Εισαγωγή
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ανήμερα (23 Απριλίου) του Αγίου Γεωργίου του 1892, δημοσιεύει στην εφημερίδα Ακρόπολις ένα από τα πιο συγκινητικά και πολυεπίπεδα κείμενά του: το «Αϊ μου Γιώργη!» (Επί τη εορτή της κγ’ Απριλίου)
Δεν είναι διήγημα, δεν είναι απλό χρονικό. Είναι ύμνος, προσευχή, σάτιρα και αυτοβιογραφική εξομολόγηση μαζί. Μέσα από τον θρύλο του Αγίου που σκοτώνει τον δράκο, ο Παπαδιαμάντης μιλάει για την ελληνική ψυχή, για τη λαϊκή πίστη, για τη νοσταλγία του χαμένου παραδείσου της παιδικής ηλικίας, αλλά και για την απογοήτευση από τη σύγχρονή του Ελλάδα που έχει αντικαταστήσει τους Αγίους με τις εκλογές.
Με μια γλώσσα που παντρεύει την εκκλησιαστική μεγαλοπρέπεια με την πιο ζεστή νησιώτικη λαϊκότητα, ο «Άγιος των ελληνικών γραμμάτων» ζητάει από τον Άγιο Γεώργιο τη ίδια συγκατάβαση που ο Άγιος έδειξε στο παιδί με το σφουγγάτο: να συγχωρέσει την αδυναμία του και να δεχτεί το «ευτελές και σχεδόν παιγνιώδες» του άρθρο του.
Διάβασε το κείμενο αργά, σαν προσευχή. Και μετά… ακολουθεί η ανάλυση.
🟡 Αϊ μου Γιώργη - Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Ανέτειλε το έαρ· δεύτε ευφρανθώμεν!
Εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού· δεύτε
ευφρανθώμεν! Η του αθλοφόρου μνήμη
τους πιστούς φαιδρύνουσα ανεδείχθη.
Ένθεν μεν ψάλλει η Εκκλησία, συγκαταβατικωτέρα κατά τας ημέρας ταύτας της αναστάσεως του Σωτήρος, παρά την ανωτέραν πνευματικήν έννοιαν τοιούτων παρακελεύσεων· ένθεν δε ο ελληνικός λαός, όστις φαντάζεται πρώτον λεβέντην και αστραπόμορφον νεανίαν τον ήρωα πρόμαχον του Χριστιανισμού, περιβάλλει με όλην την ποίησιν των μακραιώνων ονείρων του, με παμφαείς ακτίνας αφθίτου νεότητος και αϊδίου καλλονής τον Άγιον Γεώργιον.
Αϊ μου Γιώργη αρματολέ και πρώτε καβαλάρη,
αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι...
Και ιστορείται δια στίχων επικής απλότητος και ύψους, πως το θεριό εφώλιαζε σιμά εις την βρύσιν, πως απήτει περιοδικώς αιματηρόν φόρον, από τους κατοίκους της πόλεως, πως ερρίπτοντο κλήροι μέλλοντες ν’ αποφασίσωσι περί της δυστυχούς κόρης, ης θα ήτο η σειρά να χορτάση την αδηφάγον απληστίαν του φοβερού θηρίου, πως ο κλήρος έπεσεν επί την βασιλοπούλαν (την Αλεξάνδραν!) και πως ο Άγιος, εισακούσας τας δεήσεις των γονέων, επήλθε, ραγδαίος και αήττητος ιππεύς, εις βοήθειαν της δυσμοίρου νεάνιδος, πως εθανάτωσε τροπαιοφόρος τον απαίσιον δράκοντα, και πως, αναλαβών την βασιλοπούλαν εις τα κάπουλα του αλόγου του, την παρέδωκεν ασινή εις τους βασιλικούς γονείς της.
Α! είναι κρίμα, ότι οι Έλληνες δεν τον επεκαλέσθησαν πέρυσι, πριν ή λάβη μοιραίαν έκβασιν περίστασις παραπλησία!... Αλλά και πάλιν, τις οίδεν αν οι θνητοί βλέπομεν ορθώς τα πράγματα, αν δεν κατοπτρίζονται ανάποδα εις τους οφθαλμούς μας;...Τις οίδεν αν ο κόσμος αυτός, με όλους τους πάγους του Βορρά, ή με τα θάλπη της μεσημβρίας, δεν είναι το αληθές θηρίον;...Αν ο άγγελος του θανάτου, κατ’ εξοχήν τροπαιοφόρος, δεν είναι ο αισιώτερος των αγγέλων;...Και αν, εις τον άλλον κόσμον, η στοργή του ουρανίου πατρός δεν είναι μυριάκις ενθερμοτέρα της στοργής επιγείων γονέων; Τι λέγει το ιερόν Βιβλίον; Κι αβί βε αμί ναδζαβούνι, β’ Αδωνάι α-σπένι (Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με, ο δε Κύριος προσελάβετό με).
Εν τούτοις, επαξίως ο ελληνικός λαός τιμά με υπερόχου ευλαβείας δείγματα τον ελληνοπρεπέστατον άγιον του, τον άγιον Γεώργιον. Ο τροπαιοφόρος μεγαλομάρτυς, ομού με τον άλλον ομόψυχον και εφάμιλλόν του, ίστανται φρουροί εις τα πρόθυρα ο μεν του θέρους, ο δε του χειμώνος, σημειούντες δια της επιτολής των, ως άλλοι αστέρες σελασφόροι, την περίοδον των ορεινών και πεδινών νομών και καταυλισμών δια τους ποιμένας.
Εξ ήρος εις αρκτούρον ευμήνους χρόνους· και ποιμένες και γεωργοί άγουσι γηθοσύνως την ροδοστέφανον, ως εκ του μαρτυρικού του αίματος, μνήμην του αγίου, και θύουσιν άρνας, και οβελίζουσιν αμνούς, γενναίως ευχωμούμενοι, επικαλούμενοι τον μάρτυρα βοηθόν εις τας επιχειρήσεις των και συλλήπτορα των κόπων.
Και οι Έλληνες πολεμισταί των παρελθόντων αιώνων, ως και της μεγάλης εθνεγερσίας, δεν έπαυσαν να τον επικαλούνται ευμενή σύμμαχον και αρωγόν. Κατ’ αυτήν δε την ημέραν της μνήμης του αγίου, το πρώτον έτος του αγώνος, έτερος αγλαός πρόμαχος της πίστεως και της πατρίδος και μάρτυς της ελευθερίας περικλεέστατος, ο Θανάσης Διάκος, προσεφέρθη ολοκαύτωμα υπέρ του Γένους. Ενθυμηθήτε τους στίχους του αειμνήστου Βαλαωρίτου. (σημ. βλ. παρακάτω ολόκληρο το ποίημα)
Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου
ανέμιζε τρομαχτικό, και στο ξεδίπλωμά του,
λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαλλ’ ο Άη -Γιώργης
με τ᾿ άγριό του τ᾿ άλογο, κρατώντας καρφωμένο
τ᾿ ανίκητο κοντάρι του στὸ διάπλατο λαρύγγι
του φοβερού του δράκοντα, ποὺ δέρνεται στο χώμα.
Αλλά και ποίος άλλος Άγιος έχει τόσα και τόσα εξωκκλήσια, υψούμενα χαριέντως εις πάσαν κοιλάδα, επιστέφοντα πάντα λόφον, πάντα βράχον της Ελληνίδος χώρας; ο Άγιος Δημήτριος, ως ιστάμενος φρουρός εις τα πρόθυρα του χειμώνος, δια να μη μείνη παραπονούμενος, έχει το ιδιαίτερον καλοκαίρι του, «καλοκαιράκι τ’ Αϊ-Δημητριού» και τον φερώνυμον αυτού μήνα, ο δε Άγιος Γεώργιος είναι ο κατ’ εξοχήν καλοκαιρινός και ανοιξιάτικος Άγιος και δεν δύναταί τις να φαντασθή μνήμη του Αγίου Γεωργίου χωρίς πολλά ποικιλόχροα άνθη μοσχοβολούντα, χωρίς τάπητας ανθυλλίων μεθυσκόντων τον αέρα με την ευωδίαν των, χωρίς άπειρον πρασινάδα και απεράντους αγρούς αιματόχρους από αμέτρητον πλήθος των μηκώνων, χωρίς τρυφερούς βλαστούς αμπέλων με βότρυς προβάλλοντας και χωρίς αναριθμήτους στεφάνους από αγραμπελιές και αγιοκλήματα.
Ποίος άλλος Άγιος δύναται να καυχηθή, ότι είναι ο καθολικός πολιούχος των ελληνίδων πόλεων, ο γενικός προστάτης της ελληνικής εξοχής; Διότι το συναξάριον του δεν αναφέρει εις ποίον ωρισμένως μέρος της Ανατολής εμαρτύρησεν, ως δια να αφήση την μνήμην του Αγίου κοινήν εις όλην την ελληνικήν χώραν.
Δείτε: Ο άγιος Δημήτριος μαζί με τον άγιο Γεώργιο, είναι τα δυό παλληκάρια της χριστιανοσύνης (Φώτη Κόντογλου)
Καθώς δε ο Άγιος Νικόλαος είναι ο κατεξοχήν προστάτης των θαλασσοπορούντων ανά τον πόντον, ούτω και ο Άγιος Γεώργιος είναι ο ετοιμότατος βοηθός και αντιλήπτωρ των γεωπονούντων επί της ξηράς. Ποίος άλλος Άγιος εφάνη ποτέ τόσον πρόθυμος «των αιχμαλώτων ελευθερωτής, και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός, βασιλέων υπέρμαχος»; Και ποίος άλλος Άγιος έδειξε ποτέ τόσην χριστομίμητον φιλανθρωπίαν και συγκατάβασιν, ώστε να εισακούση της δεήσεως παιδίου παίζοντος, ηττωμένου εν τη παιδιά και πάσχοντος την φιλοτιμίαν (πως φαίνεται ότι ήτο Ελληνόπαις!) και να δεχθή προ πλήρωσιν ευχής, αντί πάσης συνήθους προσφοράς, οίον κηρίου και θυμιάματος και λειτουργίας, σφουγγάτον, ήτοι ομελέταν, απο αυγά, καθώς θα ελέγαμεν σήμερον; Αναγνώσατε το χαριέστατον εκείνο θαύμα του Αγίου, δια να πεισθήτε.
Είπομεν, ότι η συγκατάβασις του Αγίου απεδείχθη χριστομίμητος, και τούτο μας ενθυμίζει την ευσεβή εκείνη φάτιν περί τινος απλοϊκού ανθρώπου, προσελθόντος ποτέ εις εξομολόγησιν και ακούσαντος παρτου πνευματικού την παραίνεσιν «να περπατή τον ίσιο δρόμο, αν θέλη να πάη στον Παράδεισο». Ο άνθρωπος ηρμήνευσε την συμβουλήν κατά γράμμα και οδεύσας την ευθείαν έφθασε μετά τινας ημέρας εις λαμπρόν μοναστήριον εν τερπνοτάτω και πολυανθεί τοπίω, όπερ άμα ιδών, εν πεποιθήσει ανέκραξεν· «Α! να ο Παράδεισος!». Προσελθών δε εις τον θυρωρόν του μοναστηρίου, είπε·
Αλλά και όσοι δεν πιστεύετε τα θαύματα, αποφασίσατε να κάμητε έν ταξίδιον έως τον ιερόν Άθωνα, και άμα φθάσητε εκεί, επισκεφθήτε την μονήν του Ζωγράφου. Εκεί σώζεται η εκ των λύθρων της σφαγής του Μάρτυρος συμπαγείσα αχειροποίητος εικών του Αγίου Γεωργίου, εφ’ ής απιστών προς το παράδοξον το πάλαι αρχιερεύς, θεις την χείρα προς ψηλάφισιν επί της εικόνος, ετιμωρήθη αξίως δια την τόλμην, προσφυέντος του δακτύλου επί της εικόνος και μείναντος κολλημένου, εωσού ηναγκάσθη ν’ αποκόψη με τον δάκτυλον, να σωθή δε εν μετανοία κλαίων εν τω ναώ του Αγίου. Η εικών είναι εκεί και ο δάκτυλος μένει μετά τόσους αιώνας ορατός επ’ αυτής. (σημ. βλ. στο τέλος αναλυτικά)
Είπομεν, ότι η συγκατάβασις του Αγίου απεδείχθη χριστομίμητος, και τούτο μας ενθυμίζει την ευσεβή εκείνη φάτιν περί τινος απλοϊκού ανθρώπου, προσελθόντος ποτέ εις εξομολόγησιν και ακούσαντος παρτου πνευματικού την παραίνεσιν «να περπατή τον ίσιο δρόμο, αν θέλη να πάη στον Παράδεισο». Ο άνθρωπος ηρμήνευσε την συμβουλήν κατά γράμμα και οδεύσας την ευθείαν έφθασε μετά τινας ημέρας εις λαμπρόν μοναστήριον εν τερπνοτάτω και πολυανθεί τοπίω, όπερ άμα ιδών, εν πεποιθήσει ανέκραξεν· «Α! να ο Παράδεισος!». Προσελθών δε εις τον θυρωρόν του μοναστηρίου, είπε·
«Καθώς μου είπε ο πνευματικός επερπάτησα τον ίσιο δρόμο και έφθασα στον Παράδεισον, και τώρα που έφθασα, δεν θέλω να φύγω απ’ εδώ».
«Τι κακό έκαμε και τον κρέμασαν εκεί!». Μια των ημερών, ενώ εσκούπιζε το έδαφος του ναού, τρώγων άμα τεμάχιον άρτου. λείψανον προσφοράς ή αρτοκλασίας, ανατείνας την χείρα προς τον Εσταυρωμένον επάνω έκραξε· «Κατέβα και συ, καημένε, να σου δώσω ένα κομμάτι ψωμί να φας· σε λυπούμαι να σ’ έχουν νηστικόν, τόσον καιρόν εκεί κρεμασμένον!».
Ο άνθρωπος ήτο αμαθής και απλοϊκός εις άκρον, και δεν υπώπτευεν ότι εβλασφήμει τοιαύτα λέγων·ωμοίαζε με τον άλλον εκείνον, όστις είχε συνηθίσει να λέγη προσευχόμενος·
«Κύριε, μη μ’ ελεής!», καλή τη πίστει νομίζων, ότι η φράσις αύτη εσήμαινε· «Κύριε, ελέησον με».
Εν τούτοις, ο Δεσπότης Χριστός, προσθέτει η παράδοσις, συγκατέβη προς την απλότητα του ανθρώπου εκείνου, και κατήλθε, φρικτόν ειπείν, ολόσωμος εκ του Σταυρού, κι εδέχθη τεμάχιον άρτου από των αθώων χειρών του πλάσματός του, καθώς άλλοτε είχε συνδειπνήσει με τους μαθητάς, μετά την Ανάστασιν, παρά την όχθην της Τιβεριάδος!
Ομοίως και ο Άγιος Γεώργιος συγκατέβη προς την απλοϊκήν επίκλησιν του παιδός, του δισκοβολούντος με άλλους ομήλικάς του μακράν του ναού του, εν τινι παραλίω πόλει της Ανατολής. Ο παις είχεν ανακράξει·
«Άη μου Γιώργη, βοήθα με να νικήσω, κι εγώ να σου φέρω ένα καλό σφουγγάτο».
Και άμα τη ευχή, ήρχισε να κερδίζη συνεχώς, εωσού κατεθριάμβευσε των αντιπαιζόντων. Τότε τρέξας εις την οικίαν, εφρόντισε να παρασκευασθή παχύ σφουγγάτον με πολλά αυγά, όπερ επί πινακίου κομίσας εις τον ναόν απέθηκεν αχνίζον προ της εικόνος του Αγίου.
Μόλις εξήλθεν ο παις και εις ναύτης εισελθών να κολλήση κηρίον και να ασπασθή την εικόνα του Αγίου, είδε το σφουγγάτον αχνιστόν, και είπε προς εαυτόν·
«Ο Άγιος Γεώργιος δεν τρώγει σφουγγάτον, πλην ας το φάγω εγώ, και εις αποζημίωσιν φέρω μεγάλην λαμπάδα».
Και τούτο ειπών κατεβρόχθισε ζεστόν-καυτόν το σφουγγάτον. Αλλ’ όταν εστράφη να εξέλθη, οι πόδες του εκόλλησαν δις και τρις εις τας πλάκας του εδάφους του ναού, εωσού εννοήσας το θαύμα, ηναγκάσθη, όπως απαλλαγή, να τάξη μέγα τάξιμον εις τον Άγιον. Και απερχόμενος δεν ηδυνήθη να μη αναφωνήση· «Άγιε Γεώργιε, ακριβά πωλείς τα σφουγγάτα σου!».
Κι εμένα, Άη μου Γιώργη, να μου συγχωρήσης το ευτελές και σχεδόν παιγνιώδες τούτον αρθρίδιον, συγκαταβαίνων εις την αδυναμίαν μου, καθώς συγκατέβης εις την απλοϊκότητα του παδίου παίζοντος τις αμάδες. Θεώρησόν με ως παιδίον τας φρένας, καίτοι άνδρα την ηλικίαν. Κι εγώ, όταν ήμην παιδίον, έπαιζα εγγύς του πενιχρού αλλ’ ευώδους ναίσκου σου παρά την θίνα της θαλάσσης, όπου ουδέν πλοίον δύναται να καθελκυσθή εκ του ναυπηγείου ή να εκπλεύση εκ του λιμένος, χωρίς να κλίνη την πρώραν προς τον ναίσκον σου να προσκυνήση, όπου οι στάχυες ριπιζόμενοι υπό βορεινής ριπής κλίνουσιν όλοι τα κορυφάς περιβάλλοντες ολόγυρα τον ιερόν ναόν σου, ως ικέται επαιτούντες τας ευλογίας σου, και όπου πελωρία η γηραιά ελαία νεύει τους κλώνας προς την γην, μη τολμώσα ν’ ανατείνη προς την ιεράν στέγην, όπου επισκιάζει η χάρις σου.
Κι εμένα, Άη μ’ Γιώργη μ’ (επίτρεψόν μοι να σ’ εποκαλεσθώ με πλεονασμούς και με αποκοπάς ως νησιώτης εκ της βορειοανατολικής Ελλάδος), να μου συγχωρήσης την ανάμιξιν ταύτην του ιερού κι του βεβήλου, την συνθηκολογίαν ταύτην, τον νεωτερισμόν τούτον, αφού οι σημερινοί Έλληνες σου, οι απόγονοι εκείνων ους τοσάκις ευηργέτησες, αν τολμήσω να μεταγράψω ενταύθα εκ των αυθεντικών βιβλίων, τους υπερανθρώπους αγώνας, τα μικρά βασανιστήρια όσα υπέστης, σταγόνα προς σταγόνα σπείσας εις τον Σωτήρα Χριστόν το πολύτιμον αίμα σου, είναι ικανοί να κατακραυγάσωσι λέγοντες· «Τι παραμύθια μας διηγείται αυτός!». Και οι σοφοί εξ αυτών δεν το έχουν διά τίποτε να είπουν, ότι είσαι ο Περσεύς ή ο Ηρακλής μετημφιεσμένος!
Και οι εκλεκτοί εν αυτοίς μόνον δια χειρονομίας ή δια νεύματος θα συγκαταβώσι να διαμαρτυρηθώσι κατά των “αναχρονισμών” τούτων. Και οι όσιοι...α! οι πλείστοι των σημερινών οσίων, των επισήμων και μακροχειρίδων οσίων της Ελλάδος μας, αν ερωτηθώσι να είπωσι, προς φωτισμόν του ποιμνίου, πότε ήκμασες, θα δυσκολευθώσι ν’ απαντήσωσιν αν εμαρτύρησες επί Διοκλητιανού ή επί Δεκίου, αν υπήρξες προ Χριστού ή μετά Χριστόν!
Αφού το έχουν ως εντροπήν των το ν’ αναγινώσκωσι κάποτε επ’ εκκλησίας τους βίους και τα μαρτύρια των αγίων! Τι χρειάζονται αυτά; Δεν είναι προτομότερον ν’ αναγινώσκωνται εν τη ώρα του Κοινωνικού, αι διακηρύξεις των δημάρχων, των εφόρων, και των επάρχων, περί φόρου οικοδομών, περί δηλώσεως των σικυώνων και περί...εκλογών;
Δείτε: Η πολιτική στα έργα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Αλλ' είθε ν’ ανατείλη ταχύτερον, Άη μου Γιώργη, η ευλογητή εκείνη ημέρα της αναστάσεως του Γένους και έθνος τοσούτον έχον περικείμενον νέφος μαρτύρων, τοσούτους μετά σου πρέσβεις προς Θεόν, εκ του αίματός του και εκ των σπλάχνων του, δεν μέλλει ποτέ να εγκαταλειφθή υπό του Θεού των πατέρων του. Είθε ν’ ανατείλη η ημέρα εκείνη, ως τάχιστα, λεβέντη μου αστραπόμορφε και πρώτε καβαλάρη, Αη μου Γιώργη, είθε!
Δείτε το αφιέρωμα: Ο Άγιος Γεώργιος και το τραγούδι «ο Δράκοντας κι ο Άϊ-Γιώργης»
Ο Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας και Τροπαιοφόρος εορτάζει στις 23 Απριλίου. Εάν όμως η εορτή πέσει πριν το Πάσχα, τότε εορτάζει την επόμενη μέρα του Πάσχα (Δευτέρα της Διακαινησίμου).
Λογοτεχνική / Ψυχολογική Ανάλυση του «Αϊ μου Γιώργη!» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1892)
Το κείμενο είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά «σχεδιάσματα» του Παπαδιαμάντη: δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ακρόπολις στις 23 Απριλίου 1892, ανήμερα του Αγίου Γεωργίου. Δεν είναι διήγημα, αλλά εορταστικό χρονικό-δοκίμιο, γραμμένο με την ευφάνταστη, πολυεπίπεδη γραφή που χαρακτηρίζει τον «Άγιο των ελληνικών γραμμάτων». Συνδυάζει λειτουργική μεγαλοπρέπεια, λαϊκή ποίηση, ιστορική μνήμη, σατιρική οξύτητα και προσωπική προσευχή. Είναι, με λίγα λόγια, ένας ύμνος στην ελληνική ψυχή που ταυτόχρονα την μαστιγώνει.
1. Λογοτεχνική ανάλυση: Η τέχνη της συγκατάβασης
Κυκλική λειτουργική του λόγου
Το κείμενο ακολουθεί μια σχεδόν λειτουργική ροή: ξεκινά με το «Ανέτειλε το έαρ· δεύτε ευφρανθώμεν!» (παραλλαγή του Πασχαλίου ύμνου), περνά στον θρύλο του Δράκου, στην λαϊκή λατρεία, στα θαύματα, στην προσωπική ανάμνηση του συγγραφέα από τη Σκιάθο και καταλήγει σε μια προσευχή-επίκληση. Είναι σαν να τελεί ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης μια «θεία λειτουργία» του λόγου: από το ιερό στο βέβηλο και πάλι πίσω στο ιερό. Η κυκλικότητα αυτή δεν είναι τυχαία· αντανακλά την αέναη επανάληψη της ελληνικής πίστης μέσα στον χρόνο.
Γλώσσα: Το θαύμα του υβριδικού λόγου
Ο Παπαδιαμάντης κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα: παντρεύει την καθαρεύουσα της Εκκλησίας με τον δημώδη στίχο του λαού. Στην αρχή: «Εξέλαμψεν η Ανάστασις Χριστού· δεύτε ευφρανθώμεν!» (υψηλή, λειτουργική γλώσσα).
Στο μέσον: «Αϊ μου Γιώργη αρματολέ και πρώτε καβαλάρη…» (δημοτικό τραγούδι, επική απλότητα).
Στο τέλος: «Άη μου Γιώργη μ’ (επίτρεψόν μοι να σ’ εποκαλεσθώ με πλεονασμούς και με αποκοπάς ως νησιώτης…)» – ο συγγραφέας μιλάει σαν νησιώτικο παιδί, με τρυφερότητα και αυτοσαρκασμό.
Αυτή η γλωσσική «συγκατάβαση» είναι η μεγαλύτερη λογοτεχνική επιτυχία του κειμένου. Ο Παπαδιαμάντης δεν εξιδανικεύει μόνο τον Άγιο· εξιδανικεύει και την ίδια τη γλώσσα του λαού του.
Θεματική πυκνότητα
Συγκατάβαση: Κεντρική λέξη. Ο Άγιος συγκαταβαίνει στον απλό άνθρωπο (το παιδί με το σφουγγάτο, ο αμαθής μοναχός), όπως ο Χριστός συγκατέβη στον άνθρωπο. Ο Παπαδιαμάντης ζητάει την ίδια συγκατάβαση για το «ευτελές και σχεδόν παιγνιώδες» άρθρο του.
Δράκος vs Λεβέντης: Ο δράκος δεν είναι μόνο μυθικός. Είναι συμβολικός: «ο κόσμος αυτός… δεν είναι το αληθές θηρίον;» Η πραγματικότητα γίνεται δράκος, η Ιστορία γίνεται δράκος, η πολιτική γίνεται δράκος.
Ελληνισμός και Χριστιανισμός: Ο Άγιος Γεώργιος είναι «ελληνοπρεπέστατος»· είναι Περσέας και Ηρακλής μαζί, αλλά και μεγαλομάρτυρας. Ο Παπαδιαμάντης αρνείται τον διαχωρισμό «αρχαίο – βυζαντινό».
Σατιρική ματιά
Το πιο οξύ μέρος είναι η κριτική στους «σημερινούς Έλληνες»: διανοούμενους που βλέπουν τον Άγιο ως «Περσέα μετημφιεσμένο», κληρικούς που προτιμούν τις δηλώσεις φόρου και τις εκλογές αντί των βίων των Αγίων, και τον λαό που έχει κάνει τις εκλογές «μόνη επί εβδομήκοντα έτη ασχολία». Η σάτιρα είναι βαριά, αλλά όχι κυνική· είναι θλιμμένη. Ο συγγραφέας δεν μισεί· πονάει.
2. Ψυχολογική ανάλυση: Η ψυχή ενός νοσταλγού πιστού
Ο Παπαδιαμάντης ως «παιδί τας φρένας»
Το παιδί που έκρυβε ο Παπαδιαμάντης
Ο ίδιος αυτοπροσδιορίζεται: «Θεώρησόν με ως παιδίον τας φρένας, καίτοι άνδρα την ηλικίαν». Αυτή η δήλωση δεν είναι απλώς ταπεινοφροσύνη. Είναι βαθιά ψυχολογική ανάγκη: ο συγγραφέας, 41 ετών το 1892, επιστρέφει νοερά στο παιδικό του ναΐδριο στη Σκιάθο, δίπλα στη θάλασσα, όπου «ουδέν πλοίον δύναται να καθελκυσθή… χωρίς να κλίνη την πρώραν». Η παιδική αθωότητα είναι το καταφύγιό του απέναντι στην «ενηλικίωση» της νεοελληνικής πραγματικότητας (πολιτική, εκλογές, υλισμός).
Νοσταλγία και μελαγχολία
- Ο δράκος μέσα μας
Το κείμενο είναι διαποτισμένο από μια ήπια, γλυκιά μελαγχολία. Ο Παπαδιαμάντης βλέπει την Ελλάδα του 1892 να «τρώει» τον εαυτό της (ο δράκος = εσωτερικός και εξωτερικός εχθρός). Το «πέρυσι» (1891) που αναφέρει δεν είναι συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός μόνο· είναι συμβολικό της εθνικής «μοιραίας εκβάσεως» που ο λαός δεν απέφυγε επειδή δεν επέστρεψε στον Άγιο. Η απογοήτευση για την πολιτική (οι «εκλογαί» ως νέα ειδωλολατρία) είναι ταυτόχρονα αυτοκριτική: κι εγώ, λέει, είμαι μέρος αυτού του λαού.
Η ψυχολογία του απλού πιστού
Μέσα από τα δύο θαύματα που αφηγείται (το σφουγγάτο του παιδιού και η εικόνα του Ζωγράφου) και το ανέκδοτο του αμαθούς μοναχού, ο Παπαδιαμάντης υπερασπίζεται την «απλοϊκότητα» ως υπέρτατη μορφή πίστης. Ψυχολογικά, αυτό είναι η προβολή της δικής του ανάγκης για καθαρή, άδολη σχέση με το θείο. Ο διανοούμενος Παπαδιαμάντης ζηλεύει τον απλό ναυτικό ή τον χωρικό που «δεν υπώπτευεν ότι εβλασφήμει». Η πίστη για εκείνον δεν είναι θεολογία· είναι σχέση αγάπης και συγκατάβασης.
Εθνική ψυχανάλυση
Ο Άγιος Γεώργιος λειτουργεί ως αρχέτυπο του «λεβέντη αστραπόμορφου» που σώζει την κόρη (την πατρίδα). Ο δράκος είναι κάθε μορφή καταπίεσης: Τουρκία, οικονομική χρεοκοπία που ερχόταν, πολιτική διαφθορά, αλλά και ο ίδιος ο «σύγχρονος κόσμος». Ο Παπαδιαμάντης βλέπει τον ελληνικό λαό ταυτόχρονα ως θύμα και ως υπαίτιο: θύμα του δράκου, αλλά υπαίτιο επειδή δεν επικαλείται τον σωτήρα του.
Συμπέρασμα: Ένα κείμενο-προσευχή
Το «Αϊ μου Γιώργη!» δεν είναι απλώς ένα εορταστικό άρθρο. Είναι η διαθήκη ενός συγγραφέα που βλέπει την Ελλάδα να χάνει την ψυχή της και την καλεί να ξαναβρεί τον «πρώτο καβαλάρη».
Μέσα από τη λογοτεχνική του δεινότητα και την ψυχολογική του ευαισθησία, ο Παπαδιαμάντης καταφέρνει κάτι σπάνιο: να μιλήσει ταυτόχρονα στο μυαλό, στην καρδιά και στην ψυχή του αναγνώστη.
Συγκεκριμένα αποσπάσματα με ερμηνεία
Απόσπασμα 1
«Αϊ μου Γιώργη αρματολέ και πρώτε καβαλάρη, / αρματωμένε με σπαθί και με χρυσό κοντάρι…»
Ερμηνεία: Εδώ ο Παπαδιαμάντης περνάει αβίαστα από την υψηλή λειτουργική γλώσσα στο δημοτικό τραγούδι. Ο Άγιος δεν είναι απλώς μάρτυρας· είναι λεβέντης, ελληνικός ήρωας, Περσέας και Ηρακλής μαζί. Η ποίηση του λαού γίνεται ιερό κείμενο.
Απόσπασμα 2
«Α! είναι κρίμα, ότι οι Έλληνες δεν τον επεκαλέσθησαν πέρυσι, πριν ή λάβη μοιραίαν έκβασιν περίστασις παραπλησία!...»
Ερμηνεία: Πολύ σκληρή πολιτική νύξη (1891-1892). Ο δράκος δεν είναι μόνο μυθικός. Είναι η ίδια η ιστορική στιγμή που ζει η Ελλάδα. Ο Παπαδιαμάντης πονάει που ο λαός δεν ζήτησε βοήθεια από τον προστάτη του.
Απόσπασμα 3
«Τι λέγει το ιερόν Βιβλίον; Κι αβί βε αμί ναδζαβούνι, β’ Αδωνάι α-σπένι (Ο πατήρ μου και η μήτηρ μου εγκατέλιπόν με, ο δε Κύριος προσελάβετό με).»
Ερμηνεία: Ψυχολογικά κορυφαίο. Ο Παπαδιαμάντης δείχνει ότι ο Άγιος Γεώργιος (και ο ίδιος) βρίσκουν στον Θεό την πατρική/μητρική στοργή που λείπει από τον επίγειο κόσμο. Είναι η βαθιά μοναξιά του συγγραφέα που μιλάει.
Απόσπασμα 4
«Θεώρησόν με ως παιδίον τας φρένας, καίτοι άνδρα την ηλικίαν.»
Ερμηνεία: Η πιο συγκινητική αυτοπαρουσίαση του Παπαδιαμάντη. Στα 41 του ζητάει από τον Άγιο να τον δει όπως ήταν μικρός, όταν έπαιζε δίπλα στο ναΐδρι στη Σκιάθο. Είναι η νοσταλγία για την αθωότητα και η άρνηση της «ενηλικίωσης» της εποχής.
Απόσπασμα 5
«Άγιε Γεώργιε, ακριβά πωλείς τα σφουγγάτα σου!»
Ερμηνεία: Το πιο χαριτωμένο και ταυτόχρονα βαθύ θαύμα. Ο Παπαδιαμάντης υπερασπίζεται την «παιδική» πίστη ενάντια στους «σοφούς» που την περιφρονούν. Ο Άγιος συγκαταβαίνει ακόμα και στο πιο απλό, υλικό αίτημα – όπως ο Χριστός έφαγε με τους μαθητές του μετά την Ανάσταση.
✠ Ο Άγιος Γεώργιος προστάτης της Ιεράς Μονής Ζωγράφου που αναφέρει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Την 23η Απριλίου (6η Μαΐου), εορτή του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, στο Άγιον Όρος πανηγυρίζουν οι Ιερές Μονές Ζωγράφου και Ξενοφώντος.
Η πανήγυρις αρχίζει από την προηγούμενη ημέρα με τον μικρό εσπερινό και συνεχίζεται με την αγρυπνία. Με το τέλος της αγρυπνίας αρχίζει η θεία Λειτουργία και στη συνέχεια η τράπεζα της αγάπης όπου παρακάθονται όλοι οι προσκυνητές.
Η πανήγυρις αρχίζει από την προηγούμενη ημέρα με τον μικρό εσπερινό και συνεχίζεται με την αγρυπνία. Με το τέλος της αγρυπνίας αρχίζει η θεία Λειτουργία και στη συνέχεια η τράπεζα της αγάπης όπου παρακάθονται όλοι οι προσκυνητές.
Στην Ιερά Μονή Ζωγράφου υπάρχουν τρεις Θαυματουργές εικόνες του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.
Η πρώτη που βρίσκεται στον ανατολικό κίονα του δεξιού χορού, αποδίδεται στους τρεις αυταδέλφους ιδρυτές της Μονής, τον Μωυσή, τον Ααρών και τον Ιωάννη.
Όπως αναφέρει η παράδοση, αφού άρχισαν το κτίσιμο του Ναού, ετοίμασαν μια σανίδα και σκεπτόταν ποιόν Άγιο να ιστορήσουν, που θα ήταν και ο πολιούχος του μοναστηριού.
Αφού επικαλέσθηκαν την Θεία αντίληψη, τοποθέτησαν τη σανίδα στο Ναό. Επιστρέφοντας την επόμενη μέρα βρήκαν απεικονισμένη την αχειροποίητη εικόνα του Αγίου Γεωργίου. Τότε έκτισαν τη Μονή, το 919, και την ονόμασαν του Ζωγράφου, από την εικόνα που βρέθηκε ζωγραφισμένη.
Στο αριστερό πτερύγιο της ρινός του Αγίου Γεωργίου και σήμερα ακόμη φαίνεται προσκολλημένο μικρό τμήμα δακτύλου κάποιου ολιγόπιστου Επισκόπου της Ιερισσού, αποκοπέν από το χέρι του, όταν περιοδεύων αποπειράθηκε να δοκιμάσει το αχειροποίητο της εικόνας με το δάκτυλό του.Φέρει δε η εικόνα επένδυμα αργυρότευκτο με πολλά κοσμήματα και αναθήματα, κατασκευασθέν στην Πετρούπολη το 1837, με δαπάνη του Μητροπολίτη Σεραφείμ.
Δευτέρα εικόνα είναι η εξ Αραβίας ελθούσα, η οποία βρίσκεται στον ανατολικό κίονα του αριστερού χορού και της οποίας ο αργυρότευκτος επενδύτης έγινε το 1822.
Επειδή ο πώλος στάθηκε στον λόφο που βρίσκεται δυτικά της Μονής Ζωγράφου, όπου και εξέπνευσε, η εικόνα παρελήφθη από τους Ζωγραφίτες οι οποίοι στο σημείο εκείνο έκτισαν Ναό του Αγίου Γεωργίου και κελλιά για μοναχούς.
Η δε τρίτη εικόνα του Αγίου Γεωργίου, ευρισκομένη στο τέρμα του κέρατος του αριστερού χορού, σε εικονοστάσιο, ανήκε στον Ηγούμενο της Μολδαβίας Στέφανο το 1456. Είναι δε και αυτή περιβεβλημένη με αργυρό επένδυμα, επιχρυσωμένο, που κατασκευάστηκε το 1838.in English: St. George, the Protector of the Holy
Monasteries of Zographou and Xenophontos
Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης
Museum of Byzantine Culture Thessaloniki
Την παράσταση πλαισιώνουν δευτερεύοντα εικονίδια στις γωνίες, επάνω δεξιά ο Χριστός που ευλογεί τον μεγαλομάρτυρα Γεώργιο, πριν τον στεφανώσει και αριστερά η αγία Μαρίνα δεόμενη με σταυρό στο χέρι, ενώ χαμηλά αντίστοιχα ο άγιος που χτυπά τη γη και αναβλύζει νερό, και ο αποκεφαλισμός του.
Η χαλκογραφία είναι μία από τις πρώτες που έγιναν στον Άθω στα τέλη του 18ου αιώνα, για να ακολουθήσει η σταδιακά ογκούμενη παραγωγή τους από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.
Περισσότερα: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άγιον Όρος
Βίντεο Άγιον Όρος Ιερά Μονή Παντοκράτορος: «Ιστορία και τα Ιερά Προσκυνήματα του Αγίου Όρους». Παραγωγή: МИР ПРИКЛЮЧЕНИЙ «Μιρ Πρικλιουτσένιι», 2018. Η Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Ζωγράφου ή βουλγάρικο (βουλγαρικά: Зографски манастир) είναι μία εκ των είκοσι μονών του Αγίου Όρους και κατατάσσεται ένατη (9η) στην ιεραρχική τάξη των Αγιορείτικων Μονών.
Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά και περί το μέσον κατά πλάτος της Αθωνικής χερσονήσου. Βρίσκεται σε μια κοιλάδα και περιβάλλεται από πυκνό δάσος. Στο καθολικό βρίσκεται η αχειροποίητη εικόνα του Αγίου Γεωργίου, και στην αυλή το μνημείο των 26 ζωγράφων μαρτύρων. Οι λειτουργίες γίνονται στη Βουλγάρικη γλώσσα.





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου