30 Απρ 2013

Της Κασσιανής το Τροπάρι από τον Φώτη Κόντογλου


Εικόνα της Αγίας Κασσιανής έργο του Φώτη Κόντογλου   από το Αρχείο του Φώτη Κόντογλου εδώ
Εικόνα της Αγίας Κασσιανής έργο του Φώτη Κόντογλου 
από το Αρχείο του Φώτη Κόντογλου εδώ

Επιμέλεια της Σοφίας Ντρέκου

Μεγάλη Τρίτη Εσπέρας και το υπέροχο Τροπάριο της μεγάλης Υμνωδού μας και Οσίας Κασσιανής (9ος αι. μ. Χ.) ψέλνεται στις εκκλησίες. Και σκέφτηκα τον Φώτη Κόντογλου, αυτόν τον εξαίρετο λογομάστορα και αγιογράφο, που έγραφε μια σειρά κυριακάτικων άρθρων για το Πάσχα στην εφημερίδα «Ελευθερία» (1950-1963) και τα οποία κυκλοφορούν με τίτλο «Χριστός Ανέστη» από τις εκδόσεις «Αρμός».

Fotis Kontoglou Original - Φώτη Κόντογλου Αρχείο: Μεγάλη Τρίτη σήμερα και σας μεταφέρουμε μέρος άρθρου του Φώτη Κόντογλου από την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ το 1948. Αναφέρεται στα ιστορικά στοιχεία αναφορικά με την ίδια την Κασσιανή και πώς οδηγήθηκε στη γραφή του τροπαρίου αυτού. Μέσα από το άρθρο του αυτό όμως, ο Κόντογλου εκφράζει την πικρία του αναφορικά με τον τρόπο που ψάλλεται το τροπάριο «χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής που ταιριάζει στην εποχή μας»… Η εποχή αυτή είναι ο Απρίλιος του 1948 και αναφέρεται σε αυτό το γεγονός, με ιδιαίτερα αυστηρή γλώσσα, όπως έκανε πάντα για θέματα που άπτονταν της Βυζαντινής μουσικής, αγιογραφίας και της παράδοσης. Μέρος του άρθρου αυτού σας μεταφέρουμε σήμερα (λόγω μεγάλης έκτασης) αλλά ακόμη και το απόσπασμα αυτό θεωρούμε ότι αρκεί, για να μεταφερθεί η μεγάλη πίστη του.

Το τροπάρι της Κασσιανής
«Οι δε αγαθοί ησυχάζουσι δια παντός»

Φώτης Κόντογλου: «Το τροπάρι της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε ποτέ στην εκκλησιά. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο, και το πάθος της αμαρτωλής που μετανοιώνει, καθώς κι η ιστορία της Κασσιανής που το σύνθεσε. Αλλά προπάντων, κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πούναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα. Πλην αυτό μπορεί να το πη κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δε μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα που το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας.
Έτσι λοιπόν και το τροπάρι της Κασσιανής, σε πολλές εκκλησίες ελληνικές ψέλνεται αγνώριστο, «μονδέρνο». Ο κάθε «νεωτεριστής» ψάλτης ντύνει την καϋμένη την Κασσιανή με ό,τι ρούχα του κατέβη στο κεφάλι, άλλος τη μασκαρεύει σαν τραγουδίστρια της οπερέτας, άλλος σαν αισθηματολογική κυρία της πιο μπουνταλάδικης ρομαντικής αναλατοσύνης, κι οι πιο πολλοί σαν μοντέρνα θεατρίνα: Η καλλιτεχνία, κύριε, έχει πέραση σήμερις! Ο κόσμος ζητά κατιτίς μονδέρνο στην εκκλησία. Περάσανε εκείνα τα κομπογιαννίτικα... Κι όλα αυτά τα κάνει από φόβο μην τον πούνε βλάχο και καθυστερημένον. Τα πάντα γίνονται ολοκαύτωμα στο βωμό της βλακείας και της ψωροπερηφάνειας.
Πρώτα πρώτα άλλο είναι η ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα. Ούτε αυτό δεν έχουν καταλάβει αυτοί οι μαέστροι που έχουνε σε όλα για ιδεώδες τους τη σκάλα του Μιλάνου. Σ’ αυτό πρέπει να είμαστε περήφανοι για την προκομμένη τη φυλή μας γιατί, όπως γίνεται σε όλα, ξεπεράσαμε τους Ευρωπαίους, επειδή σ΄αυτούς είναι διαφορετική η κοσμική μουσική από τη θρησκευτική, ενώ σε εμάς πάει να γίνει η μουσική της εκκλησίας πιο κοσμική κι από την όπερα. Κι από την οπερέττα μάλιστα! Να μη βασκαθούμε …

...Αλλά ας σταθώ ως εδώ επειδή μπορώ να πω κι άλλα χειρότερα! Όποτε συλλογιστώ τούτη την ξεπεσούρα μας, πονώ, πολύ πονώ.

Η Κασσιανή ή Κασσία ή Ικασία, έζησε στα χρόνια που βασίλευε στην Πόλη ο Θεόφιλος, από τα 829 έως 842 μ.Χ. Βαστούσε από αρχοντικό σπίτι, και γι αυτό ήτανε ανάμεσα στις πιο όμορφες και στις πιο σπουδασμένες παρθένες, που μαζευτήκανε στο παλάτι, για να διαλέξη ο βασιλιάς την καλύτερη για γυναίκα του. Αλλά έχασε την κορώνα από την εξυπνάδα της, γιατί περνώντας ο βασιλιάς από μπροστά της, τον σταμάτησε ή εμορφιά της κι η σεμνότητά της. Και για να χαριεντισθή μαζί της, της είπε «Από τη γυναίκα πηγάσανε τα κακά», θέλοντας να πη πως η Εύα έφερε την κατάρα στους ανθρώπους. Κι η Κασσιανή του αποκρίθηκε «Αλλά κι από τη γυναίκα πηγάσανε τα καλύτερα» θέλοντας να πη πως η Παναγία έφερε στον κόσμο τη σωτηρία. Τότε ο Θεόφιλος, κρίνοντας πως ήτανε πολύ έξυπνη για να την πάρη γυναίκα, έδωσε το μήλο στη Θεοδώρα, και τη στεφανώθηκε.

Η Κασσιανή φόρεσε το ράσο, κι έχτισε ένα μοναστήρι, που σωζότανε μέχρι τα τελευταία χρόνια του βυζαντινού κράτους και λεγόταν Ικάσιον και κει πέρασε τη ζωή της, με νηστεία και με μεγάλη ευλάβεια. Το αγαπημένο έργο της ήτανε το διάβασμα και το γράψιμο. Ανάμεσα στα τροπάρια που έγραψε, το τροπάρι της αμαρτωλής γυναίκας είναι το πασίγνωστο, που το είπανε «της Κασσιανής το τροπάρι», και το ψέλνουνε τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ. Στα καλά χρόνια μαζευόντανε κοντά στον ψάλτη βοηθοί και κανονάρχοι και το ψέλνανε με μεγάλη κατάνυξη· ο κόσμος έκλαιγε, πολλές φορές κλαίγανε κι οι ψαλτάδες. Τώρα πού τέτοια πράγματα! Πώς να κλάψης ακούγοντας έναν ψάλτη νερόβραστον, άνοστο θεατρίνο δίχως καρδιά; 

Λοιπόν το τροπάρι της Κασσιανής λέγει:
«Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη. Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας. Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης. Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου· αυτά τα ποδάρια, που σαν τ' άκουσε η Εύα να περπατάνε κατά το δειλινό, από το φόβο της κρύφτηκε. Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος». (Βλ. εδώ το πρωτότυπο)

Λένε οι ιστορικοί για τη φράση «Αυτά τα ποδάρια» κ.λπ. που είναι στη μέση του τροπαριού, πως είναι γραμμένη από το Θεόφιλο. Γιατί ο βασιλιάς θέλησε ύστερα από χρόνια να κάνη περιοδεία στα μοναστήρια. Και σαν πήγε στο μοναστήρι της Κασσιανής, ζήτησε να τον πάνε στο κελλί της. Και σαν άκουσε τα πατήματά του αυτό το θρηνητικό αηδόνι, έφυγε τρομαγμένο και κρύφτηκε στο προσευχητάριό της. Κι ο Θεόφιλος, μπαίνοντας στο κελλί, είδε απάνω στο αναλόγιο που έγραφε η Κασσιανή ένα χαρτί με το τροπάρι τούτο μισογραμμένο, γιατί κείνη την ώρα τόγραφε. Και διαβάζοντάς το ο βασιλιάς, συγκινήθηκε, και πήρε το φτερό κι έγραψε: «Αυτά τα ποδάρια άκουσε η Εύα να περπατάνε κατά το δειλινό, κι από το φόβο της κρύφθηκε", υπονοώντας πως η Κασσιανή άκουσε το περπάτημά του και κρύφθηκε τρομαγμένη... Τι εξαίσια συγκίνηση που μας δίνει η αγιοσύνη!

Η Κασσιανή φαίνεται πως μελοποιούσε η ίδια τα υμνολογήματά της, κατά την τότε συνήθεια. Έγραψε και πολλά άλλα, κυρίως «Κανόνας», όπως λέγονται οι Καταβασίες. Από δαύτους ο πιο ωραίος είναι ο Κανόνας που ψέλνεται το Μεγάλο Σάββατο, το «Κύματι θαλάσσης» και που ευωδιάζει από αγνότητα παρθενική κι από κάποια πνοή αθανασίας:
«Εκστηθι φρίττων ουρανέ, και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης· ιδού γαρ εν νεκροίς λογίζεται ο εν υψίστοις οικών, και τάφω σμικρώ ξενοδοκείται· ον παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας».
Έγραψε και τα κατανυκτικά δοξαστικά, που ψέλνουνε στον εσπερινό των Χριστουγέννων και στο Γενέσιον του Προδρόμου, καθώς και τα στιχηρά στους μάρτυρες Σαμωνά, Αβιβον, Ευστράτιον και Αυξέντιον».

Την ώρα που έγραφα για την Κασσιανή, μου φέρανε ένα γράμμα από μιαν ευσεβέστατη ψυχή, μια καλογρηά που αφιέρωσε κι αυτή τη νεότητά της στον ουράνιο Νυμφίο. Το διάβασα με δακρυσμένα μάτια. Όπως παράτησε η Κασσιανή το χειρόγραφό της μισοτελειωμένο, παράτησα κι εγώ το δικό μου και διάβαζα με κατάνυξη τα γραφόμενα της καινούργιας Κασσιανής. Και τα δάκρυα που ανεβήκαμε στα μάτια μου, γράφοντας για την αρχαία Κασσιανή, σμίξανε με της τωρινής, που αποτραβήχτηκε από τον αδιαφόρετο τον κόσμο, αηδιασμένη από την άγρια κι άσκοπη ταραχή του, και «τω φόβω εκρύβη» σ΄ένα μοναστήρι απάνω στ’ αγιασμένο βουνό του Ταΰγετου, μαζί με τις άλλες φρόνιμες παρθένες, σαν τα ζαρκάδια πούνε κυνηγημένα από κυνηγόν αιμοβόρο. Και τα δάκρυα πληθύνανε και στάζανε απάνω στ’ αγιασμένα γράμματα, που δεν τάχε γραμμένα κανένας συγγραφέας διαβόητος, παρά που τα γράψε ένα άσαρκο χέρι που θρέφεται από τον «ουράνιον άρτον».

Γιατί το λοιπόν δε μπορεί να με κάνει να δακρύσω κανένας από κείνους που κατέχουνε την ψεύτικη μαστοριά που κατέχω κι εγώ και που γνωρίζω τα μαγικά τεχνάσματά της, αλλά με κάνουνε να κλαίγω τούτα τα ταπεινά και άτεχνα λόγια; Γιατί κάτω από δαύτα αντιφεγγίζει το ανέσπερο φως που ανατέλλει μέσα σε λιγοστές ψυχές, κι ας είναι κι οι πιο απλές κι οι πιο καταφρονεμένες. Ίσια ίσια, όσο πιο καταφρονεμένες είναι, τόσο περισσότερο καταυγάζουνται από τούτο το μυστικό φως: «Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης».

Μακάριος αυτός ο κόσμος που ζει στα κρυφά και που ούτε αυτός γνωρίζει τίποτα από την αμαρτωλή δραστηριότητα των ανθρώπων, ούτε οι άνθρωποι γνωρίζουνε τίποτα από τη μυστική αυτή λαμπαδηφορία. Κι αυτά τα απόπαιδα του κόσμου «ούτε βοτάνη, ούτε μάλαγμα εθεράπευσεν αυτά, αλλά ο σος, Κύριε, λόγος, ο πάντα ιώμενος». Ενώ σε μας τους άλλους «επιτέταται βαρεία νυξ, εικών του μέλλοντος ημάς διαδέχεσθαι σκότους, εαυτοίς δε εσμέν βαρύτεροι σκότους.»


Συγκερασμός του χρωστήρα του Κόντογλου της ποίησης του τροπαρίου της Κασσιανής ντυμένο με την εκκλησιαστική Μελωδία είναι ό,τι δημιουργείται μέσα μας, παρατηρώντας την εικόνα, σε απόλυτη συνάφεια με το συναίσθημα των Αγίων αυτών ημερών.

by Αέναη επΑνάσταση | Sophia Ntrekou.gr

Περισσότερα για τον Φώτη Κόντογλου

Δείτε ακόμη:









FaceBook:
Σοφία Ντρέκου 30 Απριλίου 2013




2 σχόλια:

Θανάσης Μουστάκης είπε...

Πολύ καλό και χρήσιμο, καθώς συνήθως δεν καταλαβαίνουμε τα λόγια του τροπαρίου!

xristianorthodoxipisti.blogspot.gr είπε...

ΑΥΤΗ Η ΝΥΚΤΑ Η ΖΟΦΩΔΗΣ ΚΑΙ ΑΣΕΛΗΝΟΣ Η ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΤΥΡΑΝΕΙ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΟΥ ΦΤΑΙΝ , ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΝΥΚΤΑ ΚΑΝΕ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΔΥΑΛΗΣΗ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΝΕΣΠΕΡΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗΣ , ΟΠΩΣ ΕΣΥ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕ ΟΠΟΙΝ ΤΡΟΠΟ ΘΕΛΕΙΣ!Η ΕΥΑ ΦΟΒΗΘΗΚΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ, ΕΓΩ ΦΟΒΑΜΕ ΤΟ ΚΑΘΕ ΜΟΥ ΒΗΜΑ ΔΙΟΤΙ Η ΑΒΥΣΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΙΩΝ ΜΕ ΑΠΕΜΑΚΡΥΝΕ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ, ΑΞΙΩΣΕ ΜΕ ΝΑ ΚΑΘΗΣΩ ΚΑΤΩ ΣΤΑ ΑΧΡΑΝΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΒΡΕΧΩ ΜΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΑΚΡΥΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΗ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ ΣΟΥ ΑΜΗΝ