολοκλήρωση του εγκλήματος που γίνεται εις βάρος του Λαού μας. Ταυτόχρονα ας φτάσει και η ευγνωμοσύνη μας για όλους όσους μας συμπαραστέκονται αυτές τις δύσκολες στιγμές.

Βρίσκομαι δυο χρόνια τώρα σε αυστηρή απομόνωση. Έχω υποβληθεί σε τρομερά βασανιστήρια. Περιληπτικά αναφέρω: Mαστιγώσεις με καλώδια και συρματόσχοινο σ’ όλο μου το κορμί – Χτυπήματα με γκλοπς στα πέλματα των ποδιών μου, με αποτέλεσμα κάταγμα στο δεξί πέλμα – Χτυπήματα με σίδερα στο στήθος και στα πλευρά με αποτέλεσμα κατάγματα σε δυο ή τρία πλευρά – Εγκαύματα με τσιγάρο στα χέρια και στα γεννητικά όργανα – Πέρασμα στην ουρήθρα μου μιας λεπτής βελόνης από ευαγωγό μέταλλο και θέρμανση του εκτός της ουρήθρας μέρους με αναπτήρα – Απόφραξη των αναπνευστικών οδών με τα χέρια τους μέχρι ασφυξίας – Λακτίσματα – Γρονθοκοπήματα – Τράβηγμα μαλλιών – Χτυπήματα του κεφαλιού στους τοίχους και στο πάτωμα – Στέρηση ύπνου (Πρωταγωνιστές ο Ταγ/ρχης Θεοφιλογιαννάκος, υπαστυνόμος Μάλλιος και Μπάμπαλης) – Βασανιστικές προσπάθειες για βίαιη χορήγηση τροφής από Στρατιωτικό Ιατρό – Μόνιμα χειροδέσμιος – Στέρηση κάθε δυνατότητας υπεράσπισης με άρνησή τους να μου χορηγήσουν την Δικογραφία, προ της Δίκης απαγόρευση να συναντήσω δικηγόρο, πλην μιας φοράς την παραμονή της Δίκης, παρουσία οργάνων της Χούντας. Πιέσεις και απειλές από Θεοφιλογιαννάκο κατά τη διάρκεια της δίκης. – Κατακράτηση μηνύσεως που υπέβαλα ενώπιον του Στρατοδικείου στους Ταγ/ρχες Θεοφιλογιαννάκο και Χατζηζήση για πλαστογραφία (που ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ) της δήθεν απολογίας μου που υπήρχε στη Δικογραφία, εγγράφου νομικά άκυρου και μη φέροντος την υπογραφή μου. Αυτά προ της δίκης. Μετά τη «Δίκη» - Μεταφορά μου από ΚΕΣΑ (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Στρατιωτικής Αστυνομίας) με τρόπο γκαγκστερικό, στις 20 Νοεμβρίου 1968, στο ναύσταθμο και από εκεί με τορπιλάκατο του Π.Ν. με τα στοιχεία Ρ 25 σε ένα κελί στο πίσω μέρος των Φυλακών Αίγινας.

Μου γνωστοποίησαν ότι την επομένη το πρωί θα με εκτελούσαν και με ρώτησαν αν ήθελα να υποβάλω αίτηση χάριτος. Αρνήθηκα. Τα ξημερώματα ήρθε έξω από το κελί μου ένα απόσπασμα και του έδιναν διάφορα παραγγέλματα. Σε λίγο έφυγε, μου ανακοίνωσαν ότι θα με εκτελούσαν την επομένη μέρα γιατί «σήμερα είναι τα Εισόδεια της Θεοτόκου και δεν γίνονται εκτελέσεις.» Αρνήθηκα πάλι τις προτάσεις τους να προβώ σε ομολογίες και να υποβάλω αίτηση χάριτος.

Το πρωί στις 22 Νοεμβρίου μου δήλωσαν πάλι ότι η εκτέλεση θα γίνει στις 25 το πρωί. Το απόγευμα με μετέφεραν στο Ναύσταθμο με την τορπιλάκατο Ρ-21 και από κει στο Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της ΕΣΑ. Ένας δεκανέας μου είπε (ασφαλώς μετά σχετική διαταγή) ότι οι εφημερίδες έγραψαν πως με εκτέλεσαν και συμπλήρωσε ότι τώρα θα με ανακρίνουν με την ησυχία τους. Τα ξημερώματα στις 25 Νοεμβρίου με βάλαν σ’ ένα αυτοκίνητο λέγοντάς μου: «Τέλειωσαν τα ψέματα, πάμε για εκτέλεση». Και πήγαμε στο Μπογιάτι στις Φυλακές. Με ρίξανε σ’ ένα κελί χωρίς κρεβάτι, οι τοίχοι βρεγμένοι και πράσινοι από την υγρασία, με χειροπέδες μόνιμα, κήρυξα απεργία πείνας ή μάλλον την συνέχισα γιατί από την επομένη της Δίκης δεν ελάμβανα τροφή. Η απεργία πείνας κράτησε μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου, οπότε επέτρεψαν στη μητέρα μου να με επισκεφθεί και μου υποσχέθηκαν βελτίωση των συνθηκών κρατήσεως. Έμεινα όμως δεμένος και ριγμένος στο πάτωμα μέχρι τα τέλη Μαρτίου.

Τα χέρια μου είχαν πληγωθεί και πυορροούσαν, το κελί βρωμούσε τόσο ώστε και οι σκοποί δεν μπορούσαν να σταθούν έξω από την πόρτα.

Μέσα στο κελί υπήρχε μια τρύπα που έπρεπε να πηγαίνω για τις σωματικές μου ανάγκες. Από τις 20 Μαρτίου ήταν αδύνατον να υποφέρω τις χειροπέδες, αρκέστηκαν όμως να μου τις αφαιρούν 2-5 ώρες το πρωί. Από τις 8 Μαΐου (αφού το Πάσχα είχα κηρύξει απεργία πείνας) έβαλαν κρεβάτι στο κελί μου και ένα τραπέζι και με συνόδευαν 15-20 λεπτά στο προαύλιο της Φυλακής όταν έκλειναν στα κελιά τους άλλους κρατούμενους.

Στις 5 Ιουνίου απέδρασα. [...]

Στις φυλακές από τις οποίες πέρασε τα βασανιστήρια τον φτάνουν πολύ κοντά στο θάνατο. Χαρακτηριστικό είναι ότι στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου, από όπου προσπάθησε να δραπετεύσει πολλές φορές, είχε φτιαχτεί ένα κελί που ειδικά για τον Παναγούλη που ήταν σαν αντίγραφο τάφου. Τη διέξοδο του την βρήκε στην ποίηση. Ακόμα κι όταν του κατάσχεσαν κάθε γραφική ύλη, εκείνος χρησιμοποίησε για μελάνι το αίμα του και για χαρτί τους τοίχους του κελιού-τάφου του.

«Ζωντάνεψα τους τοίχους φωνή τους έδωσα πιο φιλική να γίνουν συντροφιά. Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν να μάθουνε που βρήκα τη μπογιά. Οι τοίχοι του κελιού το μυστικό το κράτησαν κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού. Όμως μπογιά δε βρήκαν. Γιατί στιγμή δε σκέφτηκαν στις φλέβες μου να ψάξουν».


Αγωνίες - Αλέξανδρος Παναγούλης 

President Obama speaking in Athens, Greece, the birthplace of democracy



Αν χτυπήσουν την πόρτα, μην ανοίξεις.
Όσο και να χτυπούν.
Πρέπει να πιστέψουν πως το σπίτι είναι αδειανό.
Δεν θα τη σπάσουν. Μη φοβάσαι. 

Αν τη σπάσουν, θα ξέρουμε πώς μας πρόδωσαν.
Ούτε κι εγώ το πιστεύω. 
Ναι, θα πυροβολήσω αν μπούνε.
Εσύ δοκίμασε να φύγεις. 
Θα μπορέσεις. Για μας θάναι.
Τόση ώρα τριγυρίζουν το σπίτι. 
Κοίταξε απ' τ' άλλο παραθύρι.

Μα πρόσεχε. Ναι, βλέπω. Χτυπάνε απέναντι.
Μίλα σιγότερα. Ακούς; Φασαρία! 
Τι να γίνεται; Κάποιον πιάσανε.
Είναι γέρος. Τον χτυπάνε τα σκυλιά. 
Άτιμοι. Πόσους θα πιάσετε;

Θα μείνουν όσοι χρειάζονται και περσότεροι.
Θα μείνουν και δεν θα σταυρώσουν τα χέρια.

• Τα ποιήματα της φυλακής του Αλέκου Παναγούλη, «Αγωνίες» και τα αποσπάσματα, από την έκδοση «Τα Ποιήματα» Παναγούλης, Αλέξανδρος, 1939-1976, εκδ. Εκδόσεις Παπαζήση. Έτος πρώτης έκδοσης 1970. Σελίδες 211. Πηγή: Αέναη επΑνάσταση - www.sophia-ntrekou.gr


Βίντεο 1. Αρχείο ΕΡΤ: Κηδεία Αλέκου Παναγούλη "Αβέρωφ φασίστα παραιτήσου"
2. Αναπαράσταση του ατυχήματος(;;;) στην οδό Βουλιαγμένης υπό την επίβλεψη του εισαγγελέα Τσεβά.












Ένας Άνδρας, ο Αλέκος Παναγούλης:
Η Ιστορία του Μεγαλύτερου Έλληνα Αγωνιστή

Την Πρωτομαγιά του 1976, ο Αλέκος Παναγούλης σκοτώθηκε σε ένα ύποπτο τροχαίο στην λεωφόρο Βουλιαγμένης. Λίγα χρόνια πριν, είχε κάνει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Αυτή είναι η ιστορία της ζωής του. VICE


Μάιος του 1976. Για την ακρίβεια, ξημερώνει Πρωτομαγιά. Το τηλέφωνο της Αθηνάς Παναγούλη χτυπά. «Είσθε η κ. Παναγούλη;», τη ρωτά μία ανδρική φωνή. «Ναι», απαντά. Η φωνή την ενημερώνει ότι ο γιος της, ο βουλευτής Αλέξανδρος Παναγούλης, είχε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα. Σπεύδει στο νοσοκομείο μαζί με ένα φίλο του. Τρέχει στο χειρουργείο. «Είμαι η μητέρα του», λέει στον γιατρό που συναντά μπροστά της. «Δεν μπορείτε να μπείτε», της απαντά. Εκείνη σταματά. «Γιατρέ, μήπως είναι νεκρός;». «Κυρία Παναγούλη, εγώ απλώς διαπίστωσα τον θάνατό του».
Η Αθηνά Παναγούλη καταρρέει. Μια καθαρίστρια μουρμουρά: «Παναγιά μου, τι έχει να γίνει αύριο που φάγανε το παιδί». Ξημερώνει . Η Αθήνα βοά συνθήματα: «Ο λαός δεν ξεχνά, οργανώνεται, νικά», «Ο Παναγούλης ζει».
Δεκαεφτά ώρες αργότερα, στην Αθήνα φθάνει η σύντροφός του, η διάσημη Ιταλίδα δημοσιογράφος Oriana Fallaci. Αδύνατη και νευρώδης, καπνίζει συνεχώς. Μπαίνει στο νεκροτομείο.
Το πρωτοσέλιδο των «Νέων» στις 3 Μαΐου του 1976 υιοθετούσε 
την εκδοχή της δολοφονίας του Αλέξανδρου Παναγούλη.


«Ήταν το ίδιο σαν να ήθελα να ζεστάνω ένα μαρμάρινο άγαλμα με το σχήμα, τα χαρακτηριστικά και τη θύμηση αυτού που ήσουν ως πριν από δεκαεφτά ώρες, και μια ανίσχυρη οργή με διαπέρασε, μια βεβαιότητα με τη γεύση του μίσους: δεν σε είχαν σκοτώσει τυχαία, δεν σε είχαν σκοτώσει από λάθος, σε είχαν σκοτώσει, για να μην τους ενοχλείς πια», γράφει στο βιβλίο Ένας άντρας (εκδ. Εξάντας) που αφιέρωσε στον Αλέκο Παναγούλη.
Είχε στα χέρια του μέρος των αρχείων της ΕΣΑ. Ετοιμαζόταν να κάνει σοβαρές αποκαλύψεις για τις σχέσεις κορυφαίων πολιτικών με τη Χούντα. Στις 2 Ιουλίου του 1976, θα γινόταν 37 ετών
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης, ο άνθρωπος που είχε προσπαθήσει να δολοφονήσει τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο παρολίγον τυραννοκτόνος, είχε βρει τον θάνατο στην αρχή της λεωφόρου Βουλιαγμένης, στις 1:58 π.μ. Άλλοι μιλούν για δυστύχημα και άλλοι για μια προμελετημένη δολοφονία. Είχε στα χέρια του μέρος των αρχείων της ΕΣΑ. Σύμφωνα με τη Fallaci, επρόκειτο να προβεί σε σοβαρές αποκαλύψεις για τις σχέσεις κορυφαίων πολιτικών με τη Χούντα. Στις 2 Ιουλίου του 1976, θα γινόταν 37 ετών.
Έχουν περάσει 48 ώρες μετά τον θάνατό του, όταν η Fallaci βρίσκει κάτω από το προσκέφαλό του ένα χαρτάκι με τα λόγια του Σωκράτη προτού θανατωθεί. «Είναι πλέον ώρα να πηγαίνουμε, εγώ μεν για το θάνατο, εσείς δε για τη ζωή, ποιοι από τους δύο πάνε προς το καλύτερο, μόνο ο Θεός το ξέρει». Υπάρχει και ένα ποίημά του. Ένας στίχος γραφεί: «Το τέλος μου θα 'ρθει έτσι όπως το θέλουν αυτοί που έχουν την εξουσία».
Στη διάρκεια της δίκης του τον Νοέμβριο του 1968 για την 
απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου.


Ο Αλέκος Παναγούλης γεννιέται στις 2 Ιουλίου του 1939 στην Αθήνα. Ο πατέρας του, Βασίλης, αντισυνταγματάρχης στο Πεζικό, είναι φιλελεύθερος, κεντρώος, όπως και η μητέρα του, Αθηνά. Ο Αλέξανδρος είναι το μεσαίο παιδί της οικογένειας. Ο μεγάλος του αδελφός Γιώργος γεννιέται το 1938 και ο μικρός του αδελφός Στάθης το 1946. Τα τρία αγόρια είναι ζωηρά. Στο βιβλίο Αλέξανδρος Παναγούλης: Πρόβες Θανάτου του δημοσιογράφου Κώστα Μαρδά, ο Στάθης αφηγείται ένα χαρακτηριστικό περιστατικό για τον αδελφό του Αλέκο: «Μια φορά, όταν χτίζαμε το σπίτι, ο Αλέκος πειράχτηκε τόσο πολύ, επειδή τον μάλωσαν μπροστά σε κόσμο οι γονείς μας για κάποια αταξία, που πήγε και έμεινε το βράδυ σε μια σπηλιά στον Υμηττό, πάνω από τη Γλυφάδα».
Το 1957, ο Παναγούλης -μαθητής ακόμη- διαδηλώνει για το Κυπριακό. Το 1960 εισάγεται στη Σχολή Ηλεκτρολόγων-Μηχανολόγων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Εκλέγεται εκπρόσωπος της σχολής ως στέλεχος της νεολαίας της Ένωσης Κέντρου και το 1961 αναδεικνύεται μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της Οργάνωσης Νέων Ενώσεως Κέντρου (ΟΝΕΚ). Παράτολμος, προκαλεί την Ασφάλεια.
Ξημερώνει Τρίτη 13 Αυγούστου. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης είναι έτοιμος να δολοφονήσει τον Παπαδόπουλο. Στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθηνών-Σουνίου η ενέδρα στήνεται
Ο Γιάννης Δράκος, φοιτητής τότε του Παντείου, αφηγείται στο βιβλίο του Μαρδά το περιστατικό που έμελλε να κάνει τον Αλέκο Παναγούλη πρωτοσέλιδο για πρώτη φορά στις εφημερίδες: «Άνοιξη του 1962. Ο Ανένδοτος Αγώνας σε έξαρση. Με τον Αλέκο γράψαμε το βράδυ το σύνθημα 114 – το άρθρο του Συντάγματος που ανέθετε την τήρησή του στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Αφού γεμίσαμε τους τοίχους της πλατείας Κοτζιά, πήγαμε προς στο Μοναστηράκι, σε μια παραδοσιακή υπόγεια ταβέρνα. Ήπιαμε το κρασάκι μας και ανηφορίσαμε προς την Πλάκα, οπότε βλέπουμε από μακριά να πλησιάζουν αστυνομικοί, κάνοντας έλεγχο ταυτοτήτων. Τους είπα να τους αποφύγουμε. Ο Αλέκος αρνήθηκε. Εγώ κρύφτηκα».
Ο,τι απέμεινε από το τρακαρισμένο Fiat Mirafiori που οδηγούσε 
ο Αλέξανδρος Παναγούλης. Το αυτοκίνητο ήταν δώρο της Οριάνας Φαλάτσι.

Η συνέχεια ήταν επεισοδιακή. Ο αστυνομικός λέει στον Παναγούλη: «Και μη μου πεις πως είσαι από αυτούς που γράφουν συνθήματα…». «Όλη η Ελλάδα φωνάζει 114. Όσοι δεν το φωνάζουν ή δεν το γράφουν είναι φασίστες και μαλάκες, όπως εσύ!», του απαντά.

Οι αστυνομικοί ορμούν πάνω του. Τον χτυπούν και τον οδηγούν στο κρατητήριο. Τον αφήνουν ελεύθερο την επόμενη ημέρα. Ο Παναγούλης υποβάλει μήνυση για παράνομη κράτηση. Οι εφημερίδες δημοσιεύουν φωτογραφία που τον δείχνει χτυπημένο. Η Αστυνομία ανακοινώνει: «Εν κραιπάλη μέθη διατελών, παρατηρηθείς ευγενικώς υπό οργάνων της τάξεως ήρχισε να κτυπά την κεφαλήν του επί του κρασπέδου και αυτοτραυματισθείς κατήγγειλεν την Αστυνομία διά να την εκθέσει». Nαι, οι «ζαρντινιέρες» δεν αποτελούν πρόσφατη ανακάλυψη…
Ο Γιάννης Δράκος αναφέρει ότι ο Παναγούλης είχες επαφές με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Θυμάται χαρακτηριστική συνάντησή τους στο Καστρί, όπου συζήτησαν για τις πολιτικές εξελίξεις. «Ιωάννη και Αλέξανδρε, όταν το ζήτημα είναι πολιτικόν, τη λύσιν δίδουν αι κάλπαι. Όταν εις την ατμόσφαιραν πλανάται πολιτειακόν –και τούτο συμβαίνει τώρα– τη λύσιν τη δίδουν δυστυχώς οι στρατώνες. Και τους στρατώνας τους ελέγχει ο αντίπαλος. Η Δημοκρατία είναι άοπλος. Ακόμη και οι κομμουνισταί είναι άοπλοι».
Το 1966 ο Παναγούλης διακόπτει την αναβολή του και παρουσιάζεται στον Στρατό. Υποψιάζεται ότι η δικτατορία πλησιάζει. «Πρέπει να δημιουργήσουμε δίκτυο», αναφέρει. «Να καλέσουμε τον λαό σε αντίσταση». Τελικά, νύχτα 20ης προς 21ης Απριλίου του 1967 τα τανκς κινούνται και οι Συνταγματάρχες καταλαμβάνουν την εξουσία με πραξικόπημα. Στις 30 Μαΐου, ο Αλέκος Παναγούλης λιποτακτεί από τον Στρατό. Σύμφωνα με τον δημοσιογράφο Κώστα Μαρδά, σχεδίαζαν αντικίνημα, μαζί με τον μεγάλο του αδελφό.
Ο Αλέξανδρος Παναγούλης και η Οριάνα Φαλάτσι σε ευτυχισμένες στιγμές.

Όμως η μοίρα είχε άλλα σχέδια για τον Γιώργο Παναγούλη. Λιποτακτεί και εκείνος, όπως ο Αλέκος. Ως άριστος κομάντο περνά τον Σεπτέμβριου του 1967 κολυμπώντας από τον Έβρο στην Τουρκία. Παρουσιάζεται στην ιταλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης και ζητά πολιτικό άσυλο. Δεν έχει διαβατήριο και του το αρνούνται. Φθάνει στη Συρία. Επισκέπτεται την εκεί ιταλική πρεσβεία και τη δανέζικη. Η απάντηση και πάλι δεν είναι θετική. Ύστερα, περνά στον Λίβανο - από εκεί σκοπεύει να μπαρκάρει για Ιταλία. Τελικώς, πιστεύει ότι από το Ισραήλ, θα είχε καλύτερη πρόσβαση στην Ευρώπη. Παρουσιάζεται στις ισραηλινές αρχές. Του απαγγέλλεται κατηγορία για παράνομη είσοδο. Συναντάται με τον ελληνικό πρόξενο στη Χάιφα και έτσι οι Ισραηλινοί πείθονται ότι δεν είναι κατάσκοπος των Αράβων. Ο πρόξενος του προτείνει να του προμηθεύσει εισιτήριο, για να επιστρέψει στην Ελλάδα. Έχοντας πάρει laissez-passer επιβιβάζεται στο υπερωκεάνιο « Άννα Μαρία». Η Χούντα πληροφορημένη στέλνει πράκτορες. Τον κλειδώνουν στην καμπίνα του νοσοκομείου του πλοίου. Όταν το πλοίο φθάνει κοντά στην Αίγινα, τα ίχνη του χάνονται. Οι πιο πολλοί έκαναν τότε λόγο για «δολοφονία των χουντικών», άλλοι, ωστόσο, είπαν ότι επιχείρησε να δραπετεύσει, πηδώντας από το πλοίο στη θάλασσα. Το σώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.
Ο Παναγούλης προμηθεύεται υλικά και εκπαιδεύεται στην τοποθέτηση βομβών

Ο Αλέκος Παναγούλης έχει ήδη ξεκινήσεις να μηχανεύεται τη δολοφονία του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου. Με το διαβατήριο του Κύπριου φοιτητή Χριστάκη Ζώππου, φεύγει για Κύπρο. Ζει κυνηγημένος. Γνωρίζεται με τον νεαρό δικηγόρο Ανδρέα Παναγιώτου, στον οποίο αρχικά δεν αποκαλύπτει την πραγματική του ταυτότητα. Τελικά, μέσω αυτού έρχεται σε επαφή με τον αρχικό διώκτη του, τον υπουργό Εσωτερικών και Άμυνας της Κύπρου, Πολύκαρπο Γιωρκάτζη. Συναντιέται μαζί του και ο υπουργός αποφασίζει να τον βοηθήσει. Κανείς δεν γνωρίζει τα πραγματικά του κίνητρα: Άλλοι θέλουν τον υπουργό, θυμωμένο από την πολιτική των Συνταγματαρχών στο Κυπριακό, να αποφασίζει να στραφεί εναντίον τους, σύμφωνα όμως με το βιβλίο του Μακάριου ΔρουσιώτηΔύο απόπειρες και μια δολοφονία. Η χούντα και η Κύπρος, 1967-1970 (εκδ. Αλφάδι), ο Γιωρκάτζης έδρασε ως σύμμαχος της χουντικής «σκληροπυρηνικής πτέρυγας» των Ιωάννη Λαδά, Κώστα Ασλανίδη και του μετέπειτα δικτάτορα Δημητρίου Ιωαννίδη.

Όπως και να έχει, ο αμφιλεγόμενος υπουργός προμηθεύει στον Παναγούλη διαβατήριο με το όνομα «Μάριος Ανδρέου». Ο Παναγούλης φεύγει αρχικά για τη Βυρηττό και τελικώς φθάνει στη Ρώμη, όπου και τον περιμένει ο αδελφός του Στάθης.

Ο Νίκος Νικολαΐδης , γενικός γραμματέας της Ελληνικής Δημοκρατικής Νεολαίας (ΕΔΗΝ), αφηγείται στο βιβλίο Αλέξανδρος Παναγούλης: Πρόβες Θανάτου: «Μου εκμυστηρεύθηκε τα σχέδιά του. Ο μόνος τρόπος να ρίξουμε τη χούντα, μας είπε, είναι να οργανώσουμε αντίσταση τύπου ΕΟΚΑ. Διείσδυση παντού. Χτυπήματα παντού. Να παραλύσει η κυκλοφορία στην Αθήνα με καρφιά στους κεντρικούς δρόμους. Ανατίναξη στύλων της ΔΕΗ. Φωτιές».
Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετάγεται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα
Στις 14 Μαΐου του 1968, φθάνει στη Ρόδο ως Μάριος Ανδρέου. Πηγαίνει στην Αθήνα και ξεκινάει να οργανώνει την ομάδα του. Συναντιέται με τον Γιωρκάτζη, σύμφωνα με τη μαρτυρία του πολιτικού μηχανικού Γιάννη Κλωνιζάκη, στο σπίτι του οποίου διέμεινε ο Παναγούλης. Στις 8 Ιουνίου του 1968, επιστρέφει στη Ρώμη και από εκεί πετά στην Κύπρο. Ο Νίκος Νικολαΐδης θυμάται ότι ο Γιωρκάτζης τους οδηγεί σε αποθήκες του Στρατού. Ο Παναγούλης προμηθεύεται υλικά και εκπαιδεύεται στην τοποθέτηση βομβών. Ο Γιωρκάτζης υπόσχεται να του στείλει τα εκρηκτικά στην Αθήνα, μέσω του διπλωματικού σάκου της κυπριακής πρεσβείας.
Στις 11 Ιουλίου του 1968, ο Αλέκος Παναγούλης επιστρέφει στη Ρώμη. Μιλά για το σχέδιο δολοφονίας του Παπαδόπουλου. Στις 17 Ιουλίου του 1968, φθάνει στην Αθήνα. Ο πυρήνας της ομάδας δημιουργείται. Η ομάδα οργανώνεται. Ξημερώνει Τρίτη 13 Αυγούστου. Ο Αλέξανδρος Παναγούλης είναι έτοιμος να δολοφονήσει τον δικτάτορα. Στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθηνών-Σουνίου η ενέδρα στήνεται. Κάτω από τον δρόμο υπήρχε ένας οχετός–γέφυρα. Εκεί τοποθετείται ο εκρηκτικός μηχανισμός.
Στη διάρκεια της δίκης του τον Νοέμβριο του 1968 για την 
απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεώργιου Παπαδόπουλου.


Σε δακτυλογραφημένο κείμενό του περιγράφει την απόπειρα δολοφονίας: «Μπροστά είναι οι μοτοσικλετιστές, αμέσως κατόπιν ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας, πίσω το αυτοκίνητο της Ασφάλειας. Στη μέση το αυτοκίνητο που με ενδιαφέρει. Ένα αυτοκίνητο μαύρο. Χάθηκαν πάλι σε μια στροφή του δρόμου. Σηκώνομαι λίγο, για να δω πότε θα περάσει τη στροφή. Χαίρομαι που το χέρι μου, που κρατάει το καλώδιο, δεν τρέμει καθόλου. Δεν ξέρω γιατί, σκέφτομαι, αν εγώ ίδιος έβλεπα μια τέτοια σκηνή σε κάποια κινηματογραφική ταινία, θα ήμουνα γεμάτος αγωνία. Τα μάτια μου πάντα καρφωμένα στον δρόμο. Η συνοδεία ξαναφάνηκε. Πλησιάζει. Πλησιάζει πάντοτε πιο πολύ. Το μαύρο αυτοκίνητο μεγαλώνει. Το χέρι μου κάνει την επαφή. Πετάγεται ένας μεγάλος σωρός από χώματα και πέτρες. Οι νάρκες έχουν εκραγεί. Εγώ το έκανα, εγώ που δεν μπορώ να σκοτώσω άνθρωπο. Εγώ που πρέπει, έπρεπε, να σκοτώσω τον τύραννο».

Η μητέρα του Αθηνά και η σύντροφός του Οριάνα Φαλάτσι 
στην κηδεία του στις 5 Μαΐου του 1976.


Η απόπειρα αποτυγχάνει. Ο Παπαδόπουλος είναι ζωντανός. Ο Αλέκος Παναγούλης βουτά στη θάλασσα. Δεν τον έχουν αντιληφθεί. Οι αστυνομικοί τρέχουν αναστατωμένοι. Ο ίδιος προσπαθεί να φτάσει στη βενζινάκατο που τον περιμένουν οι σύντροφοί του. Βλέπει, όμως, τη βενζινάκατο να απομακρύνεται. Η εντολή που είχε δώσει στους συντρόφους του ήταν σαφής: «Να περιμένετε πέντε λεπτά, όχι περισσότερο». Δεν απελπίζεται. Υπήρχε εναλλακτικό σχέδιο να κρυφτεί στα βράχια. Φορά μονάχα το μαγιό του. Μπαίνει σε μια μικρή σπηλιά. Μένει εκεί για δύο ώρες.
Τα βασανιστήριά του ξεκινούν. Δεν απαντά σε καμία ερώτηση. Τον χτυπούν. Τον καίνε με τσιγάρα. «Μίλα, δολοφόνε».
Η Αστυνομία σαρώνει την περιοχή. Η τύχη δεν είναι με το μέρος τους. Ο ίδιος περιγράφει: «Ακριβώς πάνω από τη σπηλιά που κρυβόμουνα, στεκόταν ένας αξιωματικός της Χωροφυλακής. Τον άκουσα να λέει: "Δεν είναι εδώ. Ας ρίξουμε ακόμη μια ματιά πίσω από εκείνους του θάμνους και έπειτα θα στρέψουμε αλλού την έρευνά μας. Αλλά τη στιγμή που απομακρυνόταν, γλίστρησε και έπεσε στον βράχο… μπροστά στο κρησφύγετό μου. Με είδε αμέσως».
Τα βασανιστήριά του ξεκινούν. Δεν απαντά σε καμία ερώτηση. Τον χτυπούν. Τον καίνε με τσιγάρα. «Μίλα, δολοφόνε». Αρχικά οι χουντικοί θεωρούν ότι πρόκειται για τον αδελφό του, τον Γεώργιο Παναγούλη. Θα χρειαστούν να περάσουν άλλες 30 ώρες, για να καταλάβουν ότι είχαν κάνει λάθος. 
Ο Θεόδωρος Θεοφιλογιαννάκος, διοικητής Διώξεως του ΕΑΤ/ΕΣΑ ουρλιάζει ότι είναι δικός του. Τον οδηγούν στο Ειδικό Ανακριτικό Τμήμα της Στρατιωτικής Αστυνομίας . Τον βγάζουν φωτογραφία με το μαγιό. Η ανάκριση ξεκινά. Ο Παναγούλης δεν σπάει. Δεν καταδίδει τους συντρόφους του.
Χτυπάνε σαν μανιακοί. Είναι μανιακοί. Με βρίζουν με τις χειρότερες λέξεις. Με τη γλώσσα στεγνωμένη, προσπαθώ να πετάξω καμιά βρισιά να εξαγριώσω τον Θεοφιλογιαννάκο
Ο ίδιος περιγράφει: «Αυτός που μου κρατάει το κεφάλι αρχίζει να το χτυπάει στον τοίχο. Χτυπάνε σαν μανιακοί. Είναι μανιακοί. Με βρίζουν με τις χειρότερες λέξεις. Με τη γλώσσα στεγνωμένη, προσπαθώ να πετάξω καμιά βρισιά να εξαγριώσω τον Θεοφιλογιαννάκο. Αρπάζει το κλομπ από τον Μπάμπαλη και αρχίζει να με χτυπάει παντού, μέχρις ότου το σώμα μου δεν αντιδράει στα χτυπήματα. Το αίμα δεν κυκλοφορεί πια. Τα σίδερα του κρεβατιού έχουν μπει στο σώμα και ο πόνος φαίνεται σαν βελονιές. Αισθάνομαι να παραλύω. Πότε θα τελειώσει; Ένα χέρι μου φράζει το στόμα. Μου κλείνουν τη μύτη και το στόμα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είναι το πιο οδυνηρό μαρτύριο. Χτυπήστε με όσο θέλετε, αλλά μην με πνίγετε, σκέφτομαι και συγκεντρώνω κάθε υπόλοιπο δύναμης. Πάλι το χέρι που μου φράζει το στόμα. Πνίγομαι. Πνίγομαι… Μια κραυγή. Ένα χέρι που είναι κοντά μου το δαγκώνω. Είναι ο Θεοφιλογιαννάκος. Μετά ένας λήθαργος».
Μου κλείνουν τη μύτη και το στόμα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω. Είναι το πιο οδυνηρό μαρτύριο. Χτυπήστε με όσο θέλετε, αλλά μην με πνίγετε, σκέφτομαι και συγκεντρώνω κάθε υπόλοιπο δύναμης
Την ίδια ημέρα, ο Γενικός Διευθυντής Τύπου και Πληροφοριών Βύρων Σταματόπουλος ενημερώνει τους δημοσιογράφους. Ο δικτάτορας Γεώργιος Παπαδόπουλος της «Ελλάς – Ελλήνων – Χριστιανών», με εκείνη τη σχεδόν τσιριχτή, κωμική φωνή του δηλώνει: «Προσωπικώς πιστεύω ότι, όταν είναι από τον Θεό να αφαιρεθεί η ζωή ενός ανθρώπου, δεν εξαρτάται τίποτε πλέον από τους ανθρώπους και ημπορείτε να είσθε βέβαιοι ότι η ζωή μου, όσον ο Θεός που είναι φιλέλλην τη συναρτά με το συμφέρον της Ελλάδος, θα είναι εν ασφάλεια». Στον τόπο που διεξήχθη η απόπειρα δολοφονίας στήνεται ένα εικονοστάσι της Παναγίας.
Ο Αλέκος Παναγούλης (δεξιά) μαζί με τη μητέρα του Αθηνά 
και τον αδελφό του Στάθη.

