25 Ιαν 2020

Η Δημιουργία του ανθρώπου και η πτώση του - Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος

Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος - Λόγος με´ εἰς τὸ Πάσχα (ἀπόσπασμα)Ο Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος ή Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (περ. 329 μ.Χ. - 25 Ιανουαρίου 389 ή 390 μ.Χ.) (επίσης γνωστός ως Γρηγόριος Θεολόγος και Γρηγόριος της Ναζιανζού) ήταν Αρχιεπίσκοπος της Κωνσταντινουπόλεως τον 4ο αιώνα μ.Χ. Θεωρείται ευρέως ως ο πιο ταλαντούχος ρήτορας μεταξύ των Πατέρων της Εκκλησίας.

Ως κλασικά εκπαιδευμένος ομιλητής και φιλόσοφος του Ελληνισμού, κατάφερε να συνδυάσει τον Ελληνισμό με την πρώτη εκκλησία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Στην Ανατολική Ορθόδοξη και στη Δυτική Καθολική Εκκλησία είναι γνωστός ως ένας από τους Τρεις Ιεράρχες, μαζί με τον Βασίλειο τον Μέγα και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.

Διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τον Λόγο «Εις τα Θεοφάνεια», 
από τα έργα αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ΕΠΕ 5

«Ο νους μεν λοιπόν και η αίσθησις, τα οποία διεχωρίσθησαν κατ’ αυτόν τον τρόπον το ένα από το άλλο, παρέμειναν το καθένα μέσα εις την φύσιν των και έφεραν εντός των το μεγαλείον του δημιουργού Λόγου, σιωπηλοί εγκωμιασταί και μεγαλόφωνοι κήρυκες του μεγαλουργήματος. Δεν υπήρχε δε ακόμη κράμα και από τα δύο, ούτε κάποια ένωσις των αντιθέτων, δείγμα ανωτέρας σοφίας και της ποικιλίας των φύσεων, ούτε ήτο γνωστός όλος ο πλούτος της αγαθότητος. Επειδή δε ο δημιουργός Λόγος αυτό ακριβώς το πράγμα ήθελε να δείξει, και να παρουσιάσει ένα ον από την ένωσιν και των δύο (της αοράτου δηλαδή και της ορατής φύσεως), εδημιούργησε τον άνθρωπον.

Και αφού έλαβε μεν από την ύλην, η οποία υπήρχεν ήδη, το σώμα, και αφού έβαλε μεν από την ύλην, το σώμα, και αφού έβαλεν εις αυτό την πνοή του (την οποίαν ο λόγος ορίζει ως νοεράν ψυχήν και εικόνα του Θεού), τον έστησεν επί της γης ωσάν δεύτερον κόσμον, κατά κάποιον τρόπον, μέγαν μέσα εις την μικρότητα του, ωσάν άλλον άγγελον, ωσάν μικτόν προσκυνητήν, φύλακα της ορατής κτίσεως και ιερουργόν της αοράτου, βασιλέα των ευρισκομένων επί της γης και κυβερνώμενον ταυτοχρόνως από τον ουρανόν, επίγειον και ουράνιον, προσωρινόν και αθάνατον, ορατόν και εννοούμενον, ευρισκόμενον εις το μέσον μεταξύ ταπεινότητος και μεγαλείου· τον ίδιον πνεύμα και σάρκα.

Πνεύμα προς χάριν του και σάρκα δια να ημπορεί να εξυψώνεται. Το μεν ένα δια να ζει και να δοξάζει τον ευεργέτην, το δε άλλο δια να υποφέρει, να ενθυμείται και να διαπαιδαγωγείται από το πάθος του, επιδιώκων να ανυψωθεί προς το μεγαλείον. Ον το οποίον διαμένει μεν εις την γην, αλλά μεταβαίνει εις άλλον κόσμον, και ωσάν τέλος του μυστηρίου γίνεται θεός από την επιθυμίαν του προς αυτόν. Διότι εις αυτό, κατά την γνώμην μου, οδηγεί η μέτρια λάμψις της αλήθειας, η οποία παρουσιάζεται εις την γην, εις το να ίδωμεν δηλαδή και να αισθανθώμεν την λαμπρότητα του Θεού, η οποία είναι αντάξια προς εκείνον ο οποίος μας συνέθεσε, και ο οποίος θα μας διαλύσει και θα μας συνθέσει πάλιν κατά τρόπον ακόμη πιο ένδοξον.

Και τον ετοποθέτησεν εις τον παράδεισον (όποιος και αν ήτο ο παράδεισος αυτός), αφού τον ετίμησε με το αυτεξούσιον, δια να ανήκει το αγαθόν εις εκείνον ο οποίος θα το επιλέξει όχι ολιγότερον από όσον εις εκείνον ο οποίος του έδωσε τα σπέρματα του αγαθού, τον έκανε γεωργόν αθανάτων φυτών, δηλαδή των θείων εννοιών, και των απλουστέρων και των τελειοτέρων, γυμνόν εξ αιτίας της απλότητος και της χωρίς πονηρίας ζωής, και χωρίς κανένα κάλυμμα και πρόβλημα. Διότι τέτοιος έπρεπε να είναι ο πρώτος άνθρωπος. Και του δίδει τον νόμον ως αντικείμενον του αυτεξουσίου.

Διαβάστε επίσης: Πάρτε Φως καθαρότερο και δυνατότερο από την Αγία Τριάδα. Αγίου Γρηγορίου στα Άγια Φώτα (Θεολογική ανάλυση)

Ο δε νόμος ήτο εντολή από ποια φυτά ημπορούσε να φάγη και ποια δεν θα έπρεπε να αγγίξει. Εις αυτά δε ανήκε το δέντρο της γνώσεως, το οποίον ούτε εφυτεύθει από την αρχήν με κακόν σκοπόν, ούτε απηγορεύθει από φθόνον (ας μη φθάσουν μέχρις εκεί αι γλώσαι των εχθρών του Θεού, και ας μην μιμηθούν τον όφιν). Αλλά ήτο μεν καλόν εάν το εδοκίμαζε κανείς εις τον κατάλληλον καιρόν (διότι το δέντρον, κατά την άποψίν μου, ήτο η θέα του Θεού, την οποίαν ημπορούσαν να πλησιάσουν χωρίς να κινδυνεύουν μόνον εκείνοι οι οποίοι είχαν τελειοποιηθεί με την άσκησιν), αλλά δεν ήτο καλόν δια τους αδοκίμαστους ακόμη και τους πιο λαίμαργους ως προς την επιθυμίαν, όπως η σκληρά τροφή δεν είναι ωφέλιμος δι’ εκείνους οι οποίοι είναι ακόμη αδύνατοι και έχουν ανάγκην από γάλα.

Αφού δε εξ αιτίας του φθόνου του διαβόλου και της παρακινήσεως της γυναικός, η οποία υπέκυψε σαν πιο αδύνατη και τον παρεκίνησε και αυτόν σαν η πιο κατάλληλη δι’ αυτό (αλλοίμονον εις την αδυναμίαν μου, διότι η αδυναμία του προπάτορος είναι και ιδικήν μου), ελησμόνησεν μεν την εντολήν, η οποία του είχε δοθεί, και ενικήθη από την προσωρινήν γευστικήν δοκιμήν· και έτσι εξεδιώχθη αυτομάτως από το δέντρον της ζωής, από τον παράδεισον και από τον Θεόν εξ αιτίας της κακίας του, και ενεδύθη με δερμάτινα ενδύματα (πιθανόν με την πιο βαριά σάρκα, την φθαρτήν και αντίθετον). Και σαν πρώτο αποτέλεσμα αντιλαμβάνεται την καταισχύνη του και κρύβεται από τον Θεόν. Κερδίζει, βεβαίως, κάτι από αυτό: το ότι γίνεται θνητός και το ότι διακόπεται η αμαρτία, δια να μην γίνει αθάνατον το κακόν, και έτσι η τιμωρία αποβαίνει φιλανθρωπία. Διότι εγώ έτσι πιστεύω ότι τιμωρεί ο Θεός».

Δεν πιστεύεις στη Θεότητα;

Απόσπασμα Από Τον Λόγο Λη', «Εις Τα Θεοφάνια, Δηλαδή Τη Γέννηση Του Σωτήρος», Του Αγίου Γρηγορίου Του Θεολόγου, Όπως Δημοσιεύεται Στον Τόμο Ε', Της Σειράς Βιβλίων, Της Αφιερωμένης Στα Έργα Του, Των Πατερικών Εκδόσεων «Γρηγόριος Παλαμάς».

Απεστάλη μεν, αλλά ως άνθρωπος (επειδή ήταν διπλούς στη φύση), επειδή και ένιωσε κούραση και πείνασε και δίψασε και δάκρυσε κατά τους φυσικούς νόμους.

Εάν δε εστάλη και ως Θεός, τι σε ενοχλεί αυτό;

Τη θέληση του Πατέρα, από τον οποίον προέρχεται, και τον οποίον τιμά ως αρχήν άχρονο, να την θεωρείς ως αποστολή, και να μην πιστεύεις ότι είναι κάτι το αταίριαστο για Θεό.

Επειδή λέγεται και ότι έχει παραδοθεί, αλλά έχει γραφτεί επίσης ότι έχει παραδώσει τον εαυτόν του.

Και ότι έχει αναστηθεί από τον Πατέρα και έχει αναληφθεί, αλλά και ότι έχει αναστήσει τον εαυτόν του και ότι θα έλθει πάλι.

Εκείνα προέρχονται από τη θέληση του Πατέρα, αυτά από τη δύναμή του.

Συ δε τα μεν πρώτα τα θεωρείς μειωτικά, τα δε άλλα, τα οποία εξυψώνουν, τα παραβλέπεις.
Και το ότι μεν έπαθε, το υπολογίζεις.

Το ότι δε έπαθε με τη θέλησή του, δεν το αναφέρεις.

Τι παθαίνει ακόμη και τώρα ο Λόγος!

Από άλλους μεν τιμάται ως Θεός και ταυτίζεται με αυτόν, από άλλους δε περιφρονείται, επειδή είναι άνθρωπος, και χωρίζεται από το Θεό. Εναντίον ποιων να οργισθεί περισσότερο; Ή, καλύτερα, ποιους να συγχωρήσει; Εκείνους που ενώνουν λανθασμένα, ή εκείνους οι οποίοι χωρίζουν; Διότι και εκείνοι έπρεπε να διαχωρίζουν και αυτοί να ενώνουν· οι μεν με τον αριθμό, οι δε με τη θεότητα.

Εμποδίζεσαι από τη σάρκα;
Αυτό κάνουν και οι Ιουδαίοι.

Μήπως τυχόν τον ονομάζεις και Σαμαρείτη;
Τη συνέχεια όμως δεν θα την αναφέρω.

Δεν πιστεύεις στη Θεότητα;

Αυτό δεν συμβαίνει ούτε με τους δαίμονες. Δύστυχε, πόσο πιο άπιστος είσαι ακόμη και από τους δαίμονες, και πόσο πιο αχάριστος από τους Ιουδαίους!

Εκείνοι την ονομασία του Υιού την θεώρησαν ως έκφραση ισοτιμίας διότι δεν γνώριζαν ακόμη τον Θεό, ο οποίος τον είχε στείλει. Διότι πίστευαν μόνον αφού πάθαιναν. Συ δε, δεν δέχεσαι ούτε την ισότητα, ούτε και αναγνωρίζεις τη Θεότητα.


Δεν υπάρχουν σχόλια: