Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα και το πνεύμα του για την απόφαση να μιλήσει στους νέους

Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα    Ομιλία προς τούς Γυμνασιόπαιδες στην Πνύκα  εξεφωνήθη υπό του στρατηγού  τη 8ῃ Οκτωβρίου 1838   και εδημοσιεύθη εις την εφημερίδα «Αιών»  τη 13ῃ Νοεμβρίου 1838.

ΓΙΑΤΙ Κάποια πράγματα είναι διαχρονικά... 

της Σοφίας Ντρέκου

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε «εις τα 1770, Απριλίου 3, την Δευτέρα της Λαμπρής... εις ένα βουνό, εις ένα δέντρο αποκάτω, εις την παλαιάν Μεσσηνίαν, ονομαζόμενον Ραμαβούνι», όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του. Ηγετική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, που έδρασε στην Πελοπόννησο και εξ αυτού του λόγου είναι γνωστός και ως «Γέρος του Μωριά». Στις 4 Φεβρουαρίου του 1843 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε από εγκεφαλικό επεισόδιο λίγο μετά την επιστροφή στο σπίτι του από δεξίωση στα Ανάκτορα. 

Να 'τανε ο Κολοκοτρώνης εδώ μαζί μας
για να μας πει ακόμα μια φορά 
ότι πρέπει να είμαστε συντονισμένοι 
για να πετύχουμε δοξασμένους στόχους
και όχι να ασχολούμαστε με τη μιζέρια 
των πολιτικών που δεν μπορούν 
να πουν τρεις λέξεις χωρίς να έρθει
να τους διαψεύσει ο καθένας
λόγω έλλειψης αξιοπιστίας
γι' αυτό συγκεντρώσου
και πιάσε το σπαθί σου
για να πάμε στα άστρα 
της ελευθερίας.


Αν νιώθεις ότι ζεις μέσα σε μία φυλακή, ενώ κατοικείς στην πατρίδα σου, τότε σκέψου το πνεύμα του Κολοκοτρώνη και ετοιμάσου να δράσεις.

Κι αν δεν γνωρίζεις καλά την συμβολή της Φιλικής Εταιρείας, θυμήσου ότι οι εχθροί μας την ονόμαζαν μυστική, καθώς το απέδειξαν οι μεταφράσεις του Αλέξανδρου Καραθεοδωρή, που είχε πρόσβαση στο μυστικοφύλακα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Αν ακούς πολλούς να μιλούν, μην ξεχάσεις ποτέ ότι λίγοι δρουν. 

Κι αν μας βρίζουν οι εχθροί μας λέγοντας μας ότι είμαστε λίγοι, θα τους αποδείξουμε ότι είμαστε σπάνιοι. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σε καταπατήσει, όποιος κι αν είναι. Κανείς δεν μπορεί να σου απαγορεύσει να ζεις στην πατρίδα σου ελεύθερος, δίχως να υποστεί κόστος. Ό,τι και να πουν είμαστε ένας λαός με αξίες κι όχι ένα κράτος με αρχές.

Ό,τι και να έζησες, σημασία έχει πώς θα πεθάνεις. Γι’ αυτό μην κοιτάς αποκλειστικά τα οικονομικά για να καταλάβεις την κατάσταση. Το παίγνιο δεν είναι αστείο, το παίγνιο δεν είναι απλό. 
  • Αν βρίσκεις το χειμώνα πολύ λευκό, κράτα στο νου το καλοκαίρι. Αν βρίσκεις βαριά την ημισέληνο, κράτα στο χέρι σου τον ήλιο της δικαιοσύνης.
Μην τρέχεις σαν τους ραγιάδες, πολέμα ως Έλληνας τους εχθρούς του ελληνισμού, δίχως να κάνεις διακρίσεις. Κι αν μερικοί έχουν βλέψεις όσον αφορά στη γενοκτονία, τότε θυμήσου ότι δεν γεννήθηκες θύμα και ότι μπορείς ν’ αντισταθείς σε αυτούς που πιστεύουν ότι θα είναι άτρωτοι, ενώ χρησιμοποιούν την πειθώ, για να μην δώσουν μάχη. Μην κοιτάς μόνο και μόνο τις μάχες, δες και τον πόλεμο σε ευρύτερο επίπεδο. 

Αν τα λόγια των πολιτικών σε κουράζουν και σε μπερδεύουν πάρε ένα βιβλίο ιστορίας, διότι μόνο αυτό θα ενισχύσει την αντίστασή σου. Μην υποκύψεις στις πιέσεις ακόμα και αν δεν βλέπεις λύση στα οικονομικά σου. 

Ετοιμάζουμε τη λύση την οικονομική μέσω του στρατηγικού σχεδιασμού γύρω από το θέμα της ΑΟΖΠρέπει ν’ αντέξεις ακόμα τα λόγια που σε πληγώνουν, διότι είναι με τις σκέψεις που θα κατασκευάσεις κάτι για τους άλλους, για εμάς. Μπορεί ο αγώνας να είναι δύσκολος, αλλά αυτό μας δίνει την αξία μας, την επαναστατική μας δράση.

Αν σε συνοδεύει το πνεύμα του Κολοκοτρώνη δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς, διότι ξέρεις από μάχες. Απλώς δώσε περισσότερη σημασία στην έννοια της πολιορκίας, αν θες πράγματι να συμβάλλεις κι εσύ στο μέλλον της πατρίδας μας. 