Οι συνεργοί του Παναγούλη σιγά-σιγά συλλαμβάνονται. Η δίκη ορίζεται για τη Δευτέρα 4 Νοεμβρίου του 1968.
Ο δημοσιογράφος Κώστας Μαρδάς γράφει: «Παρά τα φρικτά βασανιστήρια, ο Αλέκος Παναγούλης δεν ομολόγησε. (…) Λόγω της απεργίας πείνας, τον μετέφεραν στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Όταν είδαν και αποείδαν, μπήκε στο δωμάτιό του ο διοικητής της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας, ταξίαρχος Δημήτρης Ιωαννίδης. Ο φόβος και ο τρόμος της υπηρεσίας. Ο άνθρωπος με τα φιδίσια μάτια. Ο παντεπόπτης των βασανιστηρίων. Ο "ακέραιος εθνικιστής". Τον κοίταξε διερευνητικά. Με μίσος. Αλλά και με έναν δύσκολα κρυμμένο θαυμασμό: "Παναγούλη, εγώ θα σε εκτελέσω", είπε τραβώντας του το μουστάκι. Φεύγοντας, ψιθύρισε στους υφισταμένους του, που έστεκαν με δέος μπροστά στο αφεντικό τους: "Αφήστε τον. Δεν μιλάει. Είναι η μία περίπτωση στο εκατομμύριο"».
Τον κοίταξε διερευνητικά. Με μίσος. Αλλά και με έναν δύσκολα κρυμμένο θαυμασμό: "Παναγούλη, εγώ θα σε εκτελέσω", είπε τραβώντας του το μουστάκι
Ωστόσο, τα βασανιστήρια του Αλέκου συνεχίζονται. Στη δίκη εμφανίζεται καταπονημένος. Το βλέμμα του είναι αγέρωχο. Αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου την ευθύνη της απόπειρας, αρνούμενος να αποκαλύψει τη συμμετοχή άλλων. Οι χουντικοί είναι έξαλλοι, έχοντας μάθει από τους συντρόφους του Παναγούλη την ανάμειξη του Κύπριου υπουργού Γιωρκάτζη. Ο Παναγούλης τον προστατεύει και την αρνείται πεισματικά.
Η απολογία του είναι συγκινητική. «Το ωραιότερον κύκνειον άσμα οιουδήπτε πραγματικού αγωνιστού, είναι ο επιθανάτιος ρόγχος προ του εκτελεστικού αποσπάσματος μίας τυραννίας και αυτήν τη θέσιν αποδέχομαι».
Μαζί με την Οριάνα Φαλάτσι.

Πράγματι, ο Παναγούλης καταδικάζεται δις εις θάνατον στις 17 Νοεμβρίου του 1968 από το στρατοδικείο. Η διεθνείς αντιδράσεις είναι μεγάλες. Ο συγγραφέας και υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας Andre Malraux απεύθυνε έκκληση, το ίδιο και ο ιταλός πρωθυπουργός Giovanni Leone, ο Pablo Picasso, ο Jean-Paul Sartre. Την ίδια στιγμή παρεμβαίνει ο Πάπας Παύλος ΣΤ΄, αλλά όπως λέγεται και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Lyndon Johnson. Η Χούντα θορυβείται.
Τον ενημερώνουν ότι την αυγή θα τον εκτελέσουν. Ζητά σχεδόν κωμικά από έναν στρατιώτη να του ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά, ακολουθούν τραγούδια του Θεοδωράκη
Ο δικηγόρος του Παναγούλη τού ζητά να υπογράψει αίτηση που να αιτείται χάρη. Εκείνος αρνείται πεισματικά. Στις 20 Νοεμβρίου, ο Παναγούλης μεταφέρεται στις φυλακές Αίγινας, για να εκτελεσθεί. Ένας αξιωματικός του ζητά να υπογράψει αίτηση, για να ζητήσει χάρη. Αρνείται και πάλι. Τον ενημερώνουν ότι την αυγή θα τον εκτελέσουν. Ζητά σχεδόν κωμικά από έναν στρατιώτη να του ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Μετά, ακολουθούν τραγούδια του Θεοδωράκη. Κοιμάται. Τα χαράματα τον ξυπνούν. Το άγημα εκτελεί παραγγέλματα. Τελικά, τον ενημερώνουν ότι, επειδή είναι τα Εισόδια της Θεοτόκου, η εκτέλεση θα αναβληθεί και θα γίνει την επόμενη ημέρα. Του ζητούν και πάλι να υποβάλει αίτηση για χάρη. Αρνείται. Του λένε ότι θα πεθάνει στις 25 Νοεμβρίου. Τον βάζουν στο τζιπ. Δεν οδηγείται στο πεδίο βολής. Αντίθετα, το αυτοκίνητο κατευθύνεται προς το λιμάνι. Επιστρέφει στην Αθήνα. Οδηγείται στις στρατιωτικές φυλακές Μπογιατίου. Η εκτέλεση αναβάλλεται επ' αόριστον.
Τον ρίχνουν σε ένα παγωμένο κελί. Δεν έχει καν κρεβάτι, μόνο ένα αχυρένιο στρώμα. Μια τρύπα για τουαλέτα. Οι χειροπέδες βγαίνουν, μόνο για να κάνει τη σωματική του ανάγκη.
Λίγους μήνες αργότερα, ο Παναγούλης γνωρίζεται με τον νεοφερμένο στρατιώτη Γιώργο Μωράκη. Τον πείθει να τον βοηθήσει να δραπετεύσει. Το βράδυ της 5ης προς 6ης Ιουνίου του 1969, ο Μωράκης ανοίγει το κελί του Παναγούλη και του δίνει μια στολή εξόδου. Προχωρούν μαζί και πηδούν τη μάντρα. Παίρνουν το λεωφορείο και κατευθύνονται στην Αθήνα. Ο Παναγούλης θυμάται: «Κρίμα που μας πιάσανε τέσσερις ημέρες αργότερα. Εμένα με συλλάβανε στο σπίτι: ενός προδότη, του Τάκη Πατίτσα. Αυτός ο Πατίτσας είχε επαφές με την Ελληνική Αντίσταση από το 1967. Δούλευε σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο και μας είχε εφοδιάσει με μερικά κλεμμένα διαβατήρια».


Όταν πιάστηκε ο Παναγούλης, μετά την απόπειρα κατά του Παπαδόπουλου, παρά τους βασανισμούς δεν αποκάλυψε τίποτα για τον Πατίτσα. Φθάνει, λοιπόν, στο σπίτι του γεμάτος εμπιστοσύνη για εκείνον. Όμως ο Πατίτσας θα παραδώσει τα κλειδιά του σπιτιού του στην Αστυνομία, η οποία και θα κάνει έφοδο στο σπίτι.
Τα 30 αργύρια για τον Πατίτσα ήταν 500 χιλιάδες δραχμές. Συλλαμβάνεται φυσικά και ο Μωράκης, οποίος υποβάλλεται επίσης σε φρικτά βασανιστήρια. Η λεπτή ειρωνεία της υπόθεσης; Ο Παπαδόπουλος φοβόταν ότι ο Ιωαννίδης άφησε επίτηδες τον Παναγούλη ελεύθερο, για να τον σκοτώσει.
Ο Παναγούλης επιστρέφει στο Μπογιάτι, όπου αναλαμβάνει νέος διευθυντής ο Νικόλαος Ζαχαράκης. Ξεκινά απεργία πείνας. Ο νέος διευθυντής δεν θέλει να χρεωθεί τον θάνατό του. Δέχεται το αίτημά του και τοποθετεί μία τουαλέτα με καζανάκι στο κελί του. Ο Παναγούλης ονειρεύεται ξανά την απόδραση. Ξύνει με ένα κουτάλι τον διαβρωμένο τοίχο και εξαφανίζει το χώμα στην τουαλέτα, τραβώντας το καζανάκι. Στις 18 Νοεμβρίου του 1969, καταφέρνει να ανοίξει τον τοίχο και να βγει. Ο Ζαχαράκης τον περιμένει απ' έξω. Τον χλευάζει. Τον οδηγούν πίσω στο κελί και τον σπάνε στο ξύλο.
Στις 9 Απριλίου του 1970, σημειώνεται δολοφονική απόπειρα εναντίον του Παναγούλη: το αχυρένιο του στρώμα πιάνει φωτιά
Τον Φεβρουάριο του 1970, ο Παναγούλης μεταφέρεται σε νέο κελί, ειδικά κατασκευασμένο για εκείνον. Οι διαστάσεις του 3Χ1,5 μέτρα. Το μισό βρίσκεται μέσα στη γη.
Στις 9 Απριλίου του 1970, σημειώνεται δολοφονική απόπειρα εναντίον του Παναγούλη: το αχυρένιο του στρώμα πιάνει φωτιά. Πνίγεται από τους καπνούς. Δεν τον μεταφέρουν αρχικά στο νοσοκομείο. Ο Παναγούλης πέφτει σε κόμμα. Οι γιατροί επιμένουν να μεταφερθεί. Στο αίμα του βρίσκουν 92% διοξείδιο του άνθρακα. Καταφέρνει να επιβιώσει μόνο από θαύμα.
Η Αθήνα μετά τον θάνατο του γέμισε με το σύνθημα «Ο Παναγούλης ζει».


Τα χτυπήματα για τον Παναγούλη συνεχίζονται. Τον Μάιο του ανακοινώνουν ότι ο Γιωρκάτζης βρέθηκε νεκρός μέσα στο αυτοκίνητό του, χτυπημένος από οπλοπολυβόλο. Μερικές ημέρες αργότερα, ο πατέρας του φεύγει από τη ζωή.
Ο Αλέκος προσπαθεί να κρατήσει το μυαλό του ζωντανό. Γράφει ποιήματα. Το καλοκαίρι του 1970, κυκλοφορούν στην Ιταλία. Υπήρξαν στρατιώτες που τον βοήθησαν να τα βγάλει έξω από τη φυλακή. Προλογίζει ο Βασίλης Βασιλικός, ενώ την εισαγωγή γράφει ο Pier Paolo Pasolini. Ο Θεοδωράκης μελοποιεί τρία ποιήματα: το «Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες», το «Μαθαίνοντας τον θάνατό σου» και το «Στην Ελλάδα σήμερα».
Ο Παναγούλης προσπαθεί να σχεδιάσει ξανά μία απόδραση. Αυτή τη φορά, θα τον βοηθούσε ο δεσμοφύλακας στο Μπογιάτι Κώστας Μπεκάκος. Στη σχεδιαζόμενη απόδραση αναμειγνύονται ο ασκούμενος δικηγόρος Κώστας Ανδρουτσόπουλος, αλλά και η Αμαλία Φλέμινγκ. Μέσα σε ένα βιβλίο που του δίνει η μητέρα του, κρύβουν λεπτά σιδηροπρίονα. Ενώ όλα είναι έτοιμα για την απόδρασή του από τις φυλακές της Αίγινας, αποδρά ο συναγωνιστής και ξάδερφός του Νίκος Ζαμπέλης. Σημαίνει συναγερμός. Ψάχνουν το κελί του Παναγούλη, βρίσκουν τα σίδερα πριονισμένα, τον σπάνε στο ξύλο και τον μεταφέρουν στο Κέντρο Εκπαίδευσης Στρατιωτικής Αστυνομίας (ΚΕΣΑ) στο Γουδί. Ο Μπεκάκος φοβάται και εξαφανίζεται.
Ο Παναγούλης δεν το βάζει κάτω. Στο ΚΕΣΑ γνωρίζεται με τον δεκανέα της ΕΣΑ Δημήτριο Στάικο που υπηρετεί εκεί τη θητεία του. Ο Στάικος τον αντιμετωπίζει φιλικά. Ο Παναγούλης του ζητά να τον βοηθήσει να δραπετεύσει. Ο Στάικος ειδοποιεί τον Ανδρούτσοπουλο. Βράδυ 30ης προς 31 Αυγούστου του 1971, ο Ανδρουτσόπουλος μαζί με τους Ελληνοαμερικανούς John Skelton και Αθηνά Ψυχογιού περιμένουν τον Παναγούλη έξω από το ΚΕΣΑ - η Φλέμινγκ θα τους περίμενε στο τέλος της Μεσογείων, ώστε να παραλάβει τον Παναγούλη με το αυτοκίνητό της. Όμως ο Στάικος τους καρφώνει. Ο ταγματάρχης Χατζηζήσης περικυκλώνει το αυτοκίνητο με τον Ανδρουτσόπουλο, τον Skelton και τη Ψυχογιού. Λίγο αργότερα, συλλαμβάνεται και η Φλέμινγκ. Δικάζονται.

Ο Αλέξανδρος Παναγούλης τον Σεπτέμβριο του 1973 πάνω από το κρεβάτι του ηρωικού ταγματάρχη Σπύρου Μουστακλή, ο οποίος έμεινε παράλυτος και έχασε την ομιλία του μετά τα φρικτά βασανιστήρια στα κρατητήρια του ΕΑΤ-ΕΣΑ.


Στις 11 Αυγούστου του 1972, συλλαμβάνεται και ο Στάθης Παναγούλης. Υποβάλλεται και εκείνος σε φριχτά βασανιστήρια. Μεταφέρεται επίσης στο Μπογιάτι, όμως δεν θα συναντηθεί ποτέ με τον αδελφό του.
Στις 19 Αυγούστου του 1973, ο Παπαδόπουλος δίνει γενική αμνηστία. Το μέτρο αφορά και τον Παναγούλη. Όταν ο διευθυντής των φυλακών του το ανακοινώνει, εκείνος απαντά ότι δεν ζήτησε χάρη και αρνείται να βγει από το κελί του.
Τα βασανιστήρια: μαστίγωμα με καλώδια και συρματόσχοινα, φάλαγγα, καψίματα με τσιγάρο σε όλο του το κορμί, σεξουαλικά βασανιστήρια με πέρασμα στην ουρήθρα του μιας λεπτής βελόνας
Ο Παναγούλης θα αποφυλακιστεί, έχοντας υποστεί στα πέντε χρόνια της φυλάκισής του τα φριχτότερα βασανιστήρια: μαστίγωμα με καλώδια και συρματόσχοινα, φάλαγγα, καψίματα με τσιγάρο σε όλο του το κορμί, σεξουαλικά βασανιστήρια με πέρασμα στην ουρήθρα του μιας λεπτής βελόνας από ευάγωγο μέταλλο το οποίο θέρμαιναν, απόφραξη αναπνευστικών οδών, ξυλοδαρμούς, στέρηση ύπνου, βίαιη χορήγηση τροφής μετά από απεργία πείνας, ενώ ήταν μόνιμα χειροδέσμιος.
Δύο ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, η διεθνούς φήμης ιταλίδα δημοσιογράφος Oriana Fallaci έρχεται στην Ελλάδα για να του πάρει συνέντευξη. Τον συναντά στο πατρικό του στη Γλυφάδα. Η χημεία είναι έκδηλη μεταξύ τους και η συνέντευξη που της παραχωρεί συγκλονιστική.
Δεν φαντάζομαι να πιστεύεις ότι εγώ ταυτίζω την ανθρωπότητα με τα κτήνη της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας! Μα, αυτοί είναι μόνο μια φούχτα άνθρωποι! 
«Δεν ζήτησα εγώ τη χάρη. Μου την επιβάλλανε εκείνοι. Εγώ είμαι έτοιμος να γυρίσω ξανά στη φυλακή, και τώρα αμέσως», της λέει. Η Fallaci τον ρωτά αν αγαπά μετά από όλα αυτά ακόμη τους ανθρώπους. «Να τους αγαπάω ακόμη; Θες να πεις, αν τους αγαπάω περισσότερο! Μα, στο Θεό σου, πώς μπορείς να μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Δεν φαντάζομαι να πιστεύεις ότι εγώ ταυτίζω την ανθρωπότητα με τα κτήνη της Ελληνικής Στρατιωτικής Αστυνομίας! Μα, αυτοί είναι μόνο μια φούχτα άνθρωποι! (…)Εγώ συνάντησα τόσους καλούς ανθρώπους στα πέντε αυτά χρόνια. Ακόμη και αστυνομικούς. Ναι, ναι! Σκέψου μόνο τους απλούς στρατιώτες που έπαιζαν τη ζωή τους, για να βγάλουν από τη φυλακή τα γράμματά μου, τα ποιήματά μου». Θα πει, ακόμη, ότι δεν πιστεύει στο Θεό. Ότι, αν του μιλήσεις για τον Θεό, θα σου απαντήσει με τα λόγια του Einstein: «Πιστεύω στον Θεό του Spinoza». Θα πει ότι δεν επιζητά εκδίκηση, μόνο μια πραγματική δίκη. Ότι θα του ήταν αρκετό, αν καταδικάζανε τους βασανιστές του σε φυλάκιση μιας μόνο μέρας, στο κελί που έζησε εκείνος για πέντε χρόνια.
Ο Αλέκος Παναγούλης στις 10 Ιούνιου του 1969 επιδεικνύεται στους δημοσιογράφους μετά τη σύλληψή του. Είχε προηγηθεί η απόδραση του από τις φυλακές Μπογιατίου με τη βοήθεια του στρατιώτη Γιώργου Μωράκη.

Θα πει ότι δεν είναι κομμουνιστής, επειδή δεν δέχεται τα δόγματα. Ότι, αν ζούσε σε μια δημοκρατική χώρα, θα αφιερωνόταν στην πολιτική. «Επειδή αυτό που κάνω και που έκανα ως τώρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πολιτική, είναι απλά ένα φλερτ με την πολιτική. Κι εμένα το φλερτ μου αρέσει, αλλά πολύ περισσότερο μου αρέσει ο έρωτας. Στη Δημοκρατία, το να ασχολείσαι με την πολιτική είναι σαν να κάνεις έρωτα με τον έρωτα».

Η ερωτική ατμόσφαιρα με τη Fallaci είναι έντονη. Η ώρα είναι περασμένη και της προτείνει να τη φιλοξενήσει στο πατρικό του. Την επόμενη ημέρα, της ζητά να μην φύγει. Εκείνη, όμως, παίρνει το αεροπλάνο για τη Ρώμη. Το πρώτο του τηλεγράφημα έχει ήδη φθάσει: «Σε περιμένω», της γράφει. Το δεύτερο του τηλεγράφημα φθάνει μετά από δύο ημέρες: «Τι περιμένεις;». Στο τρίτο, ύστερα από τέσσερις ημέρες, έλεγε: «Είμαι πολύ λυπημένος που συνεχίζεις να μην έχεις θάρρος». Την επόμενη εβδομάδα, η Fallaci πηγαίνει στη Βόννη. Λαμβάνει ένα τηλεγράφημα: Ο Παναγούλης της αναφέρει ότι νοσηλεύεται σε πολυκλινική. Το συνοδεύει με ένα ποίημα: «Αγάπης λέξεις ξεχασμένες/ αναστημένες/με φέρνουν πάλι στη ζωή». Η Fallaci τα παράτα όλα και έρχεται στην Ελλάδα. Εκείνο το βράδυ κάνουν για πρώτη φορά έρωτα.
Είναι ερωτευμένοι. Ταξιδεύουν στην Αίγινα - ο Παναγούλης θέλει να δει τον τόπο που θα τον εκτελούσαν. Ύστερα, στην Κρήτη. Εκεί, στη διαδρομή Χανιών-Ηρακλείου, ένα αυτοκίνητο τους καταδιώκει και τους εκφοβίζει. Ο Παναγούλης και η Fallaci προσπαθούν να φύγουν στην Ιταλία. Μετά από δυσκολίες, τελικώς τα καταφέρνουν. Ο Αλέκος προσπαθεί από εκεί να οργανώσει την αντίσταση, ταξιδεύει σε Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία, Αυστρία. Πρόθυμοι, δεν θα βρεθούν.
Καταφεύγουν στη Φλωρεντία, σε ένα παραμυθένιο σπίτι μέσα στο δάσος. Εκεί υπάρχει μία ντουλάπα με καθρέπτη. Πάνω της, καθρεπτίζονται μία αγριοκαστανιά και ένα κυπαρίσσι, «έτσι που ήταν σαν να βρισκόσουν μέσα στο δάσος και όχι στο δωμάτιο», όπως γράφει η Fallaci. Μία ημέρα, ένας κοκκινολαίμης μπαίνει στο δωμάτιο, μπερδεύεται και ορμά πάνω στο είδωλο των δέντρων που καθρεπτίζονται στον καθρέπτη. «Ήταν πολύ μικρός, ίσως στο πρώτο πέταγμά του και εσύ τον μάζεψες με λεπτότητα και χέρια που έτρεμαν, του κόλλησες με τσιρότο το φτερό ανάμεσα σε δύο οδοντογλυφίδες, του έφτιαξες φωλιά μέσα σε ένα καπέλο όπου έμεινε δύο ημέρες και δύο νύχτες, κλαψουρίζοντας ένα ελαφρύ κελάηδισμα που μόνο τα ξημερώματα της τρίτης ημέρας σταμάτησε και σε έκανε να πεταχτείς από το κρεβάτι: "Έγινε καλά, έγινε καλά!". Αλλά δεν είχε γίνει καλά, είχε ψοφήσει και χαϊδεύοντας το νεκρό, πουπουλένιο κορμάκι που έμεινε ακίνητο ψιθύρισες: "Σε σκότωσε η απάτη, βλέπεις τι συμβαίνει, όταν κυνηγούμε κάτι που δεν υπάρχει"».
Η Χούντα πέφτει. Στις 13 Αυγούστου του 1974 ο Παναγούλης επιστρέφει στην Αθήνα. Μόνο μια μικρή ομάδα τον περιμένει στο αεροδρόμιο. «Ακούστηκε ένα χειροκρότημα όμοιο με αυτά που ακούγονται, όταν σβήνουν τα κεράκια μίας τούρτας γενεθλίων»
Τη σχέση του Παναγούλη με τη Fallaci σκιάζει ένα γεγονός. Είναι άνοιξη, τα παράθυρα του σπιτιού τους είναι ανοιχτά, όπως διηγείται η Fallaci. Μια παρέα φασιστών φαίνεται να τους παρακολουθεί και να τους παρενοχλεί. Κάθε βράδυ, όταν σβήνουν το φως, μια φωτεινή δέσμη φωτός πέφτει επάνω τους. Ένα βράδυ, ο Παναγούλης δεν αντέχει. Ορμά να βγει έξω, για να τους αντιμετωπίσει. Η Fallaci προσπαθεί να τον εμποδίσει. Αρπάζει το κλειδί. Παλεύουν. Εκείνη διηγείται: «Ένας ισχυρός πόνος. Το κλειδί βρίσκεται στα χέρια σου. Η φωνή μου σπάζει τη σιωπή, για να πει αυτό που ακόμη δεν ξέρεις: "Το παιδί"». Μια εγκυμοσύνη σταματά. Ο Παναγούλης συντρίβεται: «Είμαι ο θάνατος. Κουβαλώ πάνω μου τον θάνατο και τον μοιράζω», θα πει.
Η Χούντα πέφτει. Στις 13 Αυγούστου του 1974 ο Παναγούλης επιστρέφει στην Αθήνα. Σύμφωνα με τη Fallaci, μόνο μια μικρή ομάδα τον περιμένει στο αεροδρόμιο. «Ακούστηκε ένα χειροκρότημα όμοιο με αυτά που ακούγονται, όταν σβήνουν τα κεράκια μίας τούρτας γενεθλίων», γράφει. «Αφέθηκες να τραβολογηθείς, να καταφιληθείς από ασθμαίνοντα στόματα, να ψηλαφηθείς από ιδρωμένα χέρια, μετά εξαφανίστηκες μέσα σ' ένα αυτοκίνητο και μέχρι την άλλη μέρα το πρωί δεν σε ξαναείδε κανένας. "Γιατί, Αλέκο; Τι έκανες;", "Mεθοκόπησα χειρότερα και από ένα γουρούνι. Και πήγα με μία πουτάνα. Χοντρή". Γιατί, Αλέκο, γιατί;". "Γιατί με κέρδισε σαν κουκλάκι στη σκοποβολή"».
Ο Παναγούλης θα υπάρξει μάλλον άπιστος στη σχέση του με τη Fallaci. Ο φίλος του Νίκος Νικολαΐδης έχει πει: «Εγώ πιστεύω πως ποτέ δεν ξετρελάθηκε μαζί της. Όμως τη θαύμαζε, ως δημοσιογράφο. (…) Κι όταν λογόφερναν δεν της χαρίζονταν: "Βρήκες ένα λουλούδι και με έβαλες στο πέτο σου…". Όμως, την ευγνωμονούσε. Χάρη σε αυτήν άνοιγαν οι πόρτες εφημερίδων και πολιτικών σε όλη την Ιταλία».
Στις εκλογές του 1974 κατεβαίνει υποψήφιος στη Β Αθηνών με την Ένωση Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, του Γεώργιου Μαύρου. Εκλέγεται έκτος, με μόλις 9.000 ψήφους. Ο λαός μοιάζει να ξεχνά.
Η δίκη των Συνταγματαρχών ξεκινά. Θανατική ποινή για τον Παπαδόπουλο, τον Παττακό και τον Μακαρέζο. Ο Παναγούλης εκπλήσσει με τη δήλωσή του: «Ανεξάρτητα μ' αυτά, στη συνείδησή μου υπερισχύει ο πολιτικός χαρακτήρας της δίκης και ξεπερνώντας κάθε προσωπικό πάθος πιστεύω πως αποδίδεται δικαιοσύνη και χωρίς να σκάψουμε τάφους. Αλλοίμονο στους λαούς που δεν σκότωσαν τους τυράννους τους την ώρα του αγώνα. Κάθε καταδίκη μετά, στη συνείδηση του ιστορικού, μοιάζει περισσότερο με εκδίκηση, παρά με καταδίκη».
Παράλληλα, ξεκινά η δίκη των δικών του βασανιστών. Ακόμη και εκεί, μοιάζει να είναι επιεικής μαζί τους. Ο Θεοφιλογιαννάκος θα πει στο στρατοδικείο: «Ο Αλέκος… ο βουλευτής Παναγούλης δεν διηγήθηκε όλα όσα μπορούσε να διηγηθεί. Και όσα ανέφερε είναι αλήθεια. Τον παρακαλώ να πιστέψει ότι λυπάμαι που του φερθήκαμε, όπως του φερθήκαμε. Τον παρακαλώ να πιστέψει ότι τον εκτιμώ πολύ, ότι πάντοτε τον εκτιμούσα, ότι και τότε τον εκτιμούσα πολύ. Γιατί… Γιατί κύριοι, ήταν ο μοναδικός που δεν υπέκυψε! Ο μοναδικός που δεν λύγισε ποτέ».

Ο Παναγούλης πλέον έχει άλλους εχθρούς. Όπως γράφει ο Κώστας Μαρδάς, «Έβαλε νέο άμεσο στόχο: Τα αρχεία της ΕΣΑ και τον Ευάγγελο Αβέρωφ. Με τον τελευταίο είχε ψύχωση. Πίστευε ότι αποτελούσε, τρόπον τινά, τον Δούρειο Ίππο της Ακροδεξιάς, στην καραμανλική κυβέρνηση. Ότι ήταν προστάτης των χουντικών. Ότι ετοίμαζε μια ημιχούντα».

Ο Παναγούλης συνάπτει επίτηδες σχέση με τη γυναίκα του αρχιβασανιστή του Νικόλα Χατζηζήση, για να πάρει με αυτόν τον τρόπο μέρος των αρχείων της ΕΣΑ που μαθαίνει ότι βρίσκονται στα χέρια της. Το καταφέρνει.
Τα Νέα γράφουν: «Σκότωσαν τον Παναγούλη για να μην κάνει αποκαλύψεις». Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες μιλούν για δυστύχημα, υιοθετώντας τη θέση της κυβέρνησης
Σύμφωνα με τη Fallaci, ανακαλύπτει εκεί έγγραφα που ενοχοποιούν πολιτικούς για σχέσεις με τη Χούντα. Στις 14 Απριλίου του 1976, ο Παναγούλης παραιτείται και από το κόμμα του. Παράλληλα, συνεννοείται με την εφημερίδα Τα Νέα για τη δημοσίευση των αρχείων που απέσπασε. Οι δημοσιεύσεις ξεκινούν, αλλά σταματούν άδοξα λίγες ημέρες μετά, εξαιτίας απαγορευτικής εντολής του επιτρόπου του στρατοδικείου Μιχάλη Ζούβελου. Σύμφωνα με τη Fallaci, οι ανώνυμες απειλές για τη ζωή του Παναγούλη είναι συνεχείς και εκείνος, μετά την απαγόρευση, θέλει να φέρει τα στοιχεία που κατέχει στη Βουλή - εν ανάγκη, θα έβγαζε δικό του περιοδικό, προκειμένου να τα δημοσιεύσει.
Δεν προλαβαίνει. Το νήμα της ζωής κόβεται το Σάββατο της 1ης Μαΐου του 1976.Τα Νέα γράφουν: «Σκότωσαν τον Παναγούλη για να μην κάνει αποκαλύψεις». Οι φιλοκυβερνητικές εφημερίδες μιλούν για δυστύχημα, υιοθετώντας τη θέση της κυβέρνησης.
Η κηδεία του Παναγούλη πραγματοποιείται στις 5 Μαΐου. Τον δρόμο πλημμυρίζουν χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες. Τα ερωτήματα για τον θάνατό του παραμένουν.
Τέσσερις ημέρες μετά τον θάνατο του Παναγούλη, ο Μιχάλης Στέφας, ένας 31χρονος βιοτέχνης εμφανίζεται στην Αστυνομία και δηλώνει ότι ο Παναγούλης έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του μετά από πρόσκρουση στο πίσω δεξιό φτερό του δικού του αυτοκινήτου, επιβεβαιώνοντας την εκδοχή του δυστυχήματος. Σύμφωνα με τον ίδιο, εγκατέλειψε αβοήθητο τον Παναγούλη, επειδή το αυτοκίνητό του έφερε ξένη πινακίδα που δεν ίσχυε στην Ελλάδα και φοβόταν μην έμπλεκε.
Δηλώνει μέλος της νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού, Ρήγας Φεραίος. Η νεολαία ανακοινώνει ότι δεν τον γνωρίζει. Κατά διαβολική σύμπτωση, στις 10 το πρωί, λίγες ώρες πριν από το θανατηφόρο συμβάν, ο Στέφας βρισκόταν στο ισόγειο κατάστημα της πολυκατοικίας όπου στεγαζόταν και το γραφείο του Αλέξανδρου Παναγούλη, προκειμένου να αγοράσει εξαρτήματα για τις ραπτομηχανές της βιοτεχνίας του. Η Fallaci ουρλιάζει ότι πρόκειται για δολοφονία.
Έναν χρόνο αργότερα, πραγματοποιείται η δίκη. Κατά τη διάρκειά της η Αθήνα Παναγούλη δηλώνει: «Υποτιμώ τη νοημοσύνη ολόκληρης της υφηλίου, αν καταθέσω σε αυτή τη δίκη ότι ο γιος μου υπήρξε θύμα τροχαίου. Ήταν δολοφονία. Διέπραξαν ένα καθ' όλα τέλειο έγκλημα». Ένας αυτόπτης μάρτυρας επέμενε για την εμπλοκή στο συμβάν τριών αυτοκινήτων. Το δικαστήριο επέβαλε ποινή 3,5 χρόνων στον Στέφα. Μετά από έφεσή του, η ποινή μειώθηκε σε 11 μήνες φυλάκισης, που εξαγοράσθηκε προς 150 δραχμές την ημέρα και σε πρόστιμο 3.000 δραχμών. Η οικογένεια Παναγούλη μίλησε για παρωδία και αποχώρησε από το δικαστήριο.
Η κηδεία του Παναγούλη πραγματοποιείται στις 5 Μαΐου. Τον δρόμο πλημμυρίζουν χιλιάδες Έλληνες και Ελληνίδες. Τα ερωτήματα για τον θάνατό του παραμένουν.
Το 2013, ο Στάθης Παναγούλης δηλώνει στη Ελευθεροτυπία: «Τα αρχεία της ΕΣΑ τα βρήκε ο ίδιος με συνεργάτες του από το σπίτι του Χατζηζήση, ο οποίος ήταν διοικητής του ΕΑΤ-ΕΣΑ. Εκεί περιγράφονταν οι σχέσεις της Χούντας με πολιτικούς. Είχε έρθει σε ρήξη με τον Αβέρωφ, αλλά, κατά τη γνώμη της οικογένειας, δεν σχετίζεται με το γεγονός. Κλειδί της υπόθεσης ήταν το παρακράτος που έζησε η χώρα μας μετά τον Εμφύλιο. Εμείς εκείνη την εποχή είχαμε πει ότι τα θεωρούσαμε όλα πιθανά. Ενδείξεις είχαμε, αποδείξεις δεν είχαμε. Είχαμε ενδείξεις ότι παρακολουθείτο».
Η Fallaci θα γράψει στο βιβλίο της: «Η ιστορία του κόσμου μας απέδειξε καλά ότι, μόλις πεθάνει ένας αρχηγός, εφευρίσκεται ένας άλλος, μόλις πεθάνει ένας άνθρωπος της δράσης, εμφανίζεται ένας άλλος. Όμως, όταν πεθάνει ένας ποιητής, όταν εξοντωθεί ένας ήρωας, δημιουργείται ένα ασυμπλήρωτο κενό και δεν μένει άλλο από το να περιμένουμε από τους θεούς να τον αναστήσουν. Ποιος ξέρει πού, ποιος ξέρει πότε».
Στίχοι: Αλέκος Παναγούλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας οι πρώτοι νεκροί.
Όχι άλλα δάκρυα κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα οι πρώτοι νεκροί.

Λουλούδι φωτιάς βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν οι πρώτοι νεκροί.
Απάντηση θα πάρουν ενότητα κι αγώνα
για νά ‘βρουν ανάπαυση οι πρώτοι νεκροί. 



Ο ηρωϊσμός της αγέρωχης αυτοθυσίας

Ο ηρωϊσμός της αγέρωχης αυτοθυσίας του
εστήριξε τις θολωμένες με την βία 
και την ασυδοσία ψυχές μας.

Αιώνια η μνήμη σου ηρωϊκέ, ακαταμάχητε
ασυμβίβαστε ΑΛΕΚΟ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ !!!
Ευχές αγωνιστικής εγρήγορσης και ετοιμότητας
με δημιουργική ενότητα και αλληλεγγύη.

Να διατηρήσουμε τις ηρωϊκές παρακαταθήκες
αντίστασης και πάλης
σε παραμορφωτικές επιβολές
στην ομορφιά της γενναιόδωρης ψυχής
του υπερήφανου λαού μας.



Nicholas Michaloliakos Ν.Ι.Μιχαλολιάκος Όντως αγωνιστής της Δημοκρατίας επί χούντας, και μάλιστα είχε την γενναιότητα να πεί ότι δεν θα ενοχληθεί αν δοθεί χάρη στους πραξικοπηματίες.
Αλλά ο χυδαίος λαϊκισμός έσπευσε με συνθήματα, θυμάμαι την ημέρα της κηδείας του, να σπιλώσει τον ευπατρίδη Αβέρωφ, ότι δήθεν ευθύνεται για τον θάνατό του, πράγμα που ούτε καν ο αδελφός του -προς τιμήν του δεν έσπευσε να υιοθετήσει. Καλημέρα Ιφιγένεια ! 2 Μαΐου 2014 στις 12:40 μ.μ.

ιφιγένεια γεωργιάδουNicholas, οι δικές μου πληροφορίες που κυρίως προέρχονται από το βιβλίο της Οριάνας Φαλάτσι ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ ...σχετίζονται με την ιδιαίτερη προσπάθεια που κατέβαλε ο στρατηγός Γκιζίκης για την οδυνηρή περιστολή κάθε ανθρώπινου δικαιώματος του σε συνθήκες κράτησης απελπιστικές... μέσα σε ένα χώρο ειδικά κατασκευασμένο για τον Παναγούλη από τσιμέντο στο ύψος το δικό του ...ώστε μετά βίας να στέκεται όρθιος .Στην προσπάθεια του να διατηρήσει την πνευματική του ισορροπία έλυνε ασκήσεις με εξισώσεις Fibonacci ως τελειόφοιτος του Πολυτεχνείου και έγραφε με το αίμα του ποιήματα στον τοίχο της αυτοσχέδιας φυλακής του.Πρόσφατα πληροφορήθηκα από αξιόπιστο φίλο ότι σε συνέντευξη του ο Παπαδόπουλος από την φυλακή λίγο πρίν πεθάνει αναγνώρισε... στον Παναγούλη αξιοσύνη και θάρρος και ότι ήταν ο μόνος... που θα μπορούσε να απειλήσει την ζωή του πραγματικά αν εγνώριζε καλύτερα να χρησιμοποιεί τα εκρηκτικά. 2 Μαΐου 2014 στις 1:38 μ.μ.
  • Nik Vythoulkas: ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ LETTERA A UN BAMBINO MAI NATO - ΟΡΙΑΝΑ ΦΑΛΑΤΣΙ
Σ’αυτον πού τήν αμφιβολία δεν φοβάται ο’ αυτόν πού τα γιατί άναζητάει χωρίς να κονραστή εστω κι άν θά πονέση ή θά πεθάνη.

Σ’ αυτόν πού άναρωτιέται με αγωνία νά όώση ή νά μή όώση τή ζωή, άφιερώνει τό βιβλίο μιά γυναίκα γιά όλες τις γυναίκες τού πλανήτη.

Αυτή τή νύχτα ένοιωσα τήν παρουσία σου: μιά σταγόνα ζωής, πού ξέφυγε άπό τήν άνυπαρξία. Κειτόμουνα στό κρεβάτι, μέ όρθάνοιχτα τά μάτια, μέσα στό σκοτάδι. Καί, ξαφνικά, τήν πυκνή σκοτεινιά μου τήν ξέσχισε μιά λάμψη σιγουριάς: ναί, ήσουνα έκεΐ. 'Υπήρχες. Ήταν σά νά δεχόμουνα κατάστηθα μιά ντουφεκιά. Ή καρδιά μου σταμάτησε. Και όταν ξαναβρήκε τόν παλμό της, εναν ύπόκωφο παλμό, ή κατάπληξή μου έγινε χιονοστιβάδα, γιά νά μέ παρασύρη σέ μιάν άβυσσο άβεβαιότητας και τρόμου. Κα'ι τώρα μέ τυλίγει ό φόβος, λούζοντάς μου τό πρόσωπο, τά μαλλιά, τό μυαλό. “Ενας φόβος πού μέσα του σβήνω. Προσπάθησε νά καταλάβης: δέν είναι ό φόβος μου άπέναντι στόν κόσμο. Οί τρίτοι μού είναι άδιά-φοροι. Δέν είναι ό φόβος μου γιά τόν Θεό. Δέν πιστεύω στόν θεό. Δέν είναι ό φόβος μου μήπως πονέσω. Ό πόνος δέν μέ τρομάζει. Είναι ό φόβος ό δικός σου και τής μοίρας, πού σέ άρπαξε άπό τό μηδέν, γιά νά σέ φυτέψη στά σπλάχνα μου. Δέν ήμουνα ποτέ έτοιμη νά σέ ύποδε-χτώ, όσο κι άν περίμενα μέ λαχτάρα τόν έρχομό σου. Μέ βασάνιζε πάντοτε τό τρομακτικό έρώτημα: μήπως δέν ήθελες νά γεννηθής; Μήπως, μιά μέρα, θά μού πετούσες κατάμουτρα, ούρλιάζοντας, τό άοάσταχτο παράπονο: «Κα'ι ποιός σού ζήτησε νά μέ φέρης στόν κόσμο; Γιατί τό έκανες; Γιατί;» Ή ζωή είναι μεγάλο βάσανο, μωρό μου. Είναι ένας πόλεμος καθημερινός, άσταμάτητος. Και οί στιγμές τής χαράς είναι σύντομες παρενθέσεις, πού πληρώνονται μέ τίμημα σκληρό, πώς μπορώ νά σιγουρευτώ ότι δέν θά ήταν καλύτερα νά σέ έξαφανίσω, πώς μπορώ νά μαντέψω άν έσύ δέν θά ήθελες νά έπιστρέψης στόν κύκλο τής σιωπής; Δέν έχεις τή δύναμη νά μού μιλήσης 'Η σταγονίτσα τής ζωής σου είναι μονάχα λίγα κύτταρα, πού μόλις τώρα σχηματίζονται. Ίσως καί νά μήν είναι κάν ζωή, άλλά μιά ύποψία ζωής. Καί oμως, θά θυσίαζα τόσα πολλά γιά ένα μήνυμά σου, γιά ένα σημάδι πού θά μού φανέρωνε τή βούλησή σου. 2 Μαΐου 2014 στις 3:01 μ.μ.

Nik Vythoulkas: Ένα εκρηκτικό ντοκουμέντο που συγκλονίζει μέ τόν ώμο ρεαλισμό του τίς συνειδήσεις άνδρών και γυναικών σ’ ολόκληρο τόν κόσμο. Μια γυναικεία φωνή άκούγεται, άπ’ αρχής μέχρι τέλους, σ’ αύτό τό βιβλίο. Μιλάει μια ανύπαντρη γυναίκα, πού βρίσκεται ξαφνικά μ’ ένα παράνομο παιδί στά σπλάχνα της. Ή γυναίκα δεν έχει όνομα, δέν άποκαλύπτει τήν κοινωνική της θέση. Λίγο —ή μάλλον καθόλου— ένδιαφέρουν αύτά. Γιατι ή γυναίκα πού μιλάει μπορεί νά είναι ή ϊδια ή Φαλλάτσι, όπως μπορεί νά εϊσαστε και σείς ή όποιαδήποτε γυναίκα στόν κόσμο - απελευθερωμένη έπιστήμων, καταπιεσμένη νοικοκυρά, υπάλληλος, εργάτρια.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ © 1975, RIZZOLI EDITORE, MILANO © 1976, ΠΑΠΥΡΟΣ - ΓΡΑΦΙΚΑΙ TEXNAI A.E., Κηφισίας καί Ίωαννίδου 6 (Άμαρούσιον). Γιά τήν έλληνική γλώσσα Τίτλος τής πρωτοτύπου έκδόσεως: ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΠΟΤΕ - LETTERA A UN BAMBINO MAI NATO - ΟΡΙΑΝΑ ΦΑΛΑΤΣΙ.

Αιωνία η μνήμη του Αληθινού Μαχητή και Αντιστασικού αξέχαστου ΑΛΕΚΟΥ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ - Σε ευχαριστούμε Ιφιγένεια για ...τις Ιστορικές μνήμες της ...Νεώτερης Ιστορίας μας !! Μέρα Μαγιού με μίσεψες ...μέρα Μαγιού σε ...χάνω !!)!) 2 Μαΐου 2014 στις 3:05 μ.μ.

ιφιγένεια γεωργιάδουNik, δρώντας συμπληρωματικά παρουσιάζεις την συνέχεια της δραματικής ζωής του με το παιδί τους που δεν πρόλαβε να δεί το φώς του κόσμου... 







Ο ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ ΕΓΡΑΨΕ ΚΑΙ ΣΥΝΕΘΕΣΕ ΔΥΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΡΥΦΑΙΟ ΗΡΩΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΕΠΤΑΕΤΙΑΣ 1967- 74, ΠΟΥ ΚΑΤΕΛΗΞΕ ΣΤΗΝ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΑΜΕΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ.






Ο ηρωϊσμός της αγέρωχης αυτοθυσίας του εστήριξε τις θολωμένες με την βία και την ασυδοσία ψυχές μας. Αιώνια η μνήμη σου ηρωϊκέ, ακαταμάχητε ασυμβίβαστε ΑΛΕΚΟ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗ !!!

ιφιγένεια γεωργιάδου: Έγινε έτσι και ταξιδεύοντας σε μονοπάτια άλλοτε ξάστερα κι άλλοτε ομιχλώδη, άλλοτε ανοιχτά στο διάβα κι άλλοτε φραγμένα από βάτους και λιάνες - οι δύο όψεις της ζωής που δίχως αυτές δε θα υπήρχε ζωή - , ξαναπατώντας πάνω σε χνάρια γνωστά μου γιατί τα' χαμε αφήσει μαζί ή σχεδόν άγνωστα γιατί τα' ξερα μόνο από διηγήσεις σου, πήγα προς αναζήτηση του μύθου σου. Ο συνηθισμένος μύθος του ήρωα που αγωνίζεται μόνος, που χτυπιέται από τους άλλους, που τον περιφρονούν, που δεν τον καταλαβαίνουν. Η συνηθισμένη ιστορία του ανθρώπου που αρνιέται να υποταχθεί σε εκκλησίες, φόβους, μόδες, ιδεολογικά σχήματα, απόλυτες αρχές, απ' όπου κι αν προέρχονται, μ' ότι χρώμα κι αν είναι ντυμένες, και κηρύσσει την ελευθερία. Η συνηθισμένη τραγωδία του ατόμου που δεν προσαρμόζεται , που δεν παραδίνεται, που σκέφτεται με το μυαλό του και γι' αυτό πεθαίνει σκοτωμένος απ' όλους. Να την, και σύ ο μοναδικός δυνατός συνομιλητής μου, εκεί κάτω στο χώμα, ενώ το ρολόι χωρίς δείχτες σημαίνει την πορεία της θύμησης. 17 Νοεμβρίου 2016 στις 10:03



Εκείνο το λουλούδι που μαραίνεται
Για τα ποιήματα του Αλέξανδρου Παναγούλη


Υπάρχουν στη γλώσσα μας δυο βιβλία που αποκαλύπτουν ένα μέρος από αυτό που υπήρξε ο Παναγούλης. Το ένα, η πιο σοβαρή και εμπεριστατωμένη μέχρι σήμερα δημοσιογραφική δουλειά για αυτόν, γράφτηκε από τον Κώστα Μαρδά (με τη στενή, όπως δηλώνεται, συνεργασία του αδελφού του Αλέκου Στάθη Παναγούλη) και κυκλοφόρησε το 1997 με τον τίτλο «Αλέξανδρος Παναγούλης - Πρόβες Θανάτου». Σε τούτο το βιβλίο γίνεται μια εξαιρετικά προσεκτική προσπάθεια να συγκεντρωθούν όσα περισσότερα ντοκουμέντα και στοιχεία για την παράφορη όσο και πολύτροπη ζωή του Παναγούλη. Ανάμεσα σε αυτά και ορισμένα κρίσιμα κείμενα του ίδιου του Παναγούλη: η απολογία του στο Στρατοδικείο της χούντας, ένα αυτοβιογραφικό κείμενο για την απόπειρα του κατά του δικτάτορα Παπαδόπουλο γραμμένο το 1974, η ιστορική συνέντευξη του στην Οριάνα Φαλάτσι που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Γιουροπέο στα 1973 κι αναδημοσιεύτηκε στις μεγαλύτερες εφημερίδες της Ευρώπης. Το βιβλίο του Μαρδά είναι ένα βιβλίο βάσης - και φυσικά (όπως κάθε τι που αναφέρεται στον Παναγούλη) μπορεί να διαβαστεί και ως μυθιστόρημα.

Ωστόσο, η Φαλάτσι είναι που έχει γράψει και το εμβληματικό μυθιστόρημα για τον Παναγούλη, αυτό που τον έκανε θρύλο σε ολόκληρο τον κόσμο. Το «Ένας άντρας», δημοσιευμένο το 1980, είναι ένα αναμφίβολο αριστούργημα (στα σίγουρα το σπουδαιότερο από τα λογοτεχνικά βιβλία της κάποτε εκπληκτικής από κάθε άποψη Φαλάτσι, που δυστυχώς στα τελευταία της γραπτά ξέπεσε σε μια απρόσμενη όσο και ρατσιστική αντιαραβική μισαλλοδοξία). Η Φαλάτσι έζησε με τον Παναγούλη έναν θυελλώδη έρωτα’ και, όσο κι αν μπορεί να αμφισβητηθεί η οπτική μιας τόσο παράφορα ερωτευμένης γυναίκας, καταφέρνει να γράψει ταυτόχρονα, κι αυτό είναι ενδεικτικό του επιτεύγματός της, ένα οριακό όσο και σπαρακτικό ερωτικό δράμα, ένα σκοτεινό πολιτικό θρίλερ και την βιογραφία ενός απόλυτα διονυσιακού ανθρώπου που τρεφόταν από την ίδια του την τραγωδία, από τον πόνο και τον κίνδυνο, που έπαιζε ελκόμενος με τον θάνατο και λαγγευόταν με το να στέκεται απέναντι σε κάθε ισχύ, να γυρεύει την καταστροφή του, να πηγαίνει από την άκρη του γκρεμού γελώντας, ενός ανθρώπου που δεν γινόταν να σταματήσει, να συμβιβαστεί, να υποχωρήσει, να νικηθεί. Η Φαλάτσι γράφει, όπως πάντοτε, την δική της ιστορία - μα είναι η μόνη φορά, και στα βιβλία της και στη ζωή της, που αυτή η τόσο εγωκεντρική και εγωίστρια έγινε κομπάρσος, μια πιστή Πηνελόπη που υποτάχτηκε στον άντρα που είχε μέσα του την αντάρα της θάλασσας - κι αυτό είναι ενδεικτικό της ντελιριακής μέθης στην οποία οδηγούσε τους γύρω του ο Παναγούλης, είτε αυτοί ήσαν φίλοι και συναγωνιστές, είτε βασανιστές, είτε η Φαλάτσι. Το «Ένας άντρας» είναι το βιβλίο του Παναγούλη - και το χρωστούμε στην Φαλάτσι.

Η ζωή του Παναγούλη με λέξεις κλειδιά - δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζει κανείς. Ημερομηνία γέννησης: 2 Ιουλίου του 1939. Αθήνα, σπίτι στη Γλυφάδα. Πατέρας του ο δημοκρατικός αξιωματικός Βασίλης Παναγούλης - πέθανε το 1970. Μητέρα του η Αθηνά Παναγούλη - πέθανε το καλοκαίρι του 1991. Αλλα δύο αδέλφια: ο μεγαλύτερος Γιώργος, υπολοχαγός των υποβρύχιων καταδρομών, ο οποίος, αμέσως μετά το πραξικόπημα του 1967, προσπαθησε να διαφύγει στο εξωτερικό για να οργανώσει αντίσταση μα δολοφονήθηκε από την χούντα στην οποία τον παρέδωσε το κράτος του Ισραήλ, και ο Στάθης (κι αυτός με ηρωική και πολύπλευρη δράση κατά της χούντας, φυλάκιση και ιδιαίτερα σκληρούς βασανισμούς, μετέπειτα βουλευτής και υφυπουργός). Σπουδές στο Πολυτεχνείο της Αθήνας. Ηγετικό στέλεχος της Ένωσης Κέντρου - ανένδοτοι αγώνες. 114 και 15%. Ξυλοδαρμοί από αστυνομικούς, προσωπική σχέση με τον Γεώργιο Παπανδρέου. Από το 1965 εμμονή στην ανάγκη προετοιμασίας ένοπλου αγώνα για την επερχόμενη δικτατορία. Με την έναρξη της δικτατορίας, τον Απρίλιο του 1967, λιποταξία από την μονάδα που υπηρετεί. Δημιουργία της οργάνωσης Ελληνική Αντίσταση, διαβίωση στην παρανομία, επαφές για να εξασφαλιστούν χρήματα, όπλα και υποστήριξη. Ταξίδια στο εξωτερικό. Κύπρος - υποστήριξη από τον εθνικιστή όσο και αινιγματικό Υπουργό Εσωτερικών Πολύκαρπο Γεωρκάτζη. Σχέδιο δολοφονίας του Παπαδόπουλου και ανατροπής του καθεστώτος. Ψευδώνυμο «Ανίκητος» - όχι τυχαία. Στις 13 Αυγούστου του 1968 αποτυχημένη απόπειρα να ανατινάξει το αυτοκίνητο του δικτάτορα στην λεωφόρο Αθηνών - Σουνίου. Σύλληψη και έναρξη βασανιστηρίων. Ιωαννίδης, Θεοφιλογιαννάκος, Μάλλιος, Μπάμπαλης. Πλήρης άρνηση οποιασδήποτε συνεργασίας. Τον Νοέμβριο του 1968 διπλή καταδίκη σε θάνατο από το χουντικό Στρατοδικείο - η ποινή δεν εκτελέστηκε μετά από τον ξεσηκωμό της διεθνούς κοινής γνώμης που ξεσηκώθηκε υπέρ του. Συνεχή βασανιστήρια, απεργίες πείνας, απόπειρες απόδρασης, εγκλεισμός σε ένα κελί τάφο στο Μπογιάτι. Ποιήματα που γράφονται με αίμα σε μικρά κομμάτια χαρτί, σε σπιρτόκουτα. Έξοδος από την φυλακή με την αμνηστία του Αυγούστου του 1973, παρά την πεισματική του άρνηση να υπογράψει αίτηση χάριτος. Συνάντηση με την Οριάνα Φαλάτσι, ερωτική σχέση. Διαφυγή στην Ιταλία, προσπάθεια εξασφάλισης υποστήριξης για ένοπλο αγώνα. Έκδοση των ποιημάτων του σε δίγλωσσες εκδόσεις - βραβεία και διακρίσεις. Πτώση της χούντας, επιστροφή στην Ελλάδα. Βουλευτής Αθήνας με την Ένωση Κέντρου. Μηνύσεις κατά χουντικών αξιωματικών. Μάρτυρας στις δίκες των βασανιστών. Ανοιχτή τοποθέτηση ενάντια στον τότε Υπουργό Εθνικής Άμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ που τον θεωρεί ενδιαμεσο άνθρωπο της δικτατορίας. Έρευνα για τα αρχεία της ΕΣΑ. Συνεχείς απειλές κατά της ζωής του. Ανεξαρτητοποίηση από την Ένωση Κέντρου. Αρνητική στάση προς τον Αντρέα Παπανδρέου. Λίγο πριν από την δημοσιοποίηση των αρχείων της ΕΣΑ, δολοφονία του, καλυμένη με τον μανδύα ενός τροχαίο ατυχήματος. Ημερομηνία θανάτου: 1η Μαϊου του 1976.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ας πούμε έναν άψυχο ξύλινο σκελετό. Το κρίσιμο είναι η σάρκα και το αίμα - η λάμψη στα μάτια. Γιατί ο Παναγούλης δεν έιναι μήνυμα – ο Παναγούλης είναι κάποιος που περπτάει στα τρίστρατα.

Γράφω πάνω στο τεντωμένο σκοινί μιας αντίφασης: γυρεύω σε αυτό το κείμενο το ζωτικό τρέμισμα που σκόρπισε γύρω του εκείνος ο Παναγούλης, ενώ προσπαθώ να σταθώ ενάντια στην κάθε βία απέναντι στο ανθρώπινο σώμα, άρα και απέναντι στην πράξη βίας που αποφάσισε και αποπειράθηκε να πραγματώσει εκείνος ο ίδιος στις 13 του Αυγούστου του 1968. Και θέλω να το ξεκαθαρίσω: θεωρώ την απόφαση του Παναγούλη να σκοτώσει έναν άνθρωπο πράξη φασιστική· κανένας άνθρωπος δεν δικαιούται να αφαιρεί την ζωή από ένα τρεμάμενο ανθρώπινο σώμα, ακόμη κι αν το σώμα ανήκει σε έναν δολοφόνο ή σε έναν δικτάτορα (κι ούτε μπορούμε να προεκτείνουμε την άμυνα σε τέτοιο βαθμό, διότι σε αυτή τη λογική ακολουθία θα δικαιολογήσουμε αδιανόητα εγκλήματα όπως τον όλεθρο της Χιροσίμα). Ο Παναγούλης όταν αποφάσιζε την αφαίρεση της ζωής του δικτάτορα Παπαδόπουλου αποδέχτηκε για τον εαυτό του τον ρόλο που υποδύθηκαν οι λογιών φασίστες της ιστορίας: ανάμεσά τους ο ίδιος ο Παπαδόπουλος και οι συν αυτώ, οι στρατοδίκες που τον καταδίκασαν σε θάνατο και οι εσατζίδες που τον βασάνιζαν πέρα από τα όρια της απανθρωποίσης, του τεχνικού θανάτου. Τούτη η αντίφαση είναι και μια από τις εκδοχές της τραγωδίας εκείνου του Αλέκο: προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον θάνατο προς όφελος των αξιών της ζωής – και στα χρόνια της κράτησής του βρέθηκε να αντιμέτωπος με λογής εκδοχής του θανάτο. Μέσα σε αυτήν την διαδρομή είχε να αντιπαρατάξει την ψυχή του και το αίμα του. Αυτά τα δύο γίναν τα υλικά της ποίησης του.

Με αυτούς του όρους μιας διαρκώς διαγκούμενης τραγωδίας προσπαθώ να μιλήσω για τα ποιήματα του Παναγούλη. Λέω προσπαθώ – γιατί στην περίπτωση του Παναγούλη είναι δύσκολο να διαλέξεις τι είναι ποίημα και τι δεν είναι. Ας πούμε, δεν είναι λίγοι αυτοί που λογαριάζουν για καλύτερο ποίημα την απολογία του στο Έκτακτο Στρατοδικείο, στις 8 Νοεμβρίου του 1968. Οι τελευταίες φράσεις ετούτης της απολογίας ανήκουν ήδη στη σφαίρα του θρύλου - είναι η η πιο χαρακτηριστική δημόσια δήλωση του Παναγούλη που έδειξε σε όλους πως ήταν για να πάει τα πράγματα μέχρι το τέλος:

(...) Γνωρίζω ποιες είναι οι ποινές που προβλέπονται από τον νόμο, και γνωρίζω και ότι αυτές οι ποινές που προβλέπονται από τον νόμο θα επιβληθούν, αλλά δεν υποχωρώ, διότι, κύριοι δικαστές, γνωρίζω ότι το ωραιότερο κύκνειο άσμα ενός πραγματικού αγωνιστή είναι ο επιθανάτιος ρόγχος του μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα μιας τυραννίας και αυτή τη θέση την αποδέχομαι.

Άλλοι πάλι, περισσότερο θεωρητικοί, πιστεύουν πως το καλύτερό του ποίημα είναι αυτό:

ΘΕΛΩ

Θέλω να προσευχηθώ
με την ίδια δύναμη που θέλω να βλαστημήσω

Θέλω να τιμωρήσω
με την ίδια δύναμη που θέλω να συγχωρήσω
Θέλω να προσφέρω
με την ίδια δύναμη πού ’θελα στο ξεκινήμα
Θέλω να νικήσω
αφού δεν μπορώ να νικηθώ

Ο τότε αυτοεξόριστος Βασίλης Βασιλικός προλογίζοντας στα 1971 το «Πρώτο Μπογιάτι», την πρώτη συλλογή ποιημάτων του τότε φυλακισμένου θανατοποινίτη Αλέκου Παναγούλη, έπιασε από την αρχή την κρίσιμη φράση: Σε αυτό το «δεν μπορώ να νικηθώ» συνοψίζεται όλη η τραγική μοίρα του Αλέκου. Είναι πραγματικά αξιοσημείωτη η κριτική ευστοχία του (γενικά βιαστικού) Βασιλικού - και μάλιστα σε έναν καιρό που παρόμοιες ψυχολογικές παρατηρήσεις έμοιαζαν περιττή πολυτέλεια. Πράγματι ο Παναγούλης ήταν κάποιος που δεν μπορούσε να νικηθεί - ήτανε τέτοια η φύση του και τέτοια η τραγωδία του. Το μόνο που είχε ήταν να πάει την τραγωδία μέχρι την έξοδο. Αλλιώς: αυτό που έγραψε ο Θεοδωράκης στα «Τραγούδια του Αγώνα»:

Όταν χτυπήσεις δυο φορές,
κι ύστερα τρεις και πάλι δυο, Αλέξανδρέ μου,
θα δω το πρόσωπό σου.
Σε βλέπω σε κελί στενό,
να σέρνεις πρώτος το χορό
πάνω στον θάνατό σου.

Ο Παναγούλης είναι ο μεγαλύτερος τραγικός ήρωας της μεταπολεμικής Ελλάδας - για μένα και, φαντάζομαι, και για πολλούς άλλους. Τούτο, τουλάχιστον για την δική μου οπτική, είναι λογοτεχνική αίσθηση, και όχι επ ουδενί ιστορική αξιολόγηση - θαρρώ πως θα ήταν αδικαίωτη έπαρση να στήνουμε από την αναιδή μας ασφάλεια ζυγαριές ηρωϊσμού, για να απονείμουμε κάποιον τέτοιο τίτλο σε ανθρώπους σαν τον Παναγούλη, τον Λαμπράκη, τον Μουστακλή, τον Καράγιωργα, τον Μπελογιάννη, τον Πλουμπίδη και εκατοντάδες άλλους που γίναν παρανάλωμα για ιδέες, αξίες και ιδανικά. Απλώς κατάγράφω τούτη την αίσθηση: διαβάζω τα ποιήματα του Παναγούλη, τα όσα έχουν γραφτεί για αυτόν, βλέπω τις φωτογραφίες του, την ματιά του, τις λιγοστές τηλεοπτικές εικόνες του που απέμειναν, ακούω την τόσο χαρακτηριστική φωνή του και τον νιώθω να έρχεται απευθείας μέσα από τους στίχους του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Ο Παναγούλης από την αρχή έσερνε τον χορό πάνω στον θάνατό του’ όποτε αυτός ματαιωνόταν, γέμιζε από μια παράξενη μελαγχολία:

ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ

Κέρδιζα μια ζωή
Ένα εισιτήριο για το θάνατο
Και ταξιδεύω ακόμη
Κάποιες στιγμές
νόμισα πως έφτανα
στου ταξιδιού το τέλος.
Μα έκανα λάθος.
Εκπλήξεις ήταν μόνο
της διαδρομής.

Είναι δύσκολο να μιλήσεις όρους φιλολογικούς για ποιήματα που έχουν γραφτεί με το αίμα ενός ανθρώπου. Το σχεδόν αποκλειστικό σώμα των ποιημάτων του Παναγούλη έχουν γραφτεί μέσα στις φυλακές (η Φαλάτσι περιγράφει την εκ των υστέρων βασανιστική προσπάθειά του να ψαρέψει στίχους και ποιήματα που είχαν κατασχεθεί και καταστραφεί από τους δεσμοφύλακες). Τρεις συλλογές («Το πρώτο Μπογιάτι», «Το δεύτερο Μπογιάτι», «Μέσα από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα») αφού εκδόθηκαν σε δίγλωσσες εκδόσεις στο εξωτερικό (κυρίως στην Ιταλία) συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο από τον ίδιο τον Παναγούλη (αφιερωμένο Στην Αθηνά Παναγούλη και σε όλες τις Μητέρες που αγωνίζονται). Στον τόμο των εκδόσεων Παπαζήση συμπεριλαμβάνονται ένα κείμενο του Πιερ Πάολο Παζολίνι και τρία κείμενα του Βασίλη Βασιλικού για την ποίηση του Παναγούλη, γραμμένα στα χρόνια της χούντας, καθώς και το Γράμμα του 1969 του ίδιου του Παναγούλη προς το Συμβούλιο της Ευρώπης που περιγράφει τα φριχτά βασανιστήριά του. Στο σύνολο μετράω ενενήντα εννιά ποιήματα συχνά με υποσελίδια σχόλια του ποιητή τους (η πιο συχνή ένδειξη: Απομόνωση - πρωτογραφτηκε με αίμα)’ άλλο ένα ποίημα (κατά πάσα πιθανότητα το τελευταίο του) θα το βρει κάτω από το μαξιλάρι του η Φαλάτσι και θα το διασώσει στο βιβλίο της. Επομένως, σε μια νέα, φιλολογικά επιμελημένη τούτη τη φορά, έκδοση των ποιημάτων του Παναγούλη το σύνολο των ποιημάτων θα ανέβαινε στα εκατό’ ως επίμετρο (ή ως δεύτερο μέρος) θα μπορούσαν να τοποθετηθούν μαζί με το Γράμμα και τα τρία κείμενα του Παναγούλη που περιέχονται στο βιβλίο του Μαρδά (Απολογία, Κείμενο για πρώτες ώρες μετά την απόπειρα, Συνέντευξη στη Φαλάτσι), ενδεχομένως και κάποιες ακόμη συνεντεύξεις του και ορισμένα πολιτικά του κείμενα. Έτσι, μια τέτοια έκδοση θα σήμαινε και τα Άπαντα του Παναγούλη - και θα ήταν (έστω και καθυστερημένη) τιμή για όλους μας.

Για χρόνια δεν μπορούσα να αξιολογήσω μέσα μου τα ποιήματα του Παναγούλη - προφανώς με λόγχιζε η υποψία πως τα αγαπούσα επειδή ήταν δικά του κι όχι επειδή με συγκλόνιζαν ως ποιήματα αυτά καθ’ αυτά. Χρειάστηκα δεκαπέντε χρόνια για να κατασταλάξω: ο Παναγούλης γράφει τα ποιήματα του για να βρει ηθικό και συναισθηματικό σημείο έναντι του οποίου μπορεί να σταθεί. Με άλλα λόγια: γράφει τα ποιήματά του για να επιβιώσει’ κι αυτά μοιραία ορίζονται από τις ανάγκες του - αν είναι το χαρτάκι μικρό θα βγουν μικρά, αν είναι μεγάλο θα βγουν μεγαλύτερα, αν τα γράφει με αίμα και σπιρτόξυλο θα αποφύγει τον μεγάλο στίχο, αν έχει μολύβι θα τον επιλέξει πιο εύκολα. Λένε πως οι μεγάλοι ποιητές είναι αυτοί που σβύνουν - ο Παναγούλης δεν είχε σβηστήρα, μήτε τη δυνατότητα να χαλαλίζει το μελάνι του. Το ύφος του είναι σαφώς ρητορικό - οι λέξεις που αρχίζουν με κεφαλαία γράμματα είναι αναμενόμενο καταφύγιο. Κάποτε εκφράζεται σχηματικά, κάνει ακροστιχίδες’ συχνότερα λειτουργεί με δυϊκά σχήματα. Κάποτε γίνεται απλοϊκός - κάποτε χάνεται σε εικόνες που δεν ολοκληρώνονται σε ποίημα. Άλλοτε πάλι καλοί στίχοι ναυαγούν σε ένα ρητορικό σύνολο. Κάμποσα από τα ποιήματά του είναι σημειώσεις που θα μπορούσαν να γίνουν ποιήματα. Ο έγκλειστος Παναγούλης χρησιμοποίησε τα ποιήματα του ως έναν καθρέφτη για να πειστεί πως υπάρχει, πως είναι εκεί.

Η ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΜΟΥ

Ένα σπιρτόξυλο για πέννα
αίμα χυμένο στο πάτωμα για μελάνι
το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί.
Μα τι να γράψω;
Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω
Παράξενο και πήζει το μελάνι
Μέσ’ από φυλακή σας γράφω
στην Ελλάδα

Όλα αυτά τα σημειώνω για να πω πως από τα εκατό ποιήματά του Παναγούλη μετράω εικοσιεφτά (και όσα παραθέτω ανήκουν σε αυτά), τα οποία (και μιλώ πάντοτε για μένα) δεν διστάζω να τα βάλω δίπλα στα ποιήματα του Μανόλη Αναγνωστάκη. Αυτό δεν είναι διόλου λίγο: λογαριάζω τον Αναγνωστάκη τον πιο σημαντικό από όσους μεταπολεμικούς ποιητές έχω διαβάσει, και δεν μιλώ μόνο για τους έλληνες μα και για τον Άλαν Γκίνσμπερκ και τον Ντίλαν Τόμας και τον Πολ Τσελάν και όσους από τους μεταφρασμένους ξένους έχουν πέσει στα χέρια μου - αν λοιπόν, βρίσκω εικοσιεφτά ποιήματα στον Παναγούλη που θα τα έβαζα κοντά σε αυτά του Αναγνωστάκη σημαίνει πως τον πιστεύω ως έναν από τους πιο κρίσιμους ποιητές της γλώσσας μας. Και για μια τέτοια εκτίμηση νομίζω εικοσιεφτά ποιήματα αρκούν - φαντάζομαι πως και ο Αναγνωστάκης, φαντάζομαι και ο Καβάφης, θα υπολόγιζαν για καλό έναν τέτοιο αριθμό.

Στον καθρέφτη των ποιημάτων του ο Παναγούλης είχε μονάχα το πρόσωπό του - συχνά θέλησε να υποδυθεί ρόλους, αυτό κάνουμε όλοι μπροστά στον καθρέφτη (ακόμη κι όταν δεν βρισκόμαστε στην απομόνωση)’ από την άποψη αυτή βρέθηκε ως προς την προθετικότητα (και μόνο ως προς αυτή) κοντά στον Κάλβο - μα δεν είχε την γλώσσα, μήτε τη λυρική τόλμη του Ζακυνθινού. Ωστόσο είχε έμπυρη ορμή: όταν κάποτε κοίταξε τον καθρέφτη δίχως να συλλογιστεί πως πρέπει να κρύψει την τραγωδία του, προκειμένου να γίνει καθολικότερος’ τότε έδωσε πραγματικά διαμάντια, ποιήματα παλίντονα και πυρωμένα που αν τα διαβάσεις δεν τα ξεχνάς ποτέ:

Τρία βήματα μπροστά
και τρία πίσω πάλι.

Χίλιες φορές την ίδια διαδρομή
Έξη χιλιάδες βήματα...

Ο σημερινός περίπατος με κούρασε
ίσως γιατί τα βήματα μετρούσα

Τώρα σταμάτησα
μα αύριο
αντίθετα θα αρχίσω να βαδίζω
(η ποικιλία ομορφαίνει τη ζωή)
και κάτι άλλο σκέφτομαι
μικρότερα τα βήματα αν κάνω
τέσσερα-τέσσερα μπορεί να τα μετρώ!

Καλά το σκέφτηκα
Πιο όμορφη να γίνει η διαδρομή!...

Η Διαδρομή είναι ένα από τα εικοσιεφτά κρίσιμα ποιήματα που έχω διαλέξει από τον Παναγούλη’ η Σκιά είναι ένα άλλο. Τα βάζω πλάι πλάι γιατί είναι δυο σπαρακτικά αριστουργήματα - και γιατί και τα δύο απαντούν με όρους υπαρκτικούς στον Καβάφη.

Αγάπησα το Φως πολύ
Ετσι κατόρθωσα ένα κερί ν’ ανάψω
και το θαμπό, το λιγοστό του φως, το κέρναγα

Μα πριν χαρά να νιώσω και γι’ αυτό
μ’ απελπισία είδα βαρύ
να ρίχνω αλλού και το σκοτάδι
Αφού το ίδιο φως που εγώ κρατούσα
με του κορμιού μου τη Σκιά
σκοτάδι γέμιζε τις στράτες που περνούσα.


Το τρίτο καβαφογενές ποίημα είναι η Ιθάκη από το «Δεύτερο Μπογιάτι»

Οδυσσέα σαν βγήκες στην Ιθάκη
τι δυστυχία θα νιωσες
Αφού κι άλλη ζωή μπροστά σου είχες
γιατί τόσο νωρίς να φτάσεις;

Χωρίς σκοπό έμεινες πια
από μεγάλος έμεινες μικρός
«Πιο μακρυνή ας ήταν η Ιθάκη»
πιστεύω πως ψιθύρισες
και πως δεν θέλησες
καινούρια πια Ιθάκη να ζητήσεις
γιατί φοβήθηκες
πως και σ’ αυτή νωρίς θα φτάσεις

Απ’ την αρχή έπρεπε
αλλιώτικη Ιθάκη να ζητούσες
Ιθάκη όμορφη και μακρυνή
που να τη φτάσει
δεν ζητά μονάχα ένας
Τέτοια δεν ήταν η δική σου
αφού μονάχος την ποθούσες
κι αν όμορφη την είδαν οι πολλοί
στην πέννα ενός Ομήρου το χρωστάει.

Αν κανείς συλλογιστεί την διαλεκτική αντιπρόταση του έγκλειστου Παναγούλη στον εμπειριστή Καβάφη, ίσως να νιώσει το γιατί μίλησα πρωτύτερα για τον Μανόλη Αναγνωστάκη - ιδίως τον Αναγνωστάκη των πρώτων Εποχών.

Όταν ξαναδιάβασα προσεκτικά τα βασανιστήρια που έγιναν στον Παναγούλη (φαντάζομαι πως ελάχιστοι άνθρωποι στον εικοστό αιώνα έχουν υποστεί τόσο άγρια και ποικιλμένα σωματικά και ψυχολογικά βασανιστήρια επί τόσο μακρό χρονικό διάστημα - και το πιο εξωφρενικό, τα έχουν αντέξει) και προσπάθησα να τα συνδέσω με τα ποιήματα του (κάτι τέτοιο κάνει και ο Παζολίνι) και τα υπόλοιπα γραπτά του, διαπίστωσα (έκπληκτος έως έντρομος) πως μέσα στον πραγματωμένο εφιάλτη της ανάκρισης ο Παναγούλης χρησιμοποιούσε τον πόνο ως μέθοδο συναισθηματικής θωράκισης, την βεβαιότητα του θανάτου του ως υλικό αντίβαρο στον πόνο, την ανάγκη να μην νικηθεί ως ηθικό αντίβαρο στη βεβαιότητα του θανάτου. Έτσι, οδηγημένως από ένα απόλυτα εγκεφαλικό σχήμα, ο βασανιζόμενος έγκλειστος, μόνος απέναντι στους βασανιστές του, έπαιξε ένα ακραίο παιχνίδι πρόκλησης, ενδεικτικό μιας εξαιρετικά σπάνιας ευφυίας και μιας άνευ ορίων προμηθεϊκής ορμής: την ώρα που οι Θεοφιλογιαννάκος, Χατζηζήσης, Μάλλιος, Μπάμπαλης και κάμποσοι άλλοι, υπό την υψηλή καθοδήγηση του μετέπειτα αόρατου δικτάτορα Ιωαννίδη, του βάζαν πυρωμένες βελόνες στην ουρήθρα, του σβήνανε τσιγάρα στους όρχεις, του κάναν φάλαγγα, τον δέρναν ομαδικώς, του κάνανε εγχειρήσεις δίχως αναισθησία, του στερούσαν για μήνες τον ύπνο, τον κρατούσαν για μήνες σιδεροδέσμιο, τον δέρνανε ομαδικά, τον χτίζανε ζωντανό σε τάφους, εκείνος τους έβριζε, τους έλεγε «παπαδοπουλάκια», καμωνόταν πως δεν καταλάβαινε τον πόνο ή πως γαργαλιόταν, έκανε συνεχής μπλόφες, όποτε έβρισκε ευκαιρία τους χτυπούσε ή τους δάγκωνε για να τους αποσυντονίσει, απήγγειλε φανταστικές περιγραφές για το πώς τους είχε πηδήξει το προηγούμενο βράδυ ή πώς είχε πηδήξει τις γυναίκες τους. Μονάχα ένα περιστατικό - από τα δεκάδες μαρτυρημένα: μια μέρα, ενώ τον έδερναν ομαδικά, αυτός έξυνε με μανία τους αστραγάλους του’ όταν τον ρώτησαν γιατί τον ξύνουν οι αστράγαλοί του, αυτός απάντησε «δεν με ξύνουν οι αστράγαλοί μου, με ξύνουν τα αρχίδια μου που είναι μεγάλα και φτάνουν μέχρι τους αστραγάλους». Κι όταν τέλέιωναν όλοι αυτοί, αφήνοντας τον πεσμένο σαν έναν σάρκινο σάκο, αναλάμβανε ο επί των ψυχολογικών βασανιστηρίων Χατζηζήσης που τον προσφωνούσε ειρωνικά Ω Σωκρατες - ο ματωμένος και τσακισμένος Παναγούλης του απαντούσε άλλοτε ως εταίρος σε πλατωνικό διάλογο κι άλλοτε υποδυόμενος τον Ιησού Χριστό. Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να διαλύσει ψυχολογικά τους βασανιστές του, να τους οδηγήσει σε κατάρρευση, να κάνει τον Ιωαννίδη να κρεπάρει τάζοντας του «εγώ θα σε τουφεκίσω Παναγούλη», ενώ εκείνος του απαντούσε «δεν έχεις τα αρχίδια». Ενδεικτική είναι η δήλωση του Θεοφιλογιαννάκου στη δίκη των βασανιστών του 1975 (τότε που ο Παναγούλης είπε μονάχα τα απολύτως απαραίτητα, προτιμώντας να αντιπαρατεθεί με τον πρόεδρο του δικαστηρίου)’ στο τέλος μιας εμετικής απολογίας ο Θεοφιλογιαννάκος δήλωσε: «ο Παναγούλης είναι ο μόνος που δεν λύγισε ποτέ, ο υπ’ αριθμόν ένα αντιστασιακός. (...) Όταν του είπα, πως εγώ θα τον βοηθήσω να διαφύγει, αρκεί να παέι στο εξωτερικό και να μας αφήσει ήσυχους, μου απάντησε ‘Λάθος πόρτα χτύπησες, Θεοφιλογιαννάκο. Ο Παναγούλης θα δραπετεύσει και θα βγει’ (...). Αυτός είναι αντιστασιακός»


Μίλησα για τα βασανιστήρια του Παναγούλη, για να δείξω το πώς γράφτηκαν τα ποιήματά του - για να μιλήσω για τον τρόπο που αυτός ο παράφορος δεσμώτης γονιμοποιούσε τον πόνο και τον έκανε άνθος, έπαιρνε την φρίκη και την έκανε ποίημα. Να το πω αλλιώς: ο Παναγούλης αναγκάστηκε να κάνει την εντάφια ζωή ποίηση για να την αντέξει. Η Μπογιά θαρρώ πως είναι το πιο ακραίο δείγμα τούτης της ανάγκης - κι ούτε μπορώ να φανταστώ άλλο ανάλογο ποίημα. Αν το είχε γράψει ο Χέμιγουεϊ ή ο Τσε Γκεβάρα θα ήταν στα στόματα εκατοντάδων εκατομμυρίων σε όλον τον κόσμο.

Ζωντάνεψα τους τοίχους
φωνή τους έδωσα
πιο φιλική να γίνουν συντροφιά.
Κι οι δεσμοφύλακες ζητούσαν
να μάθουνε που βρήκα την μπογιά.

Οι τοίχοι του κελιού
το μυστικό το κράτησαν
κι οι μισθοφόροι ψάξανε παντού
Όμως μπογιά δεν βρήκαν

Γιατί στιγμή δεν σκέφτηκαν
στις φλέβες μου να ψάξουν

Έτσι έγραψε τα ποιήματά του ο Αλέκος Παναγούλης. Όταν βγήκε από τον τάφο ουσιαστικά έγραψε τρία καινούρια ποιήματα. Το τετράστιχο της προμετωπίδας του «Μέσα από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα», γραμμένο την μέρα της αποφυλάκισης του, το αναστάσιμο Αγάπης λέξεις ξεχασμένες / αναστημένες / με φέρνουν πάλι στη ζωή γραμμένο λίγες μέρες αργότερα, προφανώς μετά το πρώτο σμίξιμό του με την Φαλάτσι, και το τελευταίο ποίημα, εκείνο που αναγγέλει το τέλος του, την έξοδο από την τραγωδία: Το τέλος μου θα έρθει όπως το θέλουν / αυτοί που έχουν την Εξουσία.

Στην πραγματικότητα το τέλος του θα ερχόταν όπως το είχε προκαλέσει ο ίδιος. Όταν του κόβαν τα χέρια, θα δάγκωνε το πλοίο του Μεγάλου Βασιλιά, να το κρατήσει ένας μόνος του, με τα δόντια.

Έτσι ώστε: απάντηση να πάρουν πάλης βοή / για να βρουν ανάπαυση οι πρώτοι νεκροί.

Ο Παναγούλης ήταν πολύ μεγαλύτερος από τον καιρό του, πολύ μεγαλύτερος από τα δικά μας μέτρα και σταθμά, πολύ μεγαλύτερος από τις μεταπολιτευτικές μας ανάγκες και προσδοκίες. Για αυτό και τον τυλίγουμε με την αμηχανία μας, για αυτό και τον παραδίνουμε στη σιωπή. Τον εξωθούμε στο περιθώριο του νου μας γιατί δεν τον αντέχουμε, τον διώχνουμε από μέσα μας γιατί δειλιάζουμε να τον συλλογιστούμε’ είναι η ίδια μοναξιά εκείνων των παλιών ηρώων του Σοφοκλή - σκέψου τον Οιδίποδα, την Αντιγόνη, τον Φιλοκτήτη, τον Ηρακλή. Ο Παναγούλης κάμποσες φορές στα σύντομη ζωή του βίωσε τούτη την τραγική μοναξιά: όταν το 1969 δραπέτευσε από την φυλακή μαζί με τον δεσμοφύλακά του Γιώργο Μωράκη δίχως κανένας να του δώσει καταφύγιο· στις εκλογές του 1974, όταν εκείνος ο παγκοσμίου φήμης τυραννοκτόνος και μάρτυρας της χούντας ψηφίστηκε μόλις στην έκτη θέση και εκλέχτηκε βουλευτής με τη Β’ κατανομή· το 1976, όταν έβλεπε να μένει όλο και πιο μόνος του στην υπόθεση της αποκάλυψης των αρχείων της ΕΣΑ - φυσικά και αυτήν την πήγε μέχρι το τέλος, δηλαδή μέχρι το τέλος του το ξημέρωμα εκείνης της Πρωτομαγιάς που αιμορραγεί. Πάνω από όλα ο Παναγούλης βίωσε την τραγική μοναξιά του ιδεαλισμού του: αποφάσισε να σκοτώσει για να υπερασπσιτεί αξίες ζωής, έβαλεε βόμβες για να αντισταθεί σε αυτούς που βομβαρδίζουν.

Ο Παναγούλης πέθανε. Άφησε πίσω του πράξεις και ποιήματα, αιμάτινη ιστορία, λαχανιάσματα, παραφορά, σπασμούς που αναταράζουν το νου και την καρδιά όσων των γνώριζαν. Άφησε πίσω του την προμηθεϊκή λαχτάρα του για ανθρώπινες κοινωνίες, ανθρώπινες αξίες, ηθικά διλλήματα, ασυνάρτητα νεύματα. Για αντίσταση σε κάθε αφέντη, μεγάλο τιμονιέρη, πιστολά πρόεδρο, φιλήσυχο αστό που θέλει «αυξημένη αστυνόμευση στα σύνορα». Ο Παναγούλης άφησε πίσω του το τραγικό του άλμα - την παράφορη βεβαιότητα ότι θα πάει τούτο το άλμα του μέχρι το τέλος. Και κάποτε, μέσα στον αλλόκοτο τάφο του Μπογιατίου, βρήκε την ανάσα να απαντήση με μια αχάλαστη κατάφαση στην άρνηση του θανάτου.

ΝΑ ΤΟ ΠΟΤΙΣΕΙΣ

Μη κλαις για μένα
ας ξέρεις πως πεθαίνω
να με βοηθήσεις δε μπορείς
Μα δες εκείνο το λουλούδι
για κείνο που μαραίνεται σου λέω.
Να το ποτίσεις.


Αυτό για μένα είναι το καλύτερό του ποίημα.

Από την Πρωτομαγιά του 1976 πέρασαν εικοσιοχτώ χρόνια’ οι αξίες για τις οποίες ο Παναγούλης χόρεψε πάνω στο θάνατό του γίνανε τετριμμένα λόγια. Οι Αμερικάνοι βομβαρδίζουν όποια πόλη επιθυμούν – κι όσο περισσότερο βομβαρδίζουν οι Πρόεδροι τους, τόσο ευκολότερα επανκελέγονται. Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι - μα οι άνθρωποι της Δύσης πλουταίνουν με την πείνα των υπολοίπων ίσων συνανθρώπων τους. Αν δώσεις το όνομα του Παναγούλη στις μηχανές αναζήτησης του internet, βρίσκεις ξεκούδουνες αναφορές, ονόματα σε καταλόγους γιατρών, φαρμακοποιών - στην ουσία τίποτε. Στα ελληνικά σχολικά βιβλία δεν θα διαβάσεις ούτε ένα από τα ποιήματα του. Το βιβλίο του πια το βρίσκεις σε ελάχιστα βιβλιοπωλεία. Μήτε μια έκδοση από το Υπουργείο Παιδείας ή το Υπουργείο Πολιτισμού - έστω από την Βουλή των Ελλήνων ή την Προεδρία της Δημοκρατίας. Στα στρατόπεδα του ελληνικού στρατού οι στρατιώτες εκπαιδεύονται φωνάζοντας «πού θα πιούμε το αίμα μας – στον Βόσπορο». Οι πρώτοι νεκροί δεν πήραν απάντηση πάλης βοή, μα βόμβο τηλεοράσεων και συνθήματα κομματικών νεολαιών για παντοτινούς πρωθυπουργούς.

Έχουμε μάθει να καταναλώνουμε μυνήματα – οι τραγωδίες παραείναι σύνθετες και ενοχλητικές για την αυτοκατάφασή μας. Ο Παναγούλης ενοχλεί - ως μνήμη, ως ανθρώπινο σήμα, ως πολιτικό αίτημα, ως τραγικό άλμα. Ναι, ο Παναγούλης ενοχλεί και θα ενοχλεί για πάντα το Έθνος, το Κόμμα, την Εκκλησία, τους Μεγάλους Αδελφούς, τους Μεγάλους Βασιλιάδες, τους Μεγάλους Αρχηγούς κι όλους τους ρουφιάνους τους, όσους λογαριάζουν τους ανθρώπους για υπηκόους, για σκλάβους, για υποτελείς, για καύσιμο της Ιστορίας. Ο Παναγούλης ενοχλεί γιατί ήταν τραγικός ήρωας και όχι άγαλμα: τα αρχίδια του έφταναν ως τον αστράγαλο και δεν σκεπάζονται από τα ψέματα, τις φενάκες, τους οπορτουνισμούς, τις δημαγωγίες, τις Νέες Εποχές. Ενοχλεί γιατί δεν τον φόβιζε μήτε το Μπογιάτι, μήτε το Κολοσσαίο, μήτε το Γκουλάκ, το Γκουαντανάμο, μήτε τα νυχτερινά περίπολα των φιλήσυχων πολιτών, μήτε καν το διάλειμμα για τις διαφημίσεις. Ο Παναγούλης ενοχλεί γιατί δεν ήταν ελέγξιμος, διαπραγματεύσιμος, συζητήσιμος, λελογισμένος, προβλεπόμενος, ανταλλάξιμος, ενοχλεί γιατί δεν φοβότανε τίποτε και κανέναν, μήτε τα φλογοβόλα, μήτε τους παπάδες, μήτε τον διαλεκτικό ιστορισμό, γιατί ζωντάνευε τους τοίχους του τάφου του μοναχός του, κι όταν οι βασανιστές του βάζαν πυρωμένες βελόνες στην ουρήθρα εκείνος γελούσε και τους έφτυνε. Ο Παναγούλης ενοχλεί γιατί δεν μπορεί να ελεγχθεί, να οριοθετηθεί, να γίνει ηρωικό παρελθόν, γλυκιά συναίνεση, Κυριακή Προσευχή, Σύμβολο της Πίστεως, γιατί δεν σταματιέται με τίποτε και με κανέναν, παράφορο αίμα μέσα στις φλέβες, χαλάει την σύμπνοια των ιδεών, χουγιάζει τους χωροφύλακες, ακυρώνει τα πολυβόλα των τυράννων. Ο Παναγούλης ενοχλεί γιατί δεν αποσύρεται, δεν γίνεται πεπρωμένο, διαφημιστική αφίσα, σύνθημα της ένδοξης πλειοψηφίας, πακέτο προς διανομή’ κοντολογής, ο Παναγούλης ενοχλεί γιατί δεν τελειώνει - γιατί παραμένει λαχάνιασμα, πυρωμένη ματιά, μοναχική αποκοτιά, ερωτικός σπασμός και πιρουέτα θανάτου.

Εξάλλου, λένε, η παλιά μάχη τέλειωσε. Πλέον κανένας μεγάλος βασιλιάς δεν έχει προηγούμενα με κανέναν. Τώρα πια ζούμε τον καιρό της ειρήνης - έτσι λένε.

Γι αυτό, λοιπόν: ξεχάστε τον Παναγούλη κι ανοίξτε την τηλεόραση. Θα σας δείξουμε ημέρες λελογισμένα ηλιόλουστες, όσες και όσο χρειάζεται για να μην διαμαρτυρηθεί κανένας για τη βαρυχειμωνιά, σφυγμομετρημένους ψεύτες, εμπόρους του προσώπου τους, φτηνούς δημαγωγούς, χαμογελαστούς φασίστες που θα σας εξηγήσουν την αναγκαιότητα της Χιροσίμα, οργανικούς διανοούμενους που θα τάξουν άφθονη Ιστορία για όποιον συμφωνεί - γενικότερα: ομορφιές, ρόδινα ακρογιάλια, δωμάτια με θέα, καουμπόιδες που καθαρίζουν τους κακούς, χαρούμενες γιορτές των χορτάτων, χάρτινο ουρανό και χάρτινη θάλασσα, υποκατάστατα ψωμιού και υποκατάστατα αγάπης, καλούς Θεούς που αγαπούν τα υπάκουα παιδιά, κακούς διαβόλους για να κρατούν τα γκέμια, και πολλούς πολλούς εφιάλτες για να γεμίσουν την χαρούμενη μοναξιά σας.

Μα κάπου στα βάθη της νυχτερινής απελπισίας, μέσα στην αφόρητη ερημία ενός πλήθους που έμαθε να πλαγιάζει με μικρές υπογλώσσιες δόσεις «προσαρμοσμένης λογικής» (όπου οι πλούσιοι ζούνε και οι φτωχοί πεθαίνουν), μέσα στα σπίτια με τα ενισχυμένα κουφώματα, τα διπλά τζάμια, τις τριπλές κλειδαριές, τα τετραπλά τηλεκοντρόλ, ένας παλιός σπασμός λογχίζει τον νου μας, βάνει φωτιά στα στέρεα όνειρά μας, καταστρέφει τη νύχτα μας. Οι πεινασμένοι, οι βασανισμένοι, οι εξόριστοι, οι μετανάστες, οι απόκληροι και καταφρονεμένοι του πάντοτε θαυμαστού καινούριου κόσμου στέκουν εκεί έξω και περιμένουν. Όσοι πηγαίνουν στο παράθυρο, κάποτε βλέπουν τους θαμπούς ίσκιους τους. Και κάποιος, εικοσιοχτώ χρόνια πεθαμένος, ανασαίνει την παμπάλαια τραγωδία του και χνωτίζει το τζάμι:

[...]

Μα δες εκείνο το λουλούδι
για κείνο που μαραίνεται σου λέω.
Να το ποτίσεις.
http://www.triaridis.gr/keimena/keimC004.htm
(Δημοσιεύτηκε στην Φιλολογική Βραδυνή στις 13-4-2004.)

Δείτε ακόμη:

Εξωτερικοί σύνδεσμοι:
• Αφιέρωμα στον Αλέκο Παναγούλη (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
Αλέκος Παναγούλης: Όταν έφυγε ένας ωραίος Έλληνας [ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ και ΒΙΝΤΕΟ] Ήταν την 1η Μαΐου του 1976, που το νήμα της ζωής ενός «ωραίου» Έλληνα, του Αλέκου Παναγούλη, κόπηκε μια για πάντα, σε ηλικία 36 ετών. Επιβαίνοντας σε ένα πράσινο αυτοκίνητο ο Αλέκος Παναγούλης κινείται στη λεωφόρο Βουλιαγμένης, όταν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες χάνει τον έλεγχο και πάει και καρφώνεται σε ένα υπόγειο κατάστημα επί της λεωφόρου, κάθετα στην πορεία του.
• «Αλέξανδρος Παναγούλης… ωραίος ως Έλλην»: Πρωτομαγιά, έφυγε ο Αλέξανδρος Παναγούλης, αφήνοντας πολλά ερωτηματικά για τον αδόκητο χαμό του. Ένας μικρός φόρος τιμής στον «ωραίο ως Έλληνα» από την εκπομπή έρευνας της ΕΡΤ3 «Αρχείο», η οποία αναζήτησε τους φακέλους της υπόθεσης Παναγούλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: