10 Απρ 2021

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε' Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως


Ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε'
Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως

Πώς μας θωρείς ακίνητος; Πού τρέχει ο λογισμός σου,
τα φτερωτά σου τα όνειρα; Γιατί στο μέτωπό σου
να μη φυτρώνουν, γέροντα, τόσες χρυσές αχτίδες,
όσες μάς δίδ’ η όψη σου παρηγοριές κι ελπίδες;

Γιατί στα ουράνια χείλη σου να μη γλυκοχαράζει,
πατέρα, ένα χαμόγελο; Γιατί να μη σπαράζει
μέσα στα στήθη σου η καρδιά, και πώς στο βλέφαρό σου
ούτ’ ένα δάκρυ επρόβαλε, ούτ’ έλαμψε το φως σου;
Ολόγυρά σου τα βουνά κι οι λόγγοι στολισμένοι

το λυτρωτή τους χαιρετούν. Η θάλασσ’ αγριωμένη
από μακρά σ’ εγνώρισε και μ’ αφρισμένο στόμα
φιλεί, πατέρα μου γλυκέ, το ελεύθερο το χώμα,
που σε κρατεί στα σπλάχνα του. Θυμάται την ημέρα,
οπού κι αυτή στον κόρφο της σαν τρυφερή μητέρα,

πατέρα μου, σ’ εδέχτηκε. Θυμάται στο λαιμό σου
το ματωμένο το σχοινί, και στ’ άγιο πρόσωπό σου
τ’ άτιμα τα ραπίσματα… το βόγκο… τη λαχτάρα
του κόσμου την ποδοβολή… Θυμάται την αντάρα
την πέτρα που σου εκρέμασαν… τη γύμνια του νεκρού σου

το φοβερό το ανάβρασμα του καταποντισμού σου
Δεν ελησμόνησε τη γη που σὄγινε πατρίδα,
ούτε το χέρι που εύσπλαχνο μ’ ολόχρυση χλαμύδα
τη σάρκα σου εσαβάνωσε τη θαλασσοδαρμένη,
όταν, πατέρα μου, άκαρδοι, γονατισμέν’ οι ξένοι

το αίμα σου έγλειφαν κρυφά στα νύχτα του φονιά σου*
Τώρα σε βλέπει γίγαντα, πατέρα, η θάλασσά σου
Το λείψανό σου το φτωχό, το ποδοπατημένο,
τ’ ανάστησε η αγάπη μας κι εδώ μαρμαρωμένο
θα στέκει ολόρθο, ακλόνητο κι αιώνιο θε να ζήσει,

να ’ναι φοβέρα αδιάκοπη σ’ Ανατολή και Δύση
Πενήντα χρόνοι επέρασαν σα να ’τανε μια μέρα!
Για σας οπού είσθε αθάνατοι φεύγουν γλυκιές, πατέρα
πετούν οι ώρες άμετρες στου τάφου το λιμάνι
Για μας… και μόνη μια στιγμή αρκεί να μας μαράνει

Πενήντα χρόνοι επέρασαν κι ακόμ’ η ανατριχίλα
βαθιά μάς βόσκει την καρδιά… Με τα χλωρά τα φύλλα
ανθοβολεί κι ο τάφος σου και στο μνημόσυνό σου
υψώνεται στον ουρανό το νεκρολίβανό σου
με των ανθών τη μυρωδιά και με το καρδιοχτύπι

του κόσμου που εζωντάνεψες Γέροντα τί σου λείπει;
Πώς μας θωρείς ακίνητος; Πού τρέχει ο λογισμός σου;
Ποιός είν’ ο πόθος σου ο κρυφός και ποιό το μυστικό σου;
Είχαν ξυπνήσει ανέλπιστα οι νεκρωμένοι δούλοι
κι από το γερο-Δούναβη ώς τ’ άγριο Κακοσούλι

έβραζε γη και θάλασσα… Σεισμός, φωτιά, τρομάρα,
σπαθί και ψυχομάχημα και δάκρυ και κατάρα
Εβρόντουν κι άστραφταν παντού τα κλέφτικα λημέρια
Γοργά του Χάρου εθέριζαν τ’ αχόρταγα τα χέρια,
κι ήτον ο πόλεμος χαρά· τα φονικά, παιχνίδια

Μεμιάς θολώνουν του Όλυμπου τα χιονισμένα φρύδια
και μαύρα νέφη απλώνονται στου Κίσσαβου τη ράχη
Ανατριχιάζουν τα κλαριά και τα νερά κι οι βράχοι
μένουν παράλυτα, νεκρά, σα να ’χε διαπεράσει
κρυφό μαχαίρι αυτήν τη γη κι εσκότωσε την πλάση

Είχε προβάλει από μακρά πουλί κυνηγημένο
σα σύγνεφο με το βοριά και μαυροφορεμένο,
σκοτίδιασε τον ουρανό με τα πλατιά φτερά του,
και με φωνή που εξέσχιζε σκληρά τα σωθικά του,
ερέκαξε κι εβρόντησε… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!

Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός. Κρεμούν τον Πατριάρχη!»
Του μυστικού διαλαλητή πέφτει στη γη, στο κύμα
το φλογερό το μήνυμα κι από ένα τέτοιο κρίμα
εφύτρωσε άσβεστη φωτιά και με τη δύναμή σου
εθέριεψε, εζωντάνεψε τ’ άτιμο το σχοινί σου

κι έγινε φίδι φτερωτό στον κόρφο του φονιά σου
Καλόγερε, πώς δεν ξυπνάς να ιδείς τα θαύματά σου;
Αναστυλώνεται ο Μοριάς… Η Ρούμελη μουγκρίζει
Ιδρώνουν αίμα τα βουνά, το δάκρυ πλημμυρίζει
Παντού παράπονο βαθύ κι αλαλαγμοί και θρήνοι

Διαβαίνει μαύρ’ η άνοιξη… Τα ρόδα μας, οι κρίνοι
λησμονημένοι τήκονται, και τα πουλιά σκιασμένα
αφήνουν έρμη τη φωλιά και φεύγουνε στα ξένα
Στου Γερμανού το μέτωπο κρυφά γλυκοχαράζει
του Γένους το ξημέρωμα. Πάσα ματιά του σφάζει

Διωγμέν’ από τον Κάλαμο, με την ψυχή στο στόμα,
χιλιάδες γυναικόπαιδα δε βρίσκουν φούχτα χώμα
να μείνουν ακυνήγητα… Κι ο Χάρος δεκατίζει
Ρυάζεται ο Βάλτος, σα θεριό τη χαίτη του ανεμίζει
Φλόγα παντού και σίδερο δε θ’ απομείνει λώθρα

Στην Κιάφα νεκρανάσταση στου Πέτα καταβόθρα
Πέτρα δε μένει ασάλευτη κλαρί χωρίς κρεμάλα
Ερμιά και ξεθεμέλιωμα στην Τρίπολη, στου Λάλα
Κι όταν το χέρι εχόρταινε κι έπεφτε στομωμένο
να ξανασάνει το σπαθί στη θήκη αποσταμένο,

εφώναζε ο αντίλαλος «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!
Απ’ άκρη σ’ άκρη ο χαλασμός… Κρεμούν τον Πατριάρχη!».
Φριμάζουν τα Καλάβρυτα… Καπνίζει το Ζητούνι
κι η Μάνη η ανυπόταχτη τεντώνει το ρουθούνι
σαν το καθάριο τ’ άλογο, να μυρισθεί τ’ αγέρι

που, ταχυδρόμος τ’ ουρανού, με τα φτερά του φέρει
του Διάκου τη σπιθοβολή και την αναλαμπή του
Ο γιος τ’ Ανδρούτσου στη Γραβιά στυλώνει το κορμί του
κι επάνω του, σα να ’τανε θεόχτιστο κοτρόνι,
συντρίβεται η Αρβανιτιά με τον Ομέρ Βριόνη

Φεγγοβολούν τα πέλαγα στην Τένεδο, στη Σάμο
και κάθε κύμα πὄρχεται να ξαπλωθεί στον άμμο
ξερνώντας αίμα και φωτιά, φωνάζει «Πολεμάρχοι!
Εκδίκηση άσπλαχνη παντού Κρεμούν τον Πατριάρχη!»
Το Σούλι το ανυπόμονο ψηλά στο Καρπενήσι

του Μπότσαρή του την ψυχή για να σε προσκυνήσει
σου στέλλει αιματοστάλαχτη… Στον τάφο του κλεισμένο
το Μισολόγγι σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,
δεν παραδίδει τ’ άρματα, δε γέρνει το κεφάλι…
Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη,

το ράσο του Δεσπότη του φορεί για σάβανό του,
και φλογερό μετέωρο πετά στον ουρανό του
και θάφτεται ολοζώντανο… Στο διάβα του τρομάζουν
τ’ αστέρια που το κοίταζαν, και ταπεινά μεριάζουν
Κλαρί δεν φαίνεται χλωρό και το στερνό χορτάρι

πὄμενε ακόμα πράσινο, τ’ αράπικο ποδάρι
το μάρανε, το σκότωσε… Χορτάσαν οι κοράκοι
Στη Ράχωβα, στο Δίστομο με τον Καραϊσκάκη
αδελφωμένο πολεμά της Λιάκουρας το χιόνι
Θερίζει τ’ άσπλαχνο σπαθί κι ο πάγος σαβανώνει

Πλαταίνει πάντα η ερημιά και το σχοινί σου σφίγγει
του λύκου μας του εφτάψυχου τ’ αχόρταγο λαρύγγι
Ο κόσμος ανταριάζεται… Και τα σκυλόδοντά του
ξεριζωμένα πνίγονται με τα ρυασίματά του
στου Ναβαρίνου τα νερά… και φεύγει… Ανάθεμά τον!

Εσκόρπισαν τα σύγνεφα με τ’ αστραπόβροντά των
και κούφια απέμεινε η βοή του μαύρου καταρράχτη
Μ’ αυτά… μ’ αυτά τα κόκαλα, τα τρίμματα, τη στάχτη
εχτίσαμε, πατέρα μου, τη φτωχική φωλιά μας,
κι εκείθ’ εφύτρωσε η μυρτιά και τα δαφνόκλαρά μας

π’ ανθοβολούν τριγύρω σου… Γιατί τα δάχτυλά σου,
ακίνητα, δεν ευλογούν τα μαύρα τα παιδιά σου;
Στ’ ανδρειωμένα σπλάχνα σου, μακρ’ από την Ελλάδα
ερίζωσε τόσο βαθιά του Χάρου η φαρμακάδα,
π’ ούτε του Ρήγα η συντροφιά, καλόγερε, δε φθάνει

τα σφραγισμένα χείλη σου ν’ ανοίξει, να γλυκάνει;*
Ούτε το φως το ακοίμητο, που στο πλευρό σου χύνει
αυτό μας το περήφανο, το φλογερό καμίνι;*
Ούτε τα δέντρα, τα πουλιά, τα πράσινα χορτάρια
Ούτε τα Βασιλόπουλα, του Θρόνου μας βλαστάρια,

που θα ’ρχονται να χαιρετούν του ποιητή τη λύρα,
και να ρωτούν πώς έγινε το ράσο σου πορφύρα;
Τί θέλεις, γέροντ’, από μας;… Δε νιώθεις μια ματιά σου
πόσες θα εφλόγιζε καρδιές, κι από τα σωθικά σου
πόση θα εβλάστανε ζωή;… Πώς δεν ξυπνάς, πατέρα;

Δε φέγγει μες στο μνήμά σου ούτε μια τέτοια μέρα;
Το μάρμαρο μένει βουβό… Και θε να μείνει ακόμα
ποιός ξέρει ώς πότ’ αμίλητο το νεκρικό του στόμα
Κοιμάται κι ονειρεύεται… Και τότε θα ξυπνήσει,
όταν στα δάση, στα βουνά, στα πέλαγα, βροντήσει

το φοβερό μας κήρυγμα… «Χτυπάτε, πολεμάρχοι!
Μη λησμονείτε το σχοινί, παιδιά, του Πατριάρχη!»

[1872*]

Σχολιάζει το ποίημα του ο ίδιος ο ποιητής:

Το Ελληνικόν Έθνος, κατά την απέραντον και ζοφεράν νύκτα της δουλείας, ου μόνον διετήρησεν ακμαίαν την περί αναγεννήσεως και πλήρους αυτού αποκαταστάσεως πίστιν του, αλλά διέσωσεν αλώβητον και την ιδέαν της ενότητός του.

Η Ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία υπήρξε προπάντων η ιερά κιβωτός, ένθα προσέφυγε και θαυμασίως διεσώθη από της πλημμύρας των αλλοφύλων το αίσθημα της Εθνότητος. Επειδή δε ορατή κεφαλή της Εκκλησίας ταύτης υπήρχεν ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, επόμενον ήτο να θεωρήται ούτος ως πατήρ και ως ηγέτης της φυλής απάσης.

Κατά την έναρξιν του ιερού αγώνος κατείχε τον Πατριαρχικόν θρόνον Γρηγόριος ο Ε΄, όστις ως ανώτατος πνευματικός Άρχων των απανταχού Ελλήνων, εκράτει ανά χείρας πάντα τα μυστηριώδη νήματα της μεγάλης Ελληνικής συνωμοσίας και διετέλει εν πλήρη γνώσει των ακαταπαύστων και ακατανοήτων εκείνων ενεργειών, δι’ ών οι Φιλικοί ωργάνιζον και προπαρασκεύαζον την επανάστασιν.

Δοθέντος του συνθήματος και μόλις κροτήσαντος του πρώτου πυροβόλου, η Οθωμανική αρχή θέλουσα δι’ ενός φοβερού κτυπήματος ή να καρατομήση αμέσως τον αγώνα ή να εμπνεύση εις τους πρωταθλητάς αυτού τοιούτον τρόμον ώστε να παραλύση την πρώτην ακατάσχετον ορμήν του, ανενδοιάστως συνέλαβε κατά την ημέραν της Αναστάσεως τον Πατριάρχην, και μετά μυρίας ηθικάς και φυσικάς βασάνους απηγχόνισεν αυτόν επί παρουσία των μεγάλων Χριστιανικών της Ευρώπης Δυνάμεων, ποταπώς τότε και ανάνδρως περιποιούμενων τον ηγεμονεύοντα Μαχμούτ, λάθρα δε υποδαυλιζουσών ίσως και την καθ΄ ημών λύσσαν του.

Το ιερόν λείψανον του μεγάλου της Ελλάδος εθνομάρτυρος έμεινε τρεις όλας ημέρας κρεμάμενον επί της αγχόνης, ύστερον δε παρεδόθη εις χείρας του μαινομένου όχλου των δημίων, και διασυρθέν καθ’ όλας τας ρύμας και τας αγυιάς του Βυζαντίου, ως τι θνησιμαίον ανάξιον ενταφιασμού ερρίφθη εις τα βάθη του Βοσπόρου. Αλλ’ ο Θεός ο Ύψιστος παρέλαβεν αυτό εκ των κόλπων της θαλάσσης και το διεπιστεύθη εις χείρας της ορθοδόξου της Ρωσσίας, ήτις απέδωκεν αυτώ τιμάς αυτοκρατορικάς και λατρείαν ανάλογον προς τον τερατώδη όγκον του διαπραχθέντος στυγερού κακουργήματος και της υψηλής θέσεως, ήν κατείχεν εν των πληρώματι της Εκκλησίας ο απαγχονισθείς Ποιμενάρχης.

Ως αληθή και πραγματικόν άρχοντα του Ελληνικού Έθνους εθεώρησε λοιπόν τότε η Οθωμανική αρχή τον αοίδιμον Πατριάρχην, και εκ της πεποιθήσεως ταύτης ορμωμένη, εφαντάσθη ότι, αποκοπτομένης της κεφαλής, νεκρά θα κατέπιπτον και τα λοιπά μέλη του εθνικού οργανισμού. Αι δε τελεσθείσαι ανοσιουργίαι επί του μαρτυρικού λειψάνου ουδέν άλλο εσήμαινον ει μη κολαφισμούς και ύβρεις κατά του προσώπου της Ελλάδος.

Η εντύπωσις, ήν παρήγαγεν επί της ψυχής των μαχομένων Ελλήνων η απάγχόνισις του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, υπήρξε τρομερά. Έπεσαν καταγής από των χειρών των γενναιοτέρων πολεμιστών παράλυτα τα όπλα και θρήνος μέγας και κοπετός απερίγραπτος εξερράγη από των σπλάχνων του Ελληνισμού. Αλλ’ ευθύς μετά ταύτα άσβεστος δίψα εκδικήσεως και η κοινή συναίσθησις, ότι η μεγάλη και αγία ψυχή του Γρηγορίου είχε κατοικήσει εν τη καρδία των υπέρ πίστεως και πατρίδος μαχομένων, ανεζωογόνησε τον αγώνα και έδωκεν εις αυτόν χαρακτήρα ωρισμένον και αμετάτρεπτον. Ιδού διατί εν τω επομένω στιχουργήματι τα σπουδαιότερα άθλα της επαναστάσεως και η ακαταμάχητος καρτερία του γένους εν ταις συμφοραίς παρίστανται ως ακτίνες φωτοβόλοι, εκπεμπόμεναι από της αγχόνης του μεγαλομάρτυρος Πατριάρχου ως από μυστηριώδους και ακοιμήτου φλογός.

Αλλά μετά την κατάρτισην του Ελληνικού Βασιλείου (κρίμασιν οις οίδε Κύριος!) η ψυχή του Ελληνισμού, ως αν ήθελεν απροσδοκήτως απολιθωθή, έμεινεν αδρανής. Ο όρκος των Φιλικών ελησμονήθη και κατ’ ολίγον εσβέσθη η εκ του μαρτυρίου του Πατριάρχου προκύψασα εντύπωσις και ο εξ αυτής γεννηθείς εν τη καρδία του Έθνους πόθος αιωνίας εκδικήσεως.

Του απαισίου τούτου ψυχικού ληθάργου πιστήν εκπροσώπευσιν εθεώρησα τον ανδριάντα του αοιδίμου Γρηγορίου, αλλά συνάμα εξέλαβον αυτόν και ως σύμβολον μελλούσης αναστάσεως. Ηθέλησα δε πιστώς υπείκων εις τας δοξασίας μου να διακηρύξω και πάλιν, ότι ούτε η απελευθέρωσις μικράς τινος γωνίας της Ελληνικής γης, ούτε αι καλλοναί της πρωτεούσης, ούτε τα θυμιάματα ημών των μεταγενεστέρων, δύνανται να εξυπνήσωσι την κοιμωμένην ψυχήν του Ελληνισμού, και ότι μόνον διά των αυτών εκείνων ενεργειών και παθημάτων, δι’ ών πέπρωται να προκόπτη πας αγών αφορών εις την πλήρη αποκατάστασιν μιας φυλής, θα κατορθώσωμεν και ημείς ν’ ανακτήσωμεν την κληρονομίαν των πατέρων μας.

Αυτή είναι η κυρία ιδέα η απ’ αρχής μέχρι τέλους εμπνέουσα το στιχούργημά μου.

Προσκληθείς υπό του πρυτάνεως του Εθνικού Πανεπιστημίου Κυρίου Καστόρχη, του και συντελέσαντος μεγάλως διά των ακαμάτων αυτού προσπαθειών εις την ανακομιδήν του ιερού λειψάνου, να προσφωνήσω διά στιχουργήματος τον ανδριάντα, ον εδωρήσατο ημίν ο ακραιφνής πατριωτισμός του ημετέρου Αβέρωφ, ομολογώ ότι εδίστασα ν’ αποδεχθώ ου μόνον διότι μ’ εφόβιζεν η ευρύτης και το ύψος του θέματος, αλλά και διότι, κακή τύχη, ιδέαι τινές, και τοι φιλοστόργως διαθρέψασαι το έθνος επί μακρούς αιώνας, θεωρούνται σήμερον ως ληρήματα κενά και ως καπνοί ποιητικοί, εξερχόμενοι του εγκεφάλου ολίγων φαντασιοκόπων, ή πηγάζοντες εκ των κερδοσκοπικών διαθέσεων πολιτικών ραδιούργων.

Άλλως τε και πώς να περικλείση τις το μεγαλείον μιας αποθεώσεως και την δόξαν πολυετούς αγώνος εντός του στενωτάτου χώρου ενός ύμνου, ή ενός διθυράμβου;

Και όμως εδέχθην την τιμήν και το βάρος τοιαύτης προσφωνήσεως εν τη πεποιθήσει ότι, δοξασίαι τινές πρέπει να εκδηλώνονται και να διακηρύσσωνται πολύ περισσότερον όταν διώκωνται και χλευάζωνται, παρ’ όταν, μεταβαλλόμεναι εις κοινήν πεποίθησιν και εις καθολικήν πίστιν, ουδεμίαν έχωσιν ανάγκην υποστηρίξεως.

Την υψηλήν ταύτην εντολήν έχει και σήμερον η Ελληνική ποίησις, θέλει δε εκπληρώσει αυτήν μένουσα πιστώς προσκεκολλημένη εις τας αρχαίας εθνικάς παραδόσεις, και μετά θρησκευτικής αφοσιώσεως αναμιμνήσκουσα πάντοτε εις όσους θέλουσι να την ακούσωσιν, ότι αφέθη ατελείωτον το έργον των πατέρων μας και ότι πρέπει να συμπληρωθή.

Εν Αθήναις, τη 25 Μαρτίου 1872.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

Διαβάστε ► Αφιερωματική βιογραφία: Άγιος Γρηγόριος ο Ε' ο κορυφαίος των νεομαρτύρων, Κυριακή του Πάσχα 10 Απριλίου 1821

Περί του ποιήματος του Α. Βαλαωρίτη: «Ο ανδριάς του
αοιδήμου Γρηγορίου του Ε' Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως»


Την 1η Φεβρουαρίου του 1872 η Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου με επιστολή που έστειλε στον Α. Βαλαωρίτη, ζητούσε από τον ποιητή να γράψει ποίημα για τον Πατριάρχη Γρηγόριο Ε', το οποίο θα εκφωνούσε ο ίδιος την 25η Μαρτίου, στα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα που είχε στηθεί προς τιμήν του, μπροστά από το Πανεπιστήμιο, κατασκευή Γ. Φυτάλη, με την συνδρομή του εθνικού ευεργέτη Γ. Αβέρωφ.

Συγκεκριμένα η επιστολή, με υπογραφή του Πρύτανη Ε. Καστόρχη, ανέφερε μεταξύ άλλων: «...κρίνομεν αναγκαίον να παρακαλέσωμεν υμάς, κύριε Βαλαωρίτη, όπως δια της ηδυεπούς και εθνικωτάτης υμών γλώσσης προσαγορεύσητε τον ανδριάντα του αθανάτου τούτου τέκνου της νεωτέρας Ελλάδος...»

Ο εθνικός μας ποιητής αποδέχθηκε την πρόταση του Πανεπιστημίου και στην απαντητική του επιστολή, 10 Φεβρουαρίου 1872, περιελάμβανε τα εξής: «Καίτοι συναισθανόμενος την αδυναμίαν μου... αποδέχομαι μετά βαθυτάτης συγκινήσεως την υψηλήν εντολήν, ην ευηρεστήθητε να μοι διαπιστευθήτε...»

Έτσι ο ποιητής μας επιδόθηκε στην συγγραφή του γνωστού ποιήματος «ο ανδριάς του αοιδίμου Γρηγορίου του Ε' Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως».

Ο Βαλαωρίτης υπήρξε υπέρμαχος της καθιέρωσης της δημοτικής γλώσσας στην ποίηση και θεωρούσε τον «λογωτατισμό» αιτία του μαρασμού της ποίησης στην Ελλάδα εκείνη την εποχή. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ποίημά του αυτό αποτελεί την επίσημη καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην εθνική ποίηση. Σχετικά με το θέμα αυτό, σε επιστολή του προς τον Εμμανουήλ Ροϊδη – 3η Νοέμβρη 1877 – αναφέρει: «...Η τυραννία αυτή του Λογιωτατισμού έπνιξε την ποίησιν εν Ελλάδι και εχρειάσθει μεγάλη υπομονή, μέχρις ου ίδη τις την Σύγκλητον του Εθνικού Πανδιδακτηρίου, προσκαλούσαν έναν κηρυγμένον αντάρτην, ένα αδιόρθωτον και παρήκοον χωριάτην ποιητήν, εμέ, δια να του αναθέση την εξύμνησιν του Πατριάρχου Γρηγορίου, δεχομένη εκ των προτέρων, την επίσημον εν τη περιπτώσει ταύτη καθιέρωσιν της δημοτικής γλώσσας εν τη εθνική ποιήσει.»

Ο ποιητής, έχοντας ετοιμάσει τον διθύραμβο για τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Αθήνα. Και σύμφωνα με ομιλία του Ακαδημαϊκού Παύλου Νιρβάνα στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» (Αθήνα 1916), την παραμονή της 25ης Μαρτίου 1872 στο σπίτι του Θ. Ορφανίδη, ο ποιητής διάβασε σε φιλικό κύκλο το ποίημά του. Ήταν δε τόσο «κυριευμένος από τον πατριωτικό και ποιητικό του ενθουσιασμό, ώστε σε μιαν ακράτητη χειρονομία, έριξε κάτω ένα πολύτιμο βάζο και το έκανε κομμάτια. Ο ποιητής δεν κατάλαβε τίποτε. Τόσος όμως ήταν και ο ενθουσιασμός που είχε ανάψει γύρω του, ώστε και κανένας άλλος δεν κατάλαβε την καταστροφή. Το σπασμένο βάζο βρίσκεται ακόμα σαν ευλαβητικό κειμήλιο στην οικογένεια Ορφανίδη. Όμως την άλλη μέρα ένα πολυτιμότερο βάζο ραγίστηκε μπροστά στο άγαλμα του Πατριάρχη. Ήταν η καρδιά του ποιητή...»

Είναι γνωστό ότι την ημέρα της απαγγελίας του ποιήματος ο Βαλαωρίτης υπέστη το πρώτο καρδιακό επεισόδιο. Για το θέμα αυτό ο ίδιος θα γράψει από τη Μαδουρή στις 29 Απριλίου 1872 στον φίλο του Α. Λασκαράτο : «….πρέπει να μη λησμονήσης ότι δια να εκφωνήσω το ποίημά μου εκείνο εις το ύπαιθρον, εμπρός εις μυριάδας ακροατών, υποκάτω από τη φλόγα του Αθηναϊκού ηλίου, με την αναπόφευκτον συγκίνησιν την οποία έπρεπε να υποφέρει η ψυχή μου, ολίγον έλειψε να αποθάνω από μίαν συγκοπήν της καρδίας…»

Και σε επιστολή του από την «Αγία Μαύρα», με ημερ/νία μετά τον Ιούλιο του 1878 και παραλήπτη φιλικό πρόσωπο στο Παρίσι, αναφέρει: «...Η εξαιρετική έξαψις υπό το κράτος της οποίας έζησα επί δύο μήνες (η περίοδος συγγραφής του ποιήματος), η νευρική κόπωσις της απαγγελίας, η οποία διήρκεσε επί μίαν ώραν, με τόνον φωνής ικανόν να φέρει τους στίχους μου μέχρι και των πλέον απομεμακρυσμένων σημείων της πλατείας του Πανεπιστημίου, η μέθη του απροσδοκήτου θριάμβου, αι κραυγαί, οι λυγμοί, αι φρενιώδεις επευφημίαι ενός λαού ο οποίος δια πρώτην φοράν ήκουεν εις γλώσσαν την οποίαν ηδύνατο να κατανοήσει την αιματηράν ιστορίαν της εθνικής του αναγεννήσεως, όλα αυτά έδωσαν την χαριστικήν βολήν εις τα πτωχά μου νεύρα και όταν κατήλθον του βήματος, δύο ιατροί διαπίστωσαν ότι η καρδίαν μου είχε εκατόν εξήντα στίξεις το λεπτόν!»

Αλλά και κατά την επιστροφή του στη Λευκάδα ο λαός τον υποδέχθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό και οι αρχές του νησιού του απέδωσαν σπουδαίες τιμές. Σε επιστολή του με ημ/νια 7 Απριλίου 1872, προς τη σύζυγό του Ελοϊσία, που βρίσκονταν στο εξωτερικό, θα πει σχετικά με την υποδοχή του στο νησί: «Διατελώ εισέτι υπό το κράτος των βαθυτάτων και αλεπαλλήλων συγκινήσεων, αίτινες υπήρξαν το αποτέλεσμα του απεριγράπτου και όλως απροσδοκήτου ποιητικού μου θριάμβου και δεν δύναμαι να σοι εκθέσω εν εκτάσει ούτε τας τελετάς ούτε τον φανατισμόν, μεθ΄ου με υπεδέχθη επανακάμπτοντα εξ Αθηνών ο καλός καγαθός ούτος λαός της Λευκάδος.[…] Επί του ατμοκινήτου ήλθε και με παρέλαβε δια λέμβου στολισμένης με δάφνας και σημαίας επιτροπή, συγκειμένη εκ του Σ. Σταύρου, Α. Καλκάνη και Δ. Δίπλα. Εν μέσω δε των αδιακόπων πυροβολισμών και των ζητωκραυγών πλήθους λαού, απεβιβάσθην επί της προκυμαίας, ένθα είχε κατασκευαστεί επί τούτο αποβάθρα ταπητοσκέπαστος. Τότε επί βήματος δαφνοστολίστου αναβάς ο Α. Βλαντής, ως ο πρεσβύτερος του δικηγορικού συλλόγου, με προσηγόρευσεν αναγνώσας ευφραδέστατον λογύδριο. [….] Μετά το τέλος… προπορευομένης της μουσικής, εφθάσαμεν εις την πλατείαν, ένθα εύρον ανεγερμένην κομψοτάτη ασπίδα.[…] Επί του ικριώματος εκείνου ανέβην και απήγγειλα το ποίημά μου, διακοπτόμενος υπό ζητοκραυγών».

Οι εορταστικές τελετές συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα. Μετά την λειτουργία, με τη συνοδεία μουσικής, ο ποιητής οδηγήθηκε και πάλι στην πλατεία της πόλης, όπου τον περίμενε ο κλήρος, οι στρατιωτικές, δημοτικές, διοικητικές και δικαστικές αρχές του τόπου, όλοι οι δήμαρχοι και τα δημοτικά συμβούλια του νησιού, καθώς και πλήθος κατοίκων που ήρθαν από την Ακαρνανία. Εψάλλει δοξολογία και κατόπιν ο αρχιερέας, στο όνομα του λευκαδίτικου λαού, ανάρτησε στο στήθος του ποιητή «χρυσούν αριστείον». Και στη συνέχεια ο Α. Καλκάνης του πρόσφερε στο όνομα πάλι του λευκαδίτικου λαού «τον δάφνινον της ποιήσεως στέφανον».

Το αρχοντικό της οικογένειας Βαλαωρίτη στο νησάκι Μαδουρή της Λευκάδας, 1901
Το αρχοντικό της οικογένειας Βαλαωρίτη
στο νησάκι Μαδουρή της Λευκάδας, 1901

Στην ίδια επιστολή προς τη σύζυγό του συνεχίζει: «[….] Καταβάντα της αψίδος με περιέφερεν όλος εκείνος ο κόσμος καθ΄άπασαν την πόλιν μεταμορφωθείσα εις δάσος εκ δάφνης και μυρσίνης. [….] Το εσπέρας εφωταγωγήθη η πόλις λαμπρώς και εκάησαν πάμπολλα πυροτεχνήματα εγκαίρως κατασκευασθέντα εις Κέρκυραν. Ούτως έληξαν οι τελεταί της φτωχής πατρίδος μου. Και αν μου ήτο γραμμένον να ζήσω επ΄αιώνας, ουδέποτε θα λησμονήσω την εν Αθήναις τελεσθείσα πανήγυριν και την εν Λευκάδι υποδοχήν μου».

Η περίοδος στην οποία αναφερόμαστε, βρίσκονταν ακόμα πολύ κοντά στο έπος του ΄21 και τα μεγαλόδοξα εδαφικά όνειρα για το μέλλον της φυλής. Η πύρινη ανάσα της επανάστασης έκαιγε ακόμα κάθε Έλληνα. Μεγάλο μέρος της σύγχρονης Ελλάδας τελούσε ακόμα υπό οθωμανική κατοχή. Ανάμεσα στα μέρη αυτά και η Ήπειρος – τόπος καταγωγής των προγόνων του ποιητή. Ο ίδιος, απόγονος αρματολών που πολέμησαν για την εθνική ανεξαρτησία, ήταν διαποτισμένος από βαθύ πατριωτικό αίσθημα που τον συγκλόνιζε σε ολόκληρη τη ζωή του . Ήθελε την Ελλάδα μεγάλη και ενωμένη και αυτό τον έκανε θερμό υπέρμαχο της Ένωσης της Επτανήσου με την ελεύθερη Ελλάδα. Γι’ αυτό αγωνίστηκε ως Βουλευτής Λευκάδας στην Ιόνιο Βουλή και τελικά αυτός ήταν και ο συντάκτης του κειμένου της Ένωσης.

Η βαθιά συγκίνηση της ημέρας εκείνης, επιβάρυνε σημαντικά το καρδιακό νόσημα του Βαλαωρίτη , το οποίο τελικά έγινε και η αιτία του θανάτου του στις 24 Ιουλίου του 1879, σε ηλικία 55 ετών, στο νησί του, τη Μαδουρή, όπου είχε αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

ελαιογραφία του Σπυρίδονα Προσαλέντη 1879
Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γεννήθηκε (1824-1879) στη Λευκάδα το 1824, γιος του επιχειρηματία και γερουσιαστή Ιωάννη Βαλαωρίτη και της Αναστασίας το γένος Τυπάλδου Φορέστη.

Έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Λύκειο της Λευκάδας (1830-1837), κατόπιν φοίτησε στην Ιόνιο Ακαδημία στην Κέρκυρα (1838-1841) και ταξίδεψε στην Ιταλία και την ελεύθερη Ελλάδα (1841-1842).
 
Ακολούθησαν σπουδές στη Γενεύη (όπου πήρε πτυχίο προλύτη Γραμμάτων και επιστημών από το εκεί κολλέγιο), το Παρίσι (νομικά) και τέλος την Πίζα, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ νομικής στο εκεί πανεπιστήμιο. Μεσολάβησε (1846) προσβολή του από τυφώδη πυρετό και επιστροφή στη γενέτειρά του. Ακολούθησαν ταξίδια του στην Ιταλία και την Αυστρία, όπου με κίνδυνο της ζωής του πήρε μέρος σε ενέργειες υπέρ της ελληνικής απελευθέρωσης. Παράλληλα μελέτησε γερμανική φιλοσοφία και το 1847 είχε ήδη τυπώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Στιχουργήματα" στην Κέρκυρα. 

Ακολούθησε μια περίοδος περιπλάνησής του στην Ιταλία, κυρίως στη Βενετία. Εκεί πήρε μέρος σε φοιτητικές κινητοποιήσεις και γνώρισε την κόρη του Αιμιλίου Τυπάλδου Ελοϊσία, την οποία παντρεύτηκε το 1852. Από το γάμο του απέκτησε τρεις κόρες (τη Μαρία, που πέθανε το 1855 σε βρεφική ηλικία, μια δεύτερη, επίσης Μαρία, που πέθανε το 1866 και τη Ναθαλία, που πέθανε το 1875 στη Βενετία) και δύο γιους, το Νάνο και τον Αιμίλιο. 

Μετά το γάμο του ταξίδεψε στην Ευρώπη για ένα χρόνο και όταν επέστρεψε στη Λευκάδα ενίσχυσε το επαναστατικό κίνημα της Ηπείρου με άντρες και χρήματα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του τότε Άγγλου αρμοστή και να αναγκαστεί να φύγει για την Ιταλία ξανά. 

Το 1856 πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του. Το 1857 δημοσίευσε τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Μνημόσυνα", που τιμήθηκε από τον Όθωνα με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος. Την ίδια χρονιά απέκτησε το δεύτερο γιο του, τον Αιμίλιο και εξελέγη βουλευτής Λευκάδας στην Ιόνιο Βουλή, θέση την οποία κράτησε από το 1857 ως το 1864

Το 1864 επισκέφτηκε την Αθήνα μαζί με τον πρόεδρο της Ιονίου Βουλής και άλλους επιφανείς πολιτικούς και συνέταξε το σχέδιο για το ψήφισμα της Ένωσης. Η εμφάνισή του στην Εθνοσυνέλευση στέφτηκε από μεγάλη επιτυχία. Εκλέχτηκε δυο φορές βουλευτής στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου (1865 και 1868), αρνήθηκε όμως να αναλάβει υπουργικά καθήκοντα. Μετά τις εκλογές του 1868, απογοητευμένος από την πολιτική αποσύρθηκε και απομονώθηκε στη Μαδουρή, ένα μικρό νησί κοντά στη Λευκάδα. Εκεί συνέθεσε το ποίημα Διάκος και τον Αστραπόγιαννο, έργα που τύπωσε μαζί το 1867
Κατόπιν πρόσκλησης του πρύτανη του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1871 έγραψε και απήγγειλε με μεγάλη επιτυχία ένα ποίημα για τον Πατριάρχη στην αποκάλυψη του ανδριάντα του. 
Ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄ στα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών
Πέθανε το 1879. Λίγο πριν το θάνατό του έγραψε τα τρία πρώτα άσματα του "Φωτεινού", έργου που έμεινε ημιτελές λόγω του θανάτου του. Ο "Φωτεινός" εντάχθηκε στο δεύτερο συγκεντρωτικό τόμο των έργων του που εκδόθηκαν μετά το θάνατό του, το 1891

Έγραψε επίσης λίγες μεταφράσεις ("Η λίμνη" του Λαμαρτίνου, "Το τριακοστό τρίτο άσμα της Κόλασης" του Δάντη, κ.α.) και δημοσίευσε άρθρα πολιτικού και ιστορικού προβληματισμού. Στο έργο του Βαλαωρίτη συναντιέται η γλωσσική τεχνοτροπία της Επτανησιακής Σχολής με εκείνη της Αθηναϊκής. Τα ποιητικά του έργα είναι γραμμένα σε απλή γλώσσα ενώ τα πεζά του στην καθαρεύουσα. Ο επικός χαρακτήρας των έργων του, καθώς επίσης οι αγώνες του για την Πατρίδα, του χάρισαν τον τιμητικό τίτλο του εθνικού ποιητή, ενόσω ακόμη ήταν εν ζωή. Η κριτική διχάστηκε στην περίπτωση του Βαλαωρίτη και ποικίλει από την πλήρη αποδοχή (Παλαμάς, Ροΐδης, Σικελιανός) ως την πλήρη άρνηση (Πολυλάς, Πανάς, Βερναρδάκης). 

Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη βλ. "Βιοχρονογραφία του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη", στα "Τετράδια Ευθύνης", τχ. 10, 1979, Αθηνά Γεωργαντά - Γ.Π. Σαββίδης, "Αθησαύριστα κείμενα του Βαλαωρίτη ΙΙ (και άγνωστες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του)", περιοδικό "Παλίμψηστον", τχ. 3 (Ηράκλειο Κρήτης), 12/1986, Γεράσιμος Γρηγόρης, "Χρονικό του βίου και των έργων του, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης· Ο αρματολός της Λύρας 1824-1879· Βίος, Έργα, Ανθολογία, Κριτική, Εικόνες, Βιβλιογραφία", Αθήνα, Εταιρεία Λευκαδικών Μελετών, 1975, Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη, "Βαλαωρίτης Αριστοτέλης", στη "Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", τ. 3. Αθήνα, Χάρη Πάτση, [1968], Σαββίδης Γ.Π., "Ο Αρ. Βαλαωρίτης και η εποχή του, Ο "Φωτεινός" για μας σήμερα"· Εισαγωγή στον "Φωτεινό" του Βαλαωρίτη, Αθήνα, 1970 και Π[έτρος] Χ[άρης], "Αριστοτέλης Βαλαωρίτης", "Νέα Εστία" 106, ετ.ΝΓ΄, Χριστούγεννα 1979, αρ.1259, σ.4-40.

Βιβλιογραφία:
• Ποίημα και Σχόλιο: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Κοινωνία Πληροφορίας Ε.E., Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων
• Βιογραφία: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, ΕΚΕΒΙ
•  Περί του ποιήματος του Α. Βαλαωρίτη. Άπαντα Βαλαωρίτη. Ιστορικές Εκδόσεις Λογοτεχνίας Γ. Μέρμηγκας. Αθήνα. Τόμος 1, 2, 3.
Πηγή: Sophia Ntrekou.gr | Αέναη επΑνάσταση



► Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης: ἐπικολυρικὸς ποιητὴς καὶ πολιτικὸς. Ἆσμα Τρίτον: Εἰκοστὴ τρίτη Ἀπριλίου Μνήμη τοῦ ἁγίου καὶ ἐνδόξου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου

► Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης έγραψε για την ώρα του μαρτυρικού θανάτου του Κατσαντώνη

Η Φανερωμένη - του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη [24 Ιουνίου 1871]

Περισσότερα: Λογοτεχνία-Ποίηση

Δεν υπάρχουν σχόλια: