7 Ιουν 2018

Το Νόμπελ λογοτεχνίας του Οδυσσέα Ελύτη (αφιέρωμα)

Ο Ελύτης τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979

Έρευνα, Επιμέλεια Παρουσίασης: Σοφία Ντρέκου

Ο Ελύτης τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979

Στις 18 Οκτωβρίου του 1979, η Σουηδική Ακαδημία αναγγέλλει την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας για το «Άξιον Εστί» (βλ. αφιέρωμα εδώ) στον Οδυσσέα Ελύτη «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία». Ο «Ποιητής του Αιγαίου» παρίσταται στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979 και παραλαμβάνει το βραβείο από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο, γράφοντας μια χρυσή σελίδα στην ιστορία της ελληνικής γραμματείας.

Ο κατά κόσμον Οδυσσέας Αλεπουδέλης, του Παναγιώτη και της Μαρίας Βρανά, με πατρική καταγωγή από την Παναγιούδα Λέσβου και γεννημένος στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο Κρήτης, ήταν το τελευταίο παιδί από τα έξι της οικογένειας. Ανατρεπτικός κι επαναστάτης από πολύ μικρή ηλικία, επέλεξε το ψευδώνυμο Ελύτης με το οποίο θα χαράξει τη δική του πορεία στον κόσμο και θα καταξιωθεί, αντί να χρησιμοποιήσει το κανονικό του επίθετο. Η επιλογή του αυτή συνοδεύτηκε με εκείνη της άρνησης να αναλάβει το πατρικό εργοστάσιο σαπωνοποιίας και πυρηνελαιουργίας που διατηρούσε η οικογένεια στο Ηράκλειο Κρήτης. Πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα.
  • Όπως δηλώνει ο ίδιος σε συνέντευξή του που φυλάσσεται στην ψηφιακή βιβλιοθήκη του ΑΠΘ: «Το πραγματικό μου όνομα κουβαλούσε το βάρος μιας μικρής εμπορικής και βιομηχανικής φήμης που για όσους το έφεραν με υπερηφάνεια -και ήταν όλοι τους άνθρωποι που μόνη τους φιλοδοξία ήτανε το κέρδος - θα ήταν μεγάλη δυστυχία να το δούνε να ταυτίζεται με την υπόσταση ενός ποιητικού έργου παράξενου και ριψοκίνδυνου... Πήρα ψευδώνυμο γιατί θα ήτανε ντροπή να φτιάξω ένα έργο για το οποίο αφιέρωνα όλες μου τις δυνάμεις, όλο μου το πάθος μου για την αφιλοκέρδεια και να το ταυτίσω, ύστερα, με ένα όνομα συνυφασμένο με ο, τι ατομικά εγώ μισώ, δηλαδή, το πρακτικό πνεύμα, την εμπορική πίστη, τον άκρατο ωφελιμισμό».



Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας
  • «Τότε όμως η Ποίηση; Τι αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική ἀντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.»
Οδ. Ελύτης, Ομιλία κατά την τελετή απονομής του Βραβείου
Νόμπελ, Ακαδημία της Στοκχόλμης, 10 Δεκεμβρίου 1979

Η αναγγελία της απονομής του βραβείου από τη Σουηδική Ακαδημία έγινε στις 18 Οκτωβρίου «για την ποίησή του, η οποία, με φόντο την ελληνική παράδοση, ζωντανεύει με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική καθαρότητα βλέμματος τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργικότητα», σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης.

Ο Ελύτης παρέστη στην καθιερωμένη τελετή απονομής του βραβείου στις 10 Δεκεμβρίου του 1979, παραλαμβάνοντάς το από τον βασιλιά Κάρολο Γουστάβο και γνωρίζοντας παγκόσμια δημοσιότητα. Τον επόμενο χρόνο κατέθεσε το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη.

Την απονομή του Νόμπελ ακολούθησαν τιμητικές διακρίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, μεταξύ αυτών και η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευσή του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη» στο Πανεπιστήμιο Ρούτγκερς του Νιου Τζέρσεϊ, καθώς και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.

Ολόκληρη η ομιλία του Ελύτη (1911-1996) στην απονομή του Νόμπελ

Ο Οδυσσέας Ελύτης κάνει μια απόπειρα αυτογνωσιακού απολογισμού 
για τον εαυτό του και την τέχνη του, τη στιγμή που αποδέχεται το βραβείο.

«Η Ποίηση ως καθαρμός των αισθήσεων με σκοπό την αγιότητα»

η ομιλία του Ελύτη στην απονομή του Νόμπελ

Ο Λόγος του Οδυσσέα Ελύτη κατά την τελετή απονομής 
του Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Ακαδημία της Στοκχόλμης

Κύριοι Ακαδημαϊκοί, Κυρίες και Κύριοι,

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας. Επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά-σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλώ για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ’ αντικείμενα σ’ όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα την μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια-ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Όπως επίσης, ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλλουν το «θείο». Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Οχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως. Η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.

Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε ομορφιά. Την ομορφιά που είναι μια οδός -η μόνη ίσως οδός- προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.

Πού λοιπόν βρίσκεται σε έσχατη ανάλυση η αλήθεια; Στην φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν’ αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η ποίηση, που εγείρεται στο σημείον όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του για να τ’ αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσια-ίσια εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.

Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μες από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ αυτή τη γη. Από τον Ηράκλειτο έως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα έως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν» η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε. Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το κάλλος ταυτίσθηκε με το αγαθόν και το αγαθόν με τον Ήλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που -όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους- τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους. Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μιαν «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέραν από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτή την αναπνοή.

Πως να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χαίλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ’ ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν’ ανακράξει: Wozu Dichter in durftiger Zeit! Οι καιροί φευ εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πως αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ’ άστρα εάν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο. Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, εάν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ’ αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ’ εξέθρεψε, μ’ εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.

Τότε όμως η ποίηση; Τί αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς, η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με την χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών. Είναι, το ξέρω, άτοπο ν’ αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στο βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μιαν ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλ’ αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.

Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον ένα τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε -προτού υπάρξει ο Mallarme στα ευρωπαϊκά γράμματα- να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο, τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον T.S. Eliot έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι μεγάλοι μας άλλοι ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο προς το έν ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήταν να επωμιστούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ’ αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέραν από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν’ αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Ελληνα». Δεν μιλώ για επιτυχίες μιλώ για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.

Πώς όμως ν’ αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πως να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το 20 ή έστω το 30% που απομένει ύστερα από την μεταγλώττιση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη μιας κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ’ αυτή την έλλειψη -αν ανεβούμε την κλίμακα- σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης. Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Οταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.

Για τον ποιητή – μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια. Όμως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Όλες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Rimbaud την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ένα κορίτσι που κρατάει ένα κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ’ έναν πίνακα του Matisse και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μία παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκόσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους αρχαίους και μια άλλη από τους μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.

Μπορεί η ποίηση ν’ ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μες απ’ τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί επάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει. Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας».

Ανέκδοτο κείμενο του Ελύτη μετά την απονομή του Νόμπελ 

Ἡ ὁμιλία τοῦ ποιητῆ Ὀδυσσέα Ἐλύτη στοὺς Ἕλληνες 
μετανάστες στὴ Στοκχόλμη (Νοέμβριος 1979)

Ἡ ὁμιλία τοῦ ποιητῆ Ὀδυσσέα Ἐλύτη στοὺς Ἕλληνες   μετανάστες στὴ Στοκχόλμη (Νοέμβριος 1979)

Με αφορμή την ολοκλήρωση του εορτασμού των 100 χρόνων από τη γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη το 2011 στην Ελλάδα, το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων παρουσίασε ένα ανέκδοτο κείμενο του ποιητή, από ομιλία του στους Έλληνες μετανάστες στη Στοκχόλμη. Η ομιλία του ποιητή έγινε τον Νοέμβριο του 1979, μετά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του. Η ομιλία μεταφέρεται αυτούσια με την επισήμανση του Ελύτη «ότι η γλώσσα είναι ένας φορέας ήθους που, αν δεν τον υπακούσεις, θα τιμωρηθείς».

Η ομιλία

«Αγαπητοί φίλοι και συμπατριώτες,

περίμενα πρώτα να τελειώσουν οι επίσημες γιορτές που προβλέπει η «Εβδομάδα Νόμπελ» και ύστερα να ’ρθω σ’ επαφή μαζί σας. Το έκανα γιατί ήθελα να νιώθω ξένιαστος και ξεκούραστος.

Ξεκούραστος βέβαια δεν είμαι. Χρειάστηκε να βάλλω τα δυνατά μου για να τα βγάλω πέρα με τις απαιτήσεις της δημοσιότητας, τις συνεντεύξεις και τις τηλεοράσεις. Αλλά ένιωθα κάθε στιγμή ότι δεν εκπροσωπούσα το ταπεινό μου άτομο αλλά ολόκληρη τη χώρα μου. Κι έπρεπε να την βγάλω ασπροπρόσωπη. Δεν ξέρω αν το κατάφερα. Δεν είμαι καμωμένος για τέτοια. Για τιμές και για δόξες. Τη ζωή μου την πέρασα κλεισμένος μέσα σε 50 τετραγωνικά (μέτρα), παλεύοντας με τη γλώσσα. Επειδή αυτό είναι στο βάθος ή ποίηση: μια πάλη συνεχής με τη γλώσσα. Τη γλώσσα την ελληνική που είναι η πιο παλιά και η πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου.

Ό,τι και να πει ένας ποιητής, μικρό ή μεγάλο, σημαντικό ή ασήμαντο, δεν φέρνει αποτέλεσμα, θέλω να πω δεν γίνεται ποίηση αν δεν περάσει από την κρησάρα της γλώσσας, αν δεν φτάσει στην όσο γίνεται πιο τέλεια έκφραση.

Ακόμα και οι πιο μεγάλες ιδέες, οι πιο ευγενικές, οι πιο επαναστατικές, παραμένουν σκέτα άρθρα εάν δεν καταφέρει ο τεχνίτης να ταιριάσει σωστά τα λόγια του. Μόνον τότε μπορεί ένας στίχος να φτάσει στα χείλια των πολλών, να γίνει κτήμα τους. Μόνον τότε μπορεί να ’ρθει και ο συνθέτης να βάλει μουσική, να γίνουν οι στίχοι τραγούδι. Και για ένα τραγούδι ζούμε, στο βάθος, όλοι μας. Το τραγούδι που λέει τους καημούς και τους πόθους του καθενός μας. Τόσο είναι αλήθεια ότι το μεγαλείο και η ταπεινοσύνη πάνε μαζί, ταιριάζουν.

Ταπεινά εργάστηκα σ’ όλη μου τη ζωή. Και η μόνη ανταμοιβή που γνώρισα πριν από τη σημερινή, ήταν ν’ ακούσω τους συμπατριώτες μου να με τραγουδούν. Να τραγουδούν το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ που μου χρειάστηκε τεσσάρων χρόνων μοναξιά και αδιάπτωτη προσπάθεια, για να το τελειώσω. Δεν το λέω για να περηφανευτώ. Δεν έρχομαι σήμερα για να σας κάνω τον σπουδαίο. Κανείς δεν είναι σπουδαίος από εμάς. Από εμάς, άλλος κάνει τη δουλειά του σωστά κι άλλος δεν την κάνει. Αυτό είναι όλο. Όμως θέλω να μάθετε, όπως το έμαθα κι εγώ στα 68 μου χρόνια: μόνον αν κάνεις σωστά τη δουλειά σου, ο κόπος δεν θα πάει χαμένος.

Ξέρω, μαντεύω, ότι πολλοί από εσάς περίμεναν άλλα πράγματα από εμένα. Τους ζητώ συγγνώμην που δεν θα τους ικανοποιήσω. Αν είχα το ταλέντο του ομιλητή, του δάσκαλου, του ηγέτη, θα είχα ίσως αφιερωθεί στην πολιτική. Τώρα δεν είμαι παρά ένας γραφιάς που πιστεύει σε ορισμένα πράγματα. Κι αυτά τα πράγματα θέλει να τα γνωρίσει και στους άλλους, να τα βγάλει από μέσα του, να τα κάνει έργο.

Εμένα μου έλαχε ν’ αγαπήσω τον τόπο μου όπως τον αγαπάτε κι εσείς. Να τι είναι που μας ενώνει απόψε όλους εδώ πέρα. Η αγάπη μας για την Ελλάδα. Βέβαια, υπάρχουν πολλοί τρόποι ν’ αγαπά ένας λαός τη χώρα του. Αλλά για τον ποιητή, πιστεύω, υπάρχει μόνον ένας: ν’ ανήκει σ’ ολόκληρο το λαό του. Πάνω από τις διαιρέσεις και τις διχόνοιες, ο ποιητής να στέκει και ν’ αγαπά όλον τον λαό του, ν’ ανήκει, το ξαναλέω, σ’ όλο τον λαό του. Δεν γίνεται αλλιώς. Η πατρίδα είναι μία. Ο καθένας στον τομέα του ας έρθει και ας κάνει κάτι, όπως αυτός το νομίζει καλύτερα.

Όμως ο πνευματικός άνθρωπος βλέπει το σύνολο. Θέλω να πιστεύω πως ίσως κι ο ξενιτεμένος, το ίδιο. Για εμάς η Ελλάδα είναι αυτές οι στεριές οι καμένες στον ήλιο κι αυτά τα γαλάζια πέλαγα με τους αφρούς των κυμάτων. Είναι οι μελαχρινές ή καστανόξανθες κοπέλες, είναι τ’ άσπρα σπιτάκια τ’ ασβεστωμένα και τα ταβερνάκια και τα τραγούδια τις νύχτες με το φεγγάρι πλάι στην ακροθαλασσιά ή κάτω από κάποιο πλατάνι. Είναι οι πατεράδες μας κι οι παππούδες μας με το τουφέκι στο χέρι, αυτοί που λευτερώσανε την πατρίδα μας και πιο πίσω, πιο παλιά, όλοι μας οι πρόγονοι που κι αυτοί ένα μονάχα είχανε στο νου τους -όπως κι εμείς σήμερα: τον αγώνα για τη λευτεριά.

Είπε ένας Γάλλος ποιητής, ο Ρεμπώ, πως η πράξη για τον ποιητή είναι ο λόγος του. Κι είχε δίκιο. Αυτό έκανε ο Σολωμός, που για να γράψει το αθάνατο ποίημα του “‘Ελεύθεροι Πολιορκημένοι”, έσωσε και παράδωσε στη φυλετική μας μνήμη το Μεσολόγγι και τους αγώνες του. Αυτό έκαναν ο Παλαμάς, ο Σικελιανός, ο Σεφέρης. Στα φτωχά μου μέτρα το ίδιο πάσχισα να κάνω κι εγώ. Πάσχισα να κλείσω μέσα στην ψυχή μου, την ψυχή όλου του ελληνικού λαού. Να δω πόσο μοιάζανε όλοι οι αγώνες του, από την αρχαία εποχή ίσαμε σήμερα, για το δίκιο και για τη λευτεριά. Κι αυτό θα κάνω όσα χρόνια μου δώσει ο Θεός να ζήσω. Αυτή είναι η πράξη μου. Και το γεγονός ότι έφτασαν να την αναγνωρίσουν οι ξένοι, είναι μια νίκη. Όχι δική μου νίκη. Δική σας. Γι’ αυτό σας ευχαριστώ. Κι αν μου το συγχωρείτε να σας δώσω μια γνώμη – ακούστε την: όσο καλά κι αν ζείτε σ’ αυτή τη φιλόξενη, την ευγενική χώρα, όσο κι αν νιώθετε καλά και στεριώνετε, και κάνετε οικογένεια – μην ξεχνάτε την πατρίδα μας, και προ παντός, τη γλώσσα μας. Πρέπει να ‘σαστε περήφανοι, να ‘μαστε όλοι περήφανοι, εμείς και τα παιδιά μας για τη γλώσσα μας.

Είμαστε οι μόνοι σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που έχουμε το προνόμιο να λέμε τον ουρανό “ουρανό” και τη θάλασσα “θάλασσα” όπως την έλεγαν ο Όμηρος και ο Πλάτωνας πριν δυόμισι χιλιάδες χρόνια. Δεν είναι λίγο αυτό. Η γλώσσα δεν είναι μόνον ένα μέσον επικοινωνίας. Κουβαλάει την ψυχή του λαού μας κι όλη του την ιστορία και όλη του την ευγένεια. Χαίρομαι κι αυτή τη στιγμή που σας μιλάω σ’ αυτή τη γλώσσα και σας χαιρετώ, σας αποχαιρετώ μάλλον, αφού η στιγμή έφτασε να φύγω.

Όμως ένα κομμάτι της ψυχής μου σας το αφήνω μαζί μ’ ένα μεγάλο ευχαριστώ που με ακούσατε. Μακάρι να μπορούσε να σας μείνει, να το κρατήσετε, σαν ένα μικρό φυλαχτό από την πατρίδα».

Αναγγελία της απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας 
στον Οδυσσέα Ελύτη 18 Οκτωβρίου 1979 ΑΡΧΕΙΟ ΕΡΤ
Ταινία Επικαίρων με ειδήσεις Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1979:

Συνέντευξη Τύπου του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» με αφορμή την ανακοίνωση της απονομής σε αυτόν του Νόμπελ Λογοτεχνίας, 19/10/1979. Την επαύριο της ανακοίνωσης της απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Οδυσσέα Ελύτη, ο ποιητής παραχωρεί συνέντευξη Τύπου στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Ο. Ελύτης εκφράζει τις ευχαριστίες του προς τους εκπροσώπους του Τύπου για τον τρόπο με τον οποίο προέβαλαν τη βράβευσή του. Ταυτόχρονα, εκφράζει τις ευχαριστίες του και προς ολόκληρο τον ελληνικό λαό για τη θερμή υποδοχή που επεφύλαξαν στη βράβευσή του, ενώ κάνει αναφορά και στον Γιώργο Σεφέρη, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας που βραβεύθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. (βλ. αφιέρωμα εδώ)


Συνέντευξη του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο σπίτι του στο διαμέρισμα της οδού Σκουφά, 18/10/1979 – 20/10/1979. Ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης γράφει στο γραφείο του. Στη συνέχεια μιλάει για διάφορα αντικείμενα που διακοσμούν το διαμέρισμα της οδού Σκουφά, στο οποίο διαμένει επί 19 έτη. Μεταξύ των αντικειμένων διακρίνεται ξυλόγλυπτη λεπτομέρεια από τέμπλο εκκλησίας, ξύλινο καραβάκι, ακροκέραμο, βυζαντινές εικόνες, χειροποίητο τραπεζάκι, καθώς και ένας πίνακας του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου Χατζημιχάηλ, τον οποίο δώρισε στον Ο. Ελύτη ο συλλέκτης έργων τέχνης Στρατής Ελευθεριάδης (Tériade). Άνδρας απαγγέλει στίχους από την ποιητική συλλογή του Ο. Ελύτη «Προσανατολισμοί». Παραγωγή: Γενική Γραμματεία Τύπου και Πληροφοριών.

Μονταρισμένο βίντεο στο πλαίσιο των αναγκών της εκδήλωσης εγκαινίων της Έκθεσης. Αφιέρωμα στον Οδυσσέα Ελύτη που πραγματοποιήθηκε στις 16/5/2011 στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κερατσινίου. Τα εκθέματα περιέχουν τόσο την κινητή έκθεση που σχεδίασε το ΕΚΕΒΙ για την επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του ποιητή, όσο και επιπλέον υλικό που επιμελήθηκε το προσωπικό της βιβλιοθήκης. Την έκθεση εμπλουτίζουν και οι εκδόσεις έργων του Ελύτη καθώς και έργων για τον Ελύτη και το έργο του από τη συλλογή της βιβλιοθήκης.



Δείτε εδώ επίσης, σχετικό φωτογραφικό υλικό από το Αρχείο της ΕΡΤ:

    


Βίντεο: Η συνέντευξη Τύπου του ποιητή Οδυσσέα Ελύτη στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», μία μέρα μετά την ανακοίνωση της απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στις 19 Οκτωβρίου 1979.

Μηχανή του Χρόνου: Όταν ο Ελύτης και ο Ρίτσος 
αρνήθηκαν να μοιραστούν το Νόμπελ Λογοτεχνίας


Στις 18 Οκτωβρίου του 1978 η σουηδική ακαδημία ανήγγειλε ότι το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας θα απονέμονταν στον Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, ο Ελύτης κατάφερε να κερδίσει το βραβείο «για την ποίηση του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία».

Μετά την αναγγελία για τον νικητή, το πρακτορείο Associated Press έγραψε μεταξύ άλλων στην ανακοίνωσή του ότι: «Από τη Βρετανίδα Ντόρις Λέσσινγκ, τον Γκράχαμ Γκρην, τον Τούρκο Γιοσάρ Κεμάλ που ήταν από τους επικρατέστερους υποψηφίους, η σουηδική Ακαδημία προτίμησε τον Οδυσσέα Ελύτη, παρόλο που το έργο του είναι αμετάφραστο στα σουηδικά».

Η απονομή όπου ο Ελύτης κέρδισε τις εντυπώσεις και οι δηλώσεις των Ελλήνων

Η απονομή έγινε στις 10 Δεκεμβρίου του 1979. Ο Οδυσσέας Ελύτης ντυμένος με φράκο, όπως επέβαλε το πρωτόκολλο, παρέλαβε το Νόμπελ λογοτεχνίας από τον Σουηδό βασιλιά.

Σύμφωνα με τις περιγραφές των παρευρισκόμενων στην αίθουσα τελετής, ο Έλληνας ποιητής, «έκλεψε την παράσταση». Τα άπταιστα γαλλικά του και το περιεχόμενο του λόγου του, που αναφέρονταν στην τέχνη της ποίησης, εντυπωσίασαν το κοινό.

«Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγοι. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες, το τελικό αποτέλεσμα. Ο παράδεισος ή η κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση στους καιρούς τους duzttigez – σκληρούς – είναι ακριβώς αυτή: ότι, η μοίρα μας παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται στα χέρια μας”, ανέφερε μεταξύ άλλων, ο ποιητής στην ομιλία του.

Στην Ελλάδα, τόσο ο πνευματικός, όσο και ο απλός κόσμος εξέφρασε την περηφάνια του για τη διάκριση του Ελύτη. «Ο Ελύτης ανήκει σε μια γενιά που στον καιρό της χλευάστηκε και κοροϊδεύτηκε από το επίσημο «πνευματικό» κατεστημένο του τόπου μας και αναθεματίστηκε από τις δήθεν προοδευτικές παρατάξεις του καιρού του”, ανέφερε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ο Μίκης Θεοδωράκης είπε για τον ποιητή, το έργο του οποίου είχε ήδη μελοποιήσει: “Στο πρόσωπό του βραβεύεται όλη η ελληνική ποίηση, όλη η ελληνική τέχνη, όλος ο ελληνικός λαός».

Ο Ελύτης αντίπαλος με τον Ρίτσο

Το 1978 ο Ελύτης δεν ήταν ο μοναδικός Έλληνας υποψήφιος για το βραβείο, καθώς προτάθηκε και ο Γιάννης Ρίτσος. Λέγεται μάλιστα ότι η πρόθεση της σουηδικής ακαδημίας ήταν να απονείμει το Νόμπελ και στους δύο, γι’ αυτό και έστειλε στην Ελλάδα τον φιλόλογο Ίνγκεμαρ Ρέντιν.

Ο Ρέντιν έκανε την επίσημη πρόταση στους δύο ποιητές, που συμφώνησαν χωρίς δεύτερη σκέψη ότι δεν θα μοιραστούν το βραβείο. Αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν αντίπαλοι.


Πολλοί εκπρόσωποι του πνευματικού χώρου έσπευσαν να συμφωνήσουν μαζί τους και στο τρόπο που αντιμετώπισαν το θέμα.

Ο Σουηδός φιλόλογος επηρέασε την απόφαση

Το Νόμπελ έπρεπε να απονεμηθεί σε έναν από τους δύο και ο Σουηδός φιλόλογος, λέγεται πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση. Ο Ρέντιν, πριν τεθεί το «δίλημμα» είχε ήδη αρχίσει να μεταφράζει την ποίηση του Ελύτη και συγκεκριμένα το πρώτο βιβλίο από το «Άξιον Εστί», τη «Γένεση».

Όταν επέστρεψε στη Σουηδία, έδωσε τις μεταφράσεις στα μέλη της Ακαδημίας που χαρακτήρισαν το έργο του Ελύτη συγκλονιστικό και η πλάστιγγα έγειρε υπέρ του. Υπήρξαν αρκετοί που υποστήριξαν ότι ο Ρίτσος έχασε το Νόμπελ για πολιτικούς λόγους, επειδή ήταν μάχιμος αριστερός. Ο ίδιος ο Ρέντιν σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή του απάντησε κατηγορηματικά, όχι. Η γνώμη του είναι πως ο Ρίτσος είχε γράψει πολύ ωραία ποιήματα, αλλά κανένα δεν φτάνει το «Άξιον Εστί».


Παρά το «κονταροχτύπημα» των δύο μεγάλων ποιητών, όταν τελικά το βραβείο κέρδισε ο Ελύτης, ο Ρίτσος δήλωσε: «Η απονομή του βραβείου Νόμπελ στον μεγάλο μας Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι μία τιμή προς τον Ελύτη, αλλά μία τιμή προς το ίδιο το Νόμπελ.»
  • «Φυσικά υπήρξαν και αρκετοί επικριτές του Ελύτη, ενδεχομένως να ήταν και απογοητευμένοι θαυμαστές του Ρίτσου, που κατέκριναν την απόφαση της σουηδικής ακαδημίας. Ο ίδιος ο Ελύτης είπε αναφερόμενος στους επικριτές του: «αιώνες τώρα φωνάζω Ελληνικά κι ούτε που μου αποκρίνεται κανένας.»
Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης και πέθανε στις 18 Μαρτίου του 1996 από ανακοπή καρδιάς στην Αθήνα.


Ο Ελύτης τιμάται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1979

Εκείνη τη χρονιά ο μικρός άνθρωπος καθόταν σ’ ένα θρανίο δίπλα στον τοίχο απομονωμένος από την άλλη πλευρά των παραθύρων της αίθουσας που ήταν αφιερωμένη στη μελέτη. Είχε ήδη συζητήσεις με μεγαλύτερους εκείνη την εποχή και τον είχαν προσέξει μερικοί. Έτσι δεν του φάνηκε παράξενο όταν ο μεγάλος υπεύθυνος για την τάξη του γυμνασίου εισήλθε στην αίθουσα και κατευθύνθηκε προς αυτόν. Το βήμα του ήταν γοργό αλλά πρόλαβε να δει τη χαρά του στο πρόσωπο, ενώ αυτό ήταν συνήθως σοβαρό. Τον κοίταξε καλά στα μάτια πάνω από το τετράδιό του, όπου δεν σταματούσε να γράφει, έσκυψε προς αυτόν για να μην ενοχλήσει τους άλλους μαθητές και του είπε ψιθυριστά:

- Σήμερα έγινε η απονομή του βραβείου Νόμπελ...
- Σε ποιο τομέα;
- Στη Λογοτεχνία.
- Και ποιος...
- Ένας Έλληνας.

Χαμογέλασε διακριτικά, περίμενε να δει την αντίδραση του μικρού ανθρώπου που κρατούσε ακόμα την πένα του και συνέχισε μόλις την άφησε πάνω στο τετράδιό του.

-Ο Οδυσσέας Ελύτης...

Ήταν Οκτώβρης του 1979 και ποτέ δεν τη ξέχασε. 

* Σημείωση Σ. Ντρέκου: Έχω την πεποίθηση, ότι, είναι ο ίδιος ο κ. Λυγερός, το μικρό παιδί στο θρανίο δίπλα στον τοίχο ! Ήταν μόλις 10 ετών.... Σοφία Ντρέκου 5 Ιουνίου 2018 στις 10:10 μ.μ. 


Πηγή: Αέναη επΑνάσταση | www.sophia-ntrekou.gr

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Η ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη


Η ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη

1895: Ο Παναγιώτης Θ. Αλεπουδέλης από το χωριό Καλαμιάρης της Παναγιούδας Μυτιλήνης, εγκαθίσταται στο Ηράκλειο της Κρήτης, όπου αργότερα ιδρύει εργοστάσια σαπωνοποιΐας και πυρηνελαιουργίας, σε συνεργασία με το νεότερο αδελφό του Θρασύβουλο. Το παλαιότερο όνομα της οικογενείας Αλεπουδέλη ήταν Αλεπός και το ακόμα παλαιότερο Λεμονός. Στην αρχή του κλάδου αυτού, η τοπική παράδοση τοποθετεί το νεομάρτυρα Θεόδωρο Μυτιλήνης. Η μνήμη του εορτάζεται στις 30 Ιανουαρίου.

1897: Γάμος του Παναγιώτη Θ. Αλεπουδέλη με την Μαρία Ε. Βρανά, από το χωριό Παπάδος της Γέρας Μυτιλήνης. Θα γεννηθούν τα παιδία: Μυρσίνη (1898-1960), Θεόδωρος (1900), Βύρων (1903), Κωνσταντίνος (1905-1960), Ευάγγελος (1909) και Οδυσσεύς.

1911: Στις 2 Νοεμβρίου, γέννηση του Οδυσσέα στο Ηράκλειο Κρήτης. Κατοικία στην συνοικία Εφτά Μπαλτάδες, γωνία οδών Αριάδνης και Πασιφάης.

1914: Με την μεταφορά των εργοστασίων στον Πειραιά, η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα, οδός Σόλωνος 98α. Θα μείνει εκεί έως το 1930. Τα καλοκαίρια στην Κρήτη και στην Μυτιλήνη ως το 1919.

1915: Ο Ε. Βενιζέλος, μετά την παραίτησή του, αναχωρεί για Μυτιλήνη και μένει φιλοξενούμενος, στο οικογενειακό κτήμα Αλεπουδέλη (25 Απριλίου - 26 Μαΐου)

1917: Εγγραφή στο ιδιωτικό σχολείο Δ. Ν. Μακρή, στην οδό Ιπποκράτους, όπου θα φοιτήσει επί επτά χρόνια. Ανάμεσα στους δασκάλους του, ο Γιάννης Αποστολάκης και ο Ι. Θ. Κακρίδης. Εσωτερική γκουβερνάντα η Γερμανίδα Anna Keller, που θα μείνει κοντά στην οικογένεια έως το 1925. Τον Σεπτέμβριο νέα παραμονή του Βενιζέλου στην έπαυλη Ακλειδίου, μαζί με τον Ναύαρχο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Δαγκλή.

1918: Πεθαίνει η αδελφή του Μυρσίνη από επιδημία ισπανικής γρίπης. Το σπίτι θα βυθισθεί στο πένθος.

1919: Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς εγκαινιάζονται οι διακοπές στις Σπέτσες, σε σπίτια γεμάτα από αναμνήσεις του 1821. Εδώ ο Οδυσσέας θα έρθει σε επαφή με την θάλασσα.

1920: Καλοκαίρι στις Σπέτσες, οικία Καστριώτη (παλαιά Μπουμπουλίνας). Τον Νοέμβριο πτώση του Βενιζέλου και συνέπειες για την οικογένεια.

1921: Καλοκαίρι στις Σπέτσες, οικία Πετρόπουλου, σημερινό Δημαρχείο.

1922: Στο σχολείο ο Οδυσσέας αναδεικνύεται πρώτος δρομέας στα 100 μέτρα, θέση που θα κρατήσει σε όλους τους αγώνες μέχρι το 1927. Καλοκαίρι στις Σπέτσες, οικία Καρακαλλά, στην Κουνουπίτσα. Με την μικρασιατική καταστροφή η οικογένεια εγκαταλείπει το νησί, επιστρέφει στην Αθήνα και περιθάλπει πρόσφυγες.

1923: Καλοκαίρι, ταξίδι οικογενειακό στην Ευρώπη (Βενετία, Λοζάννη, Φραγκφούρτη, Bad Neuheim, Μόναχο, Βελιγράδι). Στη Λοζάννη παρουσίαση του Οδυσσέα στον Βενιζέλο.

1924: Καλοκαίρι στις Σπέτσες, οικία Καρακαλλά. Το φθινόπωρο εγγραφή στο Γ' Γυμνάσιο αρρένων Αθηνών, γωνία Λυκαβηττού και Σόλωνος. Εκτός από τη δράση του στο περιοδικό "Διάπλασις των Παίδων", όπου γράφει με 13 διαφορετικά ψευδώνυμα, επίδοση στα μαθήματα των Ελληνικών και της ιστορίας. Συμμετέχει στη φυσιολατρική ομάδα του καθηγητή της γεωγραφίας Ιωάννη Σαρρή.

1925: Καλοκαίρι στις Σπέτσες, οικία Χαραμή, στη συνοικία Αγίου Νικολάου. Θάνατος του πατέρα του. Η οικογένεια για ένα διάστημα κατοικεί στο παλαιό Φάληρο.

1926: Πρώτα φιλολογικά ενδιαφέροντα. Το καλοκαίρι Τήνος, Μύκονος, Σαντορίνη.

1927: Υπερκόπωση και αδενοπάθεια. Στροφή στο διάβασμα ελληνικών και γαλλικών βιβλίων και περιοδικών. Ανακάλυψη του Καβάφη και του Καρυωτάκη.

1928: Απολυτήριο γυμνασίου. Παίρνει το απολυτήριο του με βαθμό 7 και 3/11. Στην Πρέβεζα αυτοκτονεί ο Καρυωτάκης. Στις 19 Αυγούστου πανηγυρική επιστροφή του Βενιζέλου.

1929: Χρόνος αργίας μεταξύ σχολείου και πανεπιστημίου. Αποφασιστική στροφή στην ποίηση. Ψάχνοντας για βιβλία στο βιβλιοπωλείο του Κάουφμαν, ανακαλύπτει τον Éluard (Πωλ Ελυάρ) και τον Jouve (Πιέρ Ζαν Ζουβ). Πρώτα ποιήματα και αποστολή τους σε περιοδικά με διάφορα ψευδώνυμα. Καλοκαίρι, Σύρος και Τήνος. 

1930: Είσοδος στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Απώθηση των ποιητικών του τάσεων και προσήλωση στα νομικά. Η οικογένεια μετακομίζει στην οδό Μοσχονησίων 146. Πρώτη του επαφή με τον Μαρξισμό. Μεταφράζει από τα γαλλικά Trotski για την εφημερίδα των φοιτητών.

1933: Μέλος της «Ιδεοκρατικής Φιλοσοφικής Ομάδας του Πανεπιστημίου Αθηνών» που οργανώνει συμπόσια και συζητήσεις με τους νέους καθηγητές Κ. Δ. Τσάτσο, Π. Κανελλόπουλο, Ι. Συκουτρή και Ι. Θεοδωρακόπουλο. Γνωριμία στους κύκλους αυτούς με τον αφιχθέντα τότε από την Ιταλία Γιώργο Σαραντάρη. Καλοκαίρι, Χίος και Μυτιλήνη.

1934: Γράφει τα «Πρώτα ποιήματα», όπως παρουσιάζονται αργότερα στον τόμο Προσανατολισμοί. Μεγάλες περιηγήσεις στη Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο.

1935: Γνωριμία με τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που θέτει στη διάθεσή του την πλούσια στη μοντέρνα ποίηση βιβλιοθήκη του. Επηρεασμένος από τον Εμπειρίκο δοκιμάζει κάποια ποιήματα αυτόματης γραφής. Το Πάσχα μαζί του στην Μυτιλήνη. Ανακάλυψη του Θεόφιλου. Το καλοκαίρι ο Σαραντάρης τον φέρνει σε επαφή με τον Αντρέα Καραντώνη και τον κύκλο του περιοδικού Τα νέα Γράμματα, Γ. Κ. Κατσίμπαλη, Γ. Σεφέρη, Γ. Θεοτοκά. Βίαιη απόσπαση των χειρογράφων του και δημοσίευση μιας εκλογής ποιημάτων από τεύχος Νοεμβρίου, με το ψευδώνυμο Ελύτης. Επίσημα βαφτίσια στην ταβέρνα του Μπάρμπα-Γιάννη.

1936: Θάνατος του Βενιζέλου. Τακτική συνεργασία με "Τα νέα γράμματα" (ποιήματα "Προσανατολισμοί" και μεταφράσεις από τον Éluard [Πωλ Ελυάρ]). Απαρχή στενής φιλίας με τον Νίκο Γκάτσο. Συμμετέχει σε μια έκθεση υπερρεαλισμού διοργανωμένη στο σπίτι του Εμπειρίκου με πέντε - έξι φωτογραφικά collages. Εγκαταλείπει τις πτυχιακές εξετάσεις του και κατατάσσεται στο Στρατό.

1937: 8 Ιανουαρίου έως 8 Σεπτεμβρίου στην Κέρκυρα, μαθητής στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών. Αδιάκοπα γυμνάσια και σκληρή πειθαρχεία. Ο Σεφέρης που είναι πρόξενος στην Κορυτσά του γράφει συχνά και τον παρηγορεί. Κατόπιν ανθυπασπιστής στον 6ο Λόχο του 2ου Τάγματος του 1ου Συντάγματος Πεζικού, στην Αθήνα.

1938: Τον Μάρτιο απολύεται από το Στρατό. Μεταφράζει Pierre Jean Jouve. Γράφει τις "Σποράδες". Δημόσιες συζητήσεις με αφορμή το άρθρο του "Οι κίνδυνοι της ημιμάθειας" (Τα Νέα Γράμματα). Με τον Νίκο Γκάτσο καθιερώνουν το φιλολογικό κέντρο του καφενείου Λουμίδη, στην οδό Σταδίου, που θα κρατήσει περίπου δέκα χρόνια. Καλοκαίρι στην Πάρο, Νάξο.

1939: Προσανατολισμοί (με δηλωμένο έτος 1940, 310 αντίτυπα). Μεταφράζει Lautréamont (Λωτρεαμόν). Γράφει το "Η θητεία του καλοκαιριού". Καλοκαίρι στη Μύκονο. Φθινόπωρο, Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία.

1940: Εγκατάσταση με την οικογένεια του στην οδό Ιθάκης 31, πρώτο όροφο. Πρώτη μετάφραση ποιημάτων του στα γαλλικά από τον Samuel Baud - Bovy. Συνεργασία στα εβδομαδιαία Νεοελληνικά Γράμματα. Το καλοκαίρι μηνιαία μετεκπαιδευτική επιστράτευσή του στο 1ο Σύνταγμα και εγκατάσταση του στο Στρατόπεδο Πικερμίου. 28η Οκτωβρίου: κατατάσσεται ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου του Α' Σώματος Στρατού. Με το Στρατηγείο Μέτσοβο, Ζίτσα, Καρίτσα. Στις 13 Δεκεμβρίου μετατίθεται στη ζώνη πυρός ως ανθυπολοχαγός του 4ου Λόχου του 2ου Τάγματος του 24ου Συντάγματος Πεζικού. Με την προώθηση, Άγιοι Σαράντα, Μπορς, Καλλαράτες, Νιβίτσα, Μπούμπαρι, Μπολένα.

1941: Με βαρύ κρούσμα κοιλιακού τύφου στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων (Παθολογικόν- Αξιωματικών). Τις παραμονές της εισβολής των Γερμανικών στρατευμάτων μεταφέρεται στο Αγρίνιο κι από εκεί στην Αθήνα όπου συμπληρώνει την ανάρρωση του τις πρώτες μέρες της Κατοχής. Αρχίζει την ποιητική σειρά «Ήλιος ο πρώτος». Πληροφορίες για ένα ποίημα με τίτλο Βαρβαρία, που ποτέ όμως δεν δημοσιεύτηκε.

1942: Ολοκλήρωση της σειράς «Ήλιος ο πρώτος». Γράφει τη μελέτη «Η αληθινή φυσιογνωμία και η λυρική τόλμη του Ανδρέα Κάλβου», που έχει συλλάβει στο μέτωπο την ανακοινώνει στον «Κύκλο Παλαμά».

1943: Κηδεία του Κωστή Παλαμά. «Ήλιος ο πρώτος» (600 αντίτυπα). Γραφεί το "Άσμα ηρωικό και πένθιμο" και το δοκίμιο «Τ.Τ.Τ.1935».

1944: Πρωτοστατεί στην επανέκδοση του περιοδικού Τα Νέα Γράμματα. Γράφει το πρώτο σχέδιο του ποιήματος Αλβανιάδα και την πρώτη μορφή του δοκιμίου "Τα κορίτσια". Συνεργάζεται με τον Robert Levesque στην μετάφραση των ποιημάτων του.

1945: Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό στην Αλβανία, περ. Τετράδιο Δεύτερο. Poèms, μετάφραση R. Levesque. Με σύσταση του Γ. Σεφέρη, που είναι διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα, διορίζεται διευθυντής προγράμματος του νεοσύστατου Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας. Παράλληλα γράφει επιφυλλίδες στην εφημερίδα Ελευθερία, μελέτες και άρθρα στην Αγγλοελληνική επιθεώρηση του Γ. Κ. Κατσίμπαλη.

1946: Γράφει «Η καλοσύνη στις λυκοποριές» και κριτική ζωγραφικής στην εφημερίδα Η Καθημερινή. Τον Ιούλιο παραιτείται από το Ε.Ι.Ρ.

1947: Καθ' όλη την διάρκεια της χρονιάς προσπαθεί ανεπιτυχώς να εκδώσει διαβατήριο και να λάβει άδεια ταξιδιού στην Γαλλία. Στις 2 Νοεμβρίου γράφει στο ημερολόγιο του: δεν έχω κάνει ούτε ένα εκατοστό από αυτά που θα έπρεπε να έχω κάνει στην λογοτεχνία. «Η καλοσύνη στις λυκοποριές», περιοδικό Τετράδιο, τεύχος. Ι. Ταξίδι στα απελευθερωμένα Δωδεκάνησα. Μεταφράζει Lorca.

1948: Σχίζει μεγάλο αριθμό χειρόγραφων που δεν τον ικανοποιούν. Το υπουργικό συμβούλιο αποφασίζει και του χορηγεί διπλωματικό διαβατήριο, παρακάπτοντας έτσι το γενικό επιτελείο στρατού. Την ίδια χρονιά στο ημερολόγιο, υπάρχουν μέσα μου και συγκρούονται 40 ποιήματα. Πως βγαίνουν όμως; 7 Φεβρουαρίου, αναχωρεί για την Ελβετία (Λοζάννη. St. Moritz), με τελική εγκατάσταση στο Παρίσι (Τrianon Palace, Rue de Vaugirard 1). Επαφές και φιλίες με τους P. Révererdy, A. Breton, P. Èluard, A. Camus, P. J. Jouve, R. Char. Τον Σεπτέμβριο με τον Τ. Tzara στις Rencontres Internasionals της Γενεύης. Γνωριμία απαρχή φιλίας με τον G. Ungaretti.

1949 Ημερολόγιο: να συλλάβω όχι της παράξενες πλευρές της ψυχής, αλλά το μυστήριο της ψυχής στο σύνολό της. Το ελληνικό προξενείο τον πληροφορεί ότι η Αθήνα αρνείται να ανανεώσει το διαβατήριό του. Μένει αναγκαστικά πλέον στο Παρίσι. Στο Παρίσι, ιδρυτικό μέλος της Associetion Internationale des Critiques d' Art. Ο εκδότης του Verve, και συμπατριώτης του, Ε. Tériade τον φέρνει σ' επαφή με τους Picasso, Léger, Matisse, Chagall, Giacometti. Καλοκαίρι στην Προβηγκία και στα Πυρηναία.

1950: Ο Πρωθυπουργός Πλαστήρας που έρχεται στο Παρίσι δίνει εντολή στο προξενείο να του χορηγεί διαβατήριο για όλες τις χώρες της Ευρώπης. Στην Ισπανία (Μαδρίτη, Τολέδο, Κόρδοβα, Σεβίλλη, Μαλάγα, Γρανάδα, Βαρκελώνη). Καλοκαίρι στη Menton. Τον Δεκέμβριο στην Αγγλία (Λονδίνο, Οξφόρδη, Καίμπριτζ), φιλοξενούμενος του British Council. Σχεδιάζει Το "Άξιον εστί".

1951: [1951] Θάνατος του Άγγελου Σικελιανού, ο Ελύτης επιστρέφει στην Αθήνα. Έως τον Μάιο στο Λονδίνο, ομιλίες από το BBC. Επιστροφή στο Παρίσι και αναχώρηση για την Ιταλία (Βενετία, Μιλάνο, Ραβέννα, Φλωρεντία, Πίζα, Αρέτσο, Ρώμη, Νεάπολη). Στη Ρώμη βρίσκεται με τον Ungaretti. Το καλοκαίρι νέα συνάντηση με τον Picasso στη Villa Natacha (st. Jean-cap-Ferrat) γράφει γαλλικά "Equivalences chez Picasso" που συνοδεύει το αφιέρωμα του Verve στο μεγάλο ζωγράφο. Τον Σεπτέμβριο επιστρέφει στην Ελλάδα.

1952: Poesie, μετάφραση Mario Vitti. Ρώμη. Μέλος της "Ομάδας των Δώδεκα". «Από σήμερα διαθέτω γραφομηχανή». Καλοκαίρι στην Άνδρο. Δεύτερο σχέδιο της Αλβανιάδας.

1953: Με την Κυβέρνηση Παπάγου, διορίζεται τον Μάρτιο διευθυντής προγράμματος του Ε.Ι.Ρ Το Νοέμβριο γίνεται μέλος του Δ.Σ του θεάτρου τέχνης του Κάρολου Κουν.

1954: Τον Μάιο παραίτηση του από το Ε.Ι.Ρ και εγκατάσταση του στην Κηφισιά σε σπίτι φιλικό. Καλοκαίρι, Πάρος και Σύρος.

1955: Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό, πρώτη γραφή. Μεγάλη περιοδεία στην Κρήτη. Το καλοκαίρι, Άνδρος. «Άτυχος έρωτας».

1956: Το Εθνικό θέατρο ανεβάζει τη Νεράιδα του Jean Giraudoux και ο Κάρολος Κουν στο "θέατρο Τέχνης" τον Κύκλο με την κιμωλία του Brecht σε δική του μετάφραση. Πρόεδρος του Δ. Σ του "Ελληνικού Χοροδράματος". Καλοκαίρι στις Σπέτσες.

1957-1959: Απόσπαση από την οικογένεια και εγκατάσταση του σε ένα μικρό διαμέρισμα Πελλήνης 1. Παίρνει μαζί του μόνο το γραφείο του. Εντατική εργασία στα έργα το "Άξιον εστί" και "Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό" (τελειωτική μορφή). Τα καλοκαίρια, Σπέτσες, Πόρος, Κύθνος, Χίος, Πάρος. Συχνάζει τα μεσημέρια στο Μπραζίλιαν (οδός Βουκουρεστίου) και στο Πικαντίλλυ (λεωφόρος Πανεπιστημίου, απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη) τα βράδια στο Ελληνικόν και Βυζάντιον (στο Κολωνάκι). Για το "θέατρο Τέχνης" μετάφραζε τις Δούλες του Jean Genet (ανέβηκε στα 1968). Τον Οκτώβριο πρόσκληση της εταιρίας Τσεχοσλοβάκων συγγραφέων να επισκεφτεί την Πράγα μαζί με τον Μυριβήλη και τον Ρίτσο. Ματαιώνεται από την υπηρεσία ασφαλείας του Υπουργείου Εσωτερικών.

1959: Ενώ έχει παραδώσει το "Άξιον εστί" και τις "Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό" η εκτύπωση αργεί κι έτσι στις 30 Δεκεμβρίου παραδίδει ένα αντίτυπο του "Άξιον εστί" στην εθνική βιβλιοθήκη χωρίς την λιθογραφεία του Μόραλη και με πρόχειρο εξώφυλλο.

1960: Το "Άξιον εστί" (815 αντίτυπα). Έξι και μια τύψεις για τον ουρανό (550 αντίτυπα), Körpez des Sommers, μετάφραση Barbara Schlörb, st. Gallen. Θάνατος του αδελφού του Κωνσταντίνου και της μητέρας του. Πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για Το "Άξιον εστί".

1961: Μάρτιο μέχρι Ιούνιο στις ΗΠΑ, προσκαλεσμένος από το State Department (Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον, Νέα Ορλεάνη, Σάντα Φε, Λος Άντζελες, Σαν Φραντσίσκο, Μπάφαλο, Βοστόνη). Στην επιστροφή του Παρίσι, όπου συνεργάζεται με τον Tériade για την ίδρυση του Μουσείου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη.

1962: Μετακομίζει σε διαμέρισμα Σκουφά 23, τέταρτος όροφος. Τον Μάιο στη Ρώμη για το Incontro Romano della Cultura. Τον Δεκέμβριο, με τους Α. Εμπειρίκο και Γ. Θεοτοκά, καλεσμένος στη Σοβιετική Ένωση (Οδησσός, Μόσχα, Λένινγκραντ). Το καλοκαίρι στην Κέρκυρα και ύστερα στη Μυτιλήνη με τον Tériade.

1963: Γράφει το "Χρονικό μιας δεκαετίας" και άλλα πεζά για τον τόμο Ανοιχτά χαρτιά.

1964: Πρώτη εκτέλεση του ορατόριου Το "Άξιον εστί" του Μ. Θεοδωράκη, που κυκλοφορεί και σε δίσκο. Στην αρχή το ορατόριο του "Άξιον εστί" εντάσσεται στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, για να εκτελεστεί στο Ηρώδειο. Τον Αύγουστο το υπουργείο προεδρίας αρνείται να παραχωρήσει το Ηρώδειο και αντιπροτείνει το Παναθηναϊκό στάδιο. Ο συνθέτης και ο ποιητής αποσύρουν τα έργα τους. Στις 19 Οκτωβρίου πρώτη εκτέλεση στο κινηματογράφο REX.

1965: Τον Μάιο στη Σόφια με τον Γ. Θεοτοκά, καλεσμένος από την "Ένωση Βουλγάρων Συγγραφέων". Γύρος της Βουλγαρίας με συνοδό την ποιήτρια Ελιζαμπέτα Μπαγκριάνα. Μέλος του Δ. Σ. του Εθνικού θεάτρου. Παράσημο Ταξιάρχου του Φοίνικος. Έχει τελειώσει τα Ανοιχτά χαρτιά.

1966: Ζωγραφική και collages. Ξαναδουλεύει παλιές μεταφράσεις και προσθέτει άλλες για να συγκροτήσει τόμο. Ταξιδεύει στη Νότια Γαλλία και στο Παρίσι. Το καλοκαίρι στη Ρόδο.

1967: Τον Φεβρουάριο ταξιδεύει στην Αίγυπτο (Αλεξάνδρεια, Κάιρο, Λούξορ, Ασσουάν). Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αποχή από τη δημοσιότητα. Μετάφραση αποσπασμάτων της Σαπφώς και εικονογράφηση τους με διαφανογραφίες.

1969: Το Αχίοη esti - Gepriesen Sei, μετάφραση Günter Dietz, Αμβούργο. 3 Μαΐου αναχωρεί για να εγκατασταθεί στο Παρίσι, Rue de l' Eperon 7. Πρώτα ποιήματα της σειράς Το φωτόδεντρο. Θάνατος και ανάστασης του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, Villa Natacha.

1970: Ολοκλήρωση της σειράς Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά. Γράφει Ο ήλιος ο ηλιάτορας. Άνοιξη στο St. Jean-Cap-Ferrat. Το καλοκαίρι τετράμηνη διαμονή στην Κύπρο, συνάντηση με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και μετά επιστροφή στο Παρίσι.

1971: Το φωτόδεντρο. Ο ήλιος ο ηλιάτορας. Το μονόγραμμα (Κύπρος). Γράφει Το μονόγραμμα, τα τραγούδια Το θαλασσινό τριφύλλι, Η Παναγία των κοιμητηρίων. Στις 6 Ιουλίου, επιστρέφει στην Ελλάδα.

1972: Τα Ρω του έρωτα. Μία υποτροφία του Ιδρύματος Φορντ τον βοηθάει να αρνηθεί βραβεία προερχόμενα από την κυβέρνηση της δικτατορίας. Αποκλείει να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Τρεις μήνες κατάκοιτος με κήλη του δίσκου. Το καλοκαίρι Ερέτρια και Αίγινα, Με τον Tériade στη Μυτιλήνη για το θεμέλιο λίθο του Μουσείου Θεόφιλου.

1973: Ο ζωγράφος Θεόφιλος. Σε συνέντευξη: «Όπου δεν ακούγεται αηδόνι ακούγεται κοκτέιλ Μολότοφ». Παραδίδει μέρος του αρχείου του στο Σπουδαστήριο Νεωτέρας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Περνά μερικές μέρες του Ιουνίου στο Παρίσι. Πηγαίνει στην Κύπρο με το καράβι όπου είναι ασυρματιστής ο Νίκος Καββαδίας. Καλοκαίρι στην Αίγινα.

1974:
 "Τα Ετεροθαλή", Ανοιχτά χαρτιά. The Αχίοη esti, μετάφραση Edmund Keeley και George Savidis, Pittsburgh. The Sovereign Sun, μετάφραση Kimon Friar, Philadelphia. Δουλεύει στον Μικρό Ναυτίλο, γράφει μερικά κομμάτια της Μαρίας Νεφέλης. Την άνοιξη στην Κέρκυρα. Δεξίωση του από την Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών στο σπίτι του Διονυσίου Σολωμού. Μετά την πτώση της δικτατορίας αναλαμβάνει για ένα μικρό διάστημα πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ραδιοφωνίας και Τηλεοράσεως. Επίσης μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού θεάτρου. Δεν δέχεται προτάσεις να γίνει βουλευτής επικρατείας. Γράφει το δοκίμιο "Η μαγεία του Παπαδιαμάντη".

1975: 7 Μαρτίου, η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τον αναγορεύει επίτιμο διδάκτορα. Επίτιμος δημότης Μυτιλήνης. Άνοιξη στη Γαλλία, Κυανή Ακτή, και καλοκαίρι Σέριφο και Σίφνο. Παραδίδει το κύριο σώμα του αρχείου του στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη, όπου φυλάγεται και το αρχείο του Σεφέρη. Στην Αμερική κυκλοφορεί το μεγάλο αφιέρωμα, του περιοδικού Books Abroad.

1976: Τρίμηνη παραμονή στο νοσοκομείο με κήλη του δίσκου. Ανάρρωση το καλοκαίρι στην Αίγινα, Σεπτέμβριο και Οκτώβριο ετοιμάζει μια μεγάλη σειρά collages. Άγνωστοι σπάζουν την προθήκη ενός βιβλιοπωλείου όπου είναι εκτεθειμένα μόνο έργα του Ελύτη,

1977: Η μαγεία του Παπαδιαμάντη. Σηματολόγιον. Six Plus un remords pour le ciel, μετάφραση F. B. Mâche, Montepellier. Τον Μάρτιο τελειώνει τα "Τρία ποιήματα με σημαία ευκαιρίας". Σε μία συνέντευξη εξηγεί τους λόγους που δεν τον αφήνουν να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Γράφει την Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, καλοκαίρι στην Αίγινα. Την 28η Οκτωβρίου το Εθνικό θέατρο παρουσιάζει σε έκτακτη σειρά παραστάσεων μια σύνθεση από το ποιήτικά του έργα με το γενικό τίτλο "Η μεγάλη ώρα". Κυκλοφορεί "Οδυσσέας Ελύτης Βιβλιογραφία 1935-1971", που του αφιερώνει ο Mario Vitti.

1978: Μαρία Νεφέλη. Αναφορά στον Αντρέα Εμπειρίκο. Πώληση των οικογενειακών εργοστασίων σαπωνοποιίας και διάλυση της Εταιρείας Αλεπουδέλη. Καλοκαίρι στην Αίγινα. Τον Σεπτέμβριο στη Μυτιλήνη, όπου ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης. Ο Σουηδός Ingemar Rhedin αρχίζει τη μετάφραση του "Άξιον εστί". Από τη γαλλική εκπομπή France Culture (Παρίσι) μεταδίδεται συνέντευξη που του πήρε ο Olivier Germain Thomas. Τον Δεκέμβριο τελετή της αναγόρευσης του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης,

1979: Εκλογή 1935-1977. Στο Ηράκλειο ανακηρύσσεται επίτιμος δημότης, η τελετή γίνεται στη βασιλική του Αγίου Μάρκου. Τον Ιούλιο στη Μυτιλήνη για τα εγκαίνια του Μουσείου Tériade. Τον Οκτώβριο ο γραμματέας της Σουηδικής Ακαδημίας αναγγέλλει την απονομή του βραβείου Nobel για τη λογοτεχνία στον Ελύτη. Τον Δεκέμβριο, για την απονομή, στη Στοκχόλμη: λόγος του στην αίθουσα της Ακαδημίας, επίσημη τελετή στο Concert House, προσφώνηση του ακαδημαϊκού Karl Ragnar Gierow, γεύμα στο Δημαρχείο, γεύμα στα ανάκτορα όπου συνοδεύει τη βασίλισσα Σύλβια. Η Thyelska Galeriet (Στοκχόλμη) εκθέτει για ένα μήνα τα collages του.

1980: Dignum est - Το Axion esti, μετάφραση Cristian Caranbell, Βαρκελώνη. Cinquenta poemas, μετάφραση Luis de Cranigal, Ciudad Real. Poemas μετάφραση José Antonio Moreno Jurado, Σεβίλλη. Τον Μάρτιο στο Παρίσι όπου ανακηρύσσεται διδάκτορας τιμής ένεκεν στο μεγάλο αμφιθέατρο της Σορβόννης. Ακολουθούν δεξιώσεις και συναντήσεις. Στην Γκαλερί Ζουμπουλάκη (Αθήνα) έκθεση collages με το γενικό τίτλο "Συνεικόνες". Τον Μάιο στη Ζάκυνθο, προσκύνημα στον Σολωμό και τον Κάλβο. Τον Αύγουστο στην Κύπρο κατάθεση στεφάνου στον τάφο του Εθνάρχη Μακαρίου - γεύμα του προέδρου της δημοκρατίας προς τιμήν του. Ανακήρυξή του σε δημότη Πάφου και Λάρνακας. Το φθινόπωρο στην Ισπανία, φιλοξενούμενος από τον πρωθυπουργό. Τιμές και τελετές στη Βαρκελώνη και τη Μαδρίτη, όπου τον δέχονται οι βασιλείς. Στο Τολέδο ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη και αδελφοποίηση των πόλεων Τολέδου και Ηρακλείου με πανηγυρικές εκδηλώσεις.

1981: Maria Nefele, μετάφραση Athan. Anagnostopoulos, Βοστώνη. Selected Poems, επιμέλεια Edmund Keeley και Philip Sherrard, Λονδίνο, El Axion esti, μετάφραση Miguel Castillo Didier, Caracas. Η Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου του απονέμει το αργυρό μετάλλιο Benson. Περνά το καλοκαίρι στην Κω και Κάλυμνο. Τον Νοέμβριο, σε πανηγυρική τελετή που οργανώνεται στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, η πριγκίπισσα Άννα της Αγγλίας του απονέμει το δίπλωμα διδάκτορα τιμής ένεκεν.

1982: Τρία ποιήματα με σημαία Ευκαιρίας. Marie des brumes, μετάφραση Xavier Borders και Robert Longueville Παρίσι. Τον Μάρτιο παρασημοφορείται από το δήμαρχο Δ. Μπέη με το "Χρυσό μετάλλιο τιμής του Δήμου Αθηναίων". Στα Χανιά για το μνημόσυνο του Ελευθερίου Βενιζέλου φιλοξενείται στο υπνοδωμάτιο του. Η "Εταιρεία Συγγραφέων" τον εκλέγει επίτιμο πρόεδρο. Τον Αύγουστο στην Ύδρα με μια παρέα νέων.

1983: Παρευρίσκεται στον αγιασμό ενός κρουαζιερόπλοιου στο οποίο δίνουν το όνομα "Οδυσσέας Ελύτης".

1984: Την άνοιξη κυκλοφορεί η συλλογή "Σαπφώ" Τον Δεκέμβριο πεθαίνει ο βασικός εκδότης και πολύ καλός του φίλος Νίκος Καρίδης.

1985: 31 Οκτωβρίου πεθαίνει ο Νίκος Εγγονόπουλος. Τυπώνεται ο "Μικρός Ναυτίλος" και η "Αποκάλυψης του Ιωάννου".

1986: Ο Δήμος Μυτιλήνης δίνει το όνομα του ποιητή σε έναν καινούργιο κεντρικό δρόμο της πόλης τον οποίο εγκαινιάζει ο ίδιος ο Ελύτης. Χωρίς να είμαστε σίγουροι για την ημερομηνία, ο Οδυσσέας Ελύτης κυκλοφόρησε σε περιορισμένα αντίτυπα από χέρι σε χέρι ένα πολύπτυχο με παιδικές φωτογραφίες του και το ποίημα «Ιουλίου Λόγος», που βρίσκουμε αργότερα στα «Ελεγεία της Οξώπετρας».

1992: Εκδίδεται η ποιητική συλλογή "Τα Ελεγεία της Οξώπετρας"

1995: Εκδίδεται η ποιητική συλλογή "Δυτικά της Λύπης"

1996: Θάνατος στα 86 του χρόνια.

Το 1998 τυπώνεται μετά θάνατον η ποιητική συλλογή "εκ του πλησίον".

Πηγή: Αέναη επΑνάσταση | www.sophia-ntrekou.gr

Βιβλιογραφία - δικτυογραφία:

Βιογραφικό | Bio: Ν. Λυγερός 6 Ιουνίου 2018 - Τα συμβολικά νέα 38791 Perfection 19 6 6/2018 http://nikos-lygeros-poihsh.blogspot.com/2018/06/Elytis-nobel-lygeros.html

• Αναγγελία της απονομής του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Οδυσσέα Ελύτη 18 Οκτωβρίου 1979 www.ert.gr/arxeio-afierwmata

• Ολόκληρη η ομιλία του Ελύτη στην απονομή του Νόμπελ: Οδυσσέας Ελύτης, Εν λευκώ, Ίκαρος, Αθήνα 2006, σ. 343-345, 349-353, 357-361] ebooks.edu.gr

• Ανέκδοτο κείμενο του Ελύτη μετά την απονομή του Νόμπελ
http://fourtounis.gr/download/2012/02/03/03-02-2012.html

• Οδυσσέας Ελύτης: Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας - Βικιπαίδεια
el.wikipedia.org Οδυσσέας Ελύτης Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας

• ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ: Η ζωή και το έργο του Οδυσσέα Ελύτη http://grigogrigogr.tripod.com/xrnologio.htm

• Μηχανή του Χρόνου: Όταν ο Ελύτης και ο Ρίτσος αρνήθηκαν να μοιραστούν το Νόμπελ Λογοτεχνίας www.mixanitouxronou.gr

• Επίσημο website Βραβείων Νόμπελ Σουηδικής Ακαδημίας | Αναφορά στη βράβευση του Ελύτη https://www.nobelprize.org/prizes/literature/1979/summary/

Πηγή: Αέναη επΑνάσταση

Δείτε σχετικά θέματα για τον Οδυσσέα Ελύτη:


Βίντεο: Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα - Ελύτης

Λίγο μετά τη βράβευση του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, το 1979, ο Οδυσσέας Ελύτης έκανε μια εκ βαθέων εξομολόγηση στην εκπομπή της ΕΡΤ, με τίτλο «Της πατρίδας μου πάλι ομοιώθηκα». Μέσα στην αφήγηση του περιέλαβε πολλά κομμάτια της ζωής και της καριέρας του. Προχώρησε και σε μια σπουδαία αποκάλυψη, για το πως «δημιούργησε» το ψευδώνυμο «Ελύτης» (Αλεπουδέλης ήταν το πραγματικό του επίθετο). Αναλύει το σκεπτικό τον οποίο τον οδήγησε στην τελική επιλογή του ονόματος με το οποίο υπέγραφε τα ποιήματα του. Όπως αφηγήθηκε ο ποιητής: «Όταν το 1935, που έκανα την πρώτη μου εμφάνιση, με πίεσαν οι εκδότες των «Νέων Γραμμάτων», δηλαδή ο Γιώργος Κατσίμπαλης και ο Γιώργος Σεφέρης, να δημοσιεύσω τα πρώτα μου ποιήματα, είχα πολλές αντιρρήσεις και υπάρχει ακόμα ένα γράμμα που έστειλα στον Κατσίμπαλη και στο οποίο προέβαλα διάφορους λόγους, για τους οποίους δε ήθελα ακόμα να εμφανιστώ.

Εν πάση περιπτώσει, αυτοί κάθισαν και τα τύπωσαν και μου εμφάνισαν τα δοκίμια με τα ποιήματά μου, που τους είχα εμπιστευθεί, έτοιμα. Πολύ βιαστικά λοιπόν, έπρεπε να πάρω μια απόφαση για το τι όνομα θα έβαζα ως υπογραφή. Ήθελα κάποιο ψευδώνυμο, δεν ήθελα να υπάρχει το πραγματικό μου όνομα. Και επειδή πάντοτε οι λέξεις που άρχιζαν από «ελ», έψιλον και λάμδα, μου ασκούσαν μια μαγεία – είτε γιατί ήταν η Ελλάδα, είτε η ελπίδα, είτε μια Ελένη που ήμουν τότε ερωτευμένος, η ελευθερία, όλες αυτές που αρχίζουν από «ελ» – σκεφτηκα να το αρχίσω έτσι. Κατόπιν ήταν το γράμμα ύψιλον, που για μένα είναι το πιο ελληνικό γράμμα. Και έβαλα μετά το λάμδα, το ύψιλον. Δεν χρειαζόταν λοιπόν, παρά να βάλω μια κατάληξη που να είναι και λίγο αρχαιοπρεπής αν θέλετε –ύτης και έτσι ενώ στην αρχή έψαχνα να βάλω κάτι μεταξύ του «ελ» και του «της», έβαλα το ύψιλον και βγήκε το «Ελύτης».

Στην εκπομπή αυτή ο ποιητής ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ μιλά λίγο μετά τη βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας (1979). Η αφήγησή του ξεκινά με πληροφορίες για την καταγωγή του, τους τόπους όπου έζησε και τον επηρέασαν καθώς και για την προέλευση του ονόματός του. Στη συνέχεια αναφέρεται στην επίδραση των θαλασσινών τοπίων και της αιγαιοπελαγίτικης αισθητικής στην ποίησή του και μιλά για τη σύνδεσή του με τον υπερρεαλισμό, αν και ποτέ δεν υπήρξε αμιγώς υπερρεαλιστής ποιητής. Διευκρινίζει πώς αντιλαμβάνεται την «ελληνικότητα» και τη «διαφάνεια», έννοιες κεντρικές στην ποίησή του, ενώ ιδιαίτερη μνεία επιφυλάσσει στον ΔΙΟΝΥΣΙΟ ΣΟΛΩΜΟ, στην ποιητική παράδοση του οποίου θεωρεί ότι ανήκει. Αναφερόμενος στο μείζον έργο του «Άξιον εστί», εξηγεί τον τρόπο που εργάστηκε για να δημιουργήσει μια ποιητική σύνθεση με αναλογίες χριστιανικής λειτουργίας, αλλά με θεματολογία που θα σχετιζόταν με τη σύγχρονη Ελλάδα και το δράμα της. Παραθέτει επίσης την εμπειρία του στο αλβανικό μέτωπο και πώς αυτή μετουσιώθηκε σε ποίηση στο «Άξιον εστί». Τέλος αναφέρεται στη σχέση του με τους νέους και ση φωνή που τους έδωσε για να εκφραστούν μέσω της ηρωίδας του ομώνυμου έργου του «Μαρία Νεφέλη». Στη διάρκεια της εκπομπής το έργο του ποιητή σχολιάζουν ο ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ και ο μεταφραστής ΚΙΜΩΝ ΦΡΑΪΑΡ.