Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Έλληνες θα ειπεί...


Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις 
με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο.
Η λυγερή στον Άδη (Λογοτεχνική ανάλυση)
Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

Κράτα το νου σου στον Άδη και μην απελπίζεσαι 
Όσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης (1866-1938)
Περιεχόμενα
1. «Έλληνες θα ειπεί...» του Δημήτρη Λιαντίνη
2. «Η Λυγερή Στον Άδη» Δημοτική ποίηση
3. Η λυγερή στον Άδη (Λογοτεχνική ανάλυση)
4. Βίντεο «Η Λυγερή στον Άδη» με υπέροχο κλαρίνο

1. «Έλληνες θα ειπεί...» του Δημήτρη Λιαντίνη

«Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:

«Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη.
Ένας το Μάη θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη.
Κι ο Δήμος τ' αγια-Δημητριού ν' ανοίξει γιοματάρι.

Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν.
Κόρη, βροντούν τ' ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου,
και τα χρυσά γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος».[1]

2. «Η Λυγερή Στον Άδη» Δημοτική ποίηση

Καλά τό χουνε τα βουνά, καλόμοιρ' ειν' οι κάμποι,
που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,
το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια.
Τρεις αντρειωμένοι βούλονται να βγουν από τον Άδη.

Ο ένας να βγη την άνοιξη, κι' ο άλλος το καλοκαίρι,
κι' ο τρίτος το χινόπωρο, οπού είναι τα σταφύλια.
Μια κόρη τους παρακαλεί, τα χέρια σταυρωμένα.

Γϊα πάρτε με, λεβέντες μου, για τον Απάνου κόσμου.

-Δεν ημπορούμε, λυγερή, δεν ημπορούμε, κόρη.

Βροντομαχούν τα ρούχα σου κι' αστράφτουν τα μαλλιά σου,
χτυπάει το φελλοκάλιγο και μας ακούει ό Χάρος.

-Μα γω τα ρούχα βγάνω τα και δένω τα μαλλιά μου,
κι' αυτό το φελλοκάλιγο μέσ' 'ς τη φωτιά το ρηχνω.

Πάρτε με, αντρειωμένοι μου, να βγω 'ς τον Πάνω κόσμο, 
να πάω να ιδώ τη μάννα μου ως χλίβεται για μένα.

-Κόρη μου, εσένα η μάννα σου 'ς τη ροϋγα κουβεντιάζει.
-Να ιδώ και τον πατέρα μου πως χλίβεται για μένα.
-Κόρη μου, κι' ο πατέρας σου 'ς το καπελειό ειν' και πίνει.
-Να πάω να ιδώ ταδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, εσέν' ταδέρφια σου ριχτούνε το λιθάρι.
-Να ιδώ και τα ξαδέρφια μου πως χλίβονται για μένα.
-Κόρη μου, τα ξαδέρφια σου μέσ' 'ς το χορό χορεύουν.»

Κ' η κόρη ναναστέναξε βαθιά 'ς τον Κάτω κόσμο,
κι' ανάψανε τα καπελειά, κ' εκάησαν οι ρούγαις,
εκάη και το λιθόρεμα, πόρριχταν το λιθάρι,
εκάη κ' η δίπλη του χορού, π' εχόρευε η γενιά της.

σημειώσεις
παντέχω: περιμένω.
βροντομαχούν: κάνουν κρότο.
φελλοκάλιγο: ελαφρό καλίγι (υπόδημα) με πάτους από φελό.
χλίβομαι: θλίβομαι.
ρούγα: δρόμος.
η δίπλη: η δίπλα, ο γύρος.[2]


3. Η λυγερή στον Άδη (Λογοτεχνική ανάλυση)

Καλά το ‘χουνε τα βουνά, καλόμοιρ’ είν’ οι κάμποι,
που Χάρο δεν παντέχουνε, Χάρο δεν καρτερούνε,
το καλοκαίρι πρόβατα και το χειμώνα χιόνια.

Το προοίμιο του τραγουδιού εκφράζει τη μεγάλη απόγνωση των ανθρώπων μπροστά στο θάνατο, μέσα από τη σύγκριση με τα βουνά και τους κάμπους, που υπάρχουν πάντοτε, χωρίς να φοβούνται μήπως πεθάνουν, όπως συμβαίνει με τους ανθρώπους. Τα βουνά και οι κάμποι παραμένουν αδιάφορα απέναντι στο Χάρο, και συνεχίζουν τη μακραίωνη πορεία τους χωρίς την ψυχοφθόρα αναμονή του τέλους.

Το πέρασμα του χρόνου και εναλλαγή των εποχών τα επηρεάζει μόνο ως προς τη διαφοροποίηση του τοπίου, το χειμώνα ο τόπος γεμίζει με χιόνια και το καλοκαίρι έρχονται τα πρόβατα για να τραφούν. Τίποτε όμως από αυτά δεν ενοχλεί τα άφθαρτα βουνά και τους κάμπους.

Το τραγούδι, επομένως, ξεκινά τονίζοντας πόσο τυχερά είναι τα βουνά και οι κάμποι, που δεν έχουν να φοβούνται το Χάρο, ώστε να αιτιολογήσει την επιθυμία των νέων και της κόρης να αποδράσουν από τον Άδη. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τα άφθαρτα στοιχεία της γης, οι άνθρωποι ζουν ελάχιστα και γι’ αυτό αγαπούν ιδιαίτερα τη ζωή.

Οι τρεις αντρειωμένοι θέλουν ν’ αποδράσουν άνοιξη - καλοκαίρι - φθινόπωρο

Η αναφορά στην επιθυμία των νέων να αποδράσουν σε διαφορετικές εποχές, υπονοεί την ομορφιά που έχει η ζωή κάθε στιγμή και κάθε εποχή του έτους.

Στο τραγούδι τονίζεται κυρίως η εποχή του φθινοπώρου, κατά την οποία έχουν ωριμάσει τα σταφύλια, αλλά επί της ουσίας η ζωή διαθέτει ξεχωριστή ομορφιά οποιαδήποτε ώρα και στιγμή.

Μπορούμε, βέβαια, να διακρίνουμε την προτίμηση που διαφαίνεται στο τραγούδι για τις εποχές της καλοκαιρίας, όπως είναι η περίοδος από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο, κι αυτό γιατί τότε η φύση αποκαλύπτει στο μέγιστο βαθμό την ομορφιά της.

Με τον ερχομό της άνοιξης η φύση εισέρχεται κάθε χρόνο σε μια νέα περίοδο αναγέννησης, που κορυφώνεται τους καλοκαιρινούς μήνες και περιορίζεται σταδιακά το φθινόπωρο, για να τερματιστεί με τον ερχομό του χειμώνα.

Ο χειμώνας αποτελεί την περίοδο όπου η φύση βιώνει μια κατάσταση παρόμοια με το θάνατο, γι’ αυτό και στο τραγούδι οι νέοι εκφράζουν την επιθυμία να επιστρέψουν στη ζωή τους μήνες που κυριαρχεί η ευδαιμονία και η ζωή στη φύση. Ο χειμώνας παραμένει συμβολικά συνδεδεμένος με το τέλος της ζωής, γι’ αυτό και κανένας από τους νέους δεν θέλει να επανέλθει στη γη κατά τους χειμερινούς μήνες.

Πώς φαντάζεται ο ποιητής την κόρη στον Κάτω Κόσμο;

Η κόρη παρουσιάζεται στον Κάτω Κόσμο, όπως ακριβώς θα ήταν όταν ακόμη ζούσε, με τα ρούχα, τα υποδήματα και τα λαμπερά μαλλιά της. Η ιδέα πως οι άνθρωποι συνεχίζουν να διατηρούν τη μορφή τους αναλλοίωτη, ακόμη κι όταν περνούν στον Κάτω Κόσμο αποτελεί σταθερό γνώρισμα της δημοτικής παράδοσης.

Την τακτική, μάλιστα, που ακολουθείται στα δημοτικά τραγούδια να περιγράφεται ο Άδης και οι νεκροί με χαρακτηριστικά που μας παραπέμπουν στον κόσμο των ζωντανών την αποκαλούμε «εγκοσμίωση». Οι άνθρωποι δυσκολεύονταν να αποδεχτούν την ολοκληρωτική φθορά που επέφερε ο θάνατος και προτιμούσαν να σκέφτονται πως εκείνοι που πεθαίνουν παραμένουν όπως ήταν προτού πεθάνουν.

Έτσι, βλέπουμε στο τραγούδι, την κόρη να στέκει με σταυρωμένα χέρια, έχοντας την ίδια ακριβώς εμφάνιση, όπως όταν ήταν ζωντανή, και να ζητά από τους τρεις νέους να την πάρουν μαζί τους στην απόδρασή τους από τον Κάτω Κόσμο.

Η κοπέλα, άλλωστε, διατηρεί όχι μόνο την εμφάνισή της, αλλά και τα συναισθήματα που έχουν οι ζωντανοί άνθρωποι, καθώς παρατηρούμε τη μεγάλη της επιθυμία να γυρίσει στον κόσμο των ζωντανών.

Μια επιθυμία που κινείται από τη νοσταλγία της για τους δικούς της ανθρώπους, αλλά και από την ανάγκη της να βεβαιωθεί πως η οικογένειά της δεν την έχει ξεχάσει και συνεχίζει να πονά για το χαμό της.


Ο πόθος της κόρης ν’ ανέβει στον Απάνω Κόσμο

Η νεαρή κοπέλα επιθυμεί σε τέτοιο βαθμό να επιστρέψει κοντά στους δικούς της, ώστε είναι διατεθειμένη να βγάλει τα ρούχα της και να πετάξει στη φωτιά τα υποδήματά της, προκειμένου να μην την εμποδίσουν στην προσπάθειά της να αποδράσει. Παρά, δηλαδή, τις αντιρρήσεις των νέων ότι τα ρούχα τις κάνουν θόρυβο και τα μαλλιά της αστράφτουν, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την απόπειρα απόδρασης, εκείνη δηλώνει έτοιμη να απαλλαγεί από τα ρούχα της και να δέσει τα μαλλιά της.

Παράλληλα, διαπιστώνουμε πόσο ποθεί να επιστρέψει στον Απάνω Κόσμο από τις συνεχείς εκφράσεις της επιθυμίας της. Θέλει να γυρίσει για να δει πώς θλίβεται η μάνα της, πώς θλίβεται ο πατέρας της και πώς θλίβονται τα αδέρφια και τα ξαδέρφια της. Εκφράσεις, μάλιστα, που διατυπώνονται παρά τις διαβεβαιώσεις των νέων ότι οι δικοί της την έχουν ήδη λησμονήσει.

Το τραγούδι τελειώνει με μια τολμηρή ποιητική σύλληψη.

Κι η κόρη ναναστέναξε βαθιά στον Κάτω Κόσμο,
κι ανάψανε τα καπηλειά, κι εκάησαν οι ρούγες,
εκάη και το λιθόρεμα, πόριχταν το λιθάρι,
εκάη κι η δίπλη του χορού, π’ εχόρευε η γενιά της.


Η κοπέλα στο άκουσμα πως οι δικοί της την έχουν πια ξεχάσει και συνεχίζουν τη ζωή τους αμέριμνοι, χωρίς να τη θυμούνται και να πονούν, αναστενάζει βαθιά κι ο αναστεναγμός της γίνεται φωτιά που καίει όλα τα μέρη όπου βρίσκονταν οι δικοί της. Τα καπηλειά που έπινε ο πατέρας της, οι ρούγες (οι δρόμοι) που έβγαινε οι μητέρα της και συζητούσε, το ρέμα όπου τα αδέρφια της έριχναν το λιθάρι και ο χορός που χόρευαν τα ξαδέρφια της.

Η μεταβολή του αναστεναγμού σε φωτιά, έρχεται να εκφράσει με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο τον πόνο που αισθάνθηκε η κοπέλα όταν κατάλαβε, πως παρά το δικό της θάνατο, οι δικοί της συνέχισαν να απολαμβάνουν τις ομορφιές της ζωής χωρίς να τη θυμούνται και χωρίς να στεναχωριούνται για το χαμό της.

Η σκέψη ότι οι νεκροί θα ήθελαν να τιμωρήσουν τους ζωντανούς για το γεγονός ότι τους λησμονούν και συνεχίζουν τη ζωή τους, εκφράζεται συχνά στη δημοτική ποίηση, με τη διαφορά ότι συνήθως η τιμωρία-εκδίκηση παρουσιάζεται ως επιθυμία και όχι ως πραγμάτωση.

Ένα τραγούδι που εμπεριέχει την ίδια επιθυμία εκδίκησης είναι το «Κι οι μάνες ψεύτρες βρίσκονται», όπου εκφράζεται η ευχή να πέσει η εκκλησία και να πλακώσει εκείνους που παρά το χαμό των αγαπημένων τους, πηγαίνουν σε γάμους και γλέντια.[3]

αέναη επΑνάσταση / www.sophia-ntrekou.gr

4. ♫♪ Βίντεο: «Η Λυγερή στον Άδη» με πανέμορφη μουσική υπόκρουση
το ηπειρώτικο κλαρίνο του Πέτρου (Πετρολούκας) Χαλκιά.[4]



Παραπομπές
1. «Έλληνες θα ειπεί...» του Δημήτρη Λιαντίνη» Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γκέμμα» κεφάλαιο «Ο Ελληνοέλληνας».
2. «Η Λυγερή Στον Άδη» Δημοτική ποίηση - Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ebooks.edu.gr
3. Η λυγερή στον Άδη (Λογοτεχνική ανάλυση) Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Κωνσταντίνου Μάντη, latistor.blogspot.gr - Η λυγερή στον Άδη (ερωτήσεις σχολικού).
4. Βίντεο: «Η Λυγερή στον Άδη» www.youtube.com
5. Ηλεκτρ. επιμέλεια/πηγή www.sophia-ntrekou.gr / αέναη επΑνάσταση

Δείτε και...

Δεν υπάρχουν σχόλια: