Η ιστορία της χολέρας που «θέρισε» την Αθήνα το 1854 και την ιστορία δημιουργίας του αριστοκρατικού Κολωνακίου.
ΕισαγωγήΗ καταστροφική επιδημία χολέρας στην Αθήνα ξέσπασε το 1854, κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου, προκαλώντας χιλιάδες θανάτους και φέρνοντας την πόλη σε καραντίνα.
Η Επιδημία του 1854
- Εισαγωγή της νόσου: Η ασθένεια μεταφέρθηκε στην πρωτεύουσα, πιθανότατα μέσω μολυσμένων ρούχων από τον Πειραιά ή από στρατιωτικά πλοία λόγω του Κριμαϊκού Πολέμου.
- Απολογισμός θυμάτων: Στην κορύφωση της κρίσης πεθαίναν στην Αθήνα 200 έως 250 άνθρωποι καθημερινά, ενώ οι συνολικοί νεκροί ξεπέρασαν τους 3.000.
- Κοινωνική αντίδραση: Επικράτησε πανικός και φόβος, πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν την πόλη, τα καταστήματα έκλεισαν και η καθυστερημένη επιβολή καραντίνας επιδείνωσε την κατάσταση.
«Αλλά η λοιμική προκάλεσε και πολλά άλλα κακά που πρώτη φορά αναφάνηκαν στην πολιτεία, γιατί ο καθένας τολμούσε πιο φανερά, τώρα, να κάνη πράγματα που πριν τα έκανε κρυφά και τούτο επειδή έβλεπαν πόσο απότομη είναι η μεταβολή τής τύχης τού άνθρωπου. Πλούσιοι πέθαιναν ξαφνικά και φτωχοί, που δεν είχαν ποτέ τίποτε, τους κληρονομούσαν και έπαιρναν αμέσως όλη τους την περιουσία. Έτσι, οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιη η ζωή, βιάζονταν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να χαρούν. Κανείς δεν ήταν πια πρόθυμος να υποβληθή σ’ οποιοδήποτε κόπο για κάτι που άλλοτε μπορούσε να φανή χρήσιμο και τούτο επειδή σκεπτόταν ότι ήταν πιθανό να πεθάνη προτού τελειώσει εκείνο για το όποιο κοπίαζε. Η ευχαρίστηση τής στιγμής και το άμεσο κέρδος κατάντησε να θεωρήται και καλό και χρήσιμο. Ούτε ο φόβος των θεών ούτε οι νόμοι των ανθρώπων τους συγκρατούσαν.»Θουκυδίδου Ιστορία
Η Αθήνα από την εποχή της χολέρας ως το ΚολωνάκιΗ πρώτη πανδημία χολέρας (1817-1824), επίσης γνωστή ως η πρώτη πανδημία Ασίας της χολέρας ή ασιατική χολέρα, ή Επιδημιακή χολέρα, ξεκίνησε κοντά στην πόλη της Καλκούτας και εξαπλώθηκε σε όλη τη Νότια και Νοτιοανατολική Ασία μέχρι τη Μέση Ανατολή, την Ανατολική Αφρική και τις ακτές της Μεσογείου.
Είναι ένα νόσημα που προκαλείται από το βακτήριο Δονάκιο της χολέρας (Vibrio cholerae) και χαρακτηρίζεται από έντονη διάρροια, η οποία μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αφυδάτωση.
Οφείλεται στην κατανάλωση νερού, γάλακτος, ή τροφών που έχουν μολυνθεί εξαιτίας των ανθυγιεινών τρόπων λειτουργίας των συστημάτων ύδρευσης και αποχέτευσης.
Η επιδημία της χολέρας στην Αθήνα το 1854Θέρισε 3.000 άτομα και η εκκλησία πρότεινε μετάνοια και προσευχή για να σωθούν
Τον Μάιο του 1854 Άγγλοι και Γάλλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και τον κατέλαβαν. Σκοπός της επιδεικτικής ενέργειας ήταν να ξεκαθαρίσουν στο παλάτι ότι πρέπει να σταματήσουν τη δράση τους οι αντάρτες στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, που τις κατείχαν ακόμη οι Τούρκοι.
Ήταν η περίοδος του Κριμαϊκού πολέμου (Οκτώβριος 1853 - Φεβρουάριος 1856) και η Ρωσική Αυτοκρατορία πολεμούσε εναντίον της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η παραμονή των ξένων στον Πειραιά δεν έφερε μόνο πολιτική ταπείνωση και πίεση, αλλά και χολέρα. Μια φονική επιδημία που εξαπλώθηκε και στην Αθήνα.
Οι πρώτοι θάνατοι και η εξάπλωση της χολέραςΤα πρώτα κρούσματα της ασθένειας εμφανίστηκαν στον Πειραιά τον Ιούνιο, σε μέλη του αγγλογαλλικού πληρώματος. Για το λόγο αυτό, η συγκεκριμένη επιδημία ονομάστηκε «η Ξένη του 1854».
Ο Γάλλος διοικητής δε ενέκρινε να τεθεί ο Πειραιάς σε καραντίναΤόσο οι ξένοι όσο και οι ντόπιοι της περιοχής, αρχικά υποτίμησαν την αρρώστια. Ο Γάλλος διοικητής Μπαρμπιέ ντε Τινάν, δεν ενέκρινε τη δημιουργία ειδικής ζώνης που θα απέκλειε τον Πειραιά από τη Αθήνα. Οι τοπικές αρχές αδράνησαν. Μόνο όταν έγιναν γνωστοί οι πρώτοι θάνατοι, ο Πειραιάς τέθηκε σε καραντίνα.
Ο πρώτος θάνατος που καταγράφηκε ήταν μιας 30χρονης γυναίκας που ήταν εργάτρια.Ο δήμαρχος Πειραιά, Πέτρος Σκυλίτσης (1784 - 1872) παύτηκε από τα καθήκοντά του, καθώς δεν αντιμετώπισε άμεσα τη φονική χολέρα.
Οι αρχές στην Αθήνα τέθηκαν σε επιφυλακή. Κύριο μέλημά τους ήταν να αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας στην πόλη. Το έργο που είχαν αναλάβει ήταν πολύ δύσκολο, γιατί οι ξένοι στρατιώτες έσπαγαν τον αποκλεισμό του Πειραιά και επισκέπτονταν την Αθήνα. Οι Πειραιώτες εγκατέλειπαν μαζικά τα σπίτια τους για να μην κολλήσουν τη χολέρα.
Οι περισσότεροι κατέφυγαν στα νησιά του Αργοσαρωνικού, ενώ οι πιο πλούσιοι έφτασαν μέχρι τη Σύρο και το Ναύπλιο. Η πρώτη φάση της εξάπλωσης περιορίστηκε στον Πειραιά και διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο του 1854, οπότε επανήλθε και η επικοινωνία Αθήνας- Πειραιά.
Η χολέρα φτάνει στην ΑθήναΔεν είναι σαφές πώς έφτασε η ασθένεια στην Αθήνα. Το επικρατέστερο σενάριο είναι ότι τα πρώτα θύματα ήταν δύο πλύστρες στις οποίες δόθηκαν τα ρούχα ενός ασθενούς από τη Σύρο που είχε χάσει τη ζωή του από τη χολέρα. Τα ρούχα είχαν σταλεί στους συγγενείς του ως ενθύμιο, οι οποίοι τα έδωσαν στις άτυχες γυναίκες για να τα πλύνουν. Πάντως επισήμως το πρώτο καταγεγραμμένο κρούσμα στην Αθήνα, σημειώθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου σε μια γυναίκα που κατοικούσε στην οδό Λυσικράτους.
Μετά από 15 μέρες η επιδημία θέριζε τους Αθηναίους.
Η αντίδραση των αρχών, της εκκλησίας και των κατοίκων της ΑθήναςΕκτός από τα νοσοκομεία, οι γιατροί έκαναν βάρδια και στα αστυνομικά τμήματα της πόλης για να ελέγχουν και να καταγράφουν τα νέα κρούσματα. Τα σχολεία έκλεισαν. Οι αρχές έβαλαν λουκέτο και στα καταστήματα όπου μπορούσε να επικρατήσει «συνωστισμός» όπως μαγειρεία και οινοπωλεία.
Λήφθηκαν ειδικά μέτρα για τον καθαρισμό των αγορών (κρεοπωλείων, οπωροπωλείων), που θεωρούνταν εστίες μόλυνσης. Οι ειδικοί συμβούλευαν τον κόσμο να αποφεύγει το κρύο, τον αέρα και την υγρασία, καθώς συντελούσαν στην επιδείνωση της χολέρας. Οι περισσότεροι Αθηναίοι αντιμετώπισαν την επιδημία με τον ίδιο τρόπο με τους Πειραιώτες. Με τη μαζική φυγή.
Δείτε σχετικό: Τί νόημα έχουν οι λιτανείες στους δρόμους και στους αγρούς; Αγίου Νικολάου ΒελιμίροβιτςΤα χωριά του Αμαρουσίου, η Κηφισιά, η Χασιά και τα Καλύβια ήταν οι πιο δημοφιλείς σωτήριοι προορισμοί.
Η εκκλησία που πίστευε ότι η χολέρα προέκυπτε λόγω της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τον λόγο του Θεού, συνέστησε τη μετάνοια σαν τρόπο αντιμετώπισης.
Πολλοί ιερωμένοι έκαναν λιτανείες και προσευχές για να σωθεί ο κόσμος. Η επιδημία σταμάτησε τον Δεκέμβριο του 1854. Υπολογίζεται ότι συνολικά σε Αθήνα και Πειραιά έχασαν τη ζωή τους περίπου 3.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και οι Γεώργιος Γεννάδιος και Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, που ήταν ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρίας.
🎞️ Video: Από τη χολέρα της Αθήνας στη δημιουργία του Κολωνακίου» 04-Σεπ-2017 - Η Μηχανή του ΧρόνουΤην ιστορία της χολέρας που «θέρισε» την Αθήνα το 1854, το επεισόδιο του άγγλου διπλωμάτη Νίκολσον που ταπείνωσε την ελληνική κυβέρνηση και την ιστορία δημιουργίας του αριστοκρατικού Κολωνακίου. Στην εκπομπή μιλούν οι συγγραφείς Παναγιώτης Αβραμόπουλος και Ευάγγελος Κυτίνος, οι δημοσιογράφοι Ζάχος Χατζηφωτίου και Τάσος Κοντογιαννίδης, η διπλωματούχος ξεναγός Κασσάνδρα Ποριώτη και η διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης Λίτσα Χατζοπούλου.
1854: Η χολέρα που αποδεκάτισε την ΑθήναΗ αρρώστια ξεκληρίζει ολόκληρες οικογένειες και αφήνει ορφανά εκατοντάδες παιδιά.
Καλοκαίρι 1854. Πάει κοντά τέταρτο του αιώνα από τη χρονιά, που οι μεγάλες δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, έχουν αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Ελλάδας από την οθωμανική αυτοκρατορία (Φεβρουάριος 1830), αλλά η χώρα κάθε άλλο παρά την ελεύθερη βούλησή της απολαμβάνει. Στην πραγματικότητα, μοιάζει με σφαχτό, γαντζωμένο από τη μία στα δόντια της Δύσης και από την άλλη στα νύχια του ξανθού γένους, που εδώ κι έναν χρόνο πολεμά με τους παραπαίοντες Οθωμανούς (κριμαϊκός πόλεμος), κραδαίνοντας ως λάβαρο την προστασία των ορθόδοξων λαών της Κριμαίας και υπηρετώντας ταυτόχρονα τις βλέψεις του για έξοδο στο Αιγαίο. Στην Ελλάδα, η φιλορωσική μερίδα προσδοκά την επικράτηση των Ρώσων, αφού άλλωστε εξυπηρετεί και το αλυτρωτικό κίνημα της Μεγάλης Ιδέας. Αλλά οι δυνάμεις της Δύσης (και οι υποστηρικτές τους στην Ελλάδα) δεν είναι καθόλου ενθουσιασμένες με το ενδεχόμενο να επιτραπεί στη Ρωσία να εμπλακεί μόνη αυτή -και όχι και οι ίδιες- στον διαμελισμό (εξυπακούεται, και μοιρασιά) της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Σε Δύση και Ανατολή, λοιπόν, πνέει άνεμος ισορροπιών του τρόμου, που απειλεί να διαταράξει ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος, αλλά αυτή την περίοδο, η Ελλάδα εκκολάπτει και δικά της προβλήματα.
Η «αυλική» κυβέρνηση Κριεζή έχει παραιτηθεί και γαλλική και αγγλική πρεσβεία παίζουν στο παλάτι την κολοκυθιά για τη διαδοχή της. Οι Γάλλοι υποστηρίζουν τον ευνοούμενό τους και φίλο του Ναπολέοντα Γ΄, στρατηγό Καλλέργη. Οι Άγγλοι πάλι θέλουν το δοκιμασμένο όργανό τους, τον Μαυροκορδάτο. Ο Όθων προσπαθεί να κάνει έναν συνδυασμό. Έτσι κι αλλιώς ούτε ο ένας ούτε ο άλλος είναι του γούστου των Βαυαρών, αλλά ο λόγος του μπρος στη βούληση των κατοχικών μεγάλων δυνάμεων της Δύσης, λίγο μετράει. Εντέλει η εντολή ανατίθεται στον για την ώρα απόντα, διορισμένο πρεσβευτή στο Παρίσι, Μαυροκορδάτο, με την προϋπόθεση ότι υπουργός των Στρατιωτικών αναλαμβάνει ο Καλλέργης. Έως ότου έρθει ο Μαυροκορδάτος από το Παρίσι, καθήκοντα πρωθυπουργού θα εκτελεί ο Κανάρης, αλλά στην πραγματικότητα, ο ισχυρός της κυβέρνησης θα είναι ο Καλλέργης.
Χολέρα αποδεκατίζει την πρωτεύουσαΕπιπλέον, από τον Μάιο έχει ενσκήψει στη χώρα ένα τρομακτικό κύμα χολέρας, που απειλεί με αποδεκατισμό τον έντρομο πληθυσμό. Ο Αθήνα μετράει 30.000 ανθρώπους και ο Πειραιάς περί τους 7.000. Ο δρόμος που ενώνει την πρωτεύουσα με το λιμάνι της τον χειμώνα πνίγεται στη λάσπη και το καλοκαίρι στη σκόνη. Εκατέρωθεν του δρόμου υπάρχουν παράγκες, όπου συνήθως κρύβονται ληστές. Γενικώς, το πέρασμα από τη μία πόλη στην άλλη δεν είναι και εντελώς ακίνδυνο. Σε λίγο όμως θα προστεθεί ο μεγάλος κίνδυνος.
Τον Ιούνιο, αράζει στον Πειραιά ένα γαλλικό μεταγωγικό. Προέρχεται από τη Μασσαλία (στην ευρύτερη περιοχή της Ν. Γαλλίας θερίζει η χολέρα) και κατευθύνεται προς το πολεμικό πεδίο της Κριμαίας. Το πλοίο ξεφορτώνει μερικούς χολερικούς στρατιώτες, που μεταφέρονται στο νοσοκομείο της μικρής πόλης. Πρώτη προσβάλλεται και πεθαίνει κάτοικος της περιοχής.
Σε δέκα μέρες τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται και στις αρχές του Ιουλίου οι Πειραιώτες παρατούν τα υπάρχοντά τους και όπου φύγει... φύγει. Η μόνη τους επιλογή είναι τα νησιά, καθώς για να μη μεταδοθεί το κακό στην Αθήνα, στρατός και χωροφυλακή αποκλείουν τον δρόμο προς την πρωτεύουσα. Τώρα πια, Μύκονος, Τήνος, Πάρος και Σύρα γνωρίζουν για τα καλά τον μαύρο θάνατο. Η Ερμούπολη μετράει 25.000 ψυχές. Με τον ερχομό των πρώτων από τον Πειραιά και σε λιγότερο από 10 ημέρες στριμώχνει στα σπλάχνα της περισσότερα από 300 παιδιά της! Στο φύλο της τής 18ης Αυγούστου η τοπική εφημερίδα «Αίολος» δημοσιεύει:
Οι περιηγητές συγκρίνουν την Αθήνα με την Πομπηία, της οποίας οι δρόμοι έσφυζαν άλλοτε από ζωή και τώρα όλα, «μαγαζεία, παντοπωλεία, καφενεία και αυτά τα παράθυρα των οικιών είνε κεκλεισμένα».
Κι όπως μαρτυρά η λαϊκή θυμοσοφία «στα δύσκολα βγαίνει το καλό, μα πιότερο το χούι», αυτή την εποχή οι νεκροθάφτες κάνουν στην κυριολεξία «χρυσές» δουλειές. Στην πραγματικότητα, δεν είναι αυτοί καθαυτοί νεκροθάφτες γιατί και τούτοι πανικόβλητοι έτρεξαν να κρυφτούν από το κακό. Είναι άλλοι, τυχοδιώκτες, που βρήκαν ευκαιρία να πλουτίσουν…
Όπως περιγράφουν Γάλλοι περιηγητές για την Αθήνα του 1850, εικόνες που μεταφράζει και εκδίδει αργότερα ο Μπάμπης Άννινος,
Προς τα τέλη του 1854 κι αφού έχει πάρει όσες ψυχές έχει καταφέρει να πάρει (για 3.000 νεκρούς Αθηναίους μέσα σε πέντε μήνες, κάνει λόγο ο ιστορικός, δρ Απόστολος Διαμαντής, στην «Ιστορία των Ελλήνων») η αρρώστια μαζεύει τις μαύρες φτερούγες της αφήνοντας πίσω έναν τόπο καθημαγμένο.
πηγή: ΑΠΕ (της Τόνιας Μανιατέα)
Αέναη επΑνάσταση by Sophia Ntrekou.gr
«...η πόλις μας, η αεικίνητος και θορυβώδης, ομοιάζει νεκρούπολιν φέρουσαν τον τρόμον και την αθυμίαν ζωγραφισμένην εις τας οδούς και τας αγοράς».Σε Πειραιά και νησιά, όσοι είναι να πεθάνουν, πεθαίνουν κι από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι αμπαρώνονται στα σπίτια τους για να γλυτώσουν. Η Αθήνα παραμένει, για την ώρα, αλώβητη. Το φθινόπωρο, το πράγμα φαίνεται να κοπάζει. Οι κάτοικοι ξεθαρρεύουν, οι εφημερίδες αφήνουν τη χολέρα κι επανέρχονται στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Αλλά φευ! Κάποιος Αθηναίος ασθενεί και πεθαίνει στη Σύρα. Τα υπάρχοντά του στέλνονται στην οικογένειά του στην Αθήνα κι από κει καταλήγουν σε μία πλύστρα ή οποία, για να διεκπεραιώσει εγκαίρως τη δουλειά, καλεί και μία συνάδελφό της. Σε λίγες μέρες πεθαίνουν κι οι δυο! Αυτό ήταν! Το θανατικό μπαίνει στην πρωτεύουσα. Αποδεκατίζει τις φτωχογειτονιές και εξαφανίζει τη δημόσια ζωή. Κρατικοί αξιωματούχοι και εύποροι Αθηναίοι εγκαταλείπουν την πόλη στη μοίρα της. Το κράτος παραλύει. Τα θύματα της νόσου πολλαπλασιάζονται ταυτόχρονα με τον πανικό των κατοίκων. Όλοι αναζητούν τρόπο φυγής. Στην πόλη των 30.000 ανθρώπων, σε τρεις μόνο μέρες η αστυνομία θεωρεί 12.000 διαβατήρια (με διαβατήριο γίνονται και τα ταξίδια του εσωτερικού)!
«Εις την οδόν Ερμού, την κεντρικωτέραν, δεν βλέπει τις διαβάτην, ειμή μόνον τους αστυνομικούς υπαλλήλους σφραγίζοντας καθημερινώς τα εμπορικά καταστήματα άτινα δεν είχον πλέον αυθέντην» περιγράφει ο αγωνιστής του 1821, Αθ. Λιδωρίκης στις «Σελίδες τινές της ιστορίας του Βασιλέως Όθωνος».Ο πολιτικός Νικ. Δραγούμης στα Απομνημονεύματά του περιγράφει:
«...πού και πού απήντας άνθρωπον βραδυπορούντα μόνον, το πρόσωπον έχοντα άσπρον και πελιδνόν και το βλέμμα στρέφοντα βαρυαλγές προς σε, ως ει εζήτει παρηγορίαν και βοήθειαν...»Όσοι έχουν την οικονομική δυνατότητα κατεβαίνουν στον Πειραιά κι από κει ναυλώνουν όποιο πλεούμενο βρίσκουν. Από τους υπόλοιπους κάποιοι απλώνονται και στήνουν τσαντίρια στις ερημιές πέριξ της Αθήνας και άλλοι πηγαίνουν στο Μαρούσι και την Κηφισιά, όπου όμως μεταφέρουν τη νόσο! Τώρα πια απειλούνται μικροσυνοικίες στις παρυφές της πόλης και οι κάτοικοί τους, για να τις προστατέψουν, ζώνονται τα τουφέκια κι απειλούν όποιον ξενομερίτη ζητά να μπει.
Οι περιηγητές συγκρίνουν την Αθήνα με την Πομπηία, της οποίας οι δρόμοι έσφυζαν άλλοτε από ζωή και τώρα όλα, «μαγαζεία, παντοπωλεία, καφενεία και αυτά τα παράθυρα των οικιών είνε κεκλεισμένα».
Κι όπως μαρτυρά η λαϊκή θυμοσοφία «στα δύσκολα βγαίνει το καλό, μα πιότερο το χούι», αυτή την εποχή οι νεκροθάφτες κάνουν στην κυριολεξία «χρυσές» δουλειές. Στην πραγματικότητα, δεν είναι αυτοί καθαυτοί νεκροθάφτες γιατί και τούτοι πανικόβλητοι έτρεξαν να κρυφτούν από το κακό. Είναι άλλοι, τυχοδιώκτες, που βρήκαν ευκαιρία να πλουτίσουν…
Όπως περιγράφουν Γάλλοι περιηγητές για την Αθήνα του 1850, εικόνες που μεταφράζει και εκδίδει αργότερα ο Μπάμπης Άννινος,
«...τα απαίσια φορτηγά αμάξια περιήρχοντο την πόλιν· εις αυτά ερρίπτοντο χύδην οι νεκροί και μετεκομίζοντο εις το νεκροταφείον. Αλλ΄ οι μυσαροί εκείνοι λειτουργοί του θανάτου, ανάλγητοι προ της συμφοράς, μετήρχοντο μετ΄ αυθάδους πλεονεξίας το φρικτόν αυτόν επάγγελμα και δεν συγκατετίθεντο να παραλάβουν τα πτώματα προς ταφήν, ειμή επ΄ αμοιβή προπληρωτέα, πολλάκις δε εδέησε δι΄ απόρους οικογενείας να καταβάλουν τα έξοδα οι εύσπλαχνοι γείτονες...»!Η χολέρα ξεκληρίζει ολόκληρες οικογένειες και αφήνει ορφανά εκατοντάδες παιδιά. Ο ιστορικός Δημήτρης Φωτιάδης καταθέτει πως τριακόσια από αυτά περιμαζεύει σε δικό της χώρο η Μαρία Υψηλάντη, κυρία επί των τιμών της Αμαλίας. Το δε βασιλικό ζεύγος, παρότι δέχεται πολλές παραινέσεις να εγκαταλείψει την Αθήνα, δεν το κάνει. Όχι μόνον δεν φεύγουν, λέει ο αφηγητής, αλλά επισκέπτονται συχνά τις γειτονιές που χτύπησε η αρρώστια και βοηθούν όσο μπορούν τους κατοίκους. Όταν κάποτε το κακό κοπάζει, η Υψηλάντη, με τη βοήθεια της Αμαλίας και με χρήματα που συγκεντρώνονται από έρανο, ιδρύει το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο και φιλοξενεί εκεί τα ορφανά.
Προς τα τέλη του 1854 κι αφού έχει πάρει όσες ψυχές έχει καταφέρει να πάρει (για 3.000 νεκρούς Αθηναίους μέσα σε πέντε μήνες, κάνει λόγο ο ιστορικός, δρ Απόστολος Διαμαντής, στην «Ιστορία των Ελλήνων») η αρρώστια μαζεύει τις μαύρες φτερούγες της αφήνοντας πίσω έναν τόπο καθημαγμένο.
πηγή: ΑΠΕ (της Τόνιας Μανιατέα)
Διαβάστε Περισσότερα Θέματα: Κορωνοϊός, ΑΘΗΝΑ, Μηχανή του Χρόνου, Λιτανεία
Αέναη επΑνάσταση by Sophia Ntrekou.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου