Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2013

Η Θεολογία και το συναίσθημα


Η Θεολογία και το συναίσθημα
Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Υπάρχει μία γενική τάσις να θεωρήται η θρησκεία ως συναίσθημα και η θεολογία ως διανοητική ενέργεια του πιστεύοντος ανθρώπου.

«Το συναίσθημα της απολύτου εξαρτήσεως» («das schlechthinnige Abhängigkeitsgefühl») εκ του Θεού, ως το ωνόμασε χαρακτηριστικός ο μέγας θεολόγος του συναισθήματος, ο Schleiermacher(1), διέπει βασικώς την θρησκευτικήν ζωήν και ως εκ τούτου εθεωρήθη ως αποτελούν την ουσίαν πάσης θρησκείας και κατ' εξοχήν της χριστιανικής.

Εις την ιστορίαν της γερμανικής θεολογίας τον όρον «συναίσθημα» («Gefühl») διεδέχθη δια της «φιλοσοφίας της ζωής» («Lebensphilosophie») ο όρος βίωμα («Εrlebnis»). Παρ' ημίν, αφ' ότου ο αείμνηστος Νικόλαος Λούβαρις, η ευγενής εκείνη φυσιογνωμία της νεοελληνικής θεολογίας, εισήγαγε και αβιάστως επέβαλε τον όρον βίωμα(2), μεταφράζων ούτω τον αντίστοιχον γερμανικόν όρον, η θρησκεία θεωρείται γενικώς ως βίωμα.

Επειδή μάλιστα το περιεχόμενον του όρου τούτου φαίνεται ότι ικανοποιεί ωρισμένας ευσεβιστικάς τάσεις της νεοελληνικής θρησκευτικότητος, πολλοί εκ των παρ 'ημίν θρησκευόμενων λογίων εθεώρησαν τον όρον τούτον ως σημαίνοντα επιτυχώς την πατερικήν αντίληψιν περί της σχέσεως του ανθρώπου προς τον Θεόν. Εντεύθεν και εδημιουργήθησαν διάφοροι εκφράσεις με συνθετικόν στοιχείον την λέξιν ταύτην, ως «το θρησκευτικόν βίωμα», «βιωματικός» κ.λ.π., εν τη πεποιθήσει πάντοτε, ότι κατ' αυτόν τον τρόπον προσφέρεται υπηρεσία εις την αυθεντικήν παράδοσιν της Εκκλησίας.

Είναι πάντως γεγονός, ότι οι Πατέρες αγνοούν τους όρους τούτους. Βεβαίως η απουσία μιας ωρισμένης λέξεως εκ του πατερικού γλωσσικού θησαυρού δεν καθιστά eo ipso την λέξιν ταύτην κατ' αρχήν θεολογικώς άχρηστον. Οσονδήποτε πλούσια και αν είναι η γλώσσα του παρελθόντος, αύτη δεν δύναται να πληροί απάσας τας γλωσσικάς ανάγκας του παρόντος και του μέλλοντος.

Εφ' όσον η αυτοσυνειδησία του ανθρώπου εξελίσσεται, είναι προφανές, ότι και η θεολογία «έχει ιστορίαν» και ότι η θεολογική ορολογία αναποφεύκτως θα πλουτίζεται εκάστοτε και δια νέων στοιχείων. Δια τον λόγον τούτον και ο όρος βίωμα, όπως και πας άλλος όρος, δύναται κατ' αρχήν να χρησιμοποιήται θεολογικώς, ασχέτως του αν αγνοήται υπό των Πατέρων, υπό την απαραίτητον όμως προϋπόθεσιν, ότι θα σημαίνη νοηματικόν περιεχόμενον («suppositum») σύμφωνον οπωσδήποτε προς την καθόλου ορθόδοξον παράδοσιν της Εκκλησίας.

Ενταύθα είναι ανάγκη να τονισθή με πάσαν κατηγορηματικότητα, ότι η ορθοδοξία της Εκκλησίας δεν συνίσταται απλώς εις εν σύνολον στερεοτύπων όρων και εκφράσεων. 

Ορθοδοξία είναι η δια της ορθοδόξου «γλώσσης» αναφορά του ανθρώπου εις το ορθόδοξον «νόημα» το δια της γλώσσης ταύτης σημαινόμενον, και περαιτέρω η δια του ορθοδόξου «νοήματος» αναφορά εις την σώζουσαν Αποκάλυψιν του Θεού. Επομένως ορθοδοξία είναι η δια της γλώσσης και του νοήματος αναγωγή του όλου ανθρώπου εις τον Θεόν, η κοινωνία Αυτού.

Εκ τούτων γίνεται σαφές, ότι το πρόβλημα, αν η θρησκεία είναι συναίσθημα ή βίωμα, δεν είναι πρόβλημα περί την λέξιν, αλλά περί το θεολογικόν περιεχόμενον των όρων τούτων. Δεν υπάρχουν ορθόδοξοι λέξεις καθ' εαυτάς, αλλ' υπάρχουν ορθόδοξα νοήματα, τα οποία και προσδίδουν τον ορθόδοξον χαρακτήρα εις τας χρησιμοποιουμένας λέξεις.

Μία λέξις καθίσταται ορθόδοξος, όταν το υπ' αυτής σημαινόμενον νοηματικόν περιεχόμενον είναι ορθόδοξον. Τουναντίον μία λέξις, χρησιμοποιηθείσα προς δήλωσιν ορθοδόξου νοηματικού περιεχομένου και εντεύθεν καταστάσα όρος της ορθοδόξου θεολογίας, παύει αυτομάτως να είναι ορθόδοξος, όταν χρησιμοποιηθη υπό διάφορον, μη ορθόδοξον έννοιαν.

Ορθόδοξος είναι η έννοια εκείνη, η οποία και αποτελεί το γεγονός της κοινωνίας του Θεού, το γεγονός δηλ. της κατανοήσεως, της καταλήψεως, της προσοικειώσεως Αυτού, τ.ε. της σωτηρίας του ανθρώπου. Αντιθέτως μη ορθόδοξος έννοια (ή μη ορθόδοξον νόημα) είναι το γεγονός, κατά το όποιον ο άνθρωπος δεν κατανοεί τον Θεόν, τ.ε. δεν σώζεται. Ορθοδοξία είναι το γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου.

Το γεγονός τούτο αποτελεί και την «αληθή θρησκείαν» («vera religio») του ανθρώπου. Αληθής θρησκεία είναι η αναφορά του ανθρώπου εις τον Θεόν, η κοινωνία Αυτού· είναι η οικείωσις της θείας Αποκαλύψεως, η προσήκουσα απάντησις του ανθρώπου εις την θείαν κλήσιν.


Εις τον Πλάτωνα ευρίσκομεν την διδασκαλίαν περί των τριών «ειδών» της ψυχής (του «λογιστικού», του «επιθυμητού» και του «θυμοειδούς»(3), δεν είναι δε σήμερον ασυνήθης η (οπωσδήποτε πολλά προβλήματα ενέχουσα) διαίρεσις της πνευματικής ζωής του ανθρώπου εις την στενώς νοουμένην νόησιν, την βούλησιν και το συναίσθημα. Επί τη βάσει των διακρίσεων τούτων(4) δύναται τις να είπη, ότι το συναίσθημα είναι εν μέρος της πνευματικής ζωής του ανθρώπου και μάλιστα («το θυμοειδές» δια τον Πλάτωνα) όχι και το σπουδαιότερον. 

Εάν λοιπόν η «θρησκεία» είναι συναίσθημα, τούτο θα σημαίνη, ότι αυτή είναι μία επί μέρους λειτουργία της ψυχικής ζωής του ανθρώπου. Εν τοιαύτη περιπτώσει η θρησκεία ή θα είναι εν επί μέρους συναίσθημα, υπάρχον παραλλήλως προς άλλα συναισθήματα επηρεάζον αυτά και επηρεαζόμενον υπ' αυτών, ή θα συμπίπτη αύτη το πολύ με ολόκληρον την συναισθηματικήν ζωήν του ανθρώπου, οπότε και πάλιν θα παραμένη εν μόνον μέρος της όλης ζωής του ανθρώπου ως ανθρώπου.

Συγχρόνως τίθενται μεταξύ άλλων και τα εξής ερωτήματα: Εάν η θρησκεία εκληφθή ως περιοριζόμενη μόνον εις το συναίσθημα, τότε ποία είναι η σχέσις αυτής προς την νόησιν και την βούλησιν; Οφείλουν η νόησις, η ηγεμονική αρχή του ανθρώπου, και η βούλησις αυτού να εκλείψουν ή να υποταγούν εις το (θρησκευτικόν) συναίσθημα; Και διατί τοιαύτη βασιλική μεταχείρισις του συναισθήματος; Είναι η σωτηρία του ανθρώπου μόνον ή κατ'εξοχήν συναισθηματικόν γεγονός; Πως τίθεται το ζήτημα της σωτηρίας δια τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι εκ φύσεως έχουν ηυξημένην νόησιν ή βούλησιν, αλλά μειωμένην συναισθηματικότητα; Σώζονται μόνον, ή τουλάχιστον κατ' εξοχήν, εκείνοι, οι οποίοι εξεταζόμενοι με την μέθοδον της «φαινομενολογίας της θρησκείας» παρουσιάζονται ως έχοντες μεν έντονον συναισθηματικήν θρησκευτικότητα, αλλά νοήματα δια την Δογματικήν απαράδεκτα και βούλησιν ηθικώς διεστραμμένην;

Είναι ίσως εντεύθεν προφανές, ότι η θεώρησις της θρησκείας ως συναισθήματος οδηγεί την δογματικήν σκέψιν ad absurdum. Η «αληθής θρησκεία» των μαθητών του Χριστού δεν είναι μόνον συναίσθημα, αλλ' είναι και νόησις και βούλησις, εάν δεχθώμεν, ότι δια των τριών τούτων όρων δηλούται η όλη ζωή του ανθρώπου ως ανθρώπου. Αληθής θρησκεία είναι η αυθεντική ζωή του ανθρώπου εις όλον το πλάτος και το βάθος της αυθεντικότητας της.

Ευρύτερον οπωσδήποτε περιεχόμενον εν σχέσει προς το δια του όρου «συναίσθημα» σημαινόμενον εκφράζει ο όρος «βίωμα». Το βίωμα ως γεγονός ζωής έχει μεν και συναισθηματικόν χαρακτήρα, περιλαμβάνει όμως μετ ' αυτού εις ενότητα κατά το μάλλον ή ήττον και τα λοιπά στοιχεία τα αποτελούντα την ανθρωπίνην ζωήν εν συνόλω. 

Εφ' όσον όμως εις τον όρον «βίωμα» αποδίδεται πολλάκις συναισθηματικόν κυρίως περιεχόμενον, οφείλομεν ενταύθα να τονίσωμεν, ότι η κοινωνία του Θεού, όπως δεν είναι μονομερώς διανοητικόν γεγονός, ούτω και δεν είναι γεγονός μονομερώς συναισθηματικόν. Δια της διαπιστώσεως ταύτης μένει βεβαίως ανοικτόν το πρόβλημα, αν η κοινωνία αυτή του Θεού, δηλ. η αληθής θρησκεία, έχει κυρίως συναισθηματικόν, λογικόν, βουλητικόν ή οιονδήποτε άλλον χαρακτήρα.


Εάν λοιπόν η αληθής θρησκεία οπωσδήποτε δεν είναι μόνον συναίσθημα, ερωτάται περαιτέρω, τι είναι εν τοιαύτη περιπτώσει η θεολογία. Ελέχθη ήδη εις την αρχήν, ότι είναι διαδεδομένη η τάσις να θεωρήται η θεολογία ως λογική επίδοσις του πιστεύοντος ανθρώπου. Συχνάκις ορίζεται η θεολογία ως «η επιστημονική αυτοσυνειδησία της πίστεως». (Δια τον Schleiermacher η θεολογία είναι «εκκλησιαστική επιστήμη»(5).

Παραμερίζοντες ενταύθα το ζήτημα, αν η θεολογία είναι επιστήμη, είμεθα υποχρεωμένοι να υπογραμμίσωμεν εν πρώτοις το γεγονός, ότι η θεολογία δεν δύναται να είναι μία μονομερώς λογική ενέργεια του ανθρώπου. Η ετυμολογική παραγωγή και η χριστιανική ιστορία της λέξεως ταύτης δεν αφήνουν ίσως ουδεμίαν αμφιβολίαν, ότι η θεολογία είναι η κατανόησις του αποκαλυπτομένου Θεού, η γνώσις Αυτού. 

Κατ' αρχήν η κατανόησις («Vesterhen») καθ' εαυτήν δεν είναι γεγονός μονομερώς «λογικόν»· είναι καθολική αναφορά του κατανοούντος υποκειμένου εις το προς κατανόησιν αντικείμενον. Δια τούτο και δεν είναι μόνον «λογική», αλλ' είναι εν ταύτω και συναίσθημα («Gefühl») και ενόρασις («intuition») και εσωτερική προσέγγισις («Ε infühlung») κ.λ.π. Χωρίς δυσκολίαν μάλιστα θα ηδύνατό τις να διαπίστωση και βουλητικά στοιχεία εις το γεγονός της κατανοήσεως.

Εάν λοιπόν είναι γεγονός, ότι η κατανόησις γενικώς δεν είναι εν μονομερώς λογικόν φαινόμενον, είναι τουλάχιστον εξ ίσου αληθές, ότι και η κατανόησις του Θεού, η θεολογία, δεν περιορίζεται μόνον εις την στενώς νοουμένην λογικήν του ανθρώπου. Του Θεού δεν κοινωνεί μόνον η λογική του ανθρώπου, αλλ' ο όλος άνθρωπος, ο άνθρωπος ως όλον. Άλλωστε είναι γνωστόν, ότι αι αναγνωριζόμεναι ως πηγαί της Αποκαλύψεως δεν απευθύνονται μόνον εις την στενώς νοουμένην «νόησιν» του ανθρώπου, όπως και δεν απαιτούν εξ αυτού μόνον την προσφοράν της «νοήσεως». Η Αποκάλυψις του Θεού απευθύνεται ως Ευαγγέλιον εις ολόκληρον τον άνθρωπον και απαιτεί ως νόμος την προσφοράν ολοκλήρου του ανθρώπου εις τον Θεόν.


Η θεολογία ως η προσοικείωσις της Αποκαλύψεως εκτείνεται εις όλον το βάθος και το πλάτος του τον Θεόν κατανοούντος ανθρώπου. Θεολογία είναι η συνάντησις του Θεού, η πίστις εις Αυτόν. Η θεολογία, η (αληθής!) θρησκεία και η γνήσια πίστις είναι κατ' ουσίαν εν και το αυτό γεγονός. Ούτε η θρησκεία είναι μόνον συναίσθημα, ούτε η θεολογία μόνον διανόησις, ούτε η πίστις μόνον εκδήλωσις απλοϊκότητος και αφέλειας(6).

Η αληθής θρησκεία, η άξια του ονόματος της θεολογία και η συνειδητή πίστις είναι αυτό τούτο το γεγονός της σωτηρίας του ανθρώπου, δηλ. το γεγονός της ορθοδοξίας. Το γεγονός τούτο συμπίπτει με την επιτέλεσιν της αυθεντικότητος του ανθρώπου, με την θέωσιν αυτού. Εφ ' όσον το συναίσθημα είναι μία επί μέρους λειτουργία της ζωής του ανθρώπου ως ανθρώπου, καθίσταται προφανές, ότι η θεολογία είναι και συναίσθημα, όπως είναι και νόησις και βούλησις και ενόρασις και «βίωμα» και πράξις και ήθος και αγιότης κ.ο.κ. 

Η θεολογία περιλαμβάνει και την αυθεντικήν συναισθηματικήν ζωήν του ανθρώπου, όπως περιλαμβάνει και τας λοιπάς αυθεντικάς λειτουργίας της ζωής αυτού, συμπίπτουσα ούτω κατ' ουσίαν με την όλην ζωήν του ανθρώπου ως ανθρώπου, με την θρησκείαν, την ηθικήν, την σωτηρίαν, την ορθοδοξίαν αυτού.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Die Christliche Glaube nach den Grundsätzen der evangelischen Kirche im Zusammenhang dargestellt, 2. Ü berb. Ausg. Halle 1830, σ. 145 κ. αλλ. Εις τους περίφημους λόγους του «προς τους περιφρονητάς της θρησκείας» ο Schleiermacher λέγει περί της θρησκείας, ότι «η ουσία αυτής δεν είναι ούτε νόησις, ούτε πράξις, αλλά θεωρία και συναίσθημα» (Über die Religion, Reden an die Gebildeten unter ihren Verächtern, εκδ.», Ο tto, 3. Α ufl. Göttingen 1913, σ. 26).

2. Βλ. Μ. Σιώτου, Νικόλαος Ι. Λούβαρις, Εν Αθήναις 1965, σ. 73.

3. Πλάτων: «... τό μέν ᾧ λογίζεται λογιστικόν προσαγορεύοντες τῆς ψυχῆς, το δε ᾧ ἐρᾶ τε και πεινῇ και διψῇ καί περί τάς ἄλλας ἐπιθυμίας ἐπτοήται ἀλόγιστον τε καί ἐπιθυμητικόν, πληρώσεών τινων καί ἡδονῶν ἑταῖρον» (Πολιτεία Δ 439 d). «Οὐκοῦν τῷ μέν λογιστικῷ ἄρχειν προσήκει, σοφῷ ὄντι καί ἔχοντι τήν ὑπέρ ἁπάσης τῆς ψυχῆς προμήθειαν, τῷ δέ θυμοειδεῖ ὑπηκόῳ καί ξυμμάχω τούτου; Πάνυ γε» (αυτόθι Δ 441 e). «Καί τούτω δε οὕτω τραφέντε καί ὡς ἀληθῶς τά αὑτῶν μαθόντε καί παιδευθέντε προστήσεσθον τοῦ ἐπιθυμητικοῦ, ὅ δη πλεῖστον τῆς ψυχῆς ἐν ἑκάστῳ ἐστί καί χρημάτων φύσει ἁπληστότατον» (αυτόθι Δ 442 a). Πρβλ. Τιμ. 77 b.

4. Ενταύθα δεν εξετάζεται ειδικώς η σχέσις των διακρίσεων τούτων προς αλλήλας, φαίνεται όμως, ότι η σχέσις αυτή, εν αντιθέσει μάλιστα προς ό,τι συνήθως νομίζεται, δεν είναι ταυτότης. Ούτως ενώ η βούλησις είναι έλλογος ενέργεια του ανθρώπου (πρβλ. την ετυμολογικήν συγγένειαν βούλομαι - βουλεύομαι, ως και την σχολαστικήν αρχήν «hihil volitum, nisi praecognitum»), το πλατωνικόν «επιθυμητικόν» είναι «αλόγιστον». Ομοίως και ο πλατωνικός όρος «το θυμοειδές» δεν φαίνεται να εκφράζη τον όλον συναισθηματικόν κόσμον του ανθρώπου.

5. Βλ. Τ. Rendtorff, Kirche und Theologie. Die systematische Funktion des Kirchenbegriffs in der neueren Theologie, Gütersloh 1966, σ. 139 εξ.

6. Ρ. Τ illich: «Η πίστις ως έκφρασις του όλου προσώπου ασφαλώς περιλαμβάνει και συναισθηματικά στοιχεία, αλλά δεν αποτελείται μόνον εξ αυτών. ’πασαι αι πλευραί της θεωρίας και της πράξεως είναι παρούσαι εις το γεγονός της πίστεως...» (Systematische Theologie, Bd III Stuttgart 1966, σ. 157). 

Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου Τεύχος 1 & 2 ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Τόμος ΛΘ'
Αθήνα 1968, σελ. 241-245 apostoliki-diakonia.gr
Σοφία Ντρέκου / αέναη επΑνάσταση

*Ο Κωνσταντίνος Παπαπέτρου γεννήθηκε στις Ερυθρές Αττικής στις 12 Φεβρουαρίου 1936. Το 1954 εισήχθη πρώτος στην Θεολογική σχολή Αθηνών από την οποία αποφοίτησε με βαθμό πτυχίου «Άριστα» το 1959. Το 1961 μετέβη στο (δυτικό) Βερολίνο για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Συστηματική θεολογία στο εκεί «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» (Freie Universität). 

Μεταξύ 1964 και 1966 δίδαξε στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Σχολή τού Βερολίνου και τελικά αναγορεύθηκε Δρ. Φιλοσοφίας τού Ελεύθερου Πανεπιστημίου τού Βερολίνου το 1969 με μία εργασία «Περί των ανθρωπολογικών ορίων της Εκκλησίας. Ένα φιλοσοφικοθεολογικό σχεδίασμα στο θέμα «δίκαιος και άδικος εν ταυτώ» εξ ορθοδόξου-καθολικής επόψεως». 

Το 1970 έλαβε διδακτορικό τίτλο θεολογίας από το Πανεπιστήμιο Αθηνών με την εργασία «Η αποκάλυψις τού Θεού και η γνώσις αυτού. Κατά το υπόμνημα τού Κυρίλλου Αλεξανδρείας εις το κατά Ιωάννην ευαγγέλιον», ενώ ένα χρόνο αργότερα εξελέγη από την ίδια σχολή υφηγητής της Απολογητικής με την εργασία «Η ουσία της Θεολογίας. Συστηματική μελέτη επί ενός πατερικού ερμηνευτικού έργου». 

Το 1976 έγινε τακτικός καθηγητής στην έδρα της Απολογητικής και της Εγκυκλοπαίδειας της Θεολογίας. Τα μαθήματα αυτά καθώς και κατ’ ανάθεσιν το μάθημα της Φιλοσοφίας δίδαξε έκτοτε και μέχρι την συνταξιοδότησή του το 2003 ανελλιπώς. Στις 22 Σεπτεμβρίου 2007, πέθανε από καρκίνο σε νοσοκομείο της Αθήνας.

www.sophia-ntrekou.gr

2 σχόλια:

Areti Maurogianni είπε...

poly kalo

Sophia Siglitiki Drekou είπε...

Ευχαριστούμε πολύ κ.Αρετή. Συμφωνώ μαζί σας ότι είναι διαφωτιστικό το κείμενο.