6 Ιουν 2020

Ψυχοσάββατο: Αυτή είναι η αιώνιος ζωή... Όταν σε θυμάται ο Θεός

Annunciation, painting by Piryankov Ventsislav 

Αυτή είναι η αιώνιος ζωή... (π. Λίβυος

Μια και αύριο είναι ψυχοσάββατο σκέφτηκα να πούμε λίγα πράγματα για αυτή την περίφημη «μετά θάνατον ζωή». Σίγουρα για να μιλήσω γι' αυτά τα θέματα θα ήταν σωστό να χρησιμοποιήσω αγιογραφικά και πατερικά χωρία, ορολογίες και έννοιες. Όμως αυτά δεν είναι για το facebook και θα βαρύνει πολύ το κλίμα. Γι’ αυτό θα σας πω την ουσία της Ορθόδοξης Χριστιανικής διδασκαλίας περί του θέματος, αποφεύγοντας βαριές έννοιες και αναλύσεις.

· Να ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής, ότι η αιώνιος ζωή δεν είναι μια αφηρημένη αθανασία της ψυχής αλλά γνωριμία, συνάντηση, μετοχή και εμπειρία του ίδιου του Χριστού, «αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας ᾿Ιησοῦν Χριστόν..». Δηλαδή είναι κατά χάριν(δώρο) μέθεξης της Δόξας του Θεού. Ένα δώρο του Θεού στον άνθρωπο.

· Ο άνθρωπος δεν είναι φύση αθάνατος διότι τότε θα ήταν Θεός, είναι όμως κατά χάριν αθάνατος. Ο Θεός θέλει να μην πεθάνει, να μην γυρίσει στο μηδέν. Και τα χαρίσματα του Θεού είναι αμετάκλητα. Δεν τα παίρνει δηλαδή πίσω.

· Ο θάνατος δεν είναι θέλημα Θεού. Γι' αυτό και η σωτηρία μας είναι προαποφασισμένη προ της δημιουργίας των αιώνων, δηλ. του χώρου, του χρόνου και κόσμου. Σε εμάς μένει μονάχα να αποδεχτούμε αυτή την σωτηρία στο πρόσωπο του Χριστού.

· Η «μετά θάνατον» ζωή δεν είναι μια άλλη ζωή, αλλά η συνέχεια αυτής. Αυτό είναι σημαντικό να το κατανοήσουμε διότι μόνο έτσι θα συνειδητοποιήσουμε πόσο αξία έχει η παρούσα φάση ζωής. Στο σήμερα κτίζουμε το αύριο, στο παρόν το αιώνιο.

· Αυτό που είμαστε σε αυτή την ζωή, αυτό αποτυπώνεται στην ψυχή μας. Το αποτύπωμα της παρούσας φάσης θα πάρουμε στην επόμενη μετά θάνατο πραγματικότητα. Δεν μπορείς εδώ να ζεις στο σκοτάδι της κακίας και μετά να πας στο φως της Αγάπης.
Δείτε: Τί μπορούμε να κάνουμε για τους κεκοιμημένους; - π. Σεραφείμ Ρόουζ
· Όλοι θα μετέχουμε της Χάριτος του Θεού. Όλοι θα ενωθούμε με την αρχή και ουσία της ύπαρξης μας που είναι ο Χριστός. Θα κολυμπάμε μέσα στην δόξα Του, στο υπέρλαμπρος φως Του. Αλλά δεν θα γευόμαστε όλοι με τον ίδιο τρόπο αυτή την ένωση.

· Η κόλαση και ο παράδεισος δεν είναι τόπος με καζάνια και φωτιές. Αυτά είναι ποιητικές και συμβολικές περιγραφές. Είναι κατάσταση της ύπαρξης. Οπότε δεν είναι τόπος αλλά τρόπος.

· Δεν θα είναι αιώνιος μόνο ο παράδεισος αλλά και η κόλαση. Και οι κολασμένοι θα μετέχουν της αιωνιότητας και της δόξας του Θεού αλλά ως οδύνη.

· Η κόλαση δεν θα είναι τιμωρία του Θεού αλλά αυτοεξορία του ανθρώπου.

· Για να γευτείς την αιώνια κόλαση πρέπει να το θες πάρα πολύ. Γιατί ο Θεός, δεν θέλει να χαθεί κανείς από την δόξα της Βασιλείας Του. Θέλει όλοι να σωθούν και κάνει τα πάντα γι’ αυτό. Την κόλαση θα την βιώσουν μονάχα εκείνοι που το θέλουν. Γιατί ο Θεός όμως λέει ο Άγιος Μάξιμος Ομολογητής δεν κολάζει τον άνθρωπο. Δεν μπορεί η αγαθότητα του να κολάσει κανέναν εκτός από εκείνους που δεν θέλουν να ζήσουν μαζί Του. Δηλαδή στην πραγματικότητα εμείς κολάζουμε τους ίδιους τους εαυτούς μας, ποτέ ο Θεός.

· Οι ψυχές των ανθρώπων που έχουν φύγει από την παρούσα φάση ζωής, προγεύονται την δόξα του Θεού είτε ως χαρά είτε ως οδύνη ανάλογα την πνευματική τους κατάσταση. Περιμένουν την τελική κρίση, την κοινή Ανάσταση κατά την οποία θα γίνει και πάλι η ένωσης τους με τα σώματα. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, πιστεύει στην Ανάσταση των σωμάτων και όχι μόνο των ψυχών. Δεν υπάρχει άνθρωπος δίχως σώμα γιατί τότε μιλάμε για φάντασμα αλλά ούτε σώμα δίχως ψυχή γιατί τότε έχουμε πτώμα. Και τα δυο μαζί ενωμένα είναι ο άνθρωπος. Αυτό θα γίνει στο τέλος της ιστορίας όταν τα πάντα θα γίνουν Χριστός. Τα πάντα και οι πάντες θα ενωθούν στο φως του αναστημένου και δοξασμένου Σώματος Του. Δηλαδή αυτό που εξ αρχής πριν καν δημιούργησε ο Θεός το κόσμο είχε αποφασίσει.

Όταν σε θυμάται ο Θεός…

Νίκολα Σάριτς-Nikola Sarić is a Serbian German painter
painter Nikola Sarić (Νίκολα-Σάριτς) is a Serbian German

Ψυχοσάββατο και η εκκλησία προσεύχεται για τις ψυχές των ανθρώπων που έχουν φύγει από την παρούσα φάση ζωής. Έχουν φύγει στην απέναντι όχθη. Δεν έχουν πάει σε μια άλλη ζωή. Η ζωή είναι μια. Μια φορά, άπαξ ερχόμαστε «εκ του μη είναι εις το είναι». Αυτή όμως η ζωή θέλησε ο Θεός να μην γνωρίζει τέλος. Η αιωνιότητα και αθανασία στον άνθρωπο είναι δώρο Θεού και όχι φυσική ιδιότητα. Ο άνθρωπος ως κτίσμα είναι φθαρτός και θνητός. Ο Θεός όμως θέλησε να γίνει αιώνιος. Κι αυτό το σχέδιο Του, ολοκληρώθηκε με την Ανάσταση του Χριστού. Πλέον μένει η τελευταία πράξη, κατά την οποία θα αναστηθούν τα σώματα μας, θα ενωθούν με τις ψυχές μας και θα ζήσουμε αιώνια στην δόξα της Βασιλείας του Θεού.

Γι’ αυτό προσεύχεται η εκκλησία την ημέρα των «ψυχών», τα Ψυχοσάββατα, για να γίνει αιωνία η μνήμη μας. Δεκάδες φορές θα ακούσουμε στην νεκρώσιμη παννυχίδα και στο τρισάγιο την φράση «αιωνία η μνήμη αυτών». Τι σημαίνει άραγε; Μήπως απλά να μας θυμούνται οι άνθρωποι; Φτάνει μια βιολογική μνήμη για να είμαστε αιώνιοι; Μήπως να μας κουβαλάνε στην καρδιά τους; Αρκεί μιας συναισθηματική θύμηση ώστε να μην πεθάνουμε ποτέ; Ή μήπως να υπάρχουμε μέσα από τα έργα μας, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες ; Όλες αυτές οι μορφές μνήμης έχουμε μέσα τους τον θάνατο. Το να με θυμούνται οι άνθρωποι δεν με κάνει αθάνατο, αλλά με βυθίζει στην θνητότητα. Κάθε ανθρώπινη μνήμη και συναίσθημα, κάθε ανθρώπινη ιστορία, καταλήγει στο θάνατο.

Οπότε το ερώτημα παραμένει, γιατί η εκκλησία επικαλείται την αιωνιότητα ως μνήμη; Γιατί επαναλαμβάνει μονότονα «αιωνία η μνήμη αυτών»; Διότι όταν η εκκλησία όταν αναφέρεται στην μνήμη δεν μιλάει για εικόνες του παρελθόντος αλλά για την αλήθεια του μέλλοντος. Μνήμη στην θεολογία της εκκλησίας δεν είναι η ανάσταση του χθες αλλά η πραγματικότητα του αύριο. Γι’ αυτό κι ακούμε διαρκώς ως αέναη προσευχή στο κατ’ εξοχήν Μυστήριο της Εκκλησίας, την Θεία Ευχαριστία, «Πάντων ημών μνησθήει Κύριος ο Θεός εν τη Βασιλεία Αυτού πάντοτε, νυν κι αεί και εις τους αιώνας. Αμήν». Ζητάμε να μας θυμηθεί όλους ο Θεός. Διότι μονάχα ότι θυμάται ο Θεός έχει ζωή αιώνιο. Η μνήμη του Θεού είναι αιωνιότητα. Ο Θεός μας κάλεσε στην ζωή. Μας έφερε από το μηδέν στην ύπαρξη. Υπάρχουμε μέσα Του, είμαστε στην μνήμη Του, με το όνομα και το πρόσωπο μας. Η μνήμη του Θεού δεν είναι όπως η ανθρώπινη, ηθική(κριτήρια καλού και κακού), συναισθηματική(αγάπη ή μίσος), κοινωνική(επιφανής ή άσημος), αλλά οντολογική.

Όταν λέμε ότι ο Θεός μας θυμάται και υπάρχουμε στην μνήμη του σημαίνει ότι ζούμε αιώνια. Αναφέρει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, «όταν προσευχόμαστε στην Εκκλησία να είναι «αιωνία η μνήμη» κάποιου, δεν εννοούμε να επιβιώσει το πρόσωπο αυτό στην δική μας ανθρώπινη μνήμη, γιατί αυτό θα είχε μικρή σημασία, αφού η ανθρώπινη μνήμη, ως κτιστή, παρέρχεται. Εννοούμε την επιβίωση του προσώπου αυτού στην μνήμη του Θεού. Μόνο ότι και όποιος υπάρχει στην σκέψη του Θεού, υπάρχει όντως…».

Γι’ αυτό ας μην σταματάμε να προσευχόμαστε για τους ανθρώπους που έφυγαν από την παρούσα φάση ζωής και να ζητάμε να μείνουν στην μνήμη του Θεού. Η προσευχή για τους κεκοιμημένους δεν βοηθάει μονάχα εκείνους, αλλά κι εμάς που προσευχόμαστε. Μαλακώνει την καρδιά μας, την γεμίζει συμπόνοια και έλεος, την ανοίγει στην χάρι του Αγίου Πνεύματος. 

Έλεγε ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, «όταν σταμάτησα να κλαίω για τους νεκρούς, έχασα αυτόματα τα δάκρυα μου για τον εαυτό μου» και συνεχίζει «θα ήθελα, αν μπορούσα, να βγάλω από το Άδη όλους όσοι βρίσκονται εκεί και τότε μόνο θα εύρισκε η ψυχή μου ανάπαυση και αγαλλίαση». Ιδιαιτέρως η προσευχή για τους κεκοιμημένους ανθρώπους μας, πρέπει να γίνεται μέσα στην Θεία Ευχαριστία, εκεί που κάθε μνημονευμένη μερίδα, εικονίζοντας την κάθε ξεχωριστή ανθρώπινη υπόσταση, ενώνεται με τον Αίμα, την θυσία και την Ανάσταση του Χριστού μας, «Κύριε, θυμήσου μας στην Βασιλεία Σου».
Περισσότεραπ. Λίβυος
Ψυχοσάββατο: Να μην ξεχάσω… 


Ψυχοσάββατο. Μέρα ξεχασμένη για τους πολλούς του κόσμου. Ο θάνατος είναι άλλωστε... για τη νοοτροπία της εποχής μας το τέρμα. Οι κεκοιμημένοι μας πονούν, αλλά πρέπει να ζήσουμε. Να προχωρήσουμε.

Και το μνημόσυνο είναι μόνο ατομική υπόθεση. Όταν συμπληρώνονται οι μέρες, οι σαράντα, ο χρόνος, θυμόμαστε. Πάμε στο ναό. Έρχονται και όσοι μας αγαπούν και όσοι αγαπούσαν τον κεκοιμημένο.

Και φτάνει. Γιατί άραγε όλοι μαζί, να έχουμε δύο ημέρες το χρόνο στις οποίες να θυμόμαστε πάντας τους κεκοιμημένους. Έτσι δεόμεθα υπέρ μακαρίας μνήμης και αιωνίου αναπαύσεως πάντων των απ” αιώνος κεκοιμημένων ορθοδόξων χριστιανών, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, μοναχών, γονέων, προγονέων, πάππων, προπάππων, διδασκάλων, αναδόχων ημών εν τη πίστει…

Κι όμως. Στο ψυχοχάρτι του Σαββάτου των Απόκρεω, πριν την Κυριακή της ανάμνησης ότι θα έρθει η τελευταία Κρίση, όπως και το Σάββατο πριν την Πεντηκοστή, πριν την Κυριακή του ξεκινήματος της παρουσίας της Εκκλησίας στον κόσμο, αποτυπώνεται όχι μόνο η μνήμη, αλλά και η ελπίδα. Μνήμη ότι οι αγαπημένοι μας ουκ απέθανον αλλά κοιμώνται.

Μνήμη ότι η αγάπη δεν νικήθηκε από το θάνατο. Ότι μπορεί ένα κομμάτι μας να έφυγε μαζί του, να τάφηκε στο χώμα, κι όχι μόνο από όσους γνωρίσαμε, αλλά και από όλους όσους έζησαν πολύ πριν από εμάς, απ' αιώνος, όμως τίποτε δεν τελείωσε.

Επειδή Χριστός Ανέστη ο θάνατος εσκυλεύθη. Επειδή Χριστός Ανέστη θα βρεθούμε ξανά με όλους όσους προηγήθηκαν. Κοντά στον Θεό των πνευμάτων και πάσης σαρκός. Εν τόπω φωτεινώ και χλοερώ και αναψύξεως.
Διαβάστε: Ψυχοσάββατο: Η ορθόδοξη «Μέρα των Νεκρών» και η κοινωνική σημασία της
Και δεν θα είναι η συνάντησή μας μόνο εν πνεύματι. Δικό μας και δικό τους. Θα έρθει η ώρα που το σώμα τους και το δικό μας θα βγούνε από τις κρύπτες του θανάτου. Και θα ενωθεί η συμφυΐα, σε έναν τρόπο αιώνιο και χωρίς μετατροπή. Όπου ο έσχατος εχθρός θα καταργηθεί. Και θα είναι η ύπαρξη συνάντηση με το Φως και την γλυκύτητα της ωραιότητος του προσώπου του Χριστού και των Αγίων Του.

Η Εκκλησία που δεν θα είναι μόνο μια πρόσκληση ένταξης στο σώμα του Χριστού, αλλά το ίδιο το Σώμα από το οποίο δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε.

Προγευόμαστε αυτή την χαρά να είμαστε μέλη του Σώματος κάθε φορά που τελούμε την Θεία Λειτουργία.

Αυτήν στην οποία πιστεύουμε και ζούμε το διαρκές παρόν της Βασιλείας του Θεού. Της συνάντησης ζώντων και κεκοιμημένων, αγίων και αμαρτωλών, μελίσματος και μη διαίρεσης, βρώσεως και μη δαπανήσεως εν τω Χριστώ. Μόνο που τα δύο αυτά Σάββατα νιώθουμε τους κεκοιμημένους πιο κοντά μας. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς που έχουμε να θυμόμαστε.

Αλλά όλο το σώμα του Χριστού. Και η μνημόνευση των ονομάτων, μακρόσυρτη υπό τον ήχο του «Κύριε ελέησον», μας υπενθυμίζει ότι η αγάπη δεν είναι μόνο για τους οικείους και συγγενείς, αλλά για όλους που εν Χριστώ γίνονται οι κατεξοχήν οικείοι μας. Οι αδελφοί μας.

Ας βρεθούμε το απόγευμα της Παρασκευής και το πρωί του Σαββάτου στο ναό της γειτονιάς μας. Μεγαλύτεροι και μικρότεροι. Πρέπει να ζήσουμε, αυτό είναι δεδομένο. Έτσι κι αλλιώς ο θάνατος για μας δεν είναι τέρμα, αλλά μια στάση και ένα πέρασμα, ένα Πάσχα. Τη στάση την περνάμε μόνοι μας, ακόμη κι αν έχουμε την ώρα του θανάτου κοντά μας αυτούς που μας αγαπούνε.

Ο θάνατος είναι η προσωπική μας έξοδος, στην οποία κανείς δεν μπορεί να βοηθήσει, να καταλάβει, να συντροφεύσει. Μία ροπή όμως είναι η στάση. Και μπαίνουμε στο πέρασμα της ανάστασης. Συντροφευμένοι από όσους έχουν προηγηθεί και πρωτίστως όσους αγάπησαν το Θεό και τον άνθρωπο. Κι αυτοί θα μας οδηγήσουν στο να αναγνωρίσουμε Εκείνον που θανάτω τον θάνατον επάτησε.

Ας Τον παρακαλέσουμε λοιπόν. Και των κεκοιμημένων μνημόνευσον Σωτήρ μου, εν δόξη όταν έλθης. Των δικών μας και όλων των ανθρώπων. Να συναντιόμαστε στην αγάπη Σου!
Ψυχοσάββατο: να μην ξεχάσω… να δώσω τα ονόματα των νεκρών μου στην Εκκλησία, για να μνημονευτούν.

Η ΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

Πάνε χρόνια. Παραμονή της Αναλήψεως: “Εμείς, παπά, μου είπαν οι ενορίτες τη γιορτή της Αναλήψεως λειτουργούμε στο νεκροταφείο. Γιατί οι ψυχές, που βγαίνουν τη Μ. Πέμπτη, ξαναγυρίζουν στον κάτω κόσμο τη μέρα της Αναλήψεως...”.

-«Αν έχει καλό καιρό, τους είπα, θα πάμε στο νεκροταφείο. Ειδάλλως θα λειτουργήσουμε στον ενοριακό ναό. Γιατί με τη βροχή η μετακίνηση θα είναι δύσκολη..».

Κάποια ώρα, μετά τα μεσάνυχτα, ξύπνησα. Το όνειρο, που είχα δει ήταν διαυγέστατο: Έκανα την προσκομιδή στον κεντρικό ναό και μνημόνευα ονόματα. Μέσα στο ιερό ήταν πλήθος ανθρώπων, που περίμεναν να τους μνημονεύσω. Πίσω μου ακριβώς ήταν κάποιος συχωρεμένος συγγενής μου, που ποτέ δεν μνημόνευα. Ήταν άνθρωπος αυταρχικός. Αλλά τώρα στεκόταν μπροστά μου, όπως ένας στρατιώτης απέναντι σε έναν αξιωματικό. Του μίλησα επιτιμητικά και τον έδιωξα. Κι εκείνος, χωρίς να πει λέξη έφυγε απ’ τη βορινή πύλη του ιερού.

Το όνειρο, σκέφτηκα, μου λέει ότι αύριο θα βρέχει. Και ότι θα λειτουργήσω στον ενοριακό ναό. Και πραγματικά έτσι έγινε. Και βέβαια αυτή τη φορά μνημόνευσα το συγγενή μου. Όπως κάνω και κάθε φορά, που λειτουργώ και για κάθε άλλον, που θυμάμαι. Γιατί το όνειρο μου είπε κι αυτό: Ότι, δηλαδή, κατά την ώρα της προσκομιδής και της θείας λειτουργίας, είναι πολλοί, που αόρατοι περιμένουν. Και είναι πολύ άσχημο να τους αγνοούμε και να τους διώχνουμε. Πολύ περισσότερο άσχημο απ’ όσο, αν κάποιος ερχόταν στο σπίτι μας κι εμείς δεν τον προσκαλούσαμε να καθίσει στο τραπέζι μας.


Περισσότερα: Θάνατος / Ψυχοσάββατο

Σχετικά θέματα:

Δεν υπάρχουν σχόλια: