Ζ' Οικουμενική Σύνοδος: Η αίρεση, οι κανόνες και το μήνυμα (δογματική ανάλυση)

εικ. Ζ' Οικουμενική Σύνοδος   Άγιον Όρος, I. M. Μεγίστη Λαύρα.
εικ. Ζ' Οικουμενική Σύνοδος Άγιον Όρος, I. M. Μεγίστη Λαύρα.

Κυριακή των Πατέρων της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου: 
Η αίρεση. Θεολογική-δογματική ανάλυση 

Επιμέλεια, Έρευνα Σοφία Ντρέκου

Μετά το θάνατο του Θεόφιλου, η Θεοδώρα προέβη και πάλι στην αναστήλωση των εικόνων. Στις 11 Μαρτίου 843 μ. Χ., η ενδημούσα (Ενδημούσα χαρακτηρίζεται η Διαρκής Σύνοδος της Εκκλησίας της Ανατολής που συγκαλούνταν κάθε χρόνο στην Κωνσταντινούπολη, με αντικείμενο εργασιών τη διευθέτηση τρεχόντων ζητημάτων, τη συζήτηση επί αιτημάτων ιεραρχών κ.λπ.), σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη επανέφερε σε ισχύ της αποφάσεις της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, επανέφερε τις εικόνες στις εκκλησίες και θέσπισε την Κυριακή της Ορθοδοξίας, που γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία κάθε χρόνο την πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Α’ Κυριακή των Νηστειών [βλ. εδώ]).

Η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος συνεκλήθη από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ΣΤ' και τη μητέρα του, Αυτοκράτειρα Ειρήνη την Αθηναία στη Νίκαια της Βιθυνίας, στο Ναό της Αγίας Σοφίας, το 787 κατόπιν αίτησης του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ταρασίου. Αποφάσισε την αναστύλωση των εικόνων καταδικάζοντας την Εικονομαχία και την ιδέα της σχηματοποίησης της αόρατης και άυλης Τριάδας. Εκεί εκφράσθηκε η θεολογία περί της εικονογράφησης του Χριστού και των Αγίων ως κάτι ορατό.

Τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τῶν ἐν
Νικαίᾳ τό δεύτερον συνελθόντων, κατά τῶν Εἰκονομάχων.

Μνήμη των Αγίων Πατέρων της εν Νικαία Ζ' Οικουμενικής Συνόδου (787μ.Χ.). H Eκκλησία μας αυτή την Κυριακή μας προβάλλει την παραβολή του σπορέως και την μνήμη των αγίων Πατέρων της Ζ' οικουμενικής Συνόδου, η οποία εκήρυξε εικονιζόμενον τον εσαρκωμένο Λόγο και Υιό του Θεού και έδωσε τέλος στις γνωστικιστικές και πλατωνικές απόψεις περί θείου.

Εξάλλου, 
ο απόστολος της σημερινής ημέρας είναι αφιερωμένος στον αιρετικό άνθρωπο, μία πληγή, ένα ασθενές και ετοιμοθάνατο, αν όχι αποκομμένο πλήρως μέλος, στο σώμα της Εκκλησίας. Θα σταθούμε σε ολίγα σημεία περί αίρεσης, κάνοντας όσο πιό πολύ σαφή γίνεται την θέση της εκκλησίας.

Πρώτον, πρέπει να καταστήσουμε σαφές, πώς στην ύποπτη εποχή πού ζούμε, είναι σχεδόν παράνομο να μιλάμε για τις αιρέσεις εν ονόματι της δημοκρατικής ανοχής και της υδαρής αγαπολογίας, πού δοκιμάζει τους ασθενέστερους και πλέον επιρρεπείς στην κολακεία χριστιανούς, ποιμένες και εκ του ποιμνίου.


Η αίρεση για την εκκλησία αποτελεί παραχάραξη στην άπαξ παραδεδομένη από τον Κύριο και τους αποστόλους αλήθεια, μία εκλογή αλήθειας ή μάλλον μια παρουσίαση αλήθειας με υποκειμενικά κριτήρια. Η Εκκλησία από νωρίς ξεχωρίζει και διακρίνει την αίρεση από τον αιρετικό. 

Αποφθεγματικά είναι γνωστό πώς «μισούμε την αίρεση, αλλά όχι τον αιρετικό». Στην παράδοση μας δεν τίθενται ιεροεξεταστικά κριτήρια. Ο αιρετικός θεωρείται ως συμπαθές θύμα του ιδίου του εγωισμού του και η αίρεση αποτέλεσμα μιας αλαζονείας ιδιότυπης, στην οποία παραδίνεται κάποιος αποπτύοντας την μακαρία απλότητα και την εκκλησιαστική υπακοή.

Η Εκκλησία θεραπεύει διά της ορθοδοξίας, αλλά και αποκόβει το μέλος από το σώμα της εγκαίρως και συνοδικώς εκφραζόμενη, ούτως ώστε όπως χαρακτηριστικά λέγεται «να μην μεταδοθεί η ασθένεια και στα άλλα».


Πρώτον χαρακτηριστικό της αίρεσης είναι η ακατάσχετη ηθικολογία και μια στυγνή πουριτανική επιμονή στην καθαρότητα, πού μέσα στους κόλπους της εκκλησίας ονομάζεται και ευσεβισμός. Τα σκάνδαλα των κληρικών και των λαϊκών μεγεθύνονται, παρουσιάζονται με αρρωστημένη σχεδόν εμμονή στο κοινό.

Ο αποκομμένος, παραδομένος σε μια αυτολατρεία και αυτοδικαίωση, συγκρίνει τον εαυτό του, ιδανικοποιημένο και εκφραστή μιας ιδία ηθικής καθαρότητας, με όλους τους άλλους και επιμένει να θεωρεί ανώτερο πάσης αμαρτίας τον τύπο του, κολαζομένους δε τους άλλους.


Πρόκειται για έναν αρρωστημένο ζήλο χωρίς ευσπλαχνία, χωρίς συμπάθεια για τον συναμαρτωλό, μια θεώρηση της εκκλησίας εντελώς δικανική και αυστηρή, σχεδόν απάνθρωπη. Η Εκκλησία δεν αντιμετωπίζεται σαν συνάθροιση ασθενών ανθρώπων πού επιζητούν την υγεία, αλλά σαν σώμα δύο ταχυτήτων στο οποίο προτεραιότητα έχουν οι κατ'επίφασιν αναμάρτητοι.


Σύνηθες χαρακτηριστικό των αιρετικών είναι η απολυτοποίηση της Γραφής. Η Γραφή αντιμετωπίζεται σαν ένας απόλυτος και αλάθητος ηθικός και νομικός κώδικας από έναν πλαστό νομοθέτη θεό. Η παρερμηνεία και οι εύκολες περικοπές για να στηρίξουν προφάσεις και ανακρίβειες είναι στο πρόγραμμα των αιρετικών.


Επαναλαμβάνοντας στεγνά και μονότονα ρητά από τις Γραφές και μάλιστα παραποιημένα, επιχειρούν με σοφιστικές διαδικασίες να επιβάλουν υποκειμενικότητες και πλάνες και να διασπείρουν πανικό στους ανυποψίαστους, πού για αυτούς αποτελεί απόδειξη αμάθειας και αμαρτωλού βίου.


Ο αιρετικός αγνοεί την Γραφή ως έργο της Εκκλησίας και άρα την Εκκλησία ως αποκλειστική ερμηνεύτρια των Γραφών, εφ' όσον το άγιο Πνεύμα της Γραφής είναι το αυτό και αρμόδιο της Εκκλησίας.


Αγνοεί την ταπείνωση, την απλότητα, την υπακοή, τον ασκητικό βίο, την πίστη πού σημαίνει εμπιστοσύνη στην παράδοση της ερμηνείας. Αγνοεί τέλος τον λειτουργικό χώρο και χρόνο εντός του οποίου διασαφηνίζονται και πληρώνονται τα αποστολικά και γραφικά χωρία, το ευαγγέλιο.


Αρχαία αίρεση στην εκκλησία και μητέρα των αιρέσεων είναι ο γνωστικισμός. Ένα θρησκευτικό σύστημα πού υποτίθεται αναζητά μια απόκρυφη γνώση σε έναν κόσμο πνευματικό και εξαίρει ή δαιμονοποιεί την ύλη.


Οι γνωστικιστές αναζητούν τον αληθινό Θεό στον κόσμο των νεφελών και θεωρούν τον κόσμο δαιμονικό κατασκεύασμα.Έτσι δημιουργείται μια εντύπωση ελιτιστών ανωτέρων ανθρώπων, αποκομμένων από την φυσική πραγματικότητα και κεχωρισμένων από τον δαιμονικό κόσμο των πολλών πού μαστίζονται από την αγνωσία.


Εύκολα μπορούμε να διακρίνουμε τέτοιους ανθρώπους μέσα στην Εκκλησία. Ο γνωστικισμός σήμερα επιβιώνει στην θεωρητική μασονία και σε άλλα φιλοσοφικά συστήματα, τα οποία γοητεύουν σαν κάτι διαφορετικό, χωρίς όμως να δίνουν απαντήσεις. Πρόκειται περισσότερο για ομάδες πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων με ένα φιλοσοφικό ένδυμα, από το οποίο λείπει και αυτή η θεωρητική ομοιομορφία.


εικ. Iερόν Μανδήλιον: Έργο του 1874   ζωγράφου Νικολάου Γύζη.   Λέγεται ότι εμπνεύστηκε την ηρεμία και την γαλήνη   του προσώπου από το κομμένο κεφάλι του λήσταρχου   Νταβέλη στην πλατεία Συντάγματος
εικ. Iερόν Μανδήλιον: Έργο του 1874 
ζωγράφου Νικολάου Γύζη. 
Λέγεται ότι εμπνεύστηκε την ηρεμία και την γαλήνη 
του προσώπου από το κομμένο κεφάλι του λήσταρχου 
Νταβέλη στην πλατεία Συντάγματος (εδώ)

Άλλο χαρακτηριστικό των αιρέσεων είναι η εξάρτηση από και η λατρεία του ποιμένα. Άνθρωποι πού απέτυχαν να επιβληθούν μέσα στην Εκκλησία και πολύ συχνά να καταξιωθούν στην κοινωνία των ανθρώπων, αναλαμβάνουν εργολαβικά την διαποίμανση ψυχών μέσα σε σέχτες και παραθρησκευτικές ομάδες.

Ενώ απορρίπτουν το αλάθητο της συνοδικότητας και κάθε έννοια ιεραρχίας και πνευματικής πληρότητας μέσα στην κανονική Εκκλησία, τα οποία ονομάζουν εξουσιασμό, αναλαμβάνουν οι ίδιοι να εξουσιάζουν με δυναστική συνέπεια ψυχές και ζωές ανθρώπων.


Η εξάρτηση από τον ποιμένα, πού αναλαμβάνει ρόλο αλάθητου καθοδηγητή και τυρρανίσκου είναι αρρωστημένη, έντονη και δεν επιδέχεται κριτικής και αμφισβήτησης. Τίθενται σε κίνδυνο οι ψυχές, η σωματική και πνευματική υγεία, η ζωή η ίδια πολλές φορές, η αξιοπρέπεια και η περιουσία ανθρώπων, πού σε κάποια φάση αδυναμίας εμπιστεύτηκαν σε ανθρώπους ομοιοπαθείς και μελλοθάνατους την ίδια τους την ύπαρξη.


Οφείλουμε να αναφερθούμε στα συστήματα αυτοπραγμάτωσης και αναζήτησης εαυτού, ανατολικών περισσότερο δοξασιών παρά αιρέσεων θα λέγαμε, αν σε όλα αυτά βέβαια πολύ συχνά δεν ανακάτευαν τον Χριστό και την Εκκλησία. 

Άνθρωποι παρακινημένοι από το συρμό και από ποταπές μεταφυσικές ανησυχίες, προσπαθούν να επιτύχουν στην ζωή με υλιστικά κριτήρια, επιλέγοντας διάφορες τεχνικές ανατολικής προέλευσης.

Άλλοι αναζητούν τον εσώτερο εαυτό τους δαπανώντας ύπαρξη, ψυχή, χρόνο και χρήμα σε περίπλοκες και ακατανόητες τεχνικές, μόνο και μόνο γιατί τις επιβάλλει η μόδα. Ο εσώτερος εαυτός μας είναι κάτι πού αποτελεί αντικείμενο της ορθόδοξης μυστικής και ασκητικής παράδοσης.


Μέσα στην Εκκλησία επιτυγχάνουμε την λύτρωση και την προκοπή στην τελειότητα σαν μέλη μιας κοινωνίας ανθρώπων και όχι σαν ξεχωριστά άτομα πού απλώς τυγχάνει να συμβιώνουν και να υποφέρουν, αν όχι να υπερέχουν από τους άλλους.


Τέλος, δεν θα παραλείψουμε να αναφερθούμε στις χιλιαστικές δοξασίες και στις εγκόσμιες βλέψεις πού εμπνέουν και στηρίζουν πολλές αιρέσεις. 


Ο Χριστός μας αποσαφήνισε πώς η βασιλεία των ουρανών δεν έρχεται μετά παρατηρήσεως αλλά «εντός ημών εστί» και η Εκκλησία μας δεν παραλείπει να μας υπενθυμίζει πώς «όταν τον κόσμον κερδήσωμεν, τότε τον τάφον οικήσωμεν» Χωρίς η εκκλησία να αγνοείτην ομορφιά και την χρηστικότητα αυτού του κόσμου (και το αντίθετο θα αποτελούσε αίρεση), μας διδάσκει όμως την ματαιότητα του και κηρύσσει Ιησούν Χριστόν βασιλέα σε ένα διαφορετικό βασίλειο. Όχι έναν εξουσιαστή αντί-χριστο πού τάζει φθαρτά πλούτη και μεγαλεία, αλλά αυτόν τον βασιλέα της ειρήνης πού παρέχει την πνευματική και αιώνια βασιλεία.

Κάνοντας ο Χριστιανός χρήση του καλού κόσμου πού έπλασε ο Θεός, δεν επιθυμεί να εξουσιάσει και να επιβληθεί πάνω στους άλλους, αλλά να γίνει για τον αδελφό ζωντανή και περιφερόμενη ειρήνη και βασιλεία του Θεού, ώστε να επικρατήσει το θέλημα Του και επί της γης.


Σαφές είναι πόσο επίκαιρη και σοβαρή είναι η πραγματικότητα και η παγίδα της αίρεσης εντός και εκτός εκκλησίας.


Ο Χριστιανός με καλλιέργεια της εσωτερικής αληθινής ταπείνωσης, με κόπο και άσκηση στην υπακοή στην εκκλησιαστική εμπειρία, με λειτουργική ζωή και κατάλληλη καθοδήγηση στην ανάγνωση και ερμηνεία των γραφών, με συχνή μυστηριακή ζωή και μια καλή αμφίδρομη σχέση με τους πατέρες του, στερεώνεται στην χαρά και την χάρη της ορθοδοξίας και πραγματώνεται στην κοινωνία των αδελφών του.


Ας αγαπήσουμε την πίστη, δηλαδή την εμπιστοσύνη στην εκκλησιαστική εμπειρία. Θα αποφύγουμε σίγουρα το βάραθρο και την θανατερή αρρώστια της αίρεσης.



2019-10-13. Κυριακὴ ΙΖ' (Δ' Λουκᾶ)



Το μήνυμα της Κυριακής των Πατέρων της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου

Το μήνυμα της Κυριακής των αγίων Πατέρων, είναι η ενότητα της Εκκλησίας και η εκκλησιαστικότητα μας. Έχουμε κάποιο κοινό παρελθόν, παρόν και μέλλον. Στην Εκκλησία, ενώ ο Θεός είναι παντού και πάντα, εμείς σπεύδουμε να λατρεύσουμε στον Ναό, όλοι μαζί σε συγκεκριμένο χρόνο.

Γιατί; Γιατί είμαστε ένα Σώμα, μια Εκκλησία, μια ενότητα. Αυτή την Εκκλησία προασπίστηκαν και κατέλιπαν οι Πατέρες, οι οποίοι με την σειρά τους, παρέλαβαν αυτή την αλήθεια από τους αποστόλους και τον ίδιο τον Κύριο.


Η Εκκλησία συγκροτείται κάθε φορά μέσα από την σύναξη και την κοινή λατρεία, όπου συγκαταβαίνει ο Παράκλητος και είναι παρών ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.


Η αίρεση δεν είναι μόνο διάσπαση αυτής της ενότητας αλλά και έκφραση ατομικής θρησκείας πού διασπά την ενότητα. Μόνο εντός της Εκκλησίας ο πιστός καρποφορεί και παραμένει ενωμένος με την ζωηφόρο Άμπελο, τον Χριστό. Γι αυτό και κάθε κίνηση εκτός ή παρά την Εκκλησία φέρνει αρνητικά αποτελέσματα είναι πάντα προβληματική. 



ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ


Ο Λέων Δ' και ο συναυτοκράτορας γιος του Κωνσταντίνος (ΣΤ'). 
Στην άλλη όψη ο πάππος του Λέων Γ' και ο πατέρας του Κωνσταντίνος Ε'.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

«Η αγία και οικουμενική εβδόμη Σύνοδος έγινε στη Νίκαια της Βιθυνίας (787 μ.Χ.), για δεύτερη φορά (η πρώτη έγινε το 325 μ.Χ. όταν συνήλθαν οι Πατέρες της Α' Οικουμενικής Συνόδου), επί Κωνσταντίνου βασιλέως και της μητέρας του Ειρήνης, και επί Αδριανού πάπα Ρώμης, Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, Πολιτιανού Αλεξανδρείας, Θεοδωρήτου Αντιοχείας και Ηλία Ιεροσολύμων. Οι πατέρες που συναθροίστηκαν τότε ήταν τριακόσιοι εξήντα πέντε. Αυτοί όλοι συνήλθαν κατά των εικονομάχων και αναθεμάτισαν εγγράφως κάθε αίρεση, όπως και τους αρχηγούς των αιρέσεων, έπειτα και όλους τους εικονομάχους. Εγγράφως εξέθεσαν και κατέγραψαν ότι όποιος δεν προσκυνά τις άγιες εικόνες είναι ξένος προς την πίστη των ορθοδόξων, ότι η τιμή της εικόνας διαβαίνει προς το πρωτότυπο και ότι αυτός που προσκυνά και τιμά την εικόνα προσκυνά σ’ αυτήν, την υπόσταση του εικονιζομένου. Κι αφού διέταξαν τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο και ισχυροποίησαν την ορθόδοξη πίστη, ο καθένας απήλθε στη δική του επισκοπή».

Θα πρέπει καταρχάς να υπενθυμίσουμε ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι αποτελούν το ανώτερο και σπουδαιότερο όργανο που διαθέτει η Εκκλησία του Χριστού, προκειμένου να εκφράζει και να διατυπώνει την πίστη και τη ζωή της, να καταδικάζει κάθε προσπάθεια αλλοίωσης της πίστης και της ζωής αυτής, δηλαδή την αίρεση, όπως βεβαίως και να καθορίζει τα πρακτικά πλαίσια πορείας της. Η έκφραση της πίστεως, όταν βεβαίως δίνεται η αφορμή με την εμφάνιση μίας αίρεσης, οπότε τότε διακυβεύεται η πίστη – κάτι που αποκαλύπτει ότι η οικουμενική σύνοδος, μολονότι θεσμικά κατοχυρωμένη, συνιστά έκτακτο και χαρισματικό γεγονός – γίνεται με τους όρους ή τα δόγματα, ενώ ο καθορισμός των πρακτικών πλαισίων ζωής γίνεται με τους κανόνες. 

Με απλά λόγια μία οικουμενική σύνοδος συνιστά το στόμα της Εκκλησίας, γι’ αυτό και οι αποφάσεις της είναι απολύτως υποχρεωτικές για κάθε μέλος αυτής, που σημαίνει ότι με την υπακοή του μέλους διακρατείται ζωντανή η κοινωνία του με την Εκκλησία, άρα περαιτέρω διακρατείται ζωντανή η κοινωνία με τον ίδιο τον Χριστό και τους αγίους αποστόλους Του. Διότι βεβαίως ο αγώνας των Πατέρων που συγκροτούν την οικουμενική σύνοδο είναι πώς να παρουσιάσουν ό,τι η Εκκλησία ζει: τον Χριστό και το Πνεύμα Του. Εκεί μάλιστα που ο πιστός λαός διαγιγνώσκει ότι η Σύνοδος δεν εξέφρασε ό,τι οι απόστολοι κήρυξαν, εκεί διαμαρτύρεται και αρνείται την υπακοή, και με την έννοια αυτή ο πιστός λαός θεωρείται τελικώς ως ο φύλακας της ορθόδοξης πίστης.

Ο υμνογράφος καταγράφει την παραπάνω αλήθεια και για τους Πατέρες της εβδόμης Οικουμενικής Συνόδου. «Αποστολικών παραδόσεων ακριβείς φύλακες γεγόνατε Άγιοι Πατέρες». Ο αγώνας τους ήταν πώς να μείνουν στην ακρίβεια της παράδοσης των Αποστόλων και των προ αυτών Πατέρων. Και γι’ αυτό, το πρώτο που έκαναν στη σύνοδο ήταν να καταδικάσουν πρώτα και αυτοί τον Άρειο, τον Μακεδόνιο, τον Νεστόριο, τον Ευτυχή και τους άλλους προγενέστερους αιρεσιάρχες. «Της γαρ αγίας Τριάδος το ομοούσιον ορθοδόξως δογματίσαντες, Αρείου το βλάσφημον συνοδικώς κατεβάλετε. Μεθ’ όν και Μακεδόνιον Πνευματομάχον απελέγξαντες, κατεκρίνατε Νεστόριον, Ευτυχέα και Διόσκορον, Σαβέλλιόν τε και Σεβήρον, τον Ακέφαλον». Πόσο άμεσα φαίνεται τούτο από το γεγονός ότι ορισμένοι ύμνοι είναι ακριβείς επαναλήψεις της ακολουθίας των Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου! Νομίζει κανείς σε πρώτο άκουσμα ότι έγινε κάποιο λάθος: «Όλην συγκροτήσαντες την της ψυχής επιστήμην, και τω θείω Πνεύματι συνδιασκεψάμενοι, το ουράνιον και σεπτόν Σύμβολον οι σεπτοί Πατέρες θεογράφως διεχάραξαν». Κι όμως! Είναι τέτοια η πεποίθηση ότι οι της Ζ' Συνόδου Πατέρες βρίσκονται στην ίδια πορεία με τους της Α' Συνόδου, ώστε σαν να «σβήνεται» το παρόν και να ακούγεται το παρελθόν ως παρόν. Η ταυτότητα της πίστεως όλων των Πατέρων στο απόγειό τους.

Ποια η αίρεση την οποία κατεδίκασε η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος και η οποία συνόψιζε τις προγενέστερες αιρέσεις; Η εικονομαχία, η εναντίωση στις εικόνες, η άρνηση δηλαδή της δυνατότητας εξεικονισμού του Χριστού. Διότι η άρνηση αυτή σήμαινε ότι ο Χριστός δεν ήταν πραγματικός και αληθινός άνθρωπος, φάνηκε ως άνθρωπος, συνεπώς η εικονομαχία συνέχιζε και διαιώνιζε με άλλον τρόπο τον μονοφυσιτισμό, ή από άλλη όψη τον νεστοριανιασμό. Στο βάθος της δηλαδή η εικονομαχία συνιστούσε χριστολογική αίρεση. Έτσι ενώ φαινόταν «λογική» η πολεμική κατά των εικόνων: να μην ξεπέσουμε σε ειδωλολατρία, στην ουσία ήταν άρνηση του Χριστού, που σημαίνει ότι η αποδοχή των εικόνων του Χριστού αποτελούσε το πιο κραυγαλέο κήρυγμα πίστεως στην ενανθρώπησή Του. «Διά τούτο την αληθινήν πίστιν κρατούσα η Εκκλησία, ασπάζεται την εικόνα της Χριστού ενανθρωπήσεως». Και βεβαίως εννοείται ότι ο εξεικονισμός του Χριστού αναφερόταν στο περιγραπτό της ανθρώπινης φύσεώς Του και όχι της θεϊκής. Το θείο πράγματι δεν εξεικονίζεται, γι’ αυτό και όποια προσπάθεια ζωγραφικής αποδόσεως της αγίας Τριάδος δεν βρίσκεται μέσα σε ορθόδοξα πλαίσια. Η αγία Σύνοδος μάλιστα μνημόνευε και τον λόγο του Μεγάλου Βασιλείου, τον οποία χρησιμοποίησε και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο θεολόγος των εικόνων, ότι «η τιμή της εικόνος επί το πρωτότυπον διαβαίνει», για να τονίσει δηλαδή ότι δεν τιμάται το ξύλο ή το χρώμα της εικόνας, αλλά το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται. Κι εννοείται τέλος ότι οι εικόνες της Παναγίας και των αγίων γίνονταν αποδεκτές, διότι οι άγιοι είναι οι κατεξοχήν φίλοι του Χριστού, συνεπώς τιμώντας αυτούς τον Χριστό τελικώς τιμάμε.


ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Δ' ΛΟΥΚΑ 
(ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)

Ο Κωνσταντίνος ΣΤ' (δεξιά από το σταυρό) προεδρεύει της Δευτέρας 
Συνόδου της Νίκαιας. Μικρογραφία από τις αρχές του 11ου αιώνα.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

α. Η Εκκλησία μας σήμερα ἑορτάζει τούς Πατέρες τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μέ τή χριστολογική αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Χωρίς νά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν οὐσία τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, τό ὁποῖο ταλάνισε τήν ᾽Εκκλησία πλέον τοῦ ἐνάμιση αἰῶνα καί προκάλεσε ἑκατόμβη αἱμάτων γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν εἰκόνων, θά κάνουμε λόγο γιά τό ἴδιο τό γεγονός τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θέμα πού ἀπαιτεῖ πάντοτε ἰδιαίτερη προσοχή καί ἐνδιαφέρον.

β. 1. Η Ορθόδοξη ᾽Εκκλησία μας εἶναι ᾽Εκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Διότι σ᾽ αὐτές ἔχουμε παροῦσα ὅλη τήν ᾽Εκκλησία ὡς ἀλάθητο ἐκφραστή τῆς ἀλήθειας. ῾Ως γνωστόν ἡ ᾽Εκκλησία δέν εἶναι ἀλάθητη οὔτε στά ἐπιμέρους πρόσωπα τῶν μελῶν της, (κάτι πού ἀποδέχονται γιά παράδειγμα οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μέ τό ἀλάθητο τοῦ πάπα), οὔτε στίς ἐπιμέρους ὁμάδες αὐτῶν. Εἶναι ἀλάθητη ὡς ὅλο. Καί τό ὅλο, ἐκπροσωπούμενο ἀπό τούς κατά τόπους ἐπισκόπους τῶν ᾽Εκκλησιῶν,  φανερώνεται στίς Οἰκουμενικές Συνόδους. ῾Η Οἰκουμενική Σύνοδος ἔτσι συνιστᾶ τή φωνή τῆς ᾽Εκκλησίας, συνεπῶς τή φωνή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό μυστικό σῶμα ᾽Εκείνου.

2. Η ἀλάθητη φωνή τῆς ᾽Εκκλησίας διά τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀκούγεται τότε κυρίως, ὅταν παρουσιάζονται ξένες καί ἀλλότριες φωνές πρός αὐτήν καί τόν Κύριο καί ἀρχηγό Της ᾽Ιησοῦ Χριστό, δηλαδή ὅταν παρουσιάζονται διάφορες αἱρέσεις. Οἱ αἱρέσεις συνιστοῦν τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ᾽Εκκλησίας, γιατί σκοτίζουν τήν ἀλήθεια παρουσιάζοντας μία παραμορφωμένη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν λειτουργεῖ μέ τυπικό καί τακτικό προγραμματισμένο τρόπο, ἀλλά εἶναι ἰδιαίτερα χαρισματικό γεγονός τῆς ᾽Εκκλησίας. ῎Αλλο οἱ κατά τόπους Σύνοδοι μέ τήν τακτική λειτουργία τους καί ἄλλο οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι.

3. Έργο κάθε Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού συνέρχεται μέ τήν ἐμφάνιση μίας καταστροφικῆς αἵρεσης, εἶναι ἀφενός νά καταδικάσει τή διαστροφή τῆς ἀλήθειας πού φέρνει ἡ αἵρεση, ἀφετέρου νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια πού ζεῖ ἡ Εκκλησία, τήν καθαρή ἀλήθεια δηλαδή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς παρουσίας Του. Κι ἡ διατύπωση αὐτή γίνεται ὅσον ἀφορά στήν πίστη μέ τά λεγόμενα δόγματα ἤ τούς ὅρους, ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐκκλησιαστική τάξη καί τή λατρεία μέ τούς κανόνες.

Από τήν ἄποψη αὐτή τά δόγματα ἤ οἱ ὅροι δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τούς διαφόρους δογματισμούς πού ὑπάρχουν στόν κόσμο καί πού ταλαιπωροῦν τόν ἄνθρωπο, διότι κατανοοῦνται ὡς ἐκεῖνοι οἱ δεῖκτες πορείας πού ὀρθά ἀκολουθούμενοι ἀπό τόν πιστό ἐκβάλλουν στή ζωντανή σχέση μέ τόν Χριστό καί τόν Τριαδικό Θεό. Τό δόγμα π.χ. ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας ἀποτελεῖ τόν δείκτη γιά τόν χριστιανό πού τοῦ λέει ὅτι ἄν δέν συναντήσει  Αὐτόν στή διφυΐα Του αὐτή, ἔχει λαθέψει, δηλαδή δέν ζεῖ σωστά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Οἱ κανόνες ἐπίσης ὁριοθετοῦν τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, ὥστε καί πάλι ὁ πιστός νά μή ξεφύγει  ἀπό τή σχέση του μέ τόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει ὅτι οἱ κανόνες ἀποτελοῦν τίς ἐκφράσεις τοῦ δόγματος στήν καθημερινή ἐφαρμογή του.

4. Έτσι τά δόγματα ἀλλά καί οἱ κανόνες (καί κυρίως οἱ δογματικοί λεγόμενοι) δέν εἶναι θέμα ἐπιλογῆς τῆς βούλησης τοῦ πιστοῦ: ἄν θέλω τά ἀποδέχομαι καί τά τηρῶ, ἀλλά ἔχουν ὑποχρεωτικό χαρακτήρα γιά ὅλους τούς πιστούς. Χρειάζεται ὅμως προσοχή στούς κανόνες νά γίνεται ὀρθή ἑρμηνεία αὐτῶν, προκειμένου ὄντως νά βοηθοῦν στήν εὕρεση τοῦ Χριστοῦ καί στή ζωντανή σχέση μέ τόν Τριαδικό Θεό. Διαφορετικά μία ἐπιπόλαια καί ἀδιάκριτη ἐφαρμογή τους μπορεῖ νά ὁδηγήσει στό ἐντελῶς ἀντίθετο ἀποτέλεσμα: νά γίνουν καταστροφικά μέσα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ μεγάλος ἅγιος Γέροντας τῆς ἐποχῆς μας π. Παΐσιος ἐξέφραζε τήν ἀλήθεια μέ τόν γνωστό χαριτωμένο καί ἄμεσο τρόπο του: ῾Οἱ κανόνες στά χέρια ὁρισμένων ἀδιακρίτων γίνονται κανόνια πού καταστρέφουν τούς ἀνθρώπους᾽.

5. Ενα ἐρώτημα πού τίθεται βεβαίως συχνά γιά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους εἶναι: ὅλες οἱ Σύνοδοι ἅμα τῇ συγκροτήσει τους εἶναι καί οἰκουμενικές; Κι ἡ ἀπάντηση εἶναι, ἀσφαλῶς καί ὄχι. Διότι ὐπῆρξαν Σύνοδοι πού συγκροτήθηκαν μέ ὅλα τά δεδομένα μίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλ᾽ ἀπορρίφτηκαν ἀπό τήν ᾽Εκκλησία (π.χ. ἡ εἰκονομαχική Σύνοδος τῆς ῾Ιέρειας, ἡ Σύνοδος τῆς Φερράρας- Φλωρεντίας). ᾽Εκεῖνο πού συνιστᾶ κριτήριο γιά τή γνησιότητα μίας Συνόδου καί τοῦ χαρακτηρισμοῦ της ὡς Οἰκουμενικῆς εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας, ἡ συνέχεια δηλαδή τῆς ἀπαρχῆς Παράδοσης τοῦ Χριστοῦ, τῶν ᾽Αποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτός πού βεβαιώνει ἤ ὄχι ὅτι ἐκφράστηκε ὀρθά ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ πιστός λαός, κληρικοί καί λαϊκοί. Αν ὁ πιστός λαός ἀποδεχθεῖ ἐν εὐχαριστίᾳ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἄν τό ἔργο της νύξει τίς καρδιές καί ὁ λαός ὀδηγηθεῖ σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, τότε ναί! ἡ ἀλήθεια ἐκφράστηκε, ἡ Σύνοδος ἑπομένως ἔχει χαρακτήρα Οἰκουμενικό.

γ. Στήν Ορθόδοξη Εκκλησία μας, Εκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ζοῦμε μέ ἀσφάλεια τήν πίστη μας. Μποροῦμε χωρίς προβλήματα νά ζήσουμε τόν Χριστό καί Θεό μας. Τό μόνο πρόβλημα ἀσφαλῶς πού ὑφίσταται διαχρονικά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. Η δική μας βούληση συνιστᾶ τίς περισσότερες φορές τό ἀνάχωμα πού ἐμποδίζει τήν ἐμπειρική ἐπιβεβαίωση τῆς ἀλήθειας. Αλλά βεβαίως σ' αὐτό δέν φταίει ἡ Εκκλησία.


ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΛΟΥΚΑ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ) ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ 
ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)


ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ (Τίτ. 3, 8)

α. Η μνήμη τῶν Πατέρων τῆς Ζ' ἐν Νικαίᾳ Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787 μ.Χ.) ἀποτελεῖ τήν αἰτία ἐπιλογῆς τοῦ ἀποστολικοῦ ἀναγνώσματος ἀπό τήν πρός Τίτον ἐπιστολή τοῦ ἁγίου Παύλου. ῾Ο ἀπόστολος παραινώντας τόν μαθητή καί συνεργάτη του Τίτο τόν καλεῖ ἡ προσωπική του ζωή νά ἀποτελεῖ μία μαρτυρία τῆς πίστεως στόν Σωτήρα Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό, ὥστε καί οἱ ὑπόλοιποι πιστοί νά παρακινοῦνται νά κάνουν πράξη τήν πίστη τους. Μέ αὐτήν τήν προτεραιότητα στήν ζωή τους εἶναι εὐνόητο ὅτι πρέπει νά ἀποφεύγουν κάθε τι πού τούς ἀποπροσανατολίζει, ὅπως τίς ἀνωφελεῖς καί ἀνούσιες συζητήσεις, τίς διαμάχες, ἀκόμη καί τήν ἐπιμονή, πέρα ἀπό μία δύο φορές, γιά τήν μεταστροφή τῶν αἱρετικῶν, ἐκείνων δηλαδή πού ἀκολουθοῦν πλανεμένες διδασκαλίες ὡς πρός τόν Χριστό. Στό ἴδιο μῆκος κύματος τῶν παραινέσεων τοῦ ἀποστόλου Παύλου κινήθηκαν καί οἱ Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Κατεδίκασαν τούς αἱρετικούς εἰκονομάχους πού ἀλλοίωναν μέ τήν ἄρνηση ἐξεικονισμοῦ τοῦ Κυρίου  τήν ἀληθινή εἰκόνα Του, καί ἔδειξαν μέ φωτισμό Θεοῦ ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός πού ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος ῾δι᾽ ἡμᾶς καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν᾽, γι᾽ αὐτό καί μπορεῖ νά ἀποτυπωθεῖ κατά τήν ἀνθρώπινη μορφή του.

β. 1. Δέν θά ἀναφερθοῦμε στήν αἵρεση τῶν εἰκονομάχων. Οἱ Πατέρες τούς κατεδίκασαν γιατί ἀκριβῶς διαστρέβλωναν τήν πίστη καί πρότειναν αἵρεση, δηλαδή πλάνη. Καί χειρότερο πράγμα ἀπό τήν πλάνη τῆς αἵρεσης δέν ὑπάρχει γιά τήν χριστιανική πίστη. Κατά τήν ἐκτίμηση τοῦ ἀποστόλου Παύλου συνιστᾶ ἐκτροπή καί ἁμαρτία καί αὐτοκατάκριση: ῾εἰδώς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος (ὁ αἱρετικός) καί ἁμαρτάνει ὤν αὐτοκατάκριτος᾽. Δέν εἶναι τυχαῖο γι᾽ αὐτόν τόν λόγο ὅτι οἱ ἅγιοί μας θεωροῦν ὅτι εἶναι προτιμότερο νά ἁμαρτάνει κανείς σαρκικά, παρά νά θεωρεῖται ἠθικός καί ῾ἅγιος᾽,  ἀλλά ριγμένος στήν αἵρεση. Κι αὐτό γιατί στήν πτώση τῶν σαρκικῶν ἁμαρτιῶν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα τῆς ταπεινῆς μετάνοιας - ῾οἱ τελῶναι καί αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν᾽ -, ἐνῶ στήν πτώση τῆς αἵρεσης τοῦτο εἶναι φοβερά δύσκολο, λόγω τῆς ὑποκρυπτομένης δαιμονικῆς ὑπερηφάνειας.

Εἶναι ἐξαιρετικά σημαντική μάλιστα ἡ ἐπισήμανση τοῦ ἀποστόλου ὅτι προκειμένου γιά τόν αἱρετικό ἀρκεῖ ἡ συμβουλή σ᾽ αὐτόν γιά τήν πλάνη του μία δύο φορές: ῾αἱρετικόν ἄνθρωπον μετά μίαν καί δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ᾽.  ῎Αν κανείς θελήσει νά ἐπιμείνει στίς συμβουλές του μέ τήν πεποίθηση ὅτι πρόκειται νά μεταστρέψει τόν αἱρετικό, τότε ὁ ἴδιος πλανᾶται πλάνην οἰκτράν, ἀποκαλύπτοντας τόν δικό του ἐγωϊσμό καί τήν ἄγνοια τῆς καταστάσεως τοῦ αἱρετικοῦ. Κι ἴσως ἡ προτροπή αὐτή τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρέπει νά ληφθεῖ πιό σοβαρά ὑπ᾽ ὄψιν ἀπό ἐκείνους πού καί σήμερα ἔχουν ἀποδυθεῖ σέ ἀδιάκοπο κυνηγητό τῶν διαφόρων αἱρέσεων. ῾Η διαρκής πολεμική καί καταγγελία τῆς αἵρεσης, ῾πάλιν καί πολλάκις᾽, ἐφόσον ἤδη ἔχει ἐπισημανθεῖ ἡ πλάνη, ἴσως τελικῶς φανερώνει κάποια δική τους ἐμπλοκή καί ὄχι τόσο καθαρότητα ἀγάπης.

2. Τήν καταγγελία καί τήν ἀποφυγή τῆς αἵρεσης, ὅπως καί τῶν ἀνόητων συζητήσεων καί φιλονικιῶν καί διαμαχῶν, ὁ ἀπόστολος Παῦλος τίς θεωρεῖ συνέπεια τῆς κατά Χριστόν ζωῆς τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου. ᾽Επειδή δηλαδή ὁ πιστός ζεῖ τό βάπτισμά του καί τήν ἀναγέννηση καί τήν ἀνανέωση πού χαρίζει τό ῞Αγιον Πνεῦμα, γι᾽ αὐτό καί εἶναι εὔλογο νά μήν ἐκτρέπεται σέ καταστάσεις πού τόν κάνουν νά χάνει τήν χαρισματική αὐτήν κατάστασή του. Μοναδική προοπτική τοῦ πιστοῦ μέ ἄλλα λόγια εἶναι ὅ,τι ὁ ἀπόστολος μέ ὁριστικό τρόπο χαρακτηρίζει ὡς ῾καλά καί ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις᾽. Καί ποιά εἶναι αὐτά τά καλά καί ὠφέλιμα; ῾Η φροντίδα νά πρωτοστατεῖ ὁ πιστός στά καλά ἔργα. ῾῞Ινα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ᾽. Εἶναι τόσο βέβαιος ὁ ἀπόστολος γιά τήν πρότασή του αὐτή, ὥστε μετά ἀπό λίγες γραμμές τήν ἐπαναλαμβάνει σχεδόν αὐτούσια: ῾Μανθανέτωσαν δέ καί οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τάς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μή ὦσιν ἄκαρποι᾽ (῎Ας μαθαίνουν καί οἱ δικοί μας νά πρωτοστατοῦν σέ καλά ἔργα, γιά νά ἀνατιμετωπίζουν τίς ἐπείγουσες ὑλικές ἀνάγκες, ὥστε ἡ ζωή τους νά μήν εἶναι ἄκαρπη).

3. Καί βεβαίως τά καλά ἔργα πού λέει ὁ ἀπόστολος κατανοοῦνται ὡς τά ἔργα τῆς πίστεως, ἐκεῖνα δηλαδή πού ἐπιβεβαιώνουν τήν πίστη στόν Χριστό, συνεπῶς τήν ἴδια τήν ἀγάπη. ῾Πίστις δι᾽ ἀγάπης ἐνεργουμένη᾽ πού θά πεῖ ἀλλοῦ ὁ ἴδιος. Δέν πρόκειται δηλαδή γιά ἔργα πού στηρίζονται στίς ἀνθρώπινες δυνάμεις, πού ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶναι ἀλλοιωμένες ἀπό τόν ἐγωϊσμό – αὐτά εἶναι τά νομικά ἔργα τοῦ ἰουδαϊσμοῦ γιά τά ὁποῖα εἶναι καταπέλτης ὁ ἀπόστολος, ἀφοῦ στήν πραγματικότητα διαγράφουν τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία  -  ἀλλά γιά ἔργα πού ὑλοποιοῦν τήν πνοή τῆς κατά Χριστόν πίστεως. Τό λέει πολύ καθαρά καί μέ αὐτό πού σημειώνει στόν ἅγιο Τίτο στήν ἴδια φράση: ῾καί περί τούτων (τῶν λόγων γιά τήν ἐν Χριστῷ σωτηρία) βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι᾽, νά βεβαιώνεις τήν σωτηρία πού ἔφερε ὁ Χριστός καί τήν ἀναγέννηση τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος μέ τήν προσωπική σου μαρτυρία. ῾Η ζωή σου δηλαδή, τά καθημερινά ἔργα σου νά εἶναι μία ἀπόδειξη τῆς πίστεώς σου στόν Χριστό. ῞Οτι ἀσφαλῶς τά λόγια αὐτά τοῦ ἀποστόλου παραπέμπουν στά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου ῾οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν Οὐρανοῖς᾽ καί ἐκφράζουν τό ἴδιο νόημα μέ ὅ,τι ἐξαγγέλλει καί ὁ ἅγιος ᾽Ιάκωβος ῾ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι᾽, εἶναι περιττό καί νά ποῦμε.

4. Καί πέραν τούτων. Ο ἅγιος Παῦλος ὄχι μόνο τονίζει τά καλά ἔργα γιά τούς πιστούς ὡς ἐπιβεβαίωση τῆς πίστεώς τους, ἀλλά γιά νά δείξει ὅτι χωρίς αὐτά εἶναι μᾶλλον ἀδύνατη ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἐπισημαίνει καί δύο χαρακτηριστικά στοιχεῖα τους:
(1) Πρέπει νά ἀποτελοῦν τήν φροντίδα τῶν πιστῶν καί τό ἀντικείμενο τῆς μάθησής τους. ῾῞Ινα φροντίζωσι᾽, ῾μανθανέτωσαν᾽. Μέ ἄλλα λόγια τά ἔργα τῆς πίστεως, ἡ πράξη τῆς ἀγάπης, δέν ἔρχονται μέ αὐτόματο τρόπο. ῾Ο πιστός πρέπει νά τά ἔχει ὡς ἔγνοια του καί νά ῾πλατύνεται ἐν ταῖς ἐννοίαις᾽ αὐτῶν, γιά νά βρίσκει τρόπους πού σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς του νά φανερώνει τήν πίστη του. Δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ χάρη καί ἡ ἔμπνευση τῆς στιγμῆς, ἀλλά καί ἡ κατάθεση τῆς ἀνθρώπινης σκέψης. Νά μᾶς ἀπασχολεῖ καί νά μᾶς προβληματίζει τό ποῦ καί τό πῶς νά μαρτυροῦμε τήν πίστη μας. Εἶναι στά ἀνθρώπινα νά κατανοοῦμε τήν γύρω μας κτιστή πραγματικότητα, νά κατανοοῦμε τήν ἔκταση τῶν ἀνθρωπίνων δραστηριοτήτων, γιά νά μποροῦμε σέ ὅλα αὐτά νά βρισκόμαστε ὡς χριστιανοί ἐκεῖ.
(2) Πρέπει ἡ φροντίδα αὐτή νά κάνει τούς πιστούς πρωτοστάτες στά καλά ἔργα. Οἱ πιστοί δηλαδή δέν εἶναι οὐραγοί ἀνθρώπων μέ ἀμφίβολη πίστη καί σκοτεινή προοπτική. Πολλοί ἀσχολοῦνται μέ τά καλά ἔργα καί χαρακτηρίζονται κοινωνικοί ἐργάτες. ᾽Αλλά οἱ χριστιανοί εἶναι ἐκεῖνοι πού κανονικά, κατά τόν ἀπόστολο, πρέπει νά πρωτοστατοῦν, νά δίνουν τό παράδειγμα σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, γιατί τοῦτο ἐπιτάσσει ἡ πίστη στόν Χριστό. Κι αὐτή ἡ πρωτοστασία τῶν χριστιανῶν κάνει τήν ὅποια κοινωνική προσφορά γνήσια ἀνθρώπινη, γιατί τήν καθαρίζει ἀπό τά ξένα καί δαιμονικά στοιχεῖα τοῦ ἐγωϊσμοῦ. ῾Ο πραγματικός χριστιανός ἔτσι γίνεται ὁ ἀληθινός ἡγέτης πού ἐξανθρωπίζει τόν κόσμο, γιατί τοῦ φέρνει τόν ἀέρα τῆς ἀγάπης, δηλαδή τόν ἀέρα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Κι εἶναι γνωστό: ὅπου ὑπάρχει ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ ἐκεῖ ὑπάρχει καί ἡ ὅποια ἀνθρώπινη λύτρωση.

γ. Ὁ ἀπόστολος στόν γιά δεύτερη φορά τονισμό του γιά τήν ἀξία τῶν καλῶν ἔργων, μέ τόν τρόπο πού ἐξηγήσαμε, σημειώνει κάτι ἰδιαίτερα σημαντικό. Λέει ὅτι ὁ πιστός ἄν δέν κάνει πράξη τήν πίστη, παραμένει ἄκαρπος, δηλαδή  δέν παραμένει ἐν Χριστῷ καί δέν αὐξάνει τήν σχέση του μαζί Του. ῾῞Ινα μή ὦσιν ἄκαρποι᾽ (ὥστε ἡ ζωή τους νά μήν εἶναι ἄκαρπη). Εἶναι εὐθεῖα ἀναφορά στόν Κύριο. ῎Αν ᾽Εκεῖνος εἶπε ὅτι ἡ καρποφορία στήν ζωή μας, δηλαδή καί πάλι κατά Παῦλο ἡ ὕπαρξη τῆς ἀγάπης, τῆς χαρᾶς, τῆς μακροθυμίας, τῆς πίστεως, τῆς ἐγκράτειας, εἶναι ἡ ἀπόδειξη τῆς ζωντανῆς σχέσης μας μ᾽ ᾽Εκεῖνον ( ῾Πᾶν κλῆμα ἐν ἐμοί μή φέρον καρπόν, αἴρει (ὁ γεωργός Πατήρ) αὐτό, καί πᾶν τό καρπόν φέρον καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπόν φέρῃ᾽), τότε ἡ ἔλλειψη ἀκριβῶς τῶν καρπῶν σημαίνει τήν νεκρή πίστη μας καί κατά τόν λόγο Του τήν ἀποκοπή ἀπό ᾽Εκεῖνον. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή λοιπόν τά καλά ἔργα γίνονται ὄχι μόνον ὡς προσφορά στούς ἄλλους, ἀλλά πρωτίστως ὡς προσφορά στόν ἑαυτό μας. Μένουμε στήν πράξη τῆς ἀγάπης, γιατί ἔτσι μένουμε στόν Χριστό. Καί μένοντας στόν Χριστό βιώνουμε ἀπό τώρα τήν χάρη τῆς σωτηρίας μας. Αὐτή εἶναι καί ἡ σπουδαιότερη ἱεραποστολή μέσα στόν κόσμο.


Κανόνες τῆς ἐν Νικαίᾳ Ἁγίας καὶ Οἰκουμενικῆς Ζ' Συνόδου.
Συνεκλήθη ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Ῥωμαίων 
Κωνσταντίνου τοῦ Ἕκτου καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ 
Αὐγούστας Εἰρήνης τῆς Ἀθηναίας
ἐν Νικαίᾳ τῆς Βιθυνίας ἐν τῷ Πανσέπτῳ Ναῷ 
τῆς τοῦ Θεοῦ Σοφίας (787 μ.Χ.)


Η Ειρήνη η Αθηναία & ο ανήλικος γιος της Κωνσταντίνος ΣΤ΄

Κανὼν Α'


Τοῖς τὴν ἱερατικὴν λαχοῦσιν ἀξίαν, μαρτύριά τε καὶ κατορθώματα, αἱ τῶν κανονικῶν διατάξεών εἰσιν ὑποτυπώσεις· ἃς ἀσμένως δεχόμενοι, μετὰ τοῦ θεοφάντορος Δαβὶδ ᾄδομεν πρὸς τὸν δεσπότην Θεόν, λέγοντες· Ἐν τῇ ὁδῷ τῶν μαρτυρίων σου ἐτέρφθην, ὡς ἐπὶ παντὶ πλούτῳ· καὶ, Ἐνετείλω δικαιοσύνην, τὰ μαρτύριά σου εἰς τὸν αἰῶνα· συνέτισόν με καὶ ζήσομαι. Καί, Εἰς τὸν αἰῶνα ἡ προφητικὴ φωνὴ ἐντέλλεται ἡμῖν φυλάττειν τὰ μαρτύρια τοῦ Θεοῦ, καὶ ζῇν ἐν αὐτοῖς, δηλονότι ἀκράδαντα καὶ ἀσάλευτα διαμένοντα, ὅτι καὶ ὁ θεόπτης Μωϋσῆς οὕτω φησὶν· Ἐν αὐτοῖς οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καὶ ἀπ᾿ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν· Καὶ ὁ θεῖος Ἀπόστολος Πέτρος ἐν αὐτοῖς ἐγκαυχώμενος βοᾷ· Εἰς ἃ ἐπιθυμοῦσιν ἄγγελοι παρακύψαι. Καὶ ὁ Παῦλός φησιν· Κἂν ἡμεῖς, ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν, παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Τούτων οὖν οὕτως ὄντων, καὶ διαμαρτυρουμένων ἡμῖν, ἀγαλλιώμενοι ἐπ᾿ αὐτοῖς, ὡς εἴ τις εὕροι σκῦλα πολλά, ἀσπασίως τοὺς θείους κανόνας ἐνστερνιζόμεθα, καὶ ὁλόκληρον τὴν αὐτῶν διαταγὴν καὶ ἀσάλευτον κρατύνομεν, τῶν ἐκτεθέντων ὑπὸ τῶν ἁγίων σαλπίγγων τοῦ Πνεύματος, τῶν πανευφήμων Ἀποστόλων, τῶν τε ἕξ ἁγίων οἰκουμενικῶν συνόδων, καὶ τῶν τοπικῶς συναθροισθεισῶν ἐπὶ ἐκδόσει τοιούτων διαταγμάτων, καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων ἡμῶν· Ἐξ ἑνὸς γὰρ ἅπαντες καὶ τοῦ αὐτοῦ Πνεύματος αὐγασθέντες, ὥρισαν τὰ συμφέροντα. Καὶ οὕς μὲν τῷ ἀναθέματι παραπέμπουσι, καὶ ἡμεῖς ἀναθεματίζομεν· οὕς δέ τῇ καθαιρέσει, καὶ ἡμεῖς καθαιροῦμεν· οὓς δὲ τῷ ἀφορισμῷ, καὶ ἡμεῖς ἀφορίζομεν· οὓς δὲ ἐπιτιμίῳ παραδιδόασι, καὶ ἡμεῖς ὡσαύτως ὑποβάλλομεν. Ἀφιλάργυρος γὰρ ὁ τρόπος, ἀρκούμενοι τοῖς παροῦσιν· ὁ ἀναβεβηκὼς εἰς τρίτον οὐρανόν, καὶ ἀκούσας ἄῤῥρητα ῥήματα, Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος διαῤῥήδην βοᾷ.

Κανὼν B'


Ἐπειδή περ ψάλλοντες συντασσόμεθα τῷ Θεῷ· Ἐν τοῖς δικαιώμασί σου μελετήσω, οὐκ ἐπιλήσομαι τῶν λόγων σου· πάντας μὲν Χριστιανοὺς τοῦτο φυλάττειν σωτήριον, κατ᾿ ἐξαίρετον δέ, τοὺς τὴν ἱερατικὴν ἀμπεχομένους ἀξίαν. Ὅθεν ὁρίζομεν, πάντα τὸν προάγεσθαι μέλλοντα εἰς τὸν τῆς ἐπισκοπῆς βαθμόν, πάντως τὸν Ψαλτῆρα γινώσκειν, ἵνα, ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάντα τὸν κατ᾿ αὐτὸν κλῆρον οὕτω νουθετῇ μυεῖσθαι. Ἀνακρίνεσθαι δὲ ἀσφαλῶς ὑπὸ τοῦ μητροπολίτου, εἰ προθύμως ἔχει ἀναγινώσκειν ἐρευνητικῶς, καὶ οὐ παροδευτικῶς, τούς τε ἱεροὺς κανόνας, καὶ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τήν τε τοῦ θείου Ἀποστόλου βίβλον, καὶ πᾶσαν τὴν θείαν Γραφήν· καὶ κατὰ τὰ θεῖα ἐντάλματα ἀναστρέφεσθαι, καὶ διδάσκειν τὸν κατ᾿ αὐτὸν λαόν. Οὐσία γὰρ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς ἱεραρχίας ἐστὶ τὰ θεοπαράδοτα λόγια, ἤγουν ἡ τῶν θείων Γραφῶν ἀληθινὴ ἐπιστήμη, καθὼς ὁ μέγας ἀπεφήνατο Διονύσιος. Εἰ δὲ ἀμφισβητοίη, καὶ μὴ ἀσμενίζοι οὕτω ποιεῖν τε καὶ διδάσκειν, μὴ χειροτονείσθω. Ἔφη γὰρ προφητικῶς ὁ Θεός· Σῦ ἐπίγνωσιν ἀπώσω, κἀγὼ ἀπώσομαί σε τοῦ μὴ ἱερατεύειν μοι.

Κανὼν Γ'


Πᾶσαν ψῆφον γινομένην παρὰ ἀρχόντων, ἐπισκόπου, ἢ πρεσβυτέρου, ἢ διακόνου, ἄκυρον μένειν, κατὰ τὸν κανόνα τὸν λέγοντα· Εἴ τις ἐπίσκοπος, κοσμικοῖς ἄρχουσι χρησάμενος, δι᾿ αὐτῶν ἐγκρατὴς ἐκκλησίας γένηται, καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω, καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτῷ πάντες. Δεῖ γὰρ τὸν μέλλοντα προβιβάζεσθαι εἰς ἐπισκοπήν, ὑπὸ ἐπισκόπων ψηφίζεσθαι· καθὼς παρὰ τῶν ἁγίων Πατέρων τῶν ἐν Νικαίᾳ ὥρισται ἐν τῷ κανόνι τῷ λέγοντι· Ἐπίσκοπον προσήκει, μάλιστα μὲν ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ καθίστασθαι· εἰ δὲ δυσχερὲς εἴη τὸ τοιοῦτο, ἢ διὰ κατεπείγουσαν ἀνάγκην, ἢ διὰ μῆκος ὁδοῦ, ἐξάπαντος τρεῖς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναγομένους· (συμψήφων γινομένων καὶ τῶν ἀπόντων, καὶ συντιθεμένων διὰ γραμμάτων), τότε τὴν χειροτονίαν ποιεῖσθαι. Τὸ δὲ κῦρος τῶν γινομένων, δίδοσθαι καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν τῷ μητροπολίτῃ.

Κανὼν Δ'


Ὁ κῆρυξ τῆς ἀληθείας Παῦλος, ὁ θεῖος Ἀπόστολος, οἱονεὶ κανόνα τιθεὶς τοῖς Ἐφεσίων πρεσβυτέροις, μᾶλλον δὲ καὶ παντὶ ἱερατικῷ πληρώματι, οὕτως ἐπαῤῥησιάσθη, εἰπών· Ἀργυρίου, ἢ χρυσίου, ἢ ἱματισμοῦ, οὐδενὸς ἐπεθύμησα· πάντα ὑπέδειξα ὑμῖν, ὅτι οὕτω κοπιῶντας δεῖ ἀντιλαμβάνεσθαι τῶν ἀσθενούντων, μακάριον ἡγουμένους τὸ διδόναι, ἢ λαμβάνειν. Διὸ καὶ ἡμεῖς μαθητευθέντες παρ᾿ αὐτοῦ, ὁρίζομεν, μηδόλως αἰσχροκερδῶς ἐπινοεῖσθαι ἐπίσκοπον, προφασιζόμενον προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπαιτεῖν χρυσόν, ἢ ἄργυρον, ἢ ἕτερον εἶδος τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν τελοῦντος ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, ἢ μοναχούς. Φησὶ γὰρ ὁ Ἀπόστολος· Ἄδικοι βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι· καί, Οὐκ ὀφείλει τὰ τέκνα τοῖς γονεῦσι θησαυρίζειν, ἀλλ᾿ οἱ γονεῖς τοῖς τέκνοις. Εἴ τις οὖν δι᾿ ἀπαίτησιν χρυσοῦ, ἢ ἑτέρου τινὸς εἴδους, εἴτε διά τινα ἰδίαν ἐμπάθειαν, εὑρεθείη ἀπείργων τῆς λειτουργίας, καὶ ἀφορίζων τινὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν κληρικῶν, ἢ σεπτὸν ναὸν κλείων, ὡς μὴ γίνεσθαι ἐν αὐτῷ τὰς τοῦ Θεοῦ λειτουργίας, καὶ εἰς ἀναίσθητον τὴν ἑαυτοῦ μανίαν ἐπιπέμπων, ἀναίσθητος ὄντως ἐστί, καὶ τῇ ταυτοπαθείᾳ ὑποκείσεται, καὶ ἐπιστρέψει ὁ πόνος αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, ὡς παραβάτης ἐντολῆς Θεοῦ, καὶ τῶν Ἀποστολικῶν διατάξεων. Παραγγέλλει γὰρ καὶ Πέτρος, ἡ κορυφαία τῶν Ἀποστόλων ἀκρότης, Ποιμαίνετε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλ᾿ ἑκουσίως, κατὰ Θεόν· μὴ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως· μὴ ὡς κατακυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ φανερωθέντος τοῦ Ἀρχιποίμενος, κομιεῖσθε τὸν ἀμαράντινον τῆς δόξης στέφανον.

Κανὼν Ε'


Ἁμαρτία πρὸς θάνατόν ἐστιν, ὅταν τινὲς ἁμαρτάνοντες, ἀδιόρθωτοι μένωσι. Τὸ δὲ τούτου χεῖρον, ἐὰν καὶ τραχηλιῶντες κατεξανίστανται τῆς εὐσεβείας, καὶ τῆς ἀληθείας, προτιμώμενοι τὸν Μαμωνᾶν τῆς τοῦ Θεοῦ ὑπακοῆς, καὶ τῶν κανονικῶν αὐτοῦ διατάξεων μὴ ἀντεχόμενοι. Ἐν τούτοις οὐκ ἔστι Κύριος ὁ Θεός, εἰ μήπου ταπεινωθέντες, τοῦ ἰδίου σφάλματος ἀνανήψωσι· χρὴ γὰρ μᾶλλον αὐτοὺς προσέρχεσθαι τῷ Θεῷ, καὶ μετὰ συντετριμμένης καρδίας τὴν ἄφεσιν τούτου τοῦ ἁμαρτήματος, καὶ τὴν συγχώρησιν αἰτεῖσθαι, οὐχὶ ἐναβρύνεσθαι τῇ ἀθέσμῳ δόσει. Ἐγγὺς γὰρ Κύριος τοῖς συντετριμμένοις τῇ καρδίᾳ. Τοὺς οὖν ἐγκαυχωμένους, διὰ δόσεως χρυσίου τετάχθαι ἐν ἐκκλησίᾳ, καὶ ταύτῃ τῇ πονηρᾷ συνηθείᾳ ἐπελπίζοντας, τῇ ἀλλοτριούσῃ ἀπό τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐκ πάσης ἱερωσύνης, καὶ ἐκ τούτου ἀναιδεῖ προσώπῳ, καὶ ἀπερικαλύπτῳ στόματι, ὀνειδιστικοῖς λόγοις τοὺς δι᾿ ἀρετὴν βίου ὑπὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐκλεγέντας, καὶ καταταγέντας ἐκτὸς δόσεως χρυσίου, ἀτιμάζοντας, πρῶτα μὲν τοῦτο ποιοῦντας, τὸν ἔσχατον βαθμὸν λαμβάνειν τοῦ οἰκείου τάγματος. Εἰ δ᾿ ἐπιμένοιεν, δ᾿ ἐπιτιμίου διορθοῦσθαι. Εἰ δέ τις ἐπὶ χειροτονίᾳ φανείη ποτὲ τοῦτο πεποιηκώς, γινέσθω κατὰ τὸν ἀποστολικὸν κανόνα, τὸν λέγοντα· Εἴ τις ἐπίσκοπος διὰ χρημάτων τῆς ἀξίας ταύτης ἐγκρατὴς γένηται, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, καθαιρείσθω καὶ αὐτός, καὶ ὁ χειροτονήσας, καὶ ἐκκοπτέσθωσαν παντάπασιν ἐκ τῆς κοινωνίας, ὡς Σίμων ὁ μάγος ὑπ᾿ ἐμοῦ Πέτρου. Ὡσαύτως καὶ κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῶν ἐν Χαλκηδόνι ὁσίων Πατέρων ἡμῶν, τὸν λέγοντα· Εἴ τις ἐπίσκοπος ἐπὶ χρήμασι χειροτονίαν ποιήσοιτο, καὶ εἰς πρᾶσιν καταγάγοι τὴν ἄπρατον χάριν, καὶ χειροτονήσοι ἐπὶ χρήμασιν ἐπίσκοπον, ἢ χωρεπίσκοπον, ἢ πρεσβύτερον, ἢ διάκονον, ἤ τινα τῶν ἐν τῷ κλήρῳ καταριθμουμένων, ἢ προβάλλοιτο ἐπὶ χρήμασιν οἰκονόμον, ἢ ἔκδικον, ἢ παραμονάριον, ἢ ὅλως τινὰ τοῦ κανόνος, ἢ δι᾿ αἰσχροκέρδειαν οἰκείαν, ὁ τοῦτο ἐπιχειρήσας ἐλεγχθείς, κινδυνευέτω εἰς τὸν οἰκεῖον βαθμόν· καὶ ὁ χειροτονούμενος μηδὲν ἐκ τῆς κατ᾿ ἐμπορίαν ὠφελείσθω χειροτονίας, ἢ προβολῆς, ἀλλ᾿ ἔστω ἀλλότριος τῆς ἀξίας, ἢ τοῦ φροντίσματος, οὖπερ ἐπὶ χρήμασιν ἔτυχεν. Εἰ δέ τις καὶ μεσιτεύων φανείη τοῖς οὕτως αἰσχροῖς καὶ ἀθεμίτοις λήμμασι, καὶ οὗτος, εἰ μὲν κληρικὸς εἴη, τοῦ οἰκείου ἐκπιπτέτω βαθμοῦ· εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.

Κανὼν ΣΤ'


Ἐπειδή περ κανών ἐστιν, ὁ λέγων· Δὶς τοῦ ἕτους καθ᾿ ἑκάστην ἐπαρχίαν χρῆναι γίνεσθαι διὰ συναθροίσεως ἐπισκόπων τὰς κανονικὰς συζητήσεις· διὰ τὴν συντριβὴν καὶ τὸ ἐνδεῶς ἔχειν πρὸς ὁδοιπορίαν τοὺς συναθροιζομένους, ὥρισαν οἱ τῆς ἕκτης συνόδου ὅσιοι Πατέρες, ἐξ ἅπαντος τρόπου καὶ προφάσεως, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ γίνεσθαι, καὶ τὰ ἐσφαλμένα διορθοῦσθαι. Τοῦτον οὖν τὸν κανόνα καὶ ἡμεῖς ἀνανεοῦμεν· καὶ εἴ τις εὑρεθῇ ἄρχων τοῦτο κωλύων, ἀφοριζέσθω. Εἰ δέ τις ἐκ τῶν μητροπολιτῶν ἀμελήσοι τοῦτο γίνεσθαι, ἐκτὸς ἀνάγκης, καὶ βίας, καί τινος εὐλόγου προφάσεως, τοῖς κανονικοῖς ἐπιτιμίοις ὑποκείσθω· Τῆς δὲ συνόδου γενομένης περὶ κανονικῶν καὶ εὐαγγελικῶν πραγμάτων, δεῖ τοῖς συναθροισθεῖσιν ἐπισκόποις ἐν μελέτῃ καὶ φροντίδι γίνεσθαι τοῦ φυλάττεσθαι τὰς θείας καὶ ζωοποιοὺς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ. Ἐν γὰρ τῷ φυλάττεσθαι αὐτὰς ἀνταπόδοσις πολλή· ὅτι καὶ λύχνος ἡ ἐντολή· νόμος δέ, φῶς, καὶ ὁδὸς ζωῆς ἔλεγχος καὶ παιδεία· καί, Ἡ ἐντολὴ Κυρίου τηλαυγὴς φωτίζουσα ὀφθαλμούς. Μὴ ἔχειν δὲ ἄδειαν τὸν μητροπολίτην, ἐξ ὧν ἐπιφέρεται ὁ ἐπίσκοπος μετ᾿ αὐτοῦ, ἢ κτῆνος, ἢ ἕτερον εἶδος ἀπαιτεῖν. Εἰ γὰρ τοῦτο ἐλεγχθῇ πεποιηκώς, ἀποτίσει τετραπλάσιον.

Κανὼν Ζ'


Ἔφη Παῦλος ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Τινῶν ἀνθρώπων αἱ ἁμαρτίαι πρόδηλοί εἰσι· τισὶ δὲ καὶ ἐπακολουθοῦσιν. Ἁμαρτιῶν οὖν προκαταλαμβανουσῶν, καὶ ἕτεραι ἁμαρτίαι ἕπονται ταύταις. Τῇ οὖν ἀσεβεῖ αἱρέσει τῶν χριστιανοκατηγόρων καὶ ἄλλα ἀσεβήματα συνηκολούθησαν. Ὥσπερ γὰρ τὴν τῶν σεπτῶν εἰκόνων ἀφείλοντο ὄψιν ἐκ τῆς ἐκκλησίας, καὶ ἕτερά τινα ἔθη παραλελοίπασιν, ἃ χρὴ ἀνανεωθήναι, καὶ κατὰ τὴν ἔγγραφον καὶ ἄγραφον θεσμοθεσίαν οὕτω κρατεῖν. Ὅσοι οὖν σεπτοὶ ναοὶ καθιερώθησαν ἐκτὸς ἁγίων λειψάνων μαρτύρων, ὁρίζομεν ἐν αὐτοῖς κατάθεσιν γίνεσθαι λειψάνων μετὰ τῆς συνήθους εὐχῆς. Ὁ δὲ ἄνευ ἁγίων λειψάνων καθιερῶν ναόν, καθαιρείσθω, ὡς παραβεβηκὼς τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις.

Κανὼν Η'


Ἐπειδὴ πλανώμενοί τινες ἐκ τῆς τῶν Ἑβραίων θρησκείας, μυκτηρίζειν ἔδοξαν Χριστὸν τὸν Θεὸν ἡμῶν, προσποιούμενοι μὲν χριστιανίζειν, αὐτὸν δὲ ἀρνούμενοι κρύβδην, καὶ λαθραίως σαββατίζοντες, καὶ ἕτερα Ἰουδαϊκὰ ποιοῦντες· ὁρίζομεν τούτους, μήτε εἰς κοινωνίαν, μήτε εἰς εὐχήν, μήτε εἰς ἐκκλησίαν δέχεσθαι, ἀλλὰ φανερῶς εἶναι κατὰ τὴν ἑαυτῶν θρησκείαν Ἑβραίους, καὶ μήτε τοὺς παῖδας αὐτῶν βαπτίζειν, μήτε δοῦλον ὠνεῖσθαι, ἢ κτᾶσθαι. Εἰ δὲ ἐξ εἰλικρινοῦς πίστεως ἐπιστρέψει τις αὐτῶν, καὶ ὁμολογήσει ἐξ ὅλης καρδίας, θριαμβεύων τὰ κατ᾿ αὐτοὺς ἔθη καὶ πράγματα, πρὸς τὸ καὶ ἄλλους ἐλεγχθῆναι καὶ διορθώσασθαι, τοῦτον προσδέχεσθαι, καὶ βαπτίζειν, καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ, καὶ ἀσφαλίζεσθαι αὐτοὺς ἀποστῆναι τῶν Ἑβραϊκῶν ἐπιτηδευμάτων· εἰ δὲ μὴ οὕτως ἔχοιεν, μηδαμῶς αὐτοὺς προσδέχεσθαι.

Κανὼν Θ'


Πάντα τὰ μειρακιώδη ἀθύρματα, καὶ μανιώδη βακχεύματα, τὰ ψευδοσυγγράμματα, τὰ κατὰ τῶν σεπτῶν εἰκόνων γινόμενα δέον δοθῆναι τῷ ἐπισκόπῳ Κωνσταντινουπόλεως, ἵνα ἀποτεθῶσι μετὰ τῶν λοιπῶν αἱρετικῶν βιβλίων. Εἰ δέ τις εὑρεθείη ταῦτα κρύπτων· εἰ μὲν ἐπίσκοπος, ἢ πρεσβύτερος, ἢ διάκονος εἴη, καθαιρείσθω· εἰ δὲ λαϊκός, ἢ μοναχός, ἀφοριζέσθω.

Κανὼν Ι'


Ἐπειδή τινες τῶν κληρικῶν, παραλογιζόμενοι τὴν κανονικὴν διάταξιν, ἀπολιπόντες τὴν ἑαυτῶν παροικίαν εἰς ἑτέραν παροικίαν ἐκτρέχουσι, κατὰ τὸ πλεῖστον δὲ ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτῳ καὶ βασιλίδι πόλει, καὶ εἰς ἄρχοντας προσεδρεύουσιν, ἐν τοῖς αὐτῶν εὐκτηρίοις τὰς λειτουργίας ποιοῦντες, τούτους, χωρὶς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου καὶ τοῦ Κωνσταντινουπόλεως, οὐκ ἔξεστι δεχθῆναι ἐν οἱῳδήποτε οἴκῳ, ἢ ἐκκλησίᾳ· εἰ δέ τις τοῦτο ποιήσει, ἐπιμένων, καθαιρείσθω. Ὅσοι δὲ μετ᾿ εἰδήσεως τῶν προλεχθέντων ἱερέων τοῦτο ποιοῦσιν, οὐκ ἔξεστιν αὐτοῖς, κοσμικὰς καὶ βιωτικὰς φροντίδας ἀναλαμβάνεσθαι, ὡς κεκωλυμένοις τοῦτο ποιεῖν παρὰ τῶν θείων κανόνων. Εἰ δέ τις φωραθείη τῶν λεγομένων μειζοτέρων τὴν φροντίδα ἐπέχων, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω. Μᾶλλον μὲν οὖν ἴτω πρὸς διδασκαλίαν τῶν τε παίδων καὶ τῶν οἰκετῶν, ἐπαναγινώσκων αὐτοῖς τὰς θείας Γραφάς· εἰς τοῦτο γὰρ καὶ τὴν ἱερωσύνην ἐκληρώσατο.

Κανὼν ΙΑ'


Ὑπόχρεοι ὄντες πάντες τοὺς θείους κανόνας φυλάττειν, καὶ τὸν λέγοντα, οἰκονόμους εἶναι ἐν ἑκάστῃ ἐκκλησίᾳ, παντὶ τρόπῳ ἀπαράτρωτον διατηρεῖν ὀφείλομεν. Καὶ εἰ μὲν ἕκαστος μητροπολίτης ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ αὐτοῦ καθιστᾷ οἰκονόμον, καλῶς ἂν ἔχοι· εἰ δὲ μή γε ἐξ αὐθεντίας ἰδίας, τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἐπισκόπῳ ἄδειά ἐστι προχειρίζεσθαι οἰκονόμον ἐν τῇ αὐτοῦ ἐκκλησίᾳ. Ὡσαύτως καὶ τοῖς μητροπολίταις, εἰ οἱ ὑπ᾿ αὐτοὺς ἐπίσκοποι οὐ προαιροῦνται οἰκονόμους ἐγκαταστῆσαι ἐν ταῖς ἑαυτῶν ἐκκλησίαις· τὸ αὐτὸ δε φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ τῶν μοναστηρίων.

Κανὼν ΙΒ'


Εἴ τις ἐπίσκοπος εὑρεθείη, ἢ ἡγούμενος, ἐκ τῶν αὐτουργίων τοῦ ἐπισκοπείου, ἢ τοῦ μοναστηρίου, ἐκποιούμενος εἰς ἀρχοντικὴν χεῖρα, ἢ ἑτέρῳ προσώπῳ ἐκδιδούς, ἄκυρον εἶναι τὴν ἔκδοσιν, κατὰ τὸν κανόνα τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τὸν λέγοντα· Πάντων τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων ὁ ἐπίσκοπος ἐχέτω τὴν φροντίδα, καὶ διοικείτω αὐτὰ ὡς Θεοῦ ἐφορῶντος· μὴ ἐξεῖναι δὲ αὐτῷ σφετερίζεσθαί τι ἐξ αὐτῶν, ἢ συνγενέσιν ἰδίοις τὰ τοῦ Θεοῦ χαρίζεσθαι· εἰ δὲ πένητες εἶεν, ἐπιχορηγείτω ὡς πένησιν, ἀλλὰ μὴ προφάσει τούτων τὰ τῆς ἐκκλησίας ἀπεμπολείτω. Εἰ δὲ προφασίζοιντο ζημίαν ἐμποιεῖν, καὶ μηδὲν πρὸς ὄνησιν τυγχάνειν τὸν ἀγρόν, μηδ᾿ οὕτω τοῖς κατὰ τόπον ἄρχουσιν ἐκδιδόναι τὸν τόπον, ἀλλὰ κληρικοῖς ἢ γεωργοῖς. Εἰ δὲ πανουργίᾳ πονηρᾷ χρήσοιντο, καὶ ἐκ τοῦ κληρικοῦ ἢ τοῦ γεωργοῦ ὠνήσηται ἄρχων τὸν ἀγρόν, καὶ οὕτως ἄκυρον εἶναι τὴν πρᾶσιν, καὶ ἀποκαθίστασθαι τῷ ἐπισκοπείῳ, ἢ τὸ μοναστηρίῳ· καὶ ὁ ἐπίσκοπος, ἢ ὁ ἡγούμενος, τοῦτο ποιῶν, ἐκδιωχθήτω· ὁ μὲν ἐπίσκοπος τοῦ ἐπισκοπείου, ὁ δὲ ἡγούμενος τοῦ μοναστηρίου· ὡς διασκορπίζοντες κακῶς, ἃ οὐ συνήγαγον.

Κανὼν ΙΓ'


Ἐπειδὴ διὰ τὴν γενομένην κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν συμφορὰν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις, καθηρπάγησάν τινες εὐαγεῖς οἶκοι ὑπό τινων ἀνδρῶν, ἐπισκοπεῖά τε, καὶ μοναστήρια, καὶ ἐγένοντο κοινὰ καταγώγια· εἰ μὲν οἱ διακρατοῦντες ταῦτα, προαιροῦνται ἀποδιδόναι, ἵνα κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἀποκατασταθῶσιν, εὗ καὶ καλῶς ἔχει· εἰ δὲ μῆγε, εἰ μὲν τοῦ καταλόγου τοῦ ἱερατικοῦ εἰσι, τούτους καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν· εἰ δὲ μοναχοί, ἢ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι· ὡς ὄντας κατακρίτους ἀπὸ τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· καὶ τετάχθωσαν, ὅπου ὁ σκώληξ οὐ τελευτᾷ, καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται· ὅτι τῇ τοῦ Κυρίου φωνῇ ἐναντιοῦνται, τῇ λεγούσῃ· Μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ Πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.

Κανὼν ΙΔ'


Ὅτι τάξις ἐμπολιτεύεται τῇ ἱερωσύνῃ, πᾶσιν ἀρίδηλόν ἐστι. Καὶ τὸ σὺν ἀκριβείᾳ διατηρεῖν τὰς τῆς ἱερωσύνης ἐγχειρήσεις, Θεῷ εὐάρεστον. Ἐπεὶ οὖν ὁρῶμεν ἐκτὸς χειροθεσίας νηπιόθεν τὴν κουρὰν τοῦ κλήρου λαμβάνοντάς τινας, μήπω δὲ παρ᾿ ἐπισκόπων χειροθεσίαν λαβόντας, καὶ ἀναγινώσκοντας ἐν τῇ συντάξει ἐπ᾿ ἄμβωνος, ἀκανονίστως δὲ τοῦτο ποιοῦντας, ἐπιτρέπομεν ἀπὸ τοῦ παρόντος τοῦτο μὴ γίνεσθαι· τὸ αὐτὸ δὲ φυλάττεσθαι καὶ ἐπὶ μοναχῶν. Ἀναγνώστου δὲ χειροθεσίαν, ἄδειά ἐστι ἐν ἰδίῳ μοναστηρίῳ καὶ μόνῳ, ἑκάστῳ ἡγουμένῳ ποιεῖν, εἰ αὐτῷ τῷ ἡγουμένῳ ἐπετέθη χειροθεσία παρ᾿ ἐπισκόπου πρὸς προεδρίαν ἡγουμένου, δηλονότι ὄντος αὐτοῦ πρεσβυτέρου. Ὡσαύτως καί κατὰ τὸ ἀρχαῖον ἔθος, τοὺς χωρεπισκόπους κατ᾿ ἐπιτροπὴν τοῦ ἐπισκόπου δεῖ προχειρίζεσθαι ἀναγνώστας.

Κανὼν ΙΕ'


Κληρικὸς ἀπὸ τοῦ παρόντος μὴ καταταττέσθω ἐν δυσὶν ἐκκλησίαις· ἐμπορίας γὰρ καὶ αἰσχροκερδείας τούτου ἴδιον, καὶ ἀλλότριον ἐκκλησιαστικῆς συνηθείας. Ἠκούσαμεν γὰρ ἐξ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς φωνῆς, ὅτι, Οὐ δύναταί τις δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει, καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ τοῦ ἑνὸς ἀνθέξεται, καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. Ἕκαστος οὖν, κατὰ τὴν ἀποστολικὴν φωνήν, ἐν ᾧ ἐκλήθη, ἐν τούτῳ ὀφείλει μένειν, καὶ προσεδρεύειν ἐν μιᾷ ἐκκλησίᾳ. Τὰ γὰρ δι᾿ αἰσχροκέρδειαν γινόμενα ἐπὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν πραγμάτων, ἀλλότρια τοῦ Θεοῦ καθεστήκασι. Πρὸς δὲ τὴν τοῦ βίου τοῦτου χρείαν, ἐπιτηδεύματά εἰσι διάφορα. Ἐξ αὐτῶν οὖν, εἴτις βούλοιτο, τὰ χρειώδη τοῦ σώματος ποριζέσθω· ἔφη γὰρ ὁ Ἀπόστολος, Ταῖς χρείαις μου, καὶ τοῖς οὖσι μετ᾿ ἐμοῦ, ὑπηρέτησαν αἱ χεῖραις αὖται. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν ταύτῃ τῇ θεοφυλάκτω πόλει· ἐν δὲ τοῖς ἔξω χωρίοις, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ἀνθρώπων, παραχωρείσθω.

Κανὼν ΙΣΤ'


Πᾶσα βλακεία, καὶ κόσμησις σωματική, ἀλλότριαί εἰσι τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καὶ καταστάσεως. Τοὺς οὖν ἑαυτοὺς κοσμοῦντας ἐπισκόπους, ἢ κληρικούς, δι᾿ ἐσθήτων λαμπρῶν καὶ περιφανῶν, τούτους διορθοῦσθαι χρή· εἰ δ᾿ ἐπιμένοιεν, ἐπιτιμίῳ παραδίδοσθαι· ὡσαύτως καὶ τοὺς τὰ μύρα χριομένους. Ἐπεὶ δὲ ῥίζα πικρίας ἄνω φύουσα, μίασμα γέγονε τῇ καθολικῇ ἐκκλησίᾳ, ἡ τῶν χριστιανοκατηγόρων αἵρεσις. καὶ οἱ ταύτην δεξάμενοι, οὐ μόνον τὰς εἰκονικὰς ἀναζωγραφήσεις ἐβδελύξαντο, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν εὐλάβειαν ἀπώσαντο, τοῖς σεμνῶς καὶ εὐσεβῶς βιοῦσι προσοχθίζοντες· καὶ πεπλήρωται ἐπ᾿ αὐτοῖς τὸ γεγραμμένον· Βδέλυγμα ἁμαρτωλῷ θεοσέβεια· εἰ εὑρεθῶσι τοίνυν τινὲς ἐγγελῶντες τοῖς τὴν εὐτελῆ καὶ σεμνὴν ἀμφίεσιν περικειμένοις, δι᾿ ἐπιτιμίου διορθούσθωσαν. Ἐκ γὰρ τῶν ἄνωθεν χρόνων, πᾶς ἱερατικὸς ἀνὴρ μετὰ μετρίας καὶ σεμνῆς ἀμφιάσεως ἐπολιτεύετο. Πὰν γὰρ ὃ μὴ διὰ χρείαν, ἀλλὰ διὰ καλλωπισμὸν παραλαμβάνεται, περπερείας ἔχει κατηγορίαν, ὡς ὁ μέγας ἔφη Βασίλειος· ἀλλ᾿ οὐδέ ἐκ σηρικῶν ὑφασμάτων πεποικιλμένην ἐσθῆτα ἐνεδέδυντο, οὐδέ τινα προσετίθεσαν ἐτερόχροα ἐπιβλήματα ἐν τοῖς ἄκροις τῶν ἱματίων. Ἤκουσαν γὰρ ἐκ τῆς θεοφθόγγου γλώσσης, ὅτι οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν.



Κανὼν ΙΖ'


Τινὲς τῶν μοναχῶν καταλιπόντες τὰ ἑαυτῶν μοναστήρια, ὡς ἐφιέμενοι τοῦ ἄρχειν, καὶ τὸ ὑπακούειν ἀπαναινόμενοι, ἐγχειροῦσι κτίζειν εὐκτηρίους οἴκους, τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν μὴ ἔχοντες. Εἴ τις οὖν τοῦτο ἐπιχειρήσοι ποιεῖν, κωλυέσθω ὑπὸ τοῦ κατὰ τόπον ἐπισκόπου· εἰ δὲ τὰ πρὸς ἀπαρτισμὸν ἔχοι, τὰ βεβουλευμένα αὐτῷ εἰς πέρας ἀγέσθωσαν. Τὸ αὐτὸ δὲ φυλαττέσθω καὶ ἐπὶ λαϊκῶν, καὶ κληρικῶν.

Κανὼν ΙΗ'


Ἀπρόσκοποι γίνεσθε καὶ τοῖς ἔξωθεν, φησὶν ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Τὸ δὲ γυναῖκας ἐνδιαιτᾶσθαι ἐν ἐπισκοπείοις, ἢ μοναστηρίοις, παντὸς προσκόμματος αἴτιον. Εἴ τις οὖν δούλην, ἢ ἐλευθέραν ἐν ἐπισκοπείῳ κτώμενος φωραθείη, ἢ ἐν μοναστηρίῳ, πρὸς ἐγχείρησιν διακονίας τινός, ἐπιτιμάσθω· ἐπιμένων δέ, καθαιρείσθω. Εἰ δὲ καὶ τύχοι ἐν προαστείοις γυναῖκας εἶναι, καὶ θελήσοι ἐπίσκοπος, ἢ ἡγούμενος, πορείαν ἐν τῆς ἐκεῖσε ποιήσασθαι, παρόντος ἐπισκόπου, ἢ ἡγουμένου, μηδόλως ἐγχείρησιν διακονίας ποιείσθω κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν γυνή, ἀλλ᾿ ἰδιαζέτω ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἕως ἂν τὴν ἐπαναχώρησιν ποιήσηται ὁ ἐπίσκοπος, διὰ τὸ ἀνεπίληπτον.

Κανὼν ΙΘ'


Τοσοῦτον κατενεμήθη τῆς φιλαργυρίας τὸ μῦσος εἰς τοὺς ἡγήτορας τῶν ἐκκλησιῶν, ὥστε καί τινας τῶν λεγομένων εὐλαβῶν ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ἐπιλαθομένους τῆς ἐντολῆς τοῦ Κυρίου, ἐξαπατηθῆναι, καὶ διὰ χρυσίου τὰς εἰσδοχὰς τῶν προσερχομένων τῷ ἱερατικῳ τάγματι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ, ποιεῖσθαι. Καὶ γίνεται, ὧν ἡ ἀρχὴ ἀδόκιμος, καὶ τὸ πᾶν ἀπόβλητον, ὥς φησιν ὁ μέγας Βασίλειος· Οὐδὲ γὰρ Θεῷ, καὶ μαμωνᾷ δουλεύειν ἔξεστιν. Εἴ τις οὖν εὑρεθῆ τοῦτο ποιῶν, εἰ μὲν ἐπίσκοπός ἐστιν, ἢ ἡγούμενος, ἤ τις τοῦ ἱερατικοῦ, ἢ παυσάσθω, ἢ καθαιρείσθω, κατὰ τὸν δεύτερον κανόνα τῆς ἐν Χαλκηδόνι ἁγίας συνόδου. Εἰ δὲ ἡγουμένη, ἐκδιωχθήτω τοῦ μοναστηρίου, καὶ παραδοθήτω ἐν ἑτέρῳ μοναστηρίῳ πρὸς ὑποταγήν. Ὡσαύτως καὶ ἡγούμενος, μὴ ἔχων χειροτονίαν πρεσβυτέρου. Ἐπὶ δὲ τῶν παρὰ γονέων παραδεδομένων δίκην προικώων τοῖς τέκνοις, ἢ ἰδιοκτήτων αὐτῶν πραγμάτων, προσαγομένων, ὁμολογούντων τῶν προσαγόντων ταῦτα εἶναι ἀφιερωμένα τῷ Θεῷ, ὡρίσαμεν, κἄν τε μείνῃ, κἄν τε ἐξέλθῃ, μένειν αὐτὰ ἐν τῷ μοναστηρίῳ, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτοῦ, εἰ μὴ εἴη αἰτία τοῦ προεστῶτος.

Κανὼν Κ'


Ἀπὸ τοῦ παρόντος ὁρίζομεν, μὴ γίνεσθαι διπλοῦν μοναστήριον, ὅτι σκάνδαλον καὶ πρόσκομμα τοῖς πολλοῖς γίνεται τοῦτο. Εἰ δέ τινες μετὰ συγγενῶν προαιροῦνται ἀποτάξασθαι, καὶ τῷ μονήρει βίῳ κατακολουθεῖν, τοὺς μὲν ἄνδρας δεῖ ἀπιέναι εἰς ἀνδρῷον μοναστήριον, τὰς δὲ γυναῖκας εἰσιέναι ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ· ἐπὶ τούτῳ γὰρ εὐαρεστεῖται ὁ Θεός. Τὰ δὲ ὄντα ἕως τοῦ νῦν διπλᾶ κρατείτωσαν, κατὰ τὸν κανόνα τοῦ ἁγίου Πατρὸς ἡμῶν Βασιλείου, καὶ κατὰ τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, οὕτω διατυπούσθωσαν· Μὴ διαιτάσθωσαν δὲ ἐν ἑνὶ μοναστηρίῳ μοναχοί, καὶ μονάστριαι· μοιχεία γὰρ μεσολαβεῖ τὴν συνδιαίτησιν. Μὴ ἐχέτῳ μοναχὸς παῤῥησίαν πρὸς μονάστριαν, ἢ μονάστρια πρὸς μοναχόν, ἰδίᾳ προσομιλεῖν· μηδὲ κοιταζέσθω μοναχὸς ἐν γυναικείῳ μοναστηρίῳ· μηδὲ συνεσθιέτω μονάστρια κατὰ μόνας. Καὶ ὅτε τὰ ἀναγκαῖα τοῦ βίου παρὰ τοῦ ἀνδρώου μέρους πρὸς τὰς κανονικὰς ἀποκομίζονται, ἔξωθεν τῆς πύλης ταῦτα λαμβανέτω ἡ ἡγουμένη τοῦ γυναικείου μοναστηρίου, μετὰ γραός τινος μοναστρίας. Εἰ δὲ συμβῇ, συγγενῆ τινὰ ἐθέλειν θεάσασθαι μοναχόν, ἐπὶ παρουσίᾳ τῆς ἡγουμένης, ταύτῃ προσομιλείτω διὰ μικρῶν καὶ βραχέων λόγων, καὶ συντόμως ἐξ αὐτῆς ὑπαναχωρείτω.

Κανὼν ΚΑ'


Οὐ δεῖ μοναχόν, ἢ μονάστριαν, καταλιμπάνειν τὴν οἰκείαν μονήν, καὶ ἐν ἑτέρᾳ ἀπέρχεσθαι. Εἰ δὲ συμβῇ τοῦτο, ξενοδοχεῖσθαι αὐτόν, ἀναγκαῖον· προλαμβάνεσθαι δὲ ἄνευ γνώμης τοῦ ἡγουμένου αὐτοῦ, οὐ προσήκει.

Κανὼν ΚΒ'


Θεῷ μὲν τὸ πᾶν ἀνατίθεσθαι, καὶ οὐ τοῖς ἰδίοις θελήμασι δουλοῦσθαι, μέγα χρῆμα τυγχάνει. Εἴτε γὰρ ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, ὁ θεῖος Ἀπόστολός φησι, πάντα εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε. Χριστὸς δὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐν τοῖς Εὐαγγελίοις αὐτοῦ, τὰς ἀρχὰς τῶν ἁμαρτημάτων ἐκκόπτειν προστέταχεν· οὐ γὰρ ἡ μοιχεία μόνον παρ᾿ αὐτοῦ κολάζεται, ἀλλὰ καὶ ἡ κίνησις τοῦ λογισμοῦ πρὸς τὴν τῆς μοιχείας ἐγχείρησιν κατακέκριται· λέγοντος αὐτοῦ· Ὁ ἐμβλέψας γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτῆς, ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτήν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ. Ἔνθεν οὖν μαθητευθέντες, λογισμούς ὀφείλομεν καθαιρεῖν. Εἰ γὰρ καὶ πάντα ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει, ὡς ἐξ ἀποστολικῆς φωνῆς διδασκόμεθα. Ἐπανάγκες οὖν ἐστι παντὶ ἀνδρὶ διὰ τὸ ζῇν ἐσθίειν. Καὶ οἷς μὲν ὁ βίος ἐστὶ γάμου, καὶ τέκνων, καὶ λαϊκῆς διαθέσεως, ἀναμίξ ἐσθίειν ἄνδρας καὶ γυναῖκας, τῶν ἀδιαβλήτων ἐστί, μόνον τῷ διδόντι τροφὴν τὴν εὐχαριστίαν προσάγοντας· μὴ μετά τινων θυμελικῶν ἐπιτηδευμάτων, εἴτουν σατανικῶν ᾀσμάτων, κιθαρῶν τε, καὶ πορνικῶν λυγισμάτων, οἷς ἐπέρχεται ἡ προφητικὴ ἀρά, οὑτωσὶ λέγουσα· Οὐαὶ οἱ μετὰ κιθάρας, καὶ ψαλτηρίου, τὸν οἶνον πίνοντες, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι, καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ οὐ κατανοοῦσι. Καὶ εἴπου ποτὲ εἶεν τοιοῦτοι ἐν τοῖς Χριστιανοῖς, διορθούσθωσαν· εἰ δὲ μή γε, κρατείτωσαν ἐπ᾿ αὐτοῖς τὰ παρὰ τῶν πρὸ ἡμῶν κανονικῶς ἐκτεθέντα. Οἷς δὲ ὁ βίος ἐστίν ἡσύχιος καὶ μονότροπος, ὁ συνταξάμενος Κυρίῳ τῷ Θεῷ ζυγὸν μονήρη ἆραι, καθίσεται κατὰ μόνας καὶ σιωπήσει. Ἀλλὰ μὴν καὶ τοῖς ἱερατικὸν ἐκλεξαμένοις βίον, οὐδόλως ἔξεστι κατ᾿ ἰδίαν γυναιξὶ συνεσθίειν, εἰ μή που μετά τινων θεοφόβων καὶ εὐλαβῶν ἀνδρῶν, καὶ γυναικῶν· ἵνα καὶ αὐτὴ ἡ συνεστίασις πρὸς κατόρθωσιν πνευματικὴν ἀπάγῃ. Καὶ ἐπὶ συγγενῶν δὲ τὸ αὐτὸ ποιείτω. Εἰ δὲ καὶ αὖθις ἐν ὁδοιπορίᾳ συμβῂ τὰ τῆς ἀναγκαίας χρείας μὴ ἐπιφέρεσθαι μοναχόν, ἢ ἱερατικὸν ἄνδρα, καὶ διὰ τὸ ἀναγκαῖον καταλῦσαι βούλεται, εἴτε ἐν πανδοχείῳ, εἴτε ἐν οἴκῳ τινός, ἄδειαν ἔχειν αὐτὸν τοῦτο ποιεῖν, ὡς τῆς χρείας κατεπειγούσης, μόνον μετ᾿ εὐλαβείας.


Σημειώσεις: 
• Μνήμη των Αγίων Πατέρων της εν Νικαία Ζ' Οικουμενικής Συνόδου και το Το μήνυμα. [π. Παντελεήμων Κρούσκος] Ιερέας στην Νήσο Κάλυμνο. iereasanatolikisekklisias
παπα Γιώργης Δορμπαράκης: ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ, ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Δ' ΛΟΥΚΑ και ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ.
• Το οπτικοακουστικό υλικό (Βίντεο) από www.YouTube, εταιρεία της Google.
• Κανόνες Ζ' Οικουμενικής Συνόδου www.nektarios.gr
• Πηγή, έρευνα: www.sophia-ntrekou.gr / Αέναη επΑνάσταση


Δείτε σχετικά θέματα και τα παρακάτω βίντεο:




Επιλεκτικά Βίντεο/κηρύγματα περί Ζ' Οικουμενικής Συνόδου
Σημ.: Κλικ στην εικόνα ή τον σύνδεσμο για να δείτε τα Video. 

Η παρούσα εκπομπή Ζ' Οικουμενική Σύνοδος του Δρ. Σπυρίδωνος Τσιτσίγκου, Αναπληρωτή Καθηγητή της Ψυχολογίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.


★ Βίντεο: Εισήγηση του κ. Λάμπρου Σκόντζου Θεολόγου - Καθηγητού, στον Ιερό Ναό Ευαγγελισμού Θεοτόκου Υμηττού, με θέμα: «Η ΕΙΚΟΝΟΜΑΧΙΑ - Η Ζ' ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ», στα πλαίσια λειτουργίας του Σεμιναρίου Οριοθετήσεως της Ορθοδόξου Πίστεως, της Ιεράς Μητροπόλεως Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού. 

Ο εισηγητής παρουσίασε, κατά τρόπο απλό και κατανοητό, τις αιτίες που οδήγησαν στην μεγάλη εικονομαχική έριδα στην Εκκλησία, τον 8ο αιώνα. Τη σύγκληση της Αγίας Ζ' Οικουμενικής Συνόδου. Τους Όρους και τις αποφάσεις της. Την οριστική αναστήλωση των Ιερών Εικόνων από την αγία Θεοδώρα την Αυγούστα.

Αναφέρθηκε επίσης στους μεγάλους Πατέρες και Ομολογητές που αναδείχτηκαν την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Αναφέρθηκε ακόμα στις σύγχρονες εικονομαχικές παρεκτροπές και πλάνες και επισήμανε τέλος την ανάγκη να τηρούμε με ακρίβεια οι Ορθόδοξοι πιστοί, τις αποφάσεις των Αγίων Συνόδων και να ακολουθούμε πιστά την διδασκαλία της Εκκλησίας μας, διότι η αλήθεια της Πίστεώς μας είναι συνώνυμη με τη σωτηρία μας.




Ομιλία τοῦ Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ἱεροθέου στήν Διακίδειο Σχολή Λαοῦ Πατρῶν στίς 24 Φεβρουαρίου 2018: «Ἡ Ζ' Οἰκουμενική Σύνοδος ὡς ὁρόσημο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας».








Βίντεο: Κυριακή Δ' Λουκά - Μνήμη της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου 15-10-2017 Ιερός Ναός Παμμεγίστων Ταξιαρχών Μανταμάδου Λέσβου Ζωντανή μετάδοση στις 14 Οκτ 2017 Όρθρος - Θ. Λειτουργία














Δεν υπάρχουν σχόλια: