18/2/17

Ψυχοσάββατο: Περίπατος στα Κοιμητήρια «Τα Οστά Ομιλούν»

Ψυχοσάββατο: περίπατος στα Κοιμητήρια Ματαιότης ματαιοτήτων Σοφία Ντρέκου

Ψυχοσάββατο: περίπατος στα Κοιμητήρια
«Τα Οστά Ομιλούν» - Σοφία Ντρέκου

Πάντα με γοήτευε ο περίπατος στα Κοιμητήρια και δη τα επαρχιακά. Μια βόλτα στα Κοιμητήρια δίνει την αίσθηση της αθανασίας. Να ξεπερνάς την επιφανειακή «ανατριχίλα» στην ιδέα του θανάτου και των τάφων, είναι κι αυτός ένας τρόπος να νιώσεις πιο κοντά στην αιωνιότητα και να έχεις μνήμη θανάτου.

Χθες, 29 Μαΐου

Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου.
Χθες, Ψυχοσάββατο
Τελευταίο φεγγάρι της άνοιξης.

Είχα σαστίσει, κάπως ανήσυχος
Σε σκεφτόμουν αποκομμένο
Στην ανοιχτή λευκότητα του χαμόγελου
Στην ειλικρίνεια του γλαυκού βλέμματός σου.

Άκουσα τη φωνή σου στο πλάι μου όπως παλιά
Σ’ εκείνα τα χρόνια της εφηβείας
Κάτω από την πελώρια πατρογονική χαρουπιά.

Θυμήθηκα τη μυρουδιά από χώμα και μύγδαλα
Κολλημένη στα χέρια και στο σώμα.

Έκαιγε ο ήλιος, το τζιτζίκι δεν σταματούσε
«…Αύριο τη νύχτα που θάχει φεγγάρι»
Ένιωθα την πνοή από τα λόγια σου.

Έπρεπε να φύγεις ξανά
Για να κανονίσεις το πότισμα.
Μέσα από χωράφια που αναπαύονταν
Καθώς τα διέσχιζες μόνος, έφυγες.

Ύστερα τίποτα, το ακίνητο τίποτα
Τέλη Μαΐου
Σχεδόν ο αιώνας στο τέλος…

Ήτανε χθες η μέρα της γιορτής σου,
Αναμνήσεις μονάχα μού μένουν.[1]

«Ματαιότης ματαιοτήτων 
τα πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 1, 2)

Αν αυτή την στιγμή ξεσκεπάζαμε μία πλάκα ενός ευπρεπέστατου τάφου και βρισκόταν κάποιος να μας μιλήσει, η πρώτη λέξη που θα έβγαζε θα ήταν Ματαιότης. Και θα έλεγε:

«Τα Οστά Ομιλούν» - Ευγένιος Ιερομόναχος

Άνθρωπε στάσου δυο λεπτά και πρόσεξε και μένα
θα σου μιλήσω συμβουλές πού είναι καλές για σένα.

Με βλέπεις κόκκαλο γυμνό, μα δίχως φαντασία
και λες δεν ήμουν τίποτα δεν δίνεις σημασία.

Μα κάποτε στα χρόνια μου είχα κι εγώ το κάλλος
και βάδιζα περήφανος σαν φουσκωμένος γάλος.

Κι είχα κι εγώ τη δόξα μου, σοφία τού Σωκράτη,
του Ηρακλή τη δύναμη, φήμη πολύ στα Κράτη.

Είχα μαλλιά μεταξωτά και μάγουλα σαν μήλο
και φρύδια πού δεν βρίσκονταν σαν τής ελιάς το φύλλο.

Είχα καρδιά τού λέοντος και μπράτσα σιδερένια,
ακούραστα τα πόδια μου και στήθη μαρμαρένια.

Είχα τη γλώσσα τ' αηδονιού, μάτια μεγάλα μαύρα
και μερικοί μού λέγανε όλα μαζί πού ταύρα.

Γι' αυτό χαιρόμουνα πολύ πώς ήμουν γης ο φάρος
και με το νου λογάριαζα πώς δεν υπάρχει χάρος.

Μα πότε δεν κατάλαβα περάσανε τα χρόνια
και φύγανε τα νιάτα μου σαν τού σπιτιού τα χιόνια.

Το γλέντι κι όλες οι χαρές περνάνε στον αέρα
κι όλη η ζωή μου φάνηκε σά νάτανε μια μέρα.

Σὰν ἔνοιωσα γεράματα θυμᾶμαι τὰ παλιά μου,
μοῦ φάνηκε παράξενο π᾿ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου.

Τὸ φῶς ἀπὸ τὰ μάτια μου μικραίνει, λιγοστεύει
κι ὁ νοῦς μου πὼς ἐγήρασα ἀκόμη δὲν πιστεύει.

Τα πόδια μου αδυνάτισαν, τα χέρια δεν κινούνται
τα δόντια μου χαλάσανε κι αυτά παραπονούνται.

Κατάλαβα τον θάνατο, σε λίγο τελειώνω
και τότε βάζω μια φωνή με κλάματα και πόνο.

Ποιος μάγος φέρνει τη ζωή και ποιό γιατρό να πάρω
και ποιος μπορεί και δύναται πού να νικά το χάρο;

Θὰ τοῦ χαρίσω κτήματα καὶ λίρες ὅσες θέλει
ἀρκεῖ τοῦ χάρου τὸ σπαθὶ νὰ σπάσῃ καὶ τὰ βέλη.

Κανεὶς δὲν μ᾿ ἀποκρίθηκε κανεὶς δὲν μοὖπε ξέρει
νὰ μοῦ γλυτώσῃ τὴ ζωὴ καὶ νειᾶτα νὰ μοῦ φέρη.

Λοιπὸν μιὰ μέρα τ᾿ Ἀπριλιοῦ χωρὶς νὰ περιμένω
κάποιος χτυπᾶ τὴν πόρτα μου μὲ τρόπο ἀγριεμένο.

Ἦταν ψηλὸς κατάμαυρος. Φωνάζω. Τί νὰ κάνω;
Καὶ μὲ φωνὴ ποὺ τρόμαζε, μοῦ λέει σήκ᾿ ἀπάνω.

Μοῦ ξέσχισε τὰ σπλάχνα μου καὶ πῆρε τὴν ψυχή μου
κι ἀμέσως πᾶν τὰ πλούτη μου μαζὶ μὲ τὴν στολήν μου.

Καὶ τώρα τὰ χωράφια ποῦ πᾶν καὶ τὰ παλάτια;
Τὰ ρόδινα τὰ μάγουλα, ἡ γλῶσσα καὶ τὰ μάτια;

Σκουλήκια φάγαν τὸ κορμί, τὴν ὀμορφιά, τὸ σῶμα,
ἀφοῦ μὲ λάσπη γίναμε, γενῆκαν πάλιν χῶμα.

Οἱ φίλοι καὶ οἱ συγγενεῖς δὲν θέλω νὰ μὲ κλαῖνε,
θέλω κερὶ μνημόσυνο «Συγχώρησε» νὰ λένε.

Ὅπως μὲ βλέπεις ἄνθρωπε καὶ σὺ θὰ καταντήσης,
γι᾿ αὐτὸ στὴν πρόσκαιρη ζωὴ μὴ λὲς νὰ καζαντήσῃς.

Ὅταν γηράσω νὰ μὴ λὲς θὰ κάνω καλωσύνες,
τότε θὰ πάω στὴν Ἐκκλησιὰ πολλὲς ἐλεημοσύνες.

Ὁ χάρος εἶναι λαίμαργος, δὲν ἔχει προθεσμία,
δὲν ἔχει φίλους γιὰ χαρές, ἐξαίρεση καμία.

Παίρνει τὶς μάνες τῶν παιδιῶν, λεβέντες ποὺ γλεντᾶνε
ἀπὸ τὴν κούνια τὰ μωρά, κοπέλλες ποὺ πετᾶνε.

Νὰ σκέπτεσαι τὸν θάνατο ἑπτὰ φορὲς τὴν ὥρα,
ὑπῆρχαν κι ἄλλοι στὴ ζωὴ μὰ δὲν ὑπάρχουν τώρα.

Σὲ κάθε βῆμα πρόσεξε τοῦ Σατανᾶ τὸ βρόχι
μὴν ἀδικήσῃς ὀρφανούς, γυναῖκες χῆρες ὄχι.

Πιστὰ τοὺς νόμους φύλαγε χωρὶς καμμιὰ προσθήκη
τὰς ἐντολὰς τοῦ Μωϋσῆ, τὴ Νέα Διαθήκη.

Νὰ μὴν δουλεύῃς Κυριακὴ καὶ ἑορτὲς Ἁγίων
νἄχῃς ἀμόλυντη ψυχὴ καὶ καθαρὸν τὸν βίον.

Νὰ μὴν κυττάζῃς πονηρά, μὴ βλασφημᾶς τὰ θεῖα,
νὰ δίδῃς περιφρόνηση τοῦ σατανᾶ τὴν βία.

Τής μέρας τ' αμαρτήματα και πριν ο Ήλιος δύσει
με κάθε τρόπο τού Θεού νὰ τἄχῃς ὅλα σβήσει.

Ελεημοσύνη, προσευχή, αγάπη και νηστεία
αυτὰ θα σώσουν την ψυχή, μη λες πώς είν' αστεία.

Αγάπα τον πλησίον σου, κακό ποτέ μη κάνῃς
γιατί αργά ή γρήγορα θα σβήσῃς θὰ πεθάνῃς.

Καὶ τώρα αναγνῶστα μου τί σκέπτεσαι νὰ κάνῃς;
τὰ λόγια ποὺ σοῦ μίλησα στὸ νοῦ σου νὰ τὰ βάνῃς·
γιατὶ αὐτοῦ ποὺ εἶσαι ἤμουνα κι ἐδῶ ποὺ εἶμαι θἄρθῃς.[2]


«Άκουσε τι λέγει ο Σολομώντας, που γνώρισε τα παρόντα πράγματα· «έχτισα», λέγει, «για τον εαυτό μου σπίτια, φύτεψα κήπους και παραδείσους, αμπελώνες και πισίνες με νερά, απέκτησα χρυσό και άργυρο, όρισα να μου τραγουδούν τραγουδιστές και τραγουδίστριες, απέκτησα πρόβατα και βόδια» (Εκκλ. 2, 4-8). Πραγματικά κανένας δεν έκαμε τόσο τρυφηλή ζωή, κανένας δεν υπήρξε τόσο ένδοξος, κανένας τόσο σοφός, κανένας τόσο άρχοντας, κανένας δεν είδε τα πράγματα να συμβαίνουν τόσο πολύ όπως τα ήθελε αυτός. Τι λοιπόν; Τίποτε από αυτά δεν ωφελήθηκε· αλλά τι λέγει μετά από όλα αυτά; «Ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 1, 2).[3]

Παραπομπές:
1. «Χθες, 29 Μαΐου» του Pedro Mateo. Από τη δίγλωσση έκδοση «Μέσα στη σιωπή». Ελεγεία, Αίγινα 2000, frear.gr
2. «Τα Οστά Ομιλούν» Ευγένιος Ιερομόναχος εκ Κρήτης 1996. www.sprint.net.Jul03/OstaOmiloun 3. Απόσπασμα από το βιβλίο «Πνευματικά Μαργαριτάρια Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου», εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Δεκέμβριος 2015, σελ.  224.
4. Πηγή: www.sophia-ntrekou.gr | αέναη επΑνάσταση
1. Children of the Sun 00:00 2. Anabasis 07:36 3. Agape 14:29 4. Amnesia 21:24 5. Kiko 28:02 6. Opium 36:04 7. Return of the She-King 41:51 8. All in Good Time 49:44
Band: Dead Can Dance. Album: Anastasis Year: 2012




Σοφία Ντρέκου 18 Φεβρουαρίου 2017

Despina Eleftheriadou: ΑΛΗΘΕΙΑ !!! ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΣΤΑ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ ΠΑΝΤΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΕΝΑΝ ΠΕΡΙΠΑΤΟ ΜΕΣΑ!!! ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΕΡΧΩΝΤΑΙ !!! ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΤΑΦΟΥΣ ΦΡΟΝΤΙΣΜΕΝΟΥΣ, ΣΕ ΤΑΦΟΥΣ ΕΓΚΑΤΕΛΗΜΕΝΟΥΣ ΑΦΡΟΝΤΙΣΤΟΥΣ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΙΓΟ ΠΟΛΥ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΖΕΣΑΙ !!! ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΛΥΓΙΖΟΥΝ ΤΑ ΓΟΝΑΤΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΓΑΙΝΟΥΝ ΛΟΓΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΙΛΗ ΕΙΝΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΤΑΦΟΥΣ ΜΙΚΡΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ, ΝΕΑΡΩΝ ΑΓΟΡΙΩΝ, ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ ΜΠΟΥΜΠΟΥΚΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΟΛΑΒΑΝ ΝΑ ΑΝΟΙΞΟΥΝ, ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΑΝΘΟ ΤΟΥΣ !!! ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΑΝΕΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ ΑΦΗΝΩΝΤΑΣ ΠΙΣΩ ΤΟΥΣ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΔΕΝ ΘΑ ΤΥΛΙΞΟΥΝ ΤΑ ΧΕΡΑΚΙΑ ΤΟΥΣ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ ΤΟΥΣ ΚΟΥΡΝΙΑΖΩΝΤΑΣ !!! ΔΙΠΛΑ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ ΚΑΙ Ο ΛΑΟΣ ΜΕ ΤΑ <ΧΡΟΝΙΑ> ΤΟΥΣ... ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΜΟΥ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ !!! ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΚΑΝΑΝ ΣΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ??? ΤΙ ΑΦΗΣΑΝ ΠΙΣΩ ??? ΤΙ ΠΗΡΑΝ ΜΑΖΙ ΤΟΥΣ !!!

ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΥΣ ΜΟΥ ΣΕ ΕΝΑ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΒΡΕΘΗΚΑ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΕΝΑ ΤΑΦΟ ΠΟΛΥ ΛΙΤΟ !!!!! ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΦΡΑΓΜΕΝΟΣ ΜΕ ΒΡΑΧΑΚΙΑ, ΣΤΗ ΓΗ ΧΩΡΙΣ ΜΑΡΜΑΡΑ ΛΙΓΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΦΥΤΑ ΦΥΤΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΨΗΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΕΥΚΟΣ ΤΟΝ ΣΤΟΛΙΖΕ !!! ΑΠΟ ΚΑΤΩ ΥΠΗΡΧΕ ΜΙΑ ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΝΑ ΜΑΡΜΑΡΟ !!! <ΑΠΟ ΤΟ ΤΩΡΑ, ΣΤΟ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ> <ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΣΤΗ ΖΩΗ> ΟΛΟ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΣΕ 2 ΓΡΑΜΜΕΣ !!! ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΠΑΝΤΑ ΒΛΕΠΩ ΚΑΙ ΔΙΑΒΑΖΩ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑ ΚΑΙ ΕΜΕΙΝΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ ΜΕ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΑΝΟΙΧΤΟ !!! Ο ΤΑΦΟΣ ΗΤΑΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΔΡΟΣΙΝΗ !!! ΤΟΣΗ ΑΠΛΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΕ 2 ΜΟΝΟ ΓΡΑΜΜΕΣ !!! ΚΑΛΗ ΑΝΑΠΑΥΣΗ ΣΤΙΣ ΨΥΧΕΣ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ !!! 20 Φεβρουαρίου στις 11:16 π.μ.

Σοφία Ντρέκου: κ. Despina Eleftheriadou, μαθητεία συγκίνησης η εμπειρία σας. Ευχαριστώ που την μοιραστήκατε μαζί μας. Αιωνία η μνήμη των κεκοιμημένων † 🌿 28 Φεβρουαρίου στις 7:44 π.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: