H τελευταία επιθυμία του Μίκη Θεοδωράκη στον Γ.Γ του ΚΚΕ Δ. Κουτσούμπα: «Θέλω να αφήσω αυτό τον κόσμο σαν κομμουνιστής»

epistoli-theodoraki-pros-KKE-koutsoumpa-thelo-na-afiso-auton-ton-kosmo-san-kommounistis

H τελευταία επιθυμία του Μ. Θεοδωράκη 
στον στον Γ.Γ του ΚΚΕ Δημ. Κουτσούμπα: 
«Θέλω να αφήσω αυτό τον κόσμο σαν κομμουνιστής»

Στην δημοσιότητα δόθηκε μία επιστολή που είχε στείλει τον Οκτώβριο του 2020 ο Μίκης Θεοδωράκης στον Δημήτρη Κουτσούμπα. Σε αυτή λοιπόν ο μεγαλύτερος Έλληνας μουσικοσυνθέτης, ο οποίος είχε επικοινωνήσει και τηλεφωνικά με τον Γενικό Γραμματέα του ΚΚΕ, του ξεκαθάριζε πως ήθελε να αφήσει τον κόσμο ως κομουνιστής.

Σύμφωνα με το ΚΚΕ, την τελευταία επιθυμία του η νεκρώσιμη ακολουθία και η ταφή να πραγματοποιηθούν στην πατρίδα του, το Γαλατά Χανίων, ο μεγάλος μουσουργός την είχε μεταφέρει στον Γ.Γ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα, τη γραμματέα του Ρένα Παρμενίδου και τον Πρόεδρο του «Παγκρητίου Συλλόγου Φίλων Μίκη Θεοδωράκη», Γιώργο Αγοραστάκη.

Αναλυτικά η επιστολή ανέφερε...

«Τώρα στο τέλος της ζωής μου, την ώρα των απολογισμών, σβήνουν απ’ το μυαλό μου οι λεπτομέρειες και μένουν τα «Μεγάλα Μεγέθη». Έτσι βλέπω ότι τα πιο κρίσιμα, τα δυνατά και τα ώριμα χρόνια μου τα πέρασα κάτω από τη σημαία του ΚΚΕ. Για το λόγο αυτό θέλω να αφήσω αυτόν τον κόσμο σαν κομουνιστής.

Θα ήθελα λοιπόν να σε παρακαλέσω εκείνη την ώρα να επιληφθεί εσύ προσωπικά ώστε να γίνει σεβαστή όχι μονάχα η ιδεολογία μου αλλά και οι αγώνες μου για την ενότητα των Ελλήνων. Καθώς επίσης βέβαια και όλα αυτά που ήδη έχω ρυθμίσει, σε συνεννόηση με την γραμματέα μου Ρένα Παρμενίδου και τον φίλο και Πρόεδρο του Παγκρητίου Συλλόγου Φίλων Μίκη Θεοδωράκη, Γιώργο Αγοραστάκη».


H επιστολή του μεγάλου μουσικοσυνθέτη προς τον Γ.Γ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα φέρει ημερομηνία 5/10/2020.

Στη γενέτειρά του, το Γαλατά Χανίων, όπου βρίσκονται και οι τάφοι των γονιών και του αδερφού του, ήθελε να αναπαυθεί για πάντα ο Μίκης Θεοδωράκης.

Διευκρινίζεται ότι σύμφωνα με άρθρο 15 του νόμου 4368/2016 μπορεί κάποιος να ορίσει όλες τις λεπτομέρειες της κηδείας του (τόπο, τύπο κλπ.), αρκεί να υπογράψει σχετική συμβολαιογραφική πράξη, κάτι που σύμφωνα με πληροφορίες είχε κάνει ο Μίκης Θεοδωράκης. Επιπλέον, διαρκώς έρχονται στο φως και άλλες τρείς επιστολές του σπουδαίου μουσικοσυνθέτη (με τελευταία επιστολή από το 2013 στον Δήμαρχο Χανίων, η οποία δημοσιεύτηκε σήμερα), με τις οποίες επαναλαμβάνει με τρόπο απόλυτα σαφή την επιθυμία του.
 Ο Παγκόσμιος Ελληνικός Μύθος Μίκης Θεοδωράκης πέρασε στην Αθανασία ...Τέλος Εποχής


Τελετή Αποχαιρετισμού στον Μίκη Θεοδωράκη και οι Επικήδειοι λόγοι (Video) του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα


Ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής του
ΚΚΕ για το θάνατο του Μίκη Θεοδωράκη

Με βαθιά συγκίνηση κι ένα ακατάπαυστο χειροκρότημα αποχαιρετούμε τον Μίκη Θεοδωράκη, αγωνιστή-δημιουργό, οδηγητή και πρωτεργάτη μιας νέας, μαχόμενης τέχνης στη μουσική.

Ορμητικός, εμπνευσμένος και φλεγόμενος από το πάθος της προσφοράς στο λαό, ο Θεοδωράκης κατόρθωσε να χωρέσει στο μεγαλειώδες έργο του όλο το έπος της λαϊκής πάλης του 20ου αιώνα στη χώρα μας. Άλλωστε, μέρος αυτού του έπους υπήρξε και ο ίδιος.

Από 17 κιόλας χρονών οργανώθηκε στο ΕΑΜ και λίγο μετά στο ΚΚΕ, παίρνοντας μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Τον Δεκέμβρη του ‘44 πολέμησε στη μάχη της Αθήνας, που πνίγηκε στο αίμα και μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού μοιράστηκε με τους συντρόφους του τις άγριες διώξεις του αστικού κράτους ως εξόριστος στην Ικαρία και τη μαρτυρική Μακρόνησο, όπου βασανίστηκε άγρια. 

Στη συνέχεια, αγωνίστηκε μέσα από την ΕΔΑ και τους Λαμπράκηδες για την πολιτιστική αναγέννηση, ενώ «πλήρωσε» με νέες δοκιμασίες, φυλακές και εξορίες, την παράνομη δράση του ενάντια στη δικτατορία των συνταγματαρχών το 1967.

Συγκλονιστικές ήταν οι συναυλίες που έδινε στο εξωτερικό μέχρι την πτώση της δικτατορίας και στη συνέχεια σε όλη την Ελλάδα.

Το 1978 ήταν υποψήφιος δήμαρχος του ΚΚΕ στην Αθήνα, ενώ το 1981 και το 1985 εκλέχτηκε βουλευτής του Κόμματος. «Τα πιο δυνατά και όμορφα χρόνια μου τα έζησα στις γραμμές του ΚΚΕ» είχε δηλώσει στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Κόμμα για να τιμήσει τα 90 χρόνια της καλλιτεχνικής και κοινωνικής προσφοράς του.

Πράγματι ο Θεοδωράκης δεν ξέχασε ποτέ τα ιδανικά της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, που έμειναν ανεκπλήρωτα. Το έργο του είναι μια διαρκής αναμέτρηση με την αδικία και την ηττοπάθεια, ένα σάλπισμα πάλης, νέων αγώνων, αντίστασης, ανάτασης κι ελπίδας. «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις… εκεί που πάει να σκύψει… να την πετιέται από ξαρχής» είναι η απάντησή του στην πίκρα και την απογοήτευση ενός λαού, που τα όνειρά του δεν πήραν ακόμα εκδίκηση.

Αυτή η κατάφαση στη ζωή και τον αγώνα δεν είναι ρηχή και πάντα εύκολη. Κάποιες φορές αναδύεται μέσα από βασανιστικό αναστοχασμό. Χωρίς αμφιβολία ο Μίκης, όσο καλά ήξερε να χτυπά κάθε μικρή και μεγάλη αδικία, το ίδιο καλά ήξερε να εδραιώνει την πίστη ότι η αγάπη, η ευτυχία, η ειρήνη και η ελευθερία είναι πράγματα κατορθωτά. Αλλά κι όσο ρωμαλέα και δυνατά χειριζόταν το «δίκοπο μαχαίρι», το «αστραφτερό σπαθί» της μουσικής του, τόσο εύκολα ήξερε να απαλαίνει το τραγούδι του, αγγίζοντας με τρυφερή ευαισθησία κάθε καλό και ωραίο στη ζωή και τον κόσμο.

Η μουσική του Μίκη είναι ζυμωμένη με όλα εκείνα τα υλικά που φτιάχνουν τη μεγάλη τέχνη, την τέχνη που συλλαμβάνει τον σφυγμό της εποχής της και προαισθάνεται το επερχόμενο. Το αίσθημα, το φρόνημα, η μνήμη και η πείρα του λαού που αγωνίζεται, είναι η πηγή της έμπνευσής του. «Ό,τι φτιάξαμε το πήραμε από το λαό και στο λαό το επιστρέφουμε» έλεγε και αυτό δεν ήταν σεμνοτυφία. 

Ο Θεοδωράκης είχε βαθιά συνείδηση ότι για το προσωπικό του καλλιτεχνικό κατόρθωμα σπουδαίο ρόλο έπαιξε η εποχή του. Είχε απόλυτη επίγνωση ότι στον ιδιαίτερο τρόπο και τον δυναμισμό της τέχνης του αντανακλούσαν οι πράξεις του λαού κι ότι η δική του συμμετοχή στη λαϊκή δράση, παρότι τον αποσπούσε σε κάποιο βαθμό από τη δημιουργία του, ήταν το οξυγόνο της. «Ο καλλιτέχνης που ζει και δημιουργεί μέσα στην πάλη, εξασφαλίζει ξεχωριστή θέση για το έργο του» δήλωνε. Το έργο του είναι λαμπρή απόδειξη ότι η μεγάλη τέχνη είναι πάντα πολιτική είτε το επιδιώκει είτε δεν το επιδιώκει ο δημιουργός της.

Ο Θεοδωράκης είχε και εμπιστοσύνη στο λαό. Πίστευε ότι ο λαός έχει τη δύναμη να κατακτήσει ό,τι πιο υψηλό και όμορφο δημιουργεί ο άνθρωπος στην ιστορία του. Γι’ αυτό και με ιερή αφοσίωση καλλιέργησε μια τέχνη που ανυψώνει το λαό. Ο Μίκης δεν μελοποίησε μόνο έξοχα τον ποιητικό λόγο χωρίς να τον προδίδει, τον αναδημιούργησε και τον παρέδωσε με εκείνη τη μορφή που μπαίνει κατευθείαν στη λαϊκή καρδιά. 
«Έφερε την ποίηση στο τραπέζι του λαού, πλάι στο ποτήρι και το ψωμί του», όπως έγραφε γι’ αυτόν ο Ρίτσος.
Δεν είναι μόνο η ανεπανάληπτη στην ιστορία συνομιλία της μουσικής του με την ποίηση του Ρίτσου στον «Επιτάφιο», που μέσα και από τις συγκλονιστικές ερμηνείες του Μπιθικώτση και του Χιώτη έγινε ένας διαχρονικός λαϊκός θρήνος και ύμνος μαζί στον θάνατο που γονιμοποιεί το μέλλον. 

Ο Θεοδωράκης πέτυχε να μιλήσει με την υψιπετή ποίηση στη λαϊκή ψυχή, ακόμα και μέσα από απαιτητικές και ασυνήθιστες στο λαϊκό αυτί μουσικές φόρμες, όπως αυτές στο «Άξιον Εστί» του Ελύτη, στο «Επιφάνεια-Αβέρωφ» του Σεφέρη, στο «Πνευματικό Εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού κ.ά. 

Στον ποταμό του έργου του συνυπάρχουν σχεδόν όλα τα είδη μουσικής: Οι λαϊκοί δρόμοι και το δημοτικό τραγούδι, αλλά και η αρχαία τραγωδία, το βυζαντινό μέλος, το κλασσικό τραγούδι, η συμφωνική μουσική, τα ορατόρια. Πολύπλευρος και πολυτάλαντος, διανοούμενος καθώς ήταν, είχε και ένα πλούσιο συγγραφικό έργο.

Στην περίπτωση του Μίκη Θεοδωράκη συναντήθηκε η καλλιτεχνική ιδιοφυΐα με μια προσωπικότητα ανήσυχη, άγρυπνη και δημιουργική, που ένοιωθε πάντα την ανάγκη να ξεπερνά τον εαυτό της.

Η μουσική του έσπασε τα σύνορα της χώρας, καθώς η γλώσσα της έχει την οικουμενικότητα από τα κοινά βάσανα, τις ελπίδες, τα οράματα που μοιράζονται όλοι οι λαοί, όλοι οι ταπεινοί της γης. Η παγκόσμια αναγνώριση της καλλιτεχνικής και κοινωνικής προσφοράς του επισφραγίστηκε με το βραβείο Λένιν για την ειρήνη. Και αύριο με τη δική του μουσική θα τραγουδήσουμε μαζί οι λαοί στην Ελλάδα, την Τουρκία, την Κύπρο, τα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή, παντού στη γη, το τραγούδι της ειρήνης.

Στον Μίκη άρεσε να περπατά, να αναπνέει «στους μεγάλους δρόμους, κάτω απ’ τις αφίσες». Και εκεί η μουσική του θα συνεχίζει να ακούγεται, να εμπνέει, να παρακινεί, να διαπαιδαγωγεί. Με τη μουσική του Μίκη θα συνεχίζουμε να πορευόμαστε ώσπου… «να σημάνουν οι καμπάνες» της κοινωνικής απελευθέρωσης. Αλλά και όταν «τελειώσει ο πόλεμος» δεν θα τον ξεχάσουμε... Θα είναι μαζί μας και όταν «κοκκινίζουν τα όνειρα».

Αθάνατος Μίκη!

Στους οικείους του το ΚΚΕ απευθύνει τα θερμά του συλλυπητήρια και τους εύχεται καλή δύναμη.

Περισσότερα: Μίκης Θεοδωράκης


Όταν η Μόσχα ήθελε τον Μίκη γραμματέα του ΚΚΕ

O Θεοδωράκης κρατά στα χέρια του τη Μαργαρίτα και τον Γιώργο, έχοντας στο πλάι του τη σύζυγό του Μυρτώ
O Θεοδωράκης κρατά στα χέρια του τη Μαργαρίτα και
τον Γιώργο, έχοντας στο πλάι του τη σύζυγό του Μυρτώ

Η κόρη του Μίκη Θεοδωράκη Μαργαρίτα, καταγράφει τα γεγονότα που σημάδεψαν μια ολόκληρη εποχή. Το ταξίδι στη Σοβιετική Ένωση, η άρνηση που προκάλεσε την οργή του Κρεμλίνου, η απόδραση της οικογένειας στο Παρίσι την περίοδο της δικτατορίας.

Η πρώτη της επίσκεψη στη Μόσχα, τον Αύγουστο του 1970. Τότε που εκείνη, παιδί ακόμη, φωτογραφιζόταν χαμογελαστή μαζί με τους γονείς και τον αδελφό της στην Κόκκινη Πλατεία, έκανε εκδρομές στα περίχωρα, κολυμπούσε στα νερά του Βόλγα, ενώ την ίδια στιγμή εξελισσόταν μια απροσδόκητη πολιτική ιστορία: 
«Φτάσαμε στη Σοβιετική Ένωση με τον πατέρα μας που ήταν επίσημα προσκεκλημένος από την κυβέρνηση της Ε.Σ.Σ.Δ. Του πρότειναν τη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ στη θέση του τότε γραμματέα Κώστα Κολιγιάννη (1956-1972). Ο μπαμπάς, όμως, δεν γνώριζε ακριβώς τον λόγο της πρόσκλησης - σκεφτόταν, προφανώς η Σοβιετική Ένωση ήθελε να τιμήσει τον κομμουνιστή επαναστάτη! Φυσικά, μετά την πρότασή τους και ύστερα από πολλές στείρες συζητήσεις, διαφώνησε μαζί τους. Στη Μόσχα έγιναν οι πολλές συζητήσεις. Εμείς με τη μαμά και με τη μεταφράστρια-συνοδό μας (της ΚGB), την ευχάριστη Γκαλίνα, αλωνίζαμε την πόλη βδομάδες ολόκληρες… Αξέχαστη και η χλιδή που περιέβαλλε τα κομματικά στελέχη...!» διηγείται η ίδια.

Από τις πιο έντονες αλλά και ιδιαιτέρως συμβολικές αναμνήσεις της από εκείνο το ταξίδι στη Ρωσία, η οποία έμοιαζε παράδεισος στα παιδικά της μάτια, όπως η ίδια εξομολογείται, είναι η επίσκεψη στο σπίτι του σπουδαίου συγγραφέα Αντον Τσέχωφ:
«Κάποια μέρα, λοιπόν, στη Γιάλτα πήγαμε να επισκεφτούμε το σπίτι του συγγραφέα Αντον Τσέχωφ που έζησε εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Ήταν απόγευμα, ο ήλιος έγερνε στον γαλήνιο κήπο όπου κάθισε ο μπαμπάς δίπλα στο μαρμάρινο τραπέζι και έγραψε δυο λόγια στο βιβλίο των επισκεπτών. Σίγουρα υπάρχει ακόμα η αφιέρωσή του. Υπάρχει και μια φωτογραφία. Τον τράβηξαν καθώς έγραφε. Όταν την κοιτάζω νιώθω σαν να βλέπω ένα ιστορικό γεγονός. Γύρω μας, αμέτρητα δέντρα, αμέτρητα παρτέρια με λουλούδια και αμέτρητα μονοπάτια! Ήμασταν, θαρρείς, στον Παράδεισο. Γι’ αυτό εμείς τα παιδιά περπατούσαμε ευλαβικά σαν σε άγιο τόπο».

Λίγες ώρες μετά, όμως, η εξαιρετική έως τότε ρωσική φιλοξενία θα αλλάξει πρόσωπο. Η οικογένεια του Μίκη Θεοδωράκη δεν ήταν πλέον ευπρόσδεκτη στη χώρα και είχε δοθεί εντολή την εγκαταλείψει άρον άρον: «Κι ύστερα οι συνοδοί μας πήραν την εντολή να φύγει ο μπαμπάς, και φύγαμε. Όταν επιστρέψαμε στη Μόσχα, στο αεροδρόμιο, οι συνοδοί μας, της KGB, μεταμορφώθηκαν σε αντιπαθητικούς κρατικούς υπαλλήλους, μες στον εκνευρισμό. Με βιασύνη περάσαμε το τελωνείο και τον έλεγχο των διαβατηρίων. Ήθελαν να φύγουμε μια ώρα αρχύτερα. Το ίδιο και περισσότερο ήθελαν κι οι γονείς μας.

Ενώ περνάγαμε από τη μια άδεια αίθουσα στην άλλη άδεια αίθουσα, που κατέληγαν στους εξωτερικούς αεροδιαδρόμους, είδαμε πέρα από μια θεόρατη τζαμαρία, στο βάθος μακριά, μία ομάδα νεαρών που κουνούσαν έντονα τα χέρια τους και μας χαιρετούσαν με πάθος και μανία! Τους βλέπαμε που φώναζαν, όμως δεν τους ακούγαμε πίσω από την τεράστια τζαμαρία. Δίπλα μας στεκόταν ο συνοδός του μπαμπά, ένας τεράστιος κι ογκώδης άντρας, ο συνομιλητής του μέρα νύχτα· Ανατόλ νομίζω πως τον έλεγαν - θα ρωτήσω τον μπαμπά. Ήταν, φυσικά, στέλεχος της KGB. Είπε στον μπαμπά πως οι νεαροί ήταν Έλληνες από την Τασκένδη κι είχαν ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα για να τον δουν!

Ύστερα από μια βδομάδα ταξίδι με το τρένο και αμέτρητες στάσεις στα κοντρόλ της Αστυνομίας, έφτασαν ίσα ίσα την ώρα της αναχώρησής μας! Ζήτησαν να δουν, να μιλήσουν με τον μπαμπά, ή τουλάχιστον να τον χαιρετήσουν. Όμως είπε ο Ανατόλ πως άδεια δεν πήραν για να τον δουν, κι ας είχαν ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα... Και τώρα, με κουνήματα και μορφασμούς προσπαθούσαν να δώσουν στον μπαμπά να καταλάβει πόσο τον υπεραγαπούσαν! Βλέπετε, ο μπαμπάς τούς είχε επισκεφτεί στην Τασκένδη το 1966 με την ορχήστρα του, τη Μαρία Φαραντούρη και τον Αντώνη Καλογιάννη, και η μουσική του ήταν μια άσβεστη φλόγα για τους απομονωμένους και ξεχασμένους Έλληνες αντάρτες και τα παιδιά τους που είχαν γεννηθεί στα βάθη της Ασίας. Στην τεράστια τζαμαρία ήταν παιδιά Ελλήνων ανταρτών που είχαν γεννηθεί στα βάθη της Ασίας!».

Μετά τη Μόσχα η οικογένεια Θεοδωράκη δεν επέστρεψε στην Ελλάδα αλλά στο Παρίσι, όπου ζούσε μόνιμα εκείνη την εποχή. Στη φιλόξενη πόλη όπου κατέφυγαν, αφού πρώτα είχαν βιώσει στο πετσί τους τη σκληρότητα και το μίσος της χούντας που έβλεπε στο πρόσωπο του Μίκη έναν από τους πιο μεγάλους και επικίνδυνους εχθρούς της που παρέμενε «αμετανόητος» παρά τις φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, τις εξορίες. Αυτό που τελικά τον έσωσε από τα χέρια τους, ήταν, σύμφωνα με τις αναμνήσεις της Μαργαρίτας, μια... σκωληκοειδίτιδα!

«Ολ’ αυτά έγιναν λίγο μετά την απελευθέρωση του μπαμπά από τη χούντα, όταν ο Γάλλος πολιτικός Jean-Jacques Servan-Schreiber ήρθε με θράσος και τον ζήτησε από τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο προσωπικά, ενώ ο μπαμπάς φούσκωνε επικίνδυνα. Η κοιλιά του είχε γίνει τούμπανο και έτσι τον μετέφεραν από το στρατόπεδο του Ωρωπού στο νοσοκομείο της Νίκαιας.

Η χούντα νόμιζε πως είχε καρκίνο στο στομάχι. Σκέφτηκε, λοιπόν, πως έτσι θα τον ξεφορτωνόταν! Τελικά, ο μπαμπάς είχε μια απλή σκωληκοειδίτιδα που όμως κανείς δεν την είχε διαγνώσει κι αυτή μετατράπηκε σε καραμπινάτη περιτονίτιδα! Έσπασε τη στιγμή που ο μπαμπάς, ελεύθερος πια, βρισκόταν στη Ρώμη, σε τεράστια πλατεία, Πρωτομαγιά του 1970, πάνω στην εξέδρα με τον Enrico Berlinguer, μετέπειτα αρχηγό του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ιστορικό ηγέτη της Αριστεράς, μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες λαού, στην κεντρική ομιλία της Πρωτομαγιάς. Το πλήθος θαύμαζε τον ήρωα, τον μαχητή της Αντίστασης, τον κομμουνιστή, τον πατέρα μου! Το πλήθος ζητωκραύγαζε μπροστά στον επαναστάτη! Ο ιταλικός λαός τον λάτρευε! Κι ο μπαμπάς ξεκίνησε τον χαιρετισμό του σε άπταιστα ιταλικά και... λιποθύμησε. Η εγχείρηση, σε νοσοκομείο της Ρώμης, κράτησε πάνω από τέσσερις ώρες, καθώς το πύον είχε πια απλωθεί μέσα σε όλη του την κοιλιά. Έβγαλαν τα έντερα μου και τα έπλυναν!» μας έλεγε αργότερα ο μπαμπάς. «Κόντεψα, πραγματικά, να πεθάνω! Μ’ έσωσε ένας σπουδαίος γιατρός». Ήταν ο προσωπικός γιατρός τού Berlinguer, ο professore Garofalo. Κι εμείς, παιδιά, βάλαμε κι αυτό το συμβάν μέσα στο πάνθεον των κατορθωμάτων του μπαμπά!».

Ιδιαίτερα γλαφυρή και συναισθηματικά φορτισμένη είναι η διήγηση της Μαργαρίτας Θεοδωράκη για το ανοιξιάτικο βράδυ που η ίδια μαζί με τη μητέρα της και τον αδελφό της φυγαδεύτηκαν κάτω από άκρα μυστικότητα στο Παρίσι, όπου η οικογένειά τους θα ενωνόταν, επιτέλους, ξανά: 
«Ολ’ αυτά έγιναν τέλη Απριλίου του 1970, κι εμείς ζούσαμε πάντα στη Νέα Σμύρνη, όμηροι της χούντας, έλεγαν οι μεγάλοι. Γι’ αυτό το σκάσαμε την Πρωτομαγιά! Η μαμά, ο Γιώργος κι εγώ, παριστάνοντας τους Γάλλους! Με τη βοήθεια Γάλλων φίλων του Schreiber και κατόπιν φίλων καρδιακών τον γονιών μας στη Γαλλία πλέον. Κάναμε, δήθεν, κρουαζιέρα στο Αιγαίο με ένα ιστιοφόρο νοικιασμένο από τον εφοπλιστή Ποταμιάνο (πού να το ήξεραν κι αυτοί!). Και καταλήξαμε στη Χίο. Από κει, με γαλλικά διαβατήρια και τη μαμά μεταμφιεσμένη με καφετιά περούκα και μαύρα γυαλιά, περάσαμε στην Τουρκία με το καραβάκι της γραμμής Χίος - Τσεσμές!

Το πρώτο μας ταξίδι εκτός Ελλάδας, μετά κάμποσα χρόνια από την άφιξή μας στην πατρίδα όταν ήρθαμε μωρά από το Παρίσι. Ήμουνα 11 χρονών κι ο Γιώργος δέκα. Φτάσαμε στην Τουρκία από τη θάλασσα, όπως είχαν φύγει το ’22 άρον άρον κυνηγημένοι όλοι οι δικοί μας· εκατομμύρια δικοί μας. Μπροστά μας φάνηκε η πατρίδα της γιαγιάς Άσπας, της μαμάς του μπαμπά. Ο Τσεσμές! Μια πόλη μυθική, μια πόλη μαγική... Την άλλη μέρα πετάξαμε με το αεροπλάνο από τη Σμύρνη έως το Γκρατς της Αυστρίας, ενώ το προηγούμενο βράδυ είχαμε κοιμηθεί, πάλι κρυφά και κανονισμένα από τους Γάλλους φίλους μας, στο “Club Méditerranée” της Σμύρνης. Μάλιστα, αφού δεν κοιμηθήκαμε εκεί επισήμως, τα σεντόνια του δωματίου που μας έβαλαν μέσα κρυφά, ήταν άστρωτα και χρησιμοποιημένα, πράγμα που αναστάτωσε τη μίζερη μητέρα μας, αλλά εμείς κοιμηθήκαμε, θυμάμαι, μια χαρά!».

H οικογένεια Θεοδωράκη στην Κόκκινη Πλατεία Mikis con sus hijos Margarita y George y su esposa Myrto en Moscú
H οικογένεια Θεοδωράκη στην Κόκκινη Πλατεία
Mikis con sus hijos Margarita y George
y su esposa Myrto en Moscú

Η άρνηση του Μίκη να αναλάβει γενικός γραμματέας του ΚΚΕ δυσαρέστησε έντονα τους Σοβιετικούς.

Τα δυο παιδιά, η Μαργαρίτα και ο Γιώργος, ρουφούσαν με τα παιδικά τους μάτια κάθε νέα εικόνα. Παρ’ όλα αυτά, δεν γνώριζαν πού πήγαιναν ούτε γιατί έφυγαν από το σπίτι τους μέσα στη νύχτα. Κανείς δεν γνώριζε. Ούτε καν η γιαγιά και ο παππούς, που εκείνο το βράδυ έμελλε να τον χαιρετίσουν για τελευταία φορά: «Φύγαμε εκείνη την Πρωτομαγιά του 1970 κρυφά από το σπίτι μας στη Νέα Σμύρνη. Μα ούτε κι εμείς τα παιδιά ξέραμε πού πηγαίναμε! “Πάμε μια εκδρομή, παιδιά μου, τώρα που είναι Πρωτομαγιά;” μας είπε, δήθεν, η μαμά.

Κι εμείς, σαστισμένα, το χάψαμε. Γιατί ποτέ άλλοτε η μαμά δεν μας είχε προτείνει κάτι τόσο επαναστατικό για μικρά παιδιά, που όλος ο κόσμος μας μοιραζόταν ανάμεσα στη Νέα Σμύρνη και στο Βραχάτι, τα δυο μας σπίτια, τις δυο φωλιές μας. Θα 'ταν ύβρις να τρέχει η μαμά σ’ εκδρομές και πανηγύρια όταν ο μπαμπάς βρισκόταν, ούτε μια βδομάδα πριν, δεσμώτης στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ωρωπού μαζί με χιλιάδες συντρόφους του. Αυτό το ξέραμε και ήμασταν περήφανα για τον αγώνα του πατέρα μας. Όλα τα ξέραμε και καταλαβαίναμε πως η μαμά έπρεπε να έχει πάντα την ησυχία της με την αμέτρητη στενοχώρια της. Μα ούτε και στους γονείς της είπε την αλήθεια. Φοβόταν μήπως μετά τους αναγκάσουν να μιλήσουν... “Θα πάμε μια πρωτομαγιάτικη εκδρομή με Γάλλους φίλους”, τους είχε πει.

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας μας για την “εκδρομή”, έβλεπα τον έντονο εκνευρισμό και την ανησυχία στα μάτια της γιαγιάς μου Μαργαρίτας. Και γυρόφερνε κούτσα κούτσα, κούτσα κούτσα με τα άρρωστα πόδια της, πάντα βιαστική. Η μικροσκοπική γιαγιά μου!

Δεν τον ξαναείδε τον μπαμπά της η μαμά μου. Ούτε κι εμείς τον παππού μας. Κάποιο βράδυ του 1971 στο Παρίσι, μας τηλεφώνησαν από την Ελλάδα και της είπαν πως ο παππούς πέθανε. Πήγε σε μιαν άκρη κι έκλαψε. Εκείνο το βράδυ μείναμε οι τρεις μας σιωπηλοί, αφήνοντας τη μαμά μας ήσυχη, μόνη με τον πόνο της. Ούτε στην κηδεία του μπόρεσε να πάει... Εμείς χάσαμε τον σοφό παππού μας, που από μωρά τριγυρνάγαμε ανάμεσα στα γέρικα ποδάρια του».

Οι ανατροπές και οι μετακινήσεις πολλές για δύο μικρά παιδιά. Τα συναισθήματά τους, σίγουρα, ανάμεικτα. Η παιδική αφέλεια και ο ενθουσιασμός της περιπέτειας συμπορεύονταν με τον φόβο αλλά και την ελπίδα που ήταν μία και μοναδική: Να ξαναβρεθούν όλοι μαζί! Και όταν αυτό συνέβη, στο Παρίσι, δεν μπορούσαν να κρύψουν τη χαρά και την ανακούφισή τους. Η εικόνα που μεταφέρει η Μαργαρίτα από εκείνες τις στιγμές είναι ολοζώντανη: 
«Κουρνιασμένα στην αγκαλιά της μανούλας μας, είχαμε τώρα και για πάντα κοντά μας τον μπαμπά μας, που χαϊδεύαμε, που αγκαλιάζαμε, που φιλούσαμε, που μας έσφιγγε μέσα στα τεράστια χέρια του, που δεν σταματούσαμε να του μιλάμε, να του λέμε, να του λέμε, να του λέμε... Και που μας μιλούσε ασταμάτητα, μας εξιστορούσε ασταμάτητα!».


Από το βιβλίο της κ. Μαργαρίτας Θεοδωράκη με τίτλο
«Αναμνήσεις ενός κοριτσιού» Εκδόσεις ΙΑΝΟΣ Δεκ 2020

by Sophia-Ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση

Περισσότερα » Μίκης Θεοδωράκης


Δεν υπάρχουν σχόλια: