25/10/13

Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης ο Αρματωμένος την Αρματωσιά του Θεού (Αφιέρωμα)

Εικόνα του Αγίου Δημητρίου στους Αγίους Ισιδώρους Λυκαβηττού

Έρευνα, Αφιέρωμα Σοφία Ντρέκου
 εις μνήμη του πατρός μου Δημητρίου †

26 Οκτωβρίου Μνήμη του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλήτου

25 Μαΐου Μνήμη ευρέσεως της ιεράς εικόνας του Αγίου Μεγαλομάρτυρα
Δημητρίου του Μυροβλύτου στην Ερμούπολη της Σύρου το 1936 μ.Χ.

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε περί το 280 - 284 μ.Χ. και μαρτύρησε επί των αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού το 303 μ.Χ. ή το 305 μ.Χ. ή (το πιο πιθανό) το 306 μ.Χ.

Ο Βίος του Αγίου Δημητρίου από το βιβλίο «Ασάλευτο Θεμέλιο» του Φωτίου Κόντογλου, Ακρίτας 1996. Ο Φώτης Κόντογλου, συνέβαλε με το έργο του στην διατήρηση της Ελληνορθόδοξης Παράδοσής μας. Τα 16 μικρά κείμενα στο Ασάλευτο Θεμέλιο άλλοτε διηγήματα και άλλοτε συνεπτυγμνένα, δυσεύρετα σήμερα, αναδημοσιεύονται με σκοπό να αφυπνίσουν.

Αρματωμένος την Αρματωσιά του Θεού. 
Άγιος Δημήτριος ο Μυροβλύτης 


Μεθαύριο είναι η γιορτή του αγίου Δημητρίου, μεγάλη γιορτή για όλη την Ελλάδα, πλην ιδιαίτερα για τη Θεσσαλονίκη, που είναι κ η πατρίδα του. Εκεί θα γίνει φέτος μεγαλύτερη πανήγυρη, επειδή γιορτάζουνε τα εγκαίνια της φημισμένης εκκλησιάς του, που κάηκε στα 1917 και τώρα είναι πάλι ξανακαινουργιευμένη από την υπηρεσία του υπουργείου της Παιδείας.

Η πρώτη εκκλησιά ήτανε ένα χτίριο από τα πιο αρχαία της χριστιανοσύνης, χτισμένη εκατό χρόνια ύστερα από τα 303 μ.X., που μαρτύρησε ο άγιος Δημήτριος. Αλλά κάηκε ύστερα από 300 χρόνια και ξαναχτίσθηκε τον καιρό που βασίλευε ο Λέοντας ο Σοφός. 

Αυτά τα ιστορικά και κάθε άλλη πληροφορία για το χτίριο, για τα ψηφιδωτά που στολίζουνε τους τοίχους, για τις τοιχογραφίες, μπορεί κανένας να τα μελετήσει καταλεπτώς σ ένα χρήσιμο βιβλίο που έγραψε τελευταία στην απλή γλώσσα ο ξεχωριστός βυζαντινολόγος Ανδρέας Ξυγγόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.

Ο άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυό παλληκάρια της χριστιανοσύνης. Αυτοί είναι κάτω στη γη, κ οἱ δυό αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ είναι απάνω στον ουρανό. Στα αρχαία χρόνια τους ζωγραφίζανε δίχως άρματα, πλην στα κατοπινά τα χρόνια τους παριστάνουνε αρματωμένους με σπαθιά και με κοντάρια και ντυμένους με σιδεροπουκάμισα. Στον έναν ώμο έχουνε κρεμασμένη την περικεφαλαία και στον άλλον το σκουτάρι, στη μέση είναι ζωσμένοι τα λουριά που βαστάνε το θηκάρι του σπαθιού και το ταρκάσι πόχει μέσα τις σαγίτες και το δοξάρι.

Τα τελευταία χρόνια, ύστερα από το πάρσιμο της Πόλης, οι δυο αυτοί άγιοι και πολλές φορές κι άλλοι στρατιωτικοί άγιοι ζωγραφίζουνται καβαλλικεμένοι απάνω σε άλογα, σε άσπρο ο άγιος Γεώργης, σε κόκκινο ο άγιος Δημήτρης. Κι ὁ μεν ένας κονταρίζει ένα θεριό κι ο άλλος έναν πολεμιστή, τον Λυαίο.


Αυτά τα άρματα που φοράνε ετούτοι οι άγιοι, παριστάνουνε όπλα πνευματικά, σαν και κείνα που λέγει ο απόστολος Παύλος:
  • «Ντυθήτε την αρματωσιά του Θεού για να μπορέσετε να αντισταθήτε στα στρατηγήματα του διαβόλου. Γιατί το πάλεμα το δικό μας δεν είναι καταπάνω σε αίμα και σε κρέας, αλλά καταπάνω στις αρχές, στις εξουσίες, καταπάνω στους κοσμοκράτορες του σκοταδιού σε τούτον τον κόσμο και καταπάνω στα πονηρά πνεύματα στον άλλον κόσμο. Για τούτο ντυθήτε την πανοπλία του Θεού, για να μπορέσετε να βαστάξετε κατά την πονηρή την ημέρα, κι ἀφοῦ κάνετε όσα είναι πρεπούμενα, να σταθήτε. Το λοιπόν, σταθήτε γερά, έχοντας περιζωσμένη τη μέση σας με αλήθεια, και ντυμένοι με το θώρακα της δικαιοσύνης και με τα πόδια σας σανταλωμένα για να κηρύξετε το Ευαγγέλιο της ειρήνης κι από πάνω από όλα σκεπασθήτε με το σκουτάρι της πίστης, που με δαύτο θα μπορέσετε να σβήσετε όλες τις πυρωμένες σαγίτες του πονηρού. Και φορέσετε την περικεφαλαία της σωτηρίας και το σπαθί του πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού».
Αυτός ο ηρωικός και καρτερικός χαραχτήρας, που έχουνε οι πολεμιστές οπού μαρτυρήσανε για τον Χριστό σαν άκακα αρνιά, ανάγεται στα πνευματικά.

Ο άγιος Δημήτριος περισκεπάζει όλη την οικουμένη, όπως λέγει το τροπάρι του, αλλά ιδιαίτερα προστατεύει τη Θεσσαλονίκη, που τη γλύτωσε πολλές φορές και στέκεται κι ανθίζει ως τα σήμερα, καινούριος μέγας Αλέξαντρος, που η δύναμή του κ η αντρεία του δεν χαθήκανε με το θάνατό του, όπως έγινε στον Αλέξαντρο, αλλά ζει και φανερώνεται στον αιώνα, σ' όσους τον παρακαλάνε με θερμή καρδιά.


Η πατρίδα του βρίσκεται ολοένα σε κίνδυνο και σε σκληρές περιστάσεις κι ολοένα τον κράζει να τη βοηθήσει και να τη γλυτώσει. Και φέτος, ύστερα από τόσες γενεές που προστρέξανε με δάκρυα στην προστασία του, πάλι θα δράμουνε οι βασανισμένοι χριστιανοί στην εκκλησία του και θα κλάψουνε και θα ψάλλουνε πάλι το τροπάρι που λέγει: 
  • «Φρούρησον, πανεύφημε, την σε μεγαλύνουσαν πόλιν από των εναντίον προσβολών, παρρησίαν ως έχων προς Χριστόν τον σε δοξάσαντα».
Ο άγιος Δημήτριος, ο μεγαλομάρτυς και μυροβλύτης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στα 260 μ.X. Οι γονιοί του ήτανε επίσημοι άνθρωποι κι ὁ Δημήτριος κοντά στη φθαρτή δόξα που είχε από το γένος του, ήτανε στολισμένος και με χαρίσματα άφθαρτα, με φρονιμάδα, με γλυκύτητα, με ταπείνωση, με δικαιοσύνη και με κάθε ψυχική ευγένεια. Όλα τούτα ήτανε σαν ακριβά πετράδια που λάμπανε απάνω στην κορόνα που φορούσε, κι αυτή η κορόνα ήτανε η πίστη στον Χριστό.

Εκείνον τον καιρό βασίλευε στη Ρώμη ο Διοκλητιανός κι είχε διορισμένον καίσαρα, στα μέρη της Μακεδονίας και στα ανατολικά, ένα σκληρόκαρδο και αιμοβόρον στρατηγό που τον λέγανε Μαξιμιανό, θηρίο ανθρωπόμορφο, όπως ήτανε όλοι αυτοί οι πολεμάρχοι, που βαστούσανε κείνον τον καιρό με το σπαθί τον κόσμο, ο Διοκλητιανός, ο Μαξέντιος, ο Μαξιμίνος, ο Γαλέριος, ο Λικίνιος, πετροκέφαλοι, αγριοπρόσωποι, δυνατοσάγωνοι, πικρόστομοι, με λαιμά κοντά και χοντρά σαν βαρέλια, αλύπητοι, φοβεροί. Αυτός διώρισε τον Δημήτριο άρχοντα της Θεσσαλονίκης κι ὅταν γύρισε από κάποιον πόλεμο, μάζεψε τους αξιωματικούς στη Θεσσαλονίκη για να κάνουνε θυσία στα είδωλα. Τότε ο Δημήτριος είπε πως είναι χριστιανός και πως δεν παραδέχεται για θεούς τις πελεκημένες πέτρες.


Ο Μαξιμιανός φρύαξε και πρόσταξε να τον δέσουνε και να τον φυλακώσουνε σ' ένα λουτρό. Όσον καιρό ήτανε φυλακισμένος, ο κόσμος πρόστρεχε με θρήνο κι άκουγε τον Δημήτριο που δίδασκε το λαό για την πίστη του Χριστού.



εικ. Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη 
δια χειρός Φώτη Κόντογλου το 1948 
βρίσκεται στον Ι.Ν. Αγίου Ανδρέα Κάτω Πατησίων.

Ένα παλληκαρόπουλο, ο Νέστορας, πήγαινε κι αυτός κάθε μέρα κι ἄκουγε τη διδασκαλία του. Εκείνες τις ημέρες, παλεύανε πολλοί αντρειωμένοι μέσα στο στάδιο κι ο Μαξιμιανός χαιρότανε γι’ αυτά τα θεάματα· μάλιστα είχε σε μεγάλη τιμή έναν μπεχλιβάνη που τον λέγανε Λυαίο, άνθρωπο θηριόψυχο και χεροδύναμο, ειδωλολάτρη και βλάστημο, φερμένον από κάποιο βάρβαρο έθνος.

Βλέποντας ο Νέστορας πως τους είχε ρίξει κάτω όλους αυτός ο Λυαίος, και πως καυχιότανε πως είχε τη δύναμη του Άρη και πως κανένας ντόπιος δεν αποκοτούσε να παλέψει μαζί του, πήγε στη φυλακή και παρακάλεσε τον άγιο Δημήτριο να τον βλογήσει για να ντροπιάσει τον Λυαίο και τον Μαξιμιανό και τη θρησκεία τους.


Κι ὁ άγιος Δημήτριος έκανε την προσευχή του και τον σταύρωσε και παρευθύς έδραμε ο Νέστορας στο στάδιο και πάλεψε με κείνον τον άγριο το γίγαντα και τον έριξε χάμω και τον έσφαξε. Τότε ο Μαξιμιανός έγινε θηρίο από το θυμό του και μαθαίνοντας πως ο Νέστορας ήτανε χριστιανός και πως τον είχε βλογήσει ο Δημήτριος, πρόσταξε να τους σκοτώσουνε.