Βλέπεις υπάρχουν επιλογές. Μπορείς να μείνεις απαθής ή να γίνεις δυναμικός, ανάλογα με το τι επιδιώκεις. Μην περιμένεις από όλους τους πολίτες να είναι αγωνιστές και από όλους τους αγωνιστές να είναι όλοι ήρωες. 
  • Εδώ και αιώνες ξεπερνούμε χειρότερα προβλήματα, κατοχές και πολέμους, δεν είναι μια κρίση που θα μας βάλει κάτω. Το ηθικό σου μην αφήσεις στους άλλους.
Κράτα γερά τις αξίες για να προσπεράσεις τις αρχές, διότι έχεις μόνο μια πατρίδα. Κι όσο για τους εχθρούς της, κράτα τους την πρέπουσα θέση και καμιά άλλη στον τόπο μας. 

Άσε λοιπόν το πνεύμα του Κολοκοτρώνη να σε πλημμυρίσει για να δεις επιτέλους τη στρατηγική της ανάπτυξης και της ανθεκτικότητας.

Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα

Ομιλία προς τούς Γυμνασιόπαιδες στην Πνύκα
εξεφωνήθη υπό του στρατηγού
τη 8ῃ Οκτωβρίου 1838 και εδημοσιεύθη 
εις την εφημερίδα «Αιών» τη 13ῃ Νοεμβρίου 1838.

η Πνύκα σήμερα

Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη.

Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του '21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά.

Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)

Eδημοσιεύθη εις την εφημερίδα «ΑΙΩΝ» εις τας 
13 Νοεμβρίου 1838 με το ακόλουθον χρονικόν:

«Κατά την 7 'Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς.

Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα.

Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ' όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν».

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (λεπτ. Πίνακα του Θεόφιλου)

Ο Λόγος του
Παιδιά μου! 
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε. 
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου.
Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων!
Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι!
Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

σελ. 20, περιοδ. «Ελληνική Ιστορία»

Η Πνύκα

η Πνύκα σήμερα

Η Πνύκα (η Πνύξ, της Πνυκός ή Πυκνός) είναι η θέση - περιοχή όπου συγκαλούνταν η Εκκλησία του δήμου, δηλαδή η συνέλευση των Αθηναίων, στην Αρχαία Αθήνα, από τον 6ο αιώνα μέχρι το τέλος του 4ου αιώνα π.Χ.. Βρίσκεται στο μέσον της κατά διεύθυνση βορρά-νότου λοφοσειράς έναντι και δυτικά της Ακρόπολης και μεταξύ των ακραίων υψωμάτων, του λόφου Νυμφών (βόρειο άκρο) και λόφου Μουσών ή Φιλοπάππου (νότιο άκρο).

Η θέση του αρχαιολογικού αυτού χώρου έχει επιβεβαιωθεί από μαρμάρινη επιγραφή του 5ου αιώνα π.Χ. Από το τέλος του 4ου αιώνα ο χώρος παρέμενε μόνο ιερός, αφού οι συνελεύσεις των Αθηναίων μεταφέρθηκαν στο Διονυσιακό θέατρο.

Από το αρχαίο βήμα του ιερού χώρου αυτού αγόρευσαν σπουδαίοι πολιτικοί, στρατηγοί και ρήτορες όπως ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, ο Περικλής, ο Δημοσθένης, ο Αισχίνης αλλά και στη σύγχρονη εποχή ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

Δείτε: Η Άλωση της Τριπολιτσάς, από τις κορυφαίες στιγμές της Επανάστασης 23 Σεπ 1821 κατά την οποία αναδείχθηκε ο στρατηγικός νους του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.

Ἡ ἀπόφασις τοῦ Κολοκοτρώνη νὰ μιλήσῃ στοὺς νέους

Πίνακας του Θεόφιλου
Πίνακας του Θεόφιλου (Χατζημιχαήλ) που γράφει επάνω ο ίδιος:
Ο στρατηγός εκ Πελλοπονήσου Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, 1933

«Πανταχοῦ ἐξεφράζετο ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος, καὶ ὁ πόθος πρὸς τὸ Σύνταγμα ὁσημέραι ἐγίνετο ζωηρότερος. Δὲν ἦτο πλέον ἡ νέα γενεά, οἱ σπουδασταὶ τοῦ Γυμνασίου καὶ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς πρωτευούσης, οἱ συνεχῶς ἐπιδεικνύοντες τὰ τοιαῦτα εὐγενῆ αἰσθήματα, ἦσαν καὶ διδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ καὶ προὔχοντες πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί, καὶ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς. Ὁ γέρων Κολοκοτρώνης, ὁ οὕτω πολὺ περιποιούμενος παρὰ τοῦ Μονάρχου Ὄθωνος, ἐλθὼν μίαν τῶν ἡμερῶν εἰς τὸ Γυμνάσιον, καὶ ἀκροασθεὶς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Γυμνασιάρχου Γενναδίου, ἀναπτύσσοντος τεμάχιόν τι δημιγορίας ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Θουκυδίδου, ἐπὶ τοσοῦτον ἐνθουσιάσθη ὅπως καὶ οὗτος ὁμιλήσῃ εἰς τὴν νέαν γενεὰν ὑπὲρ Πατρίδος, ὥστε παρεκάλεσε τὸν Γυμνασιάρχην νὰ συναθροίσῃ τοὺς μαθητὰς πάντας ἐκτὸς τῆς πόλεως εἰς τὴν Πνύκα, ἵνα ἐκφωνήσῃ καὶ ὁ μακάριος Γέρων Κολοκοτρώνης λόγον πρὸς τὴν νεολαίαν. Ὁ ἔνθους ἀληθοῦς πατριωτισμοῦ ἀείμνηστος Γεννάδιος ἐξετέλεσε τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ σεβαστοῦ Γέροντος καὶ τὴν παραμονὴν τῆς ἑορτῆς τῶν Ταξιαρχῶν, εἰδοποιήθησαν πάντες οἱ μαθηταὶ τοῦ Γυμνασίου, νὰ συναθροισθῶσιν εἰς τὸ κατάστημα αὐτοῦ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι θέλει τοῖς δειχθῇ τι περίεργον.

» Ἡ ἀναπτυχθεῖσα περιέργεια τὴν ἐπιοῦσαν ἐφείλκυσε πάντας εἰς τὸ Γυμνάσιον, καὶ σὺν αὐτοῖς καὶ πλῆθος ἄλλων περιέργων· ἐπληρώθη τὸ κατάστημα προσώπων, ὅτε πάντες οἱ καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι συνῆλθον, καὶ μετ᾿ ὀλίγον, ἰδοὺ ἔρχεται ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης ἐνδεδυμένος τὸ ἐρυθροῦν φόρεμά του· τὸ πλῆθος διεχωρίσθη αὐτομάτως καὶ ὁ σεβαστὸς Γέρων διελθὼν ἀνέβη πρὸς τοὺς καθηγητάς. Μετ᾿ ὀλίγον ὁ Γυμνασιάρχης ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ πλῆθος ἐκ τοῦ θαλάμου, εἷπεν· «Ἀκολουθεῖτε, δείξομεν ὑμῖν περίεργόν τι». Κατέβησαν τὰς κλίμακας καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἔχοντες τὸν Γέροντα ἐξῆλθον διευθυνόμενοι πρὸς τὸν λεγόμενον ναὸν τοῦ Αἰόλου, καὶ ἐκεῖθεν διευθύνθησαν εἰς τὴν Πνύκα, πρὸς οὐδένα γνωστοῦ ὄντος ποῦ διευθύνοντο· τὸ ἔκτακτον φαινόμενον τοῦτο ἐφείλκυσε τὸ περίεργον πλῆθος.

» Οὕτως ἀφιχθέντες εἰς Πνύκα, μετὰ μικράν ἀνάπαυλαν ἀνίσταται ὁ Γέρων, πατῶν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Πνυκός, καὶ ἤρξατο ἐκφωνῶν λόγον, ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν νεολαίαν. Ἀφ᾿ οὖ ἐξιστόρησε τὰ τῆς τουρκικῆς δουλείας, τὰς ἰδέας καὶ τὰ περὶ αὐτονομίας αἰσθήματα τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐξιστόρησε τὰ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος καὶ τὸ αἴσθημα τῶν Ἑλλήνων πρὸς τὴν ἰσονομίαν καὶ τὰ περὶ τῆς τότε πολιτικῆς καταστάσεως κλπ. Αἴφνης ἀναφαίνεται σμῆνος χωροφυλακῆς, ἔρχεται καὶ διαλύει τὴν συνάθροισιν. Ὁ δὲ Θ. Κολοκοτρώνης διαβληθεὶς τῷ Βασιλεῖ, μικροῦ δέοντος νὰ ὑποστῇ δεινά, ἐὰν ὁ φιλόπατρις Γυμνασιάρχης Γεννάδιος καὶ ἄλλοι καθηγηταὶ δὲν παρίστανον τῷ Βασιλεῖ τὸ ἀθῶον τῆς πράξεως». *

(Βλ. Ἰωάννου Π. Πύρλα, «Περὶ τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἁρμοδίου πολιτεύματος ὑπὸ φυσικὴν ἔποψιν», Ἐν Ἀθήναις, Τύποις ΦΩΣ, 1867, σσ. 31-32).

Σημ. Κατὰ τὸν Γεώργιο Τερτσέτη, γυρίζοντας ὁ Κολοκοτρώνης ἀπὸ τὴν Πνύκα ἀπάντησε τοὺς χωροφύλακας νὰ τρέχουν. «Μὴν πᾶτε, τοὺς εἶπε, δὲ θὰ μὲ βρῆτε ῾κεῖ!».


Διάχυτη ἦταν ἡ ἀποδοκιμασία τοῦ συστήματος διακυβέρνησης (τῆς χώρας), καὶ ὁ πόθος γιὰ σύνταγμα γινόταν κάθε μέρα καὶ πιὸ ἔντονος (στοὺς πολίτες). Δὲν ἦταν μόνο οἱ νέοι, οἱ μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου καὶ οἱ φοιτητὲς τοῦ Πανεπιστημίου τῆς πρωτεύουσας, ποὺ ἐξέφραζαν τέτοια διακαῆ αἰσθήματα· ἦταν καὶ οἱ δάσκαλοι καὶ οἱ καθηγητές, οἱ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ἀξιωματοῦχοι, καθὼς καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς. 

Ὁ γηραιὸς (στρατηγὸς καὶ ἐν ἐνεργεία Σύμβουλος Ἐπικρατείας Θεόδωρος) Κολοκοτρώνης, τὸν ὁποῖο ὁ βασιλιὰς Ὄθων ἐκτιμοῦσε ἰδιαιτέρως, μία μέρα (στὶς 7 Ὀκτωβρίου 1838) ἐπισκέφθηκε τὸ (Βασιλικὸ) Γυμνάσιο, (ποὺ εἶχε ἱδρύσει τὸ 1828 ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας καὶ στεγαζόταν μέχρι τὸ 1837 στὴν οἰκία «Κλεάνθους» καὶ τὸ ἔτος αὐτὸ μεταστεγάζεται στὴν «οἰκία Μποτσάρη» στῆν διασταύρωση ὁδῶν Καπνικαρέας καὶ Μητροπόλεως, διότι τὸ προηγούμενο κτίριο διατέθηκε γιὰ τὴ στέγαση τοῦ Πανεπιστημίου, νῦν 1ο Πρότυπο Πειραματικὸ Γυμνάσιο Ἀθηνῶν, στὴν ὁδὸ Ἁδριανοῦ στὴν Πλάκα) γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὴν διδασκαλία τοῦ γυμνασιάρχη (Γεωργίου) Γενναδίου (1784-1854), ὁ ὁποῖος ἀνέλυε ἕνα ἀπόσπασμα δημηγορίας ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Θουκυδίδη. Τόσο πολὺ ἐνθουσιάστηκε, (ἀπὸ τὴν «παράδοσιν τοῦ πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου καὶ ἀπὸ τὴν θέαν τοσούτων μαθητῶν»,) ὥστε ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία νὰ μιλήσει καὶ ὁ ἴδιος πρὸς τοὺς μαθητὲς γιὰ τὴν πατρίδα. Ἔτσι, παρακάλεσε τὸ γυμνασιάρχη νὰ συγκεντρώσει ὅλους τοὺς μαθητὲς ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη στὴν Πνύκα, προκειμένου νὰ ἐκφωνήσει καὶ ὁ Γέρος Κολοκοτρώνης λόγο πρὸς τοὺς νέους. Ὁ ἀείμνηστος Γεννάδιος, γεμάτος ἀπὸ ἁγνὸ πατριωτισμό, πραγματοποίησε τὴν ἐπιθυμία τοῦ σεβάσμιου Γέροντα καὶ τὴν παραμονὴ τῆς ἑορτῆς τῶν Ταξιαρχῶν εἰδοποίησε ὅλους τοὺς μαθητὲς τοῦ Γυμνασίου νὰ συγκεντρωθοῦν στὸ σχολεῖο του, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ τοὺς δείξει κάτι περίεργο.

Ἡ περιέργεια ποὺ προκλήθηκε προσείλκυσε τὴν ἑπομένη στὸ Γυμνάσιο ὅλους τοὺς μαθητές, καὶ μαζί τους πλῆθος περιέργων. Τὸ σχολεῖο γέμισε ἀπὸ κόσμο, συγκεντρώθηκαν οἱ καθηγητὲς καὶ λίγο μετὰ ἔφτασε καὶ ὁ Γέρος Κολοκοτρώνης, φορώντας τὴν κόκκινη στολή του. Τὸ πλῆθος ἄνοιξε γιὰ νὰ περάσει ὁ σεβάσμιος Γέρος ποὺ ἀνέβηκε στοὺς καθηγητές. Ὕστερα ἀπὸ λίγο, ὁ γυμνασιάρχης ἀπευθύνθηκε ἀπὸ τὴν αἴθουσα στὸ πλῆθος, λέγοντας: «Ἀκολουθῆστε μας γιὰ νὰ σᾶς δείξουμε κάτι περίεργο». Κατέβηκαν τὶς σκάλες καὶ ἔχοντας στὴ μέση τὸ Γέρο βγῆκαν μὲ κατεύθυνση πρὸς τὸν λεγόμενο ναὸ τοῦ Αἰόλου (τοὺς Ἀέρηδες) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πρὸς τὴν Πνύκα, χωρὶς κανεὶς νὰ γνωρίζει ποῦ πήγαιναν· τὸ πρωτόγνωρο αὐτὸ θέαμα προσείλκυσε καὶ τὸ πλῆθος τῶν περίεργων. Ἔφτασαν λοιπὸν στὴν Πνύκα, κι ἀφοῦ ξαπόστασαν λίγο, σηκώθηκε ὁ Γέρος, ἀνέβηκε στὸ βῆμα τῆς Πνύκας καὶ ἄρχισε νὰ μιλᾷ στὴ νεολαία.

Ἀναφέρθηκε στὴ δουλεία τῶν Τούρκων, στὶς σκέψεις καὶ στὸν πόθο γιὰ αὐτονομία τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐποχῆς, ἐξιστόρησε γεγονότα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνα καὶ μίλησε γιὰ τὴν ἐπιθυμία τῶν Ἑλλήνων νὰ εἶναι ἴσοι ἀπέναντι στὸ νόμο καὶ γιὰ τὴν τρέχουσα πολιτικὴ κατάσταση κ.λπ. Ξαφνικὰ ἐμφανίζεται μιὰ ὁμάδα χωροφυλάκων, πλησιάζει καὶ διαλύει τὴ συγκέντρωση. Μάλιστα, ὁ Θ. Κολοκοτρώνης, ἀφοῦ τὸν διέβαλαν στὸ βασιλιά, λίγο ἔλειψε νὰ μπεῖ σὲ περιπέτειες. Γλίτωσε ὅμως ἀπὸ τὴ δυσμένεια, διότι ὁ φιλόπατρις γυμνασιάρχης Γεννάδιος καὶ οἱ ἄλλοι καθηγητὲς ἀπέδειξαν ὅτι ὅλα εἶχαν γίνει μὲ καλὴ πρόθεση.

Σημ. Λόγω τῆς στενότητας τοῦ χώρου καὶ τοῦ πλήθους τῶν μαθητῶν ἡ ὁμιλία τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ὁρίσθηκε γιὰ τὶς 10 τὸ πρωὶ τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1838 στὴν Πνύκα. Τὸ γεγονὸς μαθεύτηκε στὴ μικρὰ τότε Ἀθήνα καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές, πλῆθος ἀνθρώπων «διαφόρων ἐπαγγελμάτων καὶ τάξεων» συνέρρευσε στὴν Πνύκα τὸ πρωὶ τῆς 8ης Ὀκτωβρίου γιὰ νὰ ἀκούσει τὸν ἡγέτη τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ᾿21. 

Ξαφνικά, στὸν χῶρο τῆς ὁμιλίας ἐμφανίσθηκε «σμῆνος χωροφυλακῆς», ἀποφασισμένο νὰ διαλύσει τὴ συγκέντρωση, ἐπειδὴ προφανῶς, ὡς βασιλικότερο τοῦ βασιλέως Ὄθωνα, τὴ θεώρησε ἀντικαθεστωτική. Ὅμως, μετὰ τὴ διαβεβαίωση τοῦ γυμνασιάρχη καὶ τῶν καθηγητῶν γιὰ τὸ «ἀθῶο τῆς πράξεως», οἱ χωροφύλακες ἀποχώρησαν καὶ ἡ ὁμιλία ἔγινε κανονικά. Ἄλλωστε, ὁ Κολοκοτρώνης δὲν ἀποτελοῦσε κίνδυνο γιὰ τὴ δυναστεία, ἀφοῦ τὰ εἶχε βρεῖ μὲ τὸν Ὄθωνα καὶ κατεῖχε μάλιστα τὸ ἀξίωμα τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, δηλαδὴ τοῦ πολιτικοῦ συμβούλου τοῦ βασιλιᾶ. Τὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, ποὺ ἦταν πολιτικὸ σῶμα, δὲν πρέπει νὰ συγχέεται μὲ τὸ σημερινὸ Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας, ποὺ εἶναι δικαστικὸς σχηματισμός.


«Ὁ Γέρος τοῦ Μοριᾶ» (γράφει ὁ Δημήτρης Φωτιάδης): Ὅταν ἀπότυχε ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1770, τὰ Ὀρλοφικὰ καθὼς ὀνομάστηκαν, οἱ Τοῦρκοι ἀνελέητα ἔσφαζαν τὸν ἄμαχο πληθυσμό. Ἀνάμεσά σε ὅσους ἔφευγαν γιὰ νὰ γλιτώσουν εἴταν καὶ ἡ μάνα τοῦ Θόδωρου Κολοκοτρώνη. Ἂν καὶ ἑτοιμόγεννη ροβόλησε, μὲ τὸ ἄλλο πλῆθος, στὴ Μεσσηνία κι ἔπειτα πῆρε τὸ δρόμο ν᾿ ἀνέβει στὸ Ραμοβούνι.Τὴν ἐπίασαν οἱ πόνοι, ξάπλωσε κάτω ἀπὸ δέντρο κι ἔφερε στὸν κόσμο ἕνα ἀγόρι. Ὅταν πῆγαν τὰ συγχαρήκια στὸν παπού του, τὸν Γιάννη Κολοκοτρώνη, πὼς ἀπόχτησε ἀρσενικὸ ἐγγόνι, ἀντὶ νὰ χαρεῖ κούνησε θλιβερὰ τὸ κεφάλι του καὶ εἶπε:

- Αὐτὸ τὸ παιδί, ἂν λάχει καὶ γλιτώσουμε τώρα ἀπὸ τὸ Τούρκικο μαχαίρι, θὰ μεγαλώσει, θὰ παντρευτεῖ, θὰ κάνει παιδιὰ κι ἐγγόνια, μὰ ἕνα δὲ θὰ δοῦν οὔτε αὐτὸς οὔτε κι ἐκεῖνα, τὴ λευτεριά μας.

Ἡ ἄραχλη ὅμως προρηρή του δὲ βγῆκε σωστή. Ἔπειτα ἀπὸ πενήντα χρόνια τὸ παιδὶ ποὺ γεννήθηκε τὴν ὥρα τῆς φυγῆς, θὰ μπεῖ νικητὴς καὶ τροπαιοῦχος στὴν Τροπολιτσά, στρατάρχης τοῦ Εἰκοσιένα. Καὶ ὕστερα, τὸ 1822, θὰ σταθεῖ ὁ ὀργανωτὴς τῆς πιὸ ἀποφασιστικῆς νίκης τῆς Ἐπανάστασης στὰ Δερβενάκια.

Τρεῖς ὑπῆρξαν οἱ ἐξέχουσες στρατιωτικὲς στὴν ξηρὰ φυσιογνωμίες τοῦ μεγάλου ἐθνεγερτικοῦ ἀγώνα: Ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Καραϊσκάκης, ὁ Ἀνδροῦτσος. Οἱ δύο τελευταῖοι βρῆκαν τραγικὸ θάνατο. Μὰ κι ὁ Κολοκοτρώνης παραλίγο γλίτωσε τὴ λαιμητόμο. Σώθηκε ἀπὸ τὴν ἔξοχη στάση δύο δικαστῶν, ποὺ θὰ παραμείνουν αἰώνιο καύχημα τῆς Δικαιοσύνης τοῦ τόπου μας: Τοῦ Πολυζωίδη καὶ τοῦ Τερτσέτη. Οἱ νέοι καταχτητές, οἱ Βαυαροί, γύρευαν νὰ χτυπήσουν στὸ πρόσωπό του κάθε ἐθνικὴ παρόρμηση τοῦ λαοῦ μας. Ὁ Ν. Δραγούμης στὶς «Ἱστορικὲς ἀναμνήσεις» του γράφει, πὼς τὸν παρουσίαζαν ὡς ὁ «Βεελζεβοὺλ καὶ ἄλλον Κύκλωπα μονόφθαλμον».

Τὰ Ἀπομνημονεύματα ποὺ ὁ Κολοκοτρώνης ὑπαγόρευσε στὸν Γ. Τερτσέτη, ξεχωρίζουν κειμήλιο λόγου, πατριωτισμοῦ, παρατηρητικότητας, ἁπλότητας, ζωντάνιας καὶ ἁγνῆς λαϊκῆς θυμοσοφίας. ... Ὅσοι γιὰ πρώτη φορὰ θὰ διαβάσουν τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ Κολοκοτρώνη εἶμαι βέβαιος πὼς θ᾿ ἀναγαλλιάσει ἡ σκέψη τους, καθὼς καλύτερα θὰ νοιώσουν τὶς ρίζες τῆς παράδοσής τους».

Δημήτρης Φωτιάδης

Ο Κολοκοτρώνης επιζωγραφισμένη λιθογραφία,
σύμφωνα με σχέδιο που δημοσιεύθηκε το 1827
στο Παρίσι από τον Adam Friedel το 1830 και
θεωρείται από τις πιο πιστές απεικονίσεις του ήρωα

Ὁ θρυλικὸς «Γέρος τοῦ Μωριὰ» γεννήθηκε στὴν Παλαιὰ Μεσσηνία. Νὰ πὼς τὸν περιγράφει ὁ Βλαχογιάννης: Ὄψη «ἀδύνατη καὶ μαυρειδερή· μάτια βαθουλά, ματιὰ σκληρὴ καὶ δυνατή· μεγάλο μουστάκι μαῦρο, γερακωτὴ μεγάλη μύτη· μαλλιὰ μακρυὰ κυματιστά. Μικρὸ κόκινο φέσι στραβοφορεμένο. Τέλος, πρόσωπο ποὺ χτυπάει καὶ ξαφνίζει, καὶ ποὺ τοῦ κάκου θὰ γύρευε κανεὶς νὰ βρῆ σ᾿ ἕναν Εὐρωπαῖο τὸ ταίρι του».

Οἱ Ἀρβανίτες ἔτρεμαν κυριολεκτικὰ τὸ Κολοκοτρωναῖκο σπαθί. Γι᾿ αὐτὸ κι ὁ φοβερώτερος ὅρκος τοὺς ἦταν: - Νὰ μὴ γλυτώσω ἀπ᾿ τὸ σπαθὶ τοῦ Κολοκοτρώνη!

-Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ χώρα ποῦ γεννήθηκες; τὸν ρώτησε κάποιος Ἄγγλος περιηγητής. -Ἔχει διακόσιους φούρνους! εἶπε γελώντας ὁ Κολοκοτρώνης. (Κάθε σπίτι στὰ χωριὰ ἔχει καὶ δικό του φοῦρνο).

Μιὰ γυναίκα τοῦ ζήτησε κάποια χάρη: -Ἀφέντη μου, τοῦ ᾿λεγε, κάνε μου αὐτὸ τὸ καλό, καὶ σκλάβα σου νὰ γένω! -Τί λές, μωρὴ ζουρλή; Ἐμεῖς γιὰ τὴ λευτεριὰ πολεμοῦμε κι ἐσὺ θέλεις νὰ γίνῃς σκλάβα μου;

Τοῦ εἶπαν κάποτε: -Κολοκοτρώνη, ἡ πατρίδα θὰ σὲ ἀνταμείψῃ. -Τὸ ξέρω, ἀπάντησε· ἐμένα θὰ πρωτοεξορίσῃ.

Κάποτε φιλοξένησε ἐν γνώσει του τὸ φωνιᾶ τοῦ ἀδερφοῦ του, ὁ ὁποῖος νόμιζε ὅτι δὲν τὸν ξέρει ὁ «Γέρος». -Παιδί μου! λέει ἡ μάνα του, δίνεις νὰ φάει ψωμὶ ὁ φονιὰς τοῦ παιδιοῦ μου; -Σώπα μάννα· εἶπε ὁ στρατηγός. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλύτερο μνημόσυνο τοῦ σκοτωμένου.

Ἀπὸ τὴ στιγμή, ποὺ ὁ Κολοκοτρώνης ἀνακατεύτηκε στὴν πολιτική, ἔχασε τὰ νερά του. Πολὺ γρήγορα ὅμως κατάλαβε τὸ σφάλμα του καὶ ξαναγύρισε στ᾿ ἅρματα.

Διηγόταν μάλιστα καὶ τὸ ἀκόλουθο μύθο, γιὰ νὰ δείξῃ πὼς τὴν ἔπαθε, ὅταν πῆγε νὰ γίνῃ πολιτικός: Ἕνας λύκος ἅρπαξε ἕνα ἀρνὶ ἀπὸ τὸ μαντρὶ καὶ πῆγε παραπέρα νὰ τὸ φάει. -Κὺρ λύκο, θὰ μὲ φᾶς, τὸ ξέρω, εἶπε τὸ ἀρνί. Γι᾿ αὐτὸ ὅμως τὸ καλό, κάνε μου καὶ μένα αὐτὴ τὴ χάρη: τραγούδα μου λιγάκι, γιατὶ ἔχεις πολὺ γλυκιὰ φωνὴ καὶ μένα μου ἀρέσουν τὰ τραγούδια. Ἄφησε τὸ ἀρνὶ ὁ λύκος κι ἄρχισε νὰ οὐρλιάζει. Τὸν ἄκουσαν τότε τὰ σκυλιὰ καὶ τὸν πῆραν στὸ κυνηγητό. Εἶδε κι ἔπαθε, ὥσπου νὰ γλυτώσει. Τότε στάθηκε ψηλὰ στὴ ράχη κι ἀγναντεύοντας τὸ μαντρὶ εἶπε: -Τί ἤθελα ἐγὼ νὰ κάμω τὸν τραγουδιστή; Καλὰ νὰ πάθω!

Ἔλεγε κι αὐτὸν τὸ μύθο: Ἡ κουκουβάγια εἶχε βρομίσει πολὺ τὴ φωλιά της κι ἀποφάσισε νὰ κατοικήσει ἀλλοῦ. Τῆς λέει τότε ὁ κοῦκος: -Τοῦ κάκου βασανίζεσαι, ὅσο παίρνεις μαζί σου καὶ τὸν πισινό σου.

Οἱ μεγάλοι καπεταναῖοι τῆς Ἐπαναστάσεως εἶχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τὸν Ὀδυσσέα Ἀνδροῦτσο τὸν ἔλεγαν Γερο-Χουλιάρα γιὰ τὶς πονηριὲς καὶ τὰ τερτίπια του· Γέροντα ἔλεγαν τὸν Γκούρα γιὰ τὴν φρονιμάδα του· Γύφτο ἔλεγαν τὸν Κολοκοτρώνη γιὰ τὸ χρῶμα του· Γύφτο ἔλεγαν καὶ τὸν Καραϊσκάκη.

Καταδιωκόμενος ὁ Κολοκοτρώνης ἀπὸ τὰ κυβερνητικὰ στρατεύματα στὸν ἐμφύλιο πόλεμο τοῦ 1825, στάθηκε κάτω ἀπὸ μιὰ καρυδιὰ νὰ ξεκουραστῇ. Καὶ μονολογοῦσε λυπημένος: -Τί ἔχεις, καρυδιά μου, καὶ παραπονιέσαι; Μὴ σὲ πετροβολᾶνε τὰ παιδιά; Εἶναι γιατὶ ἔχεις τὰ καρύδια! Γνωστὴ ἄλλωστε ἡ λαϊκὴ παροιμία: «Τὸ δέντρο πὤχει τὸν καρπὸ ὅλο πετροβολιέται».

Ὁ Κολοκοτρώνης σχολίασε τὴ δολοφονία τοῦ Καποδίστρια μὲ τὸν ἀκόλουθο μύθο: Κάποτε, λέει, τὰ γαϊδούρια πῆραν τὴν ἀπόφαση νὰ σκοτώσουν τὸ σαμαρᾶ, γιὰ ν᾿ ἀπαλλαγοῦν ἀπ᾿ τὰ σαμάρια κι ἀπ᾿ τὸ φορτίο, ποὺ τοὺς ἔβαζαν οἱ ἄνθρωποι. Ἔτσι κι ἔγινε. Ἀμέσως ὅμως κατόπιν πῆραν τὴν πρωτοβουλία τὰ καλφάδια (οἱ μαθητευόμενοι) τοῦ σαμαρᾶ, μὰ δὲν ἤξεραν νὰ κάμουν καλὴ τὴ δουλειά, γιατὶ ἔχασαν τὸ μαστορά τους. Ἔτσι τὰ κακοφτιαγμένα σαμάρια ἄρχισαν νὰ χτυπᾶνε καὶ νὰ πλυγώνουν τὰ δυστυχισμένα γαϊδούρια, ποὺ δὲν ἄργησαν νὰ καταλάβουν ὅτι μὲ τὴν ἀνόητη πράξη τοὺς ἔπεσαν ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ χειρότερο...

Στὸν Ὄθωνα, ὁ ὁποῖος τὸν ρώτησε τί γνώμη εἶχε γιὰ τὸ νέο πανεπιστήμιο, ποὺ ἄρχισε νὰ χτίζεται, ἀπάντησε: -Νὰ σᾶς πῶ, μεγαλειότατε· μοῦ φαίνεται ὅτι τοῦτο ἐδῶ -κι ἔδειξε τὸ Πανεπιστήμιο- δὲν ἔπρεπε νὰ κτισθῇ κοντὰ σὲ κεῖνο -κι ἔδειξε τὸ παλάτι· διότι φοβοῦμαι ὅτι τοῦτο θὰ φάει ἐκεῖνο...

Η δίκη του Κολοκοτρώνη σε θάνατο από τους Βαυαρούς της Γερμανίας του Όθωνα και οι εξεγέρσεις (Video)

Ἔλεγε «Οἱ Ἕλληνες εἶναι τρελλοί, ἀλλὰ ἔχουν Θεὸν φρόνιμον».

Μετὰ τὴν καταδίκη του τὸν πληροφόρησαν ὅτι ὁ βασιλιὰς τοῦ χαρίζει τὴ ζωὴ καὶ τὸν ἀφήνει μόνο... εἴκοσι χρόνια φυλακή. -Θὰ γελάσω τὸ βασιλιά! Δὲν θὰ ζήσω τόσους! Ἀποκρίθηκε.


Περισσότερα: Κολοκοτρώνης1821Ν. Λυγερός


Βίντεο: Σταμάτης Κραουνάκης | 8 Οκτωβρίου 1838. 
Ο λόγος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στην Πνύκα. 
Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2016
Athens & Epidaurus Festival 2016






















































Ο Κολοκοτρώνης ήρθε στην Κω
και το άγαλμά του δεσπόζει
στην είσοδο για να δείξει
σε όλους ότι κανείς δεν ξεχνά
την Εθνική Επανάσταση
και το μήνυμά της
για την ελευθερία του λαού
όταν αυτός κινδυνεύει
από τις επιθέσεις
της βαρβαρότητας
όποιας μορφής και να είναι
αυτή. Ν. Λυγερός



FaceBook Συνομιλίες | Σχόλια:

Σοφία Ντρέκου 8 Οκτωβρίου 2014: ΓΙΑΤΙ Κάποια πράγματα είναι διαχρονικά... καλοί μου φίλοι!!! Καλή Λευτεριά!!!! 8 Οκτωβρίου 1838: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εκφωνεί στην Πνύκα την περίφημη ομιλία του «Παραινέσεις προς τη νέα γενιά».

Virginia Firiki: Η παλικαριά, η ανδρειωσύνη, η φιλοπατρία του Κολοκοτρώνη ...με συγκινούν αφάνταστα!!! Μακάρι το παράδειγμα αυτών των λίγων μετρημένων επιφανών ανδρών να το είχαν μιμηθεί κι άλλοι! Μακάρι ... κάποιοι... έστω ελάχιστοι από τους σημερινούς ελευθερωτές της πατρίδας μας να συγκέντρωναν στη ψυχή τους την ελάχιστη σπίθα πίστης και αγάπης για τις αξίες και τα ιδανικά ενός πονεμένου έθνους...!!! Είθε Ο καλός και πανάγαθος Θεός να φωτίζει κυρίως εκείνους που κρατούν στα χέρια τους τις τύχες μας...κι ας βρεθεί επιτέλους ένας Αληθινός Κολοκοτρώνης να πολεμήσει για την Ελλάδα μας!!! 8 Οκτωβρίου 2014 στις 9:06 π.μ.

Xristos Agridopoulos: δεν ειναι στο χέρι κανενός αφού δεν κατάλαβαν την ιστορία μας θα τους την ξαναδείξουμε. 8 Οκτωβρίου 2014 στις 9:27 π.μ.

Vicky Ko-Vid: Ο Θ. Κολοκοτρώνης ήταν σοφός και ας μην ήξερε γράμματα, σαν τους αλιείς που ο Ιησούς Χριστός τους ανέδειξε σοφούς, για να κηρύξουν τον λόγο Του στους ανθρώπους. Ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε αγάπη για την πατρίδα του, πίστη στο Θεό, μεγάλη παλληκαριά, ακεραιότητα στον χαρακτήρα του και πάνω απ' όλα ήταν γεννημένος στρατηγός. Αλλά δυστυχώς για την πατρίδα μας είναι η χώρα που γέννησε τον εφιάλτη και συνεχίζουν μέχρι σήμερα να υπάρχουν οι απόγονοί του. Επιθυμία όλων όσων αγαπάμε την πατρίδα μας, είναι να δούμε νέους Κολοκοτρώνηδες να παίρνουν τα ινία της Ελλάδας μας, για να την δούμε πάλι ελεύθερη και δυνατή. 8 Οκτωβρίου 2014 στις 11:06 π.μ.

Αέναη επΑνάσταση 8 Οκτωβρίου 2014
8 Οκτωβρίου 2014 στις 6:18 π.μ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: