"copyrightHolder": { "@type": "Person", "name": "Sophia Drekou" }, "potentialAction": { "@type": "ReadAction", "target": "https://www.sophia-ntrekou.gr/2017/01/me.tin.ayrio.twn.fwtwn.axion.esti.html" } }

Άξιον Εστί: Πορεία προς το Μέτωπο - Οδυσσέας Ελύτης

«Πορεία μεταγωγικών». Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940 
Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη

Κάπως έτσι φτιάχνονται οι ήρωες... δημιουργούν το ακατόρθωτο συνεχίζοντας το παράδειγμα του Λεωνίδα, του Κολοκοτρώνη, του Αυτοκράτορα των Ρωμιών Παλαιολόγου, θεωρώντας να στέκονται ψηλά στα μάτια των Ελεύθερων Ελλήνων, αλλά και σαν παράδειγμα φερόμενο μέσα από τους αιώνες. ΘΥΣΙΑ για την Ανθρωπότητα. Υποχρέωση μας, να μη τους ξεχάσουμε !


Αφιερωμένη δημοσίευση σε αυτούς που
την Ακριβή ζωή τους χάρισαν για μας .✟.
Πορεία Προς Το Μέτωπο - Οδυσσέας Ελύτης
Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ' την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.

Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο.

Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.
Δείτε: Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 28 Οκτωβρίου 1940 - 23 Απριλίου 1941
Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.

Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων.

Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο.

Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε.

Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ' τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους.

Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα.

Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες.

Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες...

Η μεγάλη έξοδος – 1964
«Τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες ἔκαναν σύναξη μυστικὴ τὰ παιδιὰ καὶ λάβανε τὴν ἀπόφαση, ἐπειδὴ τὰ κακὰ μαντάτα πλήθαιναν στὴν πρωτεύουσα, νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει:

Μιὰ παλάμη τόπο κάτω ἀπό τ’ ἀνοιχτό πουκάμισο, μὲ τὶς μαῦρες τρίχες καὶ τό σταυρουδάκι τοῦ ἥλιου. Ὅπου εἶχε κράτος κι ἐξουσία ἡ Ἄνοιξη.

Καὶ ἐπειδὴ σίμωνε ἡ μέρα ποὺ τὸ Γένος εἶχε συνήθειο νὰ γιορτάζει τὸν ἄλλο Σηκωμό, τὴ μέρα πάλι ἐκείνη ὁρίσανε γιὰ τὴν Ἔξοδο.

Καὶ νωρὶς ἐβγήκανε καταμπροστὰ στὸν ἥλιο, μὲ πάνου ὡς κάτου ἀπλωμένη τὴν ἀφοβιὰ σὰν σημαία, οἱ νέοι μὲ τὰ πρησμένα πόδια ποὺ τους ἔλεγαν ἀλήτες.

Καὶ ἀκολουθούσανε ἄντρες πολλοί, και γυναῖκες, καὶ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια.

Ὅπου ἔβλεπες ἄξαφνα στὴν ὄψη τους τόσες χαρακιές, πού `λεγες εἴχανε περάσει μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα.

Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν.

Καὶ φορὲς τρεῖς μὲ τὸ μάτι ἀναμετρῶντας τὸ ἔχει τους, λάβανε τὴν ἀπόφαση νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει: μία πήχη φωτιὰ κάτω ἀπ’ τὰ σίδερα, μὲ τὶς μαῦρες κάννες καὶ τὰ δόντια τοῦ ἥλιου.

Ὅπου μήτε κλῶνος μήτε ἀνθός, δάκρυο ποτὲ δὲν ἔβγαλαν. Καὶ χτυπούσανε ὅπου νά `ναι, σφαλῶντας τὰ βλέφαρα μὲ ἀπόγνωση. Καί ἡ Ἄνοιξη ὁλοένα τους κυρίευε.

Σὰν νὰ μὴν ἤτανε ἄλλος δρόμος πάνω σ’ ὁλάκερη τὴ γῆ γιὰ νὰ περάσει ἡ Ἄνοιξη παρὰ μονάχα αὐτός, καὶ νά τον εἶχαν πάρει ἀμίλητοι, κοιτάζοντας πολὺ μακριά, πέρ’ ἀπ’ τὴν ἄκρη τῆς ἀπελπισίας, τὴ Γαλήνη ποὺ ἔμελλαν νὰ γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, καί οἱ ἄντρες, καὶ οἱ γυναῖκες, καὶ οἱ λαβωμένοι μὲ τὸν ἐπίδεσμο καὶ τὰ δεκανίκια.

Καὶ περάσανε μέρες πολλὲς μέσα σὲ λίγην ὧρα. Καὶ θερίσανε πλῆθος τὰ θηρία, καὶ ἄλλους ἐμάζωξαν. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἐστήσανε στὸν τοῖχο τριάντα.»
Απόσπασμα από το αφιέρωμα: Οδυσσέας Ελύτης: Έζησα το θαύμα της Αλβανίας (Συνέντευξη του Ελύτη). Βιβλίο: Το «Άξιον Εστί» (1959) Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 136-139

Ο Νίκος Λυγερός αναδεικνύει πώς το μνημειώδες έργο «Άξιον Εστί»

Το κείμενο του Νίκου Λυγερού αναδεικνύει πώς το μνημειώδες έργο «Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη και του Μίκη Θεοδωράκη ξεπερνά τα όρια της αμιγούς λογοτεχνίας και μετατρέπεται σε έναν γεωπολιτικό και εθνικό οδηγό συνειδητοποίησης, συνδέοντας την ποιητική αναφορά των ελληνικών νησιών με τη σύγχρονη σημασία της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ).
Το Άξιον εστί του απέραντου γαλάζιου
Αν κάποιος ξανακούσει το Άξιον Εστί του Ο. Ελύτη και του Μ. Θεοδωράκη και προσέξει τις λέξεις και τα ονόματα των νησιών, έχοντας στο μυαλό του το απέραντο γαλάζιο που προσφέρει η ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, τότε θα καταλάβει πόσο σημαντικά είναι αυτά τα θεμελιακά στοιχεία που θεωρούσε στο παρελθόν μόνο και μόνο ως λεπτομέρειες ενός έργου, το οποίο φαινόταν αποκλειστικά λογοτεχνικό και ποιητικό, ενώ εμπεριέχει μέσα του ένα ολόκληρο έπος της ρωμιοσύνης. Έτσι γίνεται όταν δεν ξέρεις ότι ξέρεις και ξαφνικά μετά το μάθημα του Ελληνισμού ξυπνάς επιτέλους και νιώθεις ουσιαστικά τις γνώσεις που κατέχεις, αλλά που δεν είχες συνδυάσει μεταξύ τους, γιατί δεν είχες τολμήσει να επιχειρήσεις το αμάγαλμα δίχως καμία καθοδήγηση.

Με αυτόν τον τρόπο, ξαναδιαβάζεις την ιστορία του έθνους μας και αισθάνεσαι το δέος ότι βρίσκεσαι μεταξύ γιγάντων που έχουν σηκώσει τόσο ψηλά το βάρος του φωτός που δεν είχες αντιληφθεί τι τους χρωστάς και κοιτάς απλοϊκά τον ήλιο της δικαιοσύνης, γιατί δεν άκουσες κανέναν πρωτομάστορα, όταν σου εξηγούσε πόσο σημαντικές είναι οι γέφυρες του χρόνου, κι έδινες σημασία μόνο και μόνο στον ελάχιστο χώρο, όπου νόμιζες ότι βρίσκεται η ελευθερία σου, ενώ είχες εγκλωβίσει τη ζωή σου μέσα σε κοινωνικά όρια που δεν σου επιτρέπουν να δεις την αξία του πολιτισμού σου και τρέχεις μίζερος να πιάσεις μια δουλειά, λες και είναι η ουσία του κόσμου, για να δικαιολογήσεις την ύπαρξή σου.

Όμως, ακούγοντας ξανά το Άξιον Εστί βλέπεις όλο και καλύτερα την επόμενη πραγματικότητα που δεν μπορούσες να φανταστείς πριν μερικά χρόνια, ενώ είχες την εντύπωση ότι ήξερες ότι δεν ήξερες. Κοίτα, λοιπόν, και τα νησιά μας για να δεις επιτέλους το μέγεθος του απέραντου γαλάζιου που θα αξιοποιήσεις σύντομα, γιατί τώρα κανένας ραγιάς δεν μπορεί να σου κρύψει την αλήθεια όσο και να προσπαθεί, διότι είσαι πια άνθρωπος του Προμηθέα.

Το Άξιον εστί του απέραντου γαλάζιου - Ν. Λυγερός January 2, 2013

Κύρια Σημεία και Συμβολισμοί του Κειμένου
  • Η Γεωπολιτική Διάσταση των Νησιών: Τα ονόματα των νησιών που υμνούνται στο έργο δεν είναι απλές γεωγραφικές ή ποιητικές λεπτομέρειες. Στο πλαίσιο της ΑΟΖ, αποτελούν τα θεμέλια που ορίζουν το «απέραντο γαλάζιο» και την κυριαρχία του ελληνισμού.
  • Η Αφύπνιση της Γνώσης: Ο συγγραφέας περιγράφει τη μετάβαση από την ημιμάθεια («δεν ξέρεις ότι ξέρεις») στην ουσιαστική συνειδητοποίηση. Η σύνθεση (το «αμάγαλμα») των ιστορικών, πολιτισμικών και γεωγραφικών δεδομένων αποκαλύπτει το πραγματικό μέγεθος της κληρονομιάς του έθνους.
  • Υπέρβαση της Καθημερινότητας: Ασκείται κριτική στον εγκλωβισμό του σύγχρονου ανθρώπου στα στενά κοινωνικά όρια και στην πεζή καθημερινότητα της επιβίωσης («τρέχεις μίζερος να πιάσεις μια δουλειά»). Το έργο λειτουργεί ως κάλεσμα για να αντιληφθεί ο πολίτης την ευρύτερη αξία του πολιτισμού του.
  • Ο «Άνθρωπος του Προμηθέα»: Ο όρος συμβολίζει τον αφυπνισμένο, ελεύθερο άνθρωπο που κατέχει τη γνώση (το «φως») και δεν μπορεί πλέον να χειραγωγηθεί από τη νοοτροπία του «ραγιά». Η αλήθεια για την αξία της πατρίδας και των δυνατοτήτων της (όπως η αξιοποίηση της ΑΟΖ) γίνεται πλέον ορατή και αναπόφευκτη.
✍🏼 Σοφία Ντρέκου




🎞️ Βίντεο «Πορεία Προς Το Μέτωπο σε Μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Tasos Nousias - The March to the Front Orchestra Mobile in concert, conducted by Theodoros Orfanidis on 29.10.2012. Solists - Gerasimos Andreatos, Tasos Nousias, Kostas Rafailidis. Mixed Choir and Children's Choir of Saint John Chrysostomos Thessaloniki.











Οδυσσέας Ελύτης: Η μεγάλη Έξοδος - Η Πορεία προς το Μέτωπο (Άξιον Εστί) - Προφητικόν.. Απαγγέλλει ο Μάνος Κατράκης Λυκαβηττός 1977. Η μεγάλη έξοδος (διαβάζει ο Μάνος Κατράκης











Συνήθως λησμονούμε, όμως, -κάποιοι και αγνοούν- ότι ο Ελύτης πολέμησε στο Αλβανικό Έπος 1940-41, στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Προσβλήθηκε από τύφο και τελικά διασώθηκε «από θαύμα», όπως ο ίδιος ομολογεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: