Η Οσία Κασσιανή η Υμνογράφος και ο αγιογράφος και λογοτέχνης Φώτης Κόντογλου,
που την αποκαλεί «Ποιήτρια». Εικαστική σύνθεση: Sophia Drekou
Το ιστορικό κείμενο του Φώτη Κόντογλου για το τροπάριο της Οσίας Κασσιανής και η διαχρονική του κριτική στην αλλοίωση της ορθόδοξης ψαλμωδίας
Ένα ερμηνευτικό βλέμμα στο τροπάριο της Οσίας Κασσιανής μέσα από το κείμενο του Φώτη Κόντογλου, τη βυζαντινή παράδοση και την πνευματική κρίση της νεότερης αισθητικής. Το τροπάριο της Κασσιανής στον Φώτη Κόντογλου δεν είναι μόνο ύμνος· είναι πεδίο μάχης ανάμεσα στην αλήθεια της παράδοσης και στη θεατρικοποίηση της πίστης.
Το τροπάριο της Κασσιανής αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα της ορθόδοξης υμνογραφίας της Μεγάλης Εβδομάδας
🟡 Εισαγωγή
Το τροπάριο της Οσίας Κασσιανής αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα της Μεγάλης Εβδομάδας. Δεν συγκινεί μόνο για τη μελωδία και την ποιητική του δύναμη, αλλά και γιατί συμπυκνώνει μια ολόκληρη θεολογία της συντριβής, της αγάπης και της εσωτερικής μεταστροφής του ανθρώπου προς το φως Όταν όμως ο Φώτης Κόντογλου γράφει γι’ αυτό, δεν περιορίζεται σε μια απλή υμνολογική αναφορά.
Με αφορμή το τροπάριο, ανοίγει μια σφοδρή κριτική για την αλλοίωση της εκκλησιαστικής μουσικής, για την απώλεια της κατάνυξης και για την πνευματική παραχάραξη της ορθόδοξης παράδοσης. Έτσι, το κείμενό του δεν αφορά μόνο τη Μεγάλη Τρίτη, αλλά και το διαχρονικό ερώτημα αν η πίστη βιώνεται ως μυστήριο ή ως θέαμα.
Ο Κόντογλου δεν μιλά μόνο για ένα τροπάριο· μιλά για την αλλοίωση της πνευματικής αισθητικής, για την αποκοπή από την παράδοση και για την απώλεια του εκκλησιαστικού ήθους.
🟡 Το τροπάριο της Κασσιανής και η θέση του στη Μεγάλη Εβδομάδα
Τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ τελείται στους ορθόδοξους ναούς ο Όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης, και μέσα στην ακολουθία ξεχωρίζει το περίφημο δοξαστικό των αποστίχων, ποίημα της μοναδικής βυζαντινής υμνογράφου, Κασσιανής μοναχής, «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίες περιπεσούσα Γυνή». Πρόκειται για ένα από τα πιο γνωστά και αγαπημένα τροπάρια της ορθόδοξης υμνογραφίας, το οποίο η παράδοση έχει συνδέσει άρρηκτα με την Οσία Κασσιανή. Το τροπάριο αυτό, βαθιά ποιητικό και θεολογικά πυκνό, εκφράζει όχι μόνο τη συντριβή της αμαρτωλής γυναίκας του Ευαγγελίου, αλλά και τη μυστική δυνατότητα του ανθρώπου να στραφεί προς τη χάρη.
Μεγάλη Τρίτη Εσπέρας λοιπόν και το υπέροχο Τροπάριο της μεγάλης Υμνωδού μας και Οσίας Κασσιανής (9ος αι. μ.Χ.) ψέλνεται στις εκκλησίες και σκέφτηκα τον Φώτη Κόντογλου, αυτόν τον εξαίρετο λογομάστορα και αγιογράφο. Μεγάλη Τρίτη του 1948 δημοσιεύεται το άρθρο του Φώτη Κόντογλου από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ». Αναφέρεται στα ιστορικά στοιχεία αναφορικά με την ίδια την Κασσιανή και πώς οδηγήθηκε στη γραφή του τροπαρίου αυτού.
Μέσα από το άρθρο του αυτό όμως, ο Κόντογλου εκφράζει την πικρία του αναφορικά με τον τρόπο που ψάλλεται το τροπάριο «χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής που ταιριάζει στην εποχή μας». Η εποχή αυτή είναι ο Απρίλιος του 1948 και αναφέρεται σε αυτό το γεγονός, με ιδιαίτερα αυστηρή γλώσσα, όπως έκανε πάντα για θέματα που άπτονταν της Βυζαντινής μουσικής, αγιογραφίας και της παράδοσης. Μέρος του άρθρου αυτού σας μεταφέρουμε σήμερα (λόγω μεγάλης έκτασης) αλλά ακόμη και το απόσπασμα αυτό θεωρούμε ότι αρκεί, για να μεταφερθεί η μεγάλη πίστη του.
Ένα άρθρο για το τροπάριο της Κασσιανής, τον Φώτη Κόντογλου και το νόημα της ορθόδοξης παράδοσης στη Μεγάλη Εβδομάδα.
🔴 Η Οσία Κασσιανή δεν είναι η αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου
Χρειάζεται να τονιστεί καθαρά κάτι που συχνά συγχέεται στη λαϊκή αντίληψη: η Οσία Κασσιανή δεν ταυτίζεται με την αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου. Η Κασσιανή είναι η υμνογράφος, η ποιήτρια που δίνει φωνή σε εκείνη τη γυναίκα. Είναι Αγία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μοναχή, λόγια προσωπικότητα του 9ου αιώνα και εξιστορεί τη μετάνοια της αμαρτωλής εκείνης γυναίκας που ήταν πόρνη και μεταστράφηκε από την αγάπη του Χριστού. Η γυναίκα που έπεσε σε τόσες πολλές αμαρτίες, ένιωσε ξαφνικά στα πόδια Του το μυστήριο της θεότητάς Του.
Η Κασσιανή κατέχει στην ιστορία των Βυζαντινών γραμμάτων ξεχωριστή θέση ως αξιόλογη ποιήτρια με πολλά κοσμικά ποιήματα και άλλα συγγράμματα, αλλά και πολλά εκκλησιαστικά ποιήματα, ύμνους, τροπάρια, ιδιόμελα κ.λπ. Σπουδαίο υμνογραφικό έργο είναι το πρώτο δοξαστικό του εσπερινού των Χριστουγέννων «Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γής...», ορισμένα τροπάρια από τον Κανόνα του Μ. Σαββάτου και άλλα. κά.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιαστική, γιατί φανερώνει ότι η Εκκλησία τιμά όχι ένα πρόσωπο «σκανδάλου», αλλά μια γυναίκα που μετέτρεψε την πνευματική της καλλιέργεια σε υμνογραφία υψηλού θεολογικού κάλλους.
Ο Φώτης Κόντογλου, με τη γνωστή αυστηρότητα και πνευματική του ευαισθησία, δεν προσεγγίζει το τροπάριο της Κασσιανής μόνο ως λογοτεχνικό ή μουσικό γεγονός. Το προσεγγίζει ως κριτήριο πίστης, ήθους και αισθητικής. Η αγωνία του δεν είναι απλώς φιλολογική ούτε νοσταλγική. Είναι εκκλησιαστική. Βλέπει ότι ο τρόπος με τον οποίο ψάλλεται το τροπάριο φανερώνει και τον τρόπο με τον οποίο μια εποχή σχετίζεται με την παράδοση: με σεβασμό ή με επιτήδευση, με κατάνυξη ή με θεατρική αυταρέσκεια.
Το τροπάρι της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον Ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε στην εκκλησία. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο και το πάθος της αμαρτωλής που μετανιώνει, καθώς και η ιστορία της Κασσιανής που το συνέθεσε. Αλλά προπάντων κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πού ΄ναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα.
Πλην αυτό μπορεί να το πει κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας.
Πρώτα πρώτα άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα. Ούτε αυτό δεν έχουνε καταλάβει αυτοί οι μαέστροι, που έχουνε σε όλα για ιδεώδες τους τη σκάλα του Μιλάνου. Σ’ αυτό πρέπει να είμαστε περήφανοι για την προκομμένη τη φυλή μας. Γιατί, όπως γίνεται σε όλα, ξεπεράσαμε τους Ευρωπαίους. Επειδή σ’ αυτούς είναι διαφορετική η κοσμική μουσική από τη θρησκευτική, ενώ σ’ εμάς πάει να γίνει η μουσική της εκκλησίας πιο κοσμική κι από την όπερα και από την οπερέτα μάλιστα. Να μη βασκαθούμε!
Αυτά τα σιχαμερά κι ανάλατα κατασκευάσματα που παρουσιάζουνε κάθε τόσο στην εκκλησία ο ένας κι ο άλλος νεραϊδοπαρμένος, έχουνε παραμορφώσει ολότελα τον σεμνό και βαθύν χαρακτήρα της εκκλησίας μας, τόσο που να απελπίζεται όποιος έχει μέσα του ακόμη γνήσια ελληνικά αισθήματα. Γιατί η εκκλησιαστική μουσική μας, καθώς και η εικονογραφία και η υμνωδία, δείχνουνε τις βαθιές ρίζες της φυλής μας.
Εμείς όμως κάνουμε το παν για να τις καταστρέψουμε, κι η αναισθησία με την οποία το κάνουμε δείχνε μεγάλον πνευματικό ξεπεσμό. Κάθε φυλή είναι ένα φαινόμενο πνευματικό κι όχι ένα κοπάδι που συνεπαίρνεται από το κάθε ρεύμα, σαν καράβι χωρίς τιμόνι. Εμείς όμως τυρβάζουμε περί τα πολλά κι αφήνουμε τα τιμιώτατα στο κέφι του κάθε ανόητου. Και καυχιόμαστε θεατρικά για τη φυλή μας, ε λόγια που ‘ναι κούφια από κάθε αληθινή έννοια ενώ την αφήνουμε να γίνει ένας χαμαιλέοντας και μάλιστα τη βοηθούμε να τελειοποιηθεί στο φραγκολεβαντινισμό και σε κάθε πνευματικόν εκφυλισμό.
Έτσι λοιπόν και το τροπάρι της Κασσιανής, σε πολλές εκκλησιές ελληνικές ψέλνεται αγνώριστο, «μονδέρνο». Ο κάθε «νεωτεριστής» ψάλτης ντύνει την καημένη την Κασσιανή με ό,τι ρούχα του κατέβει στο κεφάλι· άλλος τη μασκαρεύει σα τραγουδίστρια της οπερέτας, άλλος σαν αισθηματολογική κυρία της πιο μπουνταλάδικης ρομαντικής αναλατοσύνης κι οι πιο πολλοί σαν μοντέρνα θεατρίνα: «Η καλλιτεχνία κύριε έχει πέραση σήμερις! Ο κόσμος ζητά κατιτίς το μονδέρνο στην εκκλησία. Περάσανε εκείνα τα κομπογιαννίτικα»!
Καμαρώσετε λοιπόν Έλληνες τον πνευματικόν εκπρόσωπό σας. Ό,τι εξαίσιο έργο έκανε η Ελλάδα στα περασμένα είναι «κομπογιαννίτικο». Όλος ο πόνος και τα δάκρυα που μεταλλαχτήκανε από τούτη τη βασανισμένη φυλή σε διαμάντια αθάνατα, τα σεβάσμια εικονίσματα, που κλαίγανε κείνοι που τα κάνανε και βάζανε μέσα πόνο και αίμα, που τους δίνει «πνεύμα ζωής», είναι για τον σαρακοστιανόν αυτόν ανθρωπάκο «κομπογιαννίτικα».
Το ίδιο είναι για δαύτον τα τραγούδια του λαού κι η εξαίσια ψαλμωδία που έντυσε με το φυσικό τους ντύσιμο τα τροπάρια, που ‘ναι γραμμένα από ανθρώπους με μεγάλο πνευματικό κάλλος. Όλα αυτά για τούτον τον αρλεκίνο της σήμερον είναι «κομπογιαννίτικα». Κι όλα αυτά τα κάνει από φόβο, μην τον πούνε βλάχο κα καθυστερημένον. Τα πάντα γίνουνται ολοκαύτωμα στο βωμό της βλακείας και της ψωροπερηφάνειας. Αλλά ας σταθώ εδώ, επειδή μπορεί να πω κι άλλα, χειρότερα. Όποτε συλλογιστώ τούτη την ξεπεσούρα μας, πονώ, πολύ πονώ!
Η Κασσιανή φαίνεται πως μελοποιούσε η ίδια τα υμνολογήματά της κατά την τότε συνήθεια. Έγραψε και πολλά άλλα, κυρίως «Κανόνας», όπως λέγουνται οι Καταβασιές.
Από δαύτους ο πιο ωραίος είναι ο Κανόνας που ψέλνεται το Μεγάλο Σάββατο, το «Κύματι Θαλάσσης» και που ευωδιάζει από αγνότητα παρθενική κι από κάποια πνοή αθανασίας:
Η κριτική του Κόντογλου δεν στρέφεται απλώς εναντίον ενός διαφορετικού μουσικού ύφους. Στρέφεται εναντίον μιας βαθύτερης αλλοίωσης: της μετατροπής της εκκλησιαστικής τέχνης από τόπο προσευχής σε τόπο εντυπωσιασμού. Γι’ αυτό και τα λόγια του παραμένουν μέχρι σήμερα τόσο ζωντανά. Δεν υπερασπίζονται ένα παρελθόν από συνήθεια, αλλά ένα πνευματικό μέτρο.
Το ερώτημα που θέτει εμμέσως ο Κόντογλου ξεπερνά το συγκεκριμένο τροπάριο. Αγγίζει ολόκληρη τη σχέση μας με την ορθόδοξη παράδοση. Για εκείνον, η παράδοση δεν είναι εξωτερικό σχήμα ούτε εθνικό στολίδι, αλλά τρόπος ζωής και αλήθειας. Όταν η ψαλμωδία χάνει τον σεμνό και εσωτερικό της χαρακτήρα και γίνεται επίδειξη, τότε δεν χάνεται μόνο η αισθητική ισορροπία· χάνεται και το εκκλησιαστικό ήθος. Η τέχνη της Εκκλησίας δεν έχει σκοπό να θαμπώνει, αλλά να θεραπεύει.
Η Κασσιανή ή Κασσία ή Ικασία, έζησε στα χρόνια που βασίλευε στην Πόλη ο Θεόφιλος, από τα 829 έως 842 μ.Χ. Βαστούσε από αρχοντικό σπίτι, και γι' αυτό ήτανε ανάμεσα στις πιο όμορφες και στις πιο σπουδασμένες παρθένες, που μαζευτήκανε στο παλάτι, για να διαλέξη ο βασιλιάς την καλύτερη για γυναίκα του. Αλλά έχασε την κορώνα από την εξυπνάδα της, γιατί περνώντας ο βασιλιάς από μπροστά της, τον σταμάτησε ή εμορφιά της κι η σεμνότητά της. Και για να χαριεντισθή μαζί της, της είπε «Από τη γυναίκα πηγάσανε τα κακά», θέλοντας να πη πως η Εύα έφερε την κατάρα στους ανθρώπους. Κι η Κασσιανή του αποκρίθηκε «Αλλά κι από τη γυναίκα πηγάσανε τα καλύτερα» θέλοντας να πη πως η Παναγία έφερε στον κόσμο τη σωτηρία. Τότε ο Θεόφιλος, κρίνοντας πως ήτανε πολύ έξυπνη για να την πάρη γυναίκα, έδωσε το μήλο στη Θεοδώρα, και τη στεφανώθηκε.
Η Κασσιανή φόρεσε το ράσο, κι έχτισε ένα μοναστήρι, που σωζότανε μέχρι τα τελευταία χρόνια του βυζαντινού κράτους και λεγόταν Ικάσιον και κει πέρασε τη ζωή της, με νηστεία και με μεγάλη ευλάβεια. Το αγαπημένο έργο της ήτανε το διάβασμα και το γράψιμο. Ανάμεσα στα τροπάρια που έγραψε, το τροπάρι της αμαρτωλής γυναίκας είναι το πασίγνωστο, που το είπανε «της Κασσιανής το τροπάρι», και το ψέλνουνε τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ. Στα καλά χρόνια μαζευόντανε κοντά στον ψάλτη βοηθοί και κανονάρχοι και το ψέλνανε με μεγάλη κατάνυξη· ο κόσμος έκλαιγε, πολλές φορές κλαίγανε κι οι ψαλτάδες. Τώρα πού τέτοια πράγματα! Πώς να κλάψης ακούγοντας έναν ψάλτη νερόβραστον, άνοστο θεατρίνο δίχως καρδιά;
«Εκ γυναικός τα χείρω / αλλά και εκ γυναικός τα κρείττω»
Μεταγραφή Φώτη Κόντογλου:
Η Κασσιανή φαίνεται πως μελοποιούσε η ίδια τα υμνολογήματά της, κατά την τότε συνήθεια. Έγραψε και πολλά άλλα, κυρίως «Κανόνας», όπως λέγονται οι Καταβασίες. Από δαύτους ο πιο ωραίος είναι ο Κανόνας που ψέλνεται το Μεγάλο Σάββατο, το «Κύματι θαλάσσης» και που ευωδιάζει από αγνότητα παρθενική κι από κάποια πνοή αθανασίας:
Έγραψε και τα κατανυκτικά δοξαστικά, που ψέλνουνε στον εσπερινό των Χριστουγέννων και στο Γενέσιον του Προδρόμου, καθώς και τα στιχηρά στους μάρτυρες Σαμωνά, Αβιβον, Ευστράτιον και Αυξέντιον».
Την ώρα που έγραφα για την Κασσιανή, μου φέρανε ένα γράμμα από μιαν ευσεβέστατη ψυχή, μια καλογρηά που αφιέρωσε κι αυτή τη νεότητά της στον ουράνιο Νυμφίο. Το διάβασα με δακρυσμένα μάτια. Όπως παράτησε η Κασσιανή το χειρόγραφό της μισοτελειωμένο, παράτησα κι εγώ το δικό μου και διάβαζα με κατάνυξη τα γραφόμενα της καινούργιας Κασσιανής. Και τα δάκρυα που ανεβήκαμε στα μάτια μου, γράφοντας για την αρχαία Κασσιανή, σμίξανε με της τωρινής, που αποτραβήχτηκε από τον αδιαφόρετο τον κόσμο, αηδιασμένη από την άγρια κι άσκοπη ταραχή του, και «τω φόβω εκρύβη» σ΄ένα μοναστήρι απάνω στ’ αγιασμένο βουνό του Ταΰγετου, μαζί με τις άλλες φρόνιμες παρθένες, σαν τα ζαρκάδια πούνε κυνηγημένα από κυνηγόν αιμοβόρο. Και τα δάκρυα πληθύνανε και στάζανε απάνω στ’ αγιασμένα γράμματα, που δεν τάχε γραμμένα κανένας συγγραφέας διαβόητος, παρά που τα γράψε ένα άσαρκο χέρι που θρέφεται από τον «ουράνιον άρτον».
Γιατί το λοιπόν δε μπορεί να με κάνει να δακρύσω κανένας από κείνους που κατέχουνε την ψεύτικη μαστοριά που κατέχω κι εγώ και που γνωρίζω τα μαγικά τεχνάσματά της, αλλά με κάνουνε να κλαίγω τούτα τα ταπεινά και άτεχνα λόγια; Γιατί κάτω από δαύτα αντιφεγγίζει το ανέσπερο φως που ανατέλλει μέσα σε λιγοστές ψυχές, κι ας είναι κι οι πιο απλές κι οι πιο καταφρονεμένες. Ίσια ίσια, όσο πιο καταφρονεμένες είναι, τόσο περισσότερο καταυγάζουνται από τούτο το μυστικό φως: «Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης».
Μακάριος αυτός ο κόσμος που ζει στα κρυφά και που ούτε αυτός γνωρίζει τίποτα από την αμαρτωλή δραστηριότητα των ανθρώπων, ούτε οι άνθρωποι γνωρίζουνε τίποτα από τη μυστική αυτή λαμπαδηφορία. Κι αυτά τα απόπαιδα του κόσμου «ούτε βοτάνη, ούτε μάλαγμα εθεράπευσεν αυτά, αλλά ο σος, Κύριε, λόγος, ο πάντα ιώμενος». Ενώ σε μας τους άλλους «επιτέταται βαρεία νυξ, εικών του μέλλοντος ημάς διαδέχεσθαι σκότους, εαυτοίς δε εσμέν βαρύτεροι σκότους.»
Συγκερασμός του χρωστήρα του κυρ Φώτη (Κόντογλου) της ποίησης του τροπαρίου της Κασσιανής ντυμένο με την εκκλησιαστική μελωδία είναι ό,τι δημιουργείται μέσα μας, παρατηρώντας την εικόνα, σε απόλυτη συνάφεια με το συναίσθημα των Αγίων αυτών ημερών.
🔴 Η κριτική του Κόντογλου δεν είναι νοσταλγία, αλλά πνευματικό κριτήριο
Ο Κόντογλου δεν αντιδρά από συντηρητική ιδιοτροπία ούτε από αισθητικό πείσμα. Η ενόχλησή του απέναντι στη «μονδέρνα» εκτέλεση του τροπαρίου δεν είναι μια απλή προτίμηση ύφους, αλλά έκφραση βαθύτερης θεολογικής συνείδησης. Για εκείνον, η εκκλησιαστική τέχνη δεν είναι χώρος επίδειξης, αλλά τόπος ασκήσεως και μεταμόρφωσης. Όταν η ψαλμωδία χάνει την κατάνυξή της και μετατρέπεται σε θεατρικό άκουσμα, τότε δεν αλλοιώνεται μόνο το μουσικό ύφος αλλά και το εκκλησιαστικό ήθος. Η παράδοση, επομένως, δεν είναι ένα μουσειακό κατάλοιπο, αλλά τρόπος αλήθειας.
Ο Φώτης Κόντογλου είδε στο τροπάριο της Κασσιανής κάτι πολύ περισσότερο από ένα αγαπημένο άκουσμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Είδε έναν καθρέφτη της πνευματικής μας ποιότητας. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο ψάλλουμε, ακούμε και προσεγγίζουμε ένα τέτοιο κείμενο αποκαλύπτει τελικά και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στην παράδοση, στην ομορφιά και στο μυστήριο της πίστης. Και ίσως γι’ αυτό η φωνή του Κόντογλου παραμένει ακόμη επίκαιρη: επειδή μας θυμίζει ότι η αληθινή τέχνη της Εκκλησίας δεν ζητά εντύπωση, αλλά αλήθεια, ούτε θεατρικότητα, αλλά κατάνυξη.
✍🏻 Σοφία Ντρέκου
Περισσότερα: Φώτη Κόντογλου, Μεγάλη Τρίτη, Κασσιανή
📖 Διαβάστε Σχετικά Θέματα:
● Μεγάλη Τρίτη: Μια δημοσία εξομολόγηση όπως στην πρωτοχριστιανική εποχή
● Μεγάλη Τρίτη η Παραβολή των Δέκα Παρθένων και των Ταλάντων 📖 Ευαγγέλιο, απόδοση και νόημα των Παραβολών
● Οι λυγμοί της Πόρνης και του πατέρα τα δάκρυα στην απεγνωσμένη δια τον βίον
● Η δημόσια εξομολόγηση είναι Θεολογία: Μια Μεγάλη Τρίτη έχασα ό,τι αγάπησα | Χαμένο Χτες - Μη μου λες αντίο (Αναστασία Καλλιοντζή)
● Στην καρδιά ενός μαθητή μπορεί να κρύβεται ένας προδότης και στην καρδιά μιας πόρνης μια αγνή αγία
● Βόλτα με το Κόκκινο Ματωμένο Φεγγάρι μια Μεγάλη Τρίτη
Εισαγωγή για διάλογο με Αναγνώστες και Αναγνώστριες
Τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ ψάλλεται στις εκκλησίες ένα από τα πιο συγκλονιστικά τροπάρια της ορθόδοξης παράδοσης: το τροπάριο της Οσίας Κασσιανής. Πολλοί το ακούμε κάθε χρόνο, αλλά λίγοι γνωρίζουμε το βαθύ θεολογικό και πνευματικό του νόημα. Ο μεγάλος λογοτέχνης και αγιογράφος Φώτης Κόντογλου έγραψε ένα συγκλονιστικό κείμενο για το τροπάριο αυτό και μίλησε με αυστηρότητα για την αλλοίωση της εκκλησιαστικής μουσικής και της παράδοσης.
Με αφορμή το κείμενό του, επιχειρώ μια νέα ανάγνωση: ποιο είναι το αληθινό πνεύμα του τροπαρίου της Κασσιανής και τι μας λέει σήμερα για την πίστη, την αισθητική και την πνευματική μας στάση.
Ερωτήσεις διαλόγου για σχόλια
1️. Πώς βιώνετε εσείς το τροπάριο της Κασσιανής;
Σας συγκινεί περισσότερο η ποίηση του ή η μελωδία του;
2️. Πιστεύετε ότι σήμερα έχει αλλοιωθεί ο τρόπος που ψάλλεται η βυζαντινή μουσική;
3️. Το τροπάριο της Κασσιανής είναι για εσάς απλώς ένα όμορφο άκουσμα της Μεγάλης Εβδομάδας ή ένα βαθύτερο πνευματικό μήνυμα;
Περιμένω με ενδιαφέρον τις σκέψεις σας.
Σχόλια Ερωτήσεις Αναγνωστών και Αναγνωστριών
● Σχόλιο Van Gel Span: Είναι γνωστό ότι η Κασσιανή δεν είναι «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», γιατί όμως το αγνοούν οι πολλοί και μάλιστα, μεταξύ των και πολλοί σχετιζόμενοι με εκκλησία και υμνολογία; Όντως ξεκινά το μακρόν τροπάριο της σε γ' πρόσωπο για την γυνή αυτή και ρήμα 1ης πρότασης «κομίζει».
Αυτό όμως συμβαίνει σε λιγότερο από 20% του τροπαρίου. Ήδη στη 2η πρόταση έχουμε μια ήπια μετάβαση από το γ' πρόσωπο της 1ης σε έμεσο α' πρόσωπο ως εξής: «οίμοι, λέγουσα, ότι νυξ ΜΟΙ υπάρχει...», δηλ. με εισαγωγή ευθέως λόγου, αντί αναμενόμενου πλαγίου αφηγήσεως σε γ' πρόσωπο.
Συνεχίζει σε όλο το υπόλοιπο σε α' πρόσωπο (π.χ. 3η πρόταση: «δέξαι μου») έως τέλους για το υπόλοιπο 80%, κάτι λογοτεχνικά ασυνήθιστο με ένα «λέγουσα» που προαναφέρθηκε. Άρα έχουμε υψηλή ταύτιση της υμνωδού.
Έτερο ασυνήθιστο: ενώ αναφέρεται στην αμαρτωλή «μυροφόρο» που 2 ημερών προ Πάσχα έχυσε μύρο στην κεφαλή του Ιησού σε γεύμα στην οικία Σίμωνος λεπρού στη Βηθανία όπως περιγράφεται από Ευαγγελιστές Μάρκο και Ματθαίο αναφέρει: «καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις» πράξη ωστόσο της Μαρίας, αδερφής του αναστηθέντος Λαζάρου και προς ευγνωμοσύνη προς την ανάσταση του, 6 ημερών προ του Πάσχα, πάλι στη Βηθανία στην οικία Λαζάρου κατά το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο.
Βέβαια υπάρχουν υποστηρικτές ότι η αλείψασα μύρον εν Βηθανία είναι μια σε όλους τους ευαγγελιστές, παραβλέποντας την αντίθεση αφηγήσεων στις ημέρες προ Πάσχα την οικία (το γεφυρώνουν μάλιστα με την υπόθεση ότι ο Σίμων είναι πατέρας των Λαζάρου, Μαρίας, Μάρθας), όμως δεν θεραπεύει το γεγονός ότι η Μαρία ήτις εξελέξατο την αγαθήν μερίδα, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ' αυτής, κατά τα λόγια Ιησού προς Μάρθα που μεριμνά και τυρβάζη περί πολλά μπορεί να ταυτιστεί με την πόρνη των Μάρκου, Ματθαίου.
Κατά την άποψη μου η Κασσιανή υμνωδός υποσυνείδητα και με την φράση της: «έρως της αμαρτίας» μιλά για την δική της αμαρτία που δεν είναι η πορνεία μα ο έρως της προς τον αυτοκτάτορα Θεόφιλο που ποτέ δεν έσβησε και τον απώλεσε με την έξυπνη και εύστοχη απάντηση της προς αυτόν, η οποία τον έστρεψε προς την Θεοδώρα (θαυμαστό ωστόσο πως οικονομεί ο Θεός, με την επιλογή αυτή του εικονομάχου Θεοφίλου, η Θεοδώρα έληξε επιτυχώς την άνω του αιώνος έριδα της εικονομαχίας!).
Η παράδοση θέλει κατά την συγγραφή του ύμνου από Κασσιανή, όταν μετά από πιέσεις του αυτοκράτορα Θεόφιλου στην ηγουμένη αυτή έμπασε αυτόν στον χώρο του αναλογίου συγγραφής και στο γραπτό της έγραφε: «ων εν τω Παραδείσω Εύα» όταν κρύφτηκε, για να συμπληρώσει ο ίδιος ο Θεόφιλος: «...το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη».
Όταν δε ο Θεόφιλος απομακρύνθηκε άπρακτος (υπήρχε μάλλον και σε αυτόν σπίθα έρωτος, παρότι η σύζυγος Θεοδώρα τον απάλλαξε αργότερα από την μήνιν και τον αφορισμό των εικολατρών κατά εικονομάχων που αναγιγνώσκεται την Κυριακή Ορθοδοξίας ακόμη και σήμερα, όποτε αναγιγνώσκεται πλήρης!), η Κασσιανή ολοκλήρωσε με τις 2 τελευταίες προτάσεις.
● Απάντηση Sophia Drekou: Van Gel Span ευχαριστώ πολύ για την ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πράγματι η υμνογραφία συχνά χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική ταύτιση της υμνογράφου με το πρόσωπο της ευαγγελικής αφήγησης. Ωστόσο η ταύτιση της Κασσιανής με την αμαρτωλή γυναίκα ή η ερμηνεία του τροπαρίου ως προσωπικής εξομολόγησης παραμένει περισσότερο λογοτεχνική υπόθεση παρά ιστορικά τεκμηριωμένη άποψη.
🌑 Ο Φώτης Κόντογλου και η υπεράσπιση της εκκλησιαστικής αλήθειας
Ο Φώτης Κόντογλου, με τη γνωστή αυστηρότητα και πνευματική του ευαισθησία, δεν προσεγγίζει το τροπάριο της Κασσιανής μόνο ως λογοτεχνικό ή μουσικό γεγονός. Το προσεγγίζει ως κριτήριο πίστης, ήθους και αισθητικής. Η αγωνία του δεν είναι απλώς φιλολογική ούτε νοσταλγική. Είναι εκκλησιαστική. Βλέπει ότι ο τρόπος με τον οποίο ψάλλεται το τροπάριο φανερώνει και τον τρόπο με τον οποίο μια εποχή σχετίζεται με την παράδοση: με σεβασμό ή με επιτήδευση, με κατάνυξη ή με θεατρική αυταρέσκεια.
📜 Τι γράφει ο Φώτης Κόντογλου για Το Τροπάρι της Κασσιανής
Από ένα από τα πρώτα άρθρα του
εικόνα φιλοτεχνημένη από τον Φώτη Κόντογλου
Το τροπάρι της Κασσιανής είναι πολύ αγαπημένο από τον Ορθόδοξο λαό μας· πάνε να το ακούσουνε και άνθρωποι που δεν πηγαίνουνε στην εκκλησία. Σε τούτο συντελεί η έμπνευση με την οποία είναι γραμμένο και το πάθος της αμαρτωλής που μετανιώνει, καθώς και η ιστορία της Κασσιανής που το συνέθεσε. Αλλά προπάντων κατά την ιδέα μου, συγκινούσε τον κόσμο η μουσική του, πού ΄ναι αργή και μεγαλοπρεπής· γιατί οι δάσκαλοι της εκκλησιαστικής μουσικής μας το τονίσανε με ξεχωριστή αγάπη και φροντίδα.
Πλην αυτό μπορεί να το πει κανένας για τα περασμένα χρόνια· τώρα, δεν μπορώ να καταλάβω τι ακούνε στις περισσότερες εκκλησίες που το ψέλνουνε, ή καλύτερα το τραγουδούνε με κάποιον τρόπο αυτοσχέδιο, με μια μουσική τάχα ευρωπαϊκή, που τη φτιάνουνε άνθρωποι χωρίς χριστιανική κατάνυξη και χωρίς κανένα μουσικό αίσθημα, αλλά με κείνη τη νεκρή και ψεύτικη αντίληψη της μουσικής, που θαρρούνε πως είναι η μουσική που ταιριάζει στην εποχή μας.
Πρώτα πρώτα άλλο είναι ψαλμωδία κι άλλο είναι το τραγούδισμα. Ούτε αυτό δεν έχουνε καταλάβει αυτοί οι μαέστροι, που έχουνε σε όλα για ιδεώδες τους τη σκάλα του Μιλάνου. Σ’ αυτό πρέπει να είμαστε περήφανοι για την προκομμένη τη φυλή μας. Γιατί, όπως γίνεται σε όλα, ξεπεράσαμε τους Ευρωπαίους. Επειδή σ’ αυτούς είναι διαφορετική η κοσμική μουσική από τη θρησκευτική, ενώ σ’ εμάς πάει να γίνει η μουσική της εκκλησίας πιο κοσμική κι από την όπερα και από την οπερέτα μάλιστα. Να μη βασκαθούμε!
Αυτά τα σιχαμερά κι ανάλατα κατασκευάσματα που παρουσιάζουνε κάθε τόσο στην εκκλησία ο ένας κι ο άλλος νεραϊδοπαρμένος, έχουνε παραμορφώσει ολότελα τον σεμνό και βαθύν χαρακτήρα της εκκλησίας μας, τόσο που να απελπίζεται όποιος έχει μέσα του ακόμη γνήσια ελληνικά αισθήματα. Γιατί η εκκλησιαστική μουσική μας, καθώς και η εικονογραφία και η υμνωδία, δείχνουνε τις βαθιές ρίζες της φυλής μας.
Εμείς όμως κάνουμε το παν για να τις καταστρέψουμε, κι η αναισθησία με την οποία το κάνουμε δείχνε μεγάλον πνευματικό ξεπεσμό. Κάθε φυλή είναι ένα φαινόμενο πνευματικό κι όχι ένα κοπάδι που συνεπαίρνεται από το κάθε ρεύμα, σαν καράβι χωρίς τιμόνι. Εμείς όμως τυρβάζουμε περί τα πολλά κι αφήνουμε τα τιμιώτατα στο κέφι του κάθε ανόητου. Και καυχιόμαστε θεατρικά για τη φυλή μας, ε λόγια που ‘ναι κούφια από κάθε αληθινή έννοια ενώ την αφήνουμε να γίνει ένας χαμαιλέοντας και μάλιστα τη βοηθούμε να τελειοποιηθεί στο φραγκολεβαντινισμό και σε κάθε πνευματικόν εκφυλισμό.
Έτσι λοιπόν και το τροπάρι της Κασσιανής, σε πολλές εκκλησιές ελληνικές ψέλνεται αγνώριστο, «μονδέρνο». Ο κάθε «νεωτεριστής» ψάλτης ντύνει την καημένη την Κασσιανή με ό,τι ρούχα του κατέβει στο κεφάλι· άλλος τη μασκαρεύει σα τραγουδίστρια της οπερέτας, άλλος σαν αισθηματολογική κυρία της πιο μπουνταλάδικης ρομαντικής αναλατοσύνης κι οι πιο πολλοί σαν μοντέρνα θεατρίνα: «Η καλλιτεχνία κύριε έχει πέραση σήμερις! Ο κόσμος ζητά κατιτίς το μονδέρνο στην εκκλησία. Περάσανε εκείνα τα κομπογιαννίτικα»!
Καμαρώσετε λοιπόν Έλληνες τον πνευματικόν εκπρόσωπό σας. Ό,τι εξαίσιο έργο έκανε η Ελλάδα στα περασμένα είναι «κομπογιαννίτικο». Όλος ο πόνος και τα δάκρυα που μεταλλαχτήκανε από τούτη τη βασανισμένη φυλή σε διαμάντια αθάνατα, τα σεβάσμια εικονίσματα, που κλαίγανε κείνοι που τα κάνανε και βάζανε μέσα πόνο και αίμα, που τους δίνει «πνεύμα ζωής», είναι για τον σαρακοστιανόν αυτόν ανθρωπάκο «κομπογιαννίτικα».
Το ίδιο είναι για δαύτον τα τραγούδια του λαού κι η εξαίσια ψαλμωδία που έντυσε με το φυσικό τους ντύσιμο τα τροπάρια, που ‘ναι γραμμένα από ανθρώπους με μεγάλο πνευματικό κάλλος. Όλα αυτά για τούτον τον αρλεκίνο της σήμερον είναι «κομπογιαννίτικα». Κι όλα αυτά τα κάνει από φόβο, μην τον πούνε βλάχο κα καθυστερημένον. Τα πάντα γίνουνται ολοκαύτωμα στο βωμό της βλακείας και της ψωροπερηφάνειας. Αλλά ας σταθώ εδώ, επειδή μπορεί να πω κι άλλα, χειρότερα. Όποτε συλλογιστώ τούτη την ξεπεσούρα μας, πονώ, πολύ πονώ!
Η Κασσιανή φαίνεται πως μελοποιούσε η ίδια τα υμνολογήματά της κατά την τότε συνήθεια. Έγραψε και πολλά άλλα, κυρίως «Κανόνας», όπως λέγουνται οι Καταβασιές.
Από δαύτους ο πιο ωραίος είναι ο Κανόνας που ψέλνεται το Μεγάλο Σάββατο, το «Κύματι Θαλάσσης» και που ευωδιάζει από αγνότητα παρθενική κι από κάποια πνοή αθανασίας:
«Ἔκστηθι φρίττων οὐρανέ, καὶ σαλευθήτωσαν τὰ θεμέλια τῆς γῆς· ἰδοὺ γὰρ ἐν νεκροῖς λογίζεται, ὁ ἐν ὑψίστοις οἰκῶν, καὶ τάφῳ σμικρῷ ξενοδοχεῖται· ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε, λαὸς ὑπερυψοῦτε, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.»!
🌗 Παράδοση ή αισθητικός εκφυλισμός;
Η κριτική του Κόντογλου δεν στρέφεται απλώς εναντίον ενός διαφορετικού μουσικού ύφους. Στρέφεται εναντίον μιας βαθύτερης αλλοίωσης: της μετατροπής της εκκλησιαστικής τέχνης από τόπο προσευχής σε τόπο εντυπωσιασμού. Γι’ αυτό και τα λόγια του παραμένουν μέχρι σήμερα τόσο ζωντανά. Δεν υπερασπίζονται ένα παρελθόν από συνήθεια, αλλά ένα πνευματικό μέτρο.
Το ερώτημα που θέτει εμμέσως ο Κόντογλου ξεπερνά το συγκεκριμένο τροπάριο. Αγγίζει ολόκληρη τη σχέση μας με την ορθόδοξη παράδοση. Για εκείνον, η παράδοση δεν είναι εξωτερικό σχήμα ούτε εθνικό στολίδι, αλλά τρόπος ζωής και αλήθειας. Όταν η ψαλμωδία χάνει τον σεμνό και εσωτερικό της χαρακτήρα και γίνεται επίδειξη, τότε δεν χάνεται μόνο η αισθητική ισορροπία· χάνεται και το εκκλησιαστικό ήθος. Η τέχνη της Εκκλησίας δεν έχει σκοπό να θαμπώνει, αλλά να θεραπεύει.
🟤 Η Κασσιανή ή Κασσία ή Ικασία, ο Θεόφιλος και η πνευματική ελευθερία - Φώτη Κόντογλου
πηγή από το αρχείο του Φώτη Κόντογλου » εδώ
Η Κασσιανή ή Κασσία ή Ικασία, έζησε στα χρόνια που βασίλευε στην Πόλη ο Θεόφιλος, από τα 829 έως 842 μ.Χ. Βαστούσε από αρχοντικό σπίτι, και γι' αυτό ήτανε ανάμεσα στις πιο όμορφες και στις πιο σπουδασμένες παρθένες, που μαζευτήκανε στο παλάτι, για να διαλέξη ο βασιλιάς την καλύτερη για γυναίκα του. Αλλά έχασε την κορώνα από την εξυπνάδα της, γιατί περνώντας ο βασιλιάς από μπροστά της, τον σταμάτησε ή εμορφιά της κι η σεμνότητά της. Και για να χαριεντισθή μαζί της, της είπε «Από τη γυναίκα πηγάσανε τα κακά», θέλοντας να πη πως η Εύα έφερε την κατάρα στους ανθρώπους. Κι η Κασσιανή του αποκρίθηκε «Αλλά κι από τη γυναίκα πηγάσανε τα καλύτερα» θέλοντας να πη πως η Παναγία έφερε στον κόσμο τη σωτηρία. Τότε ο Θεόφιλος, κρίνοντας πως ήτανε πολύ έξυπνη για να την πάρη γυναίκα, έδωσε το μήλο στη Θεοδώρα, και τη στεφανώθηκε.
ΔΕΙΤΕ επίσης: Οσία Κασσιανή - Η Βυζαντινή Παρεξηγημένη Αρχόντισσα Υμνογράφος και Μουσικός - το Αριστουργηματικό Τροπάριό της
Η Κασσιανή φόρεσε το ράσο, κι έχτισε ένα μοναστήρι, που σωζότανε μέχρι τα τελευταία χρόνια του βυζαντινού κράτους και λεγόταν Ικάσιον και κει πέρασε τη ζωή της, με νηστεία και με μεγάλη ευλάβεια. Το αγαπημένο έργο της ήτανε το διάβασμα και το γράψιμο. Ανάμεσα στα τροπάρια που έγραψε, το τροπάρι της αμαρτωλής γυναίκας είναι το πασίγνωστο, που το είπανε «της Κασσιανής το τροπάρι», και το ψέλνουνε τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ. Στα καλά χρόνια μαζευόντανε κοντά στον ψάλτη βοηθοί και κανονάρχοι και το ψέλνανε με μεγάλη κατάνυξη· ο κόσμος έκλαιγε, πολλές φορές κλαίγανε κι οι ψαλτάδες. Τώρα πού τέτοια πράγματα! Πώς να κλάψης ακούγοντας έναν ψάλτη νερόβραστον, άνοστο θεατρίνο δίχως καρδιά;
«Εκ γυναικός τα χείρω / αλλά και εκ γυναικός τα κρείττω»
Λοιπόν το τροπάρι της Κασσιανής λέγει: Από τα απόστιχα ιδιόμελα του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης.
Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή,
τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν,
ὀδυρομένη, μύρα σοι, πρὸ τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει.
Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας,
ζοφώδης τε καὶ ἀσέληνος ἔρως τῆς ἁμαρτίας.
Δέξαι μου τὰς πηγὰς τῶν δακρύων,
ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τὸ ὕδωρ·
κάμφθητί μοι πρὸς τοὺς στεναγμοὺς τῆς καρδίας,
ὁ κλίνας τοὺς οὐρανοὺς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει.
Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας,
ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις·
ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν,
κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη.
Ἁμαρτιῶν μου τὰ πλήθη καὶ κριμάτων σου ἀβύσσους
τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου;
Μή με τὴν σὴν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τὸ ἔλεος.
Μεταγραφή Φώτη Κόντογλου:
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα,
γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου,
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου,
εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.
ΔΕΙΤΕ επίσης: Το Τροπάριο της Οσίας Κασσιανής - Η επανάσταση μιας γυναίκας στη βυζαντινή κοινωνία: μια υπαρξιακή ανάγνωση
🟫 ΑΝΑΛΥΣΗΛένε οι ιστορικοί για τη φράση «Αυτά τα ποδάρια» κ.λπ. που είναι στη μέση του τροπαριού, πως είναι γραμμένη από το Θεόφιλο. Γιατί ο βασιλιάς θέλησε ύστερα από χρόνια να κάνη περιοδεία στα μοναστήρια. Και σαν πήγε στο μοναστήρι της Κασσιανής, ζήτησε να τον πάνε στο κελλί της. Και σαν άκουσε τα πατήματά του αυτό το θρηνητικό αηδόνι, έφυγε τρομαγμένο και κρύφτηκε στο προσευχητάριό της. Κι ο Θεόφιλος, μπαίνοντας στο κελλί, είδε απάνω στο αναλόγιο που έγραφε η Κασσιανή ένα χαρτί με το τροπάρι τούτο μισογραμμένο, γιατί κείνη την ώρα τόγραφε. Και διαβάζοντάς το ο βασιλιάς, συγκινήθηκε, και πήρε το φτερό κι έγραψε: «Αυτά τα ποδάρια άκουσε η Εύα να περπατάνε κατά το δειλινό, κι από το φόβο της κρύφθηκε», υπονοώντας πως η Κασσιανή άκουσε το περπάτημά του και κρύφθηκε τρομαγμένη... Τι εξαίσια συγκίνηση που μας δίνει η αγιοσύνη!
Η Κασσιανή φαίνεται πως μελοποιούσε η ίδια τα υμνολογήματά της, κατά την τότε συνήθεια. Έγραψε και πολλά άλλα, κυρίως «Κανόνας», όπως λέγονται οι Καταβασίες. Από δαύτους ο πιο ωραίος είναι ο Κανόνας που ψέλνεται το Μεγάλο Σάββατο, το «Κύματι θαλάσσης» και που ευωδιάζει από αγνότητα παρθενική κι από κάποια πνοή αθανασίας:
«Εκστηθι φρίττων ουρανέ, και σαλευθήτωσαν τα θεμέλια της γης· ιδού γαρ εν νεκροίς λογίζεται ο εν υψίστοις οικών, και τάφω σμικρώ ξενοδοκείται· ον παίδες ευλογείτε, ιερείς ανυμνείτε, λαός υπερυψούτε εις πάντας τους αιώνας».
Έγραψε και τα κατανυκτικά δοξαστικά, που ψέλνουνε στον εσπερινό των Χριστουγέννων και στο Γενέσιον του Προδρόμου, καθώς και τα στιχηρά στους μάρτυρες Σαμωνά, Αβιβον, Ευστράτιον και Αυξέντιον».
Την ώρα που έγραφα για την Κασσιανή, μου φέρανε ένα γράμμα από μιαν ευσεβέστατη ψυχή, μια καλογρηά που αφιέρωσε κι αυτή τη νεότητά της στον ουράνιο Νυμφίο. Το διάβασα με δακρυσμένα μάτια. Όπως παράτησε η Κασσιανή το χειρόγραφό της μισοτελειωμένο, παράτησα κι εγώ το δικό μου και διάβαζα με κατάνυξη τα γραφόμενα της καινούργιας Κασσιανής. Και τα δάκρυα που ανεβήκαμε στα μάτια μου, γράφοντας για την αρχαία Κασσιανή, σμίξανε με της τωρινής, που αποτραβήχτηκε από τον αδιαφόρετο τον κόσμο, αηδιασμένη από την άγρια κι άσκοπη ταραχή του, και «τω φόβω εκρύβη» σ΄ένα μοναστήρι απάνω στ’ αγιασμένο βουνό του Ταΰγετου, μαζί με τις άλλες φρόνιμες παρθένες, σαν τα ζαρκάδια πούνε κυνηγημένα από κυνηγόν αιμοβόρο. Και τα δάκρυα πληθύνανε και στάζανε απάνω στ’ αγιασμένα γράμματα, που δεν τάχε γραμμένα κανένας συγγραφέας διαβόητος, παρά που τα γράψε ένα άσαρκο χέρι που θρέφεται από τον «ουράνιον άρτον».
Γιατί το λοιπόν δε μπορεί να με κάνει να δακρύσω κανένας από κείνους που κατέχουνε την ψεύτικη μαστοριά που κατέχω κι εγώ και που γνωρίζω τα μαγικά τεχνάσματά της, αλλά με κάνουνε να κλαίγω τούτα τα ταπεινά και άτεχνα λόγια; Γιατί κάτω από δαύτα αντιφεγγίζει το ανέσπερο φως που ανατέλλει μέσα σε λιγοστές ψυχές, κι ας είναι κι οι πιο απλές κι οι πιο καταφρονεμένες. Ίσια ίσια, όσο πιο καταφρονεμένες είναι, τόσο περισσότερο καταυγάζουνται από τούτο το μυστικό φως: «Και γαρ εν όψει ανθρώπων εάν κολασθώσιν, η ελπίς αυτών αθανασίας πλήρης».
Μακάριος αυτός ο κόσμος που ζει στα κρυφά και που ούτε αυτός γνωρίζει τίποτα από την αμαρτωλή δραστηριότητα των ανθρώπων, ούτε οι άνθρωποι γνωρίζουνε τίποτα από τη μυστική αυτή λαμπαδηφορία. Κι αυτά τα απόπαιδα του κόσμου «ούτε βοτάνη, ούτε μάλαγμα εθεράπευσεν αυτά, αλλά ο σος, Κύριε, λόγος, ο πάντα ιώμενος». Ενώ σε μας τους άλλους «επιτέταται βαρεία νυξ, εικών του μέλλοντος ημάς διαδέχεσθαι σκότους, εαυτοίς δε εσμέν βαρύτεροι σκότους.»
Συγκερασμός του χρωστήρα του κυρ Φώτη (Κόντογλου) της ποίησης του τροπαρίου της Κασσιανής ντυμένο με την εκκλησιαστική μελωδία είναι ό,τι δημιουργείται μέσα μας, παρατηρώντας την εικόνα, σε απόλυτη συνάφεια με το συναίσθημα των Αγίων αυτών ημερών.
🟣 Ο Φώτης Κόντογλου, γεννημένος με το επώνυμο Αποστολέλης, ήταν Έλληνας Μικρασιάτης λογοτέχνης και ζωγράφος. Αναζήτησε την «ελληνικότητα», δηλαδή μία αυθεντική έκφραση, επιστρέφοντας στην ελληνική παράδοση, τόσο στο λογοτεχνικό όσο και στο ζωγραφικό του έργο.... Διαβάστε Περισσότερα »
🔴 Η κριτική του Κόντογλου δεν είναι νοσταλγία, αλλά πνευματικό κριτήριο
Ο Κόντογλου δεν αντιδρά από συντηρητική ιδιοτροπία ούτε από αισθητικό πείσμα. Η ενόχλησή του απέναντι στη «μονδέρνα» εκτέλεση του τροπαρίου δεν είναι μια απλή προτίμηση ύφους, αλλά έκφραση βαθύτερης θεολογικής συνείδησης. Για εκείνον, η εκκλησιαστική τέχνη δεν είναι χώρος επίδειξης, αλλά τόπος ασκήσεως και μεταμόρφωσης. Όταν η ψαλμωδία χάνει την κατάνυξή της και μετατρέπεται σε θεατρικό άκουσμα, τότε δεν αλλοιώνεται μόνο το μουσικό ύφος αλλά και το εκκλησιαστικό ήθος. Η παράδοση, επομένως, δεν είναι ένα μουσειακό κατάλοιπο, αλλά τρόπος αλήθειας.
Η κατάνυξη απέναντι στο θέαμα
Ο Φώτης Κόντογλου είδε στο τροπάριο της Κασσιανής κάτι πολύ περισσότερο από ένα αγαπημένο άκουσμα της Μεγάλης Εβδομάδας. Είδε έναν καθρέφτη της πνευματικής μας ποιότητας. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο ψάλλουμε, ακούμε και προσεγγίζουμε ένα τέτοιο κείμενο αποκαλύπτει τελικά και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι στην παράδοση, στην ομορφιά και στο μυστήριο της πίστης. Και ίσως γι’ αυτό η φωνή του Κόντογλου παραμένει ακόμη επίκαιρη: επειδή μας θυμίζει ότι η αληθινή τέχνη της Εκκλησίας δεν ζητά εντύπωση, αλλά αλήθεια, ούτε θεατρικότητα, αλλά κατάνυξη.
✍🏻 Σοφία Ντρέκου
Βιβλιογραφία
● Από ένα από τα πρώτα άρθρα του Φώτη Κόντογλου στην ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ 28/4/1948, που έγραφε μια σειρά κυριακάτικων άρθρων για το Πάσχα στην εφημερίδα «Ελευθερία» (έως το 1963) και τα οποία κυκλοφορούν με τίτλο «Χριστός Ανέστη» από τις εκδόσεις «Αρμός».
● Επιμέλεια Σχολιασμοί: Σοφία Ντρέκου
Σημείωση ανανέωσης:
Το άρθρο ανανεώθηκε (από FaceBook: Σ. Ντρέκου 30 Απρ 2013) και εμπλουτίστηκε με ερμηνευτικά στοιχεία για το κείμενο του Φώτη Κόντογλου.
● Επιμέλεια Σχολιασμοί: Σοφία Ντρέκου
Σημείωση ανανέωσης:
Το άρθρο ανανεώθηκε (από FaceBook: Σ. Ντρέκου 30 Απρ 2013) και εμπλουτίστηκε με ερμηνευτικά στοιχεία για το κείμενο του Φώτη Κόντογλου.
Περισσότερα: Φώτη Κόντογλου, Μεγάλη Τρίτη, Κασσιανή
📖 Διαβάστε Σχετικά Θέματα:
● Μεγάλη Τρίτη: Μια δημοσία εξομολόγηση όπως στην πρωτοχριστιανική εποχή
● Μεγάλη Τρίτη η Παραβολή των Δέκα Παρθένων και των Ταλάντων 📖 Ευαγγέλιο, απόδοση και νόημα των Παραβολών
● Οι λυγμοί της Πόρνης και του πατέρα τα δάκρυα στην απεγνωσμένη δια τον βίον
● Η δημόσια εξομολόγηση είναι Θεολογία: Μια Μεγάλη Τρίτη έχασα ό,τι αγάπησα | Χαμένο Χτες - Μη μου λες αντίο (Αναστασία Καλλιοντζή)
● Στην καρδιά ενός μαθητή μπορεί να κρύβεται ένας προδότης και στην καρδιά μιας πόρνης μια αγνή αγία
● Βόλτα με το Κόκκινο Ματωμένο Φεγγάρι μια Μεγάλη Τρίτη
Εισαγωγή για διάλογο με Αναγνώστες και Αναγνώστριες
Τη Μεγάλη Τρίτη το βράδυ ψάλλεται στις εκκλησίες ένα από τα πιο συγκλονιστικά τροπάρια της ορθόδοξης παράδοσης: το τροπάριο της Οσίας Κασσιανής. Πολλοί το ακούμε κάθε χρόνο, αλλά λίγοι γνωρίζουμε το βαθύ θεολογικό και πνευματικό του νόημα. Ο μεγάλος λογοτέχνης και αγιογράφος Φώτης Κόντογλου έγραψε ένα συγκλονιστικό κείμενο για το τροπάριο αυτό και μίλησε με αυστηρότητα για την αλλοίωση της εκκλησιαστικής μουσικής και της παράδοσης.
Με αφορμή το κείμενό του, επιχειρώ μια νέα ανάγνωση: ποιο είναι το αληθινό πνεύμα του τροπαρίου της Κασσιανής και τι μας λέει σήμερα για την πίστη, την αισθητική και την πνευματική μας στάση.
Ερωτήσεις διαλόγου για σχόλια
1️. Πώς βιώνετε εσείς το τροπάριο της Κασσιανής;
Σας συγκινεί περισσότερο η ποίηση του ή η μελωδία του;
2️. Πιστεύετε ότι σήμερα έχει αλλοιωθεί ο τρόπος που ψάλλεται η βυζαντινή μουσική;
3️. Το τροπάριο της Κασσιανής είναι για εσάς απλώς ένα όμορφο άκουσμα της Μεγάλης Εβδομάδας ή ένα βαθύτερο πνευματικό μήνυμα;
Περιμένω με ενδιαφέρον τις σκέψεις σας.
Σχόλια Ερωτήσεις Αναγνωστών και Αναγνωστριών
● Σχόλιο Van Gel Span: Είναι γνωστό ότι η Κασσιανή δεν είναι «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή», γιατί όμως το αγνοούν οι πολλοί και μάλιστα, μεταξύ των και πολλοί σχετιζόμενοι με εκκλησία και υμνολογία; Όντως ξεκινά το μακρόν τροπάριο της σε γ' πρόσωπο για την γυνή αυτή και ρήμα 1ης πρότασης «κομίζει».
Αυτό όμως συμβαίνει σε λιγότερο από 20% του τροπαρίου. Ήδη στη 2η πρόταση έχουμε μια ήπια μετάβαση από το γ' πρόσωπο της 1ης σε έμεσο α' πρόσωπο ως εξής: «οίμοι, λέγουσα, ότι νυξ ΜΟΙ υπάρχει...», δηλ. με εισαγωγή ευθέως λόγου, αντί αναμενόμενου πλαγίου αφηγήσεως σε γ' πρόσωπο.
Συνεχίζει σε όλο το υπόλοιπο σε α' πρόσωπο (π.χ. 3η πρόταση: «δέξαι μου») έως τέλους για το υπόλοιπο 80%, κάτι λογοτεχνικά ασυνήθιστο με ένα «λέγουσα» που προαναφέρθηκε. Άρα έχουμε υψηλή ταύτιση της υμνωδού.
Έτερο ασυνήθιστο: ενώ αναφέρεται στην αμαρτωλή «μυροφόρο» που 2 ημερών προ Πάσχα έχυσε μύρο στην κεφαλή του Ιησού σε γεύμα στην οικία Σίμωνος λεπρού στη Βηθανία όπως περιγράφεται από Ευαγγελιστές Μάρκο και Ματθαίο αναφέρει: «καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις» πράξη ωστόσο της Μαρίας, αδερφής του αναστηθέντος Λαζάρου και προς ευγνωμοσύνη προς την ανάσταση του, 6 ημερών προ του Πάσχα, πάλι στη Βηθανία στην οικία Λαζάρου κατά το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο.
Βέβαια υπάρχουν υποστηρικτές ότι η αλείψασα μύρον εν Βηθανία είναι μια σε όλους τους ευαγγελιστές, παραβλέποντας την αντίθεση αφηγήσεων στις ημέρες προ Πάσχα την οικία (το γεφυρώνουν μάλιστα με την υπόθεση ότι ο Σίμων είναι πατέρας των Λαζάρου, Μαρίας, Μάρθας), όμως δεν θεραπεύει το γεγονός ότι η Μαρία ήτις εξελέξατο την αγαθήν μερίδα, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ' αυτής, κατά τα λόγια Ιησού προς Μάρθα που μεριμνά και τυρβάζη περί πολλά μπορεί να ταυτιστεί με την πόρνη των Μάρκου, Ματθαίου.
Κατά την άποψη μου η Κασσιανή υμνωδός υποσυνείδητα και με την φράση της: «έρως της αμαρτίας» μιλά για την δική της αμαρτία που δεν είναι η πορνεία μα ο έρως της προς τον αυτοκτάτορα Θεόφιλο που ποτέ δεν έσβησε και τον απώλεσε με την έξυπνη και εύστοχη απάντηση της προς αυτόν, η οποία τον έστρεψε προς την Θεοδώρα (θαυμαστό ωστόσο πως οικονομεί ο Θεός, με την επιλογή αυτή του εικονομάχου Θεοφίλου, η Θεοδώρα έληξε επιτυχώς την άνω του αιώνος έριδα της εικονομαχίας!).
Η παράδοση θέλει κατά την συγγραφή του ύμνου από Κασσιανή, όταν μετά από πιέσεις του αυτοκράτορα Θεόφιλου στην ηγουμένη αυτή έμπασε αυτόν στον χώρο του αναλογίου συγγραφής και στο γραπτό της έγραφε: «ων εν τω Παραδείσω Εύα» όταν κρύφτηκε, για να συμπληρώσει ο ίδιος ο Θεόφιλος: «...το δειλινόν, κρότον τοις ωσίν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη».
Όταν δε ο Θεόφιλος απομακρύνθηκε άπρακτος (υπήρχε μάλλον και σε αυτόν σπίθα έρωτος, παρότι η σύζυγος Θεοδώρα τον απάλλαξε αργότερα από την μήνιν και τον αφορισμό των εικολατρών κατά εικονομάχων που αναγιγνώσκεται την Κυριακή Ορθοδοξίας ακόμη και σήμερα, όποτε αναγιγνώσκεται πλήρης!), η Κασσιανή ολοκλήρωσε με τις 2 τελευταίες προτάσεις.
● Απάντηση Sophia Drekou: Van Gel Span ευχαριστώ πολύ για την ενδιαφέρουσα παρατήρηση. Πράγματι η υμνογραφία συχνά χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική ταύτιση της υμνογράφου με το πρόσωπο της ευαγγελικής αφήγησης. Ωστόσο η ταύτιση της Κασσιανής με την αμαρτωλή γυναίκα ή η ερμηνεία του τροπαρίου ως προσωπικής εξομολόγησης παραμένει περισσότερο λογοτεχνική υπόθεση παρά ιστορικά τεκμηριωμένη άποψη.
Ας το δούμε πιο αναλυτικά.
Το σχόλιο σου Van Gel είναι πράγματι ενδιαφέρον σε τρία επίπεδα:
• Η Κασσιανή δεν είναι η αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου.
1. Αυτό είναι απολύτως αποδεκτό στην πατερική και λειτουργική παράδοση.
2. Η Κασσιανή είναι η υμνογράφος, όχι το πρόσωπο της ευαγγελικής αφήγησης.
Επίσης σωστή είναι η παρατήρηση ότι:
• το τροπάριο ξεκινά σε γ΄ πρόσωπο και μετά μεταβαίνει σε α΄ πρόσωπο.
«ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…» (γ΄ πρόσωπο)
«οἴμοι!» «δέξαι μου…» (α΄ πρόσωπο)
Αυτό όντως είναι λογοτεχνική τεχνική ταύτιση. Η υμνογράφος μπαίνει μέσα στην ψυχή της γυναίκας. Αυτό είναι κοινό φαινόμενο στην υμνογραφία.
• Σωστή αλλά συζητήσιμη παρατήρηση: Γράφεις ότι στο τροπάριο υπάρχουν στοιχεία από διαφορετικές ευαγγελικές αφηγήσεις. Πράγματι: Στα Ευαγγέλια υπάρχουν τρεις διαφορετικές αφηγήσεις με μύρο:
1. η αμαρτωλή γυναίκα (Λουκάς)
2. η Μαρία αδελφή του Λαζάρου (Ιωάννης)
3. η γυναίκα στη Βηθανία (Μάρκος - Ματθαίος)
Η υμνογραφία συχνά συνθέτει τα στοιχεία αυτά σε ένα πρόσωπο. Αυτό το κάνουν και άλλοι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας, δεν είναι κάτι νέο.
• Το σημείο όπου αρχίζει η προσωπική σου θεωρία είναι εδώ:
«η Κασσιανή υποσυνείδητα μιλά για τον έρωτά της προς τον Θεόφιλο»
Αυτό:
• δεν είναι ιστορικά τεκμηριωμένο
• είναι καθαρά λογοτεχνική υπόθεση
Δεν υπάρχει καμία πηγή που να λέει ότι το τροπάριο είναι προσωπική εξομολόγηση της Κασσιανής. Η ιστορία με τον Θεόφιλο είναι παράδοση βυζαντινών βίων, όχι ιστορική βεβαιότητα. Και πολλοί βυζαντινολόγοι τη θεωρούν αργότερο θρύλο. 7 Απρ 2026
...και πάλι ευχαριστώ για τον διάλογο.
● Ερώτηση Van Gel Span: Σοφία έχεις υπόψη σου, η παράδοση ότι ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συμπλήρωσε έναν στίχο του τροπαρίου, όταν η Κασσιανή κρύφτηκε στην επίσκεψη του στο μοναστήρι της με την συνοδεία του, από ποιά πηγή προέρχεται; (την θυμάμαι αποτυπωμένη και στα κλασσικά εικονογραφημένα του Πεχλιβανίδη).
● Απάντηση Sophia Drekou: Van, ναι, την έχω υπόψη μου αυτή την παράδοση. Πρόκειται για μεταγενέστερη βυζαντινή διήγηση, που διασώζεται κυρίως μέσα από αγιολογικές και λαϊκές αφηγήσεις, χωρίς να τεκμηριώνεται από σύγχρονες της Κασσιανής ιστορικές πηγές.
Η ιστορία ότι ο Θεόφιλος συμπλήρωσε τον στίχο «…τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη» εμφανίζεται σε μεταγενέστερες βιογραφικές παραδόσεις της Οσίας και λειτουργεί περισσότερο ως ποιητικό και συμβολικό μοτίβο παρά ως ιστορικό γεγονός.
Από φιλολογικής πλευράς, πολλοί μελετητές θεωρούν ότι το τροπάριο αποτελεί ενιαία ποιητική σύνθεση, με εσωτερική συνοχή και ύφος που δύσκολα θα επέτρεπε τέτοια «παρεμβολή». Παρ’ όλα αυτά, η παράδοση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία ως έκφραση της σχέσης που θέλησε να αποδώσει η συλλογική μνήμη ανάμεσα στην Κασσιανή και τον Θεόφιλο.
Τα εικονογραφημένα του Πεχλιβανίδη πράγματι διέδωσαν πολύ αυτή την εκδοχή στη νεότερη συνείδηση... και ίσως γι’ αυτό την έχουμε όλοι τόσο έντονα στη μνήμη μας.
Πολύ ωραία η επισήμανσή σου, ευχαριστώ...
Keywords (λέξεις-κλειδιά) : Τροπάριο Κασσιανής, Οσία Κασσιανή, Φώτης Κόντογλου, Μεγάλη Τρίτη, Βυζαντινή υμνογραφία, εκκλησιαστική μουσική, ορθόδοξη παράδοση, Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις, Μεγάλη Εβδομάδα
Το σχόλιο σου Van Gel είναι πράγματι ενδιαφέρον σε τρία επίπεδα:
• Η Κασσιανή δεν είναι η αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου.
1. Αυτό είναι απολύτως αποδεκτό στην πατερική και λειτουργική παράδοση.
2. Η Κασσιανή είναι η υμνογράφος, όχι το πρόσωπο της ευαγγελικής αφήγησης.
Επίσης σωστή είναι η παρατήρηση ότι:
• το τροπάριο ξεκινά σε γ΄ πρόσωπο και μετά μεταβαίνει σε α΄ πρόσωπο.
«ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…» (γ΄ πρόσωπο)
«οἴμοι!» «δέξαι μου…» (α΄ πρόσωπο)
Αυτό όντως είναι λογοτεχνική τεχνική ταύτιση. Η υμνογράφος μπαίνει μέσα στην ψυχή της γυναίκας. Αυτό είναι κοινό φαινόμενο στην υμνογραφία.
• Σωστή αλλά συζητήσιμη παρατήρηση: Γράφεις ότι στο τροπάριο υπάρχουν στοιχεία από διαφορετικές ευαγγελικές αφηγήσεις. Πράγματι: Στα Ευαγγέλια υπάρχουν τρεις διαφορετικές αφηγήσεις με μύρο:
1. η αμαρτωλή γυναίκα (Λουκάς)
2. η Μαρία αδελφή του Λαζάρου (Ιωάννης)
3. η γυναίκα στη Βηθανία (Μάρκος - Ματθαίος)
Η υμνογραφία συχνά συνθέτει τα στοιχεία αυτά σε ένα πρόσωπο. Αυτό το κάνουν και άλλοι ύμνοι της Μεγάλης Εβδομάδας, δεν είναι κάτι νέο.
• Το σημείο όπου αρχίζει η προσωπική σου θεωρία είναι εδώ:
«η Κασσιανή υποσυνείδητα μιλά για τον έρωτά της προς τον Θεόφιλο»
Αυτό:
• δεν είναι ιστορικά τεκμηριωμένο
• είναι καθαρά λογοτεχνική υπόθεση
Δεν υπάρχει καμία πηγή που να λέει ότι το τροπάριο είναι προσωπική εξομολόγηση της Κασσιανής. Η ιστορία με τον Θεόφιλο είναι παράδοση βυζαντινών βίων, όχι ιστορική βεβαιότητα. Και πολλοί βυζαντινολόγοι τη θεωρούν αργότερο θρύλο. 7 Απρ 2026
...και πάλι ευχαριστώ για τον διάλογο.
● Ερώτηση Van Gel Span: Σοφία έχεις υπόψη σου, η παράδοση ότι ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, συμπλήρωσε έναν στίχο του τροπαρίου, όταν η Κασσιανή κρύφτηκε στην επίσκεψη του στο μοναστήρι της με την συνοδεία του, από ποιά πηγή προέρχεται; (την θυμάμαι αποτυπωμένη και στα κλασσικά εικονογραφημένα του Πεχλιβανίδη).
● Απάντηση Sophia Drekou: Van, ναι, την έχω υπόψη μου αυτή την παράδοση. Πρόκειται για μεταγενέστερη βυζαντινή διήγηση, που διασώζεται κυρίως μέσα από αγιολογικές και λαϊκές αφηγήσεις, χωρίς να τεκμηριώνεται από σύγχρονες της Κασσιανής ιστορικές πηγές.
Η ιστορία ότι ο Θεόφιλος συμπλήρωσε τον στίχο «…τὸ δειλινόν, κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη» εμφανίζεται σε μεταγενέστερες βιογραφικές παραδόσεις της Οσίας και λειτουργεί περισσότερο ως ποιητικό και συμβολικό μοτίβο παρά ως ιστορικό γεγονός.
Από φιλολογικής πλευράς, πολλοί μελετητές θεωρούν ότι το τροπάριο αποτελεί ενιαία ποιητική σύνθεση, με εσωτερική συνοχή και ύφος που δύσκολα θα επέτρεπε τέτοια «παρεμβολή». Παρ’ όλα αυτά, η παράδοση αυτή έχει ιδιαίτερη αξία ως έκφραση της σχέσης που θέλησε να αποδώσει η συλλογική μνήμη ανάμεσα στην Κασσιανή και τον Θεόφιλο.
Τα εικονογραφημένα του Πεχλιβανίδη πράγματι διέδωσαν πολύ αυτή την εκδοχή στη νεότερη συνείδηση... και ίσως γι’ αυτό την έχουμε όλοι τόσο έντονα στη μνήμη μας.
Πολύ ωραία η επισήμανσή σου, ευχαριστώ...
Keywords (λέξεις-κλειδιά) : Τροπάριο Κασσιανής, Οσία Κασσιανή, Φώτης Κόντογλου, Μεγάλη Τρίτη, Βυζαντινή υμνογραφία, εκκλησιαστική μουσική, ορθόδοξη παράδοση, Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις, Μεγάλη Εβδομάδα



2 σχόλια:
Πολύ καλό και χρήσιμο, καθώς συνήθως δεν καταλαβαίνουμε τα λόγια του τροπαρίου!
ΑΥΤΗ Η ΝΥΚΤΑ Η ΖΟΦΩΔΗΣ ΚΑΙ ΑΣΕΛΗΝΟΣ Η ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΤΥΡΑΝΕΙ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΟΥ ΦΤΑΙΝ , ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΝΥΚΤΑ ΚΑΝΕ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΔΥΑΛΗΣΗ ΤΟ ΦΩΣ ΤΟ ΑΝΕΣΠΕΡΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΔΩΣΕ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ ΤΗΣ ΧΑΡΜΟΛΥΠΗΣ , ΟΠΩΣ ΕΣΥ ΘΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΜΕ ΟΠΟΙΝ ΤΡΟΠΟ ΘΕΛΕΙΣ!Η ΕΥΑ ΦΟΒΗΘΗΚΕ ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΟΥ, ΕΓΩ ΦΟΒΑΜΕ ΤΟ ΚΑΘΕ ΜΟΥ ΒΗΜΑ ΔΙΟΤΙ Η ΑΒΥΣΟΣ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΙΩΝ ΜΕ ΑΠΕΜΑΚΡΥΝΕ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ, ΑΞΙΩΣΕ ΜΕ ΝΑ ΚΑΘΗΣΩ ΚΑΤΩ ΣΤΑ ΑΧΡΑΝΤΑ ΠΟΔΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΒΡΕΧΩ ΜΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΔΑΚΡΥΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΗ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΕΛΕΟΥΣ ΣΟΥ ΑΜΗΝ
Δημοσίευση σχολίου