7 Μαΐ 2020

Η Εκκλησία, ως η ίδια η Ζωή (Ελένης Παπακώστα, Υπ. Δρ. Θεολογίας)

Cycle of Life, painting by Gina Maria Pilipovicphoto: «Cycle of Life» painting by Gina Maria Pilipovic

Ένα από τα καλύτερα κείμενα για τις δύσκολες και περίεργες μέρες που διανύουμε αγαπητοί αναγνώστες και αναγνώστριες, περί του φόβου της εξάπλωσης της πανδημίας του κορωναϊού. Εμπεριστατωμένο θεολογικά, χωρίς... πυροτεχνήματα, εμμονές, ή φανατισμό. Ευχαριστούμε την κ. Παπακώστα για το άρθρο της στην Αέναη επΑνάσταση.

by Sophia Ntrekou.gr


Η Εκκλησία, ως η ίδια η Ζωή

Ελένης Παπακώστα, 
Υπ. Δρ. Θεολογίας

Το τελευταίο χρονικό διάστημα ένα δυσάρεστο γεγονός εισέβαλε στη ζωή μας αναστατώνοντας την καθημερινή μας ρουτίνα. Εμφανίστηκε ως απειλή κατά της ανθρώπινης ζωής και εντός της φύσης του έφερε στο προσκήνιο τη μνήμη θανάτου. Μνήμη η οποία μπορεί να είναι είτε καταστρεπτική είτε ευεργετική για τον άνθρωπο όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον ίδιο τον θάνατο. Ο φόβος εξάπλωσης της πανδημίας είχε ως αποτέλεσμα την απομόνωση του ανθρώπου και την απαγόρευση όλων των ειδών τις συναθροίσεις. Κατ’ επέκτασιν και το κλείσιμο των κατά τόπους εκκλησιών και μάλιστα εις το όνομα της αγάπης προς τον πλησίον. Η ενέργεια αυτή γέννησε πολλών ειδών αντιπαραθέσεις, οι οποίες αναμφισβήτητα κυοφορούνται για αιώνες, καθώς δεν είναι ούτε άγνωστες, ούτε πρωτόγνωρες για την Εκκλησία. Διάλογοι και μονόλογοι. Γνώμες ποικίλες και πλούσιες, γνώσεις ολίγες και πτωχές. Κρίση και κατάκριση χωρίς διάκριση. Όχλος ακούστηκε να φωνάζει «Βαραββά», όχλος ακούστηκε να φωνάζει «Χριστό», όχλος ακούστηκε να φωνάζει «εγώ».

Κατηγορήθηκαν ιεράρχες που άνοιξαν τους ναούς, κατηγορήθηκαν και ιεράρχες που δεν άνοιξαν τους ναούς. Χλευασμοί, ειρωνείες και δια του λόγου ερμηνείες των υπέρλογων Αληθειών. Απαίτηση Χριστού χωρίς Χριστό κι Ανάστασης χωρίς Σταυρό. Κάποιοι λειτούργησαν με το φόβο της τιμωρίας της κολάσεως, ή με το κίνητρο της ανταμοιβής του παραδείσου. Και κάποιοι άλλοι, ελευθέρως και ανιδιοτελώς, δια της εν Χριστώ καλλιεργημένης συνείδησης τους, βρήκαν τρόπους να μην ξεφύγουν εκ του θείου τους στόχου. Το μόνο σίγουρο είναι ότι όλοι σχεδόν, θέλοντας και μη, θεολόγησαν, είτε διά των ιδιοτήτων, είτε διά των βιωμάτων, είτε διά των ιδεών τους.

Όλοι θυμήθηκαν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που εμπεριέχεται στον όρο «άνθρωπος», δια του «άνω-θρώσκων», ο οποίος εκ της φύσης του κοιτάει «ψηλά». Άλλο όμως το «βλέπειν», κι άλλο το «θέλειν βλέπειν», όπως μας υπενθυμίζει κι ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης[1]. Άλλο δηλαδή το φυσικό ιδιώμα του να βλέπω και άλλο το υποστατικό ιδίωμα του «πως» βλέπω, και πως αντιλαμβάνομαι το κάθε τι. Αυτό έγκειται στην ελευθερία του κάθε ανθρώπου, την πίστη και την αληθινή γνώση των πραγμάτων. Όλες οι απόψεις που φανερώθηκαν, θεμελιώνονται στον τρόπο που ο καθείς αντιλαμβάνεται την έννοια του όρου Εκκλησία. Και αλήθεια ποιά εικόνα δημιουργείται στον κάθε νου με τον ήχο της λέξης; Ένα μεγαλοπρεπές κτίριο με συγκεκριμένη αρχιτεκτονική που κοσμεί τις πόλεις και τα χωριά του; Επίσκοποι και μητροπολίτες με λαμπερές μίτρες; Ένας ιερός κι αγιασμένος χώρος, ο οίκος του Θεού, κάτι σαν το ναό του Σολομώντα που ο Χριστός κατέστρεψε; Ένας τρόπος θείας μυσταγωγίας, συγκέντρωσης, προσευχής και τέλεσης της θείας λειτουργίας; Μήπως είναι όλα αυτά μαζί; Ίσως. Άλλωστε ετυμολογικά ο όρος «Εκκλησία» προέρχεται από την αρχαία κλασσική ελληνική γλώσσα από το ρήμα εκ-καλέω εκ-καλώ και σημαίνει τη συγκέντρωση, των πολιτών[2]. Θα μπορούσαν να δωθούν χιλιάδες ερμηνείες τόσες, όσες και οι άνθρωποι. Αυτό όμως δεν αίρει, δεν αλλάζει και δεν αλλοιώνει τη Μια Αλήθεια της Εκκλησίας. Αυτήν που η ίδια βιώνει, καλεί, κηρύττει, ευαγγελίζεται και μετέχει!

Αν ψάξουμε να βρούμε ένα συγκεκριμένο ορισμό περί Εκκλησίας δεν θα βρούμε πουθενά. Η Εκκλησία δεν μπορεί να οριστεί, όπως ακριβώς ούτε η ίδια ζωή, αλλά κατανοείται ως βίωμα που μπορεί κάποιος μόνο να περιγράψει[3]. Εξάλλου μέσα από τους αιώνες παρατηρείται ξεκάθαρα πως η συστηματική αντιμετώπιση και καταγραφή του δόγματος αρχίζει πάντα από τις διάφορες αιρετικές προκλήσεις, σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο. Και βέβαια όσο υπάρχει ο άνθρωπος πάντα θα υπάρχει και η αίρεση ως η διάβρωση μιας διδασκαλίας από μια άλλη. Αυτό ήδη έχει τις ρίζες του στους πρωτοπλάστους και στο προπατορικό αμάρτημα που επαναλαμβάνεται έως σήμερα. Ο άνθρωπος αναζητεί όλες τις αγαθώς εμφυτευμένες ιδιότητες του, εκτός του δημιουργού του. Θεοποιείται και θεοποιεί χωρίς Θεό. Και είναι αλήθεια ότι την ίδια την πλάνη μπορεί κάποιος να την εντοπίσει ευκολότερα εάν είναι εκτός του. Η ενδότερη όμως πλάνη μπορεί να είναι «χείρων τῆς πρώτης»[4] διότι έρχεται εκ των κόλπων του ίδιου του σώματος. Και οι μεγαλύτερες πλάνες γεννήθηκαν εντός της ίδιας της Εκκλησίας εκ της ποικιλίας και της αδυναμίας των μελών της να μετέχουν, να βιώνουν και να ενώνονται στη Μία της Αλήθεια. Γιατί ακριβώς τα ίδια τα μέλη έχουν εντός τους τη διάσπαση, αμφιταλαντεύονται μεταξύ της γνώμης και της φύσης τους. Μεταξύ του «εγώ» και του «εμείς». Ενός υποστατικού «εμείς» το οποίο αδυνατεί να γίνει κατά φύσιν «εμείς», απλά νομίζεται και πλανάται και με την πρώτη αστοχία, αμέσως διασπάται και παλινδρομεί.

Η Εκκλησία τα αίρει όλα αυτά χωρίς να αίρεται. Παρέχει τη γνώση δια της μετοχής εις το Μέγα μυστήριο της Ενανθρωπήσεως, τη μόνη οδό που σταματά τη διάσπαση και τη φθορά, κι επαναφέρει την κοινωνία Θεού-ανθρώπου και των ανθρώπων μεταξύ τους. Η κατανόηση των δογμάτων δεν γίνεται αντικείμενο έρευνας και γνώσης δια του νου, αλλά η μυστηριακή ζωή πρωτίστως αποτελεί μέρος της βίωσης, της πνευματικής αναγέννησης και της ενότητας των μελών της. Στην Εκκλησία γνώση και πίστη ταυτίζονται ως βιωματική εμπειρία του πληρώματος της. Η πίστη, είναι το πρώτο στάδιο για να μπορέσει ο άνθρωπος να φτάσει στη γνώση στην «υπερφυάν θεωρίαν»[5]. Είναι μία άλλη αρχή με την οποία ο άνθρωπος προσεγγίζει πράγματα που αδυνατεί να αντιληφθεί με το λόγο, όπως συμβαίνει με την επιστήμη, η οποία είναι πάντοτε λογικά αποδεδειγμένη. Δεν έχει θεμέλιο της την ανθρώπινη σοφία. Η γνώση και η πίστη στηρίζεται στην αποκάλυψη του Θεού. Γνώση σημαίνει μετοχή και πρόσληψη των θείων αληθειών. Είναι μνήμη και κατάργηση της λήθης. Ξαναθυμάται ο άνθρωπος την παραδείσια κατάσταση, την κοινωνία με τον Θεό. Κι όσο μετέχει του Θεού, τόσο περισσότερο Αυτός του αποκαλύπτεται. Γνωρίζουμε τον Θεό, τόσο, όσο ο ίδιος μας αποκαλύπτεται, ανάλογα πάντα με τη δική μας δεκτικότητα και προαίρεση. Η πίστη λοιπόν αυτή προϋποθέτει και δηλώνει την πραγματική και άμεση σχέση του ανθρώπου προς τον Θεό, η οποία είναι σχέση μετοχής και ουχί εξάρτησης. Και μόνο κάτω από το πρίσμα αυτό μπορεί κάποιος να αντιληφθεί την έννοια της Εκκλησίας, που δεν είναι άλλο από τη σχέση του πλάσματος με τον πλάστη και δημιουργό του.

Η ανωτέρω συσχέτιση μεταξύ Εκκλησίας και ζωής δηλώνει σχέση. Μια σχέση που άρχισε ήδη από την δημιουργία, έχοντας τις ρίζες της στην πρώτη μορφή Εκκλησίας των πρωτοτόκων[6]. Είναι άμεσα συνυφασμένη και πορεύεται με τη δημιουργία, όπως και η δημιουργία είναι άμεσα συνυφασμένη με τον χρόνο. Από την άποψη αυτή η Εκκλησία δεν αποτελεί μια σέκτα ή μια ιδιωτική λέσχη για λίγους κι εκλεκτούς που είτε ανήκεις, είτε δεν ανήκεις. Η Εκκλησία είναι η κοινωνία όλων των έλλογων όντων με τον δημιουργό τους. Περιλαμβάνει τους πάντες στους κόλπους της, όλη την κτιστή πραγματικότητα, «τὰ πάντα ἐν πᾶσιν»[7] κατά το πρότυπο της αγαπητικής κοινωνίας των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Ένθεους και άθεους, αμαρτωλούς και δίκαιους γιατί όλοι, θέλοντας και μη, αποτελούν μέρος της ανθρώπινης φύσης. Και θέλοντας και μη, υπάρχουν και ζουν εντός των θείων ενεργειών. Το κατά πόσον γίνονται οι ίδιοι δεκτικοί, μέτοχοι και κοινωνοί των ενεργειών αυτών, έγκειται στο αυτεξούσιο του καθενός και στην ελευθερία της επιλογής του.

Γίνεται αισθητή και ορατή, φανερώνεται στον κόσμο δια της Ενανθρώπησης του άσαρκου Λόγου και της αποστολής του Παρακλήτου, του αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Θεμελιώνεται και συγκροτείται δια των αποστόλων ως η Καινή Διαθήκη, η Καινή Κτίση, το χαρμόσυνο Ευαγγέλιο, και η οδός σωτηρίας. «Καθ’ όλης της οικουμένης έως περάτων της γης διεσπαρμένη, παρά δε των Αποστόλων και των εκείνων μαθητών παραλαβούσα»[8]. Διαμορφώνεται και οργανώνεται διοικητικά δια των Οικουμενικών Συνόδων. Και έκτοτε, η ορθόδοξη Εκκλησία αποφαίνεται δια της χάρης του Αγίου Πνεύματος, μόνο συνοδικώς με μέγιστη αρχή την Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Ένας πατέρας, μπορεί να είναι φορέας αληθείας, αλλά ποτέ κριτήριο αληθείας. Δημιουργούνται κανόνες για να ρυθμίζουν τον τρόπο οργάνωσης και την προετοιμασία των πιστών. Βέβαια ποτέ η στεγνή εφαρμογή του κανόνα, δεν μπορεί να φέρει την σωτηρία στον άνθρωπο. Η υπακοή στους κανόνες λειτουργεί ως μέσο και όχι ως αυτοσκοπός και σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει τα θεία το μυστήρια δια των οποίων η φθαρτή ανθρώπινη φύση θεραπεύεται, ανακαινίζεται, μεταμορφώνεται, ζωοποιείται και αγιάζεται[9].

Ο Θεός Λόγος «Οὐρανοῦ σῶμα οὐκ ἀνέλαβεν, Ἐκκλησίας δὲ σάρκα ἀνέλαβε· διὰ τὴν Ἐκκλησίαν ὁ οὐρανὸς, οὐ διὰ τὸν οὐρανὸν ἡ Ἐκκλησία»[10], όπως ανέλαβε όλον τον άνθρωπο, και αυτή συνυπάρχει και συμπορεύεται με τον Θεάνθρωπο σε μια πορεία προς τα έσχατα. Τελειώνεται εξαγιάζεται ανακαινίζεται και αποκαλύπτεται στον άνθρωπο εκ του καινού ανθρώπου του Θεανθρώπου Χριστού ως καινή κτίση ως καινή Εκκλησία. Γιατί Αυτός «ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν»[11]. Αυτή είναι και η έκτοτε αποστολή της, η εν Χριστώ σωτηρία που είναι η χορήγηση της ζωής[12] και η κατάλυση του θανάτου.

Διακηρύσσει, «θανάτω θάνατον πατήσας». Ο θάνατος, ο οποίος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αστοχίας του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ[13], καταργήθηκε με την σταύρωση, το πάθος και την ανάσταση του δεύτερου Αδάμ[14], του Χριστού, την κεφαλη της Εκκλησίας «ἐπειδὴ γὰρ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι᾿ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν»[15]. Νίκησε το θάνατο και επανένωσε την ανθρωπότητα με τη ζωή[16]. Στο πρόσωπο του, συντελείται η κοινωνία του κτιστού με το άκτιστο, του ανθρώπου με τον Θεό, με την καθ’ υπόστασιν ασύγχυτη, άτρεπτη, αδιαίρετη κι αχώριστη ένωση των δύο φύσεων[17]. Όλες οι αιματηρές θυσίες προς τον Ένα Θεό των Ιουδαίων και τους πολλούς Θεούς των ειδωλολατρών σταμάτησαν. Έδωσε εφάπαξ το σώμα και το αίμα του, θυσιάστηκε ένας για όλους. Επαναφέρει αυτό το οποίο διεκόπη από την ελεύθερη βούληση του ίδιου του ανθρώπου, δια της ακοινωνησίας του με τον δημιουργό του. Επαναπροσανατολίζει τον άνθρωπο στη δυνατότητα της μεταμόρφωσης και μεταστροφής τρόπου ζωής και σκέψης, που είναι η μετάνοια κατά φύσιν και κατά μετοχίν, κι όχι η μεταμέλεια κατά την ηθική του καθένα, είναι η συνειδητοποίηση της κτιστής φύσης. Δίδει τη δυνατότητα στην ανθρώπινη φύση να φτάσει στον εξ αρχής προορισμό της, στη θέωση και την χάριτι θεία κοινωνία. Μια «θεία κοινωνία» η οποία όπως ο ίδιος μας έδειξε, συντελείται διά και εν τη Εκκλησία.

Ο απ. Παύλος δίνει μια ενδεικτική περιγραφή της έννοιας Εκκλησίας για να επισημάνει αυτήν ακριβώς τη λειτουργική σχέση και την κατά μετοχίν ένωση του κτιστού όντος με τον άκτιστο Τριαδικό Θεό[18]. Χρησιμοποιεί την εικόνα του ανθρώπινου σώματος εις το οποίο ο Χριστός είναι η κεφαλή, και τα μέλη είναι η Εκκλησία[19]. Όλοι οι χριστιανοί ανεξαιρέτως, γίνονται «σύμφυτοι»[20] με τον Χριστό, την κεφαλή του σώματος της επί της γης ορατής Εκκλησίας[21]. Τα μέλη έχουν λειτουργικό δεσμό, όπως ακριβώς και τα μέλη του σώματος, το ένα δεν νοείται ανεξάρτητα από το άλλο και συνάμα υπηρετούν το όλον[22]. Το κάθε μέλος είναι μοναδικό και αναντικατάστατο, εντούτοις αποτελεί ταυτόχρονα ένα ζωντανό κομμάτι της μίας ζώσας κοινωνίας.

Τα «χαρίσματα»[23] της διαφορετικότητας των μελών διατηρούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, χωρίς να εκλαμβάνονται ατομικά και εγωκεντρικά, αλλά επαναπροσδιορίζονται ως θεία δωρεά, ως δώρα και χαρίσματα που ενδυναμώνουν το σώμα στο σύνολο του. Η ποικιλομορφία και η διαφορετικότητα, των χαρίσματων εκάστου, δεν διαιρεί αλλά αντίθετα ενώνει τους ανθρώπους, αφού μεταμορφώνονται και συναντώνται εις το ότι αποτελούν διακονήματα που αποβλέπουν «εις το νίπτειν τους πόδας των αδελφών»[24], και όχι εις το «νίπτειν τας χείρας» τους. Η προσφορά αυτή δεν έχει καμία ηθική χροιά, υπό την έννοια της καλής πράξης, αλλά έχει κυρίως οντολογικό χαρακτήρα. Είναι ένα χαρισματικό σώμα, το οποίο βασίζεται στην τριαδοκεντρική ενότητα διαμέσου των ζωοποιητικών ενεργειών του αγίου Πνεύματος, μια συνεχής οικοδομή του σώματος με ένα στόχο όπως τον εξέφρασε ο ίδιος ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή «ἵνα πάντες ἓν ὦσι»[25].

Η ως άνω εικόνα του απ. Παύλου, δεν είναι μακρινή και ιδανική, είναι «εφικτή»! Η ένωση, της θείας και ανθρώπινης φύσης, του κτιστού με το άκτιστο είναι δεδομένη μέσω της σάρκωσης του Λόγου. «Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται και ὁ ἄσαρκος σαρκοῦται, ὁ ἀναφὴς ψηλαφᾶται και ὁ ἀόρατος ὁρᾶται»[26]. Το θέμα έγκειται στο κατά πόσο και ο ίδιος ο άνθρωπος συνεργεί, προσφέρεται έτσι ώστε να παραμένει σε κοινωνία με τον ένσαρκο Λόγο, και να γίνει Εκκλησία, ως κοινωνία προσώπων. Το κατ’ εικόνα έχει δωθεί σε όλους ανεξαιρέτως, το αυτεξούσιο δηλαδή που διασφαλίζει την ελευθερία του ανθρώπου και δια της χρήσης του ο άνθρωπος, ελευθέρως μετέχει του Θεού. Ο Μ.Βασίλειος περιγράφοντας τη λειτουργικότητα του αυτεξουσίου αναφέρεται σε θετική και σε αρνητική αλλοίωση. Η πρώτη ειναι η μετοχή στη θεία χάρη και η δεύτερη είναι η ροπή προς την ακοινωνησία, ανάλογα με την προαίρεση του καθένα. Η διαταραχθείσα πορεία του ανθρώπου δια του προπατορικού αμαρτήματος έφερε και την εγωκεντρική συσπείρωση προς τον εαυτό του, έτσι διαταράσσεται η μετοχή και η κοινωνία με το Θεό, που είχε προ της πτώσεως. Στο πρόσωπο του Χριστού γίνεται η ανακεφαλαίωση ολόκληρης της κτίσης και Εκκλησίας. Με τον τρόπο αυτό, η ενότητα δεν βασίζεται σε μια συμφωνία μελών, ως μερών, αλλά ως οντολογική δίνει τη δυνατότητα ανακαίνισης και μεταμόρφωσης.

Ως Θεανθρώπινος οργανισμός φέρει στη φύση της το θείο και το ανθρώπινο στοιχείο όπως και ο Θεάνθρωπος θεμελιωτής της. Η ιστορική αναγκαιότητα της οργάνωσης της και η συμμόρφωση της προς τις ανάγκες της ανθρωπότητας, έφερε από πάντα τον κίνδυνο να εκληφθεί ως ένα κοσμικό ίδρυμα αποκομμένο της θείας προέλευσης του. Εάν κάποιος ερμηνεύσει την Εκκλησία μόνο από την άποψη της αμαρτωλότητας των μελών της τότε αποτυγχάνει να τη δει στην πραγματική της διάσταση. Την οργανική σύνδεση της με τον Θεάνθρωπο, την αγιότητα, και την αρμόζουσα βαρύτητα που θα πρέπει να δωθεί στο θέμα της πτωτικής κτιστής ανθρώπινης φύσης, την προσλαμβάνουσα εκ του θείου Λόγου και για την οποία η Εκκλησία έχει σταλεί. Αυτή η αντίληψη προϋποθέτει έναν ολόκληρο τρόπο σύλληψης της Εκκλησίας ο οποίος και επιδιώκει την εξισορρόπηση μεταξύ του πληρώματός της, που θεμελιώνεται στο θείο στοιχείο, και του ελλειπούς τρόπου έκφρασης της, ως κοινωνίας και μετοχής των μελών της, των μετανοημένων αμαρτωλών, που είναι το ανθρώπινο στοιχείο.

Με κάτι παρόμοιο ήλθε αντιμέτωπη τον τελευταίο καιρό. Η Εκκλησία βρισκόταν ανέκαθεν αντιμέτωπη με τα κοσμικά σχήματα που υιοθετεί και στην ιστορική της πορεία βιώνει συχνά τον πόνο, το πάθος, και τους διωγμούς. Ο άνθρωπος δεν παύει να είναι άνθρωπος και ακόμα και η ζωή ενός αγίου δεν είναι εξ αρχής ζωή πλήρους τελειότητας. Τα μέλη πολλές φορές παλινδρομούν, πέφτουν και ξανασηκώνονται ασθενούν και μετανοούν, αλλά ποτέ δεν αποκόπτονται, εάν οι ίδιοι δεν το θελήσουν. Η ιστορία έχει να παρουσιάσει πολλά παραδείγματα. Η οικοδομή του σώματος είναι ακατάπαυστη και διαρκής, όπως και η καθαίρεση των δαιμονικών και διαβρωτικών δυνάμεων, γιατί πάντα υπάρχει ο κίνδυνος της παλινδρόμησης των μελών τα οποία βρίσκονται σε συνεχή ανάγκη μεταστροφής και μετανοίας.
Και τίθεται το ερώτημα κατά πόσον έχει κάποιος την εξουσία να σφραγίσει τις θύρες. Να κλείσει ή να παύσει την Εκκλησία. Ο Μ. Βασίλειος σε περίπτωση σύγκρουσης του νόμου της Εκκλησίας με τον νόμο της πολιτείας[27] αναφέρει «ἐξουσίαις ὑπερεχούσαις ὑποτάσσεσθαι» [28], αλλά αυτό μόνο στην περίπτωση «ἐν αἷς ἂν ἐντολὴ Θεοῦ μὴ ἐμποδίζηται»[29]. Στην περίπτωση δηλαδή που βλάπτονται οι χριστιανοί από την κατάχρηση της κοσμικής εξουσίας θα βλέπουν «μὴ τὸν τοῦ κρατήσαντος νόμον, ἀλλὰ τὸν τοῦ κτίσαντος»[30], όπως συμπληρώνει ο επιστήθιος φίλος του Γρ. Θεολόγος. Για να μπορέσει όμως ο άνθρωπος να καταλάβει πότε πραγματικά βλάπτεται είναι κάτι πολύ δύσκολο πόσο μάλλον όταν αυτή η κατάχρηση γίνεται εις το όνομα της αγάπης προς τον πλησίον. Και στο πως κατανοείται αυτή η αγάπη. Κοσμικά ή πνευματικά; Μεσολαβούν πολλά και κυριαρχεί η κτιστότητα του που έχει εντός της τον φόβο της φθοράς και του θανάτου.
Η Εκκλησία βιώνει και γνωρίζει πολύ καλά ποια είναι αυτή η «αγάπη». Πως μετέχεται και που οφείλει την οντολογική ύπαρξη της. Όπως γνωρίζει πολύ καλά ποιός είναι ο στόχος και η αποστολή της. Τι είναι αλλοίωση, φθορά, αρρώστια και θάνατος. Και η Εκκλησία μπορεί να ισορροπήσει την παρούσα κατάσταση που αντιμετωπίζει σεβόμενη και τα δύο στοιχεία που συνθέτουν τον άνθρωπο σώμα και ψυχή. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα των ίδιων των θείων μυστηρίων τα οποία δεν μπορούν να ξεκόψουν από την ιστορική πραγματικότητα, γι’ αυτό και σε κάθε θείο μυστήριο υπάρχουν και υλικά στοιχεία. Κάθε μυστήριο θεμελιώνεται σε ένα φυσικό ή ιστορικό συμβάν και φανερώνεται ως θεία ενέργεια στον μετανοημένο αμαρτωλό η οποία τον μεταμορφώνει και τον οδηγεί προς την τελείωση[31]. Δι’αυτών, η «ἐν τοῖς µυστηρίοις σηµαίνεται Εκκλησία»[32] εναγκαλίζεται κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα και δι’αυτών αυξάνει, δυναμώνει και θεραπεύεται. Δεν είναι μαγικές τελετές και εάν εκληφθούν εγωκεντρικά και ατομικιστικά, τότε παύουν να έχουν ζωογόνο δύναμη για το σώμα.

Η Εκκλησία σέβεται τη ζωή, η ίδια κηρύττει τη Ζωή κι όχι τον θάνατο! «Εγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή»[33]! Κηρύττει μεταμόρφωση, Ανάσταση και Ανάληψη εκ δεξιών! Γνωρίζει πολύ καλά τι είναι περιστασιακό και πρόσκαιρο. Σέβεται και υπολογίζει το κάθε ανθρώπινο στοιχείο και λειτουργεί ενωτικά και όχι διαιρετικά. Το θέμα έγκειται στο εάν εμείς γνωρίζουμε κι αν εμείς μπορέσαμε λίγο να μεταδώσουμε έστω ψήγματα του μηνύματος της. Δεν έχει σημασία. Η Εκκλησία ποτέ δεν εξαρτάται, ούτε προσδιορίζεται από τη δική μας αμαρτωλότητα, το φόβο και την αμφιταλάντευση της κτιστότητας μας. Υπήρξαν ανάξιοι ηγέτες Εκκλησίας όπως και ανάξιοι ηγέτες κρατών. Το κράτος μπορεί και να διαλυθεί η Εκκλησία όμως ποτέ. Και άλλωστε, «πόσοι τύραννοι ἠθέλησαν περιγενέσθαι τῆς Ἐκκλησίας; πόσα τήγανα; πόσοι κάμινοι, θηρίων ὀδόντες, ξίφη ἠκονημένα; καὶ οὐ περιεγένοντο. Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται καὶ λήθῃ παραδέδονται. Ποῦ δὲ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπει»[34].
Μπορεί λοιπόν κάποιος εις το όνομα της αγάπης, της διατήρησης της ζωής να σφραγίσει τον ναό της Αγάπης και της Ζωής; Μπορεί κάποιος να σταματήσει την όντως Ζωή; Και εντέλει μπορεί κάποιος να απαντήσει ορθολογικά σε αυτά τα ερωτήματα; Για την ίδια την Εκκλησία δεν τίθεται κανένα τέτοιου είδους γνωσιολογικό δίλημμα, και τα ερωτήματα αυτά ήδη έχουν αυταπαντηθεί αιώνες πριν. Ας σκεφτεί ο καθένας μόνος, κι ας αναλογιστεί σύμφωνα με το βαθμό που ο ίδιος μετέχει της ζωής, αν μπορεί κάποιος να σταματήσει την ίδια τη ΖΩΗ!

Βιβλιογραφία, Παραπομπές:

1. Κατά Ευνομίου, 3:6.

2. «Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 5, σελ. 466.

3. Βλ. Νίκος Ματσούκας, «Δογματική και συμβολική Θεολογία Β’», σελ. 354.

4. Ματθ.27:64.

5. Κλήμης Αλεξανδρείας, «Στρωματείς», 2,2,8,4.

6. Βλ.Νίκος Ματσούκας, σελ.355.

7. Εφ. 1:23.

8. Ειρηναίος Λυώνος, «Έλεγχος της ψευδωνύμου γνώσεως», 1, 10: 1.

9. Βλ.Νίκος Ματσούκας, σελ.405.

10. Ι.Χρυσόστομος, «Ομιλία πρό της εξορίας», PG52: 429.

11. Μ.Αθανάσιος,«Λόγος περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου καί τῆς διά σώματος πρός ἡμᾶς Ἐπιφανείας αὐτοῦ», 54, PG 25: 192.

12. Ειρηναίος Λυώνος, «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», C.H.III,23,7.

13. Γεν. 3.

14. Φιλιπ.2:8.

15. Α' Κορ.15:21-24. Α' Κορ.15:45.

16. Ειρηναίος Λυώνος, «Έλεγχος και ανατροπή της ψευδωνύμου γνώσεως», PG7:1181-1182 και «Επίδειξις του αποστολικού κηρύγματος», 33.

17. Η πίστη αυτή κατοχυρώθηκε κατά την Δ’Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα.

18. Εφ. 1:22-23, Α’ Κορ. 12:12, Κολ. 1:18.

19. Α' Κορ. 12, 12-13.

20. Ρωμ., 6, 5.

21. Πρ.4:11-12.

22. Α’ Κορ. 12:20-21

23. Α’ Κορ. 12:4-6. 

24. Ιω., 13:14.

25. Ιω., 17:21.

26. Γρ.Θεολόγος, «Εις τα Θεοφάνεια», PG36:313, Ι.Χρυσόστομος, «Εις τον Λάζαρον ομιλία Α’» PG62:772.

27. ΘΗΕ, Τόμος 5, σελ.499.

28.Μ.Βασίλειος, «Περί αρχόντων και υπηκόων», PG31: 860, «Λόγος ασκητικός έτερος» PG:884, «Περί υπακοής πληρέστερον» PG:1401, Γρ.Θεολόγος, «Πρός τους πολιτευομένους Ναζιανζού», PG 35:975.

29.Μ.Βασίλειος, «Περί αρχόντων και υπηκόων», PG31: 860.

30.Γρηγόριος Θεολόγος, « Περί φιλοπτωχίας», PG 35: 892.

31.Βλ.Νίκος Ματσούκας, σελ.466.

32.Ν.Καβάσιλας, «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας εν κεφαλαίοις πεντήκοντα τρισί», PG150: 452-3.

33.Ιω.11:25.

34.Ι.Χρυσόστομος, «Ομιλία πρό της εξορίας», PG 52:429.

Πηγή: Αέναη επΑνάσταση

Περισσότερα: Κορωνοϊός


2 σχόλια:

Η\Υ/μέτερος είπε...

Αξιέπαινο - βέβαια - το πόνημα, άξιο συγχαρητηρίων, δεν απευθύνεται στον μέσο σύγχρονο αναγνώστη· ως προς τους λαϊκούς, ίσως θεωρηθεί εξιδανικευμένο, όχι ανεπιφύλακτα προσεγγίσιμο…

E.P. είπε...

Σας ευχαριστούμε.Τα έχουν πει όλα οι άγιοι πατέρες αιώνες πρίν. Ο καθένας απο εμάς απλά επαναλαμβάνει αυτό που τον αγγίζει, και το προσεγγίζει έτσι όπως το αντιλαμβάνεται...κληρικοί και λαϊκοί.