Ο όσιος Παΐσιος ένας παγκοσμιοποιημένος και παγκόσμιος άνθρωπος (video)


Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Ομότιμος 
Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Άνθρωπος παγκοσμιοποιημένος και παγκόσμιος· 
στην ιερή μνήμη του Αγίου Παϊσίου

Ο άνθρωπος δεν έγινε για να μείνει αυτό που είναι. Έγινε για να γίνει αυτό που δεν είναι. Το μεγαλείο του ανθρώπου δεν βρίσκεται στο παρόν ή στο παρελθόν του. Βρίσκεται στο μέλλον του. Η στασιμότητα στο παρόν ως ακινησία είναι ταυτόσημη με τον θάνατο. Και η κίνηση προς το παρελθόν είναι κίνηση προς το μη όν, από το οποίο κληθήκαμε με το δημιουργικό πρόσταγμα. Μόνο η κίνηση προς το μέλλον φανερώνει ζωντάνια και δυνατότητα προκοπής.

Ο χρόνος της ζωής του καθενός αποκτά νόημα και περιεχόμενο, μόνο όταν εκδιπλώνεται ως κίνηση προς εκπλήρωση του σκοπού της υπάρξεώς του· του σκοπού για τον οποίο δημιουργήθηκε. Και ο σκοπός αυτός είναι να γίνει αυτό που δεν είναι. Εικονίζει τον Θεό και καλείται να γίνει όμοιός του. Να γίνει θεός κατά χάρη.

Παραταύτα όλες σχεδόν οι επιστημονικές έρευνες για τον άνθρωπο και τον κόσμο είναι στραμμένες συνήθως στο παρελθόν· στον αρχάνθρωπο και στις πρώτες στιγμές της δημιουργίας του κόσμου: Πώς ήταν αρχικά ο άνθρωπος; Ποια εξέλιξη είχε; Ποιες ήταν οι συνθήκες της ζωής του; Πώς έφτασε στην σημερινή του κατάσταση; Πώς εμφανίστηκε ο κόσμος; Ποια ήταν η αρχή του σύμπαντος; Ποιες είναι οι πραγματικές του διαστάσεις κ.ο.κ.

Πλήθος ερευνητών από τα διάφορα μέρη του κόσμου εργάζονται την στιγμή αυτή στο ερευνητικό κέντρο του Cern της Ελβετίας και τεράστια ποσά ξοδεύονται, για να γνωρίσει ο άνθρωπος το παρελθόν και να προσεγγίσει η γνώση του, έστω και για μερικά πολλοστημόρια του δευτερολέπτου, πίσω, την μεγάλη έκρηξη. Και μπαίνει κάποιος στον πειρασμό να απορρήσει μαζί με τον σοφό Σωκράτη και να πει: «Τί τέλος πάντων συμβαίνει με τους ανθρώπους αυτούς; Φαντάστηκαν πώς έμαθαν όσο πρέπει τα ανθρώπινα πράγματα και επιδόθηκαν στα άλλα, ή μήπως άφησαν τα ανθρώπινα και εξετάζουν άλλα πράγματα νομίζοντας μάλιστα πως έτσι κάνουν το καθήκον τους;»[1].

Πρώτιστο καθήκον κάθε ανθρώπου είναι να προσπαθήσει να εξετάσει και να γνωρίσει τον εαυτό του. Και πρώτη συνέπεια μιας τέτοιας προσπάθειας είναι η ταπείνωση και η μετάνοια. Όταν εξετάσει κάποιος τον εαυτό του και γνωρίσει την εσωτερική του κατάσταση, όταν καταλάβει τι πραγματικά είναι και τι θα έπρεπε να είναι, είναι φυσικό να ταπεινωθεί, να μετανοήσει γι’ αυτό που είναι και να θελήσει να διορθωθεί.

Υπάρχει βέβαια και η άλλη εκδοχή· να δικαιώσει τον εαυτό του και να τον θεωρήσει σχεδόν άγιο, γιατί δεν έκανε κανένα τρανταχτό κακό στην ζωή του (δεν σκότωσε, δεν λήστεψε, δεν ατίμασε). Γι’ αυτό χρειάζεται να έχει και κάποιο μέτρο συγκρίσεως στην συνείδησή του· να ξέρει, τι είναι ο άνθρωπος. Πού έγκειται η αξία του και ποιος είναι ο σκοπός της ζωής του.

Ο Γέροντας Παΐσιος, ο μεγάλος αυτός άγιος της εποχής μας, ήδη σε προχωρημένη ηλικία σημειώνει: «Άσπρισα εξωτερικά ως Μοναχός. Μαυρίζω, όσο πάω, εσωτερικά πάλι ως Μοναχός αμελής, αλλά δικαιολογώ τον εαυτό μου ως άρρωστο, όταν τυχαίνει να είμαι άρρωστος, και άλλοτε πάλι δικαιολογούμαι ως άρρωστος, ενώ είμαι καλά, και θέλω σανίδα βρεγμένη»[2]. Εξάλλου στην Πνευματική διαθήκη του γράφει τα εξής: «Του λόγου μου, ο Μοναχός Παΐσιος, όπως εξέτασα τον εαυτό μου, είδα ότι όλες τις εντολές του Κυρίου τις παρέβην, όλες τις αμαρτίες τίς έχω κάνει. Δεν έχει σημασία, εάν ορισμένες έχουν γίνει σε μικρότερο βαθμό, διότι δεν έχω ελαφρυντικά, επειδή με έχει ευεργετήσει πολύ ο Κύριος. Εύχεσθε να με ελεήση, ο Κύριος».

Ποιο ήταν το μέτρο, με το οποίο συνέκρινε ο Γέροντας Παΐσιος τον εαυτό του; Το μέτρο αυτό, όπως γίνεται φανερό από την Πνευματική διαθήκη του, ήταν οι εντολές του Θεού. Και ποιο ήταν το Ιδανικό που είχε στον νου του; Ποιος ήταν ο άνθρωπος, που ήθελε να σμιλεύσει στην ζωή του; Το Ιδανικό του αυτό ήταν ο πραγματικός άνθρωπος. Ο άνθρωπος, όπως τον θέλησε ο Δημιουργός του· δημιούργημα «καθ’ ομοίωσίν» Του[3].

Ο άνθρωπος δεν έγινε, για να μείνει αυτό που είναι· φθαρτός και θνητός. Έγινε, για να γίνει κάτι που δεν είναι· άφθαρτος και αθάνατος. Έγινε, για να καταστεί όμοιος με τον Θεό, κτιστός θεός, θεός κατά χάρη. Ο άνθρωπος που φτάνει στην τελείωσή του, γράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, γίνεται κατά πάντα θεός, μόνο που δεν μετέχει στην θεία ουσία («πάν ει τι περ έστιν ο Θεός, χωρίς τής κατ’ ουσίαν ταυτότητος»)[4], γιατί τότε θα έπαυε ουσιαστικά να υπάρχει ο άνθρωπος και θα υπήρχε καθαρός πανθεϊσμός.

Φαίνεται όμως ότι ο άνθρωπος αποστρέφεται τον υψηλό αυτόν προορισμό. Δεν τον αναζητεί. Δεν τον ερευνά. Τον αποφεύγει. Και αποφεύγει κανείς συνήθως κάτι που το φοβάται. Όλες oι μακροχρόνιες αναζητήσεις και έρευνες του ανθρώπου στρέφονται, όπως είπαμε, στο παρελθόν, στην προϊστορία του και στην προϊστορία του κόσμου. Ιδιαίτερα μάλιστα στην σημερινή εποχή, που χαρακτηρίστηκε ως μετα-νεωτερική, φαίνεται όλα να γίνονται παρελθόν και να έχει κλείσει κάθε προοπτική πρoς το μέλλον.

Ο ίδιος ο χαρακτηρισμός της εποχής μας ως μετα-νεωτερικής φαίνεται να δηλώνει το τέλος των ιστορικών εποχών. Ποια εποχή μπορεί να νοηθεί μετά την μετα-νεωτερική; Και πολλές όμως άλλες μαρτυρίες προδίδουν την έννοια κάποιου αποκλεισμού του μέλλοντος, κάποιου τερματισμού στο παρόν, ή ακόμα περισσότερο κάποια γεύση του τέλους των πάντων. Έτσι γίνεται λόγος σήμερα για το τέλος των ιδεολογιών, το τέλος της φιλοσοφίας, το τέλος της πολιτικής, το τέλος της ιστορίας.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι βέβαια άσχετο με τις γενικότερες εμπειρίες, που έχει ο σύγχρονος άνθρωπος και με τις δυσοίωνες προοπτικές στην οικονομία, την οικολογία και σε πολλές άλλες περιοχές. Εκείνο όμως που δημιουργεί την ιδιαιτερότητα της εποχής μας είναι η φοβερή αλλοτρίωση του ανθρώπου ως προσώπου, η απογύμνωση από τον εσωτερικό του κόσμο, η αριθμοποίηση και η υπαγωγή του στις μηχανές.

Γράφει ο Γέροντας Παΐσιος: «Πλήθυναν οι μηχανές, πλήθυνε ο περισπασμός, έκαναν και τον άνθρωπο μηχανή, και τώρα οι μηχανές και τα σίδερα κάνουν κουμάντο και τον άνθρωπο. Γι αυτό έγιναν και οι καρδιές των ανθρώπων σιδερένιες. Με όλα αυτά τα μέσα που υπάρχουν, δεν καλλιεργείται η συνείδηση των ανθρώπων»[5].

Η καλλιέργεια της συνειδήσεως με γνώμονα το θέλημα του Θεού και την εφαρμογή των εντολών του, που συνοψίζονται στην διπλή εντολή της αγάπης, πλαταίνει την καρδιά του ανθρώπου έτσι, ώστε να μπορεί να αγκαλιάζει όλον τον κόσμο, ολόκληρη την κτίση· να γίνεται παγκόσμιος. Τέτοιοι ήταν οι άγιοι της Εκκλησίας μας· άνθρωποι παγκόσμιοι.

Προϋπόθεση για την παγκοσμιότητα είναι ο αφανισμός του εγωισμού, που περιορίζει τον άνθρωπο στον εαυτό του και τον απομονώνει από τον Θεό και τους συνανθρώπους του.

Ο εγωισμός κάνει τον άνθρωπο να διατηρεί τα πάντα για τον εαυτό του και να χρησιμοποιεί όλους και όλα για το συμφέρον του. Τέτοιον τύπο ανθρώπου διαμορφώνει η σύγχρονη παγκοσμιοποίηση. Αυτός είναι ο άνθρωπος της παγκοσμιοποιούμενης εποχής μας.

Τελείως αντίθετος είναι ο παγκόσμιος άνθρωπος. Αυτός ανοίγει τον εαυτό του και πλαταίνει την καρδιά του, για να χωρέσει μέσα της ολόκληρος ο κόσμος. Αφανίζει το εγώ του και το μετατρέπει σε ένα παγκόσμιο εμείς. Βλέπει τον αληθινό εαυτό του στα πρόσωπα των άλλων, και μέσα από το πρόσωπο του κάθε άλλου βλέπει το πρόσωπο του Χριστού: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε»[6].

Τέτοιος ήταν και ο Γέροντας Παΐσιος. Άνθρωπος παγκόσμιος, όπως και άλλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, που χαρακτηρίζονται από τους εκκλησιαστικούς υμνογράφους ως «Πατέρες παγκόσμιοι». Όλοι αυτοί είναι μιμητές του πρώτου παγκόσμιου ανθρώπου, του νέου Αδάμ, του Χριστού, που αποτελεί το θεμέλιο και το πρότυπο της ενότητας και της παγκοσμιότητας των ανθρώπων.

Ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης με τον καθηγητή Γεώργιο Μαντζαρίδη
Ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης με τον καθηγητή Γεώργιο Μαντζαρίδη

Ζούμε στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως. Σε μια εποχή που ισοπεδώνει τα πρόσωπα και τα αντιμετωπίζει ως παραγωγικές και καταναλωτικές μονάδες. Σε μια εποχή που διαμορφώθηκε από εντελώς διαφορετικά πολιτικά συστήματα, τα οποία όμως κατά παράδοξο, αλλά όχι και θεολογικά ανεξήγητο τρόπο, συμφωνούσαν σε κάτι· στον αφανισμό του ανθρώπου ως προσώπου. Συμφωνούσαν, και γι’ αυτό κατέληξαν από τις διαμετρικά αντίθετες αφετηρίες τους στο ίδιο αποτέλεσμα, στην παγκοσμιοποίηση. Ήταν βέβαια αδύνατο να προσεγγίσει και πολύ περισσότερο να καταλήξει οποιοδήποτε από τα συστήματα αυτά στην παγκοσμιότητα.

Η παγκοσμιότητα προωθείται και πραγματοποιείται με την παρουσία παγκοσμίων ανθρώπων· με πρόσωπα που καλλιεργούν ταπεινό φρόνημα, αφανίζουν τον εγωισμό τους και αγκαλιάζουν με αγάπη ολόκληρο τον κόσμο. Τέλειος άνθρωπος είναι ο παγκόσμιος άνθρωπος. Και τέλεια κοινωνία είναι η κοινωνία που συγκροτείται με παγκόσμιους ανθρώπους.

Πώς όμως μπορούμε να φανταστούμε ή να εννοήσουμε μια τέτοια κοινωνία; Σήμερα η Βιολογία μας πληροφορεί ότι το καθένα από τα κύτταρα κάποιου οργανισμού περιέχει όλες τις πληροφορίες για την σύσταση του οργανισμού αυτού. Με άλλα λόγια το κάθε ένα από τα κύτταρα κάποιου οργανισμού περιλαμβάνει μέσα του ολόκληρο τον οργανισμό στον οποίο ανήκει και θα μπορούσε να τον αναπαραγάγει. Αυτό ισχύει για τα φυτά, τα ζώα και τον άνθρωπο. Εδώ άλλωστε στηρίζονται και οι προσπάθειες που καταβάλλονται για την κλωνοποίηση.

Η ομοιότητα όμως αυτή όλων των κυττάρων δεν τα ισοπεδώνει ούτε τα εμποδίζει να διαφοροποιούνται και να σχηματίζουν την απέραντη ποικιλία των ιστών, των οργάνων και των μελών του σώματος· το αίμα, τα σπλάχνα, τα χέρια, τα πόδια, τα μάτια κ.τ.λ. Όλα τα κύτταρα του οργανισμού μας είναι καταρχήν όμοια μεταξύ τους, αλλά και όλα διαφοροποιούνται, για να συγκροτήσουν την αρμονική ενότητα του αδιαίρετου οργανισμού μας.

Ο ανθρώπινος λοιπόν, όπως και κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός, σχηματίζεται με κύτταρα, που το καθένα περιέχει μέσα του δυνάμει ολόκληρο τον οργανισμό. Έτσι και η ανθρώπινη κοινωνία, για να έχει οργανική ενότητα, παγκοσμιότητα, πρέπει να έχει ανθρώπους, που ο καθένας τους να περιέχει μέσα του με την δύναμη της συμφωνίας και της αγάπης ολόκληρη την ανθρώπινη κοινωνία. Όταν ορισμένα κύτταρα του ανθρώπινου οργανισμού επαναστατούν και αυτονομούνται, τότε αρχίζουν να αναπτύσσονται σε βάρος του οργανισμού, μέχρι να τον καταστρέψουν και να καταστραφούν και τα ίδια (κακοήθεις όγκοι, καρκινώματα). Το ίδιο ισχύει και για την ανθρώπινη κοινωνία.

Απέναντι στην καταλυτική για τον άνθρωπο και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια παγκοσμιοποίηση που προωθείται στην εποχή μας, υπάρχει η χριστιανική παγκοσμιότητα. Η παγκοσμιότητα που καλλιέργησαν με την ταπείνωση και την αγάπη τους οι Άγιοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Η παγκοσμιότητα της καρδιάς, την οποία έζησε και πρόβαλε στα χρόνια μας ο Γέροντας Παΐσιος, που όταν ρωτήθηκε, τι λέει η καρδιά του, είπε: «Αυτό που λέει η καρδιά μου είναι, να πάρω το μαχαίρι, να την κόψω κομματάκια, να την μοιράσω στον κόσμο, και ύστερα να πεθάνω».

1. Βλ. Ξενοφώντος, Απομνημονεύματα 1,1,11-12.
2. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Επιστολές, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 62002, σ. 219.
3. Βλ.Γεν.1,26.
4. Μαξίμου Ομολογητού, Περί αποριών, PG 91,1308Β.
5. Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Α’, Με πόνο και αγάπη, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1998, σ. 143.
6. Ματθ, 25,40.
Πηγή: Περιοδική έκδοση Ιεράς Μητροπόλεως Κύκκου και Τηλλυρίας, «Ενατενίσεις», τ. 23, σελ. 12-15, Ιούλιος – Δεκέμβριος 2014

ΒΙΝΤΕΟ: Ο Ομότιμος Καθηγητής του ΑΠΘ Γεώργιος Μαντζαρίδης μιλάει σε εκδήλωση της Ενωμένης Ρωμιοσύνης προς τιμήν του οσίου Παϊσίου με θέμα: «Ο Όσιος Παΐσιος, ένας παγκόσμιος άνθρωπος». Η εκδήλωση έλαβε χώρα στη Στρατιωτική Λέσχη Θεσσαλονίκης την Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2016.


Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ – ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Μαντζαρίδης Γεώργιος Καθ. Θεολογικής Α.Π.Θ.

«Πιστεύουμε ὅτι σέ κάθε δεδομένη ἱστορική στιγ­μή ὑπάρχουν στήν Ἐκκλησία ζωντανοί μάρτυρες· ὅτι μέχρι τῆς συντελείας τῶν ἡμερῶν τοῦ κόσμου αὐτοῦ δέν θά ἐκλείψει ἀπό τήν ἀνθρωπότητα ἡ αὐθεντική Θεογνωσία»[1]. Ἡ πίστη αὐτή βιώθηκε μέ ἰδιαίτερη ἔμφα­ση στόν τόπο μας κατά τόν αἰώνα πού πέρασε μέ τήν παρουσία ἁγίων ἀνθρώπων, πού κατατάχθηκαν ἤδη στό ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας ἤ καί ἀναγνωρίζο­νται ὡς ἅγιοι στήν συνείδηση τῶν πιστῶν. Ἀνάμεσα στούς πρώτους ἰδιαίτερη θέση ἔχει ὁ ἅγιος ἤ ἀκριβέ­στερα ὅσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης.

Ὁ ὅσιος Παΐσιος γεννήθηκε σέ ἕνα κεφαλο­χώρι τοῦ ἀκριτικοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Καππαδοκίας, τά Φάρα­σα. Αὐτό βρίσκεται διακόσια περίπου χιλιόμε­τρα νοτί­ως τῆς Καισαρείας καί παρά τήν ἀπομόνωσή του στά βάθη τῆς Μικρᾶς Ἀσίας διατήρησε πιστά «τήν Ὀρθο­δο­ξία, τήν ἑλληνική συνείδηση καί τήν γλώσσα»[2].

Δέν ἦταν ἄπατρις οὔτε διεθνιστής. Ἦταν πατρι­ώτης καί ἔλεγε: «Ἡ πατρίδα εἶναι μιά μεγάλη οἰκογέ­νεια». Ἀλλά ἔκανε τήν πατρίδα του ἐφαλτήριο γιά κάθε πατρίδα. Κυρίως βέβαια τήν ἔκανε ἐφαλτήριο γιά τήν οὐράνια πατρίδα, τήν παγκόσμια οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ, στήν ὁποία μπαίνει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀφήσει τήν ἐπίγεια οἰκογένεια καί τήν ἐπίγεια πατρίδα του. Ἀγαποῦσε τό ἔθνος του καί καυτηρίαζε μέ προφητικό πνεῦ­μα τίς ἀνθελληνικές προπαγάνδες πού πλαστο­γρα­φοῦν τήν ἱστορία καί ἐγείρουν ἐδαφικές διεκδική­σεις σέ βάρος τῆς Ἑλλάδος. Ταυτόχρονα ὅμως ἀγκάλια­ζε μέ τήν ἀγάπη του ὅλα τά ἔθνη, ὅλους τούς λαούς.

Γνώρισε τήν ἐποχή τῆς παγκο­σμιοποήσεως, ἀλλά δέν παγκοσμιο­ποιήθηκε. Ἔζησε καί ἐξέφρασε μέ ἄλλον τρόπο τήν ἑνότητα τοῦ κόσμου· μέ τόν τρόπο πού τήν ἔζησαν καί τήν ἐξέφρασαν μέσα στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας οἱ μεγάλοι Πατέρες καί Ἅγιοί της. Τήν ἔζησε ὡς παγκο­σμιό­τητα, ἀγκαλιά­ζοντας μέ τήν ἀγάπη καί τήν προσευχή του ὁλόκληρο τόν κόσμο, ὅπως ὁ Κύριος στήν Γεθσημανή.

Ἀγωνίστηκε ὑπεράνθρωπα, συνέτριψε τό ἐγώ του, ἀσκήθηκε νά μεταφέρει τόν ἑαυτό του στήν θέση τοῦ ἄλλου, τοῦ κάθε ἄλλου, καί ἔγινε παγκόσμιος. Μέ τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν κόσμο, μέ τήν ἡσυχία καί τήν ἄσκηση, μέ «τό πνευματικό ξεχέρσωμα τῆς κοσμικῆς καρδιᾶς» ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό, μπορεῖ, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, «ὁ ἕνας ἄνθρωπος νά χωρέση μέσα στήν καρδιά του ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅλα τά ζῶα καί ὅλα τά φίδια ἀκόμη, μαζί καί ὅλη τήν ὄμορφη φύση τοῦ Θεοῦ»[3].

Χαρακτηριστικό γώρισμα τοῦ παγκόσμιου ἀνθρώ­που εἶναι ἡ ἀγάπη, τό ἐνδιαφέρον καί ἡ προσευχή του γιά ὅλον τόν κόσμο. Καί αὐτό φανερώνεται μέ τήν παρουσία τῶν παγκο­σμί­ων Πατέρων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας. Εἶναι χαρακτη­ριστικό ὅτι μεγάλοι ἅγιοι καί ἀσκητές τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως εἶναι ὁ ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, ὁ Διονύσιος Ἀρεοπαγίτης, ὁ ὅσιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, ὅπως καὶ ὁ ἴδιος τώρα μετὰ τὴν ἁγιοκα­τάταξή του, χαρακτηρίζονται στούς Βίους ἤ στούς Ὕμνους τους ὡς «πατέρες παγκόσμιοι»[4].

Ὁ χαρακτηρισμός αὐτός προσλαμβάνει ἰδιαίτερη σπουδαιότη­τα σήμερα. Στήν ψευδώνυμη ἑνοποίηση τοῦ κόσμου, πού ἐπιδιώ­χθηκε στό παρελθόν, ἀλλά καί προωθεῖται συστηματικά στήν ἐποχή μας μέ τήν λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, ἡ Ἐκκλησία ἀντιτάσσει διαχρονικά καί καλεῖται νά προβάλει σήμερα δυνα­μι­κά τήν παγκοσμιότη­τα. Ἡ παγκοσμιοποίηση ἐπιδιώ­κε­ται ἐκ τῶν ἔξω. Προωθεῖται μέ τόν ἐξαναγκασμό. Δέν ἐνδι­α­φέρεται γιά τό ἀνθρώπινο πρόσωπο. Δέν ἀσχο­λεῖται μέ τόν ἐσωτερικὸ κόσμο τῶν ἀνθρώπων, ἐκτός ἄν βρί­σκει ἐκεῖ σημεῖα συνδέσεως καί ὁμαδο­ποι­ήσεώς τους. Ἐπιχειρεῖ νά ἑνοποιήσει τούς ἀνθρώπους σέ σχέ­ση μέ κάποιον κοινό ἐξωτερικό σκοπό ἤ μέ κάποιο ἀντι­κεί­μενο· τήν οἰκονομία, τήν ἀσφάλεια, τήν εὔ­κολη ἐπι­κοι­­νωνία. Καί γιά νά ἐπιτύχει τόν σκοπό της, ἰσοπεδώ­νει τούς ἀνθρώ­πους καί τούς ἀντιμετωπίζει ὡς ὁμογε­νο­ποιή­σιμο ὑλικό, στὴν διάθεση τῶν συμφερό­ντων τῶν ἰσχυρῶν.

Μέ πρόσχημα τήν ἀσφάλεια περιο­ρίζει τήν ἐλευ­θερία. Καί προχωρεῖ ἤδη στόν περιορισμό τῆς ἐλευ­θε­ρίας ὥς τόν πλήρη ἀφανισμό της. Ἀρκεῖ νά ἀδρανή­σει ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, καί ἰδιαίτερα ὁ σημερινός Ἕλλη­νας, ἤ νά παρασυρθεῖ ἀπό τό δόλωμα τῆς δῆθεν ἀσφα­λείας του, γιά νά χάσει καί τίς λίγες ἐλευθερίες πού τοῦ ἀπομένουν. Γιατί ὁ ἄνθρωπος πού ἀδιαφορεῖ γιά τήν ἐλευθερία του χάνει καί τήν ἀσφάλειά του.

Διαμετρικῶς ἀντίθετη πρός τήν παγκοσμιο­ποίη­ση εἶναι ἡ παγκο­σμιότητα. Αὐτή δέν ἐπιδιώκεται ἐκ τῶν ἔξω ἀκτιβιστικά καί πιεστικά, ἀλλά καλλιεργεῖται στόν ἔσω ἄνθρωπο αὐτεξούσια καί ἡσυχαστικά. Θεμελιώ­νε­ται στό ἀθρώπινο πρόσωπο καί εὐρύνει τήν ἀτομικό­τητα σέ προσω­πικότητα. Δέν ἔχει καμία σχέση μέ τόν ἐξαναγκασμό τῆς ἐξωτερικῆς παγκοσμι­οποιήσεως, ἀλ­λά οἰκοδομεῖται μέ τήν ἐλευθερία τῆς ψυχικῆς συνα­δελφώσεως. Ἡ παγκοσμιοποίηση ὁδηγεῖ στήν μαζοποί­ηση τῶν ἀνθρώ­­πων καὶ τὴν χειραγώγησή τους ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς. Ἡ παγκοσμιότητα βλέπει τόν κάθε ἄνθρωπο ὡς ὁρίζοντα φανερώσεως ὁλό­­κλη­ρου τοῦ εἶναι· τόν διανοίγει σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο, τὸν τιμᾶ ὡς μοναδικὸ καὶ ἀνεπανάλη­πτο πρό­σω­πο καί τόν ὑψώνει στήν θεανθρώπινη κοινωνία.

Ἡ παγκοσμιότητα δέν οἰκοδομεῖται μέ παγκο­σμιοποιη­μένα ἄτομα ἀλλά μέ παγκόσμια πρόσωπα. Ἐπιπλέον αὐτή δέν περιορίζεται στήν ἀνθρωπότητα, ἀλλά ἐνστερνίζεται ὁλόκληρη τήν κτιστότητα. Οἱ παγκόσμιοι ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας εἶχαν καί αὐτό τό γνώρισμα. Ἀγκάλιαζαν μέ τήν ἀγάπη τους ὄχι μόνο ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἐχθρούς καί φίλους, ἀλλά καί ὁλόκληρη τήν κτίση. Δέν ἀντιμετώπιζαν τήν δημιουρ­γία ὡς «κτήση», δηλαδή ὡς ἰδιοκτησία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ὡς κτίση, δηλαδή ὡς ἔργο τοῦ Θεοῦ.

ἀββᾶς Ἰσαάκ, τόν ὁποῖο εὐλαβοῦνταν καί μελε­τοῦσε ἰδιαίτερα ὁ Γέ­ροντας Παΐσιος, ἔλεγε: «Καρδία ἐλεήμων» εἶναι «καῦσις καρδίας ὑπέρ πάσης τῆς κτίσε­ως, ὑπέρ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν ὀρνέων καί τῶν ζώων καί τῶν δαιμόνων, καί ὑπέρ παντός κτίσματος»[5]. Τέτοια καρδιά εἶ­χε καί ὁ ὅσιος Παΐσι­ος. Καρδιά παγκόσμια, «εὐχέτης τοῦ σύμπαντος κόσμου· προσευ­χόταν γιά ὅλους, ὅπως γιά τόν ἑαυτό του»[6].

Σέ μία ἀπό τίς ἐπιστολές του παρατηρεῖ: «Οἱ Μοναχοί δέν προσεύ­χονται μόνο γιά τούς ζωντανούς καί γιά τούς πεθαμέ­νους, ἀλλά ἀκόμη καί γιά τούς πιό δυστυχισμένους ἀπ’ ὅλους, τούς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι, δυστυχῶς, ἐνῶ ἔχουν περάσει χιλιάδες χρόνια, ὅλο πᾶνε στό χειρότερο καί ἐξελίσσονται στήν κακία τους»[7]. Ὅπως ση­μειώνει ὁ βιογράφος του, ἡ μεγάλη ἀγάπη του πρός τόν Θεό καί τόν ἄνθρωπο «πλημμύριζε τήν καρ­διά του καί τό ξεχείλισμά της ἀγκάλιαζε καί τήν ἄλογη κτίση»[8]. Ὅταν ρωτήθηκε, τί λέει ἡ καρδιά του, εἶπε: «Αὐτὸ ποὺ λέει ἡ καρδιά μου εἶναι, νὰ πάρω τὸ μαχαίρι, νὰ τὴν κόψω κομματάκια, νὰ τὴν μοιράσω στὸν κόσμο, καὶ ὕστερα νὰ πεθάνω».

Τό μυστικό τῆς ἀγάπης τοῦ Γέροντα πρός τόν ἄλλον, ἤ ἀκριβέ­στερα πρός τό κάθε ἄλλο, ἦταν ἡ κένω­σή του σέ αὐτό. Λησμονοῦσε ἐντελῶς τόν ἑαυτό του καί γινόταν ὁ ἄλλος ἤ τό ἄλλο. Ἔλεγε χαρα­κτη­ριστικά: «Ἀπό τήν στιγμή πού ὁ ἄνθρωπος ἔρθει στήν θέση τοῦ ἄλλου, μετά ὅλους μπορεῖ νά τούς ἀγαπήση…Τά πάντα τά χωράει μέσα του καί βγαίνει ὁ ἑαυτός του ἀπό τήν ἀγάπη του»[9].

Οἱ προσευχές πού ἔκανε γιά κάποιο συγκεκριμένο πρό­σωπο προ­χωροῦσαν ἐπαγωγικά, γιά νά περιλάβουν ὅλους τούς ἀνθρώ­πους. Σημει­ώ­νει ὁ βιογράφος του: «Ὅταν ἔκανε προσευ­χή γιά ἰδιαίτερες περι­πτώσεις, π.χ. γιά κάποιον νέο πού εἶχε ξεφύγει ἀπό τόν δρόμο τοῦ Θεοῦ, πρόσθετε· μνήσθητι, Κύριε, καί βοήθησε καί ὅλους τούς νέους. Ἤ πάλι, ὅταν προσευχόταν γιά κά­ποιον λ.χ. ἄρρωστο Νικόλαο, συμπλήρωνε· μνήσθητι, Κύριε, καί ὅλους τούς Νικολάους»[10].

Ἔβλεπε τὶς προσευχές του γιὰ τόν κόσμο ὄχι μόνο ὡς ἀδελφικὴ ὑποχρέωση, ἀλλὰ καὶ ὡς προσωπικὴ ὀφειλή. Γιά τήν κακή κατάσταση τῶν ἄλλων ἔλεγχε τόν ἑαυτό του, γιατί δέν εἶχε τήν ἁγιότητα νά ζητήσει ἀπό τόν Θεό τήν θεραπεία τους. Προσευχόταν καί συνιστοῦσε νά προσεύχονται ὡς ἑξῆς: «Ἀν ἤμουν σέ καλή πνευματική κατάσταση θά μέ ἄκουγες καί δέν θά ὑπέφερε ὁ κόσμος. Τό ξέρω, εἶμαι πολύ ἁμαρτωλός· ὅμως δέν εἶναι ἀδικία νά ὑποφέρη ὁ κόσμος ἐξαιτίας μου; Βοήθησέ τους»[11]. Παραταῦτα ἀμέτρητες εἶναι οἱ θαυματουργικές εὐεργε­σίες τῶν προσευχῶν του γιά τόν κόσμο.

Τόσο ἦταν τό ἐνδιαφέρον καί ὁ πόνος του γιά τόν κόσμο, ὥστε ἔβλεπε τήν προσευχή γιά τόν ἑαυτό του ὡς προετοιμασία τῆς προσευχῆς γιά τόν κόσμο. Τήν προσευχή γιά τόν ἑαυτό μας, ἔλεγε, «δέν τήν κάνουμε μόνο γιά τόν ἑαυτό μας, ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητη σάν προετοιμασία, γιά νά σταθοῦμε μπροστά στόν Θεό μέ εὐπρεπές ἔνδυμα…Ὅταν ὅμως φουντώση ὁ θεῖος ἔρω­τας, τότε ξεχνᾶ κανείς τόν ἑαυτό του καί εὔχεται γιά τούς ἄλλους», γιά τούς ζωντανούς καί τούς κεκοιμημένους, γιά ὅλον τόν κόσμο[12].

Ὁ ἀν­θρώ­πινος πόθος γιά μία παγκόσμια κοινω­νία, πού διευκόλυνε στήν ἐποχή μας τήν προώθηση τῆς παγκοσμι­οποιήσεως, βρῆκε στό πρόσω­πό του μία αὐθεντική ἐκπλήρωση. Ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καί μάρτυρας τῆς παρουσίας του στήν γενεά του, ἔδωσε τό αὐθεντικό ἀντίδοτο στήν ἀπατηλή παγκο­σμιοποίηση. Στίς προσευχές του παρακα­λοῦ­σε τόν Θεό γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Στίς συνομιλίες του μέ τούς ἀνθρώπους φρόντιζε νά τούς φανερώσει τίς πραγμα­τικές ἀνάγκες τους, πού ἦταν ἕτοιμος νά ἱκανοποιήσει ὁ Θεός.

Ὁ ὀλιγογράμματος αὐτός ὅσιος εἶχε τό χάρισμα τῆς θεολο­γίας, πού ἐρχόταν ὡς καρπός τῆς θεοπτίας. Μετέφερε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού γεννιόταν στήν καρδιά του μετά ἀπό προσευχή, μέ ἁπλό, σαφή καί αὐθεντικό τρόπο. Ἦταν ἐμπει­ρικός θεολόγος. Ὅταν πάλι δέν εἶχε λόγο καί πληροφορία γιά κάτι πού τόν ρωτοῦσαν, δέν ἀπάντοῦσε, ἀλλά ἔλεγε. «Νά κά­νου­με προσευχή», καί ὕστερα ἀπό μέρες ἔδινε τήν ἀπά­ντηση[13].

Ὁ ὅσιος Παΐσιος ἦταν κατεξοχήν πρακτικός ἄν­θρω­­­πος. Ὅ,τι ἔπιανε στά χέρια του, τό ἔκανε μέ μεράκι. Στίς σχέσεις του μέ ὅλους ἦταν ἁπλός, αὐθόρ­μητος, προσηνής, ἀνεπιτή­δευτος. «Ἦταν μέσα σέ ὅλα, χωρίς νά ἀσχολῆται μέ ὅλα. Γνώ­ριζε τά τοῦ κόσμου, διαμέ­νοντας στήν ἔρημο. Ἦταν πνευματικά μαζί μέ ὅλους, ἀγαποῦσε ὅλο τόν κόσμο καί ἀπεῖχε ἀπό ὅλους»[14]. Σύνθεση ἀντιθέσεων παρουσίαζε καί στήν συμπερι­φορά του. Ἦταν λεπτός καί ἐπιεικής πρός τούς ἄλλους, ἀλλά σκληρός καί αὐστηρός πρός τόν ἑαυτό του. Ἀναλάμβανε μέ προθυμία βάρη δυσβά­στακτα, ἀλλά προσπαθοῦσε μέ κάθε τρόπο νά ἐλαφρύνει τούς ἄλλους.

Εἶχε ἔνθερμο θεϊκό ζῆλο, καί εὐχόταν νά ἀναδει­κνύ­ονται στήν Ἐκ­κλησία καί τήν κοινωνία ἄνθρωποι μέ τέτοιον ζῆλο. Συχνά ἀνέφερε τό παράδειγμα τῶν Μακκαβαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού διακρίθηκαν γιά τούς θρησκευτικούς καί τούς ἐθνικούς ἀγῶνες τους, καί ἔλεγε: «Νά κάνουμε προσευχή νά φωτίση ὁ Θεός νά βγοῦν ἄλλοι, νέοι ἄνθρωποι, ἁγνοί, νά βγοῦν Μακκα­βαῖοι, γιατί οἱ τωρινοί καταστρέφουν τόν κό­σμο»[15]. Παράλληλα δέν παρέλειπε νά ἐπισημαίνει ὅτι ἡ βάση γιά τήν ἀλλαγή εἶναι μία:«Νά μετανοήση ὁ κόσμος»[16]. Ταυτόχρονα ὅμως ἦταν ἐλεύθερος ἀπό ἄγονες τυπικότητες καί ζηλωτικές παρω­πί­δες πού δημιουρ­γοῦνται ἀπό παρεξηγημένη εὐσέβεια. Ἀπέφευγε μάλι­στα νά χρησιμοποιεῖ καί τόν ὅρο εὐσέβεια καί μιλοῦσε πάντοτε γιά εὐλάβεια. Τέλος, ὅταν ἔβλεπε καί τήν εὐλάβεια κάπου προβληματική, ἔλεγε μέ τό λεπτό του χιοῦμορ ὅτι πρό­κει­ται γιά βλάβη καί ὄχι γιά εὐλάβεια.

Ἡ μορφή τοῦ ὁσίου Παϊσίου προσέλκυσε πολλούς στόν μοναχι­σμό καί πολύ περισσότερους ἀσφαλῶς στήν χριστιανική πίστη καί εὐλά­βεια. Ἀπέφευγε κάθε πειθαναγκασμό ἰδίως γιά τήν εἴσοδο στόν μονα­χισμό. Σεβόταν ἀπόλυτα τήν ἐλευθερία καί στήριζε τόν ἐλεύ­θερο αὐτο­προσδι­ο­ρισμό τοῦ ἀνθρώπου. Ἔλεγε: «Ὁ κάθε ἄνθρωπος πρέπει νά βρῆ καί νά ἁγιάση τήν κλίση του. Ὁ προκομμένος ἄνθρωπος, ὅπου καί ἄν βρεθῆ, εἴτε στόν γάμο, εἴτε στόν μοναχισμό, θά εἶναι ἐπιτυ­χη­μένος»[17].

Πολλά εἶναι τά θαυμαστά γεγονότα ἀπό τήν ζωή καί τά ἔργα τοῦ ὁσίου Παϊσίου πού μᾶς ἔγιναν ἤδη γνωστά, ἀλλά ὑπάρ­χουν ἀσφαλῶς καί πολλά ἄλλα – μᾶλλον πιό θαυμαστά – πού παρέμει­ναν ἤ καί θά παραμείνουν γιά πάντα ἄγνωστα. Ὅλα ὅμως τά γεγονότα αὐτά πού γνωρί­ζουμε, ἤ καί θά γνωρίσουμε ἀκόμα, ἔχουν ἐνδεικτική μόνο ση­μασία· δέν συνι­στοῦν τήν παρουσία του, ἀλλά «σημεῖα» τῆς παρουσίας του.

Ὁ ὅσιος Παΐσιος ἔκανε, ἀλλά καί ἐξακολουθεῖ μετά τήν κοίμη­σή του νά κάνει πολλά θαύματα. Δέν ἦταν ὅμως θαυματοποιός. Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἀληθινός Χριστια­νός. Ἦταν ἄνθρωπος τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας· ἄνθρωπος πού πρό­σφερε κυριολεκτικά ὁλόκληρο τόν ἑαυτό του καί ὁλόκληρη τήν ζωή του στόν Θεό καί στήν εἰκόνα Του, τόν ἄνθρωπο. Ἦταν ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὑπηρέτης τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ἀσκητής τοῦ ὀρθόδο­ξου μοναχι­σμοῦ.

Ἡ παρουσία του ἦταν παρουσία ἀγάπης· ἀληθι­νῆς καί ἀνιδιοτε­λοῦς ἀγάπης χωρίς ὅρια. Τά ὅριά της ἦταν ἡ ἀπε­ρα­ντοσύνη. Ζοῦσε στούς ἄλλους, χωρίς ποτέ νά παύει νά εἶναι ὁ ἑαυ­τός του. Ὁ πραγματικός ἑαυτός του ἦταν ὁ πλησίον· ὁ κάθε πλησίον. Ἔβγαινε κυ­ριολε­κτικά ἀπό τήν ἀτομικότητά του, γιά νά προσφερθεῖ στούς ἄλλους. Καί προσφε­ρόμενος στούς ἄλ­λους, ἕνωνε ὅλους μέσα του: στήν ἀγάπη του, στήν φροντίδα του, στήν ἀγωνία του, καί προπαντός στἠν προ­σευχή του.

Ὅταν ἄκουε τόν πόνο σου ἤ τό δύσκολο πρόβλημά σου, ἀναστέναζε βαθιά. Ἔκανε τόν πόνο ἤ τό πρόβλη­μά σου δικό του πόνο καί δικό του πρόβλημα. Σέ ἔβαζε στήν προσευχή του καί δέν σέ ξεχνοῦσε. Σέ στήριζε, δημιουργοῦσε προοπτι­κές, ἔδινε ἀπαντήσεις καί συμ­βου­λές, πού ἴσως ἀμέ­σως δέν τίς καταλά­βαι­νες, ἀλλά ἀργότερα ἀντιλαμβανόσουν τό νόη­μά τους. Θυμόταν τά ὀνόματα ὅλων καί τά προβλήματά τους. Ἐκεῖνος ξε­χνοῦ­σε τά βάσανά του. Εὐχαριστοῦσε τόν Θεό γιά τούς πόνους καί τίς ἀρρώστιες του. Ποτέ δέν ζητοῦ­σε τήν ἀπαλ­λαγή του ἀπό αὐτές.

Καυτηρίαζε ἰδαίτερα τὴν ἀδικία, ἀλλὰ καὶ τὴν διεκδίκηση δικαωμάτων ἀπὸ πνευματι­κοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἄνθρωπος, ἔλεγε, «ὅσο πιὸ κοσμικὸς εἶναι, τόσο περισ­σότερο δικαίωμα ἔχει· ὅσο πιὸ πνευματικὸς εἶναι, τόσο λιγώτερο δικαίωμα ἔχει… Ἀκόμη καὶ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ζητοῦν μιὰ νομικὴ δικαιοσύνη καὶ λένε ὅτι πιστεύουν στὸν Θεό! ''Τὸ δίκιο σου, τὸ δίκιο μου”»[18]. Ἡ διάνοιξη πρὸς τὴν παγκοσμιότητα γίνεται μὲ τὴν θυσία γιὰ τὸν ἄλλον. Ὅσο περισσότερο ὡριμάζει πνευματικὰ ὁ ἄνθρωπος, τόσο λιγότερα δικαιώματα διεκδικεῖ. Ἔτσι ἐφαρμόζεται ἡ θεία δικαιοσύνη. Ἐνῶ ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ὅσο τέλεια καὶ ἄν ἐφαρμόζεται, δὲν μπορεῖ νὰ ἑνώσει τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν μπορεῖ καὶ δὲν ἀνήκει στὴν φύση της νὰ ἀναιρέσει τὸ « ἐμὸν» καὶ «τὸ σόν», τὸν ψυχρὸ αὐτὸ λόγο, ὅπως λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ποὺ διασπᾶ τὴν ἑνότητα τῶν ἀνθρώπων[19].

Ζοῦμε σέ ἐποχή, κατά τήν ὁποία ὅλα ἰσοπεδώ­νο­νται, καί πρίν ἀπό ὅλα τό ἀνθρώπινο πρόσω­πο. Ἡ παγκοσμιοποίηση τεί­νει νά μᾶς κάνει σκέτους ἀριθ­μούς, ἤ ἀκριβέστερα νούμερα. Στήν θέση τοῦ ἰσοπε­δωμένου ἀνθρώπου, πού ἀσφυκτιᾶ φυλακι­σμένος στόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, ὁ ὅσιος Παΐσιος πρόβαλε τόν αὐθε­ντικό ἄνθρωπο, τόν παγκόσμιο, πού «συγχωρεῖ» μέσα του ὁλόκληρο τόν κόσμο, ὁλόκληρο τό θεανθρώπινο εἶναι. Μᾶς ἔδειξε μέ τήν παρουσία του, πῶς μᾶς θέλησε ἐξαρχῆς ὁ Θεός καί πῶς θέλει πάντοτε νά γίνουμε.

Ὁ ὅσιος Παΐσιος ἀναγνωριζόταν ἀπὸ χρόνια ὡς ἅγιος ἀπὸ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀμέτρητοι προσκυ­νητὲς ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμο ἐπισκέπτονταν μὲ εὐλάβεια τὸν τάφο του στὸ Ἱερὸ ἡσυχα­στή­ριο «Εὐαγ­γε­λιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολό­γος» στὴν Σουρωτή τῆς Θεσσα­λονίκης. Στὸ μνημόσυνό του, στὶς 12 Ἰουλίου 2014, περισ­­σότεροι ἀπὸ πενήντα χιλιάδες προσκυνητές, καὶ ἄλλοι τόσοι καί περισσό­τε­ροι κατὰ τὶς ἑπόμενες δύο ἡμέρες, προσῆλθαν καὶ προσκύνησαν τὸ μνῆμα αὐτοῦ ποὺ εὐχόταν καὶ ἐξακολουθεῖ ἀσφαλῶς νὰ εὔχεται ὑπὲρ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἡ ἁγιοκατάταξή του, ποὺ πραγ­ματοποιήθηκε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινου­πό­λεως στὶς 13 Ἰανουαρίου τοῦ 2015, ἐπισφράγισε τὴν κοινὴ συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας.

[1]. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 52010, σ. 143.

[2]. Ἐκτενή βιογραφία τοῦ Γέροντα βλ. Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἅγιον Ὄρος 2004. Πρβλ. ἐπίσης, Ὁ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης, Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον «Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ὁ Θεολόγος», Βασιλικὰ Θεσσαλονίκης 2015.

[3]. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἐπιστολές, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 6 2002, σ. 178.

[4]. Βλ. τά Κοντάκια τῶν ἑορτῶν τους.

[5]. Ἰσαάκ Σύρου, Λόγος 81, ἔκδ. Ἰ. Σπετσιέρη, σ. 306.

[6]. Βλ. Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, σ. 556.

[7]. Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Ἐπιστολές, σ. 80.

[8]. Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, σ. 145.

[9]. Ὅ.π., σ. 550. Πρβλ. Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Α΄. Μέ πόνο καί ἀγάπη γιά τόν σύγχρονο ἄνθρωπο, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1998, σ. 184.

[10]. Ὅ.π., σ. 557.

[11]. Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Ϛ'.Περί προσευχῆς, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2012, σ. 128.

[12]. Ὅ.π.

[13]. Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, σ. 567.

[14]. Ὅ.π., σ. 710-711.

[15]. Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Α΄ὅ.π., σ.31-32.

[16]. Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Β΄. Πνευματική ἀφύπνιση., Σουρωτή Θεσσαλονίκης 1999, σ.355.

[17]. Ἱερομονάχου Ἰσαάκ, Βίος Γέροντος Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου., σ. 714.

[18]. Γέροντος Παϊσίου, Λόγοι Γ΄.Πνευματικὸς Ἀγώνας, Σουρωτή Θεσσαλονίκης 2001, σ. 103-7.

[19]. Ἰω. Χρυσοστόμου, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Πράξεις 7,2, PG 60,65.

1 σχόλιο:

ΚΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΕΛΙΣΑΙΟΣ είπε...

( ΑΓΙΟΣ ΠΑ'Ι'ΣΙΟΣ Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ ) Στο Κουτλουμούσι πιο κοντά η σκήτη Παναγούδα. Καθήσαμε μεσ' στον οντά, κρίναμε τον Ιούδα. Ήρθες εσύ να μας τρατάρεις κέρασμα το καλογερίσιο, με το μειδίαμα της χάρης και ύφος πρόσχαρο, παιδίσιο. Όλα λιτά και ταπεινά, τίποτε το περίσσιο. Βλέμμα γεμάτο δειλινά, ταξίδι πελαγίσιο. Όλα λιτά και ταπεινά, γλυκιέ και παραδείσιε. Μία καρδούλα που χτυπά για τον Χριστό, Πα'ι'σιε. Καπαδόπουλος Ελισαίος.