20 Σεπ 2013

Αφιέρωμα στον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο (Χατζημιχαήλ)

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ

Εργασία της Σοφίας Ντρέκου

Ήταν 24 Μαρτίου 1934, όταν «έφυγε»
ο πιο γνωστός Έλληνας λαϊκός ζωγράφος.
Θεόφιλος Χατζημιχαήλ (1868 - 1934)

«Ευλογημένα τα παραμύθια που ζεσταίνουν τη ζωή μας με το ψέμα τους.
Ευλογημένα τα όνειρα πού απαλαίνουν τις οδύνες μας.
Ευλογημένη η φαντασία που μας ανοίγει ένα ξάγναντο στον ουρανό.
Κι ευλογημένοι οι σοφοί τρελλοί που κουρνιάζουν στο παραμύθι,
που δένονται στ’ όνειρο και ζούν στη φαντασία…» Νέστορας Μάτσας

Ένα αφιέρωμα στον Έλληνα Ζωγράφο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ ή Θεόφιλος Κεφαλάς ή Κεφάλας, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ο οποίος κατά την γνώμη μου, είναι η απόλυτη λαϊκή έκφραση στη ζωγραφική. Η μαγεία της απλότητας που μιλάει κατευθείαν στη ψυχή. Τιμή μας που υπήρξε πιο Έλληνας κι απ' τους Έλληνες!
O Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, που ζωγράφιζε για ένα κομμάτι ψωμί, είναι ο μόνος καλλιτέχνης του οποίου ολόκληρο το έργο έχει κηρυχθεί εθνική πολιτιστική κληρονομιά.
Την 20η Σεπτεμβρίου 1935 δημοσιεύεται η συνέντευξη του Τεριάντ (Στρατής Ελευθεριάδης - Tériade (Μυτιλήνη, 2 Μαΐου 1897 – Παρίσι, 23 Οκτωβρίου 1983), γνωστός επίσης και με το γαλλικό καλλιτεχνικό όνομα Tériade (Τεριάντ), ήταν τεχνοκριτικός, εκδότης καλλιτεχνικών εντύπων και συλλέκτης έργων τέχνης) στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα», στην οποία χαρακτηρίζει τον Θεόφιλο «Μεγάλο Έλληνα Ζωγράφο». Αλλά ας δούμε λίγα βιογραφικά του στοιχεία για να γνωρίσουμε το σπουδαίο ζωγραφικό του έργο.

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, γνωστός απλά ως Θεόφιλος, γεννήθηκε στη Βαρειά της Λέσβου, μεταξύ του 1867 και 1870, πρώτο παιδί μια φτωχής οικογένειας που απέκτησε άλλα επτά στη συνέχεια. Το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική εκδηλώθηκε από νωρίς και φέρεται να ήταν αντιστρόφως ανάλογο με την απόδοσή του στα σχολικά θρανία. Τα βιογραφικά στοιχεία για το Θεόφιλο είναι σκόρπια και ασαφή.


Ο Θεόφιλος, φορώντας τη φουστανέλα που δεν αποχωριζόταν ποτέ, μαζί με την αδελφή του Ειρήνη, το 1904.
Ο Θεόφιλος, φορώντας τη φουστανέλα 
που δεν αποχωριζόταν ποτέ, μαζί 
με την αδελφή του Ειρήνη, το 1904.

Σύμφωνα με διάφορες μαρτυρίες έφυγε από το νησί σε ηλικία 18 περίπου ετών και πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του στη Σμύρνη. Από την μικρασιατική πόλη έφυγε ύστερα από κάποιο επεισόδιο για να φτάσει στην Αθήνα, όπου κατά τον «ατυχή πόλεμο» του 1897 επιχείρησε να καταταγεί στο στρατό, χωρίς όμως να γίνει δεκτός.


Από εκεί φεύγει για τη Μαγνησία, όπου θα περάσει περί τα 30 χρόνια της ζωής του, και θα αφήσει πλήθος σημαντικών έργων του. Ζωγραφίζει σε καφενεία, ταβέρνες, χάνια, στο χωριό Μηλιές του Βόλου, φιλοτεχνεί την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, αλλά και πολλά σπίτια, ελαιοτριβεία, φούρνους, μύλους κ.α. Στο Βόλο ζωγραφίζει και πλήθος επιγραφών στα προσφυγικά των εκδιωχθέντων από την Μικρά Ασία. Δυστυχώς, πολλά από τα έργα του έχουν καταστραφεί είτε από σεισμούς και πυρκαγιές, είτε από κατεδαφίσεις και αμέλεια.






Ο Λε Κορμπιζιέ (Ch. Le Corbusier) για τον ζωγράφο Θεόφιλο

Πρωτοδημοσιευμένο στο Le Voyage en Grece, τεύχος 4, Άνοιξη 1936 – αλλά εδώ σε μετάφραση του Αντώνη Φωστιέρη, παρμένο απ’ το περιοδικό Η Λέξη, τεύχος 172, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2002, που ήταν αφιερωμένο στον Θεόφιλο.

«Ζωγράφος αυτόχθων του ελληνικού τοπίου και του ελληνικού ήθους. Που κουβαλάει τη μνήμη των πολέμων με τους Τούρκους. Τύπος αυθεντικός μιας Ελλάδας τρυφερής και φωτεινής, απαλλαγμένος από κάθε επιτήδευση, της παλιάς εκείνης Ελλάδας που, έξω από τις πόλεις «του εμπορίου και της βιομηχανίας», είναι ακόμα και σήμερα πανταχού παρούσα. Το τοπίο, ξανθό και απολλώνιο, βουτηγμένο στη μαγεία του φωτός. Ζωγράφος αληθινός. Αληθινός μ’ ένα τρόπο μεγαλόπρεπο, λαμπρό, απλό, φυσικό. Βρισκόμαστε διαμιάς στην επικράτεια του αυθεντικού, του αναμφισβήτητου, του πραγματικού. Η τεχνική του; Μια γραφή ειλικρινής, με σωστό σχέδιο και σωστούς χρωματισμούς. Ο λυρισμός του; Η αναπαυτική βεβαιότης της διάρκειας. Τριγύρναγε στις εξοχές, ζωγράφιζε τοίχους και ταμπέλες, στα καφενεία που οι θαμώνες τα προτιμούν για την καλή παρέα. Δεν του βρίσκεις κανένα ψεγάδι, ούτε ο ίδιος καταβάλλει γι’ αυτό καμμιά ιδιαίτερη προσπάθεια. Είναι όπως είναι. Μέσω του Θεόφιλου, ιδού ο τόπος και οι κάτοικοι της Ελλάδος: χώμα ρόδινο, πεύκα και ελιές, θάλασσα και όρη των θεών, άνθρωποι που λούζονται σε μια επικίνδυνη γαλήνη, πρόσφορη στις απότομες εξάρσεις της ψυχής. Και ιδού εμείς, φωτισμένοι και συγκινημένοι, μπροστά σε τούτη την ύλη την χρυσαφένια, την έτοιμη για λάμψεις απρόβλεπτες».


























Ο ΛΑΪΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ Θεόφιλος: 
Ένας επώνυμος από τον κόσμο των ανωνύμων 

Φώτο: Ο Θεόφιλος φωτογραφίζεται δίπλα   στη μητέρα του φορώντας φουστανέλα   και ζωσμένος άρματα, με το σπαθί υψωμένο   ως ήρωας της Επανάστασης
Φώτο: Ο Θεόφιλος φωτογραφίζεται δίπλα 
στη μητέρα του φορώντας φουστανέλα 
και ζωσμένος άρματα, με το σπαθί υψωμένο 
ως ήρωας της Επανάστασης

Ένας πλανόδιος ζωγράφος που δουλεύει στις αστικές παρυφές μιας αγροτικής κοινωνίας και λίγο πριν πεθάνει «ανακαλύπτεται» από ανθρώπους που διαμορφώθηκαν αισθητικά στο μεγαλύτερο καλλιτεχνικό κέντρο της εποχής· ένας αφανής δημιουργός που με την ανακάλυψή του γίνεται το επίκεντρο της δημοσιότητας· ένας παραδοσιακός τεχνίτης που παρομοιάζεται με τον «αφελή» τελωνοφύλακα Ρουσώ· ένας Έλληνας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που ενσαρκώνει τη λαϊκή ελληνικότητα στα μάτια μιας ελίτ, η οποία παρακολουθεί από κοντά το μοντέρνο κίνημα· ένας επώνυμος από τον χώρο των ανωνύμων: ο Θεόφιλος βρίσκεται, απ' όπου κι αν τον κοιτάξει κανείς, στο μεταίχμιο δύο κόσμων. Αυτό είναι το αντικειμενικό δεδομένο, που εξηγεί τόσο τη ριζική αλλαγή στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όσο και την πρόσληψή του από δύο διαφορετικούς κόσμους.

Γιος τσαγκάρη και εγγονός αγιογράφου, γεννήθηκε το 1871 στη Βαρειά της Μυτιλήνης και πέθανε στο νησί του, ύστερα από πολύχρονες περιπλανήσεις, το 1934. Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ άρχισε να δουλεύει από μικρός και να κερδίζει το ψωμί του ζωγραφίζοντας, κυρίως τοιχογραφίες σε ξωκλήσια και εκκλησίες, σε μαγαζιά, καφενεία και σπίτια. Η δραστηριότητά του σε μια εκτεταμένη περιοχή που, με κέντρο τη Μυτιλήνη, απλώνεται ως τη Σμύρνη και μέχρι την άλλη πλευρά του Αιγαίου, τα χωριά του Πηλίου, τον Βόλο και τα προάστιά του, δεν θα πρέπει να αποδοθεί στο άστατο του χαρακτήρα του, αλλά στην παράδοση του πλανόδιου ζωγράφου, του τεχνίτη μεροκαματιάρη, της οποίας παραμένει ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί, είναι πως ο Θεόφιλος είναι «πετυχημένος» από μικρός, ίσως ήδη από την πρώτη περίοδο της Σμύρνης, και σίγουρα από το 1899 και μετά που εγκαθίσταται στις Μηλιές του Πηλίου. Εδώ έχουμε μια οργανική σχέση ζωγράφου και πελάτη, που λειτουργεί αθόρυβα. Ο Θεόφιλος αποκτά βέβαια τοπικά μια φήμη, όχι όμως για τη ζωγραφική του, αλλά για τη συμπεριφορά του. Με τα μασκαρέματα και τα σπαθιά και τους μπόμπιρες που έσερνε πίσω του ως Μεγαλέξανδρος, είχε γίνει γνωστός στις περιοχές που δούλευε ως αγαθός, και μερικοί δεν δίσταζαν να του κάνουν και χοντρά αστεία, πράγμα που ήταν όμως άσχετο με την τέχνη που ασκούσε. Οι ζωγραφιές του ικανοποιούσαν τα αισθητικά ιδανικά των πελατών του, κι αυτό αποδεικνύεται από τη σταθερή ζήτηση που είχαν.

Η τέχνη του επιτελούσε μία σαφώς προσδιορισμένη κοινωνική λειτουργία. Επί τριάντα χρόνια και παραπάνω η κατάσταση παρέμενε απαράλλαχτα η ίδια. Σ' αυτές τις συνθήκες παραγωγής ο γραπτός έπαινος της ζωγραφικής, ή κάποιο τέλος πάντων είδος «τεχνοκριτικής», δεν έχει θέση. Το διήγημα του Γ. Αδρακτά «Ο φουστανελάς ζωγράφος (χωριάτικη ιστορία)», που έχει ήρωα τον Θεόφιλο (με το ψευδώνυμο Βασιλικός) και δημοσιεύτηκε στο ημερολόγιο του Σκόκου το 1901 με εικονογράφηση του Γαλάνη, αποτελεί τη μοναδική δημόσια αναφορά στον ζωγράφο μας πριν από το 1930, κι αυτή οφείλεται στη γραφικότητα του τύπου του που περιγράφεται με όλη τη δυνατή ειρωνεία από τον τοπικό λόγιο: «Κι αν η μπογιαίς των αλλωνών συμπατριωτών του είναι για να γυαλίζουν τα παπούτσια, όμως τα χρώματα του Βασιλικού είναι για να ομμορφαίνουν τους μπάγκους απ' τα μπακάλικα και της ταβέρναις, όπου με τέχνη και με χάρη εζωγράφιζε τα καράβια στην Κρήτη, τον Καραϊσκάκη, τον Κουταλιανο και την Πεντάμορφη ­ μισή γυναίκα και μισή ψάρι. Ο Βασιλικός, μάτια μου, είναι ζωγράφος, ζωγράφος φοβερός· ούτε είναι ανάγκη ν' αναφέρουμε Ραφαήλους και άλλους Ευρωπαίους συντεχνίτες του για να τον παραβάλωμε και να πούμε τάχα πως ο Έλληνας ζωγράφος είναι καλλίτερος ή χειρότερος απ' τους Ευρωπαίους».

Τι είδους όραση έπρεπε να έχει αυτός που «ανακάλυψε» τον Θεόφιλο, ύστερα από τρεις δεκαετίες που εκείνος δούλευε με επιτυχία για τους ταβερνιάρηδες, μαγαζάτορες και νοικοκυραίους του Βόλου και της Μυτιλήνης; Μία από τις συνήθεις προϋποθέσεις μιας ανακάλυψης δεν είναι η εξοικείωση με παρεμφερή βιώματα και εμπειρίες; Ο νεαρός Γουναρόπουλος, απ' το 1919 εγκατεστημένος στο Παρίσι, που περιδιαβάζοντας στους δρόμους του Βόλου το 1928 στάθηκε μπροστά σ' ένα μπακάλικο με τοιχογραφίες του Θεόφιλου, είχε ζήσει στη Γαλλία όλη τη μόδα του τελωνοφύλακα Ρουσώ και τον θρίαμβο της αφελούς ζωγραφικής. Γι' αυτό και την ανακάλυψή του έσπευσε να τη γνωστοποιήσει στο Παρίσι, στον Έλληνα τεχνοκριτικό Τeriade (Ευστράτιο Ελευθεριάδη), που τότε είχε τη στήλη της τεχνοκριτικής στον L' Ιntrasigeant κι από το 1933 θα είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του περιοδικού των σουρεαλιστών Μinotaure, με εκδότη τον Αlbert Skira. Ο Τeriade ενθουσιάζεται και στο επόμενο ταξίδι του στη Μυτιλήνη σπεύδει να γνωρίσει τον Θεόφιλο και να του προσφέρει υλικά ζωγραφικής και χρήματα με αντιπαροχή έναν αριθμό έργων του. Έτσι, λίγα χρόνια μετά τη συμφωνία του Γουναρόπουλου με την γκαλερί Βαβέν-Ρασπάιγ και του Μπουζιάνη με τον γκαλερίστα της Λειψίας Μπάρχφελντ, ο «φουστανελάς ζωγράφος», χωρίς καν να το επιδιώξει, ίσως κα χωρίς να το καταλάβει, εντάχθηκε σε μία εμπορική σχέση που αποτελούσε για τους περισσότερους Έλληνες καλλιτέχνες το συνώνυμο της αναγνώρισης και της επιτυχίας. 

Θεόφιλου, τοιχογραφίες στο σπίτι του Κοντού, (Ανακασιά Βόλου, 1912) 
Το σπίτι που πέθανε ο Θεόφιλος, στη Μυτιλήνη το 1934 

Ο Τεριάντ, σε μια συνέντευξή του στα Αθηναϊκά Νέα (20.9.1935), ένα χρόνο μετά τον θάνατο του ζωγράφου, δήλωνε πως «όταν ζωγραφίζη σκηνές από μέρη όπου δεν επήγε ποτέ του, η ζωντάνια των αναπολήσεών του μας φέρνει στον Douanier Rousseau με τις θαυμάσιες φανταστικές περιγραφές του... Όπως τον Rousseau τον ανακήρυξαν οι τολμηροί Παρισινοί ζωγράφοι του 1910, έτσι και τον Θεόφιλο θα τον βάλουνε στην πρέπουσά του θέσι, κοντά σε ό,τι υπάρχει ευγενέστερο στην ελληνική τέχνη από τους βυζαντινούς χρόνους ως σήμερα, οι Έλληνες καλλιτέχνες του 1935, που δημιουργούν σιγά σιγά και πάντα προχωρώντας μια νέα ελληνική άνθηση».

Ο παραλληλισμός με τον Ρουσώ, που γίνεται ανεπιφύλακτα και με πνεύμα σίγουρα εγκωμιαστικό, δεν παύει να είναι παραπλανητικός. Ο Γάλλος καλλιτέχνης, γεννημένος το 1844, εκθέτει ήδη το 1885 στο Salon des Champs Εlysees και από το 1896 μέχρι τον θάνατό του, το 1910, στους «Ανεξάρτητους». Η πρόσληψη της «αφέλειάς» του από το γαλλικό καλλιτεχνικό κοινό του τέλους του 19ου και της πρώτης δεκαετίας του 20ού αιώνα, όπως και όλοι του ρεύματος της «αφελούς τέχνης» που δημιουργείται στη Γαλλία, προϋποθέτει τον κορεσμό, τόσο από την ακαδημαϊκή τέχνη (την οποία ο Ρουσώ γνώριζε και θαύμαζε) όσο κι από τον νεωτερισμό των πρωτοποριών. Η ζωγραφική του Ρουσώ αποτελεί μιαν άλλη εκδοχή της ζωγραφικής αντίληψης που δέσποζε στη Γαλλία.

Ο Θεόφιλος, αντίθετα, είναι ιδεολογικά, οικονομικά και ζωγραφικά ενταγμένος σ' ένα άλλο σύστημα. Λειτουργεί στα πλαίσια του ενιαίου αγροτικού πολιτισμού της Βαλκανικής Χερσονήσου και της Μικράς Ασίας του 18ου και του 19ου αιώνα υπό την οθωμανική πολιτική κυριαρχία. Ο πολιτισμός αυτός το 1900 έχει βέβαια πολλαπλά διαβρωθεί. Εξ ου και η ύπαρξη ορισμένων στοιχείων στην τέχνη του Θεόφιλου, που ξεφεύγουν από την πεπατημένη. Αν κανείς συγκρίνει τις τοιχογραφίες στο σπίτι του Κοντού στην Ανακασιά Βόλου (1912) με το υλικό που συνέλεξε με μεράκι ο Μίλτος Γαρίδης, απ' όλα τα Βαλκάνια και τη Μικρασία (Διακοσμητική ζωγραφική, 1996), για παράδειγμα τη διακόσμηση του αρχοντικού του Γεωργίου Σβαρτς στα Αμπελάκια (1798) ή των αρχοντικών στο Μπεράτι, στο Αργυρόκαστρο ή στο Γενή Σεχίρ, θα διαπιστώσει ότι ο Θεόφιλος σπάει το αυστηρά διακοσμητικό πλαίσιο και αδιαφορεί για τις αναλογίες της συνολικής επιφάνειας του τοίχου, προσθέτοντας ιστορικές σκηνές πατριωτικού περιεχομένου με πνεύμα προτρεπτικό, πράγμα ανοίκειο γι' αυτή την παράδοση.

Απ' αυτήν τη σκοπιά, το να εντάσσονται τα έργα του στη λογική της αφελούς τέχνης (το 1933 γίνεται ήδη στο Παρίσι η πρώτη αναδρομική έκθεση «Un siecle de peinture naive») αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα πολιτισμικής ασυνεννοησίας.

Η πρόσληψη του Θεόφιλου ως Έλληνα Ρουσώ αποτελεί ίσως μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις του έργου του. Σ' αυτήν όμως οφείλεται η ανακάλυψή του από τους εκφραστές του συστήματος που αντικατέστησε εκείνο στο οποίο ήταν οργανικά ενταγμένος επί δεκαετίες.

Ωστόσο, οι συνθήκες της ανακάλυψης του Θεόφιλου από τους θιασώτες της έντεχνης τέχνης δεν εξηγούν αυτόματα και την τέχνη του. Το έργο του, από μια πλευρά, αποτελεί μία απ' τις τελευταίες αναλαμπές του φαινομένου που έχει εύστοχα αποκληθεί «λαϊκό ρεύμα στη μεταβυζαντινή ζωγραφική και γλυπτική» και συνήθως φέρει τον γενικό και απροσδιόριστο χαρακτηρισμό «λαϊκή τέχνη». Οι έννοιες δεν είναι συνώνυμες, δείχνουν όμως προς την ίδια κατεύθυνση.

Το μικρό ποσοστό θρησκευτικών έργων που ζωγράφισε ο Θεόφιλος, κυρίως οι Παναγίες, αλλά και πολλά από τα κοσμικά έργα που φιλοτέχνησε, σ' αυτή την παράδοση εντάσσονται.

Απ' την άλλη πλευρά, η ζωγραφική του αποτελεί συνέχεια της διακοσμητικής τέχνης που είχε επικρατήσει στο σύνολο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπό την επίδραση του λεγόμενου Τουρκομπαρόκ. Μήπως είναι κι αυτή τέχνη αφελής, επειδή είναι απλή στα μοτίβα της και περιορισμένη στην ευρηματικότητά της;

Τέλος, υπάρχει και μια τρίτη συνιστώσα στο έργο του Θεόφιλου, που αφορά τη σχέση του με το παρόν. Τα πατριωτικά θέματα, ο Μέγας Αλέξανδρος και οι ήρωες του '21, ο Παναγής Κουταλιανός, οι σκηνές από την αγροτική ζωή, συχνά παρμένες από καρτ-ποστάλ και φωτογραφίες, έχουν ήδη από τη θεματική τους, αλλά κι από τον τρόπο που είναι ζωγραφισμένες, έναν άλλο αέρα που δεν συμβαδίζει με τις υπόλοιπες συνισταμένες του έργου του. Βέβαια, οφείλουμε να τραβήξουμε μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα έργα που ζωγραφίστηκαν πριν και μετά την ανακάλυψή του, δεδομένου ότι στον δυσανάλογα μεγάλο αριθμό φορητών πινάκων που ζωγραφίστηκαν κατά τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια της ζωής του, με βάση τις νέες σχέσεις εργασίας που είχαν διαμορφωθεί, το «αφελές» στοιχείο είναι εντονότερο, και μπορεί εύλογα να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον οι νέοι πελάτες και θαυμαστές του δεν τον εξωθούσαν συνειδητά προς αυτή την κατεύθυνση.

Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί τη γενικότερη διαπίστωση ότι στο σύνολο της παραγωγής του, από τα πρώτα κιόλας χρόνια, υπάρχουν εικονογραφικά στοιχεία που δηλώνουν τη νέα κοινωνία που διαμορφώνεται γύρω του. Ταυτόχρονα υπάρχει και τεχνοτροπικά στο έργο του κάτι το προσωποπαγές, που το διαφοροποιεί πλήρως από την παράδοση της ανώνυμης διακοσμητικής τέχνης, από την οποία εν μέρει προέρχεται και στην οποία εν μέρει ανήκει.

Θεόφιλου. Ο ήρωας Αθανάσιος Διάκος και ο Τσιρίτογλου Ζεγπέκ 
καπετάνιος του Αϊδινιού το 1870. Χρονολογούνται και τα δύο το 1930

Αυτή η τόσο ενιαία, τόσο χαρακτηριστική και τόσο προσωπική δημιουργία, παρ' όλες τις οφειλές της σε περισσότερες παραδόσεις, δεν έφθασε σ' εμάς μέσω του Τεριάντ και του θαυμασμού για την αφελή ζωγραφική. Στην πρόσληψη του Θεόφιλου διακρίνεται ένας άλλος μεγάλος σταθμός, που ακολουθεί είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την πρώτη του ανακάλυψη, κι αυτός θα αποβεί καθοριστικός για μας και τις εμπειρίες μας. Η έκθεση έργων του στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1947, ενώ στη χώρα μαίνεται ο εμφύλιος, σηματοδοτεί ένα καινούργιο ξεκίνημα για τον «φουστανελά ζωγράφο» και μία νέα προσέγγιση του έργου του. Η ομιλία του Σεφέρη στα εγκαίνια της έκθεσης ανοίγει το τεύχος του Μαΐου 1947 της Αγγλοελληνικής Επιθεώρησης, και ακολουθούν δύο μεγάλα δοκίμια, ένα του Δ. Ευαγγελίδη («Η τέχνη του Θεόφιλου») και ένα του Ελύτη («Η αισθητική και συναισθηματική καταγωγή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ», απόσπασμα από «μια πλατειά ψυχογραφική και αισθητική μελέτη για τον Θεόφιλο»).

Εδώ τα περί αφελούς καλλιτέχνη ανασκευάζονται, και στην προσέγγιση του Τεριάντ (που για να είμαστε δίκαιοι εξυμνεί εξίσου το λαϊκό στοιχείο στην τέχνη του Θεόφιλου) περί «δημιουργικής αφέλειας που κάνει την πρωτόγονη τέχνη ίση με την πιο εξελιγμένη κι ίσως και καλλίτερη» αντιπαρατίθεται η ενσάρκωση «των εκφραστικών ορμών του Γένους». Ίσως κανείς δεν εξέφρασε με τόσο απόλυτο και καίριο τρόπο τη νέα προσέγγιση του Θεόφιλου όσο ο Σεφέρης, που ξεκίνησε την ομιλία του συγκρίνοντας την ελευθερία του Μυτηλινιού ζωγράφου μ' αυτή του Θεοτοκόπουλου, για να καταλήξει: «Ύστερα από τον Θεόφιλο δε βλέπουμε πια με τον ίδιο τρόπο· αυτό είναι το σπουδαίο και αυτό είναι το πράγμα που δε μας έφεραν τόσοι περιώνυμοι μαντατοφόροι μεγάλων ακαδημιών. Ο Θεόφιλος μας έδωσε ένα καινούργιο μάτι· έπλυνε την όρασή μας, όπως αυγάζει ο ουρανός, και τα σπίτια, και το κόκκινο χώμα, και το παραμικρό φυλλαράκι των θάμνων, ύστερα από την κάθαρση ενός απόβροχου· κάτι από αυτόν τον παλμό της δροσιάς... η άσκηση της ζωής έχει πολλά να κερδίσει από ανθρώπους σαν τον Θεόφιλο που βρήκαν το δρόμο τους ψηλαφώντας, μόνοι, μέσα στα σκοτεινά μονοπάτια μιας πολύ καλλιεργημένης, καθώς νομίζω, ομαδικής ψυχής όπως είναι η ψυχή του λαού μας».

Η προσέγγιση αυτή επιβλήθηκε και έκανε να ξεχαστούν όλες οι προηγούμενες. Απ' αυτήν και τα υπολείμματά της ζούμε ακόμη σήμερα. Θα ήταν σίγουρα χρήσιμο να διερευνηθεί η επικαιρότητά της το 1947, αλλά και σε ποιο βαθμό είναι επίκαιρη σήμερα. Ένα πράγμα πάντως είναι σίγουρο: όσο απομακρυνόμαστε από τον κόσμο του Θεόφιλου, τόσο περισσότερο θα χρειαζόμαστε, σαν παρηγοριά, τη ζωγραφική του. Οι σελίδες του Σεφέρη, γραμμένες σε χρόνια δύσκολα, γεμάτες ελπίδα για τις δυνατότητες ενός λαού που δοκιμαζόταν, μετέτρεψαν τον ζωγράφο σε ένα σύμβολο της ελληνικής πνευματικής κληρονομιάς. Ανεξάρτητα από το πώς θα θελήσει κανείς να σταθμίσει αυτό το εγχείρημα, γεγονός παραμένει ότι η περίπτωση του Θεόφιλου, μας υποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε με τα δικά μας πλέον μέτρα και σταθμά το ζήτημα της ιστορίας της νεοελληνικής τέχνης αλλά και του πολιτισμού στον οποίο ανήκουμε.

Ο Θεόφιλος του Τσαρούχη

 Τσαρούχης«…Τη δουλειά του Θεόφιλου μπορούμε να τη χωρίσουμε σε τρεις μεγάλες περιόδους, που ξεχωρίζουν αρκετά μεταξύ τους. Πρώτη είναι η περίοδος της Θεσσαλίας. Όπως είπαμε και στην αρχή, τα έργα τα καμωμένα στη Θεσσαλία, αν εξαιρέσουμε τα πετυχημένα κι αριστουργηματικά του, είναι τις περισσότερες φορές σφιγμένα, με μια τάση για σχέδιο, που σπάνια φτάνει σ’ αποτέλεσμα, ενώ στο χρώμα έχουν μια περιορισμένη κλίμακα που, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις -έχω υπ’ όψη μου μερικά θαυμάσια έργα- έχουν κάτι το σχεδιαστικό και συγχρόνως το σκληρό. 

Η εποχή της επανόδου του στη Μυτιλήνη αποτελεί τη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του. Ένα είδος δισταγμού μαζί κι επιμέλειας, που υπάρχει στα έργα του Βόλου, εξαφανίζεται εδώ για να δώσει τη θέση του σε μια χρωματική ευφορία, με πλήθος σπάνιους τόνους, λεπτότατους μα και συγχρόνως γεμάτους ευδαιμονία.

Τα έργα αυτά επιζητούν λιγότερο το σχέδιο, μα ίσως στο βάθος να είναι πιο σχεδιασμένα. Το χρώμα τους φτάνει σε μια λάμψη που εκφράζει ευτυχία, ξενοιασιά και, συγχρόνως, εκστασιακή αυτοσυγκέντρωση. Έχουν μιαν απίστευτη ποιότητα στην ύλη τους, μια δυνατή συνείδηση των κανόνων του έργου τέχνης, με την ανατολίτικη και βυζαντινή σημασία του όρου.


Εκεί γύρω στην εποχή που θα συναντήσει τον Τeriade, ίσως όμως και λίγα χρόνια πριν, η ζωγραφική του αλλάζει. Αυτή είναι η 
τρίτη περίοδός του. Εδώ τα εντυπωσιακά και πολύτιμα χρώματα αρχίζουν να υποχωρούν κάπως, για να δώσουν τη θέση τους σε χρώματα πιο σωστά, πιο ζωγραφικά. Ό,τι ήθελε να κάνει στον Βόλο με το επιμελημένο και σφιχτό σχέδιο, το καταφέρνει τώρα με τα δικά του μέσα: με το χρώμα...».

Ο Τσαρούχης θαυμάζει τη χρωματική ευδαιμονία και τη λάμψη της ζωγραφικής του Θεόφιλου, τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό του. Δεν τον κατατάσσει στην «οικογένεια των αφελών ζωγράφων»: «Τον Θεόφιλο τον παίρνω σαν ζωγράφο που με τη ζωγραφική του είπε αυτά ακριβώς που παρέλειψαν να πουν οι ανακαινιστές της ελληνικής ζωγραφικής του 19ου αιώνος, των οποίων το έμβλημα υπήρξε το "εφάμιλλον των ευρωπαϊκών"». Και καταλήγει:
«Ο Θεόφιλος ανήκει στην αντίθετη παράταξη απ' αυτή στην οποία ανήκουν οι δάσκαλοι, οι καθαρευουσιάνοι κι οι δημοτικιστές, οι ακαδημαϊκοί κι οι μοντέρνοι, οι συντηρητικοί κι οι εξ επαγγέλματος επαναστάτες. Είναι απ' τη μεριά των σοφών και των τρελών, παρέα με τον Σολωμό, τον παγωμένο-θερμότατο Κάλβο, τον Παπαδιαμάντη, τον αναρχικό και άκρως πειθαρχημένο Καβάφη, τον τρελό Χαλεπά, κι όλους αυτούς τους φυσικά επαναστατημένους Έλληνες μα εξίσου φυσικά συντηρητικούς, τους Έλληνες των οποίων η ευλογημένη μεγαλομανία έσπασε τα κλουβιά του διδασκαλισμού. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς ότι αιώνια θα σκανδαλίζει αυτούς που θέλησαν πάντα να βολευτούν».
Ο Τσαρούχης ακόμη πιστεύει ότι: «Και τίποτε να μην ξέραμε για τις φάρσες και τα χωρατά που έκαναν εις βάρος του οι χωριάτες στη Θεσσαλία, θα τα μαντεύαμε από την ειδική εκείνη απάθεια ορισμένων έργων του, τυπική περίπτωση υπερευαίσθητων καλλιτεχνών όταν κάτι τους εμποδίζει να πουν όλη τους την αλήθεια» Από τις εξαιρέσεις σίγουρα είναι οι τοιχογραφίες στο σπίτι του προστάτη του Γιάννη Κοντού. Αυτά γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης το 1967.

φωτογραφία του Θεόφιλου (Κεφαλά) Χατζημιχαήλ με φουστανέλα τέλη 19ου αι. Συλλογή Μουσείου Θεόφιλου.
Θεόφιλος (Κεφαλάς) Χατζημιχαήλ με φουστανέλα 
τέλη 19ου αι. Συλλογή Μουσείου Θεόφιλου.

Ο Θεόφιλος φέρεται να είχε και έντονη συμβολή στα κοινωνικά δρώμενα της περιοχής, με την διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές ενώ την περίοδο της Αποκριάς, συνήθιζε να κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο άλλοτε ντυμένος ως Μεγαλέξανδρος, με μακεδονική φάλαγγα μαθητές σχολείων, και άλλοτε ως ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κουστούμια που έφτιαχνε ο ίδιος.

Υπήρξε πάντοτε ιδιαίτερα φτωχός, και συχνά ζωγράφιζε τοίχους καφενείων ή σπιτιών για ένα κερδίσει ένα πιάτο φαγητό. Εξίσου συχνά έπεφτε θύμα εμπαιγμού και περιφρόνησης ειδικά λόγω της επιλογής του, από μια ηλικία και μετά, να εγκαταλείψει τον ευρωπαϊκό τρόπο ένδυσης και να φοράει φουστανέλα, όπως οι ήρωες που απεικόνιζαν τα έργα του.

Το 1927, ο Θεόφιλος επέστρεψε στη Λέσβο και ένα περίπου χρόνο αργότερα γνωρίστηκε με τον τεχνοκριτικό και έμπορο έργων τέχνης Στρατή Ελευθεριάδη – Teriade, μια γνωριμία που συνέβαλλε αρχικά στη βελτίωση των συνθηκών επιβίωσής του και μετέπειτα (δυστυχώς μετά θάνατον) στην σταδιακή αναγνώριση του έργου του ώσπου το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε το έργο του «χρήζον ειδικής κρατικής προστασίας».

  • Ο Θεόφιλος πέθανε πιθανότατα από τροφική δηλητηρίαση. Βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του στις 24 Μαρτίου του 1934. Η επίσημη αιτία θανάτου ήταν το καρδιακό νόσημα, ωστόσο είναι πιθανό να πέθανε από τροφική δηλητηρίαση. Λέγεται ότι τα αλλοιωμένα τρόφιμα που κατανάλωσε ήταν η αμοιβή του για ένα έργο του.

Πίνακας του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ «Αδάμ και Εύα» 1939
Πίνακας του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ «Αδάμ και Εύα» 1939

Ως το Σεπτέμβριο του 1935, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του, μνεία στο όνομά του γίνεται μόνο σε μερικά δημοσιογραφικά κείμενα στην Αθήνα, τη Μυτιλήνη και το Βόλο. Στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου δημοσιεύεται στα Αθηναϊκά Νέα μια συνέντευξη του Teriade με τίτλο «Μια καλλιτεχνική ανακάλυψη. Ένας άγνωστος μεγάλος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» και την επόμενη χρονιά οργανώνεται από τον Teriade έκθεση έργων του στο Παρίσι.


Ο Θεόφιλος δεν πρόλαβε να ζήσει την αναγνώριση και τη δικαίωση του έργου του. Το περιβάλλον του τον αποκαλούσε κοροϊδευτικά «ο σοβατζής με τη φουστανέλα», οι άνθρωποι του πνεύματος όμως είχαν πάντα κάτι σημαντικό να ψελλίσουν για τον «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής».

«Ένας φτωχός φουστανελάς» από τον Γιώργο Σεφέρη

Γιώργος ΣεφέρηςΟ Τάκης Μπαρλάς (1893 - 1974), δημοσιογράφος και λογοτέχνης, αποκαλεί τον Θεόφιλο «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής» ενώ ο Γιώργος Σεφέρης, ο οποίος το 1947 μιλάει για τον καλλιτέχνη σε έκθεση έργων του στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών, τον συσχετίζει με τον Μακρυγιάννη. Σύντομα, το όνομα και το έργο του ταξιδεύει σε πολλές γωνιές του κόσμου.
«Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του -αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν μάλιστα και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και τού 'σπασαν ένα δυο κόκαλα.
Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους oι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε με ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχτούμε από το λαό.

Θυμούμαι πάντα το Θεόφιλο όταν συλλογίζομαι τον Μακρυγιάννη. Σας έλεγα πως ο Μακρυγιάννης είναι από τις πιο μορφωμένες ψυχές του νέου ελληνισμού, το ίδιο πιστεύω και για το Θεόφιλο, αν η λέξη μόρφωση σημαίνει πνευματική μορφή. Κι αυτή η μόρφωσή τους είναι εξαιρετικά έντονη και δραστήρια. Είναι καταπληκτική η έμφυτη ανάγκη που έχουν να εκφραστούν. Εκμηδενίζει όλες τις δυσκολίες. Θυμάται κανείς κάτι πεισματάρικα φυτά, που όταν πιάσει η ρίζα τους, προχωρούν γκρεμίζοντας φράχτες, σπάζοντας ταφόπετρες. Ο Μακρυγιάννης δημιουργεί έκφραση σε κάθε του ώρα. Και με πετραδάκια της θάλασσας (Β΄ 351) ακόμη κάθεται και γράφει την ιδέα του στο χώμα του περιβολιού του, και συμπληρώνει τη σκέψη της μέρας με τα όνειρα που βλέπει στον ύπνο του».

εικ. Ο Κοραής και ο Ρήγας βοηθούν την Ελλάδα να εγερθεί.   Ελαιογραφία σε χαρτόνι. Θεόφιλου Χατζημιχαήλ
εικ. Ο Κοραής και ο Ρήγας βοηθούν την Ελλάδα να εγερθεί. 
Ελαιογραφία σε χαρτόνι. Θεόφιλου Χατζημιχαήλ

Ο Οδυσσέας ΕλύτηςΗ αισθητική και συναισθηματική 
καταγωγή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ»

Οδυσσέας Ελύτης

«Επιστρέφοντας από την Αμερική, τον Ιούνιο του 1961, σταμάτησα για λίγες μέρες στο Παρίσι και, καθώς βγήκα να χαζέψω στους δρόμους, το πρώτο πράγμα που είδα ήταν, σε μια βιτρίνα βιβλιοπωλείου όπου συνήθιζα να πηγαίνω άλλοτε, τη μεγάλη αφίσα της Έκθεσης του Θεόφιλου, που είχε ανοίξει ακριβώς εκείνη την εβδομάδα στις αίθουσες του Λούβρου. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά. Ε, λοιπόν, ναι. Υπήρχε δικαιοσύνη σ’ αυτόν τον κόσμο».

Ο Teriade χρηματοδοτεί την ίδρυση του Μουσείου Θεόφιλου, που άνοιξε το 1965, στη γενέτειρά του Βαρειά στη Λέσβο, όπου φιλοξενούνται 86 πίνακες του ζωγράφου. Επίσης ως μουσείο Θεοφίλου λειτουργεί το αρχοντικό Χατζηαναστάση, γνωστό σήμερα ως οικία Κοντού, στην Ανακασιά του Δήμου Ιωλκού, τους τοίχους του οποίου φιλοτέχνησε ο ζωγράφος γύρω στο 1912.»

(Λαϊκή Τέχνη) Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ): Γιώργος Σεφέρης, «Θεόφιλος. Ομιλία στα εγκαίνια της έκθεσης έργων του Βρεταννικό Ινστιτούτο Αθηνών» (3 σσ.) Δ. Ε. Ευαγγελίδης, «τέχνη του Θεόφιλου» (7 σσ.) Οδυσσέας Ελύτης, «Η αισθητική και συναισθηματική καταγωγή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ» (4 σσ.) ΑΓΓΛΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, τ. 1, τόμ. Γ', 05/1947 (τελευταία σελίδα: εξώφυλλο περιοδικού). Πηγή: Φάκελοι: Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών Α.Π.Θ.



Αέναη επΑνάσταση | Sophia Ntrekou.gr


Η Τεχνοτροπία - Η Ζωγραφική του Θεόφιλου

Περίοδοι της ζωγραφικής του. Θέματα. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα του Θεόφιλου, χωρίζεται σε 4 περιόδους που συμπίπτουν με σημαντικές αλλαγές στη ζωή του.

Σαν πρώτη αναφέρουμε την παραμονή του στη Σμύρνη, όπου δούλεψε σα ζωγράφος αρκετό χρονικό διάστημα. Σ' αυτή τη χρονική περίοδο που πρέπει να θεωρηθεί και σαν περίοδος μαθητείας του, ασκήθηκε στη ζωγραφική, αλλά δυστυχώς έργα της εποχής αυτής δεν σώθηκαν.

Η δεύτερη καλύπτει την παραμονή του στο Πήλιο (1899-1927). Εκεί ασχολήθηκε με τοιχογραφίες, ζωγράφισε πίνακες, εικόνες και διακόσμησε διάφορα μικροαντικείμενα.

Η τρίτη (1927-1929) περιλαμβάνει το διάστημα, από την επιστροφή του στη Μυτιλήνη μέχρι τη γνωριμία του με τον Ελευθεριάδη (Τεριάντ). Την περίοδο αυτή, γυρίζει τα χωριά του νησιού και ασχολείται με τα ίδια θέματα της δεύτερης περιόδου.

Η τέταρτη περίοδος (1929-1934), αναφέρεται στην εποχή που ήταν στη δούλεψη του Τεριάντ, ως το θάνατο του. Έχοντας εξασφαλίσει μόνιμο εργοδότη, ασχολείται απερίσπαστος με τη ζωγραφική πάνω σε πανί (κάμποτ) και δημιουργεί αρκετούς αξιόλογους πίνακες, που σήμερα κοσμούν το Μουσείο με το όνομά του στη Βαρειά. Τα θέματα των έργων του Θεόφιλου είναι πολλά και ποικίλα γι' αυτό και ο αυστηρός χωρισμός τους σε κατηγορίες είναι δύσκολος. Ωστόσο επιχειρώντας έστω και ένα στοιχειώδη χωρισμό, μπορούμε να τα κατατάξουμε σε:

α) Ιστορικές συνθέσεις. β) Προσωπογραφίες (ηρωικών μορφών, συγχρόνων του, και απεικονίσεις τύπων της εποχής του) γ) Τοπία και απόψεις πόλεων. δ) Σκηνές από την καθημερινή ζωή. ε) Αντιγραφές από εικόνες βιβλίων, κάρτες, ήρωες κλπ. στ) Διακοσμητικά

Η Τεχνοτροπία - Η Ζωγραφική του Θεόφιλου

Πρώτα απ' όλα υπάρχει η επιφάνεια που ζητά από το Θεόφιλο το χρωστήρα του. Αυτή μπορεί να είναι τοίχος, πανί, ντενεκές, ξύλο, οτιδήποτε. Η επιφάνεια αυτή είναι συμπαγής και αδιαπέραστη. Όταν δηλ. ζωγραφιστεί, δεν υπάρχει το βάθος, με την έννοια τη κλασικής προοπτικής, των γεωμετρικών γραμμών και των σημείων φυγής. Ούτε και διαβάθμιση των χρωματικών τόνων. Τα βουνά ή τα σπίτια που είναι μακριά, είναι σε ένταση ίδια χρωματισμένα όσο και τα μπροστινά. Έτσι το έργο φαίνεται επίπεδο, δε διασπά την επιφάνεια, αλλά εκεί πάνω της σταματά. Το βάθος αρχίζει απ' αυτή την επιφάνεια και προεκτείνεται προς τα έξω, προς το θεατή, όπως ακριβώς και στη βυζαντινή ζωγραφική.

Όταν πρόκειται για σύνθεση με πολυπρόσωπες παραστάσεις τότε ο κεντρικός ήρωας της σύνθεσης, τοποθετείται στο μέσο και είναι μεγαλύτερος σε μέγεθος, συγκρινόμενος με τα άλλα εικονιζόμενα πρόσωπα. Επειδή πίστευε ότι στη ζωγραφική πρέπει όλα να φαίνονται, οι μορφές αυτές τοποθετούνται στη σειρά και κατά μέτωπο, όχι σε βάθος, ώστε να μη κρύβει ποτέ η μία την άλλη. Εξαίρεση γίνεται μόνο σε συνθέσεις που αντιγράφει από άλλους ζωγράφους ή από κάρτες, αλλά κι αυτές τις τροποποιεί με τέτοιο τρόπο που στο τέλος το έργο φέρει τη δική του προσωπική σφραγίδα και αποκτά τη δική του αυτοτέλεια.

Στους ήρωες της ελληνικής Ιστορίας και ειδικά σ' αυτούς της ελληνικής επανάστασης, δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη λεβέντικη έκφραση των προσώπων τους, διακοσμώντας τα με μεγάλα μουστάκια, σύμβολα της ανδρειοσύνης τους. Αλλά και τις φορεσιές τους τις χρωματίζει με μεράκι, τις διακοσμεί, τις κεντά πραγματικά. Η ανατομία του ανθρωπίνου σώματος είναι χαρακτηριστική για το Θεόφιλο, και ακολουθεί τους κανόνες της προσωπικής του αντίληψης και έκφρασης.

Ξεκινά πάντα μ' ένα δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι και όσο προχωρεί προς τα κάτω άκρα, το σώμα γίνεται ατροφικό, κονταίνει και καταλήγει στα πόδια, που μαζί με τα παπούτσια, είναι μικρότερα από τα χέρια. Οι τύποι των γυναικείων προσώπων του, είναι σχεδόν πάντα οι ίδιοι και αντιγράφουν βυζαντινά πρότυπα. Πρόσωπα ωοειδή, με τη συνηθισμένη σακούλα κάτω από τα μάτια και σώμα πάντα σε κατά μέτωπο επίπεδη επιφάνεια, που προσφέρεται για διακόσμηση, ή για να δεχθεί τις γραμμικές πτυχές των φορεμάτων. Δυσκολία επίσης μεγάλη αντιμετωπίζει στην προσπάθεια του ν' απεικονίσει παιδικά πρόσωπα. Όλα τα παιδιά στους πίνακες του, έχουν μορφή ηλικιωμένων ατόμων. Τέλος η συμμετρία χαρακτηρίζει έντονα το έργα του Θεόφιλου. Τοποθετεί π.χ. ένα παλικάρι και ένα δένδρο πλάι του, πλάι ένα παλικάρι και ένα δένδρο, με τη σειρά αυτή μέχρι την άλλη άκρη το πίνακα.

Το φόντο του ποτέ δεν είναι γυμνό, αλλά προσεγμένο και διακοσμημένο με δένδρα, λουλούδια, γλάστρες κλπ. τόσο έντονα χρωματισμένα, που πολλές φορές κλέβουν την παράσταση. Αυτά σε γενικές γραμμές είναι τα χαρακτηριστικά εκφραστικά μέσα του Θεόφιλου, που τον κάνουν να ξεχωρίζει έντονα από κάθε άλλο λαϊκό ζωγράφο. Τα χρώματα που δούλευε ο Θεόφιλος, ήταν φτηνές σκόνες βαρελιού και για συνδετικές ύλες χρησιμοποιούσε κατά τις περιστάσεις λινέλαιο, κόλλες, γάλα. Έτοιμα χρώματα σε σωληνάρια δεν αγόραζε, ακόμα και για τις ελαιογραφίες του. Χρησιμοποιούσε τις κοινές λαδομπογιές που χρωματίζουν μέχρι σήμερα τις πόρτες και τα παράθυρα, υλικό δυσκολοδούλευτο, μη προσφερόμενο για τον τονισμό και την απόδοση των λεπτομερειών.

Μεταχειριζόταν συνήθως σκληρά και χονδρά πινέλα, εκτός από λίγες ελαιογραφίες πορτραίτων, όπου υπάρχουν σαφείς ενδείξεις λεπτών και μαλακών πινέλων. Τα χρώματα σκόνες, του δημιουργούσαν τα λιγότερα προβλήματα, αφού γνωστό είναι ότι δουλεύονται και διαλύονται εύκολα. Αν και ήταν λαϊκός και αυτοδίδακτος ζωγράφος, χωρίς προπαίδεια και χωρίς σπουδή έργων άλλων μεγάλων ζωγράφων, το χρώμα το τοποθετούσε σαν ένας έμπειρος και επαγγελματίας καλλιτέχνης. Σε κάθε του πίνακα επικρατεί ένα βασικό χρώμα και γύρω απ' αυτό, αρμονικά τοποθετούνται όλα τα άλλα χρώματα.

Όταν ο ουρανός του έχει σκούρο μπλε χρώμα, το ίδιο σκούρο χρώμα τοποθετεί και στη θάλασσα. Αντίθετα, αν ο ουρανός του είναι γαλάζιος, το ίδιο γαλάζια είναι και η θάλασσα του. Αν σύννεφα του περιέχουν ώχρες ή πορτοκαλιά χρώματα, τα ίδια χρώματα τοποθετούνται και στο έδαφος μετατρέποντας ασυνείδητα, τη γη και το νερό σε μεγάλο καθρέφτη, όπου μέσα καθρεφτίζονται όλα τα χρώματα του ουρανού. Το ανθρώπινο δέρμα το χρωματίζει πάντα με ώχρα και για τις σκιές χρησιμοποιεί το ίδιο περίπου χρώμα, λίγο πιο σκούρο, προς το καφέ. Οι σκιές αυτές τοποθετούνται συνήθως γύρω από τα γυμνά μέρη, για να τονίσουν το περίγραμμα και δεν έχουν καμιά σχέση με το φωτισμό, την πηγή και τη θέση στοιχεία που αγνοεί τελείως. Για τα δένδρα του χρησιμοποιεί όλες τις αποχρώσεις του πράσινου, μικρές δε μαύρες γραμμές σχηματίζουν τα φυλλώματα, ενώ άλλες τονίζουν το περίγραμμα των κορμών. Αυτές οι ίδιες λεπτές γραμμές, αμέτρητες τοποθετούνται και στα ζώα του, με σκοπό να μας δώσουν το φουντωτό τους τρίχωμα.

Οι πολιτείες του απλώνονται επίπεδες και διακοσμητικές σα χαλί. Τα σπίτια φαίνονται πάντα το ένα δίπλα στο άλλο και ποτέ τα μπροστινά δεν κρύβουν τα πίσω. Υπάρχει κι εδώ η μαύρη γραμμή που τονίζει το περίγραμμά τους και φυλακίζει τη φόρμα. Στα περισσότερα επικρατεί το άσπρο χρώμα και ελάχιστα έχουν διαφορετικό, πλην όμως τόσο απαλό, που σε καμιά περίπτωση δε διαταράσσεται η χρωματική αρμονία της πολιτείας του.

Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι ο Θεόφιλος, όσον αφορά τον τρόπο που τοποθετεί το χρώμα, είναι μεγάλος τεχνίτης. Ανάλαφρος, γλυκός, απαλός, τέλειος στους συνδυασμούς του, μ' ένα ένστικτο που τον καθοδηγεί σωστά χωρίς την πυξίδα της μόρφωσης και των κανόνων. Είναι ο εσωτερικός του πλούτος, η ψυχή του που τον καθοδηγεί, είναι ο μοναδικός προσωπικός του τρόπος, που ζήλεψαν αρκετοί μεγάλοι ζωγράφοι και θα ζηλεύουν για πάντα.

Η ανάδειξη

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, όλος ο Δυτικός κόσμος, πίστευε στα κλασικά πρότυπα και απέρριπτε κάθε άλλη μορφή τέχνης. Ακόμα και η Βυζαντινή τέχνη με τις σχηματοποιήσεις της, και την πνευματικοποίηση των μορφών, ήταν κι αυτή παραγνωρισμένη. Αν δεν είχε γίνει η απελευθέρωσή μας από το κλασικό, εδώ και στη Δύση, αν η ελευθέρωση των ιδεών στο χώρο της τέχνης δεν ήταν γεγονός, ο Θεόφιλος θα παρέμενε ακόμα άγνωστος. Ο Γουναρόπουλος της γενιάς του Παρθένη, που αγωνίστηκε γι' αυτή την απελευθέρωση, πρώτος είδε τοιχογραφίες του Θεόφιλου στο Πήλιο, τις φωτογράφισε και τις έδειξε στον Τεριάντ, όταν πήγε στο Παρίσι. Το εξασκημένο μάτι του μεγάλου τεχνοκριτικού διέκρινε αμέσως την ποιότητα, το αυθόρμητο, το αληθινό και αυθεντικό, στο ζωγραφικό του έργο.

Όταν ήλθε στη Μυτιλήνη τον γνώρισε και του ανέθεσε να ζωγραφίσει για τον εαυτό του. Ενθουσιασμένος ο Θεόφιλος, δούλεψε σκληρά και μέχρι που πέθανε δημιούργησε αρκετούς πίνακες σε "κάμποτ". Ο Τεριάντ τους τύλιξε σε καλάμια και τους φύλαξε. Ως το Σεπτέμβριο του 1935, ένα χρόνο μετά τον θάνατο του, μνεία του Θεόφιλου, γίνεται μόνο σε μερικά δημοσιογραφικά κείμενα στην Αθήνα, τη Μυτιλήνη και το Βόλο. Στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου μια συνέντευξη του Τεριάντ δημοσιεύεται στα Αθηναϊκά νέα με τίτλο "Μια καλλιτεχνική ανακάλυψη. Ένας άγνωστος μεγάλος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος, ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. «Την επόμενη χρονιά οργανώνεται από τον Τεριάντ έκθεση έργων του στο Παρίσι, κι αυτό δίνει την ευκαιρία να μιλήσουν για το έργο του προσωπικότητες με διεθνές κύρος.
Οι ελληνικές εφημερίδες, δημοσιεύουν ανταποκρίσεις από το Παρίσι. Ο Τάκης Μπαρλάς τον αποκαλεί «Παπα-διαμάντη της ζωγραφικής». Ο Γιώργος Σεφέρης τον συσχετίζει με τον Μακρυγιάννη, ενώ ο χαράκτης Δημήτρης Γαλάνης αρνείται κάθε αξία στο Θεόφιλο και γενικά στη λαϊκή τέχνη.
Το Μάιο του 1947 εκτίθενται στο Βρετανικό Συμβούλιο Αθηνών έργα του Θεόφιλου. Στα εγκαίνια μίλησε κολακευτικά ο Σεφέρης. Ακολουθούν σχόλια στον τύπο, άλλα κολακευτικά και άλλα ενάντια στην τέχνη του. Άλλοι τον εξυμνούν σαν τον πιο γνήσιο Έλληνα λαϊκό ζωγράφο και άλλοι τον αποκαλούν «σοβατζή». Ο κύκλος των συζητητών ευρύνεται συνεχώς και διαφαίνεται μια τροπή ευνοϊκή για το Θεόφιλο. Ηλίας Βενέζης, Κανέλλης, Σπύρος Βασιλείου, Σικελιανός, Γιάννης Τσαρούχης και πολλά άλλα μεγάλα και γνωστά ονόματα του χώρου της τέχνης, πλουτίζουν τη συζήτηση μ' ενδιαφέρουσες και γόνιμες απόψεις. Από τότε σε ομαδικές ή ατομικές εκθέσεις τα έργα του Θεόφιλου παρουσιάζονται στην Αθήνα, τη Μυτιλήνη, τη Θεσσαλονίκη, το Βόλο, τη Στουτγάρδη, τις Βρυξέλλες, τη Βέρνη, το Παρίσι και τη Γενεύη.
Πολλαπλασιάζονται οι ευνοϊκές κριτικές και η αναγνώριση του Θεόφιλου είναι πια γεγονός. Σημαντικό σταθμό στη μεταθανάτεια «σταδιοδρομία» του ταπεινού φουστανελά, αποτελεί η ίδρυση στη Βαρειά του Μουσείου Θεοφίλου, που χτίστηκε με δαπάνες του Τεριάντ και περιέχει 86 πίνακες της τελευταίας του περιόδου. Τα εγκαίνια έγιναν στις 29 Αυγούστου του 1965. 
Ο Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος ο Β' σε σύντομη ομιλία του τόνισε: «Πολλές φορές ο Κύριος εκλέγει και χρησιμοποιεί τα μωρά, τα ασθενή, τα αγενή, τα εξουθενωμένα, ίνα καταισχύνει αυτούς που δεν θέλουν να εκτιμήσουν το όρισμα του Θεού, όταν τούτο δίδεται εις τους ταπεινούς, τους απλοϊκούς και τους καταφρονεμένους του κόσμου τούτου». 

Ο καθηγητής Καντακουζηνός είπε: «Ήλθαμε όχι μονάχα να προσκυνήσουμε, αλλά και να αποκαταστήσουμε τον εαυτό μας απέναντι του». Τέλος ο Τεριάντ, ο άνθρωπος που έφερε στην επιφάνεια το έργο του Θεόφιλου και τίμησε τον «οπλαρχηγό και θυροφύλακα της Ελληνικής ζωγραφικής» και μαζί μ' αυτόν και το νησί μας που τον γέννησε, αφιέρωσε τα παρακάτω λόγια: « Ένας άνθρωπος γεννημένος στις ακτές του Αιγαίου, στη Λέσβο, άρχισε να κοιτάζει τον κόσμο με την αγνότητα των γαλανών ματιών του. Ήταν κάποιος ζωγράφος, που τον έλεγαν Θεόφιλο».















Η κοίμηση του Θεόφιλου (1873-1934)

O κορυφαίος Έλληνας λαϊκός ζωγράφος κοιμήθηκε ήσυχα και ταπεινά, όπως ταπεινή ήταν και η ζωή του. Ξημερώματα του Ευαγγελισμού του 1934. Aνήμερα της εθνικής μας γιορτής. Σ' ένα προάστιο της Mυτιλήνης, στη γενέτειρά του Βαρρειά. Tη χρονιά του θανάτου του είχε πάρει μια καλή παραγγελία από τον συμπατριώτη του τεχνοκριτικό Στρατή Eλευθεριάδη (Teriade), τον άνθρωπο που πίστεψε στο πηγαίο ταλέντο του. Ίσια για να του εξασφαλίζει τα προς το ζην. Δούλευε ήσυχα και παραγωγικά. Σ' ένα σπιτόπουλο μιας μικρής παρόδου, Iθάκης 17.

Tο απόγευμα της τελευταίας μαρτιάτικης Κυριακής του 1934, έκανε βίζιτα στο σπίτι του αδελφού του Παναγιώτη. Ήταν λίγο χλωμός και αδιάθετος. Tου πρόσφεραν τσιγάρο κι αυτός το 'δωσε στον αδελφό του. H γυναίκα του αδελφού του, η Mαρία, του πρόσφερε τσάι κι ένα παξιμαδάκι. Tο ήπιε σιωπηλά κι έφυγε. Mια γειτόνισσά του, η κυρά Σουλτάνα, που του 'φερνε κάθε πρωί το γάλα, έχοντας να τον δει δυο μέρες, ανησύχησε. Tο βράδυ της Kυριακής, μάλιστα, είχε ακούσει βογγητά μέσα από το κατάλυμα του Θεόφιλου, κι αυτό την έκανε να ανησυχήσει πιο πολύ. Ειδοποίησε κάποιους. Xτύπησαν, αλλά δεν πήραν απόκριση. Tότε έσπρωξαν την πόρτα που πίσω της ο "αλαφροΐσκιωτος" ζωγράφος έβαζε μια βαριά πέτρα. H πόρτα δεν άνοιγε. Έτρεξαν και ειδοποίησαν τον Παναγιώτη και τη Mαρία. O Παναγιώτης έσπασε το παράθυρο, πήδησε μέσα και τον βρήκε νεκρό, πάνω στην κουρελού, που ήταν το μοναδικό στρωσίδι του. Ήταν μέρες νεκρός. Βρωμούσε. Tον θάψανε βιαστικά με έξοδα της δημαρχίας, στο νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονα (εκδοχή Γιάννη Tσαρούχη).

Tη δική της εκδοχή για τον θάνατο του Θεόφιλου, πολλά χρόνια υστερότερα, έδωσε η υστερότοκη αδελφή του Φωτώ, σε συνέντευξή της στον Βασίλη Πλάτανο: "Tον φώναξε ένας πλούσιος να του ζουγραφίση μερικά "κάντρα", σαν είδε πως η τέχνη του είχε αξία και του 'δωσε μπαγιάτικο φαγί από ψάρια και κρέας. O καϋμένος τα πήρε, γιατί στη χάση και στη φέξη έτρωγε τέτοια φαγητά και σαν πήγε στο δωμάτιό του, που το είχε νοικιασμένο στο Βουνάρι της Βυτιλήνης, τα έφαγε με όρεξη κι άφησε τα μισά να τα γιοματίση και ταχιά. Aλλά δεν πρόλαβε. Ήταν χαλασμένα ούτε του σκυλιού τους δεν τα δίνανε, τον πειράξανε και τη νύχτα της παραμονής του Βαγελισμού του 1934, πέθανε από δηλητηρίαση. Tονέ βρήκανε πεθαμένο στερνά από τρεις μέρες που είχε πια βρωμίσει και τονέ πήρε ο Δήμος άρον άρον και τον έθαψε. Δεν προκάναμε ούτε να τον ασπαστούμε, ούτε να τον δούμε".









































10. Πίνακες (Συλλογή)


Αφιερώματα περιοδικών

Πίνακας του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ   «Ερωτόκριτος και Αρετούσα» 1933
Πίνακας του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ
«Ερωτόκριτος και Αρετούσα» 1933 εδώ

1) Αγγλοελληνική Επιθεώρηση τόμος Γ΄ τχ.1/5, 1947
α) Γιώργος Σεφέρης, σ.1-3,
Θεόφιλος (Ομιλία στα εγκαίνια της έκθεσης έργων του στο Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών
β) Δ. Ε. Ευαγγελίδης, σ.4-10,
Η Τέχνη του Θεόφιλου
γ) Οδυσσέας Ελύτης, σ.10-13,
Η Αισθητική και Συναισθηματική καταγωγή του Θ. Χατζημιχαήλ. (απόσπασμα από μια πλατειά ψυχογραφική και αισθητική μελέτη για τον Θ. Χ.)
δ) Έκθεση Θεόφιλου, σ.4-5,
Βρετανικό Ινστιτούτο Αθηνών. Κατάλογος Έργων.
2) Αγγλοελληνική Επιθεώρηση τόμος Γ΄ τχ. 2/6,1947
Πρώτες κρίσεις για το Θεόφιλο σ.60-63
α) Teriade, σ.60,
Μια καλλιτεχνική αποκάλυψις. Ένας άγνωστος μεγάλος Έλλην λαϊκός ζωγράφος. Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. (εφημ. Αθηναϊκά Νέα 20/9/1935)
β) Φορτούνιο, (Σπύρος Μελάς), σ.60-61,
Ο Ζωγράφος Θεόφιλος (εφημ. Ελεύθερον Βήμα 21/9/1935)
γ) Σπύρος Μελάς, σ.61,
Ποιοι ηύραν το Θεόφιλο. (εφημ. Αθηναϊκά Νέα» 22/9/1935)
δ) Maurice Raynal, σ.62,
Theophilos peintre paysan grec. Περ. “Arts et Metiers Graphiques” 15/4/1936
ε) Le Corbusier, σ.62-63,
Theophiles, περ. “Le Voyage en Grece” Άνοιξη 1936
3) Αιολικά Γράμματα, χρόνος ΙΔ. Τχ. 80-81/3-6-1984
Αφιέρωμα στο Λαϊκό Ζωγράφο Θεόφιλο Χατζημιχαήλ και στον αναστηλωτή του Στρατή Ελευθεριάδη- Τεριάντ. –Στα 50 χρόνια του θανάτου του (1934-1984)
α) Γιώργος Σεφέρης, σ.4,
«Ύστερα από τον Θεόφιλο… καινούργιο μάτι…»
β) Γιώργος Βαλέτας, σ.51-53,
Σε ποιους χρωστάμε το Θεόφιλο. Τιμητική στήλη Γουναρόπουλου και Ουράνη
γ) Δ. Ε. Ευαγγελίδης, σ.53,
Σαν ένα θαύμα. (Αγγλοελληνική Επιθεώρηση 1947)
δ) Στρατής Ελευθεριάδης- Teriade, σ.54-56,
Παλιά και Νέα Τέχνη.- Το πρώτο αποκαλυπτικό άρθρο για το Θεόφιλο. (εφ. Αθηναϊκά Νέα 19/9/1935)
ε) Άγγελος Κατακουζηνός, σ.56,
Το Μεγάλο Χρέος
στ) Στρατής Ελευθεριάδης- Teriade, σ.57-58,
Ένας άγνωστος μεγάλος Ζωγράφος. (εφ. Αθηναϊκά Νέα 21/9/1935)
ζ) Γιώργος Βαλέτας, σ.59-60,
Ο Σεφέρης για το Θεόφιλο.-Μια αποκαλυπτική μελέτη του-
η) Γιώργος Σεφέρης, σ.60-64,
Ο Θεόφιλος
θ) Γιώργος Βαλέτας, σ.64,
«Ραψωδός του χρώματος έψαλλε…»
ι) Γιώργος Σεφέρης, σ.65-,
Θεόφιλος-Μακρυγιάννης. (Δοκιμές Α΄, σ.237-238)
κ) Γιώργος Βαλέτας, σ. 66-68
Ο Ελύτης για τον Θεόφιλο
λ) Αφήγηση της νύφης του Μαρίας, σ.68,
Οι τελευταίες στιγμές του Θεόφιλου
μ) Άγγελος Κατακουζηνός, σ.69,
Η Δόξα του Θεόφιλου. (απόσπασμα από τον πρόλογο στο βιβλίο του Ν. Μάτσα)
ν) Γιάννης Τσαρούχης, σ.70-71,
Η Καλλιτεχνική αξία του Θεόφιλου. (απόσπασμα από τον τόμο της Εμπορικής Τράπεζας)
ξ) Τάκης Ελευθεριάδης, σ.72-73,
Θεόφιλος, Οπλαρχηγός και Θυροφύλαξ της Ελληνικής Ζωγραφικής
Θεόφιλος. Αθήνα 1975
ο) Δαυϊδ Λεβή, σ.74-75,
Το σημειωματάριο του Φορτούνιο από τη ζωή του Θεόφιλου. (εφ. Ελεύθερον Βήμα 25/9/1935)
π) Γιώργος Βαλέτας, σ. 75,
«Είχε μεγάλη ιδέα για το έργο του,…»
ρ) Ορέστης Κανέλλης, σ.76-77,
Θεόφιλος ο Μυτιληνιός. (ανέκδοτο άρθρο του Ορέστη Κανέλλη)
σ) Βαγγέλης Καραγιάννης, σ.76,
«Στα 1964 ο Ο. Τ. Εκδόσεων που κυκλοφόρησε..»
τ) Οδυσσέας Ελύτης, σ. 77,
Σαν ψίθυρος ανέμου
υ) Άλκης Θρύλος, σ.78-81,
Ο Θεόφιλος και ο πρώτος υμνητής του. (εφ. Ελευθερία 25/9/1965)
φ) Γιάννης Κοντής, σ.82-87,
Ο Θρύλος του Θεόφιλου
χ) Σπύρος Μελάς, σ.88-90,
Μια αυτοβιογραφία.-Θεοφίλου Βίος.
ψ) Γιώργος Πετρής, σ.90,
Η Γυναίκα στο έργο του.
ω) Στρατής Αναστασέλλης, σ.91-93,
Πώς γνώρισα τον Θεόφιλο. (Απόσπασμα από το βιβλίο του. Αθήνα 1981)
Α) Μήτσος Ν. Τσιάμης, σ. 94-95,
Θεόφιλος.-Ένας πρωτομάστορας της Ρωμιοσύνης
Β) Κίτσος Μακρής, σ.96-99,
Ο Θεόφιλος Μεταθανάτια. (Έλληνες Ζωγράφοι Α΄ Αθήνα 1974)
Γ) Γιώργος Φωκάς, σ.100-102,
Η ζωή και το έργο του Θεόφιλου
Δ) Άρης Ταστάνης, σ. 102,
Π Τσολιάς. (ποίημα). (παράκουλα)
Ε) Γιώργος Πετρής, σ. 103-104,
Ζωγράφιζε από Ιδεολογία. (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ο ζωγράφος Θεόφιλος, Αθήνα 1978)
ΣΤ) Μιχαήλ Σαντορινιού, σ.105-106,
Ο Θεόφιλος και η αξία του.-(Ζωγράφιζε για τον ίδιο λόγο που φορούσε φουστανέλλα). (εφ. Τα Νέα 10/10/1962)
Ζ) Μητροπολίτης Ιάκωβος Κλεόμβροτος, σ.107-108,
Ο Περιφρονημένος Λαϊκός Καλλιτέχνης.-Ο Λόγος στα εγκαίνια του Μουσείου Θεόφιλου στη Βαρειά Μυτιλήνης. (εφ. Δημοκράτης Μυτιλήνης 31/8/1965)
Η) Σίμου Χουτζαίου, σ.109-110,
Ο Μέγας Λαϊκός Ζωγράφος Θεόφιλος. (εφ. Δημοκράτης Μυτιλήνης 26/8/1965)
Θ) Δ. Ευαγγελίδης, σ.111-,
Η Τέχνη του Θεόφιλου. (Αγγλοελληνική Επιθεώρηση 1947)
Ι) Βαγγέλης Καραγιάννης, σ. 112-115,
Η ιστορία μιας λαϊκής λιθογραφίας και μιας σχετικής ζωγραφιάς του Θεόφιλου.
Κ) Σπύρος Μελάς, σ. 126-127,
Ο Ζωγράφος Θεόφιλος. (εφ. Ελεύθερον Βήμα 1/9/1935)
Λ) Ιατρική Πιστοποίησις περί Θανάτου, σ.128
Μ) Κ. Τσελέκας, σ. 133,
Ένα άγνωστο έργο του Θεόφιλου
Ν) Ηλίας Βενέζης, σ.155-157,
Μουσείο Θεόφιλου. «Το θαυμάσιο Δώρο του Τεριάντ στη Λέσβο». (εφ. Το Βήμα 3/9/1965)
Ξ) Γιώργος Βαλέτας, σ.158-170,
Αναδρομές σ’ ένα θαύμα.-Στρατής Ελευθεριάδης-Teriade.-Ο Δαιμόνιος αξιοποιητής του Θεόφιλου
Ο) Γιώργος Βαλέτας, σ.176-177,
Τα Βιογραφικά του. Πότε πέθανε ο Θεόφιλος.
Π) Δ. Ευαγγελίδης, σ.177,
Ο Έλληνας Βαν Γκογκ. (Αγγλοελληνική Επιθεώρηση Γ΄ 1947.απόσπασμα)
Ρ) Χρυσούλα Χατζηγιαννιού, σ.185-188,
Η Μπαλλάντα του Θεόφιλου (του λαϊκού ζωγράφου). Ποίημα. (Βορεινά Παράθυρα, Αθήνα 1983)
Σ) Γιώργος Βαλέτας, σ.189-192,
Συμπλήρωμα Βιβλιογραφίας του Θεόφιλου.
4) Επτά Ημέρες-εφημερίδα Η Καθημερινή Κυριακή 20/3/1994
Επιμέλεια Αφιερώματος: Κωστής Λιόντης
Υπεύθυνος Επτά Ημερών: Βησ. Σταύρακας
1)Κωστής Λιόντης, σ.2-6,
Ο Έλλην ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ. Εξήντα χρόνια από το θάνατο του μεγάλου καλλιτέχνη.
2)Αλέκος Φασιανός, σ.7,
Η μαγεία του Θεόφιλου. Έργα απλά, ελεύθερα, γεμάτα σοφία και γλαφυρότητα.
3)Μαίρη Μιχαηλίδου, σ.8-9,
Η συμβολή του Τεριάντ. Στην ανάδειξη, προβολή και καταξίωση των έργων του Θεόφιλου στην Ευρώπη.
4)Γ. Χ. Χουρμουζιάδης, σ.10-11,
Ο πρώτος μελετητής. Ο Θεόφιλος, όπως τον μελέτησε σε ανύποπτο χρόνο ο Κίτσος Μακρής
5)Αλέξανδρος Ξύδης, σ.12-13,
Η αποκάλυψη του Θεόφιλου. Πως η κριτική του μεσοπολέμου υποδέχθηκε το έργο του Μυτιληνιού ζωγράφου.
6)Κ. Λ.(ιόντης), σ.14,
Η περίφημη κασέλα. Περιείχε τα σύνεργα του Θεόφιλου καθώς και το προσωπικό του σημειωματάριο με σχέδια.
7)Μάνος Ευστρατιάδης, σ.15-17,
Ανέκδοτες μαρτυρίες. Ο Θεόφιλος όπως τον γνώρισαν απλοί άνθρωποι στο Βόλο και τη Σμύρνη. (Μαρία Κοντού. Απ την Ανακασιά Κόρη του Γιάννη Κοντού που ο Θεόφιλος τοιχογράφησε ολόκληρο το σπίτι, αρχοντικό της εποχής) (Κώστας Κορδέλλης. Περιπτεράς στην Ανακασιά) (Κώστας Μπαλαμπάνης. Αγωγιάτης από την Ανακασιά Βόλου)
8)Λάκης Παπαστάθης, Σκηνοθέτης σ.18-19,
Κινηματογραφικός Θεόφιλος. Σκόρπιες σημειώσεις από τον δημιουργό της ομώνυμης ταινίας.
9)Δημήτρης Καταλειφός, Ηθοποιός σ.19,
Ο Θεόφιλος ερωτεύτηκε τη ζωγραφική
10)Γιώργος Πετρής, σ.32,
Ο ζωγράφος του λαϊκού θρύλου. Ήταν ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης, με ποιητική αίσθηση, ένας ρομαντικός άνθρωπος. (απόσπασμα από το άρθρο του συγγραφέα-κριτικού της Τέχνης «Ο ζωγράφος του λαϊκού θρύλου». Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 75/ 3, 1961, σ. 198-200. Οι μεσότιτλοι είναι της σύνταξης)
Μέρος του φωτογραφικού υλικού του αφιερώματος προέρχεται από τα λευκώματα: ΘΕΟΦΙΛΟΣ έκδοση της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (1965) και ΘΕΟΦΙΛΟΣ έκδοση Δήμου Μυτιλήνης-Μουσείο Θεόφιλου (1986). Ευχαριστούμε για την βοήθεια τους σκηνοθέτες Λάκη Παπαστάθη και Μάνο Ευστρατιάδη. Επίσης και τον Γιώργο Γκεζερλή της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
5) περ. Η ΛΕΞΗ τχ.172/11,12,2002. Αφιέρωμα
-Παναγιώτης Τέτσης,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Ο ΠΤΩΧΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΗΣ ΤΗΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΜΑΣ, 907
-Αλέκος Φασιανός,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Ο ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, 918
-Σωτήρης Σόρογκας,
ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟ, 922
-Δημήτρης Μυταράς,
Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ, 926
-Γιάννης Ψυχοπαίδης,
«ΜΟΝΟ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΨΩΜΙΑ ΠΕΦΤΟΥΝ…», 931
-Λάκης Παπαστάθης,
Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ, 935
-Κώστας Πανιάρας,
ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΟΦΙΛΟ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑ ΜΑΣ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑΘΜΑ, 947
-Γιώργος Μανουσάκης,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ, 950
-Βασίλης Γκουρογιάννης,
Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΖΑΛΟΓΓΟΥ, 952
-Δημήτρης Α. Σεβαστάκης,
ΒΛΕΜΜΑ ΙΟΥΝΙΟΥ, 956
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
-E. TERIADE,
ΕΝΑΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΛΛΗΝ ΛΑΪΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ, 960. (Αθηναϊκά Νέα 20/9/1935)
-Σπύρος Μελάς,
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 964 (ΦΟΡΤΟΥΝΙΟ-ΣΠΥΡΟΣ ΜΕΛΑΣ, Ελεύθερον Βήμα 21/9/1935)
-Ανδρέας Εμπειρίκος,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ, ποίημα, 967. (Το σώμα της πρωίας-«Ενδοχώρα» 1935-36)
-Ch. Le Corbusier, μετ. Αντώνης Φωστιέρης,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 968 (Le Voyage en Grece, τχ. Άνοιξη 1936)
-Κώστας Ουράνης,
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 971. (Νέα Εστία τχ. 19/15-11-1930
-Μιχάλης Τόμπρος,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΤΣΟΛΙΑΣ, 974. (Ελληνικά Φύλλα, Χριστούγεννα 1936)
-Άγγελος Σικελιανός,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 979. (Ελεύθερα Γράμματα περ. Β΄ τχ. 2/1-7-1947)
-Κίτσος Α. Μακρής,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 982, (Μικρά Μελετήματα, Βόλος 1960)
-Γιώργος Σεφέρης,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 987. (Δοκιμές, Φέξη 1962)
-Γιάννης Τσαρούχης,
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 994. (Πρόλογος στον τόμο «ΘΕΟΦΙΛΟΣ» της Εμπορικής Τράπεζας, 1971)
-Οδυσσέας Ελύτης,
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ, 1013. («Ο ζωγράφος Θεόφιλος», 1967. Εκδ. Αστερίας 1973)
-Ρούλα Κακλαμανάκη,
ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΙΑΤΟ ΦΑΙ, 1026
--
ΒΙΒΛΙΑ
• ΘΕΟΦΙΛΟΣ, β΄έκδοση
Έκδοσις ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ-Αθήνα 1967
Κείμενο: Στρατής Γ. Ανδρεάδης, 7
Πρόλογος: Γιάννης Τσαρούχης, 9
Ο Ζωγράφος Θεόφιλος: Γιάννης Τσαρούχης
Αι επιγραφαί των έργων του Θεόφιλου,
Ευρετήριον κατά συλλογείς,
• Οδυσσέας Ελύτης
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Εκδ. Αστερίας-Αθήνα 1973. Ο ΝΕΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ, σ.99. δραχμές 150
Η ΑΛΛΗ ΛΕΣΒΟΣ, 9
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ, 59
ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΕ ΕΡΓΑ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ,65
• Στρατής Αναστασέλλης
Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ, εκδ. Κείμενα-Αθήνα 1981, σ.32. (το βιβλίο συνοδεύεται με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Θεόφιλου του 1928. Και με εργογραφία του συγγραφέα) δραχμές 180
• Γιώργος Ν. Γιαννουλέλλης
Ο ζωγράφος ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Η προσωπικότητα και το έργο του. Το μουσείο Θεόφιλου. Ποιος ήταν ο Τεριάντ, εκδ. Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος 1986, σ.136. («Στη μνήμη των ταπεινών της Τέχνης που χάθηκαν χωρίς να τους προσέξουμε»). 500 δραχμές
ΠΡΟΛΟΓΟΣ, 7
Ο Θεόφιλος άνθρωπος του Θεού, 15
Η γνωριμία μου με το έργο του Θεόφιλου, 27
Η ζωγραφική του Θεόφιλου, 40
Οι επιγραφές στις ζωγραφιές του Θεόφιλου, 67
Πως αναγνωρίστηκε το έργο του Θεόφιλου, 73
Αντιστοιχία του Θεόφιλου με άλλους τεχνίτες του πινέλου και του λόγου, 79
Ύμνοι και ονειδισμοί του Θεόφιλου από μεγάλους και μικρούς του πνεύματος,82
Το Μουσείο Θεόφιλου, 99
Τεριάντ-Στρατής Θ. Ελευθεριάδης, 117
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, 127
(από τις σελίδες 128 μέχρι τέλους υπάρχουν ένθετα έργα του Θεόφιλου)
• Γεράσιμος Γ. Ζώρας
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, εκδ. ΟΜΠΡΕΛΑ-Αθήνα 1989, σ. 32. (το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Ιωάννη Γ. Ταϊφάκο). 250 δραχμές
• Εμμανουήλ Παπαζαχαρίου
Ο ΑΛΛΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ. Αντί-βιογραφία, εκδ. Κάκτος 1997, σ.264, (το βιβλίο είναι «στον μαστορ’ –Ιορδάνη). 2000 δραχμές
ΠΡΟΛΟΓΟΣ, 11
ΕΙΣΑΓΩΓΗ, 13
Α΄ Η «ανακάλυψη» του Θεόφιλου, 21
Β΄ Χρονολογίες ζωής και έργου, 51
Γ΄ Χωρίον Βαρειά και Χώρα Μυτιλήνης, 55
Δ΄ Το σχολείο της ζωγραφικής, 63
Ε΄ ο σχολείο των μύθων, 79
ΣΤ΄ Σμύρνη. Το πανόραμα του κόσμου, 99
Ζ΄ Στον πόλεμο του 1897, 123
Η΄ Στις ονομαστές Χώρες του Πηλίου, 133
Θ΄ Επιστροφή στη Σμύρνη, 153
Ι΄ Στα «Παλιά» και στα «Καινούργια» του Βόλου, 163
ΙΑ΄ Ταξίδια και περιπέτειες, 181
ΙΒ΄ Γιατί έφυγε από το Βόλο ο Θεόφιλος, 197
ΙΓ΄ Σάλπιγγες της Ιεριχούς, 205
ΙΔ΄ Κοίμησις και αργή Ανάσταση, 221
ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, 257
• Κίτσου Α. Μακρή
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ Γ΄ ΕΚΔΟΣΗ, εκδ. Βόλος 1998. Δημοτικό Κέντρο Ιστορικών Ερευνών, Τεκμηρίωσης, Αρχείων και Εκθεμάτων Βόλου-Θάλεια Μακρή, σ. 96. Πρόλογος Δ. Ευαγγελίδου. Ξυλογραφίες Νικόλα γλύπτη. Α΄έκδοση Βόλος 1939. Ευρώ 5.50
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗ: Γιάννη Κουτή, 3
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ: Δημήτρης Παλιούρας, 4
Δ. Ε. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ,9
ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Κίτσος Α. Μακρής, 11
ΛΙΓΗ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ, 13
Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ (ΧΡΟΝΙΚΟ), 15
Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ, 23
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟΥ, 31
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΙΚΟΝΩΝ ΕΚΤΟΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ, 35
ΕΡΓΑ του ΘΕΟΦΙΛΟΥ 1-52, σελ.43-94
• ΘΕΟΦΙΛΟΣ-THEOFILOS,
ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-MUNICIPAL ART GALLERY OF THESSALONIKI, Ιανός 2000. Δρχ.3120.
Δίγλωσση έκδοση. Γενικός συντονισμός: Ελένη Σαχσαμάνογλου. Υπεύθυνη έκθεσης-έκδοσης: Παρασκευή Π. Μανάκου. Επιμέλεια έκδοσης-συγγραφή χρονικού: Έλλη Καπλάνη-Κοκκίνη.
(Ο κατάλογος αυτός αποτελεί συνέκδοση της Δημοτικής Πινακοθήκης Θεσσαλονίκης και των εκδόσεων Ιανός. Τυπώθηκε σε 2000 αντίτυπα με την ευκαιρία της έκθεσης «Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» που πραγματοποιήθηκε στη Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης από 16 Νοεμβρίου έως 15 Δεκεμβρίου 1998)
• ΘΕΟΦΙΛΟΣ
ΖΩΓΡΑΦΙΚΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ. Δ΄ έκδοση, Δήμος Μυτιλήνης-Μουσειο Θεόφιλου 2001.
Πρόλογος: Στρατής Πάλλης: Δήμαρχος Μυτιλήνης
Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ: Οδυσσέας Ελύτης
• ΘΕΟΦΙΛΟΣ. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2003, εκδ. Γκοβόστη 2003
(Το ημερολόγιο αυτό των παλαιών παραδοσιακών εκδόσεων Γκοβόστη είναι αφιερωμένο στον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο. Το Ημερολόγιο 2003 κοσμείται με έργα του λαϊκού ζωγράφου. Δεν αναφέρεται επιμελητής ή σχεδιαστής του Ημερολογίου. Υπάρχει ένα ανώνυμο κείμενο με στοιχεία για τον ζωγράφο. Η εικόνα του εξώφυλλου αναπαριστά λεπτομέρεια από τη ζωγραφιά «Ο Ερωτόκριτος χαιρετών την Αρετούσσαν». Στο οπισθόφυλλο, υπάρχει λεπτομέρεια από το έργο του Θεόφιλου «Σκάλα Συκαμιά»)
• Κώστας Πούλος,
Ο ζωγράφος Θεόφιλος, εκδ. Παπαδόπουλος 2003. Τιμή 7 ευρώ. Εικονογράφηση: Εύα Καραντινού
• Κίτσος Α. Μακρής- Αγάπη Καρακατσάνη: Κείμενα,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, εκδόσεις της εφημερίδας «ΤΑ ΝΕΑ» 9/29-6-2006. Στη σειρά ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΖΩΓΡΑΦΟΙ.-ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ ΝΕΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ. Σχεδιασμός-Επιμέλεια σειράς: Άρης Μαραγκόπουλος.
•Ευαγγελία Διαμαντοπούλου
Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΣΤΟ ΠΗΛΙΟ. Ζητήματα ζωγραφικής σκηνοθεσίας. Εκδ. Αλεξάνδρεια 2007, σ.248. (το βιβλίο εκδίδεται: Στη μνήμη του πατέρα μου. Στα όνειρά του»). 18,80 ευρώ
Κατάλογος Εικόνων, 9
Ευχαριστίες, 15
Πρόλογος, 19
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Θεόφιλος κατά-χωρίζει και ιστορεί, 7
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ
Το σπίτι του Γκέκα: Η συμφιλίωση, 63
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ξένοι στην ίδια πόλη, 85
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Το καφενείο του Γκρέκου: Μια αυτοτελής ιστορία, 115
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ
Το σπίτι του Γιάννη Κοντού: Συμπόσιο θεών και ανθρώπων, 127
ΕΠΙΛΟΓΟΣ, 205
Κατάλογος έργων του Θεόφιλου της περιόδου του Πηλίου, 215
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, 235
• Άννα Χατζηγιαννάκη,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, εκδόσεις Κώστας ΑΔΑΜ 2007. σ. 176, 35 ευρώ. Στη σειρά Σύγχρονη Εικαστική Βιβλιοθήκη. Υπεύθυνη Σειράς: Πέγκυ Κουνενάκη
Περιεχόμενα
Η άλλη όψη ενός μύθου, 9
Φουστανελοφόρος στη Σμύρνη, 45
Ο Βόλος των προσφύγων, 81
Επιστροφή στη Μυτιλήνη, 117
Η σημασία του έργου του Θεόφιλου, 153
Χρονολόγιο, 167
Βιβλιογραφία, 176
• Βικτωρία Ζαφειροπούλου,
ΘΕΟΦΙΛΟΣ, εκδ. Προσκήνιο-Άγγελος Σιδεράτος 2007, σελ.100, τιμή 24,10 ευρώ. (το βιβλίο κοσμείται με πίνακες του Θεόφιλου)
• Γιώργος Πετρής
Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ, έκδοση Δήμος Μυτιλήνης 2008, σ.144, (το βιβλίο είναι αφιερωμένο «Στην ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ και στην ΕΛΛΗ στη μητέρα μου και την αδερφή μου»)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗΣ: Νάσος Γιακαλής Δήμαρχος Μυτιλήνη;
ΠΡΟΛΟΓΟΣ, 7
Ο ΒΙΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ, 13
Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ, 37
Ο ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ, 60
ΤΙΤΛΟΙ ΚΑΙ ΛΕΖΑΝΤΕΣ, 69
ΚΕΙΜΕΝΑ ΚΑΙ ΧΩΡΟΣ ΕΠΙΠΕΔΟΣ, 85
ΤΙ ΞΕΡΕΙ ΚΑΙ ΤΙ ΔΕΩ ΞΕΡΕΙ ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙ, 92
ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ, 109
ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΛΕΥΡΕΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ, 121
ΕΠΙΛΟΓΟΣ 134
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ, 137
(Τα οκτώ κεφάλαια του βιβλίου συνοδεύονται και από ένθετες σελίδες με έργα του Θεόφιλου)
• Παντελής Ζωιόπουλος
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ο ιδιοφυής σαλός, εκδ. Αρμός 2008, σ.96. («Αφιερώνεται στη μνήμη της μητέρας μου Αλεξάνδρας»). 15,30 ευρώ
1.ΠΡΟΛΟΓΟΣ, 11
2.Ολίγα για τη ζωή του, 13
3. Ολίγα για το έργο του, 17
4. Σχόλια για το πρόσωπό του, 21
5. Σχόλια για το έργο του, 25
6. Ο ρόλος του Teriade, 33
7. Το αγροτικό στοιχείο στο έργο του, 39
8. Παρουσιάζοντας τον αγροτικό Θεόφιλο, 43
9. Η «σύλληψη» των θεμάτων στο έργο του, 47
10. Η σημασία της γεωργίας για τη βιωσιμότητα ενός έθνους, 65
11. Ένα σχόλιο αλλιώτικο από τα άλλα-Η θέση μου, 71
12 Επίλογος, 83
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ, 87
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ, 93
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΠΙΝΑΚΩΝ, 95
• Νέστορας Μάτσας
ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ- ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ. Γ΄ έκδοση. Πρόλογος του καθηγητή Άγγελου Κατακουζηνού, εκδ. Δωδώνη χ.χ. σελ. 178+24 φύλλα με έργα του. δραχμές 130. (η Τρίτη έκδοση είναι «αφιερωμένη στους ευγενικούς φίλους Άγγελο και Λητώ Κατακουζηνού που τόσο αγάπησαν τον ζωγράφο του ονείρου και των παραμυθιών»)
«Ευλογημένα τα παραμύθια που ζεσταίνουν τη ζωή μας με το ψέμα τους. Ευλογημένα τα όνειρα πού απαλαίνουν τις οδύνες μας. Ευλογημένη η φαντασία που μας ανοίγει ένα ξάγναντο στον ουρανό. Κι ευλογημένοι οι σοφοί τρελλοί που κουρνιάζουν στο παραμύθι, που δένονται στ’ όνειρο και ζούν στη φαντασία…», σελίδα 15.
Σημείωση: Πολύ καλογραμμένο βιβλίο, με εξαιρετική ρέουσα γλώσσα, και ζεστό και απλό ύφος. Με ένα λεξιλόγιο λαογραφικού χρωματισμού. Ευαίσθητη γραφή και τρυφερή. Έτσι σαν παραμύθι της φυλής και του θεόφυλου.
• ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ 1873-1934. THEOPHILOS HATZIMICHAIL.
ΜΟΥΣΕΙΟ ΘΕΟΦΙΛΟΥ-MUSEE DE THEOPHILOS- MUSEUM OF THEOPHILOS- MUSEUM VON THEOPHILOS. Δήμος Λέσβου-Βαρειά Μυτιλήνη χ.χ.
Κατάλογος Έργων ΘΕΟΦΙΛΟΥ. Τελευταία περίοδος (1927-1934). Στις 5 αίθουσες του Μουσείου παρουσιάζονται 86 έργα.
Λίγα λόγια για τον Θεόφιλο και το Μουσείο από τον Νίκο Π. Δαμδούμη. Ο κατάλογος είναι τετράγλωσσος. Σελ.12.
Και ακόμα χρήσιμα είναι τα εξής βιβλία:
Α) Ε. ΤΕΡΙΑΝΤ, Κείμενα για την τέχνη, Πρόλογος ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, Επίλογος Γιάννης Κολοκοτρώνης, εκδόσεις Καστανιώτη 1991. Στην σειρά: ΣΚΕΨΗ, ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ, διεύθυνση: Θανάσης Θ. Νιάρχος.
Β) Γιώργος Πετρής, ΛΑΪΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ. ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ, εκδόσεις Γνώση-Αθήνα 1988
Γ) LE CORBUSIER, ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ. ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑ. Μετάφραση: Λήδα Παλλαντίου. Εισαγωγή-σύνθεση υλικού-επιμέλεια: Γιώργος Σημαιοφορίδης. Εκδόσεις Άγρα 1987, σελίδα 157-159 ΘΕΟΦΙΛΟΣ.
Δ) Η ΛΑΪΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΚΡΗΣ, εκδίδεται από το Καλλιτεχνικό Πνευματικό Κέντρο ΩΡΑ-Αθήνα 1972, με την ευκαιρία της Εκθέσεως και των εκδηλώσεων «Η ΛΑΪΚΗ ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ Ο ΚΙΤΣΟΣ ΜΑΚΡΗΣ», (Θεόφιλος: σελ. 8,11,25,26,27, 56,58, 65,67), δραχμές 2500.
Ε) Κίτσου Α. Μακρή, ΕΠΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΝΕΟΚΛΑΣΣΙΚΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΑΪΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ, εκδόσεις Παρατηρητής-Θεσσαλονίκη 1986.
ΣΤ) Αντώνης Κωτίδης, Μοντερνισμός και «Παράδοση» στην ελληνική τέχνη του μεσοπολέμου, εκδ. University Studio Press 1993, (Θεόφιλος: σελ. 47, 92-93,96)
Ζ) Στέλιος Λυδάκης, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΝΑΪΦ ΖΩΓΡΑΦΟΙ, εκδ. Ίδρυμα Παναγιώτη & Έφης Μιχελή2002 (Θεόφιλος: σ.32,34, 35, 25-29, 36, 30,31, 38,42,43,47,54,58,84, 120,151,152,175)
Η) Γιώργος Σαματούρας, ΔΩΔΕΚΑ ΛΑΪΚΟΙ ΖΩΓΡΑΦΟΙ, Αθήνα 1974, (Θεόφιλος, σελ. 39-112)
Θ) Μιλτιάδης Μ. Παπανικολάου, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ. Ζωγραφική-Γλυπτική, εκδ. Βανιάς- Θεσσαλονίκη 2006. (Η περίπτωση Θεόφιλου, σ.66-)
Αυτά είναι μερικά ακόμα πληροφοριακά στοιχεία για τον λαϊκό ζωγράφο Θεόφιλο, που παραθέτω στα «ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΠΑΡΕΡΓΑ, για όσους αναγνώστες αγαπούν την λαϊκή τέχνη και τις πλαστικές τέχνες.
Στην αντιγραφή και καταγραφή των στοιχείων, συνάντησα και ορισμένους άλλους τίτλους για τον Θεόφιλο, όπως πχ. το «ΘΕΟΦΙΛΟΣ» εκδόσεις Εξάντας Ντοσιέ Τέχνης Ι, Δεκέμβριος 1984. Για τα 500 χρόνια από τον θάνατο του θεόφιλου. Στην έκδοση αυτή συνεργάστηκε ο διευθυντής του Μουσείου «Θεόφιλος» στην Μυτιλήνη του κ. Μαν. Καλιγιάννη. Σημειώσεις: το κείμενο έγραψε ο Εμμανουήλ Μαυρομάτης. Ή το βιβλίο του Η. Κουρτζή, «Τέσσερα δοκίμια για τον Θεόφιλο», Μυτιλήνη 1974, αλλά και το «Ο ζωγράφος Θεόφιλος στη Σμύρνη» της Ηρώ Γεωργιάδη-Λαμπίρη, Αθήνα 1973 κλπ.
Όπως διαπιστώνουμε με ευχαρίστηση, τα βιβλία, τα λευκώματα, τα άρθρα και τα δοκίμια για τον λαϊκό ζωγράφο παραμυθά της φυλής μας, είναι αμείωτο. Το ενδιαφέρον συνεχές και σταθερό αν όχι αυξανόμενο.
Γιώργος Χ. Μπαλούρδος
Πειραιάς 11 Ιουνίου 2019
ΥΓ.
At last, τοιχοκολλήθηκε από τον φρούραρχο της Βουλής η διάλυση της παρούσας και η προκήρυξη εκλογών.
Τουζούρ για τις 500.000 θέσεις εργασίες του κυβερνώντος κόμματος
Άρωμα γυναίκας. Το πασοκ είναι εδώ διαλυμένο ισχυρό
Και τώρα, που πήγε επικεφαλής του ψηφοδελτίου επικρατείας, ποια θα πλένει τις κόκκινες σκάλες; Ε!
Το παιδί, το παιδί πήρε τα όρη και τα βουνά, τα νησιά και τις ραχούλες για να εκλεγεί πρωθυπουργός.
Ενώ ο πρώην, διακοπές στην Ήπειρο, κάνοντας σερφινγκ στην λιμνούλα. Δεν επιβεβαιώνεται ότι είχε γευματίσει εκλεκτά και εκλεκτικά.
Ο κύριος Βασίλης, άδεται, ότι δεν άρχισε ακόμα να μας ψέλνει τα πολιτικά μπινελίκια που δεν τον ψηφίσαμε. Οψόμεθα.
Κυρ Σταύρο, την βάψαμε.
Γιάνη, το ένα ν, σε έφαγε.
Εύγε στα δύο παιδάκια του γυμνασίου της Κρήτης και στους γονείς τους, που βρήκαν τα χρήματα και τα επέστρεψαν στον κάτοχό τους. Υπάρχουν και οι αξίες πέραν των χρημάτων. Ελπίζω να έδωσε τα νόμιμα εύρετρα στα παιδιά ο παθών.
Βατραχοπέδιλα, μαγιό, σαγιονάρες, ψαροντούφεκα, μπρατσάκια, πετσέτες, ηλιακά, γυαλιά ηλίου, και φυσικά ψηφοδέλτια για την 7 Ιουλίου 2019. Όχι επαναληπτικές, είναι τουριστικά ανθυγιεινό για τα μπάνια του λαού. Πάρτε μαζί σας και τον ΑΡΚΑ.


Βιβλιογραφία

• Εισαγωγή, σχολιασμοί, επιπρόσθετα στοιχεία: Σοφία Ντρέκου για την Αέναη επΑνάσταση

• Ο ΛΑΪΚΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ Θεόφιλος: Ένας επώνυμος από τον κόσμο των ανωνύμων (Νίκος Χατζηνικολάου είναι καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης) ΤΑ ΝΕΑ, 03-01-2000, Σελ.: N38 Κωδικός άρθρου: A16632N381

πηγή: Η Τεχνοτροπία - Η Ζωγραφική του Θεόφιλου (Ιάκωβου Μουτζουρέλλη)

• (Λαϊκή Τέχνη) Θεόφιλος (Χατζημιχαήλ): Γιώργος Σεφέρης, «Θεόφιλος. Ομιλία στα εγκαίνια της έκθεσης έργων του Βρεταννικό Ινστιτούτο Αθηνών» (3 σσ.) Δ. Ε. Ευαγγελίδης, «τέχνη του Θεόφιλου» (7 σσ.) Οδυσσέας Ελύτης, «Η αισθητική και συναισθηματική καταγωγή του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ» (4 σσ.) ΑΓΓΛΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ, τ. 1, τόμ. Γ΄, 05/1947 (τελευταία σελίδα: εξώφυλλο περιοδικού).

• Η κοίμηση του Θεόφιλου - περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη» (αριθ. τεύχ. 399, Σεπτέμβριος 2001).

• Κ. Μακρής, Ο ζωγράφος Θεόφιλος στο Πήλιο, γ' έκδοση, εκδ. Δημοτικού Κέντρου Ιστορικών Ερευνών, Αρχείων και Εκθεμάτων Βόλου, Βόλος 1998.

• Ε. Ζάχος Παπαζαχαρίου, Ο άλλος Θεόφιλος, εκδ. Κάκτος, Αθήνα 1997.

• Ντ. Παπασπύρου, Θεόφιλος Γ.Χ. Μιχαήλ, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 1998.

• Αννας Χατζηγιαννάκη, «Θεόφιλος», εκδ. Κ.Αδάμ Εκδοτική, Αθήνα 2007.

• Νίκος Δασκαλοθανάσης, «Ένας ‘μισοαγράμματος’ καλλιτέχνης στις αρχές του 20ού αιώνα: η ‘φορητή συλλογή’ του Θεόφιλου Χατζημιχαήλ» στο Μύθοι και ιδεολογήματα στη σύγχρονη Ελλάδα (επιστημονικό συμπόσιο), Αθήνα, Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας (ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη), 2007, σσ.69-86.

• Λεύκωμα Έκθεση Λέσβιων Ζωγράφων, Βιογραφίες Καλλιτεχνών Έκδοση του Επιμελητηρίου Λέσβου και του Φιλοτεχνικού Ομίλου Μυτιλήνης «Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ», Μυτιλήνη 2002

• «Ο Λε Κορμπιζιέ (Ch. Le Corbusier) για τον ζωγράφο Θεόφιλο»: Πρωτοδημοσιευμένο στο Le Voyage en Grece, τεύχος 4, Άνοιξη 1936 – αλλά εδώ σε μετάφραση του Αντώνη Φωστιέρη, παρμένο απ’ το περιοδικό Η Λέξη, τεύχος 172, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2002, που ήταν αφιερωμένο στον Θεόφιλο.

Ο. Ελύτης, Ο ζωγράφος Θεόφιλος, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1996.

• Ο Θεόφιλος του Τσαρούχη | Ελευθεροτυπία, www.enet.gr

• Το οπτικοακουστικό υλικό (Βίντεο) από www.YouTube, εταιρεία της Google.

• πίνακες: wikimedia.org, logomnimon.wordpress.com

Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Μουσείο - Βιβλιοθήκη Στρατή Ελευθεριάδη - Tériade, Θεόφιλος Χατζημιχαήλ
Μουσείο Θεόφιλου - Οικία Κοντού (Βόλος)
Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, Μουσείο Έργων Θεόφιλου (Μυτιλήνη)
Η κοίμηση του Θεόφιλου (Ιστορία Εικονογραφημένη, Αύγ. 2002)

Βιντεο/αφιέρωμα στον Θεόφιλο (Χατζημιχαήλ)

Ο καθηγητής Άγγελος Κατακουζηνός εγκαινιάζει 
το Μουσείο Θεόφιλου στη Λέσβο το 1965.


Ψηφιακό αρχείο ΕΡΤ
• ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, 2003 Θεόφιλος Ξανά; (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
• ΜΙΝΙΑΤΟΥΡΕΣ ΣΥΝΕΙΚΟΝΕΣ, Μυτιλήνη Μουσείο Θεόφιλου (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
• Ταξιδεύοντας στην Ελλάδα, Η Πόλη της Μυτιλήνης - Μουσείο Θεόφιλου και Μουσείο Tériade (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
• ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ, Ο Θεόφιλος στο Βόλο - Αποκάλυψη στην Άλλη Μεριά (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)
• Έλληνες λαϊκοί ζωγράφοι (Αρχείο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ)


Βίντεο: Ένα τραγούδι «Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» των Χάρη και Πάνου Κατσιμίχα, σε ποίηση του Ανδρέα Εμπειρίκου από την συλλογή «Ενδοχώρα» για τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ.

Εδώ, οι αδερφοί Κατσιμίχα επιστρατεύουν την Έλλη Πασπαλά καθώς και την παιδική χορωδία του Γιάννη Τσιαμούλη για να αποδώσουν με ακρίβεια την ατμόσφαιρα ενός υπέροχου ποιήματος του Ανδρέα Εμπειρίκου.

Οι Κατσιμίχα επιλέγουν μια γυναικεία φωνή να ερμηνεύσει μόνο την πρώτη στροφή του ποιήματος, ενώ μια παιδική χορωδία επαναλαμβάνει φράσεις του ποιήματος. Αξιοσημείωτο είναι πως οι Κατσιμίχα αφήνουν την παιδική χορωδία να πει το τελευταίο δίστιχο! Ηχεί τόσο περίεργα αλλά και απόλυτα ταιριαστά με το ποίημα, να ακούει κανείς τις παιδικές φωνές να τραγουδούν το «αθυρόστομο» δίστιχο που ολοκληρώνει το ποίημα. Μια από τις ωραιότερες στιγμές του δίσκου!!

Θα πούμε το τραγούδι του που ξεκινά απ’ τον ήλιο
με την απόκρημνη λαλιά του τηλεβόα
Ολκάδος που συνάντησε το νεαρό τιτάνα
με ρίγανη στα χείλη του κι ολόκληρη τη χώρα
Μες στο στήθος του... στο στήθος του...

Το ρήμα κρουσταλλώθηκε και φέγγει
κι ακόμα τρέχουν τα κορίτσια
Μες στα πλατιά φουστάνια τους
στις δροσερές μαρμαρυγές της άσπιλης ημέρας
Μέσα στο ρίγος που γελά καθώς ξανθή γοργόνα
σ’ ένα καράβι ορθόπλωρο που πλέχει
στον ουρανό της θάλασσας με τα μεγάλα μάτια

Φωνές θερμές, γλυκές παιδίσκες των ερώτων
πάνω στη γη κι επί των χόρτων ή στα φύλλα
βιβλίου γιομάτου δένδρα πράσινα σαν παραθύρια
που βλέπουν προς την Άνοιξη
προς την Άνοιξη... προς την Άνοιξη...

Χωρίς απροσδιόριστη φενάκη μα με πλήθος
πολύχρωμων παλμών μεταξωτής αιώρας
Σε κάστρο δόξας μυρμηκιάς με πλούσια ζωνη
σφυγμένα δυνατά στη μέση της ημέρας
Πλατιά στα στέρνα μας και τα πουλιά μας 
τρέχουν στον αέρα. ΕΝΔΟΧΩΡΑ, σελ. 89-90



ΤΑΙΝΙΑ: 
Θεόφιλος (ταινία, 1987) 95'
Σενάριο και Σκηνοθεσία: Λάκης Παπαστάθης

Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Σταμάτης Φασουλής, Δημήτρης Καμπερίδης, Ειρήνη Χατζηκωνσταντή, Θεόδωρος Έξαρχος, Υβόννη Μαλτέζου, Θέμης Μάνεσης, Ντίνος Λύρας, Αναστασία Κρίτση, Στράτος Παχής, Μάνος Σταλάκης, Μανώλης Σορμαΐνης, Φρέζη Μαχαίρα, Άρης Πετρόπουλος, Δημήτρης Γιαννακόπουλος.



Θεόφιλος (ταινία, 1987)
ΥΠΟΘΕΣΗ: Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, παρότι γεννήθηκε αρκετές δεκαετίες μετά την επανάσταση του 1821, μια μέρα εγκατέλειψε το ευρωπαϊκό στυλ ντυσίματος και υιοθέτησε την παραδοσιακή φορεσιά, την φουστανέλα. Ταυτίστηκε με τον ελληνικό μύθο ενός κόσμου ηρώων, από το Μεγάλο Αλέξανδρο ως τους κλέφτες και αρματωλούς του 19ου αιώνα. Τρεφόταν από τις καθημερινές μορφές του λαϊκού πολιτισμού και από το φως της Ελλάδας. Φορούσε τα ρούχα των ανθρώπων που ζωγράφιζε. Ζούσε μέσα από τους μύθους και την ιστορία των συμβόλων αυτού του τόπου. Αυτός ο φωτισμένος άνθρωπος, οδηγήθηκε στην πιο απόκρυφη απουσία του Ελληνικού Μύθου, στην τέχνη του. Ζωγράφιζε με ένα μοναδικό προσωπικό τρόπο, πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής.

ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ: Η ταινία Θεόφιλος προβλήθηκε τη σαιζόν 1987 και έκοψε 6.500 εισιτήρια πανελλαδικά. Ήρθε στην 13η θέση σε 20 ταινίες. Λίγο αργότερα προβλήθηκε ως τηλεοπτική μίνι σειρά, με τίτλο «Θεόφιλος 1989».


ΔΙΑΚΡΙΣEIΣ:

Βραβείο Καλύτερης Ταινίας - Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Βραβείο Καλύτερου Α' Ανδρικού Ρόλου - Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Βραβείο Καλύτερων Κοστουμιών - Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
Official Selection - Φεστιβάλ Βερολίνου

Δείτε την Ταινία σε ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 94'












Δείτε ακόμη:






FaceBook:

αέναη επΑνάσταση 20 Σεπτεμβρίου 2015
Ιωάννης Βεϊσάκης 21 Σεπτεμβρίου 2015
Σοφία Ντρέκου 24 Μαρτίου 2015
αέναη επΑνάσταση 24 Μαρτίου στις 10:42 π.μ.

Βασιλική Κατσάρα - 24 Μαρτίου 2015: ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ ΣΑΣ ΚΑΤΑΘΕΤΩ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΟΦΙΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ. ΗΤΑΝ ΤΟ 1999 ΣΤΗ ΘΕΣ/ΝΙΚΗ ΟΠΟΥ ΕΙΧΑ ΕΝΑΝ ΕΡΓΟΔΟΤΗ ΜΕ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΛΛΟΝΗ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ. ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΗΡΘΕ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ Ο ΑΛΕΞΑΝΡΟΣ Γ.

ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΣΥΧΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΥΠΕΡΗΛΙΚΕΣ ΕΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΡΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΜΟΥ ΛΕΕΙ ΜΕΣΑ ΣΕ ΟΛΑ Τ' ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ. ΠΩΣ ΤΑ ΓΟΝΙΚΑ ΤΟΥ ΗΤΑΝ ΠΛΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΕΙΧΑΝ ΒΟΣΚΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΙΟ ΤΟ ΘΕΟΦΙΛΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΙΧΕ <<ΚΟΥΣΟΥΡΙ>> ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΕΙ.

ΠΗΓΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΣΤΗΝ ΑΠΟΘΗΚΗ ΟΠΟΥ ΤΟΝ ΕΒΑΖΑΝ ΝΑ ΚΟΙΜΑΤΑΙ ΚΑΙ ΕΙΔΑΝ ΤΟΝ ΤΟΙΧΟ ΓΕΜΑΤΟ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΓΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΕΔΙΝΑΝ ΚΑΤΙ ΠΑΡΑΠΑΝΩ. Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΤΟΥΣ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΠΩΣ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΓΝΩΣΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΑΠΟ ΠΑΝΤΟΥ ΝΑ ΔΟΥΝ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟ. << ΓΕΛΑΣΑΝ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΜΟΥ ΚΑΙ ΠΗΡΑΝ ΚΑΙ ΣΟΒΑΤΙΣΑΝ ΤΟ ΤΟΙΧΟ, ΕΙΠΕ ΜΕ ΠΙΚΡΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Γ.

ΟΤΑΝ ΛΟΙΠΟΝ ΠΕΘΑΝΕ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΠΟΛΥ ΓΝΩΣΤΟΣ Η ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΓΟΝΙΚΩΝ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΝΑ ΦΕΡΟΥΝ ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΝΑ ΒΓΑΛΟΥΝ ΤΟΥΣ ΣΟΒΑΔΕΣ ΑΛΛΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΤΟ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙ>>.





2 σχόλια:

cleo είπε...

Εξαιρετικό αφίερωμα! Θερμά Συγχαρητήρια!

Σοφία Ντρέκου είπε...

Σας ευχαριστώ θερμά... ✬ ✟