Σαν πήγανε στη φυλακή οι στρατιώτες, τρυπήσανε τον Δημήτριο με τα κοντάρια και έτσι πήρε τ' αμάραντο στέφανο, στις 26 Οκτωβρίου 296· μάλιστα είναι γραμμένο πως σαν είδε τους στρατιώτες να ρίχνουνε τα κοντάρια καταπάνω του, σήκωσε ψηλά το χέρι του και τον πήρανε οι κονταριές στο πλευρό, για να αξιωθεί το τρύπημα της λόγχης που δέχτηκε ο Χριστός στην πλευρά του κ έβγαλε αίμα και νερό η λαβωματιά του.


Τον Νέστορα τον αποκεφαλίσανε την άλλη μέρα έξω από το κάστρο. Οι χριστιανοί σηκώσανε τα άγια λείψανα και τα θάψανε αντάμα, κι από τον τάφο έβγαινε άγιο μύρο που γιάτρευε τις αρρώστιες, για τούτο τον λένε και μυροβλύτη. Απάνω στον τάφο χτίσθηκε εκκλησιά, τον καιρό που βασίλεψε ο μέγας Κωνσταντίνος


Στα κατοπινά χρόνια χτίσθηκε η μεγάλη εκκλησιά η τωρινή και στα 1143 ο βασιλέας Μανουήλ ο Κομνηνός έστειλε και πήρε στην Κωνσταντινούπολη την εικόνα του αγίου και την έβαλε στο μοναστήρι του Παντοκράτορος που ήτανε χτισμένη η εκκλησία του από τους Κομνηνούς και που τη λένε σήμερα Ζεϊρέκ και την είχανε κάνει παλαιότερα τεκέ οι ντερβίσηδες.

Στα εικονίσματά του είναι ζωγραφισμένος απάνω σε κόκκινο αντρειωμένο άλογο, που κοιτάζει σαν άνθρωπος, ομορφοσελωμένο, στολισμένο με χάμουρα και με γκέμια χρυσά, με τα μπροστινά ποδάρια σηκωμένα στον αγέρα, με την ουρά ανακαμαριασμένη, αλαφιασμένο από τον Λυαίο που κείτεται ματοχωμένος χάμω, τρυπημένος από το κοντάρι του αγίου Δημητρίου. Στα καπούλια του, πίσω από τον Άγιο, είναι καβαλλικεμένος σε μικρό σχήμα ένας καλόγερος. Είναι ο επίσκοπος Γαβριήλ, δεσπότης του Δαμαλά, που τον πιάσανε σκλάβο οι κουρσάροι μπαρμπερίνοι στα 1603 και τον πουλήσανε στο Αλγέρι, στον μπέη, που τον επήρε στο σεράγι του.


Κάθισε κάμποσα χρόνια σκλάβος και παρακαλούσε μέρα νύχτα με δάκρυα να τον λευτερώσει ο άγιος Δημήτριος. Όπου, μια μέρα σαν αύριο, παραμονή τ' αγίου Δημητρίου, τον είδε στον ύπνο του πως πήγε με τ άλογο και τον έβαλε καβάλα και φύγανε από την Αραπιά. Και σαν ξύπνησε το πρωί, βρέθηκε λεύτερος στη Θεσσαλονίκη και δόξασε το Θεό και τον άγιο Δημήτριο και μπήκε σ ένα καράβι και πήγε στον Πόρο κι από τότε στα εικονίσματά του ζωγραφίζανε και το δεσπότη.

  • Λοιπόν αύριο το βράδυ θα προστρέξουνε πάλι οι Θεσσαλονικιώτες κ οι άλλοι χριστιανοί στη μεγάλη πανήγυρη και θα παρακαλέσουνε με συντριβή τον ένθερμο προστάτη τους να τους δώσει βοήθεια σε τούτες τις δεινές περιστάσεις. Και θα μαζευτούνε ο λαός ο ορθόδοξος κ οι άρχοντες κ οι δεσποτάδες και παπάδες και καλόγεροι και θα ψάλουνε στο μεγάλον εσπερινό τα κατανυχτικώτατα τροπάρια, με το μουσικό μέλος της Ορθοδοξίας· γιατί η Θεσσαλονίκη είναι η κιβωτός που σώθηκε η ορθόδοξη λατρεία από τον κατακλυσμό της φραγκολεβαντινιάς που πάγει να μας πνίξει με τους ανούσιους νεωτερισμούς της.

Εκεί θα συναχτούνε οι καλοί οι ψαλτάδες που ψέλνουνε ακόμα με κείνη τη σοβαρή ψαλμωδία που κρατά από τότε που θεμελιώθηκε η σεβάσμια τούτη εκκλησία, πούναι το καύχημα κ ἡ παρηγοριά της Ανατολής, ύστερα από την Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης.

Και μεθαύριο στη λειτουργία, θα ψάλουνε στους Αίνους τα εξαίσια προσόμοια που είναι γεμάτα πόνο και ελπίδα και αγιασμένον ενθουσιασμό. Τάχει συνθέσει ένας από τους γλυκύτερους ποιητές της εκκλησίας μας, ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ψυχή πονεμένη και καρτερική. Και θα σας εξηγήσω με λίγα λόγια πως βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και μελώδησε αυτά τα συγκινητικά τροπάρια.

Αυτός ο άγιος μαζί με τον αδελφό του τον Θεόδωρο λέγονται «Θεόδωρος και Θεοφάνης οι Γραπτοί». Γεννηθήκανε στην Παλαιστίνη και γινήκανε μοναχοί και ύστερα χειροτονηθήκανε παπάδες και ησυχάσανε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα. Ήτανε κι οἱ δυό σπουδασμένοι στο έπακρο και γνωρίζανε κατά βάθος την ελληνική και την αραβική γλώσσα.


Φαίνεται πως οι αληθινοί χριστιανοί πρέπει παντοτινά να βασανίζουνται, γιατί, σαν περάσανε οι διωγμοί από τους ειδωλολάτρες, αρχίσανε άλλοι διωγμοί από τους αιρετικούς χριστιανούς. Κι ὅσοι βασανισθήκανε από τους ειδωλολάτρες γινήκανε μάρτυρες, κι ὅσοι βασανισθήκανε από τους χριστιανούς αιρετικούς γινήκανε ομολογητές.


Τέτοιοι ομολογητές είναι και γράφουνται και τα δυό τούτα αγιασμένα αδέλφια, ο Θεόδωρος κι ὁ Θεοφάνης. Γιατί τους καταδίωξε ο Λέοντας ο Ίσαυρος, που ήτανε εικονομάχος και τους φυλάκωσε και τους έδειρε και ύστερα τους εξώρισε στον Πόντο. Κι ὁ μεν Θεόδωρος τελείωσε τον αγώνα στη δεύτερη εξορία που τους έστειλε ο Θεόφιλος, ο τρίτος εικονομάχος αυτοκράτορας ύστερα από τον Λέοντα, και πέθανε σ ένα ερημονήσι που το λέγανε Αρουσία, μέσα σε μεγάλα δεινά και σε στερήσεις. 

Ο δε Θεοφάνης εξωρίσθηκε στη Θεσσαλονίκη κ ἐκεῖ, σκλάβος και τυραννισμένος, σύνθεσε με κλαυθμό ψυχής αυτά τα τροπάρια, που με δαύτα ικετεύει τον άγιο Δημήτριο να γλυτώσει τη χριστιανοσύνη από τους ασεβείς και τυραννικούς ανθρώπους, και τη Θεσσαλονίκη από τους βαρβάρους που τη ζώνανε. Και λέγουνται Γραπτοί, επειδή ο Θεόφιλος πρόσταξε και τυπώσανε με πυρωμένο σίδερο απάνω στα μέτωπά τους ένα αδιάντροπο ποίημα που έκανε κάποιος αυλοκόλακας. 

Ο άγιος Θεοφάνης, άμα πέθανε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, ψηφίσθηκε επίσκοπος Νικαίας και εκοιμήθη, γέροντας γεμάτος από πνευματική ευωδία, στα 850 μ.X. Ο Νικηφόρος Κάλλιστος τον λέγει ηδύφωνον μουσικόν αυλόν κι ὁ Σουΐδας ποιητήν. Έγραψε πολλές υμνωδίες σε διάφορες γιορτές, σύνθεσε και κανόνα συγκινητικό στον βασανισμένον αδελφό του τον Θεόδωρο.

Από τα τροπάρια των Αίνων που είπαμε, το πρώτο έχει περισσότερον πόνο και πάθος και σ αὐτὸ συνεταίριαξε ο ποιητής τεχνικά τη θλίψη του για το διωγμό της ορθοδοξίας με το υμνολόγημα του αγίου και με την καρτερική ελπίδα για τη σωτηρία της θεοσκέπαστης Θεσσαλονίκης, που και κείνον τον καιρό βρισκότανε σε αγωνία. Αυτά τα τροπάρια ταιριάζουνε πάντα στις δεινές δοκιμασίες που πέρασε απανωδιαστά η Θεσσαλονίκη από τον καιρό του Διοκλητιανού ίσαμε σήμερα.
  • Παρακάτω βάζω αυτό το τροπάρι και το μεταγυρίζω στην απλή γλώσσα, πλην χωρίς να μπορέσω να σιμώσω στο πρωτόγραφο:
«Δεύρο, μάρτυς Χριστού, προς ημάς, σου δεομένους συμπαθούς επισκέψεως και ρύσαι κεκακωμένους τυραννικαίς απειλαίς και δεινή μανία της αιρέσεως· υφ ἧς ως αιχμάλωτοι και γυμνοί διωκόμεθα, τόπον εκ τόπου διαρκώς διαμείβοντες και πλανώμενοι εν σπηλαίοις και όρεσιν. 

Οίκτειρον ουν, πανεύφημε, και δος ημίν άνεσιν· παύσον την ζάλην και σβέσον την καθ ἡμῶν αγανάκτησιν, Θεόν ικετεύων, τον παρέχοντα τω κόσμω το μέγα έλεος». 


«Έλα, μάρτυρα του Χριστού, σε μας, που έχουμε μεγάλη ανάγκη από τη συμπονετικιά σου την επίσκεψη και γλύτωσέ μας από τις τυραννικές φοβέρες κι ἀπὸ τη δεινή μανία της αιρέσεως· που μας κατατρέχει σα νάμαστε σκλάβοι και περπατούμε γυμνοί δώθε και κείθε κι ἀλλάζουμε ολοένα τόπο με τόπο και πλανιόμαστε σαν τ' ἀγρίμια στα βουνά και στα σπήλαια. Λυπήσου μας, πανεύφημε, και δώσε μας ανάπαψη, πάψε τη ζάλη και σβήσε την αγανάχτηση που σηκώθηκε καταπάνω μας, παρακαλώντας το Θεό, που δίνει στον κόσμο το μέγα έλεος».

Ο Αγιογράφος, λογοτέχνης, ζωγράφος Φώτης Κόντογλου, γεννήθηκε στις Κυδωνίες (Αϊβαλί) της Μικράς Ασίας,στις 8 Νοεμβρίου 1895 και κοιμήθηκε στην Αθήνα 13 Ιουλίου 1965. www.sophia-ntrekou.gr


O άγιος Δημήτριος ο Μυροβλήτης
Ο ΒΙΟΣ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ


Saint Demetrius of Protat - Fresco of St. Demetrios by Manuel Panselinos in the Church of Protaton on Mount Athos

Στη θε­ο­φύ­λα­κτη μη­τρό­πο­λη των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων, γεν­νή­θη­κε το 280 και με­γά­λω­σε ο Μεγαλομάρτυ­ρας του Χρι­στού Δη­μή­τριος ο ω­ραι­ό­τε­ρος της καρ­πός, πα­νέ­μορ­φος στην μορφή και την ψυ­χή, γλυ­κύς στα λό­για του και στους τρό­πους του. Τό­τε Καί­σα­ρας της Α­χαι­ας και Μα­κε­δο­νί­ας ή­ταν Μα­ξι­μια­νός Γα­λέ­ριος (284-305 μ.Χ.). Ο Ρωμαίος Αυ­το­κρά­το­ρας Δι­ο­κλη­τια­νός πα­ρα­κι­νού­με­νος α­πό τον Καί­σα­ρα Γα­λέ­ριο, μέ­λος της Τε­τραρ­χί­ας, ε­ξα­πέ­λυ­σε α­λη­θι­νό πό­λε­μο ε­ναν­τί­ον των χριστιανών. Ο χρι­στι­α­νι­σμός, που εί­χε ε­ξα­πλω­θεί α­πό την Πα­λαι­στί­νη ως τον Πόν­το και α­πό τη Μικρα­σί­α, ως την Ελ­λά­δα και την Ί­τα­λία, έ­χει να ε­πι­δεί­ξει την έ­πο­χή αυ­τή α­να­ρίθ­μη­τες θυ­σί­ες και μαρ­τυ­ρι­κούς θα­νά­τους, με α­πο­τέ­λε­σμα, η ε­πο­χή αυ­τή να μεί­νει γνω­στή στην ι­στο­ρί­α σαν ε­πο­χή μαρτύ­ρων του χρι­στι­α­νι­σμού.

Με τον ερ­χο­μό του 4ου αι. ο χρι­στι­α­νι­σμός εί­χε ή­δη ε­δραι­ω­θεί στην πό­λη της Θεσ­σα­λο­νί­κης, με πο­λυ­ά­ριθ­μους χρι­στια­νούς και Εκ­κλη­σί­ες ορ­γα­νω­μέ­νες κα­τά τα πρό­τυ­πα της δι­δα­σκα­λί­ας των Αγίων Α­πο­στό­λων. Ε­κλε­κτό μέ­λος της Εκ­κλη­σί­ας των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων ή­ταν και ο Α­γιος Δη­μή­τριος. Προ­ερ­χό­ταν α­πό ευ­σε­βείς γο­νείς, τους πλέ­ον ε­πι­σή­μους άρ­χον­τες των Μα­κε­δό­νων. Ο πα­τέ­ρας του κα­τα­γό­ταν α­πό ξε­χω­ρι­στό γέ­νος, ή­ταν ό­μως και στην ψυ­χή α­κό­μη πιο ξε­χω­ρι­στός. Ο Δη­μή­τριος είχε προι­κι­στεί α­πό τον Δω­ρε­ο­δό­τη κά­θε ά­γα­θού με πλή­θος σω­μα­τι­κών και πνευ­μα­τι­κών χαρισμάτων. Εί­χε εν­τυ­πω­σια­κή σε­μνό­τη­τα, ά­φθο­νη πε­ρι­ου­σί­α, με­γά­λη σω­μα­τι­κή δύ­να­μη, ο­μορ­φιά μοναδική, και ευ­γέ­νεια στο ή­θος του. Στα χα­ρί­σμα­τα αυ­τά προ­στέ­θη­κε η μόρ­φω­ση και η παι­δεί­α. Με την πνευ­μα­τι­κή του υ­πε­ρο­χή, την ω­ραί­α του εμ­φά­νι­ση, την ευ­σέ­βεια και την ή­θι­κή του γενναιό­τη­τα ο Δη­μή­τριος έ­γι­νε πο­λύ γρή­γο­ρα γνω­στός σε ο­λό­κλη­ρη την πό­λη, και προ­βλή­θη­κε ως το ι­δε­ώ­δες τε­λεί­ου αν­θρώ­που. Κα­τα­γι­νό­ταν κυ­ρί­ως στο να μα­θαί­νει το κα­λό και να γυ­μνά­ζε­ται στην πο­λε­μι­κή τέ­χνη, δι­ό­τι έ­τσι συν­δύ­α­ζε ά­ρι­στα τη φρό­νη­ση και την αν­δρεί­α με την στρα­τη­γι­κή πεί­ρα. Η φή­μη του έ­φθα­σε και μέ­χρι το βα­σι­λιά Μα­ξι­μια­νό Γα­λέ­ριο, ο ό­ποι­ος ε­κτι­μών­τας τις α­ρε­τές του τον προσέλαβε αρ­χι­κώς ως μέ­λος της συγ­κλή­του της πό­λε­ως και στη συ­νε­χεια τον τί­μη­σε με το αξίωμα του Δού­κα, δι­ο­ρί­ζον­τας τον στρα­τη­γό ό­λης της Θεσ­σα­λί­ας.
Ως χρι­στια­νός ο Δη­μή­τριος, δεν πε­ρι­ο­ρί­στη­κε μό­νο στη λα­τρεί­α του μό­νου και ά­λη­θι­νού Θε­ού, άλλα προ­χώ­ρη­σε με ζέ­ση και ζή­λο στο ι­ε­ρα­πο­στο­λι­κό έρ­γο, φω­τί­ζον­τας και δι­δά­σκον­τας τό­σο με τη φω­τει­νή πα­ρου­σί­α του, ό­σο και με τους κα­τη­χη­τι­κούς λό­γους του, σπείροντας τον σπό­ρο του Ευαγ­γε­λί­ου στην α­γα­θή γη των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων.

Μ’ αυ­τό τον τρό­πο ο σο­φός, παρ­θέ­νος και ό­σιος, πάγ­κα­λος και πα­να­μώ­μη­τος Δη­μή­τριος, αναδείχθη­κε δι­δά­σκα­λος και α­πό­στο­λος. Η μόρ­φω­ση και η παι­δεί­α, που εί­χε ά­να­μιγ­μέ­νη με τη χάρη του Πα­να­γί­ου Πνεύ­μα­τος, κα­τέ­στη ό­πλο και α­μυν­τή­ριο και οι­κο­δο­μι­κό ερ­γα­λεί­ο και γε­ωρ­γι­κή σκα­πά­νη και ά­ρο­τρο και α­λι­ευ­τι­κή σα­γή­νη, ώ­στε κα­νείς δεν μπο­ρού­σε να άν­τι­στα­θεί στη σο­φί­α του Δημητρί­ου. Καλ­λι­ερ­γών­τας έ­τσι ο Δη­μή­τριος τον αμ­πε­λώ­να του Κυ­ρί­ου της α­γα­πη­μέ­νης του πόλεως, κα­τα­γρά­φον­τας τα ρή­μα­τα της αι­ω­νί­ου ζω­ής στις καρ­δι­ές των Θεσ­σα­λο­νι­κέ­ων ειδωλολατρών, πε­ρι­έ­λα­βε στη σα­γή­νη του κη­ρύγ­μα­τος του ε­κτός α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, την Ατ­τι­κή και την Α­χαι­α, ώστε να κα­τα­στεί α­πό τό­τε α­κό­μη με τα θεί­α του λό­για θαύ­μα και εύ­ω­δία Χρί­στου. Ο Μάρ­τυς συνήθι­ζε να δι­δά­σκει στη Χαλ­κευ­τι­κή Στο­ά, σε υ­πό­γει­ο του Να­ού της Α­ει­παρ­θέ­νου Θε­ο­μή­το­ρος, που ονο­μα­ζό­ταν Κα­τα­φυ­γή, κον­τά στο δη­μό­σιο λου­τρό.

Η­δη ο αυ­το­κρά­τωρ Μα­ξι­μια­νός κα­θώς βρι­σκό­ταν στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, για να συγ­κεν­τρώ­σει στρα­τό ε­ναν­τί­ον των Ί­σαύ­ρων, ε­κτι­μών­τας το λαμ­πρό, πε­ρί­δο­ξο και πε­ρί­βλε­πτο γέ­νος του Δη­μη­τρί­ου, ο­πως ε­πί­σης και τις α­ρε­τές που συγ­κέν­τρω­νε, τον εί­χε α­να­κη­ρύ­ξει αν­θύ­πα­το ό­λης της Ελ­λά­δος δί­νον­τάς του την α­νά­λο­γη στρα­τι­ω­τι­κή στο­λή, το δα­κτυ­λί­δι και το υ­πα­τι­κό δι­ά­δη­μα, τα ό­ποι­α έ­φε­ρε ως δι­α­κρι­τι­κά της στρα­τι­ω­τι­κής ε­ξου­σί­ας του, αλ­λά και ως μυ­στι­κά σύμ­βο­λα της δι­δα­σκα­λι­κής αξίας και προ­ε­δρί­ας, που μυ­στι­κά του χά­ρι­σε ο α­λη­θι­νός και ου­ρά­νιος Βα­σι­λεύς του, ο Χρι­στός.

Ο βα­σι­λιάς Μα­ξι­μια­νός, α­φού υ­πέ­τα­ξε τους Σκύ­θες και τους Σαυ­ρο­μά­τες, ε­πέ­στρε­ψε νι­κη­τής και τρο­παι­ού­χος θυ­σι­ά­ζον­τας στα εί­δω­λα α­πό ό­σες πό­λεις δι­έ­βαι­νε. Ήλ­θε και στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και με­ρι­κοί α­πό τους ει­δω­λο­λά­τρες της πό­λης, έ­χον­τας στην καρ­διά τους τον δι­ά­βο­λο και ε­πι­θυ­μών­τας να τι­μη­θούν α­πό τον βα­σι­λιά του εί­παν:

- Με­γα­λει­ώ­τα­τε, σε πα­ρα­κα­λου­με να μας α­κού­σεις, δι­ό­τι ε­πι­θυ­μού­με το συμ­φέ­ρον της βα­σι­λεί­ας σου. Γνώ­ρι­σε λοι­πόν, πως ο Δη­μή­τριος, ο ό­ποι­ος τι­μή­θη­κε με το βαθ­μό του η­γε­μό­νος της Θεσ­σα­λί­ας, αρ­νή­θη­κε την πα­ρα­δο­σια­κή θρη­σκεί­α και πι­στεύ­ει στον Χρι­στό, ε­κεί­νον τον ό­ποι­ο σταύ­ρω­σαν οι Ε­βραί­οι. Ε­πι­πλέ­ον, κη­ρύτ­τει φα­νε­ρά αυ­τόν τον Χρι­στό ως Θε­ό α­λη­θι­νό. Και κα­θη­με­ρι­νώς α­κού­νε τους πλα­νη­μέ­νους λό­γους του οι άν­θρω­ποι, α­φή­νουν την θρη­σκεί­α τους και γί­νον­ται Χρι­στια­νοί.

Ο βα­σι­λιάς, ο­ταν ά­κου­σε αυ­τά τα λό­για, αρ­χι­κά λυ­πή­θη­κε, δι­ό­τι θα έ­χα­νε τέ­τοι­ο άν­θρω­πο, έ­πει­τα ό­μως, θέ­λον­τας να δι­α­πι­στώ­σει και ο ί­διος την α­λή­θεια, δι­έ­τα­ξε να τον φέ­ρουν μπρο­στά του. Πή­γαν οι άν­θρω­ποι του βα­σι­λιά στην Κα­τα­φυ­γή και βρη­καν τον Ά­γιο να κά­θε­ται και να δι­δά­σκει το λό­γο του Θε­ού, ο­πό­τε τον άρ­πα­ξαν α­μέ­σως και τον πα­ρου­σί­α­σαν στον βα­σι­λιά. Ο Α­γιος δεν αν­τι­στά­θη­κε κα­θό­λου, αλ­λά με χα­ρά στά­θη­κε μπρο­στά του.

Ο βα­σι­λιάς λέ­ει προς τον Δη­μή­τριο:

— Τέ­τοι­α τι­μή πε­ρί­με­να να μου δώ­σεις; Ε­τσι έλ­πι­ζα να με τι­μάς και σε α­νε­βί­βα­σα σε τέ­τοι­ο βαθ­μό; Ε­γώ σε α­νέ­δει­ξα η­γε­μό­να της Θεσ­σα­λο­νί­κης και συ δεν βγή­κες α­πό την πό­λη ού­τε έ­να μί­λι για να με πρου­παν­τή­σεις;

Α­φού ά­κου­σε αυ­τά ο Α­γιος α­πάν­τη­σε:

— Βα­σι­λιά μου, ε­γώ τι­μώ τη βα­σι­λεί­α σου, τι­μώ ό­μως πε­ρισ­σό­τε­ρο ά­πό ε­σέ­να τον Θε­ό του ου­ρα­νού και της γης, ο ό­ποι­ος εί­ναι βα­σι­λιάς ό­λου του κό­σμου.

— Και ποι­ος ει­ναι ο Θε­ός σου και βα­σι­λεύς;.

Ο Α­γιος α­πάν­τη­σε:

Ο Κύ­ριος Ι­η­σούς Χρι­στός, ε­κεί­νος εί­ναι Θε­ός α­λη­θι­νός και Βα­σι­λεύς Παν­το­κρά­τωρ.

Ο βα­σι­λιάς του λέ­γει πά­λι:

— Λοι­πόν αυ­τόν πι­στεύ­εις ε­σύ και γι’ αυ­τό δεν μας κα­τα­δέ­χε­σαι, α­νά­ξι­ε της τι­μής; Και τι κα­λό εί­δες α­πό τον Χρι­στό σου και τον έ­χεις Θε­ό και Βα­σι­λέ­α; Δεν εί­ναι θε­ός ο Δί­ας, ο Α­πόλ­λων και οι υπόλοιποι, αλλ ο Χρι­στός σου; Δεν σε τί­μη­σα ε­γώ και σε δι­ό­ρι­σα η­γε­μό­να της Θεσ­σα­λί­ας; Αυ­τά απο­δί­δεις σε ­μας α­χά­ρι­στε άν­θρω­πε; Τέ­τοι­ος φαί­νε­σαι στους με­γά­λους θε­ούς και ­μας; Έ­γώ λοι­πόν θα σου αν­τα­πο­δώ­σω κα­τά τη μο­λυ­σμέ­νη γνώ­μη σου. Θα βα­σα­νι­σθείς και θα τι­μω­ρη­θείς με πολ­λά βασανιστή­ρια για να μά­θεις ποι­ος εί­μαι ε­γώ και ποι­ος εί­σαι έ­σύ, και τι μπο­ρεί να κά­νει ο Θε­ός σου για σέ­να.

Ο Α­γιος ά­πο­κρί­θη­κε:

— Βα­σι­λιά, τις τι­μω­ρί­ες και τα βά­σα­να με τα ό­ποι­α με α­πει­λείς, έ­γώ τα θε­ω­ρώ ως χα­ρά και αγαλλία­ση δι­ό­τι αυ­τά θα μου χα­ρί­σουν τη βα­σι­λεί­α των ου­ρα­νών και α­τε­λεί­ω­τη τι­μή.

Ο βα­σι­λιάς θύ­μω­σε υ­περ­βο­λι­κά ε­ναν­τί­ον του Δη­μη­τρί­ου. Ε­πει­τα ό­μως, θέ­λοντας να δείξει κάποια υποχωρη­τι­κό­τητα, πρό­στα­ξε να τον φυ­λα­κί­σουν, συλ­λο­γι­ζό­με­νος ό­τι, αν ε­ξευ­τε­λι­σθεί και φυ­λα­κι­σθεί, θ’ α­ναγ­κα­σθεί να αλ­λά­ξει γνώ­μη. Πή­ραν οι στρα­τι­ώ­τες το Α­γιο και τον ο­δή­γη­σαν σε τό­πο α­κά­θαρ­το δη­λα­δή σε πα­λαι­ό λου­τρό στα υ­πό­γεια του ο­ποί­ου χύ­νον­ταν α­πό­νε­ρα. Κα­θώς μπή­κε ο Α­γιος στον τό­πο ε­κεί­νο, εί­δε μπρο­στά του έ­να με­γά­λο σκορ­πιό ο ό­ποι­ος προ­σπα­θού­σε να τον κεν­τρή­σει. Ο Α­γιος έ­κα­νε το ση­μεί­ο του Τι­μί­ου Σταύ­ρου και εί­πε:

— Στο ό­νο­μα του Ί­η­σού Χρί­στου, ο ό­ποι­ος εί­πε να πα­τά­με πά­νω σε φί­δια και σκορ­πιούς και σ’ ό­λη τη δύ­να­μη του ε­χθρού.

Αυ­τό εί­πε και πά­τη­σε ε­κεί­νο τον σκορ­πιό, και α­μέ­σως εμ­φα­νί­σθη­κε Αγ­γε­λος Κυ­ρί­ου πά­νω του, κρα­τών­τας στε­φά­νι χρυ­σό, και του εί­πε:

— Χαί­ρε Δη­μή­τρι­ε στρα­τι­ώ­τη του Χριστού, έ­χε θάρ­ρος, γέ­­μι­σε με τη δύ­να­μη του Χρι­στού και νί­κα τους ε­χθρούς σου.

Και έ­βα­λε το στε­φά­νι στο κε­φά­λι του μάρ­τυ­ρα. Ο Α­γιος πα­ρέ­μει­νε στον βρω­με­ρό ε­κεί­νο τό­πο, στε­ρη­μέ­νος α­πό τη συ­να­να­στρο­φή αν­θρώ­πων, έ­χον­τας ό­μως την πα­ρη­γο­ρί­α α­πό τον Θε­ό.

Ο πα­ρά­νο­μος βα­σι­λιάς, χαι­ρό­ταν να βλέ­πει στις θυ­σί­ες των ει­δώ­λων αι­μα­το­χυ­σί­ες και φό­νους αν­θρώ­πων. Πρό­στα­ξε τό­τε να ε­κτε­λέ­σουν τον ά­γω­να του πεν­τά­θλου, δι­ό­τι οι βα­σι­λείς των Ελ­λή­νων εί­χαν αυ­τή την συ­νή­θεια. Σε ό­ποι­α πό­λη πή­γαι­ναν για πρώ­τη φο­ρά, έ­βα­ζαν τους αν­θρώ­πους και έ­τρε­χαν, πά­λευ­αν, έ­ρι­χναν τον λί­θο, πη­δού­σαν και σκό­πευ­αν με τα δό­ρα­τα συγ­κε­κρι­μέ­νους στό­χους. Αυ­τά τα πέν­τε α­γω­νί­σμα­τα τα ο­νό­μα­ζαν πέν­τα­θλο και ό­ποι­ος νι­κού­σε σε έ­να ά­πό αυ­τά, τον τι­μού­σαν οι βα­σι­λείς και του πρό­σφε­ραν δώ­ρα. Ο βα­σι­λιάς κά­θη­σε σε τό­πο υ­ψη­λό για να βλέ­πει τα α­γω­νί­σμα­τα. Ε­νας ά­πό αυ­τούς που πά­λευ­αν ή­ταν άν­θρω­πος του βα­σι­λιά και ο­νο­μα­ζό­ταν Λυα­ίος και ή­ταν από τη Σκυ­θί­α. Η­ταν ψη­λός και δυ­να­τός και ο βα­σι­λιάς τον εί­χε μα­ζί του για να του προ­ξε­νεί τι­μή και έ­παι­νο. Ο βα­σι­λιάς για τις νί­κες του του χά­ρι­ζε πλού­σια δώ­ρα.

Κά­ποι­ος νέ­ος α­πό την Θεσ­σα­λο­νί­κη, ω­ραί­ος στην ό­ψη, ο Α­γιος Νέ­στο­ρας, ο ό­ποι­ος ή­ταν κρυ­φός χρι­στια­νός και γνω­στός του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου, βλέ­πον­τας τον Λυα­ιο να σκο­τώ­νει τους αν­θρώ­πους και ο βα­σι­λιάς να ευ­χα­ρι­στεί­ται για τις νί­κες του, αλ­λά και θέ­λον­τας να δει τη δύ­να­μη του α­λη­θι­νού Χρι­στού του Θε­ου, πή­γε στο λου­τρό που ή­ταν κλει­σμέ­νος ο Α­γιος Δη­μή­τριος και του ει­πε:

Δού­λε του Θε­ού, του Κυ­ρί­ου η­μων Ι­η­σού Χρι­στού και α­φέν­τη μου, ο μια­ρός βα­σι­λιάς χαί­ρε­ται με τις πρά­ξεις του Λυα­ίου. Η ψυ­χή μου ε­πι­θυ­μεί να πα­λέ­ψει μα­ζί του. Μό­νο ευ­λό­γη­σέ με και εν­δυ­νά­μω­σέ με να πά­ω να τον νι­κή­σω. Τό­τε ο Α­γιος Δη­μή­τριος έ­κα­νε το ση­μεί­ο του σταυ­ρού στο μέ­τω­πο του Νέ­στο­ρος και του εί­πε:

— Πή­γαι­νε. Και το Λυα­ίο θα νι­κή­σεις και για τον Χρι­στό θα μαρ­τυ­ρή­σεις.

Α­να­χώ­ρη­σε λοι­πόν ο Νέ­στο­ρας και πή­γε στον τό­πο που γι­νό­ταν ο α­γώ­νας της πά­λης και α­μέ­σως φώ­να­ξε:

— Ω Λυα­ιε, έ­λα να πα­λέ­ψου­με οι δυ­ο.

Ο βασιλιάς, ο ο­ποι­ος κα­θό­ταν σε ψη­λό­τε­ρο μέ­ρος, μό­λις ει­δε τον Νέ­στο­ρα, νέ­ο στην η­λι­κί­α, 20 ε­των, μή­νυ­σε σ’ αυ­τόν να πά­ει μπρο­στά του και του εί­πε:

— Νε­α­νί­α, δεν λυ­πή­θη­κες τη ζω­ή σου, αλλ ήλ­θες να πα­λαί­ψεις με τον Λυα­ιο; Δεν βλέ­πεις πό­σους νί­κη­σε; Δεν βλέ­πεις πό­σα αί­μα­τα έ­χυ­σε; Δεν λυ­πά­σαι την ο­μορ­φιά και τα νεια­τα σου; Μή­πως α­ναγ­κά­ζε­σαι α­πό τη φτώ­χεια να ε­πι­θυ­μείς τον θά­να­το σου; Δεν πρέ­πει ό­μως να συμ­πλα­κεις με τον Λυα­ιο για να μη θα­να­τω­θείς. Αν δε ει­σαι πτω­χός, να σε πλου­τί­σω ε­γώ, μό­νο να μη χάσεις τη ζω­ή σου.

Ο Νέ­στο­ρας α­πάν­τη­σε στο βα­σι­λιά:

— Ε­γώ πτω­χός δεν εί­μαι, ού­τε κα­τα­φρο­νώ τη ζω­ή μου, άλ­λα και πλού­το έ­χω και τη ζω­ή μου ά­γα­πω. Θέ­λω ό­μως να πα­λέ­ψω με τον Λυα­ιο για να λά­βω τι­μή· δι­ό­τι και αν εί­μαι πλού­σιος, τι­μή ό­μως δεν έ­χω, ε­πο­μέ­νως τι θέ­λω τον ά­τι­μο πλου­το; Α­γα­πω λοι­πόν να τι­μη­θώ και να φά­νω κα­λύ­τε­ρος ά­πό τον Λυα­ιο, γι’ αυ­τό α­πο­φα­σί­ζω να κιν­δυ­νεύ­σω. Ο­ταν ο βα­σι­λιάς ει­δε ό­τι ο νέ­ος δεν α­κού­ει, τον ά­φη­σε.

Ο Α­γιος Νέ­στωρ, α­μέ­σως πλη­σί­α­σε τον Λυα­ιο, ε­ρι­ξε το πα­νω­φό­ρι του και φώ­να­ξε:

— Ο Θε­ός του Δη­μη­τρί­ου, βο­ή­θει μοι.

Α­μέ­σως με το σπα­θί του χτύ­πη­σε τον Λυα­ιο στο κέν­τρο της καρ­δί­ας του, ο­πό­τε αυ­τός έ­πε­σε νε­κρός. Ο βα­σι­λιάς τα­ρά­χθη­κε. Κά­λε­σε τον Νέ­στο­ρα και του εί­πε:

— Νέ­ε, με ποι­ες μα­γεί­ες νί­κη­σες τον Λυα­ιο; Αυ­τός σκό­τω­σε τό­σους αν­θρώ­πους δυ­να­τό­τε­ρους ά­πό ε­σέ­να και έ­σύ πως τον θα­νά­τω­σες;

Ο Άγιος Νέστορας α­πο­κρί­θη­κε:

— Έ­γώ βα­σι­λιά μου δεν νί­κη­σα το Λυα­ιο με μα­γεί­ες, αλ­λά με τη δύ­να­μη του Ι­η­σου Χριστού, του α­λη­θι­νού Θε­ού.

Ο βα­σι­λιάς ε­ξορ­γί­στη­κε και δι­έ­τα­ξε έ­ναν ά­πό τους άρχοντες, τον Μαρ­κια­νό, να βγά­λει τον Νέστορα έ­ξω ά­πό τη Χρυ­σή Πύ­λη και να τον α­πο­κε­φα­λί­σει με το σπα­θί του. Και έ­τσι τε­λει­ώ­θη­κε ο Αγιος Νέ­στωρ κα­τά τον λό­γο του Α­γί­ου Δη­μη­τρί­ου.

Ο βα­σι­λιάς με λύ­πη α­να­χώ­ρη­σε για το πα­λά­τι, μο­νο­λο­γών­τας:

— Μα τη δύ­να­μη των με­γά­λων θε­ών, α­πό μα­γεί­ες σκο­τώ­θη­κε σή­με­ρα ο φί­λος μου ο Λυα­ιος.

Μό­λις έ­μα­θε ό­τι ο Λυ­α­ΐ­ος φο­νεύ­θη­κε με ο­δη­γί­ες του Δη­μη­τρί­ου, πρό­στα­ξε τους στρα­τι­ώ­τες να πά­νε στο λου­τρό και να σκο­τώ­σουν τον Α­γιο Δη­μή­τριο.

— Ο­ποι­ος με α­γα­πά, να φύ­γει α­μέ­σως να σκο­τώ­σει τον Δη­μή­τριο.

Πή­γαν οι στρα­τι­ώ­τες και λόγ­χευ­σαν τον Α­γιο με τις λόγ­χες τους σε ό­λο του το σώ­μα. Η πρώ­τη λόγ­χευ­ση ή­ταν στη δε­ξιά του πλευ­ρά, δι­ό­τι μό­λις τους εί­δε ο Α­γιος, ύ­ψω­σε μό­νος του το δε­ξί του χέ­ρι για να τον λογ­χεύ­σουν. Με αυ­τό το μαρ­τύ­ριο τε­λει­ώ­θη­κε ο Α­γιος Δη­μή­τριος.

Κά­ποι­οι ευ­λα­βείς χριστιανοί ήλ­θαν στο λου­τρό ε­κεί­νο κρυ­φά, επειδή φοβόταν το βα­σι­λιά και ενταφίασαν το λείψανο στο μέρος στο ο­ποί­ο τε­λει­ώ­θη­κε.

Κά­ποι­ος φί­λος του Α­γί­ου, ο Λού­πος, ο ό­ποι­ος βρι­σκό­ταν έ­κει κα­τά την ώ­ρα του μαρ­τυ­ρί­ου, έ­βγα­λε το δα­χτυ­λί­δι του Α­γί­ου ά­πό το δε­ξί του δάκτυλο και πήρε το μαν­τή­λι του και το πα­νω­φό­ρι του από τους ώμους του και τα έ­βα­ψε στο αί­μα του Με­γα­λο­μάρ­τυ­ρος και μ αυ­τά ε­νερ­γού­σε θαύ­μα­τα πολ­λά. Αρ­ρώ­στους γι­ά­τρευ­ε, δαι­μο­νι­σμέ­νους θε­ρά­πευ­ε.

Ο βασιλιάς, μόλις τα έ­μα­θε αυτά, έ­στει­λε στρα­τι­ώ­τες και α­πο­κε­φά­λι­σαν τον Λού­πο σε κά­ποι­ο τό­πο που λε­γό­ταν Τρι­βου­νά­λιο.

Μ’αυ­τό τον τρό­πο τε­λει­ώ­θη­κε ο Πο­λι­ού­χος μας, ο  θαυ­­­μα­τουρ­γός και Μυ­ρο­βλή­της Δη­μή­τριος. Ο α­γα­πη­μέ­νος μα­θη­τής και φί­λος του Χριστού, μιμήθηκε πολύ τόν Χριστό στα μαρ­τυ­ρί­α τα ο­ποί­α υ­πέ­στη, στην α­πέ­ραν­τη καρ­τε­ρί­α του και στη δι­δα­χή την ο­ποί­α έκανε. Ο μαρ­τυ­ρι­κός του θά­να­τος ο­νο­μά­σθη­κε Χρι­στο­μί­μη­τος σφα­γή.

Από το βιβλίο: Άγιος Δημήτριος Πολιούχος Θεσσαλονίκης,
σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαγκαδά κ. Ιωάννη
www.sophia-ntrekou.gr

Ὁ Μεγαλομάρτυς ἅγιος Δημήτριος


Παντελής Πάσχος- Ἀπὸ τὸ «Ἔρως Ὀρθοδοξίας», ἐκδ. Ἀποστολικῆς 
Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ελλάδος, Ἀθῆναι 1987.


Από τον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου Σιατίστης

Ὁ μεγάλος ποιητὴς τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ προφήτης Δαβίδ, σ' ἕνα λυρικώτατον ψαλμὸ του ἔχει ὀνομάσει μύρο τὸν ἐν πνεύματι σύνδεσμο τῶν ἀδελφῶν μας, ποὺ ἔχουν, κάτω ἀπ' τὴν ἁγιασμένη σκέπη τῆς Ἐκκλησίας, κοινούς τοὺς πόθους, τὶς λαχτάρες, τὸν πόλεμο μὲ τὸν δαίμονα τὸν πολυκέφαλο, τοὺς ἀκατάπαυστους ἀγῶνες γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς ἁγιότητος, γιὰ τὴν ἕνωση μὲ τὸ Θεό. Σήμερα αὐτὰ τὰ μύρα τοῦ Προφητάνακτος, ποὺ χύνονται μὲ πλούσιαν εὐωδία στὰ ἀδερφωμένα πνευματικὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνισχύονται καὶ δυναμώνουν ἀπὸ μία νέα «μυροθήκη» ποὺ ἄνοιξε στὴν ἔνδοξη καὶ πολύπαθη πόλη τῆς Θεσσαλονίκης. Ὁλόκληρη ἡ πόλη ἔγινε μιὰ κρήνη καὶ ἀναβλύζει μυροβόλα νάματα, ποὺ τρέχουν σὰν ποτάμια σ' ὅλη τὴν οἰκουμένη, νὰ στηρίζουν καὶ νὰ καθαρίζουν ἀπ' τὰ πάθη καὶ τὶς ἀρρώστιες τοὺς πιστούς, καὶ νὰ πνίγουν τὴν ψυχρὴ ἀνάσα τῶν ἀπίστων. Αὐτή ἡ κρήνη, μὲ τὰ τερπνὰ καὶ ἰαματικὰ ὁρμήματα τοῦ μύρου, ποὺ κατακλύζει τὸ πνευματικὸ σύμπαν τῆς Ὀρθοδοξίας, εἶναι ὁ τάφος τοῦ μεγαλομάρτυρος καὶ πολιούχου τῆς Θεσσαλονίκης, τοῦ προστάτου κάθε χριστιανοῦ, τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Οἱ ἅγιοι ἀνήκουν σ' ὅλη τὴν Ἐκκλησία, καὶ κάθε πιστὸς ποὺ ζητάει τὴ βοήθεια καὶ μεσιτεία του, πρὸς τὸ Θεό, γιὰ κάθε δύσκολη περίσταση, προστρέχει καὶ παρακαλεῖ μὲ παρρησία τοὺς ἁγίους, χωρὶς νὰ σκέφτεται ποῦ ἁγίασαν ἢ ποῦ μαρτύρησαν. Ἀλλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν στὸν τόπο ὅπου περπάτησε κ' ἔζησε καὶ πότισε μὲ τὸ αἷμα του ὁ Ἅγιος, νιώθουν νὰ 'χουν ἕναν ἰδιαίτερο δεσμὸ μαζί του. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἀρχαία πολιτεία μὲ τοὺς πολύτιμους βυζαντινοὺς θησαυρούς, τὴ Θεσσαλονίκη. Σὲ κάθε χωριὸ καὶ κάθε πολιτεία, ὅπου ὑπάρχει ἐκκλησία ἀφιερωμένη στὸ μεγαλομάρτυρα Δημήτριο, γίνονται τελετὲς καὶ πανηγύρια, μὲ πολλοὺς εὐσεβεῖς πιστούς, ποὺ ἔρχονται νὰ τιμήσουν τὸν Ἅγιο. Μὰ στὴν ἔμορφη πόλη τοῦ ἁγίου Δημητρίου, πανηγυρίζεται ἡ μνήμη του μὲ τὴν πιὸ ἐπιβλητικὴ μεγαλοπρέπεια, γιατί εἶναι ἡ πατρίδα ὅπου γεννήθηκε κι ὅπου μαρτύρησε, κι ὅπου ἄπειρα θαύματα ἔκαμε, καὶ τὴν ἔσωσε τόσες φορὲς ἀπὸ φανεροὺς κινδύνους. Μαζεύονται λοιπὸν σήμερα στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ὀρθοδοξίας εὐλαβεῖς προσκυνηταί, νὰ τιμήσουν τὴ μνήμη του καὶ ν' ἁγιαστοῦν ἀπὸ τὰ μύρα τοῦ ἁγίου τάφου του τὰ ἰαματικά. Καὶ οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοὶ τῆς Θεσσαλονίκης, ἀνηφορίζουν γιὰ νὰ πᾶνε στὴν μεγαλόπρεπην ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Δημητρίου, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὸν ἑσπερινὸ ἢ τὴν θεία Λειτουργία. Πολὺς ὁ κλῆρος, μὲ τὰ λαμπερά τους ἄμφια στολισμένοι, καὶ πανηγυρικοὶ ξεχωριστὰ οἱ εὐσεβεῖς καλλίφωνοι ἱεροψάλται, μὲ τὴ γνήσια βυζαντινὴ μελωδία, ποὺ ψάλλουν στὸ μεγάλο πανηγύρι τοῦ Μεγαλομάρτυρος. Κι ὅσοὶ πιστοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ πᾶνε μὲ τὸ σῶμα τους ἐκεῖ, βρίσκονται «πνεύματι» μέσα στὸν ἱερὸ ναὸ τοῦ μυροβλήτου, κι ἀκοῦνε τὸ χορὸ τῶν ἱεροψαλτῶν νὰ ψάλλει τὸ τροπάρι τῆς Λιτῆς:

Εὐφραίνου ἐν Κυρίῳ, πόλις Θεσσαλονίκη•
ἀγάλλου καὶ χόρευε, πίστει λαμπροφοροῦσα,
Δημήτριον τὸν πανένδοξον ἀθλητήν,
Καὶ μάρτυρα τῆς ἀληθείας,
ἐν κόλποις κατέχουσα ὡς θησαυρόν•
ἀπόλαυε τῶν θαυμάτων τὰς ἰάσεις καθορῶσα•
καὶ βλέπε καταράσσοντα τῶν βαρβάρων τὴ θράση,
καὶ εὐχαρίστως τῷ Σωτήρι ἀνάκραξον• Κύριε, δόξα σοι.

Ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Δημητρίου φαιδρύνει καὶ λαμπρύνει ὅλη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μὲ τὸ εὐῶδες ἄρωμα τοῦ μύρου του μᾶς προσκαλεῖ νὰ πᾶμε κοντά του. Νὰ διώξει καὶ νὰ γιατρέψει ἐκεῖνος, μὲ τὸ μύρο του, τὶς βρωμερὲς πληγὲς ποὺ ἀφήνει ἡ ἁμαρτία στὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα μας. Ν' ἁπαλύνει τὸν πόνο μας καὶ τὴν ἀδυναμία μας, νὰ στερεώσει τὴν ἀδύνατη καὶ χλιαρὴ πίστη μας, νὰ μᾶς δώσει νέες δυνάμεις γιὰ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες μας, γιὰ νὰ πολεμήσουμε τοὺς ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς μας, τοὺς πειρασμοὺς τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος, τοῦ κόσμου καὶ τοῦ δαίμονος. Ἡ ἀναστροφὴ τῶν χριστιανῶν μὲ τὸν κόσμο τῶν ἁγίων, εἶναι ἡ μεγαλύτερη παρηγοριὰ καὶ ἐνίσχυση, ποὺ δίνει στὰ παιδιά της ἡ Ὀρθοδοξία.

Ὁ μεγαλομάρτυς ἅγιος Δημήτριος γεννήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ Μαξιμιανοῦ (296). Ὅταν μεγάλωσε ἀκολούθησε τὸ στρατιωτικὸ στάδιο, καὶ ἡ ἀνδρεία του ἡ μεγάλη καὶ ἡ σπάνια σύνεσή του τὸν ἀνέβασαν γρήγορα στὰ ἀνώτατα στρατιωτικὰ ἀξιώματα. Κι ὁ βασιλιάς, ἐκτιμώντας τὴν ἀνδρεία, τὴ φρόνηση καὶ τὴ στρατηγικὴν ἱκανότητά του, τὸν διόρισε στρατηγὸ ὅλης τῆς περιοχῆς τῆς Θεσσαλίας, στὴν ὁποίαν ἀνῆκε κ' ἡ Θεσσαλονίκη. Ὅμως ὁ στρατηγὸς Δημήτριος ἤτανε χριστιανός, κι ὁ βασιλιὰς εἰδωλολάτρης. Κι ὅταν γυρνώντας ὁ Μαξιμιανὸς ἀπ' τοὺς πολέμους στὴν Θράκη καὶ τὴν Ἀσία, πέρασε κι ἀπ' τὴ Θεσσαλονίκη, οἱ εἰδωλολάτραι, ποὺ ἒβλεπαν πόσους εἰδωλολάτρες κάθε μέρα ἔκαμνε χριστιανοὺς ὁ ἄρχοντας Δημήτριος, πῆγαν στὸν αὐτοκράτορα καὶ τοῦ εἶπαν, πὼς ὁ στρατηγὸς του ἄρχισε νὰ περιφρονεῖ καὶ νὰ βλασφημεῖ τὰ εἴδωλα καὶ νὰ κηρύχνει κρυφὰ καὶ φανερὰ τὴ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ, Ὁ αὐτοκράτωρ κάλεσε τὸ Δημήτριο ἀνήσυχος. Εἶδε τότε, πὼς ὅλὰ ὅσὰ τοῦ εἶπαν εἶναι ἀλήθεια. Γιατί μ' ὅσα κι ἂν ἔταξε στὸ Δημήτριο, ἐκεῖνος ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστη τοῦ Ἐσταυρωμένου. Ἐλπίζοντας, πὼς θ' ἀλλάξει γνώμη καὶ πίστη, διέταξε νὰ τὸν κλείσουν σὲ μιὰ φοβερὴ καὶ βρωμερὴ φυλακή, σ' ἕναν ἀπ' τοὺς ὑγροὺς καὶ λασπώδεις θαλάμους τῶν δημοσίων λουτρῶν, κοντὰ στὸ στάδιο. Κ' ὕστερα, ὁ βασιλιάς, κατὰ τὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς, διέταξε νὰ γίνουν οἱ ἀθλητικοὶ ἀγῶνες στὸ στάδιο. Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στοὺς ἀθλητάς, ξεχώριζε ἕνας γίγαντας, ὀνομαζόμενος Λυαῖος, ποὺ τὸν ἔσερνε κοντά του πάντοτε ὁ βασιλιὰς καὶ τὸν εἶχε γιὰ καμάρι γιατί μὲ ὅσους πάλεψε ὅλους τοὺς εἶχε νικήσει. Αὐτὸς ὁ γιγαντόσωμος καὶ χεροδύναμος εἰδωλολάτρης ξέσκιζε τὶς σάρκες τῶν παλαιστῶν σὰ νά 'τανε ἀρνάκια. Τὸν εἶχαν φοβηθεῖ οἱ πάντες καὶ δὲν ἔβγαινε κανεὶς νὰ τὰ βάλει μαζί του. Τότε κεῖνος ἄρχισε νὰ περπατεῖ φανταχτερὰ καὶ νὰ προκαλεῖ τοὺς χριστιανούς, ποὺ ἔλεγαν πὼς «παίρνουν δύναμη ἀπ' τὸ θεό τους», νὰ παλέψουν μαζί του. Τὴν ὥρα ἐκείνη ἕνα γενναῖο παλληκαρόπουλο, με χριστιανικὴ καρδιὰ καὶ πίστη, τρέχει στὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς τοῦ Δημητρίου. Τοῦ λέγει πὼς ὁ Λυαῖος σκοτώνει ἀνθρώπους στὸ στάδιο, καὶ τὸν παρακαλεῖ νὰ τὸν εὐλογήσει καὶ νὰ παρακαλέσει τὸ Θεὸ νὰ τὸν δυναμώσει στὴν πάλη του μὲ τὸ θεριόψυχο Λυαῖο. Ὁ Δημήτριος σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ τὸ μέτωπο τοῦ νεαροῦ Νέστορος καὶ τοῦ λέγει: «Καὶ τὸν Λυαῖον νικήσεις καὶ ὑπὲρ Χριστοῦ μαρτυρήσεις!» Ἡ προφητικὴ αὐτὴ φράση τοῦ Ἁγίου ἐπαλήθευσε γρήγορα καὶ ἀπόλυτα. Πῆγε ὁ Νέστωρ στὴ μέση τοῦ σταδίου καὶ εἶπε, πὼς θέλει νὰ παλέψει μὲ τὸν πανύψηλο Λυαῖο. Οἱ εἰδωλολάτραι τὸν κοίταξαν μὲ μιὰ εἰρωνεία περιφρονητική. Οἱ χριστιανοὶ ἔκαναν ἀπὸ μέσα τοὺς θερμὴ προσευχὴ στὸ Θεό, νὰ δυναμώσει τὸν καινούργιο Δαβίδ, γιὰ νὰ νικήσει τὸ νέο σκληροτράχηλο Γολιάθ. Ρίχνει τὸ φτωχικὸ μανδύα του ὁ Νέστωρ καὶ φωνάζει πρὸς τὸν οὐρανό: «Ὁ Θεὸς Δημητρίου, βοήθει μοι!» Ὅρμησε τότε μὲ θάρρος πάνω στὸ γίγαντα. Γιὰ λίγο, οἱ ἀναπνοὲς τῶν θεατῶν σταμάτησαν. Κ' ὕστερα εἶδαν ὅλοι τὸν ἀνίκητον ὥς τώρα Λυαῖο, νὰ κείτεται νεκρὸς μέσα στὸ στάδιο. Οἱ εἰδωλολάτραι, κυριολεκτικὰ ἐφρύαξαν. Καὶ πιὸ πολὺ ἀπ' ὅλους, ὁ Μαξιμιανός. Δίνει ἐντολὴ τότε, νὰ βγάλουν τὸ Νέστορα ἔξω ἀπ’ τὸ στάδιο καὶ νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν. Κ' ἔτσι ἀλήθεψε ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

Ὅμως ὁ αὐτοκράτωρ, ἀπ' τὴ λύπη του ποὺ ἔχασε τὸ Λυαῖο, δὲν μποροῦσε νὰ ἱκανοποιηθεῖ ἀπ' τὸ θάνατο μόνο τοῦ Νέστορος. Ὁ θυμὸς του τὸν ἔφερε στὸ Δημήτριο. Καί, χωρὶς ἄλλη δίκη ἢ κρίση, δίνει διαταγὴ νὰ τὸν σκοτώσουν μέσα στὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς του. Ὁ Δημήτριος εἶδε τοὺς στρατιῶτες καὶ κατάλαβε τὸ σκοπό τους. Σήκωσε τὰ χέρια του νὰ προσευχηθεῖ, καὶ τὰ κοντάρια τους τὸν βρῆκαν ἐκεῖ ἀκριβῶς, ὅπου λογχίστηκε καὶ τὸ πανάγιο σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Ἕνας πιστός, ποὺ ἤτανε κοντὰ στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, πῆρε τὸ δαχτυλίδι τοῦ Ἁγίου καὶ τὸ μανδύα του, βουτηγμένο στὸ ἅγιο αἷμα του. (Μ’ αὐτὰ ὁ χριστιανὸς αὐτός, Λοῦπος ὀνομαζόμενος, σταύρωνε τοὺς δαιμονισμένους• καὶ κάθε λογῆς ἀρρώστους καὶ τοὺς ἔκανε καλά. Τὰ πολλὰ θαύματα ἔφθασαν καὶ στ’ αὐτιὰ τοῦ βασιλιᾶ καὶ τὴν ἴδια μέρα ποὺ τὸ 'μαθε, ἔδωκε διαταγὴ καὶ θανάτωσαν τὸ μάρτυρα Λοῦπο). Οἱ χριστιανοὶ πῆραν τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ τὸ ἔθαψαν κρυφά. Ἀλλὰ ὁ Θεός, ποὺ θέλησε νὰ δοξάσει τὸν Ἅγιό του σ’ ὅλὸ τὸν κόσμο, οἰκονόμησε καὶ ἔβγαινε μύρο ἀπ' τὸ κορμὶ του τόσο πολύ, ποὺ ἔπαιρναν οἱ ντόπιοι καὶ οἱ ξένοι, ὅσοι ἔρχονταν νὰ γιατρευτοῦν καὶ δὲν τελείωνε ποτέ! Τὸ ἔπιναν οἱ χριστιανοί, κι ὅ,τι ἀρρώστια καὶ ἂν εἴχανε γιατρεύονταν. Ὅλοι ἔτρεχαν στὴ Θεσσαλονίκη, γιὰ νὰ τοὺς κάνει καλὰ ὁ ἅγιος Δημήτριος. Ἀλλὰ θὰ χρειαζόταν ὧρες ὁλόκληρες νὰ ὁμιλεῖ κανείς, γιὰ ν' ἀναφέρει τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου σ' ὅλο τὸν κόσμο, καὶ ἰδιαίτερα στὴ Θεσσαλονίκη, τὴν ὁποία τόσες φορὲς ἐγλύτωσε ἀπὸ πεῖνα, ἀπὸ θανατικό, ἀπὸ αἰχμαλωσία κι ἀπὸ ἄλλα δεινά. Γι' αὐτὸ καὶ τὸν τιμοῦν, καὶ στὴ Θεσσαλονίκη καὶ σ' ὅλο τὸν κόσμο, καὶ παίρνουν τ' ὄνομά του, καὶ τοῦ χτίζουν ἐκκλησίες, καὶ πανηγυρίζουν στὴ μνήμη του. Φαίνεται, πὼς ὄχι μονάχα στὴν πόλη του, μὰ καὶ σ' ἄλλες χῶρες ὑπῆρχαν ἀρχαιότερες ἐκκλησίες πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγίου Δημητρίου. Στὴν Καππαδοκία λ.χ., σ' ἕνα χωριό, ὀνομαζόμενο Δρακοντιάνα, ἕνας γεωργὸς ξεπέτριζε ἕνα χωράφι του νὰ τὸ ἰσιώσει καὶ νὰ τὸ κάμει ἁλώνι γιὰ ν' ἁλωνίζει. Βρῆκε ὅμως σωροὺς ἀπὸ πέτρες, καὶ σκάβοντας εἶδε κάτι παμπάλαια θεμέλια, ἀπὸ χρόνια πολλὰ παραχωμένα μέσα στὴ γῆ. Ὁ γεωργὸς συνέχισε νὰ σκάβει. Ξαφνικά, βλέπει μπροστὰ του ἕνα νέο καβαλάρη καὶ τοῦ λέγει: «Γιατί, ἄνθρωπέ μου, χαλνᾶς τὸ σπίτι μου, γιὰ νὰ τὸ φκιάσεις ἁλώνι; Ἂν τὸ κάμεις αὐτὸ θὰ πάθεις μεγάλο κακό. Ἐγὼ πού σου μιλῶ εἶμαι ὁ ἅγιος Δημήτριος ἀπ' τὴ Θεσσαλονίκη...». Πῆγαν ὕστερα ὅλοι οἱ χωριανοὶ κ' ἔσκαψαν βαθιά, ὥσπου βρῆκαν.τὰ θεμέλια τοῦ ναοῦ. Ἐκεῖ μετὰ ἔχτισαν καινούργιο ναὸ καὶ ἱστόρησαν τὸν ἅγιο Δημήτριο πάνω στὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, λέγοντας: «ἐπειδὴ διὰ τοῦ μαρτυρίου ὁ Ἅγιος συνεσταυρώθη μὲ τὸν Χριστόν, διὰ τοῦτο εἶναι ἐζωγραφημένος ὁμοῦ ἐν μιᾷ εἰκόνι». Γι' αὐτὸ καὶ τὴν ἐκκλησία αὐτὴ τὴν ὀνόμασαν «τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Σταυρικοῦ». Καὶ σ' αὐτή τὴν ἐκκλησία ὁ Ἅγιος ἔκαμε πάμπολλα θαύματα, ὅπως καὶ στὴ Θεσσαλονίκη.

Τὸ βίο καὶ τὰ θαύματα τοῦ Ἁγίου, μπορεῖ κανεὶς νὰ τὰ βρεῖ στὰ ἐκκλησιαστικὰ βιβλία, κ ἴσως δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθοῦμε πιὸ πολὺ ἐμεῖς ἐδῶ. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει κάθε χριστιανὸς νὰ κάμει σήμερα, εἶναι νὰ μελετήσει καὶ νὰ διδαχθεῖ ἀπ' τὰ μαρτύρια τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ τοῦ ἁγίου Νέστορος ὑπομονὴ καὶ γενναιότητα στὶς μεγάλες λύπες μας, στὶς στενοχώριες, στὶς ἀρρώστιες, στὶς περιστάσεις ὅπου μᾶς πνίγει ὁ σύγχρονος ἄδικος καὶ σκληροτράχηλος εἰδωλολάτρης, ποὺ λατρεύει σὰν θεὸ τὸ χρῆμα του καὶ τὴν ἐξουσία του, τὴν περιουσία του καὶ τὶς ἀδυναμίες του. Ὅταν μᾶς πιέζουν μὲ τὴν κίβδηλη καὶ βαρειὰ μεγαλοπρέπειά τους οἱ ἄνθρωποι τοῦ μαμωνᾶ, νὰ βλέπουμε τὸν μικρὸ Νέστορα καὶ τὸν Δαβίδ, καὶ νὰ μὴν φοβούμαστε τοὺς σύγχρονους Λυαίους καὶ Γολιάθ, ὅποιοι κι ἂν εἶναι. Ἐμεῖς νὰ λέμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Νέστωρ: «Θεὲ Δημητρίου, βοήθει μοι!» Καὶ τότε: εἴτε εἶσαι ἡ ἀδύνατη χήρα, μὲ τ' ἀνήλικα ὀρφανά• εἴτε ὁ ἄρρωστος πατέρας, μὲ μιὰ φοῦχτα ἀπροστάτευτα παιδιά• εἴτε ἡ γριούλα ἡ ἔρημη, μέσα σὲ μιὰ κρύα κάμαρη• εἴτε ὁ ρογιασμένος τσοπάνος στὸ ξεχασμένο μαντρί, ποὺ σοῦ στέλνουν μουχλιασμένο ψωμὶ καὶ μόνο μιὰ φορὰ τὴ βδομάδα• εἴτε ὁ ἐργάτης καὶ ὁ ὑπάλληλος, ποὺ σὲ ἐκμεταλλεύεται ὁ ἐργοδότης σου καὶ πλουτίζει ἐκεῖνος μὲ τὸν ἱδρῶτα σου, ἐνῶ ἐσὺ πεινᾶς καὶ ὑποφέρεις• εἴτε εἶσαι, τέλος, ἕνας ἀδύνατος σὲ γνωριμίες κοινωνικὲς κ' ἔχεις ν' ἀντιμετωπίσεις ἐχθροὺς σατανικὰ ὁπλισμένους (ἀκόμη καὶ κάτω ἀπ' τὴν ὑποκριτικὴ εὐσεβοφροσύνη τους)• — ὅποιος καὶ νὰ 'σαι, γύρισε τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια σου στὸν οὐρανὸ καὶ «ὁ Θεὸς τοῦ Δημητρίου» θὰ σὲ βοηθήσει. Ὅσο κι ἂν φαίνεται πὼς ὁ Θεὸς ἀνέχεται καμμιὰ φορὰ τὸ ἄδικο καὶ τὸ στραβό, εἶναι δίκαιος, καὶ τὸ πληρώνει μὲ τὸν τρόπο καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἐκεῖνος ξέρει. Ὅσο μεγάλος κι ἂν εἶναι ὁ Λυαῖος, ἂν δὲν εἶναι πάνω του ὁ φόβος καὶ ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, θὰ πέσει. Κι ὅσο μικρὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ Νέστωρ, ὅταν ἔχει τὸ Θεὸ μαζί του θὰ νικήσει.

Μποροῦμε, μάλιστα, νὰ παρακαλοῦμε καὶ τὸν ἅγιο Δημήτριο, νὰ μᾶς λυτρώνει μὲ τὶς πρεσβεῖες του πρὸς τὸ Θεό, ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ τὶς ἐπιβουλὲς τῶν φανερῶν καὶ τῶν ἀφανῶν ἐχθρῶν μας. Κι ἂς λέμε αὐτὸ τὸ τροπάρι ἀπὸ τοὺς αἴνους τοῦ Ἁγίου: «Δεῦρο, μάρτυς Χριστοῦ πρὸς ἡμᾶς, σοῦ δεομένους συμπαθοῦς ἐπισκέψεως». Δηλαδή: «Ἔλα, μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, σ' ἐμᾶς ποὺ ἔχουμε μεγάλη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ συμπονετικιά σου τὴν ἐπίσκεψη, καὶ γλύτωσέ μας ἀπὸ τὶς τυραννικὲς φοβέρες καὶ ἀπὸ τὴ δεινὴ μανία τῆς αἱρέσεως, πού μᾶς κατατρέχει, σὰν νὰ ‘μαστε σκλάβοι, καὶ περπατοῦμε γυμνοὶ δῶθε καὶ κεῖθε, κι ἀλλάζουμε ὅλο-ἕνα τόπο μὲ τόπο, καὶ πλανιόμαστε σὰν τ' ἀγρίμια στὰ βουνὰ καὶ στὰ σπήλαια. Λυπήσου μας, πανεύφημε καὶ δός μας ἀνάπαυση, πάψε τὴ ζάλη καὶ σβύσε τὴν ἀγανάκτηση ποὺ σηκώθηκε καταπάνω μας, παρακαλώντας τὸν Θεό, ποὺ δίνει στὸν κόσμο τὸ μέγα ἔλεος» (ἀπόδοση: Φ. Κόντογλου).

* * *

Τελειώνοντας, ἂς θυμηθοῦμε πάλι μ’ εὐλάβεια τὸ μαρτύριο τοῦ μεγαλομάρτυρος Δημητρίου. Σήμερα, βέβαια, δὲν μᾶς ζητοῦν νὰ μαρτυρήσουμε γιὰ τὴν πίστη μας, οὔτε νὰ τιμωρηθοῦμε καὶ νὰ παιδευτοῦμε γιὰ τ' ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ὅμως, τιμὴ τῶν Ἁγίων εἶναι καὶ ὅταν ζεῖ κανεὶς ὅπως θέλει ὁ Θεὸς καὶ οἱ Ἅγιοι. «Τὸν δὲ καιρὸν ἐτοῦτον, λέγει ἕνας παλαιὸς συγγραφέας τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐπειδὴ κανεὶς δὲν εἶναι νὰ μᾶς βιάζη εἰς τὴν πίστιν μας, μηδὲ ἀνάγκην ἔχομεν νὰ μαρτυρήσωμεν, τόσο μόνον θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι καθὼς εἶναι ἡ χριστιανικὴ τάξις, ἔτζι νὰ περιπατοῦμεν• καθὼς ἀρέσκει τὸν Χριστόν, ἔτζι νὰ περνοῦμεν• ὄχι μὲ πολυποσίαις καὶ πολυφαγίαις, ὄχι μὲ χοροὺς καὶ παιγνίδια, ὄχι μὲ συκοφαντίαις καὶ καταδοσίαις, ὄχι μὲ πορνείαις καὶ ἀσωτείαις, ὄχι μὲ φόνους καὶ μοιχείαις καὶ ἔχθραις, καὶ μὲ ἄλλα δαιμονικὰ ἔργα• ἀλλὰ μὲ σωφροσύνην καὶ παρθενίαν, μὲ ἀγάπην καὶ ὁμόνοιαν, μὲ νηστείαν καὶ ἐγκράτειαν, καὶ μὲ ὅσα χαίρεται ὁ Θεὸς καὶ οἱ Ἅγιοι• διότι, εἰ μὲν πολιτευώμεσθεν καθὼς ὁρίζει ὁ Χριστός, ἔχομεν καὶ μισθὸν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους, διὰ τὰς ἑορτάς μας καὶ τὰς πανηγύρεις• εἰ δὲ περνοῦμεν τὴν ζωήν μας, κάμνοντας ὅσα ἀποστρέφεται ὁ Θεὸς καὶ μισοῦν οἱ Ἅγιοι, μόνον ὅσον κοπιάζομεν καὶ μοχθοῦμεν. Διὰ τοῦτο, ἂς ποιοῦμεν καθὼς εἶναι τῆς χριστιανικῆς τάξεως, ἵνα καὶ ὁ Θεὸς εὐφραίνεται εἰς τὰ ἔργα μας, καὶ οἱ Ἅγιοι χαίρωνται εἰς τὰς ἑορτάς μας». Μ' αὐτὸ τὸν τρόπο λατρεύεται ὁ Θεός, τιμοῦνται οἱ Ἅγιοί του καὶ προάγονται πνευματικὰ τὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας.


Μνήμη ευρέσεως της ιεράς εικόνας του Αγίου 
Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου του Μυροβλύτου



25 Μαΐου Μνήμη ευρέσεως της ιεράς εικόνας του Αγίου Μεγαλομάρτυρα Δημητρίου του Μυροβλύτου στην Ερμούπολη της Σύρου το 1936 μ.Χ. Συγκεκριμένα στη θέση Βαπόρια λίγο έξω από την Ερμούπολη στις 25 Μαϊου 1936, με όραμα στον Ερμοπουλίτη Μανούσο Πελέκη, βρέθηκε η εικόνα του Αγίου Δημητρίου.

Στον τόπο ευρέσεως της Ιεράς Εικόνας ο μακαριστός Μητροπολίτης Σύρου Φιλάρετος έκτισε πέτρινο Ναό, Βυζαντινού ρυθμού με τρούλλο. Ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου είναι ο πρώτος Ναός που βλέπει ο επισκέπτης από το πλοίο, καθώς φτάνει στη Σύρο.

Στη θέση Βαπόρια, λίγο έξω από την Ερμούπολη, στις 25 Μαΐου 1936, με όραμα στον Ερμουπολίτη Μανούσο Πελέκη, βρέθηκε η Εικόνα του Αγίου Δημητρίου.

Στον τόπο της ευρέσεως, ο Μητροπολίτης Σύρου Φιλάρετος έκτισε μεγαλοπρεπή πέτρινο Ναό, βυζαντινού ρυθμού με τρούλλο, που στολίζει την πόλη. Είναι ο πρώτος Ναός που βλέπει ο επισκέπτης από το πλοίο, καθώς φτάνει στη Σύρο. Η καμπάνα του χαιρετά όλα τα πλοία, όταν έρχονται και όταν φεύγουν από την Ερμούπολη. Υπάγεται στην ενορία του Αγίου Νικολάου.

Τελευταία ενημέρωση και έλεγχος συνδέσμων:
25 Απριλίου 2018 στις 18:24 www.sophia-ntrekou.gr

Τραγούδι του αγίου Δημητρίου

Τρίτου, αρχές του τέταρτου αιώνα, ο μεγάλος
Δημήτριος, λαοφιλής όσο κανένας άλλος,
έζησε και διέλαμψε μες τη Θεσσαλονίκη
επί Διοκλητιανού. Στην αθλοφόρα νίκη
του μαθητή του Νέστορα έναντι του Λυαίου
είχε αυτός μερίδιο σαν δάσκαλος του νέου.

Ήτανε γόνος χριστιανών και δάσκαλος της πίστης,
διέπρεπε στην αρετή ως του Κυριου μύστης
κι επιτελούσε θαύματα ενώ ακόμα ζούσε.

Ήτανε στρατιωτικός γενναίος κι αγαπούσε
τόσο πολύ τον Κύριο κι όλα τα πλάσματά του
που δε σκιαζόταν θάνατο αν έβλεπε μπροστά του.

Ο Μαξιμιανός, λοιπόν, στέλνει να τον συλλάβουν
μα βλέποντας την πίστη του, σαν κάρβουνα ανάβουν
αυτοί που την εχθρεύονται, και θένε να τους κάψουν
τους χριστιανούς και μες  στη γη ει δυνατόν να θάψουν.

Στη φυλακή ο άγιος Δημήτρης μεταβαίνει
Από μια νίκη ο βασιλιάς καθώς στην πόλη μπαίνει
φέρνει μαζί του γίγαντα, τον παλαιστή Λυαίο
και μέσα στον ιππόδρομο τον οδηγεί. Τυχαίο
δεν είναι αυτό το γεγονός. Θέλει να προκαλέσει
να επιδείξει δύναμη και έτσι να μπορέσει
τη δόλια εξουσιά του να ισχυροποιήσει.

"Ποιος το μπορεί με εμένανε δα να μονομαχήσει;"
φωνάζει, κράζει, ο παλαιστής, κι οι θεατές σκιαγμένοι
στέκουν βουβοί και απορούν τι να τους περιμένει...

Τότε πηγαίνει ο Νέστορας μες στο κελί του αγίου
"Δώσε μου την ευχούλα σου, εμέ του τρισαθλίου
Να δώσει ο Πανάγαθος δύναμη να νικήσω
το γίγαντα, διδάσκαλε, σαν ίσος μ' έναν ίσο"
Σταυρώνει τον Δημήτριος, φιλεί του το κεφάλι
"Και στον Λυαίο νικητής θα βγεις και όλοι οι άλλοι
θα απορήσουν έντρομοι, μα και θα μαρτυρήσεις
σ' όλο το στάδιο, Χριστό." Προφητικές οι ρήσεις.

Τον χαιρετά ο Δημήτριος κι ο Νέστωρ γιγαντώνει
κι ας ήταν μια σταλλιά παιδί. Τον γίγαντα ζυγώνει
"Του Δημητρίου, Εσύ, Θεέ, βοηθησέ με τώρα"
φωνάζει και η πάλη τους αρχίζει. Κρατά ώρα
Βγαίνει ο Νέστωρ νικητής κι ο δυνατός νικιέται.

Ο Μαξιμιανός λυσσά κι ο νους του, λες, χαλιέται
Στέλνει στρατιώτες στο κελί του αγίου και με λόγχες
λογχίζουνε το σώμα του. Αν βλέπαμε, οι κόγχες
το δάκρυ δε θα κράταγαν, μπροτά σε τόση φρίκη
που ο μεγαλομάρτυρας υπέστη σαν οι κρίκοι
από τις αλυσίδες έπλεαν ποτάμι μες στο αίμα

Το λείψανο παράτησαν, κι ο Λούπος ένα δέμα
τα ρουχαλάκια έκανε τα χιλιοματωμένα
μα και το δαχτυλίδι του που ο άγιος φορούσε.

Στους πονεμένους πήγαινε, μ' αυτά θαυματουργούσε
Το 'μαθε ο Μαξιμιανός, τον αποκεφαλίζει
κι ο Λούπος τον Δημήτριο έτσι τον αντικρίζει
μες στην αγκάλη του Θεού και χαίρεται μαζί του
αφού απέβη μάρτυρας και γνήσιο παιδί του
Θεσσαλονίκης γίνεται ο μέγας Πολιούχος
ο άγιος Δημήτριος. Μετά συνδικαιούχος
μαζί του, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς ο μύστης
της νοεράς της προσευχής της άγιάς μας της πίστης.

Εμπνευσμένα από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία
Κουστένη, τόμος Β', Ακτή, Λευκωσία 2008 animusanimus.blogspot.com

Δείτε ακόμη:

Επιλεκτικά Βίντεο για τον Άγιο Δημήτριο 
Κλικ στην εικόνα σύνδεσμο για να δείτε τα Βίντεο

25 OΚΤΩΒΡΙΟΥ/ 7 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2015 Η εορτή του αγίου Δημητρίου στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων - Εσπερινός Προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Λύδδης κ. Δημητρίου.























Άγιος Δημήτριος. Ο βίος και τα θαύματα. Ένα ορθόδοξο αφιέρωμα προς τιμή του Αγίου Δημητρίου του Μυροβλύτη. Όπου το Άγιο σκήνωμα του ευρίσκεται στην Θεσσαλονίκη. Όπου μυροβλύζει, επιτελεί απίστευτα θαύματα καθημερινά και κάθε χρόνο στην Ιερά εορτή της μνήμης του βγαίνει από Άγιο σκήνωμα του πλούσιο Άγιο μύρο που ευωδιάζει έντονα και ανεξίτηλα.


Κρύπτη του Αγίου Δημητρίου. Ι. Ναός Αγίου Δημητρίου πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Ο Ναός είναι πεντάκλιτος βασιλική του ελληνιστικού τύπου, αλλά με πολλά ιδιαίτερα και σπάνια χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλους ναούς της ίδιας περιόδου στην Ελλάδα. Στο υπόγειο του Ναού βρίσκεται ο χώρος μαρτυρίου του Αγίου. Η υπόγεια αρχαία Κρύπτη είναι το πιο ενδιαφέρον μέρος του ναού που χρονολογείται πριν από την κατασκευή του. Η Κρύπτη επανήλθε στο φως το 1917, εξαιτίας της καταστρεπτικής πυρκαγιάς, οι κατακόμβες αναδείχθηκαν μετά από εκτεταμένες εργασίες αναστήλωσης και συντήρησης ενώ άνοιξε τις πύλες της στο κοινό με την μορφή εκθέσεως μουσείου το 1988. Σύμφωνα με την Χριστιανική παράδοση είναι το ακριβές σημείο όπου ο Άγιος φυλακίστηκε και μαρτύρησε το 303 μ.Χ. Από τα ψηφιδωτά του Ναού, ξεχωρίζει αυτό που απεικονίζει τον Άγιο Δημήτριο με δύο μικρά παιδιά και ένα άλλο, που απεικονίζει τον Άγιο ανάμεσα στον επίσκοπο και στον έπαρχο, οι οποίοι ανακαίνισαν το ναό τον 7ο αιώνα. Το απολυτίκιον του Αγίου Δημητρίου είναι ήχος γ', Γεράσιμος Πρεβεζιάνος. Στις κατακόμβες μας ξενάγησε, ο Αρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Μητρόπουλος. 



FaceBook
Nota Katras 25 Οκτωβρίου 2014 στις 4:19 μ.μ.
Σοφία Ντρέκου 25 Οκτωβρίου 2014 στις 4:07 μ.μ.
Σοφία Ντρέκου 25 Οκτωβρίου 2013 στις 8:47 μ.μ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: