Ο πίνακας «Αποκριά στην Αθήνα» (ή «Το Καρναβάλι στην Αθήνα»)
του Νικολάου Γύζη, χρονολογείται περίπου στο 1892.
✍🏻 Ανάλυση - Εργασία - Σχολιασμοί - Εικαστική σύνθεση:
Σοφία Ντρέκου Αρθρογράφος - Columnist (Sophia Drekou)
🪁🤹 Εισαγωγή – Πρόλογος
Τι αποκαλύπτεται όταν όλα μοιάζουν παιχνίδι;
Υπάρχουν νύχτες που δεν είναι απλώς γιορτές. Είναι ρωγμές στον χρόνο. Νύχτες όπου ο άνθρωπος δοκιμάζει να ξεφύγει από τον εαυτό του... ή να τον συναντήσει χωρίς φόβο.
Η Αποκριά μοιάζει με ξέσπασμα χαράς, μα ίσως είναι κάτι βαθύτερο: μια άδεια που δίνει η ζωή στον άνθρωπο να αναστείλει για λίγο τους ρόλους του και να δοκιμάσει τον εαυτό του αλλιώς... μια νύχτα όπου η μάσκα γίνεται ειλικρινής και το γέλιο ακουμπά τα όρια της μοναξιάς.
Η Αποκριά δεν είναι μόνο μεταμφίεση. Είναι η στιγμή που η ζωή μάς επιτρέπει να παίξουμε με την ταυτότητά μας, λίγο πριν επιστρέψουμε στην κανονικότητα.
Η μάσκα δεν είναι μόνο απόκρυψη. Είναι και αποκάλυψη. Γιατί όταν όλα μοιάζουν παιχνίδι, το γέλιο πλησιάζει επικίνδυνα την αλήθεια.
Κάθε αποκριάτικη νύχτα είναι μια μικρή αναμέτρηση ανάμεσα σε αυτό που δείχνουμε... που κρύβουμε... και σε αυτό που φοβόμαστε να ομολογήσουμε.
Και ίσως ...για λίγες ώρες... ο άνθρωπος να πλησιάζει περισσότερο εκείνο το πρόσωπο που ζητά να αναγνωριστεί πίσω από κάθε ρόλο. Η ζωή μάς αναθέτει ρόλους. Η Αποκριά μάς επιτρέπει να τους αναστείλουμε. Για λίγες ώρες ο άνθρωπος γίνεται αυτό που δεν τολμά, γελά πιο δυνατά, αγγίζει πιο εύκολα, ξεχνά τον χρόνο.
Μα κάθε γιορτή είναι και μια υπενθύμιση: ότι πίσω από κάθε μάσκα υπάρχει ένα πρόσωπο που ζητά να αναγνωριστεί.
Αθηναϊκά διηγήματα
Τι μας λέει ο Παπαδιαμάντης για την Αποκριά, την κοινότητα και την ανθρώπινη ταυτότητα - Από την παράδοση στη σύγχρονη αποξένωση
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Αποκριάτικη Νυχτιά » πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892 στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών. Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.
Το χιούμορ, οι εξαιρετικής δύναμης περιγραφές των χαρακτήρων και των καταστάσεων, η ενδελεχής αναφορά στα ήθη και τα έθιμα της εποχής και η ψυχολογική ανατομία των προσώπων, το καθιστούν σπάνιο δείγμα διηγηματικής γραφής σε συνδυασμό με την μοναδική και τόσο χαρακτηριστικής ακρίβειας γλώσσα του.
🥳 Ἀποκριάτικη νυχτιά
Υπάρχουν νύχτες που δεν είναι απλώς γιορτές. Είναι ρωγμές στον χρόνο. Νύχτες όπου ο άνθρωπος δοκιμάζει να ξεφύγει από τον εαυτό του... ή να τον συναντήσει χωρίς φόβο.
Η Αποκριά μοιάζει με ξέσπασμα χαράς, μα ίσως είναι κάτι βαθύτερο: μια άδεια που δίνει η ζωή στον άνθρωπο να αναστείλει για λίγο τους ρόλους του και να δοκιμάσει τον εαυτό του αλλιώς... μια νύχτα όπου η μάσκα γίνεται ειλικρινής και το γέλιο ακουμπά τα όρια της μοναξιάς.
Η Αποκριά δεν είναι μόνο μεταμφίεση. Είναι η στιγμή που η ζωή μάς επιτρέπει να παίξουμε με την ταυτότητά μας, λίγο πριν επιστρέψουμε στην κανονικότητα.
Η μάσκα δεν είναι μόνο απόκρυψη. Είναι και αποκάλυψη. Γιατί όταν όλα μοιάζουν παιχνίδι, το γέλιο πλησιάζει επικίνδυνα την αλήθεια.
Κάθε αποκριάτικη νύχτα είναι μια μικρή αναμέτρηση ανάμεσα σε αυτό που δείχνουμε... που κρύβουμε... και σε αυτό που φοβόμαστε να ομολογήσουμε.
Και ίσως ...για λίγες ώρες... ο άνθρωπος να πλησιάζει περισσότερο εκείνο το πρόσωπο που ζητά να αναγνωριστεί πίσω από κάθε ρόλο. Η ζωή μάς αναθέτει ρόλους. Η Αποκριά μάς επιτρέπει να τους αναστείλουμε. Για λίγες ώρες ο άνθρωπος γίνεται αυτό που δεν τολμά, γελά πιο δυνατά, αγγίζει πιο εύκολα, ξεχνά τον χρόνο.
Μα κάθε γιορτή είναι και μια υπενθύμιση: ότι πίσω από κάθε μάσκα υπάρχει ένα πρόσωπο που ζητά να αναγνωριστεί.
Αθηναϊκά διηγήματα
Τι μας λέει ο Παπαδιαμάντης για την Αποκριά, την κοινότητα και την ανθρώπινη ταυτότητα - Από την παράδοση στη σύγχρονη αποξένωση
Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Αποκριάτικη Νυχτιά » πρωτοδημοσιεύτηκε στις 17 Φεβρουαρίου του 1892 στην εφημερίδα «Εφημερίς» των Αθηνών. Είναι έργο αθηναϊκό, ηθογραφικό, σατιρικό και αυτοψυχογραφικό, γιατί ο Σπύρος Βεργουδής είναι ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, στα πρώτα δραματικά του χρόνια στην Αθήνα.
Το χιούμορ, οι εξαιρετικής δύναμης περιγραφές των χαρακτήρων και των καταστάσεων, η ενδελεχής αναφορά στα ήθη και τα έθιμα της εποχής και η ψυχολογική ανατομία των προσώπων, το καθιστούν σπάνιο δείγμα διηγηματικής γραφής σε συνδυασμό με την μοναδική και τόσο χαρακτηριστικής ακρίβειας γλώσσα του.
🥳 Ἀποκριάτικη νυχτιά
Ἐὰν δὲν ἦτο ἐπιμελὴς σπουδαστὴς ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, καὶ δὲν εἶχε τυχὸν πῶς νὰ περνᾷ τὰς ὥρας του, κατὰ τὰς πολυημέρους διακοπὰς τῶν ἑορτῶν καὶ τῆς Ἀπόκρεω, ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δουλειὰ καθήμενος εἰς τὸ παράθυρον καὶ θεώμενος καὶ ἀκούων τὰ τελούμενα. Δὲν ἦτο δρόμος, ἦτο αὐλή, παμπάλαιος, εὐρεῖα, ἀκανόνιστος, μὲ τοὺς τοίχους ὑψηλοὺς ἀλλ᾽ ἀνίσου ὕψους, περιβάλλουσα μίαν τῶν παλαιοτέρων οἰκιῶν παρὰ τὴν ἀνέρπουσαν ἐσχατιὰν τῆς ἀρχαίας πόλεως, πρὸς τὴν Ἀκρόπολιν, ὑψηλά, παρὰ τὸ Ἁγιοταφίτικον.
Αἱ τρεῖς ἐνοικάρισσαι τοῦ ἰσογείου, ἡ κυρα-Κατίγκω ἡ Χρίσταινα, μετὰ τῆς ἀγάμου ἀδελφῆς της Φρόσως, καὶ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, μετὰ τῆς κόρης της τῆς Γεώργαινας, καὶ ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της τῆς Μαρούσας, ἐμάλωναν διὰ κάθε τι, συχνότατα, σχεδὸν τρὶς τῆς ἑβδομάδος. Συνήθως, ἡ κατέχουσα τὸ μεσαῖον οἴκημα, ἡ Λεμονού, πότε ἐκ τῆς παραμικρᾶς ἀφορμῆς, πότε ἄνευ ἀφορμῆς ὡρισμένης, τὰ ἔβαζε σήμερον μὲ τὴν μίαν, αὔριον μὲ τὴν ἄλλην τῶν δύο γειτονισσῶν της. Καὶ τὰς μὲν ἑορτάς, ἀντὶ νὰ εὑρίσκωσιν ὕλην ὅπως κακολογῶσιν ἄλλας ἔξω τῆς αὐλῆς διερχομένας ἢ ἡσύχως εἰς τὰς οἰκίας των καθημένας γυναῖκας, προχειρότερον εὕρισκον νὰ τὰ χαλοῦν μεταξύ των. Ἐὰν τυχὸν ἡ μία τῶν τριῶν, ἡ ἀδελφὴ τῆς μιᾶς ἢ ἡ κόρη τῆς ἄλλης ἐστολίζετο, ἡ ἄλλη ἔμενε πεισματωδῶς μὲ τὰ καθημερινά της, διὰ νὰ ἔχῃ ἀφορμὴν νὰ κακολογῇ τὴν στολισμένην, ὅτι «δὲν ξέρει νὰ φορέσῃ τὸ φουστάνι της», κ᾽ ἔλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μοῦ στολίστηκε σὰ νύφη· τὸ χάλι της, δὲν τὸ βλέπει!» Τὰς δὲ καθημερινάς, ἄλλοτε αἱ δύο, ἄλλοτε καὶ αἱ τρεῖς, εἶχαν μπουγάδα, καὶ ὅλον τὸ πλυσταρεῖον, καὶ ὅλος ὁ χῶρος τῆς αὐλῆς, δὲν τὰς ἤρκει διὰ ν᾽ ἁπλώσωσι τὰ μοσχοπλυμένα των.
Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν' απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των.
Συχνὰ ἡ γρια-Βαγγελὴ ἡ Λεμονού, ἀφοῦ ὠνείδιζε τὴν ἐκ δεξιῶν καὶ τὴν ἐξ ἀριστερῶν πάροικόν της, ὡς ἀπρόκοφτην, ὡς ἄπραχτην*, ὡς ἀπασσάλωτην*, αὐτὴ πρώτη θέτουσα τὸ «πρόσφωλο»*, αἴφνης εἰρήνευεν, ἐμειδία, κ᾽ ἔλεγεν ὅτι αὐτὴ ἔχει δουλειὰ νὰ κάμῃ, ὅτι «δὲν χαλνᾷ τὴ ζαχαρένια της», καὶ ὅτι δὲν τὰς συνερίζεται ν᾽ ἀπαντᾷ εἰς τὰς μομφάς των. Ἄλλοτε πάλιν ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα ἔπαιρνε λόγια ἀπὸ τὴν μίαν κ᾽ ἔβαζε μαναφούκια* εἰς τὴν ἄλλην, καὶ εἶτα ἐν ἀνέσει ἐνετρύφα εἰς τὸν καυγάν, ἱσταμένη παράμερα. Ἐμάλωναν διὰ κάθε πρᾶγμα, διὰ μίαν σκάφην ἀναποδογυρισμένην ὀλίγον λοξὰ εἰς τὸ πλυσταρεῖον, δι᾽ ὀλίγες σταλαματιὲς θερμοῦ χυθείσας κατὰ γῆς, δι᾽ ὀλίγας δράκας στάκτης περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον ριφθείσας εἰς τὴν κόφαν. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν, ἡ γραῖα Βαγγελὴ ἐθύμωσεν ἐναντίον τῆς Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, διότι αὕτη ἐκαυχήθη ὅτι πληρώνεται πρὸς εἴκοσι λεπτὰ τὰ ὑποκάμισα τῆς κόλλας, καὶ τὴν ὠνόμασε «τριγυρισμένην»* καὶ «πομπιωμένην»*, ἄλλοτε πάλιν ἡ Κατίγκω ἐσήκωσε χεῖρα ἐναντίον τῆς Μαρούσας, τῆς ψυχοκόρης τῆς Σταματούλας, καλέσασα αὐτήν, δεκατετραετῆ μόλις, «μωρὴ μπασταρδού!» διότι τὴν εἶδε νίπτουσαν τὰς χεῖρας πλησίον εἰς τὴν κόφαν τῆς μπουγάδας μὲ τὰ ροῦχα. Μὲ αὐτὰ ἐπερνοῦσαν τὰς ἡμέρας των εἰς τὴν εὐρεῖαν αὐλὴν τῆς παμπαλαίου οἰκίας αἱ τρεῖς αὗται πτωχαὶ γυναῖκες.
Τὴν ἑσπέραν πάλιν, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδὴς θὰ εὕρισκε δουλειάν, ἂν ἤθελε, μὲ σβηστὴν τὴν λάμπαν, νὰ μένῃ εἰς τὸ ἀνώγεων δωμάτιόν του καὶ νὰ ἵσταται ὄπισθεν τοῦ ἀνατολικοῦ παραθύρου, κατασκοπεύων τοὺς εἰσερχομένους, ἢ νὰ κολλᾷ τὸ οὖς εἰς τὴν κλειδότρυπαν, ἀκροώμενος λόγους καὶ κρότους καὶ ψιθυρισμούς. Αὕτη ἦτο ἡ κυρία εἴσοδος τῆς οἰκίας, δι᾽ ἧς εἰσήρχετο καὶ αὐτὸς εἰς τὸ πενιχρὸν δωμάτιόν του, εἴσοδος ἐπίσημος, διὰ τῆς ὁποίας ἔμβαιναν ὅλοι οἱ συγγενεῖς, φίλοι καὶ γνώριμοι τῆς οἰκίας, κατὰ ἑκατοντάδας ἀριθμούμενοι.
Καὶ ἂν ἤθελε νὰ μεταβῇ πρὸς στιγμὴν εἰς τὸ ἄλλο παράθυρον τοῦ δωματίου του, πρὸς μεσημβρίαν βλέπον, ἀπ᾽ ἐκεῖ θ᾽ ἀντίκρυζε τὴν ἄλλην, τὴν μικρὰν εἴσοδον, συνεχομένην μὲ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου διημέρευε συνήθως ἡ κυρία Ζαχαρού, ἡ μήτηρ τῆς οἰκογενείας, καπνίζουσα ἀνέτως τὰ τσιγαρέτα της. Ἦτο οἰκία ὅπου ἠδύνατό τις νὰ παίξῃ ἐν ἀνέσει τὸ κρυφτάκι, καὶ ἄλλας παιδιάς. Δύο ἄνθρωποι, ὁ πρῶτος κυνηγούμενος ὑπὸ τοῦ δευτέρου, ἢ ἀδιακρίτως κυνηγοῦντες ἀλλήλους, χωρὶς νὰ φαίνεται τίς ὁ διώκων καὶ τίς ὁ φεύγων, ἠδύναντο νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται ἀλλεπαλλήλως διὰ τῶν δύο θυρῶν, ἐπὶ ἡμέρας καὶ νύκτας, χωρὶς ὁ εἷς νὰ φθάσῃ ποτὲ ἢ ν᾽ ἀντικρύσῃ τὸν ἕτερον.
Καὶ ἂν ἐπέστρεφε πάλιν πρὸς τὸ παράθυρον τὸ ἀνατολικόν, ἢ πρὸς τὴν μικράν του θύραν, καὶ ἐπεσκόπει τὴν κυρίαν εἴσοδον, ἐκεῖ ἤκουεν, ἅμα ἐνύκτωνε, κάθε πέντε κάθε δέκα λεπτά, νὰ κρούεται ἡ θύρα. Καὶ ἤχει ἐσωτερικῶς ἐλαφρὸν βῆμα καὶ θροῦς ἐσθῆτος, καὶ ἤνοιγεν ἡ θύρα, καὶ εἰσήρχοντο οἱ ἐπισκέπται, καὶ τότε ἤκουε καλησπέρες καὶ χαιρετισμοὺς καὶ προσρήσεις, κ᾽ ἐνίοτε φιλήματα… μεταξὺ γυναικῶν, οἷα συνηθίζουσι φορτικῶς ν᾽ ἀνταλλάσσωσιν αἱ ἀπόγονοι τῆς Εὔας, κατὰ τὰ ἐξιππασμένα καὶ φραγκοποτισμένα ἤθη μας. Σπεύδω νὰ εἴπω, πρὸς καθησύχασιν τοῦ ἀναγνώστου, ὅτι τὰ ἤθη τῆς οἰκογενείας, περὶ ἧς ὁ λόγος, ἀνειμένα κατὰ τὸ φαινόμενον, πράγματι ἦσαν αὐστηρά.
Ἔπειτα, ἦσαν αἱ ἡμέραι τῆς Ἀπόκρεω, καὶ ὁ κόσμος ἔξω διεσκέδαζε. Μόλις ἐνύκτωνε, καὶ ὁ νέος, ὁ μονάζων ἐν τῷ δωματίῳ του, ἤκουε φωνάς, ᾄσματα, κιθαρισμούς, ἔξω τῆς αὐλῆς. Καὶ ἂν ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτὰ ἔμενεν ἔρημος εἰσερχομένων ἐπισκεπτῶν ὁ μικρὸς πρόδομος, καὶ ὁ ἄγριος νέος ἐτόλμα νὰ ἐξέλθῃ ἕως τὸν ἐξώστην μὲ τὴν παλαιὰν λιθίνην κλίμακα, τὸν ζευγνύοντα τὴν οἰκίαν μὲ τὸν τοῖχον τῆς αὐλῆς, καὶ προέκυπτε τὴν κεφαλὴν διὰ τῆς αὐλείου θυρίδος, τῆς φραγμένης μὲ σίδηρα, ὡς θυρίδος εἱρκτῆς, διὰ νὰ κοιτάξῃ εἰς τὴν ὁδόν, θὰ ἔβλεπε, κατὰ ζεύγη, κατὰ τετρακτύας, κατὰ ἑξάδας, ἱσταμένους τοὺς κιθαρῳδοὺς τῆς νυκτὸς κάτωθεν τῆς θυρίδος, ἐπὶ τοῦ ὄχθου τῆς ἀνωφεροῦς ὁδοῦ, ἐξαγγέλλοντας «ἐν χορδαῖς καὶ ὀργάνῳ» τὰ αἰώνια παράπονά των κατὰ τῆς σκληρότητος τῶν δύο νεανίδων.
Τὴν ἡμέραν ἐκείνην, μεσοβδόμαδα τῆς Τυρινῆς, εἶχον αὐξήσει, ὡς πάντοτε, κατὰ μονάδας τινάς, αἱ γνωριμίαι τῆς οἰκίας. Μεταξὺ ἄλλων εἶχεν ἔλθει ἀνθυπασπιστὴς νεαρός, ξανθός, μὲ ἀγκιστροειδῆ μύστακα, ὃν εἶχεν εἰσαγάγει εἷς τῶν τριτεξαδέλφων τῆς οἰκογενείας. Δυστυχῶς αἱ δύο νεαραὶ κόραι ἔλειπαν. Εἶχον ἐξέλθει συνοδευόμεναι ὑπὸ δύο ἀνεψιαδῶν τῆς μητρός των διὰ νὰ κάμωσιν ὀψώνια εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ. Εἰς τὴν οἰκίαν εὑρίσκετο μόνη ἡ γραῖα, ἥτις ἐκάπνιζε τὸ τσιγαρέτον της εἰς τὸ μαγειρεῖον, ἡ ὑπηρέτρια, ἥτις ἐσκούπιζε τὰς δύο κλίμακας, καὶ τὸ μέρος τῆς αὐλῆς, τὸ ἔξω τῆς δικαιοδοσίας τῶν τριῶν πλυντριῶν, καὶ ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὁ οἰκοδεσπότης, ἰδιότροπος γέρων, ζῶν ἀπὸ τὰ ὀλίγα εἰσοδήματα τῶν δύο οἰκιῶν καὶ τῶν τριῶν μαγαζιῶν του, τὸν ὁποῖον, ἂν ἤκουέ τις, αἰωνίως μεμψιμοιροῦντα, φωνάζοντα, ἐπιπλήττοντα, θὰ ἔλεγε, «Νά αὐστηρὸς πατέρας!» Καὶ ὅμως, τὰ τῆς οἰκίας ἐκυβέρνων ἡ γραῖα καὶ αἱ δύο κόραι, ὅλαι δ᾽ αἱ φωναὶ τοῦ γέροντος ἦσαν μόνον ἦχος καὶ πάταγος διὰ ν᾽ ἀκούεται.
Οἱ τέσσαρες νέοι δὲν ἐμαζεύοντο ποτὲ εἰς τὴν οἰκίαν. Ὁ τριτότοκος εἶχε νυμφευθῆ ἤδη, δεκαοκταέτης, ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν γονέων του, ὁ δὲ ὑστερότοκος εἶχε σχέσεις μὲ μίαν οἰκογένειαν, ὅπου διημέρευε, προτιμῶν νὰ φοιτᾷ ἐκεῖ μᾶλλον παρὰ εἰς τὴν β´ τοῦ γυμνασίου· ὁ πρωτότοκος ἦτο ὑπάλληλος μιᾶς τῶν Τραπεζῶν, τρεφόμενος ἀπὸ τὴν οἰκίαν καὶ δαπανῶν ἀλλοῦ τοὺς μισθούς του, ὁ δευτερότοκος ἦτο λοχίας τοῦ πεζικοῦ. Ὡς καὶ ὁ κουμπάρος, ὁ μόνος, ὅστις εἶχεν ἐγκαθιδρυθῆ εἰς τὴν οἰκίαν, ὡς εἰς οἰκίαν του, ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι δὲν εἶχεν οἰκογένειαν ἰδικήν του, ἐνῷ εἶχε τρία νόθα τέκνα ἔκ τινος ἀπατηθείσης πτωχῆς, ὁ ἀσυνείδητος, δὲν εὑρέθη παρών, ἦτο εἰς τὰς ἐργασίας του, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Μὲ πολλήν του δυσαρέσκειαν, ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ αὐτὸς τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ τριτεξαδέλφου, τοῦ ὁδηγοῦντος τὸν νεαρὸν στρατιωτικόν.
Ὁ ξανθὸς σπαθοφόρος εἶχεν ἰδεῖ εἰς ἐμπορικὸν τὰς δύο ἀδελφάς, ὅπου εἷς τῶν φίλων του τοῦ τὰς ἔδειξε, λέγων περὶ αὐτῶν πολλοὺς ἀμφιβόλους ἐπαίνους. Αἱ δύο νεάνιδες τοῦ ἤρεσαν. Εἶτα πάλιν τὰς ἐπανεῖδεν εἰς τὸν περίπατον, ὅτε ὁ μετ᾽ αὐτοῦ συμπεριπατῶν τὰς ἐχαιρέτισεν, ἐξηγήσας αὐτῷ ὅτι ἦσαν ἐξαδέλφαι του. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς τοῦ εἶπεν: «Ἔμαθα ὅτι εἶναι πολὺ κοινωνικές, ὅτι ἔχουν ἀνοικτὸ σπίτι». «Θέλεις νὰ σὲ συστήσω; τοῦ εἶπεν ὁ ἐξάδελφος, ὄρεξη νά ᾽χῃς· θὰ εὐχαριστηθοῦν πολύ, γιατὶ ἔχουν κι αὐτὲς ἕναν ἀδελφὸν λοχίαν». Καὶ τὴν ἐπαύριον τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν οἰκίαν.
Ὁ ἀνθυπασπιστής, περιμένων νὰ ἴδῃ ἐνώπιόν του τὰς δύο ἀνθηρὰς μορφὰς καὶ εὑρεθεὶς αἴφνης ἐνώπιον τῆς σκυθρωπῆς ὄψεως καὶ τῆς λευκῆς γενειάδος τοῦ κὺρ Ζαχαρία, περιῆλθεν εἰς ἀμηχανίαν καὶ δὲν ἤξευρε πῶς ν᾽ ἀρχίσῃ τὴν ὁμιλίαν. Ἐν τούτοις ὁ γέρων, ὀφείλων κάτι νὰ εἴπῃ, ἔδειξε διὰ τοῦ παραθύρου τὴν εὐρεῖαν ἔκτασιν μέρους τῆς πόλεως καὶ τοῦ ἐλαιῶνος, λέγων:
―Ἔχουμε ἀπὸ δῶ κύριε ἀνθυπασπιστά, ὡραίαν θεάν.
― Μάλιστα, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ μέσα του ἐμορμύρισεν: «ἔχετε, μάλιστα, δύο θεάς».
Εἶτα ἐπ᾽ ὀλίγα λεπτά, ὅλοι ἐσιώπησαν.
―Ἔμαθα ὅτι ἔχετε κ᾽ ἕνα υἱὸν εἰς τὸν στρατόν, εἶπεν ὁ ἀνθυπασπιστής.
― Ναί, εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας, ὅστις ἠπόρησε πῶς δὲν ἐσυλλογίσθη νὰ τὸ ἀναφέρῃ πρῶτος. Αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ πάῃ κατὰ τὸ ἔνθιμον, καὶ ἅμα ἔληξεν ἡ θητεία του, ἔμεινεν εἰς τὸν στρατόν. Νὰ περιμένῃ τώρα προβιβασμόν! ἂν ἔχῃ τύχη, ὅπως τὸν ἐκατήντησαν τὸν στρατὸν μὲ τὰ κόμματά τους! Αὐτοὶ οἱ πολιτικοί, αὐτοὶ οἱ βουλεπταί, ἐκατάστρεψαν τὸ ἔθνος, ἀνάθεμά τους! Κάψιμο θέλουν ὅλοι τους! Ἐγὼ γίνομαι μπόγιας εἰς αὐτουνούς. Ἐγνώρισα ἐγώ, στὰ χρόνια μου, λοχίους καὶ δεκαενεῖς, ὁποὺ εἶναι, ἕως αὐτῆς τῆς ἡμερός, συνταγματαρχαῖοι καὶ ταγματαρχαῖοι! Πόσο ἐμετάγνοιωσα ποὺ δὲν ἐπῆγα στὸ στρατό, στὰ χρόνια τοῦ Ὄθωνος! Θὰ ἤμουν τώρα συνταγματάρχης!
― Καὶ βλέπω ὅτι ἔχεις τοὐλάχιστον ἓν προσόν, θεῖε, εἶπεν ὁ τριτεξάδελφος αἰνιττόμενος τὰς μεταμφιέσεις τῶν λέξεων τοῦ γέροντος.
―Ὅλοι αὐτὸ λέγουν, κύριε, εἶπε μειδιῶν ὁ ἀνθυπασπιστής. Βέβαια, ὅλοι οἱ ἑξηντάρηδες θὰ ἦσαν, ἀπὸ τότε, συνταγματάρχαι, καὶ ὅλοι οἱ ἑβδομηντάρηδες θὰ ἦσαν ἀντιστράτηγοι. Μόνον, ποιὸς θὰ ἐδούλευε γιὰ νὰ πληρώνῃ φόρους, διὰ νὰ βγαίνουν τόσοι μισθοί… Βέβαια, ὁ στρατός, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, εἶχε, καὶ ἔχει ἀκόμη τὰ καλά του, δὲν σᾶς λέγω. Μόνον τὰ καλά του αὐτά, προσέθηκε φιλοσοφικῶς, εἶναι ὅσα φαίνονται κακά, κ᾽ ἐκεῖνα ἴσα-ἴσα τὰ ὁποῖα ὁ Ρωμιὸς δύσκολα συνηθίζει, καὶ δι᾽ αὐτὸ βλέπουμε ὅλους νὰ φεύγουν τὸν στρατόν, καὶ νὰ νομίζουν ὡς ἡμέραν ἑορτῆς τὴν ἡμέραν ποὺ θὰ πάρουν τὴν ἄφεσίν των. Καὶ διὰ τοῦτο τόσον ὀλίγοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν θέλησιν ν᾽ ἀκολουθήσουν τὸ στρατιωτικὸν στάδιον.
― Καὶ ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ καλά, ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς ἐρωτήσωμεν; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας.
― Αὐτὰ τὰ καλὰ εἶναι ἡ τακτικὴ ζωή, ἡ πειθαρχία, ἡ σκληραγωγία, τὰ γυμνάσια, αἱ ἀγγαρεῖαι, ἡ στρατιωτικὴ τραχύτης ἐν γένει, ἡ σκαιότης… ἀπὸ καμμιὰ φορὰ πέφτει καὶ κανένας φοῦσκος… οἱ ἄγραφοι κανονισμοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν περισσότερον ἀπὸ τοὺς γραπτούς.
― Καὶ οἱ ἄγραφτοι κανονισμοὶ ποῖοι εἶναι; ἠρώτησεν ὁ οἰκοδεσπότης.
― Ἄγραφοι κανονισμοὶ εἶναι, ὅταν, παραδείγματος χάριν, συλλάβουν κανένα λιποτάκτην… νὰ τὸν σπάζουν στὸ ξύλο…
― Ἄ! ἔτσι; εἶπεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας… ἀγκαλὰ καὶ τὸ μέσον μοῦ φαίνεσται βάρβαρον, δὲν εἶμαι ὅμως καὶ πολὺ ἐνάντιος. «Τὸ ξύλο βγῆκε ἀπ᾽ τὴν Παράδεισο.»
Καὶ λέγων ἐστέναξεν, ἐνθυμηθεὶς ἴσως τοὺς τέσσαρας υἱούς του.
―Ἔπειτα εἶναι, ἐξηκολούθησεν ὁ ἀνθυπασπιστής, καὶ ἄλλα βασανιστήρια… Τὰ ἑλληνικὰ ζωύφια, τὸ νοσοκομεῖον, ἡ βελόνα*, τὸ μάρμαρο*… Τὸ πειθαρχεῖον, οἱ ὀχτάρες, οἱ δεκαπεντάρες, οἱ μηναρέδες…
― Οἱ μηναρέδες!… ὄχι νὰ μὴν εἶναι χοτζάδες! εἶπεν ὁ οἰκοδεσπότης.
― Οἱ μηναρέδες, ναί… σᾶς φαίνεται παράξενο, κὺρ Ζαχαρία;
― Θεῖε, εἶπε γελῶν ὁ τριτεξάδελφος, μηναρὲ εἰς τὸν στρατὸν ὀνομάζουν τὴν μηνιαίαν φυλάκισιν.
― Ἄ! ἔκαμεν ὁ κὺρ Ζαχαρίας. Τότε ἐνδιαφέρει.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἠκούσθησαν βήματα εἰς τὸν πρόδομον. Ἦσαν αἱ δύο νέαι, ἐπιστρέψασαι ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, συνοδευόμεναι ὑπὸ τῶν δύο ἀνεψιαδῶν.
Εἰσῆλθον ἐλαφραί, χαρίεσσαι, μετ᾽ ἰδιορρύθμου κομψότητος ἐνδεδυμέναι, μὲ ἀλλοκότους τὸ σχῆμα πίλους καὶ μὲ κόκκινα πτερά, ἡ Μελπομένη καστανή, κοντούλα, εὐτραφής, χλωμή, αἰσθηματική, ρωμαντική, ἡ Κυριακούλα, στακτερόξανθος, ὑψηλή, λιγνή, ἰσχνή, μὲ ζωηροτάτους ἡδυπαθεῖς ὀφθαλμούς, οἵτινες ἦσαν ἀπροσδιορίστου χρώματος κ᾽ ἐφαίνοντο διηγούμενοι μυρίας ἱστορίας. Πονηρά, ἄστατος, εἴρων, γοητεύουσα μὲ τὸν τρόπον καὶ ἀπογοητεύουσα μὲ τὸν λόγον, θωπεύουσα μὲ τὸ βλέμμα καὶ σχίζουσα μὲ τὴν γλῶσσαν, εἶχε πολλὰς δωδεκάδας ἐργολάβων, εἰς ὅλους ἔδιδεν ἐλπίδας, καὶ ὅλους τοὺς ἐπερίπαιζε. Τοιαύτη ἦτο ἡ χαϊδεμένη Κούλα.
Ἔγινεν ἡ παρουσίασις. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς ἐμαγεύθη ἀπὸ τὰς δύο νεάνιδας καὶ δὲν ἤξευρε ποίαν νὰ πρωτοαγαπήσῃ. Ἀπῆλθεν μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, αἰχμαλωτισμένος, λαβὼν πρόσκλησιν νὰ ἔλθῃ μίαν τῶν νυκτῶν τούτων τῆς τελευταίας ἑβδομάδος τῆς Ἀπόκρεω, ὅτε κατὰ πᾶσαν ἑσπέραν ἐγίνετο συναναστροφὴ καὶ χορός.
Τὴν τελευταίαν ἑσπέραν τῆς Τυρινῆς τοῦ ἔτους 188… ἐχόρευσαν τόσον εἰς τοῦ κὺρ Ζαχαρία, ὥστε ἦτο φόβος μὴ πέσῃ τὸ σαθρὸν σκωληκόβρωτον πάτωμα τῆς παμπαλαίου οἰκίας ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῆς κυρα-Κατίγκως τῆς Χρίσταινας, τῆς γραίας Βαγγελῆς τῆς Λεμονοῦς καὶ τῆς Σταματούλας τῆς Γεμενίτσας, τὸ μόνον μέσον δι᾽ οὗ αἱ τρεῖς αὗται θὰ ἔπαυον διὰ πάντοτε τοὺς καθημερινοὺς καυγάδες των.
Ἡ ἀνατολικὴ θύρα τῆς οἰκίας δὲν ἐπρόφθανε ν᾽ ἀνοίγῃ καὶ νὰ κλείῃ. Εἰσήρχοντο κατὰ ζεύγη, κατὰ ὁμάδας, ἄνδρες, γυναῖκες, μετημφιεσμένοι καὶ ἄλλοι, προσωπίδες καὶ πρόσωπα. Ἔτριζεν ἡ θύρα μὲ τοὺς στροφεῖς, ἐστέναζε τὸ πάτωμα, ἀντήχει ὁ διάδρομος, ἐβόμβει ἡ αἴθουσα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν προσκεκλημένων. Αἱ δύο νεάνιδες δὲν ἐπρολάμβανον νὰ τρέχωσιν ἀνὰ πᾶν δεύτερον ἢ τρίτον λεπτὸν εἰς τὴν θύραν, προϋπαντῶσαι τοὺς ἐρχομένους, ἢ προπέμπουσαι τοὺς τυχὸν ἀπερχομένους, νὰ ἐπιστρέφωσιν εἰς τὴν αἴθουσαν, περιποιούμεναι τοὺς μένοντας, νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ δωμάτια, ἀνταλλάσσουσαι ὁμιλίας μὲ τοὺς οἰκειοτέρους. Καὶ ὁ χορὸς ἔπαυε καὶ ἀνενεοῦτο κάθε δέκα λεπτά.
Ἡ Κούλα ἐχόρευεν ὡς νὰ εἶχε πτερὰ εἰς τοὺς πόδας, ἐκλέγουσα αὐτὴ διὰ νεύματος τοὺς συγχορευτάς της, ἐπιτρέπουσα ὡς βασίλισσα νὰ τὴν παρακαλέσωσι νὰ χορεύσῃ. Ἡ Μέλπω ἐδέχετο πᾶσαν πρόσκλησιν, συμπονετική, μὴ θέλουσα ν᾽ ἀπορρίψῃ κανενὸς τὴν παράκλησιν. Καὶ ἡ αὐλὴ καὶ ἡ κλῖμαξ ἐφεγγοβόλει, καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ παράθυρα ἐξήρχοντο ἦχοι μουσικῆς, ὡς νὰ ἦτο ἡ οἰκία ὅλη γιγαντιαῖον κύμβαλον ἐναρμονίως ἠχοῦν ἐκεῖ εἰς τὸ ἀνασηκωμένον κράσπεδον τῆς παλαιᾶς πόλεως. Καὶ ὅταν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἔπαυον τυχὸν οἱ τόνοι τῆς μουσικῆς, τότε, ἔξωθεν τῆς αὐλῆς ἠκούετο μελαγχολικὴ καντάδα τῶν κιθαρῳδῶν τῆς γειτονιᾶς, ὅσοι, διά τινα ἀφορμήν, δὲν ἦσαν δεκτοὶ ν᾽ ἀνέλθωσιν εἰς τὴν πολυθόρυβον καὶ φιλόκοσμον οἰκίαν. Τότε ἡ Κούλα ὕψωνεν ἀορίστως τὸ ὑγρὸν ὄμμα εἰς τὸ κενόν, ἐνῷ ἡ Μέλπω ἠκούετο ψιθυρίζουσα μὲ τοὺς ὀδόντας της: «Οἱ καημένοι!»
Ἐρρέμβαζεν ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του, ὁ Σπύρος ὁ Βεργουδής, πτωχὸς σπουδαστής, πρωτοετὴς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ὅστις καὶ ἂν ἤθελε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κόσμον δὲν εἶχε τὰ μέσα.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δύο κόραι τὸν εἶχον προσκαλέσει νὰ μετάσχῃ τῆς ἑσπερινῆς διασκεδάσεως, ἀλλὰ πῶς νὰ ὑπάγῃ αὐτός, δειλός, ἄπειρος τοῦ κόσμου, κακοφορεμένος, ἐν μέσῳ τόσων ἀγνώστων; Ἔπειτα πρὸς τὴν μίαν αὐτῶν, τὴν Κούλαν, ἔτρεφεν ἁβρὸν αἴσθημα ἐρωτικόν, καὶ ἦτο ζηλιάρης· δὲν θὰ ἠνείχετο νὰ τὴν βλέπῃ νὰ χορεύῃ μὲ τόσους καὶ τόσους… καὶ αὐτὸς νὰ μὴν ἠξεύρῃ εὐρωπαϊκὸν χορόν! Εἶχε δειπνήσει τὴν ἑβδόμην ὥραν κ᾽ ἐπειδὴ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐνωρὶς τὰ καφενεῖα ἔκλεισαν, ᾐσθάνετο δὲ καὶ ἐλαφρὸν πόνον εἰς τοὺς ὀδόντας, ἀπεσύρθη ἀπὸ τῆς ὀγδόης εἰς τὸ δωμάτιόν του μὲ τὸ παράπονον ἐκεῖνο, οἷον ὁ ξένος ἔχει μέσα του εἰς τοιαύτας ἡμέρας. Ἀλλ᾽ ἅμα ἔφθασεν εἰς τὸ δωμάτιον, ἡ λύπη του διεσκεδάσθη, καὶ τώρα, ἐξηπλωμένος ἐπὶ τῆς κλίνης του ἐρρέμβαζε κ᾽ ἐπαρηγορεῖτο, σκεπτόμενος ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀναμφιβόλως ὁ εὐδαιμονέστερος, διότι χωρὶς νὰ παρευρίσκεται εἰς καμμίαν διασκέδασιν, μετεῖχε τριῶν ἢ τεσσάρων συγχρόνως. Ἤκουε τὸν ἀπερίγραπτον θόρυβον τῆς οἰκίας, ὅστις μόνος του ἤξιζε διὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑορτάς, κ᾽ ἐχόρευε μετὰ τῆς κλίνης του ἀκουσίως νανουριζόμενος ἀπὸ τὰ ᾄσματα, τὴν μουσικὴν καὶ τὰς ὀρχήσεις.
Εἶτα κατὰ τὸ διάλειμμα τοῦ χοροῦ, ἤκουσε τὸ μελαγχολικὸν ᾆσμα καὶ τὴν κιθάραν εἰς τὴν ὁδόν, καὶ λησμονήσας ἑαυτόν, ἠρώτα μέσα του: «Δὲν ἔχουν τάχα ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, οἱ δυστυχισμένοι;» Εἶτα πάλιν ἐσκέφθη: «Ἀναμφιβόλως θὰ ἔχουν ποῦ ν᾽ ἀποκρέψουν, ἀλλὰ προτιμοῦν νὰ βλέπουν τὰ φωτισμένα παράθυρα». Ἔπειτα ἤκουε καὶ ᾆσμα καὶ χορὸν ἐντόπιον εἰς δύο γειτονικὰς οἰκίας. Ἰδού, ὅλων αὐτῶν τῶν διασκεδάσεων μετεῖχε, χωρὶς νὰ εἶναι παρών. Ἔλεγε δὲ καθ᾽ ἑαυτόν: «Χωρὶς ἄλλο διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τις μουσικὴν καὶ χορόν, πρέπει νὰ εἶναι ἀκροατὴς μακρόθεν. Ἀπὸ σιμά, ὁ γινόμενος θόρυβος ἐκκωφαίνει τὰ ὦτα καὶ ἐκπτοεῖ τὴν κρίσιν». Αἴφνης ᾐσθάνθη παραδόξως εἰς τοὺς ἀλγοῦντας ὀδόντας του κάτι ὡς αἱμωδίασιν, καὶ ἐνθυμηθεὶς τὸν μῦθον ἐψιθύρισεν: «Ὄμφακές εἰσι».
Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ἀκούει κάτω ἀπὸ τοὺς πόδας του καὶ ἄλλον θόρυβον καὶ ἄλλην διασκέδασιν. Ἐχόρευαν τὸν συρτὸν ἢ τὸν καλαματιανόν, κ᾽ ἐτραγουδοῦσαν τὸ «Μαῦρο γεμενὶ*» καὶ τὸ «Μύλο τῆς θειᾶς μου τῆς Κοντύλως».
Ὑπὸ τοὺς πόδας του ἀκριβῶς, κατῴκει εἰς τὸ ἰσόγειον ἡ Σταματούλα ἡ Γεμενίτσα μετὰ τῆς ψυχοκόρης της, τῆς Μαρουσῶς. Φαίνεται ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἶχαν κάμει ἀγάπην καὶ αἱ τρεῖς, μὲ τὴν Λεμονοὺ καὶ μὲ τὴν Χρίσταιναν, μετὰ τῆς Φρόσως καὶ τῆς Γεώργαινας καὶ τοῦ συζύγου της, καὶ εἶχαν ἀποφασίσει «ν᾽ ἀποκρέψουν» ὁμοῦ. Τώρα δέ, ἀφοῦ ἔφαγαν, εἶχαν στήσει καὶ αὐταὶ τὸν χορόν, εἷς ἀνὴρ καὶ πέντε γυναῖκες, μὲ τρία μικρὰ παιδία. Ἐνωρὶς ἀκόμη, ὅταν ὁ Σπύρος εἶχεν ἔλθει ἀπὸ τὸ μαγειρεῖον, ὅπου ἔφαγε, μόλις ἀνέβη εἰς τὸ δωμάτιόν του, καὶ ἤναψε τὴν λάμπαν, ἀκούει ἐλαφρὸν κτύπον εἰς τὴν θύραν του.
Ὁ πρόδομος ἦτο ἀκόμη γαλήνιος, διότι δὲν εἶχαν ἀρχίσει νὰ ἐπέρχωνται τὰ κύματα τῶν προσκεκλημένων. Ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἦτο ἡ κυρία Ζαχαρού, καὶ ὅτι θὰ ἦλθε διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς αὐτὸν τὴν πρόσκλησιν, ἣν τοῦ εἶχαν κάμει ἤδη αἱ κόραι της. Ἔσπευσε ν᾽ ἀνοίξῃ. Ἠπατᾶτο, δὲν ἦτο ἡ γραῖα. Ἦτο ἡ Μαρούσα, ἡ ψυχοκόρη τῆς Σταματούλας, δεκατεσσάρων ἐτῶν κορασίς, μελαγχροινή, νόστιμη, μὲ μαῦρα ὄμματα, μὲ λευκὸν μανδήλιον περὶ τὴν κεφαλήν, τὴν ὁποίαν πρὸ δύο ἐτῶν, ὅταν ἦτο μαθητὴς τοῦ γυμνασίου καὶ κατῴκει εἰς γειτονικὸν δωμάτιον, ἐνθυμεῖτο μικρὰν ἄσχημην παιδίσκην, μαύρην, ζαρωμένην, ἀληθὲς «γυφτοκόνισμα», καὶ ἥτις τώρα εἶχε «ξετρίψει» κ᾽ ἐγίνετο ὡραία. Ἦτο δευτέρα ἢ τρίτη φορὰ καθ᾽ ἣν ἡ μικρὰ ἀνέβαινεν εἰς τὸ δωμάτιόν του. Εἶχεν ἔλθει ἄλλας δύο φορὰς διὰ νὰ λάβῃ τὰ πρὸς πλύσιν ἐνδύματά του, ἢ διὰ νὰ τὰ φέρῃ πλυμένα διὰ τῶν χειρῶν τῆς θετῆς μητρός της. Καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὁ Σπύρος ἐνόμισεν ὅτι ἦλθε νὰ τοῦ ζητήσῃ ροῦχα, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ τὴν ἐρωτήσῃ: «Θὰ πλύνῃ αὔριο ἡ μάννα σου, Καθαρὴ Δευτέρα;» Ἀλλ᾽ ἡ κορασίς, προλαβοῦσα, τοῦ λέγει:
― Κύριε Σπύρο, εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, δὲν κοπιάζεις κάτω, ν᾽ ἀποκρέψουμε, ἂν ἀγαπᾷς;…
Ὁ Σπύρος δὲν ἐπερίμενε τὴν πρόσκλησιν ταύτην, καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῇ ἀπήντησεν.
― Εὐχαριστῶ, κορίτσι μου, ἔφαγα ἐγώ, ἀπόκρεψα, νὰ μοῦ τὴν χαιρετᾷς.
Ἡ παιδίσκη ἐπανέλαβε:
― Κι ἂν ἔφαγες εἶπ᾽ ἡ μητέρα μου, νὰ κοπιάσῃς ὕστερα, ποὺ θὰ χορέψουμε…
― Μπράβο! ἔχω εὐχαρίστησιν, εἶπε μειδιῶν ὁ νέος· ποιοὶ καὶ ποιοὶ θὰ εἶσθε;
― Θά ᾽μαστε ἡ μητέρα μου κ᾽ ἐγὼ κ᾽ ἡ κυρα-Χρίσταινα κ᾽ ἡ Φρόσω κ᾽ ἡ κυρα-Βαγγελὴ κ᾽ ἡ κυρα-Γιώργαινα μὲ τὸν κὺρ Γιώργη, κι ὁ Νῖκος κι ὁ Τάσος κι ὁ Ἀντωνάκης τῆς κυρα-Γιώργαινας.
― Κάτι πολλοί! εἶπε μετὰ θαυμασμοῦ ὁ Σπύρος. Καὶ τὰ ἔχετε καλὰ τώρα μὲ τὴν κυρα-Χρίσταινα καὶ μὲ τὴν κυρα-Βαγγελή;
― Δὲν ἔχουμε τίποτα…
― Τόσο καλύτερα... Χαιρέτα μου τὴ μητέρα σου, θὰ εἶχα μεγάλη εὐχαρίστηση... μὰ ἔχω πονόδοντο καὶ θὰ κοιμηθῶ νωρίς.
Ἤθελε νὰ εἴπῃ ναί, καὶ ἔλεγεν ὄχι. Δὲν τοῦ ἐφαίνετο ἀξιοπρεπὲς νὰ ὑπάγῃ «ν᾽ ἀποκρέψῃ» μὲ τὴν πλύστραν του, ἄλλως δὲ θὰ τὸν ἔτυπτεν ἡ συνείδησις, διότι ὁ μετὰ τόσων γυναικῶν, ὧν τινες ἦσαν νέαι, συγχρωτισμὸς δὲν θὰ ἦτο ἀκίνδυνος δι᾽ αὐτόν, καὶ ἡ πρόθεσίς του, ἂν ἐδέχετο τὴν πρόσκλησιν, ἀδύνατον νὰ ἦτο ἀθῴα. Μᾶλλον θὰ ἐπροτίμα νὰ φιλήσῃ ἐκεῖ εἰς τὰ κρυφὰ τὴν μικρὰν κορασίδα, τὴν ὁποίαν ἀπερισκέπτως ἔστελλε πρὸς αὐτὸν ἡ ψυχομάννα της, ἀλλὰ δὲν ἦτο τολμηρός, οὔτε ἀπολύτως διεφθαρμένος.
Ἀπέπεμψε τὴν παιδίσκην ἀλώβητον, καὶ αὐτὸς ἐξηπλώθη φιλοσοφικῶς ἐπὶ τῆς σκληρᾶς μαθητικῆς στρωμνῆς του. Εὐχαριστήθη, διότι ἐνίκησε τὸν πειρασμόν, ἦτο ἥσυχος τώρα, σχεδὸν εὐτυχής. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὰ τρία ἐμπόλεμα μέρη τοῦ ἰσογείου εἶχαν εἰρηνεύσει, καὶ συνῆλθον ὁμοῦ νὰ ἑορτάσωσι τὴν τελευταίαν νύκτα τῆς Τυρινῆς. Καλὰ ποὺ τὸ ἐπῆραν πονηρά, ἐσκέπτετο ὁ Σπύρος, κ᾽ ἐξέλεξαν ὡς τόπον τῆς διασκεδάσεώς των τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας, ἀκριβῶς ὑπὸ τὸ δωμάτιον τὸ ἰδικόν του, διότι ἂν κατέρρεεν αἴφνης τὸ πάτωμα τοῦ ἀνωγείου ὑπὸ τὸ βάρος τῶν χορευτῶν, ἐκεῖ ἦτο ἐλπὶς νὰ γλυτώσουν, ἐκτὸς ἂν ἔπιπταν καὶ οἱ τοῖχοι, καὶ τότε ψυχὴ δὲν θὰ ἐσώζετο. «Τί ὡραῖα, τί ἀφελῆ ἔθιμα ἔχει ὁ ἑλληνικὸς λαός, διενοεῖτο ὁ Σπύρος. Ἰδοὺ ὅτι τρεῖς οἱονεὶ οἰκογένειαι, ἐνῷ ὅλον τὸν χρόνον ἦσαν εἰς διάστασιν, ἀπεφάσιζαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἀπόκρεω νὰ φιλιωθῶσι, διὰ νὰ ἑορτάσωσιν ὁμοῦ τὴν νύκτα τῆς τυροφαγίας. Διὰ τοὺς μὲν (τί τὰ θέλετε;) ὁ βίος αὐτὸς εἶναι διηνεκὴς Ἀπόκρεως, διὰ τοὺς δὲ εἶναι μακρὰ καὶ θλιβερὰ σαρακοστή. Εὐτυχῶς λαμβάνει πέρας! Ὡς ὄασις ἐν τῇ ἐρήμῳ ἂς εἶναι τοὐλάχιστον διὰ τοὺς δευτέρους ἡ νὺξ αὕτη τῆς Ἀπόκρεω!» Καὶ αὐτὸς ὁδοιπόρος ἦτο εἰς τὴν ματαιότητα αὐτὴν τοῦ κόσμου. Καὶ δι᾽ αὐτὸν ἡ ζωὴ ἦτο ἀνήφορος ἀτελείωτος, καὶ ὁδὸς τραχεῖα καὶ μακρὰ τεσσαρακοστή. Πότε θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ τέρμα; Ἴσως νὰ ἐδειματοῦτο ἀπὸ μορμολύκεια τῆς φαντασίας του, ἀλλ᾽ ἐμαντεύετο δυσοίωνα περὶ τοῦ μέλλοντός του· τὸ μόνον καλὸν ἦτο ὅτι ἐφιλοσόφει ἐκ προκαταβολῆς διὰ πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ὡς πρὸς αὐτόν.
Εκ των ρεμβασμών του τον απέσπασε τραχεία φωνή γέροντος, αναμειχθείσα εις τον χορόν τον υποκάτω των ποδών του, εις το οίκημα της Σταματούλας.
Η φωνή βραχνή και μετά ιδιαζούσης προφοράς έψαλλε:
Ἐκ τῶν ρεμβασμῶν του τὸν ἀπέσπασε τραχεῖα φωνὴ γέροντος, ἀναμειχθεῖσα εἰς τὸν χορὸν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν του, εἰς τὸ οἴκημα τῆς Σταματούλας.
Ἡ φωνὴ βραχνὴ καὶ μετὰ ἰδιαζούσης προφορᾶς ἔψαλλε:
Πῶς τὸ τρίβουν τὸ πιπέρι,
τοῦ διαβόλου οἱ καλογέροι!
Τὴν φωνὴν ταύτην ἀνεγνώρισε πάραυτα ὁ Σπύρος. Ἦτο τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τοῦ συζύγου τῆς γραίας Βαγγελῆς, τὸν ὁποῖον αὕτη εἶχε πρὸ πολλοῦ διωγμένον. «Ἄ! ἦρθε λοιπὸν ὁ μπάρμπ᾽ Ἀντώνης πίσω;» ἐσκέφθη ὁ νεαρὸς σπουδαστής. Ἐνθυμεῖτο ὅτι, πρό τινων μηνῶν, ὅταν ὁ γέρων ἦτον ἄρρωστος, ἡ γρια-Βαγγελὴ παραπονουμένη περὶ αὐτοῦ ἔλεγε:
― Τί σου κάμῃ δά, κι αὐτὸς ὁ καμέναρος! Ἔχει καὶ τὸ σύναχό του… ἔχασε καὶ τὶς παποῦτσες του… θέλει καὶ τὸν τσίγαρο!…
Ἀλλ᾽ ὅταν ἀνέρρωσεν ὀλίγον, καὶ δὲν ἤθελε νὰ δουλεύῃ, ἡ γραῖα τοῦ ἔδωκε τὰ δικά της τὰ πασουμάκια νὰ φορέσῃ, καὶ τὸν ἀπέπεμψε λέγουσα: «Ἂς πᾷ νά ᾽βρῃ τσωμὶ νὰ φᾷ!» Ἀλλ᾽ ἰδοὺ ὅτι ὁ γέρων, ἀφοῦ ἐκυλίσθη ἐπὶ τόσους μῆνας τίς οἶδε ποῦ ἐργαζόμενος διὰ νὰ ζῇ, ἐνθυμήθη κατὰ τὴν Ἀπόκρεων νὰ ἔλθῃ πρὸς τὴν γραῖάν του ὅπως κάμῃ ἀγάπην μετ᾽ αὐτῆς… ἴσως μάλιστα νὰ τῆς ἔφερε καὶ ὀλίγα κερμάτια.
Τὸ ἀποκριάτικον δίστιχον τοῦ μπάρμπ᾽ Ἀντώνη, τὸ ἐπανέλαβεν εὐθὺς ὕστερον δροσερὰ γλυκεῖα φωνὴ νεάνιδος, τὴν ὁποίαν ὁ Σπύρος ἀνεγνώρισεν ἐπίσης. Ἦτο ἡ φωνὴ τῆς Φρόσως, τῆς ἀδελφῆς τῆς κυρα-Χρίσταινας. Τὴν εἶχεν ἐρωτευθῆ πρό τινος χρόνου τὴν χλωμὴν λεπτοφυῆ κόρην, τὴν πτωχὴν κ᾽ ἐργατικήν, τὴν εἶχε ἐρωτευθῆ ὡς ἠρωτεύετο σήμερον τὴν Κούλαν, μὲ πλατωνικὸν ἔρωτα. Τόσον ὀλίγον μάλιστα τὴν ἐπλησίασεν, ὥστε κατ᾽ ἀρχὰς ἠγνόει καὶ τ᾽ ὄνομά της. Ἤκουεν εἰς τὸ ἀκρινὸν διαχώρισμα τοῦ ἰσογείου δύο ὀνόματα γυναικῶν. Φρόσω καὶ Κατίναν, Κατίναν καὶ Φρόσω. Αὐτὸς Φρόσω ἐνόμιζε τὴν κυρα-Χρίσταιναν καὶ Κατίναν ἐνόμιζε τὴν ἀδελφήν της. «Ἐπῆρε τὴ Φρόσω γιὰ Κατίγκω», ὡς ἔλεγεν ἀργότερα ὁ ἴδιος. Καὶ εἰς τοὺς στίχους τοὺς ὁποίους ἔγραψε δι᾽ αὐτὴν (διότι ἔγραφε, φεῦ! καὶ στίχους, τοὺς ὁποίους εὐτυχῶς δὲν ἐδημοσίευε) τὴν ὠνόμαζε, καλῇ τῇ πίστει, Κατίναν.
Εἰπέ μου, τί τοὺς ἔκαμες Κατίνα ρημασμένη!
Πῶς κάθε ὄμμα βάσκανον ἐσένα μόνον βλέπει,
καὶ κάθε γλῶσσα διὰ σὲ λαλεῖ φαρμακωμένη;
Ἄ! ὄχι τοῦτο διὰ σέ, Κατίνα μου, δὲν πρέπει…
Ἂν ὑπανδρεύθης, ἔκαμες κακόν; Θεὸς φυλάξῃ!
Ὁμοίως ὑπανδρεύονται ὅλοι οἱ φτωχοί, Κατίνα,
κ᾽ οἱ μαῦρες σου γειτόνισσες, ἡ τύχη σὰν ἀλλάξῃ,
ποὺ λέγουν τόσα διὰ σέ, κ᾽ ἐβόιξ᾽ ἡ Ἀθήνα.
..........................................................................
Τὴν σὺμφορὰ ποὺ πέρασες καὶ τὴν ζωὴν ποὺ ζοῦσες
τὴν μέτρησες μὲ βάσανα, τὴν πλήρωσες μὲ μίση
σκυμμένη πάντα πρὸς τὴν γῆν, ὡς νὰ παρακαλοῦσες
τὴν Μοῖραν νὰ σὲ σπλαχνισθῇ καὶ νὰ σὲ βοηθήσῃ.
................................................................................
Στὸν δρόμον χθὲς τῆς μάμμης σου μ᾽ ἐντάμωσεν ἡ φίλη,
μία καλὴ νοικοκυρά, κ᾽ ἐτάνυσε τὸ στόμα,
καὶ διὰ σέν᾽ ἀγλύκαντα καὶ διαστρεμμένα ὡμίλει.
Χαῖρε, Κατίνα! κ᾽ οἱ γριὲς σ᾽ ἐζήλεψαν ἀκόμα...
Εἰς τὸ τρίτον τετράστιχον ὑπῃνίσσετο τὸ ἐπάγγελμα τῆς κόρης, βοηθούσης εἰς τὴν πλύσιν τὴν ἀδελφήν της. Εἰς τὸ τελευταῖον ἀπόσπασμα ἡ γραῖα, περὶ ἧς γίνεται λόγος, ἦτο ἴσως αὐτὴ ἡ Βαγγελὴ ἡ Λεμονού.
Σημειωτέον ὅτι ἡ κόρη δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ, ἀλλ᾽ εἶχεν ἀρραβωνισθῆ πρό τινος χρόνου μικροκάπηλόν τινα, ὅστις πληροφορηθεὶς ὅτι δὲν εἶχε μετρητά, τὴν παρῄτησεν, ἀφοῦ δωρεὰν τὴν ἐξέθεσεν εἰς τὰς κακολογίας τῶν φιλοψόγων γυναίων. Ἀλλ᾽ ὁ Σπύρος, ὅστις ἐθεώρησε κατ᾽ ἀρχὰς τὸν γάμον βέβαιον κ᾽ ἔγραφεν εἰς τοὺς στίχους του ὅτι ἡ κόρη «ὑπανδρεύθη», ἐλυπήθη διὰ τὴν διάλυσιν τοῦ συνοικεσίου ὅσον ἐθλίβη κατ᾽ ἀρχὰς διὰ τὸν ἀρραβῶνα, διότι, ἐν τῷ μεταξύ, ἔπαυσε πλέον νὰ τὴν ἀγαπᾷ, καὶ ἠρωτεύθη ἀντ᾽ αὐτῆς τὴν Κούλαν, ἥτις ἄδηλον ἂν ἠγάπα τινά, ἀλλ᾽ αὐτὸν βεβαίως ὄχι… Καὶ ὅμως, τὴν νύκτα ταύτην, ἡ φωνὴ τῆς νεάνιδος, μὲ ὅλον τὸ σατυρικὸν τοῦ ᾄσματος, τὸν συνεκίνησε… Καὶ ἔπλαττε κατὰ φαντασίαν ὁλόκληρον εἰδύλλιον οὐδέποτε μελλούσης νὰ πραγματοποιηθῇ συμβιώσεως μετὰ τῆς νεαρᾶς πλυντρίας, ἥτις δὲν ἐφαίνετο ἄμοιρος αἰσθημάτων τρυφερῶν.
Ἐκ τῆς ὀπτασίας ταύτης τὸν ἐξήγειραν ἀποτόμως ἄγριαι φωναί, ἀκουσθεῖσαι ἐν μέσῳ βόμβου ψιθυρισμῶν, καὶ διακοπέντος αἴφνης τοῦ ᾄσματος καὶ τοῦ χοροῦ, ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ κὺρ Ζαχαρία. Ἤκουσεν εὐκρινῶς δύο λέξεις, αἵτινες μὲ ἀγανάκτησιν καὶ μὲ πάθος βροντοφωνηθεῖσαι, ἐπεκράτησαν ὅλου τοῦ θορύβου, καὶ ἐγέννησαν μακρὰν σιωπήν· τὰς λέξεις: «ἀνάγωγε» καὶ «ἀφιλότιμε».
Ἔτεινε τὸ οὖς. Ἀλλὰ δὲν ἤκουε πλέον τίποτε. Μετά τινα δευτερόλεπτα μόνον ἤκουσεν ἐσπευσμένα βήματα δύο ἢ τριῶν ἀνθρώπων, κατερχομένων τὴν κλίμακα τὴν μεσημβρινήν, τῆς μικρᾶς εἰσόδου. Ἀνεπήδησε διὰ μιᾶς καὶ ἔτρεξεν εἰς τὸ παράθυρον. Ἀλλ᾽ οἱ κατελθόντες τὴν κλίμακα εἶχαν κάμψει τὴν γωνίαν τοῦ νοτίου τοίχου καὶ μετ᾽ ὀλίγας στιγμὰς ἤκουσε μόνον τὸν κρότον τῆς ἀνοιχθείσης καὶ κλεισθείσης αὐλείας θύρας, δι᾽ ἧς ἐξῆλθον οἱ φεύγοντες.
Ἐντὸς τῆς αἰθούσης ἤκουε μόνον ὁμιλίας, ἐξ ὧν οὐδεμίαν λέξιν διέκρινεν. Ἐπανῆλθεν εἰς τὴν κλίνην του καὶ ἐξηπλώθη. Τί νὰ συνέβη ἆρά γε; Δὲν ἦτο καὶ πολὺ περίεργος, καὶ δὲν τὸν ἔμελεν. Ἐν τούτοις ἔκαμε ποικίλας εἰκασίας περὶ τῆς αἰτίας τοῦ γενομένου θορύβου, καὶ μὲ τὰς εἰκασίας ἀπεκοιμήθη, διότι ἀρκετὰ εἶχε βαυκαλισθῆ ἤδη ἀπὸ τὰ ᾄσματα καὶ τοὺς χορούς. Οὔτε ἡ μήτηρ του δὲν τὸν εἶχε ναναρίσει ποτὲ τόσον ἡδυπαθῶς, ὅτε ἦτο παιδίον, ὅσον τὸν ἐνανάρισαν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην αἱ κραυγαὶ καὶ αἱ διαχύσεις ὅλης τῆς γειτονιᾶς.
Μόνον μετὰ πολλὰς ἡμέρας συνέβη νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Σταματούλαν, τὴν πλύστραν του, ἥτις τὰ ἤξευρεν ὅλα, ὅτι «ἐκεῖνος ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, εἶχε θυμώσει, στὸ χορὸ ἀπάνου, μὲ ἕναν ποὺ φοροῦσε προσωπίδα… ποὺ εἶχε πειράξει μιὰ κόρη… ξαδέρφη τῶν κοριτσιῶν, καλέ!… ἀνιψιὰ τῆς κυρα-Ζαχαροῦς… ποὺ εἶχε ᾽ρθεῖ στὸν μπάλο μαζὶ μὲ τ᾽ ἀδέρφι της… καὶ μ᾽ ἕναν ἄλλον κύριον, ποὺ λὲν πὼς θὰ τὴν πάρῃ… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶναι σὰν ἐμᾶς… Πῶς θὰ γεννοβολήσουν, νὰ πληθύν᾽ ἡ πλάση;»
Σημειωτέον ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σταματούλαν, ἦτο μυστήριον διατί εἶχε χωρίσει τὸν ἄνδρα της. Ἀλλ᾽ αὐτὴ ἠγάπα πάντοτε νὰ ἰσχυρίζεται ὅτι ποτὲ δὲν εἶχεν ὑπανδρευθῆ. Ἦτο τριανταπέντε ἐτῶν, ὑψηλή, ἰσχνή, ὀστεώδης. Ἀλλὰ δὲν ὡμολόγει ποτὲ ὅτι ἦτο παραπάνω ἀπὸ εἰκοσιπέντε ἐτῶν. Ἡ Σταματούλα ἐξηκολούθησε:
«Κ᾽ ἕνας ἄλλος, ποὺ δὲ θέλησε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα του, τὴν εἶχε πειράξει, φαίνεται, στὸ χορὸ ἀπάνου… καὶ τότες ὁ ἀξιωματικός, ὁ ξανθομούστακος, ἐξεσπάθωσε, καὶ ἤθελε νὰ τόνε κόψῃ, καὶ τὸν εἶπε ἀφιλότιμο… κ᾽ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἤθελε νὰ βγάλῃ τὴν προσωπίδα, τὰ πῆρε πλυμένα κι ἄπλυτα… καὶ τό ᾽στριψε μαζὶ μὲ ἄλλους δύο φίλους του, ποὺ εἶχαν ἔρθει μαζί… μὰ ἡ διαγωγὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ ξανθομούστακου ἔκαμε μιὰ ἐντύπωση… κ᾽ ἔδωκε εἰς ὅλους νάμι*… κ᾽ οἱ δυὸ οἱ κόρες τῆς σπιτονοικοκυρᾶς τὸν ἀγαπήσανε… κ᾽ ἐκεῖνος δὲν ξέρει ποιὰ νὰ πάρῃ ποιὰ ν᾽ ἀφήσῃ… Μὰ νὰ σοῦ πῶ, ὣς τὴ Λαμπρὴ θαρρῶ πὼς θὰ ἔχουμε γάμους τῆς Κούλας μὲ τὸν ἀξιωματικὸ τὸν ξανθομούστακο… Παντρεύουνται ὁ κόσμος, νὰ σοῦ πῶ!…»
🎭 Ανάλυση στον Παπαδιαμάντη και η αλήθεια πίσω από τη μάσκα
Ανάλυση της «Αποκριάτικης Νυχτιάς» του Παπαδιαμάντη με κοινωνική και υπαρξιακή ματιά: η μάσκα, η κοινότητα, η παράδοση και η σύγχρονη κατανάλωση. Και όμως, πίσω από τη φαινομενική απλότητα της αποκριάτικης νύχτας, ο Παπαδιαμάντης ψιθυρίζει κάτι βαθύτερο…
Τι μας λέει ο Παπαδιαμάντης στην «Αποκριάτικη Νυχτιά»
Ο Παπαδιαμάντης δεν γράφει απλώς για μια γιορτή. Γράφει για τον άνθρωπο μέσα στη γιορτή. Η αποκριάτικη νύχτα, όπως τη σκιαγραφεί, δεν είναι θόρυβος χωρίς νόημα. Είναι μια στιγμή όπου οι κοινωνικές αποστάσεις χαλαρώνουν, οι ρόλοι αναστέλλονται και το λαϊκό στοιχείο αναδύεται αυθεντικό. Η χαρά δεν είναι σκηνοθετημένη... είναι βιωμένη. Δεν είναι θέαμα· είναι κοινότητα.
Ωστόσο, κάτω από το γέλιο και τη ζωηρότητα, διακρίνεται κάτι βαθύτερο: η συνείδηση της προσωρινότητας. Η Αποκριά είναι ένα πέρασμα. Ένα όριο. Ένα ξέσπασμα πριν από την νηστεία, πριν από τη σιωπή, πριν από την εσωτερικότητα.
Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει ότι η χαρά δεν αναιρεί τη φθορά· την φωτίζει. Και ίσως γι’ αυτό η νύχτα του έχει μια λεπτή μελαγχολία ...όχι λύπη, αλλά επίγνωση. Μας λέει ότι η κοινότητα σώζει τον άνθρωπο από τη μοναξιά του, έστω και για λίγο. Ότι η παράδοση δεν είναι διασκέδαση, αλλά τρόπος να ανήκουμε. Ότι η γιορτή είναι μνήμη, όχι κατανάλωση.
Και κυρίως: ότι πίσω από κάθε μάσκα υπάρχει πρόσωπο.
Και πίσω από κάθε πρόσωπο, ανάγκη σχέσης.
Στον κόσμο του Παπαδιαμάντη η Αποκριά δεν είναι ατομικό δικαίωμα. Είναι συλλογικό βίωμα. Δεν είναι φυγή από τον εαυτό... είναι επιστροφή στον τόπο και στους ανθρώπους.
🪁 🥳 Η Αποκριά ως κοινότητα και όχι κατανάλωση: υπαρξιακή και κοινωνική προσέγγιση του διηγήματος μέσα από τη σημερινή κρίση παράδοσης
1. Η χαρά ως μεταμφίεση του υπαρξιακού κενού
Το κείμενο δεν περιγράφει απλώς μια αποκριάτικη βραδιά. Περιγράφει μια τελετουργία προσωρινής διαφυγής. Η Αποκριά εδώ λειτουργεί ως: αναστολή ταυτότητας, άρση κοινωνικών ρόλων, πρόσκαιρη άδεια στην υπερβολή.
Όμως πίσω από τον θόρυβο διακρίνεται μια υπόγεια μελαγχολία. Η νύχτα δεν είναι μόνο γιορτινή. Είναι και αποκαλυπτική. Η μεταμφίεση δεν κρύβει... φανερώνει.
Αποκριάτικη Νυχτιά: Κατανάλωση ή Κοινωνία;
Η Αποκριά δεν είναι πια μόνο τελετουργία μετάβασης. Έχει μετατραπεί σε προϊόν. Η χαρά έγινε event. Η μεταμφίεση έγινε θεματικό πακέτο. Το γλέντι έγινε περιεχόμενο για ανάρτηση. Ζούμε σε μια εποχή όπου ακόμα και η εκτόνωση οργανώνεται εμπορικά. Δεν αφήνεται να ξεσπάσει... σχεδιάζεται.
Κι έτσι η αποκριάτικη νύχτα, που κάποτε λειτουργούσε ως συλλογική ανάσα, κινδυνεύει να γίνει ακόμα μία σκηνοθετημένη εμπειρία κατανάλωσης.
Δεν μεταμφιεζόμαστε για να γελάσουμε με την εξουσία ή για να σαρκάσουμε τα όρια. Μεταμφιεζόμαστε για να φωτογραφηθούμε.
2. Ο συμβολισμός της μάσκας - Η μάσκα στην εποχή της αυτο-προβολής
Η μάσκα στο κείμενο δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι υπαρξιακό σύμβολο. ...και Σημαίνει: την ανάγκη να ξεφύγουμε από τον εαυτό, τον φόβο να φανερωθούμε χωρίς ρόλο, την κοινωνική θεατρικότητα της ζωής
Η αποκριάτικη νύχτα αποκαλύπτει κάτι ειρωνικό: Όταν όλοι φοράνε μάσκες, ίσως τότε πλησιάζουν πιο κοντά στην αλήθεια τους. Η προσωρινή απελευθέρωση δείχνει πόσο περιορισμένοι νιώθουμε τις υπόλοιπες μέρες.
Παλιά η μάσκα απελευθέρωνε. Σήμερα επιβεβαιώνει.
Δεν κρύβει τον εαυτό... τον κατασκευάζει.
Δεν αναστέλλει τον ρόλο... δημιουργεί νέο ρόλο.
Η Αποκριά, που ήταν προσωρινή ανατροπή της ιεραρχίας, κινδυνεύει να γίνει απλώς μια ακόμα βιτρίνα του ίδιου συστήματος αξιών: προβολή, εικόνα, εντυπωσιασμός.
Και τότε το ερώτημα γίνεται πιο βαθύ: Μήπως δεν φοράμε μάσκες μόνο μία νύχτα; Μήπως απλώς αλλάζουμε σχέδιο;
3. Η χαρά ως συλλογική ανάγκη
Το κείμενο αναδεικνύει έντονα τη συλλογικότητα:
το πλήθος - τον ρυθμό - το κοινό γέλιο - τη συνεύρεση
Αλλά η συλλογικότητα δεν παρουσιάζεται ως αυτάρκης. Είναι σαν μια σπίθα μέσα στη νύχτα. Υπάρχει μια λεπτή αίσθηση ότι: η χαρά χρειάζεται το σκοτάδι για να φανεί.
Η νύχτα λειτουργεί σχεδόν μυσταγωγικά... σαν ενδιάμεσος χώρος πριν από την επιστροφή στην κανονικότητα.
Φολκλόρ ή ουσία;
Όταν μια παράδοση επιβιώνει μόνο ως φολκλόρ, παύει να μεταμορφώνει.
Το φολκλόρ είναι ασφαλές. Δεν ενοχλεί. Δεν ζητά ανατροπή.
Η αυθεντική Αποκριά όμως είχε στοιχείο ανατροπής.
Σατίριζε. Ξεγύμνωνε. Δοκίμαζε τα όρια της κοινότητας.
Σήμερα συχνά λειτουργεί ως εκτόνωση χωρίς συνέπειες. Ένα ελεγχόμενο ξέσπασμα μέσα σε ένα πλήρως ελεγχόμενο σύστημα.
4. Υπαρξιακή διάσταση
Αν το δούμε βαθύτερα, το κείμενο συνομιλεί με μια μεγάλη ερώτηση: Ποιοι είμαστε όταν σβήσουν τα φώτα;
Η Αποκριά εδώ δεν είναι απλώς λαογραφία. Είναι μικρό σχόλιο για: την ανάγκη υπέρβασης - τον φόβο της μοναξιάς - την επιθυμία να ανήκουμε
Η χαρά μοιάζει να είναι αντίσταση στον χρόνο.
Μια προσωρινή αναστολή της φθοράς.
Κατανάλωση αντί για κοινότητα
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η υπερβολή. Είναι η αποξένωση.
Γιορτάζουμε μαζί... αλλά ο καθένας μόνος.
Τρώμε στο ίδιο τραπέζι... αλλά κοιτάμε αλλού.
Χορεύουμε... αλλά δεν συναντιόμαστε.
Η Αποκριά γεννήθηκε ως πράξη κοινότητας.
Σήμερα κινδυνεύει να γίνει πράξη κατανάλωσης.
Και η διαφορά είναι τεράστια:
Η κοινότητα αφήνει μνήμη.
Η κατανάλωση αφήνει λογαριασμό.
Ενδιαφέρον έχει ότι το κείμενο, χωρίς να είναι θεολογικό, βρίσκεται σε διάλογο με το Τριώδιο: Η Αποκριά είναι το τελευταίο ξέσπασμα πριν την περίοδο της εσωτερικότητας. Η υπερβολή προηγείται της κάθαρσης. Η μάσκα προηγείται της αποκάλυψης.
Υπόγεια υπάρχει μια μετάβαση: από τον θόρυβο → στη σιωπή
από το πλήθος → στην προσωπική συνείδηση
5. Το πραγματικό διακύβευμα
Το ερώτημα δεν είναι αν θα διατηρήσουμε την Τσικνοπέμπτη ή την Αποκριά. Το ερώτημα είναι: Θα διατηρήσουμε την ικανότητά μας να συναντιόμαστε χωρίς να πουλάμε τη στιγμή;
Αν η παράδοση επιβιώνει μόνο όταν μετατρέπεται σε προϊόν, τότε δεν μιλάμε για πολιτισμό. Μιλάμε για συσκευασία.
Η Αποκριά δεν χρειάζεται απλώς φωτιά και μουσική.
Χρειάζεται αλήθεια. Αλλιώς η μάσκα δεν πέφτει ποτέ.
Συμπέρασμα
Η «Αποκριάτικη Νυχτιά» δεν είναι απλή περιγραφή εορτής.
Είναι: σχόλιο για την ανθρώπινη ανάγκη φυγής
υπαινιγμός για την ευθραυστότητα της χαράς
υπαρξιακή παρατήρηση για τη μάσκα και την αλήθεια
Και ίσως το πιο δυνατό της σημείο είναι αυτό:
η νύχτα λάμπει... αλλά ξέρουμε ότι θα τελειώσει.
Βιβλιογραφία:
● Από την κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, εκδόσεις Δόμος, του Δεύτερου Τόμου, Αθήνα 1982. Σελ. 301-314. Το κείμενο από papadiamantis.org, με επιπλέον επιμέλεια και φωτογραφίες από www.sophia-ntrekou.gr.
● Ανάλυση - Εισαγωγή ✍🏻 Σοφία Ντρέκου 🎨 Κεντρικός εικαστικός τον πίνακας ζωγραφικής: «Αποκριά στην Αθήνα» (γνωστός και ως «Το Καρναβάλι στην Αθήνα») του Νικολάου Γύζη, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους του 19ου αιώνα και χρονολογείται περίπου στο 1892.
Χρονολογία: Το έργο φιλοτεχνήθηκε γύρω στο 1892. Αποτελεί μια από τις μεταγενέστερες εκδοχές θεμάτων που εμπνεύστηκε ο Γύζης από την παραμονή του στην Ελλάδα την περίοδο 1872-1874.
Τεχνική & Διαστάσεις: Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά, διαστάσεων 51 x 70,5 εκ..
Τοποθεσία: Ο πίνακας ανήκει στη συλλογή της Εθνικής Πινακοθήκης (Κληροδότημα Αντωνίου Μπενάκη). Μια άλλη εκδοχή του έργου εκτίθεται στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών.
Ο πίνακας απεικονίζει με ζωντάνια και φωτογραφική λεπτομέρεια μια σκηνή από τον εορτασμό της Αποκριάς σε ένα αθηναϊκό σπίτι, με μασκαράδες να εισέρχονται στον χώρο, αποδίδοντας με νοσταλγία τα ελληνικά έθιμα, με έντονο το στοιχείο του φωτός, χαρακτηριστικό της ώριμης περιόδου του ζωγράφου.
πηγή: Αέναη επΑνάσταση / Sophia-Ntrekou.gr
Το ακούτε από το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ εδώ
Δείτε επίσης σχετικά:
- Τσικνοπέμπτη: Η λαϊκή φωτιά της Αποκριάς και η κοινωνική διάσταση
- Προσωπείο: Αποκριάτικες ψυχοσωματικές μεταμφιέσεις
Εισαγωγή για διάλογο με Αναγνώστες και Αναγνώστριες
Η «Αποκριάτικη Νυχτιά» του Παπαδιαμάντη δεν είναι ένα απλό ηθογραφικό στιγμιότυπο.
Είναι καθρέφτης.
Μέσα στη μάσκα της Αποκριάς, ο άνθρωπος αποκαλύπτεται.
Μέσα στο γλέντι, δοκιμάζεται η συνείδηση.
Μέσα στην κοινότητα, φαίνεται αν υπάρχει ακόμη σχέση — ή απλώς συνύπαρξη.
Ο Παπαδιαμάντης δεν γράφει για φολκλόρ.
Γράφει για την ανθρώπινη ψυχή μέσα στον θόρυβο.
Για την παράδοση που δεν είναι κατανάλωση, αλλά τρόπος ζωής.
Για τη χαρά που δεν είναι απόδραση, αλλά μέτρο.
Σε μια εποχή όπου η Αποκριά έγινε event και η παράδοση προϊόν,
το ερώτημα είναι απλό:
Μένει κάτι από την ουσία ή κρατήσαμε μόνο τη μάσκα;
Ερωτήσεις Διαλόγου (πάνω στη σκέψη του Παπαδιαμάντη)
- Στην «Αποκριάτικη Νυχτιά», η μάσκα κρύβει ή αποκαλύπτει τον άνθρωπο;
- Η κοινότητα που περιγράφει ο Παπαδιαμάντης ήταν αληθινή σχέση ή κοινωνικός έλεγχος;
- Μπορεί να υπάρξει αυθεντική χαρά χωρίς πνευματικό μέτρο;
- Αν ο Παπαδιαμάντης ζούσε σήμερα, θα έγραφε για πανηγύρι ή για εμπορικό φεστιβάλ;
- Τελικά, η παράδοση σώζεται με τη διατήρηση των εθίμων ή με τη διατήρηση του ήθους;
«Όταν η παράδοση γίνεται θέαμα, η ψυχή μένει εκτός σκηνής.»
«Δεν χάσαμε τα έθιμα· χάσαμε το ήθος που τα γεννούσε.»
«Η μάσκα έμεινε· το πρόσωπο χάθηκε.»
«Δεν μας πήρε το καρναβάλι· μας πήρε η κενότητα πίσω από αυτό.»
Keywords (Λέξεις-κλειδιά): Αποκριάτικη Νυχτιά, Παπαδιαμάντης ανάλυση, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Αποκριά και παράδοση, κοινωνική διάσταση Αποκριάς, μάσκα και ταυτότητα, Τριώδιο και Αποκριά, φολκλόρ ή ουσία, παράδοση και κατανάλωση, ελληνική λογοτεχνία, διήγημα Παπαδιαμάντη, κοινότητα και πολιτισμός



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου